← Κύπρος

Γιαννούκου κ.α. ν. Makris Hotel ( Kakopetria) Ltd, Αριθμός Αίτησης/ Έφεσης : 144/15, 31/8/2018

Γιαννούκου κ.α. ν. Makris Hotel ( Kakopetria) Ltd, Αριθμός Αίτησης/ Έφεσης : 144/15, 31/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A474 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης/ Έφεσης : 144/15 Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας( Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτιμήσις) Νόμον Κεφ 224, άρθρο 80 . Μεταξύ :

  1. XXXXX Γιαννούκου, XXXXX 5, XXXXX XXXXX
  2. XXXXX Γιαννούκου, XXXXX 5, XXXXX XXXXX Εφεσειόντων - Αιτητών -και- Makris Hotel ( Kakopetria) Ltd, φ/δι Τ.Θ 25395,1309, Λευκωσία Εφεσιβλήτων- Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 30.04.2015 Ημερομηνία : 31.8.2018 Εμφανίσεις : Για Εφεσείοντες - Αιτητές : κα. Ε. Σωτηρίου για Α.Σ. Αγγελίδη Για Εφεσίβλητους - Καθ' ων η αίτηση : κα. Λ. Παπακωνσταντίνου για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η Αίτηση - 'Εφεση των Αιτητών, ημερομηνίας 30.04.2015, με την οποία εξαιτούνται ως ακολούθως : «Ι. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας για επίλυση συνοριακής διαφοράς ημερ. 27/3/15, με σφραγίδα αποστολής 3/4/15, την οποία παρέλαβαν οι Εφεσείοντες στις 7/4/15, με την οποία αυτός αποφάσισε ότι η έκταση γης (διαφιλονικούμενο μέρος) που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην εν λόγω απόφαση σε σχέση προς το κοινό εγγεγραμμένο σύνορο των ακινήτων (τεμαχίων 1XXXXX4 και 1XXXXX4 του Φ/Σχ. 37/21) στο χωριό Κακοπετριά, αποτελεί δήθεν μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 1XXXXX4 και είναι μέρος δήθεν της εγγραφής 0/7985 στο όνομα της MAKRIS ΗΟΤΕL (ΚΑΚΟΡΕΤRΙΑ) LΙΜΙΤΕD (Εφεσίβλητη). ΙΙ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αποφασίζεται ότι το υπό αναφορά και/ή διαφιλονικούμενο μέρος που σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην απόφαση 27.3.15 του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας, αποτελεί μέρος του τεμαχίου 1XXXXX4 του Φ/Σχ. 37/21 που ανήκει και κατέχεται νόμιμα από χρόνια από τους Εφεσείοντες. ΙΙΙ. Οποιανδήποτε άλλη Θεραπεία και/ή Διάταγμα το οποίο το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ως λογική και/ή δίκαιο και/ή εύλογο υπό τις περιστάσεις.» Η υπό κρίση αίτηση ερείδεται επί των άρθρων 50, 58, 61 και 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 και των τροποποιητικών Νόμων 3/60 μέχρι Ν. 48/

(1)/2015 ως και επί των Κανονισμών των εκδοθέντων την 5.7.1956 (που ισχύουν δυνάμει του άρθρου 85 του Κεφ. 224) και στους Κανονισμούς Δ.5, Δ.6, Δ.7, Δ.8, Δ.9 κ.ά. στη Νομολογία και στις ενυπάρχουσες και/ή εγγενείς και/ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 με την οποία δηλώνει ότι είναι συνιδιοκτήτης του τεμαχίου 1XXXXX4 με αριθμό εγγραφής 0/8482 Φ/ΣΧ 37/21 στην Κακοπετριά, μέρος του οποίου αφορά η επίδικη συνοριακή διαφορά και στο οποίο βρίσκεται η κατοικία των Αιτητών. Στο διαφιλονικούμενο μέρος υπάρχουν κατασκευές, τοίχοι αντιστήριξης και διάφορες προσθήκες. Δήλωσε επίσης ότι υπάρχει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Στις 4.10.94, 4.9.1996 και 6.11.2000 ειδοποιήθηκαν ότι καταχωρήθηκαν αιτήσεις για επίλυση συνοριακής διαφοράς από τους Καθ' ων η Αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα πραγματοποιήθηκαν τρεις επιτόπιες έρευνες και δεν πρόεκυψε ανάγκη διαφοροποίησης των συνόρων. Στις 7.4.2015 οι Εφεσείοντες παρέλαβαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Οι Εφεσίβλητοι-Καθ' ων η αίτηση την 19.11.2015 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω :
  1. Η έφεση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη και/ή ανυπόστατη.
  2. Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός τηρώντας τις νόμιμες διαδικασίες, κατόπιν δέουσας έρευνας και εφαρμόζοντας τις σχετικές αρχές, ορθά εξέδωσε την απόφαση του.
  3. Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και/ή ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός είναι δεόντως αιτιολογημένη, καθ' όλα ορθή και νομικά έγκυρη και/ή δίκαιη και επαρκής και εκδόθηκε συμφώνως και/ή σε πλήρη συμμόρφωση με τις επιβεβλημένες από τον Νόμο και τους Κανονισμούς, διαδικασίες.
  4. Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ενήργησε αμερόληπτα και αντικειμενικά και σε πλήρη συμμόρφωση με την, εκ του Νόμου καθορισθείσα, διαδικασία.
  5. Έχουν ληφθεί υπόψη όλοι οι προηγούμενοι διαχωρισμοί με βάση τους οποίους έχει ετοιμαστεί το εν χρήσει σχέδιο. Η χωρομετρική εργασία όπως διεξήχθη και τα ορόσημα που έχουν τοποθετηθεί είναι με τον ορθό τρόπο και είναι σύμφωνα με το εν χρήσει σχέδιο και/ή είναι απόλυτα ακριβή και ορθά.
  6. Οι Εφεσείοντες δεν παρουσιάζουν και/ή δεν επικαλούνται οποιουσδήποτε βάσιμους και/ή ισχυρούς λόγους οι οποίοι να αποδεικνύονται με την προσαχθείσα μαρτυρία και να ενεργοποιούν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς αντικατάσταση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου.
  7. Οι Εφεσείοντες έχουν αποτύχει να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των προσβαλλόμενων, με την υπό κρίση Έφεση, Θέσεων τους.
  8. Οι Εφεσείοντες έχουν αποτύχει να αποσείσουν το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Λευκωσίας.
  9. Με την υπό κρίση Έφεση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν προσφέρεται οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει ότι το σύνορο με βάση το εν χρήσει σχέδιο δεν είναι εκεί που το τοποθετεί ο χωρομέτρης του Κτηματολογίου. Η ένσταση των Εφεσιβλήτων - Καθ' ων η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Χαραλαμπίδη, γραμματέα των Εφεσιβλήτων - Καθ' ων η αίτηση. Ο ομνύοντας για τους Καθ' ων η αίτηση - Εφεσίβλητους, επανέλαβε τους λόγους ένστασης και ισχυρίστηκε ότι το διαφιλονικούμενο μέρος αποτελεί μέρος του ακινήτου των Εφεσιβλήτων και ότι οι Εφεσείοντες προέβησαν παράνομα και χωρίς την προηγούμενη συμφωνία των Εφεσιβλήτων στην προσθήκη διάφορων κατασκευών, με σκοπό να λάβουν παράνομα κατοχή αυτού. Η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, την 22.7.20016, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Εφεσείοντα
  10. Ο Εφεσείων 1 επισύναψε ως Τεκμήριο 1 την προσβαλλόμενη απόφαση, ως Τεκμήρια 2,3 και 4 τις ειδοποιήσεις για διευθέτηση συνοριακής διαφοράς ημερομηνίας 4.10.1994, 4.9.1996 και 6.11.2000 αντίστοιχα και ως Τεκμήριο 5 την άδεια οικοδομής ημερομηνίας 20.5.1987 και το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, ημερομηνίας 31.1.
  11. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ιεζεκιήλ Καταχωρήθηκε επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον κ. Ιεζεκιήλ Αγρονόμο- Τοπογράφο Μηχανικό. Ο κ. Ιεζεκιήλ ισχυρίστηκε ότι το επίδικο τεμάχιο έχει σχεδιαστεί σε κλίμακα 1:5000 και συμπεριλαμβάνεται στο εν χρήσει σχέδιο 37/
  12. Το εν λόγω σχέδιο είναι μικρής ακρίβειας, με σφάλμα εκτίμησης + -3,5 μέτρα, η οποία αυξάνεται λόγω μεγάλων υψομετρικών διαφορών του εδάφους. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα ως προς την ιστορική πορεία του επίδικου τεμαχίου : · Με τον φάκελο Α1449/49 και σύμφωνα με το Τεκμήριο 2(γ) το Τεμάχιο 347 έχει διαχωριστεί σε 347/1 και 347/2 στο σχεδιάγραμμα αυτό, το οποίο είναι σε κλίμακα 1/5000, και στο οποίο αναγράφεται μόνο μια μέτρηση 210 πόδια που αφορά την πρόσοψη του 347/1 .Αν μετρηθεί γραφικά η απόσταση αυτή τότε είναι 220 πόδια. Δεν υπάρχει καμιά άλλη εξασφάλιση της διαχωριστικής αυτής γραμμής. · Ακολούθως με τον Φάκελο Α3710/52 και σύμφωνα με το τεκμήριο 3(γ) και 3(β), το Τεμάχιο 347/1 έχει διαχωριστεί σε δύο νέα τεμάχια υπ' αριθμούς 347/1/1 και 347/1/2.Στό Τεκμήριο Τ3(γ) το οποίο είναι ένα sketch χωρίς κλίμακα, απλά αναγράφονται οι μετρήσεις των προσόψεων και των πισινών όψεων των νέων τεμαχίων Δηλαδή το τεμάχιο 347/1/1 έχει πρόσοψη 95 πόδια(28.96 μ) και πισινή όψη 85 πόδια (25.90 μ) και το Τεμάχιο 347/1/2 έχει πρόσοψη 120 πόδια (36.60 μ) και πισινή όψη 124 πόδια (37.80 μ). Το τεκμήριο αυτό αποτελεί την βάση του Διαχωρισμού και είναι το πιο σημαντικό έγγραφο στην όλη υπόθεση. · Σημείωση — ενώ στο φάκελο Α1449/49 στο Τεκμήριο 2(γ) αναγράφεται ως πρόσοψη των δύο τεμαχίων 210 πόδια στον Φάκελο Α3710/52 το άθροισμα των προσόψεων των δύο νέων τεμαχίων είναι 95+120 =215 πόδια. · Λαμβανομένων των μετρήσεων αυτών ο τότε Κτηματολόγος τότε πέρασε τον διαχωρισμό αυτό στο εν χρήσει σχέδιο σύμφωνα με το Τεκμήριο 3(γ). Ακολούθως ο μάρτυρας καταλόγισε τα ακόλουθα σφάλματα στον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο : · Στα χωρομετρικά σχέδια, τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 6της παρούσας Ένορκης Δήλωσής μου, κλίμακας 1/2500(3721ω1) και ως Τεκμήριο 7 Κλίμακας 1/1250
(37210203)της Κακοπετριάς, φαίνονται τα σταθερά σημεία 55,56,57, τα οποία χρησιμοποιεί το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στον καθορισμό των επίδικων τεμαχίων και στην εξέταση της συνοριακής Διαφοράς. Είναι φανερό ότι τα σταθερά αυτά σημεία δεν έχουν καμία σχέση με τα επίδικα, γιατί βρίσκονται σε άλλο φύλλο σχέδιο και όχι στο 37/21 που βρίσκονται τα επίδικα τεμάχια. Άρα λανθασμένα το Επαρχιακό Κτηματολόγιο εξάρτησε τις μετρήσεις του Φ/Σχεδίου 37/21 στο οποίο σταθερά άλλων φύλλων σχεδίων. Στα τεκμήρια αυτά τα επίδικα τεμάχια βρίσκονται στην Θέση περίπου που φαίνεται με κίτρινο χρώμα. · Είναι ισχυρισμός μου ότι, αν το Επαρχιακό Κτηματολόγιο εργαζόταν σωστά Θα έπρεπε να είχε εξαρτήσει και να καθορίσει τα σύνορα των επίδικων τεμαχίων από σταθερά σημεία επί του φ/σχεδίου 37/21 κλίμακας 1.5000 , γεγονός το οποίο δεν έπραξε. · Κατόπιν λήψης των πιστών αντιγράφων από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, είχα επισκεφτεί τα επίδικα τεμάχια 2 φορές ήτοι μια φορά πριν τις 28/6/2016 και μια φορά μετά τις 28/6/2016 όπου και διενέργησα μετρήσεις με το δορυφορικό σύστημα leίca 2000 στην περιοχή των επίδικων Τεμαχίων 1XXXXX4, 1XXXXX4 του Φ/Σχεδίου 37/21 στην Κακοπετρία. Αποτύπωσα σταθερά σημεία ,ευκρινή και αναλλοίωτα από το πέρασμα του χρόνου, αποτύπωσα υφιστάμενες καταστάσεις στο φύλλο σχέδιο 37/21 κλίμακας 1/5000 της Κακοπετριάς και όχι από άλλο φύλλο/σχέδιο γιατί είναι επιστημονικά λάθος να καθορίζομε ορόσημα λαμβάνοντας υπόψη σταθερά η άλλα σημεία από διαφορετικά φύλλα σχέδια. Με τις πιο πάνω μετρήσεις έχω κατασκευάσει το σχέδιο Κλίμακας 1/500, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  1. · Περαιτέρω, προσπάθησα να καθορίσω με ακρίβεια τα αρχικά σύνορα του Τεμαχίου 3XXXXX7 στην βόρεια πλευρά του με το Τεμάχιο 3XXXXX1 από το οποίο ξεκινούν οι μετρήσεις του Φακέλου Α3710/52 Τεκμήριο 3(γ) και αποτελούν την Βάση διαχωρισμού. Στην ανατολική πλευρά του αρχικού Τεμαχίου βρίσκεται πετράυλακο, το οποίο αποτελεί την συνοριακή γραμμή του 3XXXXX7 με το Τεμάχιο 3XXXXX
  2. Συμφωνα με το Τεκμήριο 3(γ) αν από το αρχικό σύνορο Κ3 και κ4 της συνοριακής γραμμής του Τεμαχίου 3XXXXX7 και 3XXXXX1 μετρήσουμε στην πρόσοψη 28.96 μετρά και στην ανατολική όψη 25.90 καθορίζουμε την συνοριακή γραμμή Κ1-Κ2 των επίδικων τεμαχίων 1XXXXX4 και 1XXXXX4 και ακολούθως αν μετρήσουμε 36.60 μέτρα και 37.80 μέτρα αντίστοιχα από το Τ1 και 2, ορίζουμε την συνοριακή γραμμή των τεμαχίων 1XXXXX4 και 1XXXXX6 ως φαίνεται στο Τεκμήριο 8(Κ5-Κ6). · Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο καθορίζει σαν άθροισμα των προσόψεων των επίδικών τεμαχίων συμφώνα με τον φάκελο Αχ464/2000, Τεκμήριο 5(ε) σε 64.80 μέτρα ενώ σύμφωνα με τον δικό του φάκελο Α3710/52 Τεκμήριο 3(γ) το άθροισμα των προσόψεων είναι 28.96 +36.60 =65.54 μέτρα. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω ανέφερε ότι η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι πλήρως αναιτιολόγητη, επιστημονικά ατεκμηρίωτη, πρόχειρη, καθώς δεν έχει βασιστεί σε πραγματικές μετρήσεις, δεν λαμβάνει υπόψη το εν χρήσει σχέδιο 37/21 κλίμακας 1/5000 της Κακοπετριάς, στο οποίο βρίσκονται τα επίδικα τεμάχια και δεν χρησιμοποιεί ουδεμία μέτρηση από σταθερά σημεία σ' αυτό. Βασίστηκε στις μετρήσεις του φακέλου ΑΧ209/2001 που αφορούσε αφαίρεση ρυμοτομίας και οι οποίες είναι λανθασμένες για τον λόγο ότι τα σταθερά σημεία 55,56,57 από τα οποία είναι εξαρτημένες όλες οι μετρήσεις, βρίσκονται σε άλλα φύλλα/σχέδια, τα οποία δεν έχουν καμιά σχεδιαστική σύνδεση με το 37/21 φύλλο/σχέδιο. Τα στοιχεία και οι μετρήσεις στα οποία βασίστηκε η απόφαση αυτή [Τεκμήριο 4(ζ)} έχουν παραποιηθεί. Επίσης στην απόφασή του ο Διευθυντής και συγκεκριμένα με το Τεκμήριο 1(δ) ενημερώνει τους αντίδικους με ένα σχέδιο χωρίς κλίμακα και χωρίς μετρήσεις για το επίδικο μέρος. Περαιτέρω, ο Διευθυντής στην απόφασή του δεν δίνει καμιά λεπτομέρεια για το επίδικο διαφιλονικούμενο μέρος. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση Η πλευρά των Καθ΄ ων η αίτηση ζήτησε και έλαβε επίσης από το Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σχετικά καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του XXXXX Γιώρκα, Αγρονόμου- Τοπογράφου Μηχανικού. Στην ένορκή του δήλωση ο κ. Γιώρκας απαντά στους ισχυρισμούς του κ. Ιεζεκιήλ. Ο κ. Γιώρκας συμφώνησε ότι από τον φάκελο Α3710/52 προκύπτει ότι το τεμάχιο 3XXXXX7/1 έχει διαχωριστεί σε δύο νέα τεμάχια με αριθμούς 347/1/1 και 3XXXXX7/1/
  3. Επίσης συμφώνησε ότι το Τεμάχιο 347 έχει σχεδιαστεί σε κλίμακα 1:5000 και συμπεριλαμβάνεται στο εν χρήσει Φύλλο/Σχέδιο 37/21, το οποίο σχέδιο είναι μικρής ακρίβειας με σφάλμα εκτίμησης +- 3,5 μέτρα. Ως προς τις διαφορές στις μετρήσεις που εντοπίζει ο κ Ιεζεκιήλ ανέφερε τα ακόλουθα : · Αναφορικά με τη διαφορά 10 ποδών που διαπιστώνει ο κ Ιεζεκιήλ στη μέτρηση της πρόσοψης του τεμαχίου 347/1 αναφέρει ότι η εν λόγω διαφορά αντιστοιχεί σε 3,04 μέτρα και εμπίπτει εντός του σφάλματος εκτίμησης των +- 3,5 μέτρων. · Αναφορικά με τις διαφορές στις μετρήσεις των προσόψεων των τεμαχίων με αριθμούς 3XXXX7/1/1 και 3XXXXX7/1/2, μεταξύ φακέλων Α1449/49 και Α3710/52, συμφωνεί κατ' αρχάς ότι υφίσταται διαφορά 5 ποδών. Ακολούθως, προχωρεί και επεξηγεί ότι η διαφορά στις μετρήσεις προκύπτει από διαφορετική μεθοδολογία που ακολουθήθηκε. Ακολούθως καταλήγει στο ότι εν πάσει περιπτώσει η διαφορά των 5 ποδών, ήτοι 1,52 μέτρων, η οποία προκύπτει από τη διαφορά στον τρόπο μέτρησης των δύο Κτηματολόγων, εμπίπτει εντός του σφάλματος εκτίμησης των +- 3,5 μέτρων λόγω μεγάλων υψομετρικών διαφορών του εδάφους και ως εκ τούτου δεν δύναται να θεωρηθεί ως λανθασμένη μέτρηση. Περαιτέρω ο κ. Γιώρκας διαφωνεί με τον κ. Ιεζεκιήλ ως προς το ότι θα ήταν λάθος να μην υιοθετηθεί η χωρομετρία του δρόμου, αφού αυτή προκύπτει από σχέδια μεγαλύτερης ακρίβειας από το σχέδιο κλίμακας 1 :
  4. Επιπρόσθετα επεξηγεί ότι ο δρόμος χωρομετρείται με βάση τα σταθερά χωρομετρικά σημεία 55,56,
  5. Καταλήγει δε, ο ομνύοντας, ότι δεν είναι επιστημονικά λάθος, όπως λανθασμένα αναφέρει ο κ. Ιεζεκιήλ στην παράγραφο 9 της ένορκής του δήλωσης, ημερομηνίας 19.7.2016, να εφαρμοστεί η οριοθέτηση του δρόμου (δυτικό σύνορο των επίδικων τεμαχίων) σύμφωνα με τα χωρομετρικά σημεία 55,56,
  6. Ως προς τον ισχυρισμό του κ. Ιεζεκιήλ ότι στον φάκελο ΑΧ209/2001 υπάρχει χωρομετρική σελίδα με διαφορετικές αποστάσεις για την οποία δεν γίνεται καμία αναφορά στα σημειώματα της χωρομετρίας και δεν είναι υπογεγραμμένη, παραπέμψε στο Τεκμήριο Γ επί της δήλωσής του. Σύμφωνα με τον κ. Γιώρκα το Τεκμήριο Γ αποτελεί την ορθή χωρομετρική σελίδα Μ2630 σελ 6-7 και είναι η ίδια σελίδα η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5(ε) στην ένορκη δήλωση του κ. Ιεζεκιήλ. Στο Τεκμήριο Γ σημειώνει, ο ομνύοντας, ότι η εν λόγω χωρομετρική σελίδα είναι υπογεγραμμένη και έχει εφαρμοστεί από το Κτηματολόγιο για σκοπούς οριοθέτησης των επίδικων τεμαχίων. Ακολούθως παρέπεμψε στο Τεκμήριο Β3 της δήλωσής του στο οποίο κύκλωσε τα σταθερά χωρομετρικά σημεία επί του σχεδίου κλίμακας 1 :
  7. Ισχυρίστηκε ότι τα σημεία αυτά είναι τα πλέον αξιόπιστα για σκοπούς οριοθέτησης των επίδικων τεμαχίων, καθότι κατά την επιτόπου επίσκεψή του στην περιοχή διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν άλλα σταθερά σημεία στα οποία μπορούσε να στηριχθεί η χωρομετρία στην κλίμακα 1:5000, παρά μόνο το πετραύλακο, το οποίο υιοθετείται ως το ανατολικό σύνορο των επίδικων τεμαχίων, και η δεξαμενή, η οποία αποτυπώθηκε επιτόπου και σημειώνεται με κόκκινο χρώμα στο Τεκμήριο Β
  8. Τέλος δήλωσε ότι προχώρησε σε μετρήσεις χρησιμοποιώντας ειδικό εξοπλισμό, οι οποίες συμφωνούν με τις μετρήσεις του Κτηματολογίου στον φάκελο Α3710/52, ο οποίος δίδει τις αποστάσεις των προσόψεων και πισινών όψεων των επίδικων τεμαχίων με μικρές αποκλίσεις, οι οποίες είναι αμελητέες για την κλίμακα 1:5000 και εμπίπτουν εντός του αποδεκτού σφάλματος εκτίμησης +- 3,5 μέτρα. Η δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ιεζεκιήλ. Ακολούθως, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του κ. Ιεζεκιήλ, προς απάντηση των ισχυρισμών του κ. Γιώρκα. Ο κ. Ιεζεκιήλ διαφώνησε με την άποψη του κ. Γιώρκα ότι το σφάλμα οφείλεται σε μεγάλες υψομετρικές διαφορές. Υπέδειξε ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει μεγάλη υψομετρική διαφορά, γιατί το βόρειο σύνορο του τεμαχίου 1364 στον δρόμο έχει υψόμετρο 740.30 μέτρα από τη μέση επιφάνεια της θάλασσας και το νότιο άκρο του τεμαχίου 1784 έχει υψόμετρο 743.40 μέτρα, δηλαδή η υψομετρική διαφορά κατά μήκος του δρόμου και στην πρόσοψη και των δύο επίδικων τεμαχίων είναι 3.10 μέτρα. Η πιο πάνω σχετικά μικρή υψομετρική διαφορά, σύμφωνα με τον κ. Ιεζεκιήλ, δεν δικαιολογεί το εν λόγω σφάλμα στους υπολογισμούς. Περαιτέρω, σε σχέση με τον ισχυρισμό του κ. Γιώρκα στην παράγραφο 4 (δ) σελίδα 4 της ένορκης δήλωσής του, ότι θα ήταν λάθος να μην υιοθετηθεί η χωρομετρία του δρόμου η οποία είναι μεγάλης ακρίβειας, υπέδειξε ότι τα κτηματολογικά σχέδια κλίμακας 1/1000 και 1/2500 δεν παρουσιάζουν καμία απολύτως σχεδιαστική συσχέτιση με τα επίδικα τεμάχια. Ακολούθως, αφού αναφέρθηκε στην ιστορική εξέλιξη της χωρομέτρησης στην Κύπρο υπέδειξε ότι σε όλα σχεδόν τα χωριά της Κύπρου στην ένωση των 2 Φύλλων/Σχεδίων 1/1250 και 1/5000 που είναι οι πιο συνήθεις κλίμακες, υπάρχει πολύ μεγάλη ασυμφωνία. Υπάρχουν χωριά που φτάνει η απόκλιση και/ή διαφορά και/ή το σφάλμα μέχρι και 10.00 μέτρα. Στην υπό κρίση υπόθεση με παραπομπή στα Τεκμήρια Τ7 και Τ6 επί της δήλωσής του, υπέδειξε σχεδιαστικές ασυμφωνίες μεταξύ των σχεδίων κλίμακας 1/1000 και 1/
  9. Επιπρόσθετα αντέκρουσε τον ισχυρισμό του κ. Γιώρκα ότι τα σταθερά χωρομετρικά σημεία 54,56 και 57 είναι ορατά στο εν χρήσει σχέδιο και ότι είναι τα μόνα στα οποία δύναται να στηριχθεί η οριοθέτηση των επίδικων τεμαχίων. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του επισύναψε ως τεκμήριο το χωρομετρικό σχέδιο κλίμακας 1/5000 που φέρει στο πίσω μέρος του πρωτότυπη σφραγίδα του Επαρχιακού Κτηματολογίου και ημερομηνία 29 Ιουλίου του
  10. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι σταυροί έχουν τοποθετηθεί με την υπόθεση Αχ209/2001 στην αφαίρεση της ρυμοτομίας από το Τεμάχιο 1365 Α από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο στο εν χρήσει σχέδιο 37/21, για να δικαιολογήσουν την αυθαίρετη και χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση πράξη τους και τα σημεία αυτά δεν είχαν και δεν έχουν καμία σχέση με το εν χρήσει σχέδιο 37/21 κλίμακας 1/5000, όπου βρίσκονται τα επίδικα τεμάχια. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι τα σταθερά αυτά σημεία δεν υπάρχουν καν επί του εδάφους γιατί είτε έχουν καλυφτεί από την ασφαλτική στρώση είτε έχουν καταστραφεί. Τέλος, αναφορικά με τις μετρήσεις του κ. Γιώρκα ανέφερε ότι ο κ. Γιώρκας αρκέστηκε να υιοθετήσει την άποψη του Κτηματολογίου, χωρίς επιτόπια έρευνα και/ή επαρκή έρευνα. Η δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Γιώρκα. Εις απάντηση των ισχυρισμών του κ. Ιεζεκιήλ καταχωρήθηκε δεύτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του κ. Γιώρκα. Αναφορικά, με τους ισχυρισμούς του κ. Ιεζεκιήλ, ως προς τις ασυμφωνίες μεταξύ των Φύλλων σχεδίων εξήγησε ότι αυτές οφείλονται στο ότι αποτελούν σχέδια διαφορετικής σχεδιαστικής ακρίβειας. Περαιτέρω, απέδωσε το γεγονός ότι τα χωρομετρικά σημεία στο εν χρήσει κτηματολογικό σχέδιο, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Τ7 στην ένορκη δήλωση του κ. Ιεζεκιήλ, δεν φαίνονται, στο ότι αυτά δεν αφορούν το κοινό και είναι μόνο για χρήση του Κτηματολογίου. Ανέφερε περαιτέρω ότι όλα τα Traverse-Points (σταθερά χωρομετρικά σημεία) καθώς και όλες οι χωρομετρικές γραμμές φαίνονται στο αρχικό κτηματικό σχέδιο σε κανναβάτσο (σακούλα όπου έγινε η αρχική σχεδίαση της Κύπρου), ητο οποίο βρίσκεται στο αρχείο του Κτηματολογίου και αν χρειαστεί ανά πάσα στιγμή τα σταθερά χωρομετρικά σημεία μεταφέρονται για χωρομετρικούς σκοπούς με ακρίβεια στο κτηματικό σχέδιο οποιασδήποτε κλίμακας. Επισύναψε σχετικά ως Τεκμήριο 3 αντίγραφα κανναβάτσου κλίμακας 1:1000 και 1:2500, όπου φαίνονται καθαρά τα χωρομετρικά σημεία 54, 56, 57 Διαδικασία- Γεγονότα Οι Αιτήσεις- Εφέσεις υπό το άρθρο 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ 224 διέπονται από τους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς. Το άρθρο 10 των πιο πάνω κανονισμών προνοεί ότι η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σχετική, επίσης, ως προς την ακολουθητέα διαδικασία σε παρόμοιας φύσης αιτήσεις, είναι η απόφαση Προκοπίου ν. Ryan κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982. Στην υπό κρίση υπόθεση καταχωρήθηκε, σύμφωνα με τις πρόνοιες των κανονισμών 6
(2)και
(3), των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμών, η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή. Στην υπό εξέταση υπόθεση ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε να αντεξετάσει. Συνεπώς, το Δικαστήριο για τη διακρίβωση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο κάθε ένας τις θέσεις του. Νομική Πτυχή- αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Η εξουσία του Διευθυντή για επίλυση συνοριακών διαφορών Η εξουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου να επιλύει συνοριακές διαφορές πηγάζει από το άρθρο 58 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει τη διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπι ειδοποίησης που δίνεται στα μέρη τουλάχιστο δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για το χρόνο κατά τον οποίο θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα και κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή άλλης διαδικασίας αναφορικά με τη διαφορά αυτή, εκτός αν αυτή επιλύθηκε σε πρώτο στάδιο όπως προνοείται στο άρθρο αυτό.» Ως προς το εύρος και τη φύση της σχετικής εξουσίας του Διευθυντή διαφωτιστική είναι η απόφαση Πίτσα Γεωργίου Είκοσι ν. Βύρωνα Αργυρού Αργυρίδη
(2012), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όπως επισημάνθηκε καί από την πρωτόδικη δικαστή, με αναφορά στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 100, ο Διευθυντής ενεργώντας στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχονται από τα Άρθρα 50 και 58 για επίλυση συνοριακών διαφορών, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η ενάσκηση της οποίας εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. επίσης Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 Α.Α.Δ. 885).» Η πιο πάνω εξουσία του Διευθυντή αποτελεί ταυτόχρονα και επιτακτικό του καθήκον και ο Διευθυντής οφείλει να επιλύσει τη διαφορά. Σχετική είναι απόφαση Pitsilides and another v. Nasif and another
(1982)1 C.LR. 426. Η εν λόγω επιτακτική υποχρέωση του Διευθυντή ασκείται, όπως έχει λεχθεί στην Ηρακλή Κωμοδρόμου v. Όλγας Χριστάκη Κόκου,
(2013)1 ΑΑΔ 1442, υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου. Η έκταση του Δικαστικού ελέγχου σε αίτηση έφεσης στα πλαίσια του άρθρου 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ 224 έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Στην καλά γνωστή αυθεντία Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτας Παπανεοκλή
(1992)1 ΑΑΔ 906 το εφετείο, συνοψίζοντας τις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, ανέφερε τα ακόλουθα : «To άρθρο 80 του Κεφ. 224 προσφέρει το μηχανισμό για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων, διαταγών και γνωστοποιήσεων του Διευθυντή που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Όπως έχει νομολογηθεί με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αναθεώρηση της προσβαλλόμενης ενέργειας του Διευθυντή γίνεται με βάση τις αρχές που διέπουν την αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο των ενεργειών του που εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. (Bλ.Peyiotis ν. Polemidis
(1982)1 CLR 442, Kafieros and Another v. Theocharous and Others
(1978)1 CLR 619. Οπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Μενέλαος Γ. Αθανάση και άλλοι ν. Μάμας Βαρνάβα Χατζημάμα και άλλος, Πολ. Εφ. 7545 -20.3.90, η έρευνα στα πλαίσια της άσκησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 80, δεν περιορίζεται στο εύλογο αλλά επεκτείνεται και στην ουσία της απόφασης του Διευθυντή.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην απόφαση Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 100. Παράλληλα στην απόφαση Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 β Α.Α.Δ. 885 υποδείχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Ενόψει των πιο πάνω, λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε υποθέσεις όπως την παρούσα. Αναφορικά με την αιτιολογία αυτή επιβάλλεται και από τον Καν. 6 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικών Κανονισμών του 1956.» Στην επίλυση συνοριακής διαφοράς καθοριστικό παράγοντα αποτελεί το εν χρήσει κτηματολογικό σχέδιο. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Πίτσα Γεωργίου Είκοσι ( ανωτέρω) και Χατζησωφρονίου κ.ά. ν. Βασιλείου κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1534. Στην απόφαση Ρωσσίδου ν. Κυπριανού κ.ά
(2002)1 Α.Α.Δ 1695, τονίσθηκε ότι η εκ των υστέρων εμφάνιση της επί του εδάφους κατάστασης δεν μπορεί να υπερισχύσει έναντι του εν χρήσει σχεδίου. Τονίζεται ότι το βάρος απόδειξης ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη βαρύνει τους Αιτητές. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kafieros v. Theocharous
(1978)1 C.L.R 619 και Προκοπίου ν. Ryan κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ 1982. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω τους λόγους Έφεσης που προβάλλονται από τους Αιτητές. Ο ισχυρισμός ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη Όπως προκύπτει από τη νομολογία το εκάστοτε εν χρήσει σχέδιο αποτελεί αυθεντικό οδηγό για την επίλυση συνοριακής διαφοράς. Σχετική είναι η απόφαση Χαραλάμπους ν. Κωνσταντίνου
(2010)1 Α.Α.Δ
  1. Τονίζεται ότι η πλευρά των Αιτητών δεν αμφισβήτησε την ορθότητα των εν χρήσει σχεδίων. Οι Αιτητές με τους λόγους έφεσης 1,2,15 και 16 βάλλουν κατά της ορθότητας και εγκυρότητας της εκτέλεσης της χωρομετρικής εργασίας. Η τοποθέτηση οροσήμων ήταν εσφαλμένη. Με τους λόγους έφεσης 1,2 οι Αιτητές ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι ο κτηματολογικός λειτουργός έσφαλλε στη διαπίστωση και οριοθέτηση του κοινού εγγεγραμμένου συνόρου. Προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού μαρτυρία έδωσε ο τοπογράφος κ. Ιεζεκιήλ. Ο κ. Ιεζεκιήλ ισχύριστηκε ότι τα σταθερά σημεία 55,56 και 57 από τα οποία το Κτηματολόγιο εξάρτησε την επίλυση της συνοριακής διαφοράς δεν έχουν καμία σχέση με τα επίδικα τεμάχια, γιατί βρίσκονται σε άλλο φύλλο /σχέδιο και όχι στο 37/21 που βρίσκονται τα επίδικα τεμάχια. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι τα σταθερά σημεία λήφθηκαν από τα σχέδια που ήταν σε κλίμακα 1 : 1000 και 1 :
  2. Στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε ότι τα σταθερά σημεία που χρησιμοποιήθηκαν δεν φαίνονται στα πιο πάνω σχέδια. Ο κ. Ιεζεκιήλ ισχυρίστηκε επίσης ότι τα ορόσημα αυτά δεν εμφαίνονται στο κτηματολογικό σχέδιο κλίμακας 1:
  3. H πιο πάνω θέση αντικρούεται από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Γιώρκα, ο οποίος έδωσε μαρτυρία υπέρ των Εφεσιβλήτων. Συγκεκριμένα ο κ. Γιώρκας, με το Τεκμήριο Β3, υποδεικνύει στο σχέδιο κλίμακας 1: 5000 τα σταθερά χωρομετρικά σημεία. Εις απάντηση του πιο πάνω ισχυρισμού του κ. Γιώρκα ο κ. Ιεζεκιήλ, στη δεύτερή του συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ισχυρίστηκε ότι τα σταθερά χωρομετρικά σημεία δεν εμφαίνονται στο σχέδιο κλίμακας 1 :5000, του έτους
  4. Ο κ. Ιεζεκιήλ προχωρεί, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, και υποδεικνύει άλλα βοηθητικά σημεία που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Η θέση αυτή του κ. Ιεζεκιήλ απαντήθηκε στην 2η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Γιώρκα, ο οποίος δηλώνει ότι ο λόγος που αυτά δεν εμφαίνονται στο Τεκμήριο, το οποίο επισύναψε ο κ. Ιεζικίηλ, στη δεύτερή του συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι γιατί το σχέδιο που επισύναψε ήταν αντίγραφο του σχεδίου που δίδεται προς το κοινό. Αντίθετα στο Τεκμήριο 3 επί της δεύτερης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ Γιώρκα, το οποίο αποτελείται από αντίγραφα κανναβάτσου του κτηματικού σχεδίου κλίμακας 1:1000 καί 1:2500, φαίνονται τα επίδικα ορόσημα. Επιπρόσθετα ο κ. Γιώρκας ανέφερε ότι τα χωρομετρικά σημεία που υπέδειξε ο κ. Ιεζεκιήλ με τη δεύτερη ένορκή του δήλωση στο σχέδιο του έτους 1986, βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από τα επίδικα τεμάχια, σε αντίθεση με τα σημεία που έλαβε υπόψη το Κτηματολόγιο και παράλληλα κάποια εξ' αυτών έχουν αλλοιωθεί από την πάροδο του χρόνου. Από μελέτη του Τεκμηρίου 3 επί της δεύτερης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του κ. Γιώρκα φαίνεται ότι τα σημεία που λήφθηκαν υπόψη ως σταθερά σημεία εμφαίνονται στα σχέδια κλίμακας 1:1000 και 1:
  5. Περαιτέρω από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι τα σχέδια κλίμακας 1:1000 καί 1:2500, αφορούν τα επίδικα τεμάχια και αποτελούν μέρος των μητρώων του κτηματολόγιου. Επιπλέον μέσα από το Τεκμήριο 3 επί της δεύτερης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Γίωρκα και τους ισχυρισμούς του στην παράγραφο 4(α) καταδεικνύεται η σχεδιαστική συσχέτιση μεταξύ των σχεδίων όλων των κλιμάκων. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του κ Ιεζεκίηλ ότι τα σταθερά σημεία που λήφθηκαν υπόψη από το Κτηματολόγιο δεν συσχετίζονται με τα επίδικα τεμάχια. Το γεγονός ότι τα ορόσημα φαίνονται σε σχέδιο μεγαλύτερης ευκρίνειας από το σχέδιο κλίμακας 1:5000, δεν καθιστά τη χρήση τους αυθαίρετη, εφόσον είναι δυνατή η συσχέτιση τους με το σχέδιο κλίμακας 1:
  6. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εναλλακτικά ορόσημα που υποδείχθηκαν από τον κ. Ιεζεκιήλ, ενόψει της απόστασης στην οποία βρίσκονται, δεν είναι καταλληλότερα από τα ορόσημα που χρησιμοποίησε ο Διευθυντής Κτηματολογίου, για νσ καταλήξει στην απόφασή του. Συνακόλουθα, στη βάση των πιο πάνω, προκύπτει ότι τα ορόσημα τέθηκαν με βάση σταθερά ορόσημα, τα οποία εμφαίνονται στο εν χρήσει κτηματολογικό σχέδιο και το Δικαστήριο δεν εντοπίζει αδυναμίες που να καθιστούν το αποτέλεσμα ανακριβές. Αντίθετα προκύπτει ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν εύλογη υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου. Σχετική είναι η απόφαση Κωμοδρόμου (ανωτέρω). Ακόμα και εάν γίνει δεκτή η θέση ότι η επί τόπου κατάσταση ήταν διαφορετική από το εν χρήσει σχέδιο αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα που προκύπτει από το εν χρήσει σχέδιο. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ρωσσίδου, Πίτσα Γεωργίου Είκοσι και Χατζησωφρονίου (ανωτέρω). Ο Διευθυντής βασίστηκε σε παραποιημένα στοιχεία Ο κ. Ιεζεκιήλ, στην πρώτη του συμπληρωματική ένορκη δήλωση ανέφερε ότι το Επαρχιακό Κτηματολόγιο με τον φάκελο ΑΧ464/2000 προχωρεί στην εξέταση της συνοριακής διαφοράς λαμβάνοντας υπόψη το Τεκμήριο 5(ε) το οποίο είναι ανυπόγραφο και παραποιημένο σε διάφορες μετρήσεις. Ο ισχυρισμός του κ. Ιεζεκιήλ αντικρούεται από την ένορκη δήλωση του κ. Γιώρκα, ο οποίος επισυνάπτει το Τεκμήριο Γ, το οποίο είναι αντίγραφο της ίδιας χωρομετρικής σελίδας που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5(ε) στην ένορκη δήλωση του κ. Ιεζεκιήλ. Στο Τεκμήριο Γ φαίνεται ευκρινώς τόσο η υπογραφή όσο και τα στοιχεία του φακέλου αλλά και του κτηματολογικού σχεδίου. Ο σχετικός ισχυρισμός του κ. Γιώρκα και το Τεκμήριο Γ επί της ενόρκου δηλώσεώς του δεν έχει αμφισβητηθεί. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η απόφαση βασίζεται σε παραποιημένα στοιχεία. Διαφορές στις μετρήσεις μεταξύ κτηματολογικών φακέλων. Η πλευρά των Αιτητών στη γραπτή της αγόρευση εισηγήθηκε ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου καμιά εξήγηση δεν δίδει για τις διαφορές ανάμεσα στις μετρήσεις μεταξύ των κτηματολογικών φακέλων. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών ενέταξε το ζήτημα των διαφορών που παρουσιάζονται στις μετρήσεις μεταξύ των κτηματολογικών φακέλων, κυρίως, στα πλαίσια της εισήγησής της για το κατ΄ ισχυρισμόν αναιτιολόγητο της απόφασης του Διευθυντή και της παράβασης των αρχών της καλής πίστης. Προς επίρρωση της θέσής της περί διαφορών στις μετρήσεις παρέπεμψε στην παράγραφο 5(γ) της πρώτης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Ιεζεκιήλ, όπου υποδεικνύεται διαφορά μεταξύ των μετρήσεων στους φακέλους Α1449/49 και Α3710/52, ύψους πέντε ποδών. Επίσης ο κ. Ιεζεκιήλ διαπίστωσε διαφορά στη μέτρηση στη μέτρηση της πρόσοψης του τεμαχίου 347/1 μεταξύ των φακέλων Α1449/49 και Α3710/
  7. Το γεγονός ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ των μετρήσεων στους φακέλους Α1449/49 και Α3710/52 πέντε ποδών είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Ο κ Ιεζεκιήλ στην πρώτη του συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην παράγραφο 5(γ) διαπιστώνει την εν λόγω διαφορά, δηλώνοντας ότι υιοθετήθηκαν στο εν χρήσει κτηματολογικό σχέδιο οι μετρήσεις του φακέλου Α 3710/
  8. Στον αντίποδα ο κ Γιώρκας στη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφού αναφέρεται στην διαφορετική μεθοδολογία μέτρησης, καταλήγει ότι η διαφορά πέντε ποδών, ήτοι 1.52 μέτρων, μεταξύ των μετρήσεων των δύο φακέλων, εμπίπτει στο όριο του αποδεκτού περιθωρίου λάθους ύψους + - 3,5 μέτρων. Το ίδιο ισχύει και για την διαπιστωθείσα διαφορά 10 ποδών που διαπιστώνει ο κ Ιεζεκιήλ, στη μέτρηση της πρόσοψης του τεμαχίου 347/
  9. Η πιο πάνω διαφορά είναι παραδεκτή από το κ. Γιώρκα αλλά όπως επεξηγείται από τον ίδιο εμπίπτει τος περιθώριο λάθους ύψους + - 3,5 μέτρων. Διευκρινίζεται ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η μέτρηση ή η μεθοδολογία μέτρησης, η οποία εν τέλει υιοθετήθηκε στο εν χρήσει σχέδιο, ήταν εσφαλμένη. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι το σχέδιο κλίμακας 1 :500 έχει περιθώριο λάθους ύψους + - 3,5 μέτρων. Ένα οι Αιτητές θεωρούσαν εσφαλμένη την υιοθέτηση των μετρήσεων που προκύπτουν από τον φάκελο Α3710/52, στο εν χρήσει σχέδιο, τότε θα έπρεπε να προβούν στα κατάλληλα διαβήματα για διόρθωση του λάθους. Σχετική είναι η απόφαση Πίτσα Γεωργίου Είκοσι (ανωτέρω). Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση Ρωσσίδου (ανωτέρω) το εν χρήσει σχέδιο αποτελεί αυθεντικό οδηγό και το αποτέλεσμα από τις μετρήσεις πρέπει να θεωρηθεί ικανοποιητικό ανεξάρτητα από τον βαθμό ακρίβειας που το σχέδιο επιτρέπει. Συνεπώς η διαφορά στις μετρήσεις, οι οποίες εμπίπτουν στο όριο του σφάλματος ανάμεσα στον φάκελο Α1449/49 και Α3710/52 και η υιοθέτηση των τελευταίων δεν έχει αποδειχθεί ότι συνιστούν σφάλμα. Συνακόλουθα δεν έχει αποδειχθεί ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή υπό το φως του διαθέσιμου υλικού και των μητρώων του Κτηματολογίου. Σχετική είναι η απόφαση Κωμοδρόμου (ανωτέρω). Ανεξάρτητα με το πιο πάνω, οι Αιτητές, εάν όντως επέμεναν στην ύπαρξη του ισχυριζόμενου λάθους θα έπρεπε να προβούν στα κατάλληλα διαβήματα για διόρθωση του και όχι να το εγείρουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η απόφαση του Διευθυντή είναι αναιτιολόγητη, προϊόν έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και παραβιάζει τις αρχές της καλής πίστης. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο κατά τον έλεγχο της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου εφαρμόζει κατ' αναλογία τις αρχές που διέπουν τον ακυρωτικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων. Οι Αιτητές μέσω σειράς από λόγους έφεσης εγείρουν ουσιαστικά λόγους ακύρωσης που συναρτώνται με τους λόγους ακύρωσης Διοικητικών πράξεων. Συγκεκριμένα με τους λόγους έφεσης 5, 6,7,8,9,11, 12,13,14 και 17 εγείρουν το ζήτημα της πλάνης περί τα πράγματα, της παράβασης των αρχών της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του Διοικουμένου, της έλλειψης αιτιολογίας και δέουσας έρευνας. Οι πιο πάνω λόγοι ακύρωσης έχουν ως υπόβαθρο γεγονότων τον ισχυρισμό που προβάλλεται από τον Αιτητή 1, ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου σε τρεις περιπτώσεις κατά το παρελθόν κάλεσε τους διάδικους σε επιτόπια έρευνα προς επίλυση συνοριακής διαφοράς. Περαιτέρω βασίζεται στο ότι, την 31.1.2001, εκδόθηκε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της οικοδομής που ανεγέρθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τα σύνορα πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης και τον σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας. Ενόψει των πιο πάνω υποστηρίζουν οι Αιτητές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της καλής πιστής , είναι αναιτιολόγητη και προϊόν έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα. Ως προς τις έννομες συνέπειες της ύπαρξης ειδοποίησης κατά το παρελθόν για επιτόπια εξέταση, σημειώνεται ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ως προς το ποίο συγκεκριμένα ήταν το αποτέλεσμα των προηγούμενων τριών αυτών επιτόπιων ερευνών. Επίσης παραμένει αδιευκρίνιστος ο λόγος που δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση στις προηγούμενες αιτήσεις συνοριακής διαφοράς. Τονίζεται ότι η συνοριακή διαφορά επιλύεται με απόφαση του Διευθυντή και δεν μπορούν οι όποιοι ισχυρισμοί περί προφορικής διαβεβαίωσης των Αιτητών, στην απουσία απόφασης, να συνιστούν επίλυση της διαφοράς, η οποία γεννά έννομα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Στην απουσία των πιο πάνω δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα ότι δημιουργήθηκε μια ευμενής κατάσταση για τους Αιτητές, η οποία ανατράπηκε με την υπό κρίση απόφαση του Διευθυντή. Αντίθετα αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ότι υφίστατο συνοριακή διαφορά, την οποία ο Διευθυντής είχε επιτακτικό καθήκον να επιλύσει. Εφόσον, λοιπόν, δεν υφίσταται οποιαδήποτε ένδειξη περί προηγούμενης απόφασης του Διευθυντή, δεν μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε εύρημα περί ευμενούς κατάστασης για τους Αιτητές την οποία ο Διευθυντής δεν μπορούσε να ανατρέψει ή για να την ανατρέψει απαιτείτο ειδική αιτιολογία, ως εισηγούνται οι Αιτητές. Εφόσον, λοιπόν, δεν δημιουργήθηκε μια ευμενής κατάσταση πραγμάτων υπέρ των Αιτητών, δεν μπορεί να επιτύχει ούτε το επιχείρημα της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών, ότι οι διαφορές στις μετρήσεις , οι οποίες εμπίπτουν στο αποδεκτό περιθώριο λάθους του κτηματολογικού σχεδίου, έπρεπε να προσμετρήσουν υπέρ των Αιτητών, στα πλαίσια της αρχής τη μη ανατροπής των εύλογων προσδοκιών των Αιτητών. Επιπρόσθετα ελλείψει μαρτυρίας για τα πιο πάνω δεδομένα δεν μπορεί να προκύψει και οποιοδήποτε κώλυμα για τον Διευθυντή να επιλύσει την επίδικη διαφορά. Σχετική είναι η απόφαση Ε.Κ. Κατέκος Λτδ v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.ά.
(2003)1Α Α.Α.Δ 256. Παράλληλα ο ισχυρισμός ότι η επίδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη δεν μπορεί να ευσταθήσει . Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή, η οποία κατατέθηκε σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς, καταγράφεται με σαφήνεια η κτηματολογική εργασία. Συνεπώς η αιτιολογία που παρατίθεται δεν μπορεί να κριθεί ανεπαρκής. Εφόσον, λοιπόν, η αιτιολογία προκύπτει μέσα από τα στοιχεία του φακέλου δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση περί αναιτιολόγητης απόφασης. Τονίζεται η πάγια νομολογιακή αρχή ότι η αιτιολογία δεν είναι ανάγκη να περιέχεται στο σώμα της απόφασης αλλά μπορεί να συναχθεί και από τα στοιχεία του φακέλου.Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Παντελούρης κ.ά. ν. Υπουργικού Συμβουλίου
(1991)3 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω, είναι καλά νομολογημένο ότι το πιστοποιητικό εγγραφής δεν είναι ο αυθεντικός οδηγός της ιδιοκτησίας, αλλά η εκ πρώτης όψεως απόδειξή της, αφού αυθεντικό οδηγό της ιδιοκτησίας αποτελεί ο συσχετισμός του τεμαχίου προς το κτηματολογικό σχέδιο σύμφωνα και με το άρθρο 50 του Κεφ.
  2. Σχετική είναι η απόφαση Άννα Μιλτιάδου Ιωάννου v. Σοφίας Kωνσταντίνου κ.ά
(1999)1Β Α.Α.Δ 749. Συνεπώς, το γεγονός ότι στο διαφιλονικούμενο μέρος υπάρχουν κατασκευές, που φαίνονται στο πιστοποιητικό εγγραφής, δεν μπορεί να επηρεάσει την παρούσα. Επίσης, το γεγονός ότι επηρεάζονται κατασκευές που ανέγειραν οι Αιτητές δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ανατροπής της απόφασης του Διευθυντή και των εν χρήσει κτηματολογικών σχεδίων. Σχετική είναι η απόφαση Χρυσάνθη Ευσταθίου Χαραλάμπους v.Έλενα Κωνσταντίνου
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1972, όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα : «Η ύπαρξη παλαιάς υφιστάμενης κατοικίας και τοίχου, καθώς και το γεγονός ότι η συνοριακή γραμμή περνά μέσα από το υπνοδωμάτιο της κατοικίας της Εφεσίβλητης, δεν είναι αρκετά για να ανατρέψουν τα εν χρήσει σχέδια και όλες τις υπόλοιπες μετρήσεις στις οποίες προέβη το κτηματολόγιο με τη χρήση μετροταινίας, έρευνας σε παλαιούς φακέλους διαχωριζόμενων τεμαχίων και σταθερή έρευνα στην γύρω περιοχή.» Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι οι Αιτητές δεν κατάφεραν να καταδείξουν ότι συντρέχουν οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφουν στις παραγράφους 5, 6,7,8,9,11, 12,13,14 και 17 της αίτησής τους. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη ή ότι πάσχει καθοιονδήποτε τρόπο. Συνακόλουθα, η υπό κρίση Αίτηση- Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εφεσιβλήτων, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ / cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.