← Κύπρος

ΠΕΤΡΗ ν. ΠΕΤΡΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3732/2017, 27/8/2018

ΠΕΤΡΗ ν. ΠΕΤΡΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3732/2017, 27/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A457 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3732/2017 Μεταξύ: XXXXX ΠΕΤΡΗ Ενάγουσας και

  1. XXXXX ΠΕΤΡΗ
  2. XXXXX ΠΕΤΡΗ
  3. XXXXX ΚΟΥΜΕΤΤΟΥ
  4. XXXXX ΚΟΥΜΕΤΤΟΥ Εναγομένων _____________________ Αίτηση Εναγομένων ημερομηνίας 29.6.2018 για Διάταγμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούσας ___________________ 27 Αυγούστου,
  5. Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Χρ. Ματθαίου Για Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση: κα Ν. Κληρίδου διά Νίκη Κληρίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων, παραθέτω ένα σύντομο ιστορικό της παρούσας αγωγής. Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη, συνεπεία ισχυριζόμενης παρενόχλησής της από τους Εναγόμενους στην οικία της και στην ιδιωτική της ζωή, καθώς και διάταγμα που να τους απαγορεύει να εισέρχονται στην κατοικία της, να την παρενοχλούν, να την απειλούν, να την παρακολουθούν ή να επικοινωνούν μαζί της. Πολύ επιγραμματικά, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης και την Υπεράσπιση & Ανταπαίτηση προκύπτει ότι η Ενάγουσα είναι νυμφευμένη με τον αδερφό των Εναγόμενων 1, 2 και 3 και o Εναγόμενος 4 είναι επ΄ αδελφής γαμπρός της. Ο σύζυγος της Ενάγουσας αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας - αναφορικά με τη φύση, έκταση και επιπτώσεις των οποίων υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων - τα οποία τον κατέστησαν καθηλωμένο στο σπίτι. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπάρχουν αντιπαραθέσεις και διαφωνίες μεταξύ της ίδιας και των Εναγόμενων - κάτι που οι Εναγόμενοι επίσης παραδέχονται. Ισχυρίζεται επίσης, κάτι που δεν είναι παραδεκτό από τους Εναγόμενους, ότι στα πλαίσια συγκεκριμένου περιστατικού που συνέβη στην οικία της, ήταν θύμα επίθεσης και ύβρεων από κάποιους εξ αυτών. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν προσωρινά παρεμπίπτοντα διατάγματα με τα οποία απαγορεύτηκε στους Εναγόμενους είτε προσωπικά είτε μέσω αντιπροσώπων τους, μεταξύ άλλων, να εισέρχονται στην κατοικία της, να την παρενοχλούν και να επικοινωνούν μαζί της με οποιοδήποτε τρόπο. Μετά από ακροαματική διαδικασία, τα διατάγματα αυτά κατέστησαν απόλυτα. Ακολούθησε η καταχώρηση από τους Εναγόμενους της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης τους και ακολούθως, στις 8.5.2018, η καταχώρηση από τους Εναγόμενου μονομερούς αίτησης (στο εξής η «Κυρίως Αίτηση») με την οποία ζητούν, μεταξύ άλλων, διατάγματα με τα οποία να τους επιτρέπεται να εισέρχονται στην οικία όπου η Ενάγουσα κατοικεί με το σύζυγο της και που να ρυθμίζουν την επικοινωνία τους μαζί του. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της Αίτησης τόσο στην Ενάγουσα όσο και στον σύζυγο της, τον οποίο σαφώς επηρεάζουν. Επίσης πολύ επιγραμματικά, οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι τα διατάγματα που εκδόθηκαν σε ενωρίτερο στάδιο, εμποδίζουν την επικοινωνία τους με τον αδερφό τους και σύζυγο της Ενάγουσας και ότι επιθυμούν να αποκατασταθεί η επικοινωνία αυτή. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση, αυτός αναφέρει ότι η Ενάγουσα δεν παρέχει επαρκή και ικανοποιητική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στον σύζυγο της, αναφέρεται σε προηγούμενα περιστατικά διαπληκτισμών και συμπεριφορών μεταξύ εκείνων και της Ενάγουσας και αναφέρει ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας επιθυμεί να έχει επικοινωνία με τους Εναγόμενους όμως η Ενάγουσα τον εμποδίζει. Η Ενάγουσα ήγειρε ένσταση στην Κυρίως Αίτηση, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ιδίας. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, η Ενάγουσα αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από το σύζυγο της να προβεί στην ένορκη της δήλωση, ότι η επιδίωξη των Εναγομένων είναι η οικειοποίηση της περιουσίας του συζύγου της και ο έλεγχος της διαχείρισης των οικονομικών τους. Αναφέρει επίσης ότι με δική της πρωτοβουλία έγιναν προτάσεις, μέσω της δικηγόρου της, για να καταστεί δυνατή η επικοινωνία των Εναγομένων με το σύζυγο της, όμως οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν από τους Εναγόμενους. Να σημειώσω ότι για σκοπούς της Κυρίως Αίτησης, η συνήγορος της Ενάγουσας εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και ως εκπροσωπούσα το σύζυγο της Ενάγουσας. Δήλωσε στο Δικαστήριο και καταγράφηκε στα πρακτικά η θέση του συζύγου της Ενάγουσας ότι «δεν επιθυμεί να έχει επικοινωνία με τους αιτητές, δεδομένου ότι δεν αποσύρουν τις διαδικασίες που καταχώρησαν εναντίον της συζύγου του». Καταχωρήθηκε δε στο φάκελο του Δικαστηρίου και έντυπο διορισμού δικηγόρου με το οποίο ο σύζυγος της Ενάγουσας εξουσιοδοτεί τη συνήγορο να τον εκπροσωπήσει στη διαδικασία. Σε αυτό τίθεται το αποτύπωμα του και φέρει την ακόλουθη δήλωση από τον πιστοποιούντα υπάλληλο XXXXX Τσουτζούκη, «Πιστοποιώ ότι το περιεχόμενο του παρόντος εγγράφου διορισμού δικηγόρου ανεγνώσθη από εμένα στον κ. XXXXX Πετρή [σύζυγο της Ενάγουσας] και έγινε δεκτό από αυτόν, και προς επιβεβαίωση της αποδοχής του έθεσε το σημείο του στην παρουσία μου.» Ακολούθησε η καταχώρηση από τους Εναγόμενους της υπό κρίση Αίτησης με την οποία ζητούν διάταγμα για την αντεξέταση της Εναγόμενης επί των προαναφερόμενων σημείων στην ένορκη της δήλωση που καταχώρησε προς υποστήριξη της ένστασης της επί της Κυρίως Αίτησης. Η θέση των Εναγόμενων είναι ότι επιβάλλεται να επιτραπεί η αντεξέταση για να διαφανούν τα πραγματικά γεγονότα αλλά και για να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από το σύζυγο της να προβεί στις δηλώσεις που αφορούν το άτομο του, την αλήθεια των οποίων δεν αποδέχονται. Η Ενάγουσα διαφωνεί ότι πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση και η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Να αναφέρω ότι έχω μελετήσει την Κυρίως Αίτηση, την ένσταση σε αυτήν και τις εκατέρωθεν ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν καθώς και την υπό κρίση Αίτηση και ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που επίσης τις συνοδεύουν. Έχω επίσης ακούσει και τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι της κάθε πλευράς στις αγορεύσεις τους επί της Αιτήσεως. Η δυνατότητα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα παρέχεται από την Δ.39 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προνοεί ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination» Προκύπτει από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης ότι η απόφαση εάν θα επιτραπεί η αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου[1]. Η Δ.39 δεν καθορίζει ρητά τα κριτήρια με βάση τα οποία εξασκείται η διακριτική αυτή ευχέρεια, επομένως ανατρέχω στα συγγράμματα και τη νομολογία για καθοδήγηση. Παραπέμπω στο Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878 όπου παρατίθενται κάποιοι από τους παράγοντες που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «.The Court. will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion.» Επιπρόσθετα, η Κυπριακή νομολογία καθορίζει ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει η Δ.39 Θ.1 λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης και διαδικασίας[2]. Στην παρούσα περίπτωση, η Αίτηση για αντεξέταση υποβλήθηκε στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Διάταγμα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων εκδίδεται σπάνια αφού το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της Κυρίως Αίτησης δεν υπεισέρχεται στην ουσία της επίδικης διαφοράς ούτε και εξετάζει αμφισβητούμενα γεγονότα[3]. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την Balraj Singh Samra ν Ναταλίας Πατσαλίδου, Αγωγή 7123/2008, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.4.2009 στην οποία ο κ. Κληρίδης Κ. Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) έθεσε το θέμα ως εξής: «Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48 Κ.4

(2), όπως αυτή θεσπίστηκε στις 23.12.92, ουσιαστικά δεν απαιτείται ή επιτρέπεται πλέον η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας κατά την ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης, προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων και ισχυρισμών. Όπως ρητά αναφέρεται στη δικονομική αυτή διάταξη, η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, ενώ διατηρείται μόνο η δυνατότητα του διαδίκου να αντεξετάσει ομνύοντα με βάση τις πρόνοιες της Δ.39. Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Εξάλλου, θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι για ν' αποδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση ή παραμονή σε ισχύ προσωρινού διατάγματος, κάθε αιτητής είναι υποχρεωμένος να παρουσιάσει μόνο το απολύτως αναγκαίο υπόβαθρο μαρτυρίας από το οποίο θα εδικαιολογείτο η έκδοση του (βλπ. Hadjikyriacos & Co Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1984)1 C.L.R. 263)». Από την πιο πάνω ανάλυση φαίνεται ότι πολύ σπάνια μπορεί να γίνεται δεκτό αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια κυρίως αίτησης ως η παρούσα και, αν θα επιτραπεί αντεξέταση, αυτή πρέπει να είναι επί περιορισμένων και συγκεκριμένων θεμάτων που να εξυπηρετούν άμεσα τις ανάγκες της κυρίως αίτησης. Σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να παρεκτραπεί ή να μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Με γνώμονα τα πιο πάνω, και έχοντας μελετήσει την εκατέρωθεν μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης, η απόφαση επί της Αιτήσεως θα κριθεί από το κατά πόσο η αντεξέταση της Ενάγουσας επί των πιο πάνω αναφορών της θα ήταν ωφέλιμη και θα υποβοηθούσε το έργο του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της Κυρίως Αίτησης. Ο συνήγορος των Εναγόμενων, στην αγόρευση του, έχει περιγράψει τα ζητήματα για τα οποία επιδιώκεται η αντεξέταση. Από τις ίδιες τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι υπάρχει σημαντική διάσταση απόψεων σε σχέση με τα γεγονότα, τη διαγωγή των διαδίκων αλλά και τις προθέσεις και επιδιώξεις τους. Διακρίνω όμως ότι τα γεγονότα επί των οποίων η Ενάγουσα εδράζει την απαίτηση της και επί των οποίων οι Εναγόμενοι, με τη σειρά τους, εδράζουν την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους, είναι και τα καίρια επίδικα θέματα της αγωγής. Επί των θεμάτων αυτών, το Δικαστήριο που θα επιληφθεί της ουσίας της αγωγής θα πρέπει να αξιολογήσει την όποια μαρτυρία τεθεί ενώπιον του και να καταλήξει σε ευρήματα. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη ότι στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας με τον ίδιο τρόπο που η μαρτυρία αξιολογείται στα πλαίσια της δίκης. Αποφασίζοντας επί της Κυρίως Αίτησης, το Δικαστήριο θα προσεγγίσει τη μαρτυρία μόνο για να εξετάσει εάν επιτρέπεται και είναι επιθυμητή η έκδοση των διαταγμάτων που επιζητούν με αυτήν οι Εναγόμενοι. Δεν θα εξετάσει και δεν θα καταλήξει σε συμπεράσματα ούτε σε σχέση με την αξιοπιστία των ενόρκως δηλούντων, ούτε σε σχέση με την πειστικότητα, αποδεικτική αξία ή αλήθεια του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων τους. Για το λόγο αυτό, κρίνω ότι η αντεξέταση της Ενάγουσας επί των παραγράφων 7 και 17 της ένορκης της δήλωσης δεν πρέπει να επιτραπεί. Οι Εναγόμενοι θέλουν επίσης να αντεξετάσουν την Ενάγουσα επί της αναφοράς της ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από το σύζυγο της να προβεί σε δηλώσεις που τον αφορούν. Μελέτησα τους λόγους για τους οποίους οι Εναγόμενοι επιθυμούν την αντεξέταση της Ενάγουσας επί αυτού. Σημειώνω όμως τα εξής. Ο σύζυγος της Ενάγουσας δεν είναι διάδικος στην αγωγή, είναι ενήλικας και πρόσωπο που - ως η παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση και είναι κοινή θέση των διαδίκων - «έχει πλήρη διαύγεια πνεύματος και επικοινωνεί πλήρως με το περιβάλλον». Επιπρόσθετα, έχει λάβει γνώση της Κυρίως Αίτησης που του επιδόθηκε προσωπικά, εξουσιοδότησε εγγράφως δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει και η θέση του επί της Κυρίως Αίτησης είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση της Ενάγουσας επί αυτού του σημείου. Σταθμίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η αντεξέταση της Ενάγουσας δεν θα εξυπηρετούσε τους άμεσους σκοπούς της Κυρίως Αίτησης. Αντίθετα, εάν επιτραπεί η αντεξέταση, με δεδομένα τα ζητήματα στα οποία θα επικεντρωθεί, το εύρος και τη φύση τους, κρίνω ότι υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος η εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης να παρεκτραπεί. Κάτι τέτοιο θα ήταν τόσο ανεπιθύμητο όσο και ανεπίτρεπτο. Για τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση για αντεξέταση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων-Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο υπολογισμός και η καταβολή των εξόδων να γίνει στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 A.A.Δ. 1660 [2] Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 [3] Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.