Alpha Bank Cyprus Ltd ν. G.D.L. TRADING LTD κ.α., Αγωγή αρ. 2942/2016, 18/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A330 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: A.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2942/2016 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγοντες και
- G.D.L. TRADING LTD
- XXXXX Λόρδος
- XXXXX Λόρδος
- XXXXX Λόρδος
- XXXXX Λόρδος
- XXXXX Γεωργίου Εναγόμενοι 18 Μαϊου,
- Για τους ενάγοντες-αιτητές, εμφανίζεται ο κ.Π.Μακρίδης για τους κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.1,3 και 5 - καθ΄ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Ε.Ασσιώτου για τους κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 25.09.2017 (αίτημα για την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος) ---------- Δια κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου, το οποίο κατεχώρισαν στις 08.06.2016, οι ενάγοντες-αιτητές («οι αιτητές»), ένας τραπεζικός οργανισμός, διεκδικούν, μεταξύ άλλων, και από τους εναγομένους αρ.1,3 και 5 - καθ΄ων η αίτηση («οι καθ΄ων η αίτηση», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) το ποσόν των €424.690,52, επιπλέον τόκους και έξοδα, ως το χρεωστικό υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού. Ο λογαριασμός αυτός άνοιξε στο πλαίσιο παροχής πίστωσης στους εναγομένους αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση τη εγγυήσει, μεταξύ άλλων, και των εναγομένων αρ.3 και 5 - καθ΄ων η αίτηση. Οι εναγόμενοι αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση ενάγονται ως οι πρωτοφειλέτες, ενώ οι εναγόμενοι αρ.3 και 5 - καθ΄ων η αίτηση ενάγονται ως οι εγγυητές αυτών. Στις 15.11.2016 κατεχωρίστηκε υπεράσπιση δια της οποίας οι καθ΄ων η αίτηση παραδέχονται τη σύναψη των επίδικων συμβάσεων πίστωσης και εγγύησης. Αρνούνται, όμως, και απορρίπτουν τις μομφές, τις αιτιάσεις καθώς και τις αξιώσεις των αιτητών. Ακολούθησε η εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Στις 25.09.2017 κατεχωρίστηκε η υπό συζήτησιν δια κλήσεως αίτηση («η αίτηση») δια της οποίας επιδιώκεται η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους καθ΄ων η αίτηση η καθ΄οιονδήποτε τρόπο διάθεση και/ή επιβάρυνση και/ή αποξένωση σωρείας ακινήτων, τα οποία είναι εγγεγραμμένα επ΄ονόματί τους. Πρόκειται για εικοσι/δύο
(22)ακίνητα, τα οποία παρουσιάζονται να έχουν συνολική αξία υπερβαίνουσα τις €500.000.- Η αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τα άρθρα 4,5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και τη Δ.48 θ.θ.1 έως και 4, 8, 9, 11 και 12 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει εκτενής ένορκη δήλωση του XXXXX Άδωνη, υπαλλήλου των αιτητών, ο οποίος υπηρετεί ως Προϊστάμενος στη Διεύθυνση Διαχείρισης Οριστικών Καθυστερήσεων, ημερ. 25.09.
- Στην ένορκη αυτή δήλωση επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, σωρεία εγγράφων. Τα όσα ο μάρτυς των αιτητών δηλώνει συνοψίζονται ως εξής: Περί τον Μάρτιο του έτους 2015 οι αιτητές ανέλαβαν ολόκληρη την επιχείρηση και ιδιοκτησία καθώς και όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της οντότητας «Emporiki Bank - Cyprus Ltd». Oι εναγόμενοι αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση είναι μέτοχοι και ανήκουν στον όμιλο εταιρειών «Agromarkets Ltd» (ο Όμιλος»), oι δε εναγόμενοι αρ.3 και 5 «συμμετείχαν στις εταιρείες του Ομίλου είτε ως αξιωματούχοι και μέτοχοι ...είτε ως τελικοί δικαιούχοι» αυτών. Επί σειρά ετών οι αιτητές παρεχωρούσαν διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις προς τις εταιρείες του Ομίλου καθώς και στα φυσικά πρόσωπα που σχετίζονται με αυτές. Στο πλαίσιο αυτής της μακρόχρονης και έντονης συνεργασίας των αιτητών με τον Όμιλο παρεσχέθηκε, προς τους εναγομένους αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση, και η επίδικη πίστωση. Αυτή παρεχωρήθηκε με μόνην εξασφάλιση τις προσωπικές εγγυήσεις, μεταξύ άλλων, και των εναγομένων αρ.3 και 5 - καθ΄ων η αίτηση και χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Η σχετική «Σύμβαση Πίστωσης σε Τρεχούμενο Λογαριασμό» καθώς και το σχετικό «Έγγραφο Εγγύησης» συνομολογήθηκαν στις 10.07.2008 (τεκμήρια 3 και 4, αντιστοίχως). Η σύμβαση πίστωσης εξυπηρετείτο έως και τα τέλη του έτους
- Όμως, λόγω των πολλών και έντονων διαφωνιών και συγκρούσεων που προέκυψαν μεταξύ των μετόχων του Ομίλου, αυτή η εξυπηρέτηση παρουσίασε σημαντικές καθυστερήσεις. Οι αιτητές παρέσχαν χρόνον στους καθ΄ων η αίτηση να συμμορφωθούν με τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Πλην όμως, αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν, εξ ου και οι αιτητές απέστειλαν σχετικές ειδοποιήσεις πληρωμής καθώς και σχετικές επιστολές ενημέρωσης για τις υπερβάσεις και τις καθυστερήσεις (τεκμήρια 12, 13, 15, 17, 19, 21, 23). Και πάλιν δεν υπήρξε ανταπόκριση. Δια των επιστολών τους ημερ. 29.01.2016 οι αιτητές τερμάτισαν τη συμφωνία πίστωσης ημερ. 10.07.2018 και κάλεσαν, μεταξύ άλλων, τόσον τους εναγομένους αρ.1 καθ΄ων η αίτηση, ως πρωτοφειλέτες, όσον και τους εναγομένους αρ.3 και 5 - καθ΄ων η αίτηση, ως εγγυητές, να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα, τα οποία ανέρχονται στο ποσόν των €424.690, 52, επιπλέον τόκους (τεκμήρια 25, 29, 31). Στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης για σκοπούς διευθέτησης της επίδικης διαφοράς, οι εναγόμενοι αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση, παρεδέχθηκαν την επίδικη οφειλή και υπέβαλαν, στις 23.02.2016, γραπτή πρόταση (τεκμήριο 33). Οι αιτητές επανήλθαν με λεπτομερή πρόταση, την οποίαν οι εναγόμενοι αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση απεδέχθηκαν (τεκμήρια 34 και 35). Η αποδεχθείσα πρόταση των αιτητών περιελάμβανε, ως όρους, μεταξύ άλλων, την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης στο πλαίσιο της καθώς και την καταβολή μηνιαίων δόσεων ύψους €10.
- Ενώ οι προαναφερθείσες μηνιαίες δόσεις κατεβάλλοντο κανονικά, οι καθ΄ων η αίτηση αρνήθηκαν την εναντίον τους έκδοση δικαστικής απόφασης, ισχυριζόμενοι πως ο επίδικος λογαριασμός επαρουσίαζε αυθαίρετες χρεώσεις, ζήτησαν δε να επιθεωρήσουν αναδομημένους λογαριασμούς (τεκμήριο 35). Οι αιτητές απέρριψαν αυτές τις θέσεις και αυτό το αίτημα (τεκμήριο 36). Μετά από αυτά, οι καθ΄ων η αίτηση τερμάτισαν την καταβολή των μηνιαίων δόσεων και στις 05.09.2017 υπέβαλαν νέα πρόταση διευθέτησης της διαφοράς (τεκμήριο 37). Με επιστολή τους ημερ. 06.09.2017 οι αιτητές απέρριψαν τη πρόταση αυτή (τεκμήριο 38). Περαιτέρω, ο μάρτυς των αιτητών αναφέρει και τα εξής: «...............................
- Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων, η Ενάγουσα έχοντας υπόψη της το ύψος της απαίτησης αλλά και το γεγονός ότι η απαίτηση για την συγκεκριμένη διευκόλυνση δεν εξασφαλίζεται με οποιαδήποτε εμπράγματη εξασφάλιση παρά μόνο με προσωπικές εγγυήσεις και θέλοντας να διασφαλίσει ότι θα καταφέρει να εκτελέσει την απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ της, προέβηκε σε έρευνες στο Κτηματολόγιο Κύπρου για όλους τους Εναγόμενους οι οποίες κατέδειξαν ότι τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και οι Εναγόμενοι 3 και 5 είναι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας η οποία είναι ελεύθερη εμπραγμάτων βαρών, η οποία δύναται να εκποιηθεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας όταν και εφόσον εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. ......
- Ως εκ των αποτελεσμάτων των ερευνών της, η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της όπως προχωρήσουν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης για παγοποίηση και δέσμευση των ακινήτων που αναφέρονται σε αυτήν τόσο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής όσο και στα πλαίσια των αγωγών 2917/16 και 2943/16 οι οποίες έχουν κινηθεί εναντίον της μητρικής εταιρείας του Ομίλου, Agromarkets Ltd και της Agromarkets (Larnaca) Ltd αλλά και των εγγυητών τους και με την οποία αξιώνονται ποσά πέραν του €1.000.000... ..............................
- Με δεδομένη την πλήρη έλλειψη εμπράγματων εξασφαλίσεων για το οφειλόμενο χρέος, το ύψος αυτού σε συνδυασμό πάντοτε με την απαίτηση της Ενάγουσας αλλά και το γεγονός ότι τα ακίνητα των οποίων επιδιώκεται η δέσμευση είναι ελεύθερα παντός εμπράγματου βάρους ή απαγόρευσης, και άρα είναι πολύ εύκολο να αποξενωθούν, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει μεγάλος, ορατός και υπαρκτός κίνδυνος η απαίτησις της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη και η Ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και ζημιά.
- Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι είναι γεγονός ότι η συνολική αξία των ακίνητων μερικά εκ των οποίων αποτελούν μερίδιο του όλου ακινήτου, που επιδιώκεται να παγοποιηθούν υπερβαίνει το ύψος της απαίτησης όμως ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί και δεν πρέπει να λειτουργήσει εναντίον της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αφού αφενός μεν το ουσιώδες κριτήριο είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων στην ικανοποίηση της Ενάγουσας, το οποίο ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι πληρείται αφού και με δεδομένο το ότι τα ακίνητα είναι ελεύθερα παντός εμπράγματου βάρους είναι πολύ εύκολο για τους Εναγόμενους να τα αποξενώσουν και διαθέσουν για να εμποδίσουν την Ενάγουσα να εκτελέσει την απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της.
- Περαιτέρω, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι ενόψει της ασταθούς κατάστασης που επικρατεί στην αγορά ακινήτων το τελευταίο διάστημα στην Κύπρο, οι αναφερόμενες αξίες που αναφέρονται στην έρευνα του Κτηματολογίου, είναι ενδεικτικές και μόνο και ευπειθώς αναφέρω ότι στην περίπτωση αναγκαστικής πώλησης των εν λόγω ακινήτων, η τελική τιμή δυνατόν να είναι πολύ χαμηλότερη με αποτέλεσμα η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων να καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική.
- Εν πάση περιπτώσει, ειλικρινά πιστεύω και έχω τύχει νομικής συμβουλής ότι το Σεβαστό Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας εάν και εφόσον το θεωρήσει ορθό και δίκαιο είναι σε θέση και έχει την εξουσία να δεσμεύσει και να διατάξει την μη αποξένωση αν όχι όλων τότε συγκεκριμένου αριθμού ακινήτων ούτως ώστε να αποφύγει να δεσμεύσει ακίνητα πέραν αυτών η αξία των οποίων όταν δεσμευθούν θα απομακρύνει τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης.
- Σημειώνω και τονίζω ότι όπως δείχνουν οι αποτυχημένες προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της απαίτησης, οι οποίες απέτυχαν εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων, οι συνεχείς υπαναχωρήσεις τους από τα συμφωνηθέντα, το συνολικό οφειλόμενο ποσό προς την Ενάγουσα (περιλαμβανομένης και της απαίτησης στις αγωγές 2917/16 και 2943/16) αλλά και του γεγονότος ότι όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις που δόθηκαν προς τον Όμιλο είναι ουσιαστικές ανεξασφάλιστες αφού δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε εμπράγματες εξασφαλίσεις παρά μόνο προσωπικές και εταιρικές εγγυήσεις υπάρχει σοβαρό και ορατό ενδεχόμενο οι Εναγόμενοι να μην καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι των χρεών τους και ταυτόχρονα να αποξενώσουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία με αποτέλεσμα ενόψει και της μη ύπαρξης εμπράγματων εξασφαλίσεων να υπάρχει ορατός κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους. ...........................» Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, η οποία κατεχωρίστηκε στις 08.02.2018 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Το παρόν δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την αίτηση αφού η συνολική αξία των επίδικων ακινήτων υπερβαίνει τις €500.000.
(2)Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Δεν πληρούνται οι νομοθετημένες και νομολογημένες προϋποθέσεις έκδοσης του επιδιωκόμενου διατάγματος. Ιδίως, δεν κατεδείχθηκε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και ούτε κατεδείχθηκε δυσχέρεια ή αδυναμία απονομής της δικαιοσύνης εάν επιτύχει η αγωγή. Περαιτέρω, δεν κατεδείχθηκε πως η αρχή της επιείκειας καθώς και το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλουν την έκδοση του επιδιωκόμενου διατάγματος.
(3)Οι αιτητές απέκρυψαν γεγονότα και δεν προσήλθαν, ενώπιον του Δικαστηρίου, με καθαρά χέρια.
(4)Η έκδοση του επιδιωκόμενου διατάγματος δεν είναι δίκαιη ούτε ευχερής. Θα δώσει δε αθέμιτο πλεονέκτημα στους αιτητές.
(5)Η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και εκδικητική.
(6)Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης.
(7)Η αίτηση είναι δικονομικώς εσφαλμένη.
(8)Η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Γεωργίου, διευθυντή των εναγομένων αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση και εναγομένου αρ.6, ημερ. 07.02.
- Πρόκειται, ομοίως, για ένορκη δήλωση εκτενή, στην οποίαν επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Τα όσα ο μάρτυς των καθ΄ων η αίτηση δηλώνει συνοψίζονται ως εξής: Ο XXXXX Άδωνη «δεν αποδεικνύει ότι είναι αρμόδιος .να ορκίζεται ...για την αίτηση» (δείτε στην παρα.2 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Γεωργίου ημερ. 07.02.2018). Περαιτέρω, ο μάρτυς των αιτητών ψεύδεται όταν αναφέρεται στις σχέσεις των εναγομένων αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση και του Ομίλου. Οι εναγόμενοι αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση δεν είναι μέλος του Ομίλου. Είναι μόνον μέτοχοι και εγγυητές αυτού. Οι εναγόμενοι αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση δραστηριοποιούνται ανεξαρτήτως του Ομίλου, όπως ανεξάρτητοι είναι οι αξιωματούχοι και ανεξάρτητη είναι η δομή τους. Εν πάση περιπτώσει, οι καθ΄ων η αίτηση ήσαν και εξακολουθούν να είναι αξιόχρεοι, οι δε αιτητές είναι πλήρως εξασφαλισμένοι με τις προσωπικές εγγυήσεις των εναγομένων αρ.2 έως και
- «...το γεγονός ότι υπάρχουν προσωπικές εγγυήσεις από 5 φυσικά πρόσωπα, που είναι αξιόχρεοι, αυτό αποτελεί επαρκή εξασφάλιση των εναγόντων. Επίσης, η εναγόμενη αρ.1 είναι φερέγγυα και σε θέση να εκτελέσει την όποια απόφαση τυχόν εκδοθεί εναντίον της. Το γεγονός ότι υπάρχει ελεύθερη ακίνητη περιουσία στο όνομα της, δεν σημαίνει ότι οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να ζητούν την δέσμευση της και ούτε νομιμοποιούνται να ζητούν κάτι τέτοιο...» (δείτε στην παρα.10 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Γεωργίου ημερ. 07.02.2018). «..οι ενάγοντες δεν είναι ανεξασφάλιστοι αφού υπάρχουν εγγυήσεις από 5 φυσικά πρόσωπα που είναι όλοι αξιόχρεοι και έχουν την οικονομική δυνατότητα να καλύψουν τις υποχρεώσεις της εναγομένης αρ.
- Περαιτέρω, η εναγόμενη αρ.1 έχει τους πόρους και την δυνατότητα να συμμορφωθεί με την όποια απόφαση του Δικαστηρίου δυνατόν εκδοθεί εναντίον της ..» (δείτε την παρα. 27 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Γεωργίου ημερ. 07.02.2018). Οι αιτητές δεν έχουν καλό λόγο να επιδιώκουν τώρα την επίτευξη εμπράγματων εξασφαλίσεων, οι οποίες, θα είναι υπέρμετρα επαχθείς για τους εναγομένους αρ.3 και 5 - καθ΄ων η αίτηση εφ΄όσον, με τον τρόπο αυτό, θα δεσμευθεί το σύνολο της περιουσίας τους. Οι όροι των συμφωνιών πίστωσης και εγγύησης ήσαν διατυπωμένοι εκ των προτέρων, σε έγγραφα τα οποία ετοίμασαν οι αιτητές. Εν πάση περιπτώσει, η επίδικη πίστωση παρεσχέθηκε υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι ίδιοι οι αιτητές έθεσαν. Εάν, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης, οι αιτητές έθεταν ως όρους τις υπερεξασφαλίσεις που τώρα επιδιώκουν και/ή την εγγραφή υποθηκών επί των ακινήτων των εναγομένων αρ.3 και 5 - καθ΄ων η αίτηση, αυτοί δεν θα συναινούσαν. Το παρουσιαζόμενο, από τους αιτητές, ως χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού είναι υπερβολικό και προέκυψε μετά από αυθαίρετες, παράνομες και μονομερείς χρεώσεις. Οι καθ΄ων η αίτηση ανέθεσαν τον έλεγχο του λογαριασμού σε ειδικό αναλυτή ο οποίος κατέληξε πως το ορθό χρεωστικό υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο. Οι εναγόμενοι αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση δηλώνουν έτοιμοι και ικανοί να καταβάλουν αμέσως το ορθό χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Είναι προφανές πως οι αιτητές επιδιώκουν τον εξαναγκασμό των καθ΄ων η αίτηση να δεχθούν να καταβάλουν το παρουσιαζόμενο, από τους ιδίους, ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι αρ.1-καθ΄ων η αίτηση δηλώνουν, και πάντοτε εδήλωναν, έτοιμοι να συζητήσουν με τους αιτητές και να διευθετήσουν τις διαφορές τους, όμως, επί τη βάσει των συμφωνηθέντων. Όπως καταγράφεται στους ελεγμένους λογαριασμούς τους για τα έτη 2015 και 2016, οι εναγόμενοι αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση επαρουσίασαν μεγάλη κερδοφορία της τάξης των €1.600.000 και €1.000.000, αντιστοίχως (τεκμήρια 14). Οι εναγόμενοι αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση συνεστήθηκαν το έτος 1977 και αποτελούν και θα παραμείνουν μία οντότητα καλά εδραιωμένη στον επαγγελματικό τους τομέα. Οι παρουσιαζόμενες, από τους αιτητές, ως οι αξίες των επίδικων ακινήτων, των οποίων επιδιώκεται η δέσμευση, προέρχονται από τις εκτιμήσεις των κυβερνητικών κτηματολογικών γραφείων και είναι κατά πολύ χαμηλότερες των πραγματικών. Εφ΄όσον οι αιτητές δεν παρουσίασαν εκτιμήσεις για τις πραγματικές αξίες των επίδικων ακινήτων, το επιδιωκόμενο διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί. Οι καθ΄ων η αίτηση ουδεμία πρόθεση αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας τους έχουν. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, ενώ οι αιτητές επληροφόρησαν τους καθ΄ων η αίτηση για την πρόθεσή τους να τερματίσουν τη συμφωνία πίστωσης και να κλείσουν τον επίδικο λογαριασμό ήδη από τις 25.11.2014 (τεκμήριο 5), οι ίδιοι σε καμία προσπάθεια αποξένωσης ή διάθεσης της επίδικης ακίνητης περιουσίας τους προέβηκαν. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε επί τη βάσει των ισχυρισμών περί τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις του XXXXX Άδωνη και του XXXXX Γεωργίου. Δεν υπήρξε αίτημα για υποβολή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και ούτε υπήρξε αίτημα για την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίσθηκαν σε αγορεύσεις. Μελετήθηκαν τα επίδικα ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Το Δικαστήριο ελέγχει κατά προτεραιότητα, και, μάλιστα, αυτεπαγγέλτως ζητήματα τα οποία άπτονται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί ορισμένης υπόθεσης. Ο έλεγχος αυτός αφορά τόσον στην καθ΄ύλην όσον και την κατά τόπον αρμοδιότητα οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Ο έλεγχος αυτός δύναται να γίνει καθ΄οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας εκδίκασης της υπόθεσης (Παπακόκκινου v. Landbroke Group P.l.c. κ.α.
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 838, 844)). «Το κατά πόσον οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τη δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη πληρούνται παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης» (Mαύρου v. Στυλιανού κ.α. 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1743), 1748). Οι αιτήσεις για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, ως η υπό συζήτησιν, ανήκουν στην κατηγορία των «ενδιάμεσων» και όχι των αυτοτελών αιτήσεων. Και αυτό γιατί το συνεπακόλουθο διάταγμα που θα εκδοθεί δεν θα διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής. Κατά συνέπειαν, όσον αφορά στο ζήτημα της καθ΄ύλην δικαιοδοσίας, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 22
(4)(β) του Ν.14/1960 (Κιταλίδης v. Τράπεζα Κύπρου κ.α.
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ., 1759, 1762-4, Γρηγορίου (Αρ.2)
(2002)1 (Γ), 1821, 1825-6 και Ιωακείμ κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (Αρ.1) 2003 1 (Α) 198, 203-4). Έτσι, παρά το γεγονός πως η συνολική αξία των ακινήτων, των οποίων επιδιώκεται η δέσμευση, παρουσιάζεται να υπερβαίνει τις €500.000, το παρόν Δικαστήριο είναι καθ΄ ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την αίτηση. Κατ΄ακολουθίαν ο προκριματικής φύσης λόγος ένστασης περί αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου απορρίπτεται.
(2)Η αίτηση καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, μεταξύ άλλων το άρθρο 32 του Ν.14/1960 καθώς και τα άρθρα 4,5 και 9 του Κεφ.6. Συμμορφώνεται δε με τις σχετικές διαδικαστικές πρόνοιες και, ιδίως, με τα όσα η Δ.48 ορίζει. Συνεπώς, ο προκριματικής φύσης λόγος ένστασης περί δικονομικού σφάλαμτος της αίτησης απορρίπτεται. Περαιτέρω, απορρίπτονται και οι μομφές περί καταχρηστικής, κακόπιστης και εκδικητικής συμπεριφοράς των αιτητών. Εξετάστηκαν τα όσα καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση καθώς και το περιεχόμενο του φακέλου της διαδικασίας και δεν εντοπίζονται στοιχεία καταχρηστικής, κακόπιστης ή εκδικητικής συμπεριφοράς εκ μέρους των αιτητών. Δεν εντοπίζονται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά η οποία να τείνει στην αθέμιτη εξασφάλιση χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος των αιτητών και εις βάρος των καθ΄ων η αίτηση. Ούτε εντοπίζονται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει κακοπιστία ή τάση εκδίκησης εκ μέρους τους. Η επιλογή των αιτητών να επιδιώξουν, στο συγκεκριμένο χρόνο, την έκδοση του συγκεκριμένου παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν συνιστά αφ΄εαυτής μεμπτή συμπεριφορά. Ο κάθε διάδικος είναι ελεύθερος να κινήσει οιανδήποτε νόμιμη διαδικασία προς το σκοπό προστασίας των δικαιωμάτων του. Η εκάστοτε επιλογή του άπτεται των εσωτερικών ελατηρίων του και αυτά τα ελατήρια εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση Μερκής v. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(B) AAΔ.788, 792 και την απόφαση Πετράκη v. Κίμωνος
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1311, 1317). Δεδομένων των πιο πάνω θα ακολουθήσει η εξέταση της αίτησης επί της ουσίας:
(3)Η εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο ασκεί αστική δικαιοδοσία, να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα, συμπεριλαμβανομένων των διαταγμάτων με τα οποία να διατηρούνται περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου για να μπορέσει ο ενάγων να προχωρήσει με την εκτέλεση σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του, διέπεται από το άρθρο 32 του Ν.14/1960, η εμβέλεια του οποίου είναι πολύ ευρεία. Το Δικαστήριο έχει τέτοια εξουσία σε κάθε περίπτωση στην οποίαν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και πρόσφορο (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Kατ΄αρχήν, τα παρεμπίπτοντα διατάγματα αποσκοπούν στη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) έως και την αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής. Τα παρεμπίπτοντα διατάγματά μπορεί να είναι απαγορευτικά (prohibitory or negative injunctions), όταν απαγορεύουν σε κάποιον διάδικο να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες, ή προστακτικά (mandatory injunctions), όταν προστάζουν κάποιο διάδικο να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες. «Το Άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 (Βλ. Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Βλ. και Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Hadiikvriakos Co. Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689 και (Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799, 807). Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση και ικανοποιείται εφ' όσον, επί τη βάσει όσων καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις, αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. Μichalakis Avraamides & Co Limited
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1513, 1516-7 «..η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στην διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του ..». Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής και ικανοποιείται εφ' όσον συντρέχει κάτι περισσότερο από μίαν απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς, όμως, να απαιτείται απόδειξη τούτου επί τη βάσει της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities), βαθμός απόδειξης που απαιτείται για την απόδειξη της αγωγής. «...η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης» για την έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος (Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. Michalakis Avraamides & Co Limited (ανωτέρω), 1516). Η τρίτη προϋπόθεση αφορά στη δυσχέρεια ή την αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτή συντρέχει εφ' όσον, λαμβανομένης υπ' όψιν της μαρτυρίας στο σύνολό της, προκύπτει, πράγματι, βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί παρά μόνον εάν εκδοθεί το επιδιωκόμενο δεσμευτικό διάταγμα. Παράγοντες σχετικοί με το θέμα είναι και οι ακόλουθοι:
(1)Η φύση του περιουσιακού στοιχείου του οποίου επιδιώκεται η δέσμευση. Ο κίνδυνος εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού ή ενός κινητού αντικειμένου είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο διάθεσης ενός ακινήτου.
(2)Η υπηκοότητα, η οικονομική κατάσταση και η μόνιμη κατοικία του εναγομένου.
(3)Το προηγούμενο ή το υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του εναγομένου.
(4)Οιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση του εναγομένου για δοσοληψίες εν σχέσει με τα περιουσιακά του στοιχεία.
(5)Η συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της επίδικης αξίωσης [Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.ά.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ 1301]. Περαιτέρω, στις περιπτώσεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται μόνον κατ' εξαίρεσιν και με φειδώ [Marketrends (Capital Market) Ltd ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ 1759, Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ 1237, 1244, Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.ά. (ανωτέρω)]. Στην προκείμενη περίπτωση εφαρμοστέο είναι και το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφ' όσον με την αίτηση επιδιώκεται η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων εν σχέσει με ακίνητα. Όμως, οι ειδικές ρυθμίσεις, τις οποίες το άρθρο αυτό περιέχει, δεν επηρεάζουν καθ'οιονδήποτε τρόπο την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 32 του Ν.14/60, «το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων» και το οποίο «αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει, χωρίς οποιανδήποτε εξαίρεση» (Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α. (ανωτέρω), σελ. 402 και 403, δείτε και Doleqo Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1217, 1222). Η νομολογία ορίζει ότι ενδιάμεσο διάταγμα εν σχέσει με ακίνητο εκδίδεται μόνον εφ' όσον «φαίνεται στο Δικαστήριο ........... ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του». Δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας για την ύπαρξη, πράγματι, πρόθεσης του καθ' ου η αίτηση να αποξενώσει ή να επιβαρύνει την περιουσία του. «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία» (C.Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα Λεωνίκ Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 785, 789-90, δείτε και την Zεμεvίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1(A) Α.Α.Δ. 54). Με άλλα λόγια, εκείνο που διερευνάται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, 785). Βεβαίως, το πλαίσιο άσκησης της σχετικής διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δεν είναι οριοθετημένο κατά τρόπον αυστηρό. «Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί» [Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ 1237, 1244].
(4)Εν προκειμένω, το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, της ένορκης δήλωσης του XXXXX Άδωνη και των συνημμένων σε αυτήν, ως τεκμηρίων, εξ αντικειμένου κρινόμενο, παρουσιάζει, πράγματι, να συντρέχουν αφ΄ενός σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και αφ΄ετέρου ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όμως, δεν συντρέχει η τρίτη σωρευτική προϋπόθεση, αυτή του βάσιμου κινδύνου η απόφαση υπέρ των αιτητών να μην μπορεί να ικανοποιηθεί. Η μαρτυρία που παρουσιάσθηκε προς το σκοπό τεκμηρίωσης της προϋπόθεσης αυτής δεν ικανοποιεί. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του XXXXX Άδωνη, αφ' ενός είναι ελλειπτικοί και γενικόλογοι και αφ' ετέρου αμφισβητούνται ρητώς από τον μάρτυρα των καθ΄ων η αίτηση (δείτε, ιδίως, στις παρα. 2, 10 και 27 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Γεωργίου ημερ. 07.02.2018). Οι κρίσιμες παράγραφοι στην ένορκη δήλωση του μάρτυρος τους αιτητών εξαντλούνται σε γενικότητες, πιθανολογήσεις και υποκειμενικές εκτιμήσεις χωρίς να παραθέτουν ο,τιδήποτε το συγκεκριμένο. Τα όσα ο XXXXX Άδωνη αναφέρει, εν σχέσει με το ενδεχόμενο η τυχόν απόφαση υπέρ των αιτητών να μην μπορεί να ικανοποιηθεί, δεν ικανοποιούν την προϋπόθεση της «στέρεης μαρτυρίας» [δείτε την Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.ά (ανωτέρω), 1318]. Απουσιάζει συγκεκριμένη, επαρκής και θετική μαρτυρία για τις προσωπικές και άλλες συνθήκες των καθ΄ων η αίτηση, οι οποίες τους καθιστούν αφερέγγυους, και οι οποίες καταδεικνύουν «πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ (των αιτητών)» [Τσιολάκκη κ.α. v. Στυλιανίδη (ανωτέρω)]. Οι αδυναμίες της μαρτυρίας του Σάββα Άδωνη συνίστανται στα εξής: (α) Η παράλειψη του μάρτυρος να κατονομάσει την πηγή των όποιων πληροφοριών του συνιστά παραβίαση της Δ.39. H Διαταγή αυτή επιτρέπει μεν σε ενδιάμεσες αιτήσεις, ως η προκειμένη, την παρουσίαση μαρτυρίας η οποία προκύπτει από πληροφόρηση και όχι κατ΄ανάγκην από ιδίαν γνώσιν, επιβάλλει, όμως, την αποκάλυψη των πηγών της πληροφόρησης. Τότε μόνον οι αναφορές του πληροφορηθέντος είναι αποδεκτές ως μαρτυρία και τότε μόνον δύνανται να ληφθούν υπ΄όψιν. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αναφορές αυτές πρέπει να αγνοηθούν (Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, 605). (β) Εφ΄όσον ο μάρτυς των ενισταμένων καθ΄ων η αίτηση αμφισβητεί ρητώς την αρμοδιότητα του XXXXX Άδωνη να ορκισθεί θετικά για τα κρίσιμα γεγονότα και εφ΄όσον αυτός δίδει μία αντίθετη εκδοχή, μεταξύ άλλων, και για το κρίσιμο γεγονός της φερεγγυότητας των καθ΄ων η αίτηση, οι αιτητές φέρουν το βάρος να συγκεκριμενοποιήσουν και να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για τα γεγονότα που οδήγησαν στο να καταχωριστεί η αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των γεγονότων που σχετίζονται με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Οι αιτητές μπορούσαν να αποδείξουν τα αμφισβητούμενα αυτά γεγονότα είτε με την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είτε με την αντεξέταση τους ενόρκως δηλούντος XXXXX Γεωργίου. Νομολογήθηκαν σχετικώς τα εξής: «σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται, ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του..... Ο Αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση» (lacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1377, 1380, δείτε και την Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, 1863). Όμως, οι αιτητές παρέλειψαν να προβούν σε οποιαδήποτε προσπάθεια απόσεισης του βάρους απόδειξης που τους βαραίνει. Κατά την ακρόαση της αίτησης, η πλευρά τους περιορίσθηκε σε αγόρευση. Συναφώς σημειώνεται πως η ανάγκη αυστηρής εξέτασης της συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/1960 επιβάλλεται από το γεγονός πως η εξουσία έκδοσης ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, ως το επιδιωκόμενο, είναι μεγάλης αξίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δικαστικών αποφάσεων. Η εξουσία αυτή δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Και δεν πρέπει να προσφέρεται στον ενάγοντα ως μέσον εξασφάλισης προτεραιότητας ή ως μέσον πίεσης του εναγομένου να συμβιβασθεί [δείτε την Z Ltd v. A - Z
(1982)Q. B, 558 και David Bean Q. C, Injunctions, eighth edition, Thomson, Sweet and Maxwell, 2004, p.108-9]. Η επιτυχία του συγκεκριμένου λόγου ένστασης οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη. Παρέλκει η συζήτηση των υπόλοιπων ζητημάτων που εγείρονται δια της ένστασης. Η αίτηση ημερ. 25.09.2017 απορρίπτεται. Τα έξοδά της αίτησης ημερ. 25.09.2017, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ. 1,3 και 5- καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων-αιτητών. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)........................................................ Α. Κ. Λυκούργου, A.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο