Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Μπουλούτα, Αρ. Αγωγής: 6843/2014, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6843/2014 Μεταξύ: Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Εναγόντων -και- XXXXX Μπουλούτα Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 07.04.2017 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 22.02.2017 Ημερομηνία: 31 Μαΐου, 2018 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο - αιτητή: κ. Γ. Κουρουπίδης για κ.κ. Χαβιαρά & Φιλίππου (κα Παλλίκαρου για να ακούσει απόφαση). Για ενάγοντες- καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Τριανταφυλλίδη με κ. Παύλου για κ. Α. Τριανταφυλλίδη. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.02.2017, στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, το δικαστήριο, εξετάζοντας αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης που προωθήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας, εξέδωσε απόφαση προς όφελος της τελευταίας και σε βάρος του εναγομένου. Σύμφωνα με αυτή, ο εναγόμενος διατάχθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των €100.00,00 ως επίσης το ποσό των €705.000,00 πλέον τόκο 5.5% ετησίως επί των πιο πάνω ποσών από 26.11.2014 μέχρι 31.12.2014 και τόκο 4% ετησίως από 01.01.2015 μέχρι 31.12.2016 και τόκο 3.5% από 01.01.2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Την ως άνω συνοπτικώς εκδοθείσα σε βάρος του απόφαση, εφεσίβαλε ο εναγόμενος. Με την υπό συζήτηση αίτηση, η πλευρά του εναγομένου - αιτητή, (στο εξής αιτητής) επιδιώκει την αναστολή της εκτέλεσης της ως άνω απόφασης, ημερομηνίας 22.02.2017, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης του που στρέφεται εναντίον της. Η αίτηση εδράζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Θ.18 και 19, Δ.36, Θ.6, Δ.48, Θ.1, 2 και 8
(1)(ee), στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο που την υποστηρίζει τίθεται με την ένορκη δήλωση της Στάλως Παπουή, ημερομηνίας 07.04.2017, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον αιτητή. Στην ως άνω δήλωσή της, η Σ. Παπουή, αναφέρεται στο ιστορικό της έκδοσης της απόφασης σε βάρος του εναγομένου στις 22.02.
- Σημειώνει ότι μετά την ενημέρωση του αιτητή από τους εναγόντες ότι του επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο, συνολικού ύψους €805.000,00 για ισχυριζόμενες παραβάσεις της νομοθεσίας, (Ν.73(Ι)/2009και Ν.190(Ι)/2007)ο αιτητής προσέφυγε στο Δικαστήριο εναντίον των σχετικών αποφάσεων των εναγόντων για την επιβολή των ως άνω διοικητικών προστίμων και κυρώσεων. Οι ενάγοντες, στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής που καταχώρησαν για την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης για το ως άνω ποσό, με αίτησή τους, ημερομηνίας 01.06.2016, προώθησαν αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης σε βάρος του αιτητή. Παρά την ένσταση της πλευράς του τελευταίου, η αίτηση ενεκρίθη, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο στις 22.02.2017 να εκδώσει σχετική απόφαση σε βάρος του αιτητή και προς όφελος των εναγόντων. Παρεμβάλλεται από την ομνύουσα ότι στα πλαίσια της υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, προηγήθηκε αίτηση από την πλευρά του αιτητή, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε την αναστολή και/ή απόρριψη της αγωγής, μεταξύ άλλων, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων, αίτημα το οποίο απερρίφθη από το Δικαστήριο, στις 25.04.
- Τόσο η τελευταία απόφαση, όσο και απόφαση ημερ. 22.02.2017, για συνοπτική απόφαση σε βάρος του, έχουν εφεσιβληθεί από την πλευρά του εναγομένου και η εκδίκαση τους εκκρεμεί ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλη δικαστηρίου. Με δεδομένο, ως υποστηρίζει η ομνύουσα, ότι η έφεση εναντίον της ως άνω συνοπτικής απόφασης σε βάρος του εναγομένου συγκεντρώνει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας, η εκτέλεση της τελευταίας θα πρέπει να ανασταλεί. Προβάλλει περαιτέρω τη θέση ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της, δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση ενώ σε αντίθετη περίπτωση τα συμφέροντα του αιτητή θα επηρεαστούν δυσμενώς, αφού η έφεσή του κατά της απόφασης ημερ. 22.02.2017, θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο αιτητής αναγκαστεί να καταβάλει το ποσό της απόφασης, ήτοι €805.000,00 όχι μόνο θα καταστραφεί οικονομικά, αλλά παράλληλα θα στερηθεί το δικαίωμα πρόσβασης του στο Δικαστήριο, αφού λόγω οικονομικής αδυναμίας δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει τόσο τις δυο πιο πάνω εφέσεις όσο και τις προσφυγές που έχει καταχωρήσει κατά των αποφάσεων των εναγόντων, ημερομηνίας 10.10.2013 και 28.04.2014, οι οποίες επίσης εξακολουθούν να εκκρεμούν. Σημειώνει παράλληλα το γεγονός ότι πρόστιμα που επιβλήθηκαν από τους ενάγοντες σε άλλα πρόσωπα, στα πλαίσια της ίδιας συνεδρίας τους, ημερ. 28.04.2014, τα οποία «κατοικοεδρεύουν στην ημεδαπή» και τα οποία καταχώρησαν προσφυγές εναντίον της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης, σε βάρος των οποίων οι εναγόμενοι προώθησαν επίσης πολιτικές αγωγές για ανάκτηση των επιβληθεισών προστίμων, έχοντας εκδοθεί σε βάρος τους σχετικές δικαστικές αποφάσεις, συμφωνήθηκε όπως οι διαδικασίες σε βάρος τους ανασταλούν μέχρι την εκδίκαση των προσφυγών τους. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, υπάρχει δυνατότητα να γίνουν διευθετήσεις για άμεση και γρήγορη εκδίκαση τόσο της έφεσης που αφορά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εις βάρος του, όσο και της έφεσης που ο ίδιος προώθησε σε σχέση με την απόφαση ημερομηνίας 25.04.2016, με αποτέλεσμα η διάρκεια αναστολής να συντομευθεί, κατά τρόπο που να μην επηρεάσει αρνητικά τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Η ένσταση τους εδράζεται επίσης στους σχετικούς με το ζήτημα Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο στις συμφυείς εξουσίες αλλά και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης, ως προβάλλονται στο σώμα της, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: « (α) Ο αιτητής δεν παραθέτει ικανοποιητικούς νομικά λόγους και/ή ειδικές περιστάσεις και/ή ανεπανόρθωτη βλάβη που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος και/ή οι οποιοιδήποτε λόγοι προβάλλονται είναι αντιφατικοί και/ή αόριστοι και/ή δεν ευσταθούν και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές βάση για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. (β) Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης την οποία καταχώρησε ο αιτητής είναι συρρικνωμένες μέχρι ανύπαρκτες. (γ) Η επίδικη διαφορά είναι χρηματική και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης οι καθ' ων η αίτηση είναι αξιόχρεοι για την απόδοση/επιστροφή τυχόν επιδικασθέντος ποσού μαζί με τα έξοδα και τους τόκους. (δ) Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος και/ή οποιοσδήποτε επαρκής λόγος που να καταδεικνύει ότι εάν το αίτημα για αναστολή δεν γίνει αποδεκτό η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα χάσει τη σημασία της και/ή καμία αρνητική συνέπεια δεν θα υποστεί η έφεση του αιτητή σε περίπτωση που το παρόν αίτημα τους δεν γίνει αποδεκτό. (ε) Η παρούσα αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ουδόλως ικανοποιούν το κριτήριο της εξισσορόπησης των συμφερόντων των διαδίκων όπως αυτά επηρεάζονται από την παρούσα αίτηση και/ή σε καμία περίπτωση δεν προβάλλεται ο οποιοσδήποτε τρόπος με τον οποίο να διασφαλίζεται το συμφέρον των καθ' ων η αίτηση να απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους σε περίπτωση πλήρους αποτυχίας της έφεσης και/ή με κανένα τρόπο δεν εξασφαλίζεται το εξ' αποφάσεως συμφέρον των καθ' ων η αίτηση μέχρι αποπεράτωσης της έφεσης έναντι του δικαιώματος του αιτητή για άσκηση έφεσης. (στ) Δεν προβάλλεται κανένας τρόπος και/ή δεν διαφαίνεται καθόλου η δυνατότητα του αιτητή να συμμορφωθεί με τους οποιουσδήποτε όρους και/ή τους οποιουσδήποτε χρηματικούς όρους που θα επιβληθούν από το Δικαστήριο σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αίτησης ως απαιτείται από τη νομοθεσία, τη νομολογία και τους σχετικούς κανονισμούς. (ζ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή αποσκοπεί αποκλειστικά στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης. (η) Η εκδοθείσα απόφαση αφορά σε εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία βρίσκεται σε ισχύ και παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα». Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧΧ Ιωάννου, προϊσταμένης στο νομικό τμήμα της καθ' ης η αίτηση. Η ως άνω ομνύουσα επαναλαμβάνει και ουσιαστικά εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό του προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Αποτελεί θέση της ότι η πλευρά του αιτητή δεν έχει παραθέσει ικανοποιητικούς νομικά λόγους ή/και ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ούτε έχει καταδείξει ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η έφεσή του θα απολέσει την αποτελεσματικότητά της. Ανάμεσα σε άλλα, υποδεικνύει ότι καταχωρώντας τις σχετικές προσφυγές σε βάρος των εκτελεστών διοικητικών πράξεων των εναγόντων, ημερομηνίας 30.09.2013 και 28.04.2014, οι οποίες εξακολουθούν να εκκρεμούν ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ο αιτητής, όπως είχε κάθε δυνατότητα προς τούτο, δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα αναστολής της εκτελεστότητας τους. Υποστηρίζοντας ότι οι προοπτικές επιτυχίας της καταχωρηθείσας από μέρους του αιτητή έφεσης σε βάρος της εκδοθείσας σε βάρος του συνοπτικής απόφασης, ημερομηνίας 07.03.2017, είναι μηδαμινές, σημειώνει παράλληλα ότι ο ισχυρισμός του περί οικονομικής ανεπάρκειας του να προωθήσει τις προσφυγές του σε περίπτωση μη αναστολής της εκδοθείσας σε βάρος του απόφασης, παρέμεινε γενικός και αόριστος ισχυρισμός. Σχολιάζοντας περαιτέρω τις θέσεις του αιτητή σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, υποστήριξε ότι αυτές καταδεικνύουν πως σε περίπτωση που αποτύχει πλήρως η έφεσή του, είναι αμφίβολο αν σε μελλοντικό στάδιο θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην πληρωμή του εξ αποφάσεως ποσού. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει, τυχόν επιτυχία της έφεσης δεν θα δημιουργήσει καταστάσεις μη ανατρέψιμες, αφού οποιοδήποτε ποσό καταβληθεί, ως η απόφαση του Δικαστηρίου, θα μπορεί να επιστραφεί από την πλευρά των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, καθόλα αξιόπιστου και φερέγγυου οργανισμού. Σχολιάζοντας το γεγονός ότι σε άλλες αγωγές για είσπραξη διοικητικών προστίμων που επιβλήθηκαν από τους ενάγοντες στα πλαίσια της ίδιας έρευνας μέσω της οποίας επιβλήθηκαν και τα επίδικα πρόστιμα στον αιτητή, δηλώθηκε ότι οι εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις θα τελούν υπό αναστολή μέχρι την εκδίκαση των προσφυγών, υπέδειξε ότι τούτο ήταν το αποτέλεσμα συμβιβασμού μεταξύ των μερών, στο πλαίσιο του οποίου είχαν εκδοθεί εκ συμφώνου οι σχετικές αποφάσεις. Στην περίπτωση του αιτητή, σημειώνει, ο τελευταίος, παρά το γεγονός ότι γνώριζε την ετοιμότητα και προθυμία των καθ' ων η αίτηση για εξώδικο συμβιβασμό, επέλεξε να μην τον επιδιώξει παρά μόνο στο στάδιο όπου πλέον έχει εκδοθεί απόφαση σε βάρος του, επιχειρεί την αναστολή της, με σκοπό να αποστερήσει από τους καθ' ων η αίτηση τους καρπούς της επιτυχίας τους. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης. Το Δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αυτοί αναφέρθηκαν όπως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση Τόμος 17, στην παράγραφο 454 υπό τον τίτλο «Stay of execution pending appeal» γίνεται αναφορά στον βασικό κανόνα σε σχέση με το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ενώ εκκρεμεί έφεση, όπως αυτός απευθείας τίθεται με τον κανονισμό 18 της Δ.35 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Αναφέρει σχετικά: «Except so far as the court below or the Court of Appeal may otherwise direct, an appeal does not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision of the court below, and no intermediate act or proceeding is invalidated by an appeal». Στην παράγραφο 451 του ως άνω αναφερόμενου συγγράμματος, υπό τον τίτλο «Stay of execution generally» αναφέρεται επίσης μεταξύ άλλον ότι: «.On the contrary, the court's inherent jurisdiction to stay the execution of a judgment or order is limited in its extent, and can only be exercised on grounds that are relevant to a stay of the enforcement proceedings themselves, and not to matters which may operate as a defence in law or relief in equity, for such matters must be specifically raised by way of defence in the action itself The special circumstances which entitle the court to stay execution of a money judgment are circumstances which go to the enforcement of the judgment and not those which go to its validity or correctness». Όπως εξάλλου υποδεικνύεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1958, (Annual Practice) στη σελίδα 1697: «It is in the discretion of the Court to grant or refuse a stay [Becker v Earl's Court Ltd
(1911)56 SJ 206; The Batata [1897] P at p. 132; A. G. v Emerson
(1889)24 QBD pp.58, 59), and the Court will grant it where the special circumstances of the case so require». Οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση έφεσης, έχουν τεθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση ΑΒΡ Holdings Ltd ν Kittalides κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι: «Η αναστολή εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές:
- Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
- Το ένδικο μέσο της έφεσης το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. (Βλ. μεταξύ άλλων Gruno ν Ship "Alqazera"
(1980)1 CLR 595, Essex Overseas v Leqent Shipping
(1981)1 CLR 263, Phoenix v- Al Khalaf Exhibition
(1981)1 CLR 673, Mavrochanna and Another v Michael
(1984)1 CLR 760, Charalambous v Nicolaides & Neophytou
(1985)1 CLR 737, Μέγας ΧΈυαγγέλου ν Dorami Marine Limited και Άλλων
(1991)1 AAA 172, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Το Δικαστήριο, στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, με βάση τις πιο πάνω αρχές, λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης». Στην υπόθεση Νεοφύτου ν Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592 σημειώθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπό της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την οίκησε έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση E.Y.R.I.K and others ν Kotsonis
(1986)1 CLR 617. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέφει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο». Σε κάθε περίπτωση πάντως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ανάμεσα στις ειδικές περιστάσεις που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του για την έγκριση αιτήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης, αποτελεί το γεγονός ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης τυχόν μη έγκριση του αιτήματος και κατά συνέπεια πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή κατ' άλλο τρόπο ικανοποίηση της απόφασης θα καθιστούσε τυχόν επιτυχία της έφεσης άνευ αντικειμένου, (nugatory) (βλ. Wilson ν Church (no. 2)
(1879)12 Ch. D. 454, C.A., Metropolitan Real and General Property Trust Ltd v Slatters and Bodeca Ltd
(1941)1 All ER 310, C.A.) ή ακόμα τυχόν αφερεγγυότητα του ενάγοντα θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αδυναμία επιστροφής του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ή ακόμα, το γεγονός ότι ο εξ αποφάσεως δανειστής είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, εντασσόμενο βέβαια στο σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση (βλ. Δημητρούδης v Λουγκρίδη
(2011)1(Α) ΑΑΔ 687). Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v Αρχής Λιμένων
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Βογαζιανού ν Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 591, Ιωσηφάκης ν Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 394 και Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους και 1. Λεωνίδας Γεωργίου κ.ά. ECLI:CY:AD:2016:A103, Πολ. Εφ. 251/14, ημερ. 19.2.2016). Εξετάζοντας κατά προτεραιότητα, την εισήγηση των καθ' ων η αίτηση ότι η υπό συζήτηση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, αποσκοπούσα αποκλειστικά στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Ως άλλωστε έχει υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο. Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ως εκ τούτου ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Το γεγονός ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί άλλωστε και από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727. Στη σελίδα 729 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υποδεικνύεται ειδικότερα πως: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υπό το σύνολο πάντα όσων την περιβάλλουν ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η προώθηση από την πλευρά του εναγομένου της παρούσας αίτησης και η αναζήτηση σχετικής θεραπείας, δεν φαίνεται, ως η εισήγηση των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση, να μπορεί να ενταχθεί στην έννοια και τα όρια της κατάχρησης, κατά τρόπο που θα επέβαλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Η παράλειψη του εναγομένου να επιδιώξει την αναστολή των διοικητικών πράξεων τις οποίες προσέβαλε με προσφυγές, στη βάση των οποίων προωθήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και εκδόθηκε τελικά απόφαση σε βάρος του, δεν καθιστά, από μόνη της, καταχρηστική την επιδίωξη της αναστολής της απόφασης ημερ. 22.02.2017 μέσω της υπό συζήτηση αίτησης. Η αναστολή ή μη της ως άνω απόφασης εξετάζεται στη βάση καλά καθιερωμένων αρχών και ανεξάρτητα από την ως άνω δικονομική συμπεριφορά του αιτητή καθ' ον χρόνο προσέβαλε με προσφυγή τις ως άνω διοικητικές πράξεις που τον αφορούσαν. Ούτε βεβαίως το γεγονός ότι δεν επιχείρησε να διευθετήσει, συμβιβαστικά με τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση το ζήτημα της αναστολής της εκτέλεσης των διοικητικών πράξεων και της απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος του στη βάση αυτών, είναι δυνατόν να στερήσει από τον εναγόμενο τη δυνατότητα που του παρέχει ούτως ή άλλως ο σχετικός νόμος και οι κανονισμοί να επιδιώξει την αναστολή εκδοθείσας σε βάρος του απόφασης, καθιστώντας έτσι την υπό συζήτηση αίτηση του, εκ των προτέρων, περιττή και καταχρηστική. Ομοίως, η μη δήλωση από την πλευρά του της ετοιμότητας να παράσχει οποιασδήποτε μορφής εγγύηση για την εξασφάλιση της αιτούμενης αναστολής, δεν επιτρέπει, νομοτελειακά και εξ αρχής, την υπαγωγή του αιτήματός του στην έννοια της κατάχρησης. Εστιάζοντας στα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας, υπό το σύνολο πάντα των περιστάσεων που την περιβάλλουν ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, τυχόν ικανοποίηση της απόφασης από την πλευρά του εναγομένου, δεν θα καθιστούσε τυχόν επιτυχία της έφεσης άνευ αντικειμένου (nugatory). Πρόκειται για απόφαση με την οποία επιδικάζεται προς όφελος της ενάγουσας και σε βάρος του εναγομένου συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Από τυχόν παρέμβαση του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ως αποτέλεσμα της ασκηθείσας έφεσης, εύκολα θα μπορούσε να επαναφερθεί η κατάσταση πραγμάτων, με την αναδρομική επιστροφή του πρωτόδικα επιδικασθέντος ποσού και εξόδων, στον επιτυχόντα εφεσείοντα. Άλλωστε, δεδομένη και αδιαμφισβήτητη παρέμεινε η οικονομική φερεγγυότητα των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση, θεσμικού οργάνου της Δημοκρατίας. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι ζήτημα αδυναμίας επιστροφής του ποσού της απόφασης, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, δεν προβλήθηκε καν από την πλευρά του αιτητή. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται πραγματικά να οδηγεί στην απώλεια της αποτελεσματικότητας του δικονομικού διαβήματος της έφεσης. Προκρίνεται από την πλευρά του αιτητή ότι στην περίπτωση που υποχρεωθεί να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος του, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία θα περιέλθει, δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει τόσο τις προσφυγές που έχει ήδη δρομολογήσει σε σχέση με τις διοικητικές πράξεις στη βάση των οποίων του επιβλήθηκαν κυρώσεις και πρόστιμα όσο και τις δυο εφέσεις που καταχώρησε, τόσο σε σχέση με τη συνοπτική απόφαση σε βάρος του όσο και σε σχέση με την απόφαση που απέρριψε αίτημά του για παραμερισμό της υπό ως άνω υπ' αριθμό και τίτλο αγωγής. Πέραν της γενικότητας και της αοριστίας με την οποία τέθηκε το ζήτημα, χωρίς την παράθεση οποιονδήποτε στοιχείων ικανών να ενισχύσουν έστω την ως άνω προβαλλόμενη από την πλευρά του αιτητή θέση, είναι καλά νομολογημένο ότι οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση, δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. (Βλ. Βογαζιανού ν Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 591). Όπως υποδεικνύεται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, αν γινόταν αποδεκτή αυτή η θέση, τότε οι επιπτώσεις θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Σε υποθέσεις του είδους, όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Μαρία Κομοδρόμου, υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Habip Isaek Hisin, Πολ. Έφεση Αρ. 283/3015 ημερ. 23.03.2016, η δυσκολία συμμόρφωσης από μόνη της έστω και εάν συνεπάγεται έξοδα δεν είναι αυτόνομο στοιχείο αλλά πρέπει να συνεκτιμάται στα πλαίσια της ύπαρξης ανεπανόρθωτης βλάβης. Υποστηρίζει η πλευρά του αιτητή ότι η επιμονή της ενάγουσας στην εκτέλεση της εκδοθείσας σε βάρος του απόφασης, καθ' ην έκταση έχει συμφωνήσει όπως η εκτέλεση αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε βάρος άλλων προσώπων στα πλαίσια αγωγών που προώθησε για ανάκτηση επιβληθέντων προστίμων - όπως η περίπτωση του αιτητή - ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση σχετικών προσφυγών τους, φανερώνει έλλειψη καλής πίστης και παραβίαση της αρχής της ισότητας ενώ καταδεικνύει ότι σε σχέση με τον ίδιο η ενάγουσα ενήργησε με τρόπο ασυνεπή, αντιφατικό και κακόπιστο. Η συμπεριφορά της ενάγουσας απέναντι σε άλλους εξ' αποφάσεως οφειλέτες, δεν αποτελεί ασφαλώς μια από τις αρχές και τους παράγοντες που η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του και να εξισορροπήσει σε περιπτώσεις του είδους. Σε κάθε περίπτωση, ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί, η ως άνω εξέλιξη σε σχέση με άλλους εξ' αποφάσεως οφειλέτες της ενάγουσας, φαίνεται να ήταν αποτέλεσμα διαβουλεύσεων και συμβιβασμού της τελευταίας με τα πιο πάνω πρόσωπα, το πλήρες περιεχόμενο του οποίου δεν τέθηκε καν υπόψη του Δικαστηρίου, παρά μόνο ότι οι περί ου ο λόγος εναγόμενοι συγκατάνευσαν στην έκδοση εκ συμφώνου απόφασης σε βάρος τους και η ενάγουσα στην αναστολή της μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής τους από το αρμόδιο δικαστήριο. Είναι προφανές ότι η επιχειρούμενη από την πλευρά του αιτητή σύγκριση αφορά ανόμοια πράγματα και περιστάσεις. Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, πλην όμως οριακής έως περιθωριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις (Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους και
- Λεωνίδας Γεωργίου κ.ά. ECLI:CY:AD:2016:A103, Πολ.εφ.251/14, ημερ. 19.2.2016). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχοντας κατά νου όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει με βεβαιότητα πρόγνωση ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, περίπτωση κατά την οποία θα μπορούσε να αποκτήσει σπουδαιότητα ο συγκεκριμένος λόγος στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εισήγηση τέλος της πλευράς του αιτητή ότι θα μπορούσε να γίνουν ανάλογες ρυθμίσεις για γρήγορη εκδίκαση της έφεσης, κατά τρόπο που δεν θα επηρεάσει αρνητικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση, πέραν του γεγονότος ότι στην υπό συζήτηση πάντα περίπτωση, απολήγει ζήτημα ήσσονος σημασίας για την τοποθέτηση του δικαστηρίου, δεν μπορεί παρά να εντοπιστεί το γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση, τέτοια διάθεση από την πλευρά του αιτητή, δεν φαίνεται καν να εκδηλώθηκε με οποιοδήποτε αίτημα ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω, με οδηγό τις νομικές αρχές στις οποίες έχω αναφερθεί και υπό τις περιστάσεις της υπό συζήτηση περίπτωσης όπως αυτές έχουν τεθεί ενώπιων του δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος - αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει το δικαστήριο για την αναγκαιότητα παρέμβασης στη συγκεκριμένη περίπτωση και αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος του, την 22.02.
- Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) κρίνοντας ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του ως άνω κανόνα, τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση και σε βάρος του εναγομένου - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο