ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. EK UNITED BUSINESS SERVICES (CYPRUS) LIMITED (HE 140000) κ.α., Αρ. Αγωγής: 6663/11, 2/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A298 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6663/11 ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσας -και-
(1)EK UNITED BUSINESS SERVICES (CYPRUS) LIMITED (HE 140000)
(2)XXXXX ΓΡΙΒΑΣ (Α.Δ.Τ. XXXXX39)
(3)XXXXX ΤΙΤΟΠΟΥΛΟΣ (Α.Δ.Τ. XXXXX92) Εναγομένων ----------------- Ημερομηνία: 2 Μαΐου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο
(2)/Αιτητή: κα Τ. Κολλακίδου Για τους Ενάγοντες: κ. Ν. Καλλένος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 07.10.2011, καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία η Ενάγουσα, ούσα τράπεζα, διεκδικούσε εναντίον και των τριών Εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €10.813,92, πλέον τόκους και έξοδα. Η απαίτηση της Ενάγουσας αναφορικά με την Εναγόμενη 1 εδράζεται επί συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού, με πρωτοφειλέτιδα την τελευταία. Όσον αφορά στους Εναγόμενους 2 και 3, η αγωγή προωθείτο επί της ισχυριζόμενης ιδιότητας τους ως εγγυητές της Εναγομένης 1, σε σχέση πάντα με τον πιο πάνω αναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό. Η ερήμην εκδοθείσα απόφαση Στις 17.05.2012, κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας λόγω παράλειψης των Εναγομένων 1 και 2 να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης (μονομερής αίτηση ημερομηνίας 27.03.2012), εκδόθηκε, ερήμην, απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως η απαίτηση. Η υπό εξέταση αίτηση Στις 26.10.2016, ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία επιδιώκει την έκδοση Διατάγματος που να παραμερίζει την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση (στο εξής «η επίδικη αίτηση»). Την επίδικη αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωσή του. Κατόπιν δε άδειας του Δικαστηρίου, επετράπη στον εναγόμενο 2 να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς περαιτέρω υποστήριξη της επίδικης αίτησης, αλλά και για αντίκρουση ισχυρισμών της ενάγουσας. Οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση Ο Εναγόμενος 2, με βάση το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων του, θεωρεί ότι έχει δικαίωμα στο να του αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία για δύο λόγους. Πρώτον γιατί, η αγωγή επιδόθηκε σε πρόσωπο άγνωστο προς τον ίδιο και μη έχων την ιδιότητα που του αποδίδεται επί της σχετικής ένορκης δήλωσης του επιδότη που επέδωσε την αγωγή, και δεύτερο γιατί, θεωρεί ότι έχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση στα όσα του αποδίδονται με την αγωγή και ευκόλως μπορεί να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση που παρατηρείται, στην προώθηση της επίδικης αίτησης. Ως προς τον πρώτο λόγο, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση, η αγωγή επιδόθηκε σε κάποια XXXXX Ανδρέου, στην οποία (με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του επιδότη που επέδωσε την αγωγή) αποδίδεται η ιδιότητα του υπεύθυνου στο χώρο εργασίας του Εναγόμενου
- Ως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 2, δεν γνωρίζει κανένα πρόσωπο με το όνομα XXXXX Ανδρέου. Έχοντας δε κατά νου το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς της Ενάγουσας (στο οποίο περιεχόμενο, πιο λεπτομερής αναφορά θα γίνει κατά τον χρόνο της παράθεσης της μαρτυρίας, που υποστηρίζει την ένσταση), μέσω της οποίας η Ενάγουσα προβάλλει τη θέση ότι η XXXXX Ανδρέου, (προς την οποία επιδόθηκε η αγωγή) είναι γνωστή και ως XXXXX Κουμνά, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται (στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του), ότι, η εταιρεία στην οποία ο ίδιος εργοδοτείτο, ουδέποτε εργοδοτούσε τη XXXXX Κουμνά, η οποία, εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε ήταν υπεύθυνη του χώρου στον οποίο εργάζετο. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι, από την 01.01.2012 και δη δυόμισι περίπου μήνες πριν την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής στη XXXXX Ανδρέου, τόσο η εταιρεία που τον εργοδοτούσε, η οποία είναι και η ιδιοκτήτρια του υποστατικού στη διεύθυνση όπου και έγινε η επίδοση της αγωγής, όσο και ο ίδιος, εγκατέλειψαν τη ρηθείσα διεύθυνση, μιας και το υποστατικό ενοικιάστηκε στην εταιρεία Γεώργιος Φραγκής (Εστιατόρια) Ltd. Τέλος, ο εναγόμενος 2 προωθεί και τη θέση ότι, ουδέποτε πριν τον Σεπτέμβριο του 2016, έλαβε γνώση, είτε για το εκκρεμές της αγωγής, είτε για την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί του ότι το υποστατικό που βρίσκεται στη διεύθυνση στην οποία επιδόθηκε η αγωγή ενοικιάστηκε στην εταιρεία Γεώργιος Φραγκή (Εστιατόρια) Ltd από την 01.01.2012, ως Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκή του δήλωση (ημερομηνίας 17.07.2017), επισυνάπτει αντίγραφο σχετικού ενοικιαστηρίου Εγγράφου. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι η εργοδότριά του εταιρεία (C.CR.BIONATURER.LTD), κατά το έτος 2012, δεν εργοδοτούσε τη XXXXX Ανδρέου ή τη XXXXX Κουμνά, ως Τεκμήριο Β στη συμπληρωματική ένορκή του δήλωση, επισυνάπτει αντίγραφο επιστολής των εγκεκριμένων λογιστών της ρηθείσας εταιρείας, η οποία αναφέρει τα ονόματα των προσώπων που εργοδοτούντο σ' αυτή, το εν λόγω έτος. Ως προς τον δεύτερο λόγο, για τον οποίο επιζητεί τον παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης, και δη την επικαλούμενη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση στην αγωγή, αλλά και του δικαιολογημένου της όποιας καθυστέρησης παρατηρείται στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, ο Εναγόμενος 2, μέσω των δύο ενόρκων δηλώσεων του, ισχυρίζεται τα ακόλουθα. Γνώση για την ύπαρξη της αγωγής έλαβε περί τον Σεπτέμβριο του 2016, όταν και ενημερώθηκε από δικαστικό επιδότη που τον επισκέφτηκε ότι εκκρεμούσε εναντίον του ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας. Ουδέποτε προηγουμένως ενημερώθηκε ή αντιλήφθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι εκκρεμούσε εναντίον του η υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ούτε και ότι εκδόθηκε εναντίον του οποιαδήποτε απόφαση. Μόλις ενημερώθηκε από τον επιδότη περί της εκδόσεως της εναντίον του απόφασης, ζήτησε από τους δικηγόρους του να διερευνήσουν το όλο ζήτημα και να τον ενημερώσουν σχετικά. Ως τον ενημέρωσαν, από έρευνα στην οποία προέβησαν στον φάκελο της υπόθεσης διεφάνη ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής επιδόθηκε σε κάποια XXXXX Ανδρέου, στις 14.03.2012, πρόσωπο το οποίο δεν γνωρίζει. Ήταν κατόπιν αυτής της ενημέρωσης, που καταχώρησε στις 26.10.2016 την επίδικη αίτηση. Όσο δε αφορά στον ισχυρισμό περί εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση στην αγωγή, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε «τις ειδοποιήσεις που αναφέρονται στην οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος ή οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση για καθυστέρηση καταβολής δόσεων ή αθέτηση από την Εναγόμενη αρ. 1 (πρωτοφειλέτιδα) οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης της δυνάμει της συμφωνίας δανείου της παρ.3 της οπισθογράφησης ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί για τους σκοπούς της εν λόγω συμφωνίας δανείου». Αναφέρει ακόμα ότι, έπαψε να είναι διοικητικός σύμβουλος της Εναγομένης 1 από το Μάιο του 2004 και δη επτά ολόκληρα χρόνια πριν την καταχώρηση της αγωγής και οχτώ περίπου χρόνια, πριν την επίδοση της στην κυρία XXXXX Ανδρέου. Στη βάση των ανωτέρω και κατ' επίκληση ενημέρωσης που έτυχε από τους δικηγόρους του προβάλλει τη θέση ότι η μη λήψη από τον ίδιο των πιο πάνω ειδοποιήσεων (που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απέστειλε), αποτελεί καλή υπεράσπιση, μιας και η παράλειψη αυτή απολήγει στην απαλλαγή του από τις υποχρεώσεις του, ως εγγυητής της Εναγομένης
- Η ένσταση της Ενάγουσας στην επίδικη αίτηση Η Ενάγουσα, καταχώρησε Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας προβάλλουν έντεκα λόγοι ένστασης. Τούτοι έχουν ως ακολούθως: «
(1)Στην αίτηση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε σοβαρός, εύλογος και δικαιολογημένος λόγος για τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 17/05/2012.
(2)Ο Αιτητής δεν έχει αιτιολογήσει και/ή δεν έχει παράσχει επαρκείς εξηγήσεις για τη μη καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης στη διαδικασία και για την καθυστέρησή του στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης.
(3)Η αδιαφορία που επέδειξε ο Αιτητής στην παρούσα αγωγή και η αργοπορία και καθυστέρηση του σχετικά με την υποβολή της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση.
(4)Οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι παραπλανητικοί, εκ δευτέρας σκέψης γενόμενοι, άσχετοι, αβάσιμοι, αναληθείς, εκδικητικοί, ενοχλητικοί και σκανδαλώδεις και προβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό τη παρακώλυση της διαδικασίας και όπως επηρεάσουν δυσμενώς, δυσκολέψουν και καθυστερήσουν τη δίκαιη έκβαση της υπόθεσης και/ή άλλως πως δεν αποτελούν καλόπιστη, λογική ή σχετική υπεράσπιση
(5)Ο Αιτητής δεν έχει προβάλει στοιχεία καλής και/ή καθόλου υπεράσπισης.
(6)Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των Διαταγμάτων και θεραπειών που αξιώνει ο Αιτητής με την αίτηση.
(7)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των Διαταγμάτων και θεραπειών που αξιώνει ο Αιτητής ή/και αντικανονική και/ή δεν συνιστά αποδεκτό τεκμήριο και/ή συμπεριλαμβάνει μη αποδεκτή μαρτυρία η οποία δεν μπορεί ούτε πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου που να στοιχειοθετεί επαρκώς και/ή καθόλου τους ισχυρισμούς του Αιτητή.
(8)Η ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης είναι παράτυπη και/ή λανθασμένη και/ή αντικανονική και/ή δεν συνιστά αποδεκτό τεκμήριο και/ή συμπεριλαμβάνει συμπεριλαμβάνει μη αποδεκτή μαρτυρία η οποία δεν μπορεί ούτε πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου που να στοιχειοθετεί επαρκώς και/ή καθόλου τους ισχυρισμούς του Αιτητή.
(9)Ο Αιτητής παραπλανεί το Δικαστήριο και/ή αποκρύπτει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή έγγραφα.
(10)Ο Αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
(11)Τυχόν παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα είναι αντίθετος με την ανάγκη ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και διασφάλισης τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάριν του δημοσίου συμφέροντος.» Προς υποστήριξη της ένστασης, πέραν της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει τούτην, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, η Ενάγουσα καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 03.07.
- Εκείνα που προκύπτουν από τον συνδυασμό του περιεχομένου των δύο ενόρκων δηλώσεων, που υποστηρίζουν την ένσταση, είναι τα ακόλουθα. Ως προς την επίδοση της αγωγής, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τούτη έγινε προς τη XXXXX Ανδρέου, η οποία είναι γνωστή και ως XXXXX Κουμνά και η οποία, κατά τον χρόνο που επιδόθηκε η αγωγή (14.03.2012) ήταν η υπεύθυνη στον χώρο εργασίας του Εναγόμενου
- Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, η Ενάγουσα παραθέτει διάφορους ισχυρισμούς, καθώς επίσης και επισυνάπτει στις ένορκες δηλώσεις της διάφορα έγγραφα, ώστε θα αποδείξει ότι η XXXX Ανδρέου και/ή XXXXX Κουμνά είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, καθώς επίσης και ότι, πρόκειται για πρόσωπο που γνωρίζει τον Εναγόμενο 2, με τον οποίο έχει επικοινωνία και ότι «στις 24/2/2017, το δικηγορικό γραφείο τους» (των δικηγόρων της Ενάγουσας), επικοινώνησε με το πιο πάνω τηλέφωνο XXXXX7888, μίλησαν με την εν λόγω XXXXX Ανδρέου, η οποία τους επιβεβαίωσε ότι γνωρίζει την Εναγόμενο 2 και εργάζονται μαζί». Μέσα από τους διάφορους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, πάντα σε σχέση με τη θέση της ότι η XXXXX Ανδρέου ή άλλως XXXXX Κουμνά γνωρίζεται και έχει επικοινωνία με τον Εναγόμενο 2, προβάλλεται και η θέση ότι, η ρηθείσα XXXXX Κουμνά φέρεται να επικοινωνεί κατά το έτος 2016 και 2017 με διάφορα πρόσωπα και κατά τις μεταξύ τους συνομιλίες να δηλώνει γνώριμη του Εναγόμενου 2, καθώς επίσης και γνώστης των κινήσεών του, όπως π.χ. αν απουσιάζει από την Κύπρο, και το πότε αναμένεται να επιστρέψει. Η ρηθείσα XXXXX Κουμνά παρουσιάζεται επίσης να δηλώνει ότι είναι η λογίστρια που χειρίζεται τις υποθέσεις του Εναγόμενου
- Είναι επί τούτων των ισχυρισμών, που η Ενάγουσα, ως τελική της τοποθέτηση αναφέρει: «Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η κυρία XXXXX Ανδρέου και XXXXX Κουμνά, είναι το ίδιο άτομο και γνωρίζει προσωπικά τον Εναγόμενο 2, καθώς εργάζονταν μαζί και ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 2 έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος». Ως προς δε τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 2 περί εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην αγωγή, η Ενάγουσα, μέσω του ομνύοντα της αρχικής ενόρκου δηλώσεως, που υποστηρίζει την ένσταση (XXXXX Άδωνη), ισχυρίζεται ότι ο πρώτος ουδεμία καλόπιστη ή επαρκή υπεράσπιση είχε ή έχει ή οποιοδήποτε συζητήσιμο θέμα προβάλλει, καθότι απέτυχε να αποκαλύψει μία τέτοια υπεράσπιση ή να δώσει λόγο για επανάνοιγμα της υπόθεσης του. Χαρακτηρίζει δε τους σχετικούς με το ζήτημα αυτό προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2, ως γενικούς και αόριστους, και κατά συνέπεια μη δυνάμενους να αποτελέσουν τη βάση, για να αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Ως κατακλείδα, η ενάγουσα προωθεί τη θέση ότι ο Εναγόμενος 2 δεν παρουσίασε κανένα απολύτως στοιχείο, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπισης. Ακροαματική διαδικασία Στις 13.03.2018, οι συνήγοροι που εμφανίστηκαν εκ μέρους των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας το περιεχόμενο τους. Κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, δεν αντεξετάστηκε. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση έχουν απασχολήσει πλειστάκις τα κυπριακά Δικαστήρια και έχουν διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία, είναι ότι κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών, για την απονομή της δικαιοσύνης, παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Θα πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής που προωθεί διαδικασία, ως η υπό εξέταση, έχει αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν θα πρέπει, εκεί που οι 2 πλευρές προωθούν συγκρουόμενες θέσεις, να προχωρά και να επιλέγει κάποια εξ αυτών κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας. Ως έχει αναφερθεί στη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και τούτο πάντα περιοριστικά και μόνο σε σχέση με την υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, οι πρόνοιες της διαταγής Δ.48 θ. 2
(4)δεν εφαρμόζονται σε βαθμό που να επωμίζεται στον αιτητή ευθύνη, δια διαβήματος του (π.χ δια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης), να αντικρούσει τον οποιοδήποτε αντίθετο ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση. Εκείνο που υπέχει σημασίας για το Δικαστήριο, είναι να εξετάσει κατά πόσο με τη μαρτυρία που προσκόμισε ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του, αποκαλύπτει καλή η συζητήσιμη υπεράσπιση ή θέμα για το οποίο θα κρίνει το Δικαστήριο ότι είναι ορθότερο η απόφαση επί αυτού, να κριθεί στα πλαίσια μιας ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία θα δοθεί η ευκαιρία στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία. Η ευθύνη όμως του αιτητή, δεν περιορίζεται σε προώθηση ενός γενικού και/ή αορίστου ισχυρισμού περί ύπαρξης υπεράσπισης. Επεκτείνεται σε τέτοιο βαθμό, που ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει επαρκή στοιχεία και γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει το βάσιμο του ισχυρισμού του περί ύπαρξης υπεράσπισης. Μόνο τότε ο αιτητής αποσείει το βάρος που του εναποθέτει η νομολογία. Ταυτόχρονα όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τη συμπεριφορά του Αιτητή και μπορεί, αν τούτη είναι τέτοια, ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική, ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος αυτού συζήτηση, δείτε τα όσα αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1987)1 CLR σελ. 204, , Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Merkis Gen. Bonded Waren v. Yianoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Eros Travel & Tours (Limasol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ.712, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Χ'Νικολάου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1179, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646. Φυσικά, τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής υπό την προϋπόθεση ότι η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στον Εναγόμενο. Η μη επίδοση της αγωγής ή η κακή επίδοση της, καθιστούν αδύνατη την έκδοση απόφασης στα πλαίσια της, και τούτο γιατί, έχουν ως αποτέλεσμα να παραμένει ο Εναγόμενος σε άγνοια της εναντίον του διαδικασίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, και δη στην περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι υπήρξε κακή και/ή αντικανονική επίδοση, τότε υποχρεούται να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση και κατά κανόνα, να επιδικάσει τα έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα, χωρίς να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαίωμα εξέτασης της αίτησης παραμερισμού επί της ουσίας της. Ο λόγος που το Δικαστήριο υποχρεούται να πράξει ως ανωτέρω, είναι γιατί, λόγω της κακής επίδοσης της αγωγής, εκθεμελιώθηκε και η κανονικότητα της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε. Ας μη λησμονείται ότι, ο λόγος που επιτρέπεται να εκδοθεί, ερήμην, απόφαση, είναι γιατί ο Εναγόμενος δεν ενήργησε ως οι θεσμοί υπαγορεύουν κατόπιν της προς τούτον επίδοσης της αγωγής. Κατ΄ αναλογία, η μη επίδοση και/ή η κακή επίδοση της αγωγής, απαλλάσσουν τον Εναγόμενο από την ευθύνη να ενεργήσει ως του επιβάλλουν οι θεσμοί, μιας και η καλή επίδοση της αγωγής αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση μιας τέτοιας υποχρέωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο Εναγόμενος, ως αναφαίρετο δικαίωμα του (ex debito justitiae), νομιμοποιείται να απαιτεί τον παραμερισμό της απόφασης. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε, J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1151, Ιερά Μητρόπολης Λεμεσου ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 A.Α.Δ. 43, Νικόλας Γεωργαλλιδης ν. Χρυσόστομου Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Halsbury's Laws of England 4th Edition Vol.26 σελ.559 και Odger's on Pleadings and Practice 2nd Edition σελ.
- Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο μόλις πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο Διεξήλθα, τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση, καθώς επίσης και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν (περιλαμβανομένων και των διαφόρων τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές), έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Συνεπεία του γεγονότος ότι ένας από τους βασικούς λόγους που προβάλλεται από τον Εναγόμενο 2 για σκοπούς έγκρισης της επίδικης αίτησης είναι η αντικανονικότητα της επίδοσης της αγωγής, και με δεδομένη την αρχή ότι, σε περίπτωση κρίσης περί αντικανονικότητας της επίδοσης, το Δικαστήριο υποχρεούται να παραμερίσει την απόφαση, χωρίς να έχει δικαίωμα εξέτασης της αίτησης επί της ουσίας της, κρίνω ορθότερο, όπως καταπιαστώ αρχικά με το ζήτημα αυτό, και μόνο στην περίπτωση που κριθεί ότι η επίδοση έγινε κανονικά, να προχωρήσω και να εξετάσω τις λοιπές αιτιάσεις του Εναγόμενου. Με τα όσα προβάλλει ο Εναγόμενος 2 μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση, προκύπτει αβίαστα ότι η επίδοση της αγωγής προς αυτόν είναι αντικανονική. Η όποια δε σχετική με το ζήτημα μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την ένσταση, δεν διαφοροποιεί το δεδομένο αυτό. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 ότι η XXXXX Ανδρέου ή XXXXX Κουμνά, ουδέποτε εργοδοτήθηκε κατά το 2012 (όταν και επιδόθηκε η αγωγή) από την εργοδότριά του εταιρεία, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με το πρόσωπο που φέρεται να κατέχει, κατά τον χρόνο της επίδοσης της αγωγής, το υποστατικό στο οποίο έγινε η επίδοση της αγωγής. Οι διάφοροι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, αναφορικά με τα όσα φέρεται η XXXXX Ανδρέου ή XXXXX Κουμνά να αναφέρει προς τρίτους που ενεργούσαν για λογαριασμό της Ενάγουσας, δεν διαφοροποιεί το δεδομένο ότι η τελευταία δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία, που να ανατρέπει τον βασικό και αναντίλεκτο ισχυρισμό του Εναγόμενου 2 ότι, κατά τις 14.03.2012 (όταν και έγινε η επίδοση της αγωγής) η XXXXX Ανδρέου ή XXXXX Κουμνά, δεν ήταν η υπεύθυνη του χώρου εργασίας στον οποίο εργάζετο. Εν πάση περιπτώσει, από τα όσα η Ενάγουσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, εκείνο που απλά προκύπτει είναι ότι, η XXXXX Ανδρέου ή XXXXX Κουμνά, είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, το οποίο, κατά τα έτη 2016 και 2017 φαίνεται να ενεργεί ως λογίστρια των προσωπικών υποθέσεων του Εναγόμενου 2, με τον οποίο έχει επικοινωνία, καθώς επίσης και γνώριζε για συγκεκριμένη απουσία του στο εξωτερικό (κατά το 2016), αλλά και για προγραμματισμένη επιστροφή του στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό, δεν καθιστά τη XXXXX Ανδρέου ή XXXXX Κουμνά το υπεύθυνο πρόσωπο στον χώρο εργασίας του Εναγόμενου 2, κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής. Ούτε ο ισχυρισμός της Ενάγουσας (συνεπεία των όσων η XXXXX Ανδρέου ή Κουμνά ανέφερε σε τρίτα πρόσωπα), ότι προκύπτει ότι ο Ενάγοντας έλαβε γνώση για την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση και/ή για την αγωγή, μπορεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να βοηθήσει την Ενάγουσα, ώστε να αναχαιτίσει την προσπάθεια του Εναγόμενου να παραμερίσει την εναντίον του απόφαση, επί τη βάσει της αντικανονικής επίδοσης της αγωγής. Και τούτο γιατί, ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί νομότυπης επίδοσης της αγωγής, βασίζεται στη θέση ότι τούτη (η επίδοση) έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δη στον υπεύθυνο του χώρου εργασίας του Εναγόμενου
- Με δεδομένη την αμφισβήτηση (από πλευράς τους εναγομένου 2) του ισχυρισμού αυτού της Ενάγουσας, και με δεδομένη τη προβαλλόμενη θέση του περί του ότι το πρόσωπο προς το οποίο επιδόθηκε η αγωγή, δεν ήταν, κατά τον χρόνο της επίδοσης (ή οποτεδήποτε) υπεύθυνο πρόσωπο του χώρου εργασίας του (παρουσιάζοντας προς τούτο επαρκή και σαφή μαρτυρία), αναμενόμενο θα ήταν, η Ενάγουσα να παρουσίαζε μαρτυρία για να ανατρέψει τον ισχυρισμό αυτό, κάτι που δεν έπραξε. Με κάθε σεβασμό προς την αντίθετη εισήγηση του συνηγόρου της Ενάγουσας, δεν συμφωνώ με τη θέση του ότι απεδείχθη ότι η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο 2, έγινε νομότυπα. Αυτό που εδώ ενδιαφέρει, δεν είναι αν το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η επίδοση, γνωρίζεται ή μη με τον Εναγόμενο 2 και αν μέσω του, αναμενόμενο είναι, να έλαβε γνώση ο Εναγόμενος 2 για την αγωγή. Δεν πρόκειται για την περίπτωση όπου η αγωγή επιδίδεται δια υποκατάστατης επίδοσης, ώστε το ζητούμενο να ήταν αυτό. Πρόκειται για περίπτωση όπου η Ενάγουσα προβάλλει τη θέση ότι η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 5 και πιο συγκεκριμένα δια της επίδοσης της αγωγής σε πρόσωπο που (κατά τον επίδικο χρόνο) είναι υπεύθυνο του χώρου εργασίας του Εναγόμενου
- Ο αντίθετος προς τούτο θετικότατος ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 παρέμεινε αναντίλεκτος, μιας και η Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία για να τον θέσει εν αμφιβόλω, πόσο μάλλον να τον ανατρέψει. Δεν κατάφερε να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι η XXXXX Ανδρέου ή XXXXX Κουμνά, στις 14.03.2012, ήταν η υπεύθυνη του χώρου εργασίας του εναγομένου
- Ούτε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, εργαζόνταν στον ίδιο χώρο, είτε ως συνάδελφοι, είτε άλλως πως. Εν πάση όμως περιπτώσει, ακόμα και αν ήθελε φανεί ότι η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι κατά την επίδοση της αγωγής η XXXXX Ανδρέου ή XXXXX Κουμνά εργαζόταν στον ίδιο χώρο με τον Εναγόμενο 2, και πάλι η επίδοση της αγωγής θα ήταν αντικανονική. Και τούτο γιατί, το ζητούμενο δεν είναι, αν η αγωγή επιδόθηκε σε κάποιο υπεύθυνο (υπό την γενική έννοια του όρου) πρόσωπο στον χώρο εργασίας κάποιου Εναγόμενου, αλλά αν επιδόθηκε στο πρόσωπο που έχει υπό τον έλεγχο του τον χώρο εργασίας του Εναγόμενου. Είμαι της γνώμης ότι η ελληνική μετάφραση των προνοιών της Διαταγής 5, θεσμός 2
(1)(ii) δεν αποδίδει με τον καλύτερο τρόπο την πραγματική έννοια του αγγλικού αρχικού κειμένου, το οποίο έχει ως ακολούθως: «2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left‑ (i)............................................................................................................ (ii) With any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) With his master in the case of a servant living with his master.» Είναι αβίαστα που προκύπτει ότι, η Ενάγουσα δεν όφειλε απλά να αποδείξει ότι η XXXXX Ανδρέου ή XXXXX Κουμνά εργαζόταν στον ίδιο χώρο με τον Εναγόμενο 2, αλλά επιπροσθέτως και ότι τούτη ήταν και η υπεύθυνη του χώρου εργασίας του και δη το πρόσωπο που είχε υπό τον έλεγχο της τον ρηθέντα χώρο. Κάτι τέτοιο, όμως, η Ενάγουσα απέτυχε να το αποδείξει. Από την άλλη, ως εξάλλου σημειώθηκε και ανωτέρω, ο Εναγόμενος 2, με θετικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι σε μεγάλο μέρος τους υποστηρίζονται και από τα επισυναπτόμενα στη συμπληρωματική ένορκή του δήλωση τεκμήρια, κατάφερε να αποδείξει ότι το πρόσωπο προς το οποίο επιδόθηκε η αγωγή δεν ήταν το πρόσωπο που είχε υπό τον έλεγχο κατά τον επίδικο χρόνο τον χώρο εργασίας του. Κατάφερε, ακόμα, να αποδείξει και ότι, ο χώρος στον οποίο έγινε η επίδοση της αγωγής, δεν ήταν ο χώρος εργασίας του, αφού ο ισχυρισμός του, περί του ότι το συγκεκριμένο υποστατικό ενοικιάστηκε και κατέχεται από την 01.01.2012 (δυόμισι περίπου μήνες πριν την επίδοση της αγωγής) από τρίτο πρόσωπο, και όχι τον οποιονδήποτε εργοδότη του, παρέμεινε αναντίλεκτος. Με βάση τα ανωτέρω, η θέση του Εναγόμενου 2 περί το ότι η επίδοση της αγωγής σε αυτόν είναι αντικανονική, κρίνεται βάσιμη και κατά ακολουθία αποδεκτή. Με γνώμονα δε τη σχετική με το ζήτημα νομολογία, ο Εναγόμενος 2, δικαιωματικά (ex debito justitiae), απαιτεί τον παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει παρά να εγκρίνει την αίτηση και να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται η εναντίον του Εναγόμενου 2 εκδοθείσα απόφαση, λόγω κακής επίδοσης. Συνεπεία δε του λόγου που παραμερίζεται η ρηθείσα απόφαση, δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω την επίδικη αίτηση επί της ουσίας της. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, εκδίδεται Διάταγμα, με το οποίο η εκδοθείσα εναντίον του Εναγόμενου 2 απόφαση, (ημερομηνίας 17.05.2012), παραμερίζεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 2 και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ.). ................................... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο