← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κόκκινος κ.α., Αγωγή αρ. 1225/2011, 10/5/2018

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κόκκινος κ.α., Αγωγή αρ. 1225/2011, 10/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A310 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1225/2011 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες και

  1. XXXXX Κόκκινος
  2. XXXXX Φιλίππου Εναγόμενοι 10 Mαϊου,
  3. Για τους ενάγοντες-αιτητές, εμφανίζεται ο κ.Ν.Καλλένος για τους κ.κ.Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Ρ.Μάρκου για τον κ.Α.Θ.Μαθηκολώνη. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 06.02.2018 (αίτημα για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων) ------ Η προκείμενη αστική διαφορά, η οποία εισήχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δια κλητηρίου εντάλματος ειδικώς οπισθογραφημένου ημερ. 21.02.2011, αφορά σε χρεωστικό υπόλοιπο δανείου το οποίο οι ενάγοντες-αιτητές («οι αιτητές») παρέσχαν στον εναγόμενο αρ.1- καθ΄ου η αίτηση τη εγγυήσει της εναγομένης αρ.2 - καθ΄ης η αίτηση. Οι αιτητές διεκδικούν από τους εναγομένους αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση («οι καθ΄ων η αίτηση», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) το ποσόν την €183.418,43, επιπλέον τόκους και έξοδα καθώς και την εκποίηση ακινήτων τα οποία ανήκουν στους δευτέρους και επί των οποίων ενεγράφηκε υποθήκη προς το σκοπό εξασφάλισης των απαιτήσεων των πρώτων. Επί τη βάσει εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 27.06.2012, στις 03.08.2012 κατεχωρίστηκε, εκ μέρους των αιτητών, ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων («η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 03.08.2012»). Δια της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 03.08.2012 ο μάρτυς των αιτητών XXXXX Πολυδώρου αποκαλύπτει τα εξής έγγραφα:

(1)συμφωνία στεγαστικού δανείου ημερ. 07.03.2006,
(2)πιστωτική σημείωση εκταμίευσης του ποσού του δανείου,
(3)εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 07.03.2006,
(4)έγγραφα σύμβασης και δήλωσης υποθήκευσης ακινήτου υπό αναφοράν Υ3954/2006, ημερ. 24.03.2006,
(5)ανακοίνωση των αιτητών στον τύπο ημερ. 09.04.2009 περί αύξησης του περιθωρίου του επιτοκίου,
(6)ανακοίνωση των αιτητών στον τύπο ημερ. 12.05.2009 περί της μείωσης του βασικού επιτοκίου,
(7)επιστολή των αιτητών ημερ. 15.09.2010 με τον κατάλογο των προμηθειών και των χρεώσεων που θα ίσχυαν από τις 30.11.2010,
(8)επιστολές των αιτητών προς τους καθ΄ων η αίτηση ημερ. 02.09.2010 και 06.10.2010 και
(9)καταστάσεις λογαριασμού. Δια της παρα.3 της ένορκης δήλωσής του, ο Πολύδωρος Πολυδώρου «..Επιφυλάσσε(ται) όπως αποκαλύψ(ει) περαιτέρω έγγραφα εάν αυτά έρθουν στην αντίληψη (του)...νοουμένου ..ότι προηγηθεί σχετικό διάταγμα..». Στις 16.11.2012 ο εναγόμενος αρ.1- καθ΄ου η αίτηση XXXXX Κόκκινος προέβηκε στην εξής ένορκη δήλωση: «.Είμαι ο Εναγόμενος 1 στην ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, έχω προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση.
  1. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι δεν έχω τώρα και ουδέποτε είχα στην κατοχή μου, φύλαξη ή έλεγχο ή στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο δικηγόρου ή στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο οιωνδήποτε άλλων προσώπων ή προσώπου εκ μέρους μου οιανδήποτε, επιστολή σημείωμα, χαρτί, ή γραφόμενο ή οιονδήποτε αντίγραφο οιουδήποτε τέτοιου εγγράφου ή οιονδήποτε άλλο έγγραφο σχετικό με τα εγειρόμενα ζητήματα σ' αυτήν την αγωγή ή οιονδήποτε εξ αυτών ή στα οποία έγινε οιαδήποτε καταχώρηση σχετική με τα τοιαύτα ζητήματα ή οιαδήποτε εξ αυτών.
  2. Επιφυλάσσω το δικαίωμα μου σε περίπτωση που περιέλθει σε μεταγενέστερο στάδιο οιοδήποτε άλλο έγγραφο το οποίο σήμερα δεν βρίσκεται στην κατοχή μου να το παρουσιάσω κατά την ακρόαση ή να αποταθώ στο Δικαστήριο με αίτηση δια περαιτέρω αποκάλυψη.....» Στις 22.10.2015 οι καθ΄ων η αίτηση κατεχώρισαν τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση δια της οποίας αρνούνται και απορρίπτουν τις αξιώσεις των αιτητών και ανταπαιτούν την έκδοση αντίθετων δηλώσεων. Δια του δικογράφου τους οι καθ΄ων η αίτηση παραδέχονται ότι υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες δανείου, εγγύησης και υποθήκης, πλην όμως, ισχυρίζονται πως όροι αυτών παραβιάζουν πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας και, ιδίως, της περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις νομοθεσίας, της περί προστασίας ορισμένων εγγυητών νομοθεσίας καθώς, επίσης, και της περί υποθηκών νομοθεσίας. Περαιτέρω, οι καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ως οι αιτητές παρέλειπαν να τους ενημερώνουν για τους όρους και την πορεία των συμβατικών σχέσεών τους καθώς και για τις χρεώσεις και τις επιβαρύνσεις του σχετικού λογαριασμού. Δια της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση οι αιτητές επαναλαμβάνουν το αρχικό δικόγραφό τους και απορρίπτουν τις μομφές, τις αιτιάσεις και την ανταπαίτηση των καθ΄ων η αίτηση. Η ακρόαση της υπόθεσης ξεκίνησε την 01.11.
  3. Προεκρίθηκε η συνεκδίκαση της απαίτησης και της ανταπαίτησης εφ΄όσον η φύση τους καθιστά τη διαδικασία αυτή πρόσφορη και κατάλληλη. Τα ζητήματα που εγείρονται με την απαίτηση και την ανταπαίτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένα (G.D.L.Trading (Famausta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ. 63). Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε με την κατάθεση του XXXXX Βανέζη, (Μ.Ε.1) υπαλλήλου των αιτητών, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών (Recoveries Department) και ο οποίος, επιπλέον των όσων ανέφερε, κατέθεσε και έγγραφη μαρτυρία. H κατάθεση του XXXXX Βανέζη (Μ.Ε.1) ολοκληρώθηκε. Πριν παρουσιασθεί ο δεύτερος μάρτυρας της πλευράς των αιτητών κατεχωρίστηκε, στις 06.02.2018, η υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση») δια της οποίας οι αιτητές επιδιώκουν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Η αίτηση καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, τη Δ.28, τη Δ.25, τη Δ.39, τη Δ.48 θ.θ.1 έως και 8
(1)
(2)
(99), τη Δ.57 θ.θ. 1 έως και 4 και τη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς, επίσης, τη συμφυή και διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και τη πρακτική του. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Κουντούρη, υπαλλήλου των αιτητών, ο οποίος αναφέρει και τα εξής: «...........................
  1. Κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση και συγκεκριμένα κατά την ετοιμασία του δεύτερου μάρτυρα των Εναγόντων, εντοπίστηκαν περαιτέρω έγγραφα τα οποία είναι απόλυτα συναφή και σχετικά με την παρούσα υπόθεση τα οποία, παρόλο που ήταν στην κατοχή και έλεγχο της Τράπεζας, δεν είχαν αποσταλεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Τράπεζας και/ή από το Τμήμα που χειρίζονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο την υπό κρίση υπόθεση, αλλά ούτε είχαν τεθεί υπόψη του κ. Πολυδώρου σε προηγούμενο στάδιο και ειδικότερα κατά την ετοιμασία της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 3.8.2012, αλλά ούτε είχαν αποσταλεί στους Δικηγόρους μας κατά την ετοιμασία της παρούσας αγωγής.
  2. Τα έγγραφα τα οποία εντόπισα, τιτλοφορούνται ως ακολούθως: I. Επιστολή/Δήλωση ημερ. 20.12.2005 το περιεχόμενο της οποίας η Εναγόμενη 2 ενυπόγραφα αποδέχτηκε στις 7.3.
  3. II. Έγγραφο υπό τον τίτλο «Περιουσιακή Κατάσταση Αιτητή/Εγγυητή και άλλα Προσωπικά/Επαγγελματικά Στοιχεία» ημερ. 29.7.
  4. III. Επιστολή Εναγόντων ημερ. 31.10.2008 προς Εναγόμενο
  5. IV. Ανακοίνωση Εναγόντων στον τύπο ημερ. 2.9.
  6. V. Ανακοίνωση Εναγόντων στον τύπο ημερ. 3.7.
  7. VI. Ανακοίνωση Εναγόντων στον τύπο ημερ. 15.10.
  8. VII. Ανακοίνωση Εναγόντων στον τύπο ημερ. 12.11.
  9. VIII. Ανακοίνωση Εναγόντων στον τύπο ημερ. 10.12.
  10. IX. Ανακοίνωση Εναγόντων στον τύπο ημερ. 20.1.
  11. X. Ανακοίνωση Εναγόντων στον τύπο ημερ. 10.3.
  12. XI. Ανακοίνωση Εναγόντων στον τύπο ημερ. 7.4.
  13. XII. Ανακοίνωση Εναγόντων στον τύπο ημερ. 12.5.
  14. Τα εν λόγω έγγραφα δεν είχαν εντοπιστεί προηγουμένως εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες διατηρούν πέραν του ενός φακέλου στο αρχείο τους σε σχέση με τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν ειδικότερα στον Εναγόμενο 1 και οι οποίοι φάκελοι σχετίζονται και με άλλες δικαστικές διαδικασίες που ηγέρθησαν εναντίον του Εναγομένου 1, ήταν λόγος ο οποίος συντέλεσε στην ελλιπή και/ή μη έγκαιρη αποκάλυψη όλων των αναγκαίων εγγράφων καθότι κάποια από τα πιο πάνω έγγραφα της πιο πάνω Αγωγής εκ παραδρομής τοποθετήθηκαν στους εν λόγω φακέλους των πελατών που διατηρούν οι Ενάγοντες και που συνδέονται με τις λοιπές τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν.
  15. Έχω στην κατοχή μου και/ή έλεγχό μου τα έγγραφα που εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής δεν έχουν κατατεθεί και/ή αποκαλυφθεί στην προηγούμενη ένορκη δήλωση. Μόλις εγκριθεί η παρούσα αίτηση θα προχωρήσουν οι Ενάγοντες άμεσα στην αποκάλυψη των σχετικών εγγράφων δια να γνωρίζει και η άλλη πλευρά επακριβώς τα έγγραφα τα οποία θα παρουσιασθούν κατά την δίκη. Περαιτέρω, ειλικρινά πιστεύω ότι και το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του όλο το μαρτυρικό υλικό το οποίο θα τεθεί ενώπιον του. ............................» Η αίτηση κατεχωρίστηκε ως μονομερής. Διετάχθηκε, όμως, η επίδοσή της. Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των καθ΄ων η αίτηση η οποία κατεχωρίστηκε στις 22.02.2018 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η αίτηση είναι δικονομικά άκυρη και αβάσιμη. Η νομική βάση της είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής.
(2)Δεν πληρούνται οι νόμιμες και νομολογημένες προϋποθέσεις έκδοσης του επιδιωκόμενου διατάγματος.
(3)Η αίτηση είναι καταχρηστική, ιδίως, γιατί οι αιτητές γνώριζαν τις δικογραφημένες θέσεις των καθ΄ων η αίτηση πριν από την καταχώριση της πρώτης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 03.08.2012.
(4)Η αίτηση υπεβλήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η αίτηση υπεβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της ακρόασης και συγκεκριμένα αφού περατώθηκε η κατάθεση του πρώτου μάρτυρος των αιτητών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να στερούνται οι καθ΄ων η αίτηση αφ΄ενός του δικαιώματος για δίκαιη δίκη και αφ΄ετέρου του δικαιώματος να αντεξετάσουν το μάρτυρα αυτό για τα επιδιωκόμενα να αποκαλυφθούν έγγραφα.
(5)Ο μάρτυς των αιτητών δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του.
(6)Τα επιδιωκόμενα να αποκαλυφθούν έγγραφα δεν επισυνάπτονται στην αίτηση.
(7)Τα επιδιωκόμενα να αποκαλυφθούν έγγραφα είναι άσχετα και/ή αυτά δεν δικογραφούνται.
(8)Το επιδιωκόμενο διάταγμα αποτελεί προσπάθεια και/ή είναι το αποτέλεσμα «ψαρέματος μαρτυρίας».
(9)Τα όσα ο μάρτυς των αιτητών δηλώνει δεν συνάδουν με την ήδη δοθείσα μαρτυρία του μάρτυρος XXXXX Βανέζη (Μ.Ε.1). Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ.1 - καθ΄ου η αίτηση Πέτρου Κόκκινου. Αυτός, κατ΄ουσίαν, επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των προσώπων τα οποία, με τις γραπτές ένορκες δηλώσεις τους, υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση και ούτε ζητήθηκε άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Έτσι, κρίσιμο πραγματικό υπόβαθρο, για την εξέταση της αίτησης, αποτελούν τα γεγονότα ως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας και ως αυτά εκτίθενται από τον XXXXX Κουντούρη και τον εναγόμενο αρ.1 - καθ΄ου η αίτηση XXXXX Κόκκινο στις γραπτές ένορκες δηλώσεις τους. Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Επίσης, λήφθηκαν όψιν τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπεστήριξαν διά των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1). Ο προκριματικής φύσης ισχυρισμός της πλευράς των καθ΄ων η αίτηση περί δικονομικής ακυρότητας της αίτησής είναι αβάσιμος. Η αίτηση καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, μεταξύ άλλων, την Δ.28 και ανταποκρίνεται στις διαδικαστικές απαιτήσεις της Δ.48. Και αυτό είναι το ουσιώδες. Ομοίως, απορρίπτεται και ο λόγος ένστασης περί καταχρηστικής τακτικής εκ μέρους των αιτητών. Από την εξέταση των ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότων δεν εντοπίζονται στοιχεία τέτοιας τακτικής. Ούτε κρίνεται πως η αίτηση ημερ. 10.02.2017 εκτροχιάζει την ομαλή πορεία της υπόθεσης. Οι αιτητές προέβηκαν σε ένα διάβημα το οποίο η δικονομία τους επιτρέπει και η νομολογία, στις κατάλληλες περιπτώσεις, υποστηρίζει. Η δε όλη συμπεριφορά τους, ως αυτή προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας, δεν είναι τέτοια ώστε αδιαμφισβήτητα να δηλώνει καταχρηστική, τακτική εκ μέρους τους. Κατά συνέπειαν, η αίτηση θα εξετασθεί επί της ουσίας.
(2). Κατ΄αρχήν, κάθε διάδικος οφείλει να αποκαλύψει στον αντίδικό του και να του επιτρέψει να επιθεωρήσει κάθε έγγραφο το οποίο έχει στην κατοχή ή τον έλεγχό του και επί του οποίου σκοπεύει να βασιστεί ή το οποίο επηρεάζει δυσμενώς τη δική του υπόθεση. Ο κύριος σκοπός της αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων είναι η παροχή στους διαδίκους της δυνατότητας να αξιολογήσουν καλύτερα τη δύναμη της υπόθεσής τους, έτσι ώστε, εάν αυτό δικαιολογείται, να επιδιώξουν συμβιβασμό της διαφοράς και να εξοικονομήσουν έξοδα.
(3). Σύνοψη των βασικών αρχών που ρυθμίζουν το ζήτημα της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων δίδεται στην απόφαση G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SLR
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624 όπου αναφέρονται και τα εξής: «Η Δ.28
(1)είναι πανομοιότυπη με τη Δ.31 Κ.12 των Αγγλικών Θεσμών, πριν από την τροποποίηση του 1962 και έχει τύχει ερμηνείας από τα Δικαστήρια. Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οιονδήποτε από τους διαδίκους. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, αλλά δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. (Βλ. Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 55, Βoard v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431). O χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των έγγραφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Η αποκάλυψη υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων (Βλ. μεταξύ άλλων, Halsburys Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 13, σελ.2 κ επεκτ.)» Περαιτέρω στην απόφαση Τηλλυρή v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2271 υπεδείχθηκαν τα εξής: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Μarrittima SRL,
(1998)1 A.A.Δ, 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης.» Η σχέση του εγγράφου προς επίδικο δικογραφημένο ζήτημα, ως προϋπόθεση για έκδοση διαταγής για την ένορκη αποκάλυψή του, προϋποθέτει ότι το έγγραφο αυτό είναι υπαρκτό (Kipagrotiki Ltd v. Σάββα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1610). Περαιτέρω, και όσον αφορά στην κατηγορία των εγγράφων που καλύπτει η υποχρέωση αποκάλυψης, στην απόφαση OSCAR SHIPPING PTE LTD v. Tου φορτίου επί του πλοίου Asphodel
(2012)1 A.Α.Δ. 2771 υποδεικνύονται τα εξής: «Από τη στιγμή που εκδόθηκε διαταγή αποκάλυψης εγγράφων, η υποχρέωση της αποκάλυψης είναι γενική και δεν περιορίζεται μόνο στα έγγραφα που έχουν αρχικά αποκαλυφθεί αλλά επεκτείνεται και σ΄εκείνα που μετέπειτα περιέρχονται στην κατοχή του διάδικου που υπέχει την υποχρέωση. Η συγκεκριμένη υποχρέωση είναι στενά συνδεδεμένη με τη γενική αρχή ότι ο διάδικος δεν πρέπει να επιδιώκει να καταλαμβάνει τον αντίδικο του εξ απροόπτου και συνακόλουθα δεν πρέπει με το να κατακρατεί έγγραφα που είναι σχετικά με την υπόθεση να παραπλανεί το δικαστήριο ή τον αντίδικό του αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι η αρχική του δήλωση εξακολουθεί να αποτελεί τη μόνη αληθινή δήλωση πλήρους αποκάλυψης των εγγράφων που έχει στην κατοχή του (βλ. περισσότερα στο Supreme Court Practice 1988, vol. 1, para.24, σελ.408).» Η δικονομική αρχή σύμφωνα με την οπoίαν το καθήκον αποκάλυψης εγγράφων συνεχίζει έως και την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας αυτή η αποκάλυψη διετάχθηκε αναφέρεται και στο σύγγραμμα O'Hare & Browne, Civil Litigation, 11th edition, Sweet and Maxwell, para. 30.017. Συγκεκριμένα, στο σύγγραμμα αυτό καταγράφονται τα εξής: «The duty of disclosure continues until the proceedings in which the order was made are concluded. Ιf after serving his list a party becomes aware of further documents that should have been disclosed, he must immediately notify all the other parties by preparing and serving a supplemental list of those documents» (σελ. 533). Στον διαρκή χαρακτήρα του καθήκοντος αποκάλυψης εγγράφων αναφέρεται και η πρόσφατη απόφαση του Εντίμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ.Τ.Θ.Οικονόμου σε ενδιάμεση απόφαση ημερ. 31.05.2016 στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.31/2013.
(4). Στην προκείμενη περίπτωση, το πρώτο ουσιαστικό ζήτημα προς εξέταση αφορά στην ύπαρξη σχέσης μεταξύ των εγγράφων των οποίων επιδιώκεται η συμπληρωματική αποκάλυψη και των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων. Αποτελεί ρητή και σαφή δικογραφημένη θέση των αιτητών πως οι καθ΄ων η αίτηση είχαν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, πλήρη γνώση των όρων που διήπαν τις επίδικες συμβατικές σχέσεις, η δε επιβολή, στα εκάστοτε οφειλόμενα χρεωστικά υπόλοιπα, τόκων και επιβαρύνσεων υπήρξε καθόλα νόμιμη. Περαιτέρω, οι αιτητές ρητώς απορρίπτουν τις μομφές και τις αιτιάσεις των καθ΄ων η αίτηση περί της εκ μέρους τους παραβίασης της νομοθεσίας περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις, της νομοθεσίας περί προστασίας ορισμένης κατηγορίας εγγυητών καθώς και της νομοθεσίας περί υποθηκών (δείτε, ιδίως, στις παρα. 2 και 4 τα ειδικής οπισθογράφησης καθώς και στις παρα.3 έως και 5 της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση). Αυτές οι ρητές και σαφείς δικογραφημένες θέσεις των αιτητών αναδεικνύουν τη σχέση των εγγράφων των οποίων επιδιώκεται η συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη. Συναφώς σημειώνεται πως το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά δεν κατονομάζονται στα δικόγραφα των αιτητών δεν είναι μοιραίο εφ΄όσον, δυνάμει της Δ.19 θ.θ. 18 και 19, είναι αρκετό στα δικόγραφα να καταγράφεται «το αποτέλεσμα» («effect») του εγγράφου ή της σύμβασης, χωρίς να χρειάζεται να παραταθούν ολόκληρα ή μέρος αυτών (Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 1422, 1451).
(5). Είναι γεγονός πως, καθ΄ομολογίαν των αιτητών, τα επιδιωκόμενα να αποκαλυφθούν συμπληρωματικώς έγγραφα ευρίσκοντο στην κατοχή τους στις 03.08.2012, όταν κατεχωρίστηκε η πρώτη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Όμως, η μαρτυρία του XXXXX Κουντούρη, υπαλλήλου των αιτητών, δίδει επαρκείς εξηγήσεις για την αρχική παράλειψη. Εν πάση περιπτώσει, δια της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 03.08.2012, οι αιτητές επεφύλαξαν το δικαίωμά τους να επιδιώξουν τη συμπληρωματική αποκάλυψη άλλων εγγράφων. Ας σημειωθεί πως το ίδιο δικαίωμα επεφύλαξε και ο εναγόμενος αρ.1 - καθ΄ου η αίτηση δια της ένορκης δήλωσής του ημερ. 16.11.2012 (δείτε πιο πάνω).
(6). ΄Οσον αφορά στους ισχυρισμούς των καθ΄ων η αίτηση σύμφωνα με τους οποίους η επιδιωκόμενη αποκάλυψη περαιτέρω εγγράφων θα πλήξει το δικαίωμα τους για δίκαιη δίκη και θα τους θέσει σε δυσμενή θέση έναντι των αιτητών παρατηρούνται τα εξής: (α) Οι καθ΄ων η αίτηση δεν προσδιορίζουν τον κατ' ισχυρισμόν διαφορετικό τρόπο αντεξέτασης του XXXXX Βανέζη (Μ.Ε.1) σε περίπτωση που θα είχαν εξ αρχής αποκαλυφθεί τα επίδικα έγγραφα. Υπενθυμίζεται πως ο XXXXX Βανέζης (Μ.Ε.1) εδήλωσε υπάλληλος των αιτητών, ο οποίος υπηρετεί στη Μονάδα Ανάκτησης Χρεών/Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών, και παρουσιάσθηκε ως ο αρμόδιος της παρακολούθησης των επίδικων λογαριασμών από το χρονικό σημείο που αυτοί μετεφέρθηκαν στην εν λόγω Μονάδα/Τμήμα. Ο μάρτυρας αυτός διευκρίνισε πως δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες σύναψης των επίδικων συμβάσεων. (β) Εν πάση περιπτώσει, εάν οι καθ΄ων η αίτηση πράγματι θεωρούν την αντεξέταση του XXXXX Βανέζη (Μ.Ε.1) και επί των επίδικων εγγράφων, απαραίτητη, δύνανται να προβούν στο αναγκαίο διαδικαστικό βήμα. (γ) Η μομφή περί «ψαρέματος μαρτυρίας» είναι, εν προκειμένω, άσχετη εφ΄όσον οι αιτητές επιδιώκουν την εκ μέρους των ιδίων περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. (δ) Όταν δια της ένορκης δήλωσής του ημερ. 03.08.2012 ο XXXXX Πολυδώρου, υπάλληλος των αιτητών, επεφύλαξε το δικαίωμα για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων, το έπραξε εκ μέρους των εργοδοτών του και όχι για τον ίδιο. (ε) Η παροχή άδειας για την αποκάλυψη των επίδικων εγγράφων και η κατάθεσή τους στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δεν σημαίνει, άνευ άλλου τινός, πως αυτά κρίνονται ως γνήσια και αξιόπιστα. Οι καθ΄ων η αίτηση διατηρούν το δικαίωμα αμφισβήτησης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας των εγγράφων αυτών και διατηρούν το δικαίωμα αντεξέτασης επί του περιεχομένου τους. Η αξιοπιστία και η αποδεικτική δύναμη των επίδικων εγγράφων θα κριθεί στο τέλος της διαδικασίας και όχι στο παρόν στάδιο Καταληκτικά, στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνεται, κατ΄αρχάς, πως τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η συμπληρωματική αποκάλυψη παρουσιάζονται να σχετίζονται με δικογραφημένες θέσεις των αιτητών, με αποτέλεσμα η αποκάλυψή τους να συντείνει στην παρουσίαση, ενώπιον του Δικαστηρίου, της πλήρους εικόνας της υπόθεσης. Αυτό θα βοηθήσει στην δίκαιη επίλυση της επίδικης διαφοράς. Διαπιστώνεται, κατά δεύτερον, πως η παράλειψη αποκάλυψής των εγγράφων αυτών δια της ένορκης δήλωσης ημερ. 03.08.2012 είναι δικαιολογημένη. Τέλος, διαπιστώνεται πως η συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων, ως επιδιώκεται, διαρκούσης της διαδικασίας παρουσίασης μαρτυρίας από την πλευρά των αιτητών, ουδόλως θα θίξει τα έννομα συμφέροντα των καθ΄ων η αίτηση. Η αίτηση ημερ. 06.02.2018 εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου επιτρέπεται η εκ μέρους των εναγόντων - αιτητών καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης αποκάλυψης εγγράφων, ως τα καταγεγραμμένα στην παρα.4 της ένορκης δήλωσης του Μάριου Κουντούρη ημερ. 06.02.218, εντός πέντε
(5)ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων-αιτητών και εναντίον των εναγομένων αρ.1 και 2 - καθ΄ων η αίτηση. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ) ............... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.