← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 475/15, 31/5/2018

ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 475/15, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A354 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 475/15 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ενάγοντος και COMMERCIAL GENERAL INSURANCE LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 2.3.17 για Προδικαστική Εκδίκαση Νομικού Σημείου Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Δ. Κούτρας για Δημήτρης Κούτρας & Σία Για Καθ΄ ου: κα Μ. Κλεάνθους για Ανδρέα Κλεάνθους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση τους οι Εναγόμενοι-Αιτητές ζήτησαν όπως η προδικαστική ένσταση-νομικό σημείο το οποίο ήγειραν στην §1 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους προδικαστεί βάσει της Δ.27 κ.1, 2. Στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του ο Διευθυντής του Τμήματος Απαιτήσεων των Αιτητών κ. XXXXX Αχιλλέως είχε προβάλει στις §4 και 5 τα εξής: «4. Ως έχω διαπιστώσει, δεν εδόθη υπό του δικηγόρου του ενάγοντα εντός της υπό του Νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας των 14 ημερών από την έναρξη της διαδικασίας, η γραπτή ειδοποίηση προς την ασφαλιστική δυνάμη (sic) των προνοιών του Νόμου 96

(1)2000, αρ.15 ως έχει τροποποιηθεί από το αρ.10
(2)(α) του Κεφ.
  1. Επιβεβαίωση των ισχυρισμών μου διαπιστώνεται στην απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του ενάγοντα, παράγραφος 1 όπου: α) Ο ενάγων παραδέχεται ότι η ειδοποίηση δεν εδόθη επειδή η εναγομένη παραδέχθηκε πλήρη ευθύνη για το ατύχημα. β) Η προβλεπόμενη ειδοποίηση του αρ.10
(2)(α) του Κεφ.333 ως έχει τροποποιηθεί δια του αρ.15 του Νόμου αποτελεί αναγκαίο προηγούμενο όρο (condition precedent) τέτοιας οιωνεί (sic) ex contract (sic) ενοχής». Προδικαστική Ένσταση Στην §1 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι αναφέρουν τα εξής: «1. Η εναγόμενη Ασφαλιστική εταιρεία εγείρει προδικαστική ένσταση, και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή δεν δύναται να προχωρήσει ως έχει, και είναι άνευ εννόμου αποτελέσματος όσον και οιαδήποτε Δικαστική απόφαση εναντίον της, καθότι δεν ετηρήθησαν υπό τον ενάγοντα οι προβλεπόμενες υπό του Νόμου προϋποθέσεις δια καταβολή αποζημίωσης από ασφαλιστή σε ενάγοντα ο οποίος ισχυρίζεται ότι τραυματίσθηκε σε τροχαίο ατύχημα ήτοι: α. Δεν εδόθη υπό τον ενάγοντα πριν ή εντός 14 ημερών από την έναρξη της διαδικασίας καταχώρησης της παρούσας αγωγής η προβλεπόμενη γραπτής ειδοποίησης δυνάμει των προνοιών του Νόμου προς τον ασφαλιστή υπό του άνω ενάγοντος ως ρητά προβλέπεται εις τον Νόμο. β. Η προβλεπόμενη προθεσμία των 14 ημερών της γραπτής γνωστοποίησης είναι δικαιοδοτικής φύσεως με συνέπεια να αποστερείται ο ενάγων από του να διεκδικήσει να πληρωθεί από τον ασφαλιστή δυνάμει του Νόμου». Ένσταση Με την ένσταση του ο Ενάγων προέβαλε επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι καθιερωμένες προϋποθέσεις για τέτοια εκδίκαση. Στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του αναφέρθηκε σε αλληλογραφία που είχε ο δικηγόρος του με την Εναγόμενη, τόσο πριν όσο και μετά την αγωγή, σε ιατρικές εξετάσεις στις οποίες προέβη καθ΄ υπόδειξιν των Αιτητών, σε διαπραγματεύσεις που έγιναν και στην ανάληψη ευθύνης για αποζημίωση εκ μέρους των Αιτητών. Παρά το ότι αρχικώς ο Ενάγων είχε καταχωρίσει ένσταση στην προδικαστική εκδίκαση, εντούτοις κατά την ακρόαση της αίτησης, μέσω της συνηγόρου του, συμφώνησε όπως προδικαστεί το εγειρόμενο σημείο οπότε οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις, αφού προηγουμένως συμφώνησαν το υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου θα αποφασίζετο. Συγκεκριμένα στην αγόρευση του ο κ. Κούτρας εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας προέβαλε πως «δεν επεδόθη εντός της υπό του Νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας των 14 ημερών από την έναρξη της διαδικασίας η γραπτή ειδοποίηση η οποία προβλέπεται από τον Νόμο 2000 (96/1)/2000) αρ. 15». Η κα Κλεάνθους, εκ μέρους του Ενάγοντος δέχθηκε τότε ότι «όντως ισχύει ότι δεν δόθηκε η σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 15 του σχετικού Νόμου, όπως έχει αναφέρει ο κ. Κούτρας». Τα πιο πάνω συνιστούν και το υπόβαθρο πραγματικών και παραδεκτών γεγονότων επί του οποίου οι δύο πλευρές συμφώνησαν και το Δικαστήριο ενέκρινε την προδικαστική εκδίκαση. Νομική Πτυχή Εισερχόμενος στη νομική πτυχή του θέματος, παρέλκει κατ΄ αρχάς να αναφερθεί ότι η όποια αναφορά σε άρθρα του παλαιού Κεφ. 333 στην ένορκη δήλωση των Αιτητών είναι εσφαλμένη δεδομένου ότι ο εν λόγω Νόμος έχει καταργηθεί από τον μεταγενέστερο Ν.96
(1)/00. Το σφάλμα όμως δεν επηρεάζει την προώθηση του θέματος δεδομένου ότι στην ίδια την αίτηση αναφέρεται ο ορθός (ισχύων) Νόμος, ενώ στο δικόγραφο δεν γίνεται παραπομπή σε καταργηθείσα διάταξη. Σύμφωνα με το άρθρο 15
(1)(α) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Ν.96
(1)/2000, το οποίο (άρθρο) φέρει τον τίτλο «Προϋποθέσεις για καταβολή αποζημίωσης»: «15.-
(1)Κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14- (α) Σχετικά με οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, εκτός εάν πριν ή εντός δεκατεσσάρων ημερών από την έναρξη της διαδικασίας στην οποία εκδόθηκε τέτοια απόφαση, ο ασφαλιστής ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας». Παρόμοια προϋπόθεση τίθετο και από το άρθρο 10
(2)(α) του προϊσχύσαντος περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση υπέρ Τρίτου) Νόμου, Κεφ. 333, το οποίο ήταν αντιγραφή του προϊσχύσαντος στην Αγγλία άρθρου 10
(2)(α) του Road Traffic Act, 1934, ο οποίος επίσης αντικαταστάθηκε και σήμερα η ίδια πρόνοια περιλαμβάνεται στον Road Traffic Act 1988 και συγκεκριμένα στο άρθρο 152
(1)(α) υπό τον τίτλο "Exceptions to section 151". Να σημειωθεί πως το άρθρο 151 υπό τον τίτλο Duty of insurers . to satisfy judgments . περιέχει πρόνοιες παρόμοιες με το ημεδαπό άρθρο 14 του Ν.96
(1)/00 υπό τον τίτλο «Υποχρέωση ασφαλιστών να ικανοποιούν αποφάσεις Δικαστηρίων/Εξαιρούμενη ευθύνη». Σημειώνεται βέβαια και μια σημαντική διαφοροποίηση στο άρθρο 15
(1)(α) και συγκεκριμένα το ότι πλέον απαιτείται όπως ο ασφαλιστής ειδοποιηθεί «γραπτώς» σε αντίθεση με την παλαιότερη πρόνοια, καθώς και τα ισχύοντα σήμερα στην Αγγλία. Έχει αναγνωριστεί στην υπόθεση Wylie v. Wake
(2000)EWCA Civ 349 πως το σχετικό άρθρο σχετικά με την «ειδοποίηση» προς τον ασφαλιστή για την έγερση διαδικασιών δεν συνιστά υπεράσπιση αλλά αναγκαία προϋπόθεση ή αναγκαίο όρο (condition precedent) ούτως ώστε να καταστεί ο ασφαλιστής υπόχρεος προς πληρωμή. Όπως αναφέρθηκε συγκεκριμένα (§34): ". but section 152
(1)(a) is not a statutory defence, it is a condition precedent to liability". Και πιο κάτω (§38): ". we are considering not a statutory time limit, but a state of affairs which by statute had to exist before the relevant insurers became liable to pay". Περί της αναγκαιότητας δικογράφησης καθώς και του τρόπου δικογράφησης της συνδρομής ή όχι κάποιου «αναγκαίου όρου» προνοεί η Δ.19.12 ενώ ως προς την έννοια ενός τέτοιου όρου αναφέρονται στο Annual Practice 1958 τα εξής (σελ. 465): "Condition Precedent.-Cases constantly occur in which, although everything has happened which would at common law prima facie entitle a man to a certain sum of money, or vest in him a certain right of action, there is yet something more which must be done, or something more which must happen, in the particular case, before he is entitled to sue, either by reason of the provisions of some statute, or because the parties have expressly so agreed; this something more is called a condition precedent. It is not of the essence of such a cause of action, but it has been made essential. It is an additional formality superimposed on the common law". Στην ίδια υπόθεση Wylie v. Wake (ανωτέρω), οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από προηγηθείσες αποφάσεις σχετικά με τα απαιτούμενα στοιχεία για την ειδοποίηση, συνοψίστηκαν ως εξής (§29): "29. Pausing there, it seems to me that certain conclusions can be drawn from the authorities.
(1)To show that the insured had notice of the bringing of the proceedings there must be more than evidence of a casual comment to someone who at times acted as an agent for the insurers (see Herbert v RPA Company).
(2)Any notification relied upon must not be subject to a condition which may or may not be fulfilled (see Weldrick and Harrington) but if the only condition is one which requires action from the recipients which they choose not to take then by making that choice they render the notice unconditional and thus effective (see Ceylon Motor Insurance Association Ltd).
(3)The notice can be oral, and it need not even emanate from the claimant (see Harrington and Desouza). It can be given before proceedings have commenced, and it need not be specific as to the nature of the proceedings, (Desouza) or the court (see Ceylon and Harrington).
(4)Whether in any given case it is shown that the insurer had notice of the bringing of the proceedings (as opposed to the making of a claim) is a matter of fact and degree (Desouza).
(5)The essential purpose of the requirement of notice is to ensure that the insurer is not suddenly faced with a judgment which he has to satisfy without having any opportunity to take part in the proceedings in which that judgement was obtained (Desouza)". (βλ. και Nawaz v. Crowe Insurance Group
(2003)EWCA Civ 316). Έχει ήδη διευκρινιστεί πιο πάνω πως το ημεδαπό άρθρο 15
(1)(α) του Ν.96
(1)/00 απαιτεί όπως ο ασφαλιστής ειδοποιηθεί «γραπτώς» σε αντίθεση με την αντίστοιχη πρόνοια του Αγγλικού Νόμου η οποία δεν προσδιορίζει τον τύπο και ως εκ τούτου έχει ερμηνευθεί ότι η ειδοποίηση δύναται να είναι και προφορική (Desouza v. Waterlow
(1999)R.T.R. 71). Αναμφίβολα όμως η σχετική Αγγλική νομολογία παρέχει κάποια καθοδήγηση ως προς το περιεχόμενο μιας ικανοποιητικής ειδοποίησης και κυρίως ως προς τις συνέπειες της απουσίας της, οι οποίες φαίνεται όντως να είναι δραστικές και ανυπέρβλητες. Στη Herbert v. Railway Passengers Assurance Company
(1938)1 All E.R. 650, η οποία αφορούσε αγωγή εναντίον ασφαλιστή για να ικανοποιήσει προηγηθείσα απόφαση την οποία εξασφάλισε ο ζημιωθείς εναντίον του ασφαλισμένου, η ειδοποίηση είχε δοθεί προφορικά σε αντιπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας κατά τη διάρκεια μιας προφορικής τυχαίας συνομιλίας, οπότε κρίθηκε πως δεν συνιστούσε ικανοποιητική ειδοποίηση. Στην Cross v. British Oak Insurance Co. Ltd
(1938)1 All E.R. 383 ένας από τους τραυματισθέντες εμπλεκόμενους είχε προστεθεί ως τριτοδιάδικος, οπότε προέβαλε ανταπαίτηση εναντίον του εναγομένου στην οποία εξασφάλισε απόφαση για σωματικές βλάβες και στη βάση αυτής της απόφασης απαίτησε πληρωμή από την ασφαλιστική εταιρεία. Κρίθηκε όμως πως αυτή δεν ήταν υπόχρεη να πληρώσει επειδή παρότι είχε λάβει ειδοποίηση για την άδεια έκδοσης ειδοποίησης τριτοδιαδίκου εντούτοις ο ίδιος ο τριτοδιάδικος δεν είχε δώσει προς την ασφαλιστική εταιρεία την απαραίτητη ειδοποίηση για τη δική του ανταπαίτηση. Οι δύο πιο πάνω αποφάσεις αναφέρθηκαν στην πρωτόδικη απόφαση του Πλήρους Ε.Δ. Πάφου Kokkinou v. General Accident Fire & Life Assurance Corporation Ltd
(1972)1 J.S.C. 444, στη βάση των οποίων απερρίφθη η αγωγή επιβάτιδος λεωφορείου ενόψει του ότι δεν είχε αποδειχθεί με μαρτυρία ότι είχε δοθεί στον ασφαλιστή η απαραίτητη ειδοποίηση (statutory notice) του ισχύοντος τότε Κεφ. 333. Είχε υιοθετηθεί από την υπόθεση Herbert (ανωτέρω) το εξής: ". where an act of Parliament stipulates that recovery shall not take place except in certain events those events must take place before the plaintiff can recover". Στη Harrington v. Pinkey
(1989)2 Lloyd's Rep. 310,
(1989)R.T.R. 345 το περιεχόμενο επιστολής την οποίαν απέστειλαν οι δικηγόροι του ενάγοντος (έξι μήνες πριν την αγωγή) κρίθηκε πως δεν συνιστούσε την αναγκαία ειδοποίηση ("as being notice that the plaintiff's solicitors would advice their clients to institute proceedings against the insured, not that the proceedings were to be instituted"), οπότε ακυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση εναντίον των ασφαλιστών. Κατ΄ αναλογίαν των όσων εξηγούνται και στις πιο πάνω αποφάσεις, με τον Ν.96
(1)/00 πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να καταστήσει υποχρεωτική την ασφάλιση έναντι τρίτου (με το άρθρο 4) για ευθύνη η οποία περιλαμβάνει την πρόκληση βλάβης σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία. Το άρθρο 14 θεσμοθετεί την υποχρέωση των ασφαλιστών να ικανοποιούν κάθε σχετική απόφαση δικαστηρίου είτε αυτή εξασφαλίζεται «. εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από ασφαλιστήριο» είτε και εναντίον «. άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο». Το προαναφερθέν άρθρο 15 προβλέπει κάποιες εξαιρέσεις από το καθήκον το οποίο επιβάλλεται από το άρθρο 14. Μια από αυτές είναι η περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλιστής δεν ειδοποιήθηκε γραπτώς για την έγερση της διαδικασίας στην οποίαν έχει εξασφαλιστεί η απόφαση είτε πριν είτε εντός 14 ημερών από την έναρξη της διαδικασίας οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 15
(1)(α) κανένα ποσό δεν πληρώνεται από ασφαλιστή στη βάση της υποχρέωσης του άρθρου 14. Όσον αφορά τον σκοπό του Νόμου, στην υπόθεση Desouza v. Waterlow (ανωτέρω) αναφέρεται: "The purpose of the provision is to avoid insurers being asked to satisfy a judgment against their insured in respect of a claim of which they knew nothing, obtained in proceedings of which they had no notice or warning". Στη δε μεταγενέστερη υπόθεση Nawaz v. Crowe Insurance Group (ανωτέρω) επεξηγείται περαιτέρω ότι: "The reason for the requirement of notice is obvious. The insurers need to know that proceedings are being commenced so that at the proper time they can have the opportunity, if so advised, to take an active part in those proceedings". Υπάρχει όμως ακόμα ένας λόγος για τον οποίο έχει σημασία η ενημέρωση του ασφαλιστή για την έγερση διαδικασίας. Αυτός έγκειται στο ότι σύμφωνα με το άρθρο 15
(2)του Ν.96
(1)/00 ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα με αγωγή του που αρχίζει πριν ή το αργότερο εντός τριών μηνών μετά την αγωγή του τρίτου (ο οποίος διεκδικεί απόφαση για αποζημίωση) να εξασφαλίσει Δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούται να ακυρώσει το ασφαλιστήριο για διάφορους λόγους (π.χ. μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος ή ψευδούς παράστασης κ.λ.π.). Η εξασφάλιση τέτοιας Δήλωσης από ασφαλιστή συνιστά επίσης μια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 15 η οποία τον απαλλάσσει από την υποχρέωση για πληρωμή της τυχόν καθορισθείσας αποζημίωσης («κανένα ποσό δεν θα είναι πληρωτέο .»). Αγορεύοντας η κα Κλεάνθους εκ μέρους του Ενάγοντος προέβαλε πως το άρθρο 15 αφορά τις αγωγές εναντίον ασφαλιζομένου προσώπου (και όχι του ασφαλιστή) και γι΄ αυτό απαιτείται η ειδοποίηση, ούτως ώστε να γνωρίζει ο ασφαλιστής γι΄ αυτή την εξέλιξη και να είναι σε θέση να λάβει τα μέτρα τα οποία επιθυμεί. Αυτό κατά τη γνώμη της δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που η ίδια η ασφαλιστική εταιρεία είναι εναγόμενη (όπως στην παρούσα αγωγή) αφού ο ασφαλιστής λαμβάνει γνώση με την επίδοση της αγωγής και συνεπώς κατά τη γνώμη της πληρούται η προϋπόθεση αυτή, χωρίς να απαιτείται επιπλέον γραπτή ειδοποίηση. Θα συμφωνήσω με την εισήγηση ότι τα άρθρα 14 και 15 του Ν.96
(1)/00 αφορούν κατ΄ αρχήν τις περιπτώσεις που εναγόμενος είναι ο ασφαλιζόμενος. Αυτό προκύπτει αναμφίβολα από τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία του άρθρου 14 ιδιαίτερα εν σχέσει με τις φράσεις: - στο 14
(1)(α): «. η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο αυτό» και - στο 14
(1)(β): «. η δικαστική απόφαση έχει εξασφαλισθεί εναντίον οποιουδήποτε προσώπου άλλου από αυτό που καλύπτεται από το ασφαλιστήριο». Η αλήθεια είναι όμως πως διέφυγε την προσοχή και των δύο συνηγόρων η ύπαρξη του άρθρου 16Α του Ν.96
(1)/00 δια του οποίου και θεσμοθετήθηκε το δικαίωμα του ζημιωθέντος για έγερση αγωγής απευθείας εναντίον του ασφαλιστή. Το εν λόγω άρθρο 16Α έχει ως εξής: «16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.
(3)Ο διορισμός αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεως δεν εμποδίζει τον ζημιωθέντα ή τον ασφαλιστή του, να στρέφονται απευθείας κατά του προσώπου που φέρει την ευθύνη για το ατύχημα ή του ασφαλιστή δυνάμει του εδαφίου
(1).
(4)Δικαστική απόφαση η οποία εξασφαλίζεται δυνάμει του άρθρου αυτού λογίζεται ως δικαστική απόφαση για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.
(5)Οι διατάζεις των άρθρων 14, 15 και 16 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)». Η αυτούσια παράθεση του άρθρου και ιδιαίτερα οι πρόνοιες του εδ.
(5)απαντούν και στη δεύτερη εισήγηση της κας Κλεάνθους. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πρόθεση του Νομοθέτη ήταν, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποίαν ενάγεται ο ίδιος ο ασφαλιστής, να εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών οι διατάξεις των άρθρων 14, 15 και 16. Ειδικότερα δε, σε σχέση με την κατ΄ αναλογίαν εφαρμογή του άρθρου 15
(1)(α) θα πρέπει να τονιστεί πως εάν υπήρχε αντίθετη πρόθεση αυτό θα προνοείτο ρητώς στο άρθρο 16Α. Όμως ούτε το εδ.
(1)(α) ούτε το εδ.
(2)του άρθρου 15 εξαιρέθηκε και είναι προφανής η διασύνδεση των δύο αυτών προνοιών. Ενόψει των πιο πάνω προνοιών, έχω τη γνώμη πως ο ασφαλιστής πρέπει να ειδοποιείται γραπτώς είτε πριν είτε το αργότερο εντός 14 ημερών για την έγερση της διαδικασίας (είτε ενάγεται ο ίδιος είτε ο ασφαλιζόμενος) ακριβώς επειδή ενδέχεται να λάβει και ο ίδιος ο ασφαλιστής κάποια μέτρα και τουλάχιστον στην περίπτωση του εδ.
(2)υπόκειται και ο ίδιος σε τρίμηνη προθεσμία. Είναι γνωστό ότι το κλητήριο ένταλμα αγωγής θα μπορούσε να επιδοθεί και σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τους τρεις μήνες από την καταχώριση, δηλαδή μετά «την έναρξη της διαδικασίας στην οποίαν εκδόθηκε η απόφαση», πράγμα το οποίο θα εξουδετέρωνε την προθεσμία και το αντίστοιχο δικαίωμα του ασφαλιστή (για εξασφάλιση Δήλωσης περί ακυρότητας ασφαλιστηρίου). Είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα το ότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί (βάσιμα κατά την άποψη μου) πως η επίδοση του κλητηρίου εντός των 14 ημερών από την καταχώριση της αγωγής συνιστά μια πλήρη και κανονική «γραπτή ειδοποίηση» εν τη εννοία του άρθρου 15
(1)(α). Όμως όταν η επίδοση γίνεται μετά τις 14 ημέρες εγείρονται ζητήματα τήρησης των προνοιών του Νόμου, όπως υπήρξαν και στην παρούσα που η αγωγή καταχωρίστηκε στις 6.2.15 και επιδόθηκε στις 21.4.15, οπότε δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι δόθηκε εμπρόθεσμη γραπτή ειδοποίηση με την επίδοση αυτή. Παραμένει όμως το θέμα της αλληλογραφίας των δικηγόρων του Ενάγοντος με τους Εναγομένους. Όπως έχει καταστεί ήδη σαφές οι επιστολές αυτές δεν έχουν αποτελέσει μέρος του παραδεκτού υποβάθρου γεγονότων επί του οποίου προχώρησε η προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος, παρότι υπήρξε όντως σχετική αναφορά στην ένσταση του Ενάγοντος, καθώς και ανεπιτυχής απόπειρα της κας Κλεάνθους να τις παραδώσει κατά την αγόρευση της επί του προδικαστικού, πράγμα που δεν επιτράπηκε με αποτέλεσμα να μην ευρίσκονται δεόντως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν αυτού οι ίδιοι οι Αιτητές αναφέρονται τόσο στην αίτηση τους όσο και στην αγόρευση τους σε παραδοχή ευθύνης για το ατύχημα, υπό την έννοια ότι την επικαλείται ο Ενάγων ως εξήγηση για τη μη αποστολή ειδοποίησης μετά την αγωγή, αλλά χωρίς οι ίδιοι να αρνούνται ρητώς ότι υπήρξε τέτοια εξέλιξη. Αυτό ενδεχομένως να συνάδει με τις αναφορές του Ενάγοντος ότι δηλώθηκε προθυμία των ασφαλιστών για εξώδικη διευθέτηση, ότι οι ίδιοι είχαν ζητήσει να μην προχωρήσει περαιτέρω την αγωγή του, ότι καταχώρισαν εμφάνιση εν τέλει στις 11.4.16, δηλαδή ένα χρόνο αργότερα και κυρίως με το ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για αγωγή εξασφάλισης Δήλωσης περί ακυρότητας του ασφαλιστηρίου. Η ουσία είναι πως ενώ είναι παραδεκτό ότι δεν έχει σταλεί γραπτή ειδοποίηση μετά την έγερση της αγωγής δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο για την περίοδο προ της αγωγής δεδομένου ότι αφενός δεν υπήρξε παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων το οποίο να καλύπτει την πιο πάνω περίοδο και αφετέρου υπάρχουν στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να τύχουν εξέτασης περί του κατά πόσον συνιστούν επαρκή γραπτή ειδοποίηση. Δεν θεωρώ ότι είναι ορθό να υποτεθεί ότι δεν υπήρξε δεδομένου ότι οι δύο πλευρές επέλεξαν να οριοθετήσουν το υπόβαθρο πραγματικών γεγονότων κατά τον τρόπο που το έπραξαν και που έχει περιγραφεί πιο πριν. Όπως αναφέρθηκε στην Desouza v. Waterlow (ανωτέρω) το τι συνιστά ειδοποίηση εξαρτάται από τα γεγονότα και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και δεν τίθεται κανένας χρονικός περιορισμός όσον αφορά την έκταση της χρονικής περιόδου πριν την έγερση της διαδικασίας εντός της οποίας περιόδου δύναται νόμιμα να δοθεί ειδοποίηση ("No time limit is put on the period before the commencement of proceedings during which notice can be given"). Κατάληξη Στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτό ότι δεν δόθηκε η απαραίτητη γραπτή ειδοποίηση κατά την 14ήμερη περίοδο μετά την αγωγή πλην όμως δεν είναι δυνατό για το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις να αποκλείσει ότι υπήρξε κάποια επαρκής ειδοποίηση (εν τη εννοία του Νόμου και της Νομολογίας) πριν την έγερση της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου η προδικαστική ένσταση στη βάση που έχει τεθεί απορρίπτεται. Τα έξοδα της προδικαστικής αυτής διαδικασίας να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.