Ευστρατίου ν. ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ.Αγωγής: 6080/2005, 31/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A475 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 6080/2005 Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου, ημερ.17.11.2017 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Ευστρατίου Ενάγοντα -και- ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 31.08.2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Δ. Μιχαηλίδης για τον κ. Χρ. M. Τριανταφυλλίδη Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Κλ. Στυλιανού για Τορναρίτης και Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 16.06.2005, η εναγόμενη τράπεζα τερμάτισε την εργοδότηση του ενάγοντα. Τούτο, ως αναφέρεται σε σχετική επιστολή της τελευταίας, ίδιας ημερομηνίας, ήταν το αποτέλεσμα σοβαρών παραπτωμάτων στα οποία ο ενάγοντας είχε υποπέσει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ήτοι σοβαρών και/ή επανειλημμένων παραβιάσεων των κανόνων εργοδότησης και/ή των εσωτερικών κανονισμών της εναγομένης. Περαιτέρω, ως του υποδεικνυόταν, είχε επιδείξει τέτοια διαγωγή, ώστε η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου, λαμβανομένης υπόψη της φύσης των εργασιών της εναγομένης, δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί. Δύο περίπου μήνες αργότερα, ήτοι στις 11.8.2005, ο ενάγοντας δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρησε, αξιώνει αποζημιώσεις λόγω του παράνομου ως τον χαρακτηρίζει τερματισμού των υπηρεσιών του, ως επίσης την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων, στη βάση των οποίων η ως άνω απόφαση τερματισμού των υπηρεσιών του να θεωρηθεί παράνομη και/ή άκυρη καθότι είναι αποτέλεσμα διαδικασίας που ακολουθήθηκε από την εναγομένη κατά παράβαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και/ή κατά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Ως ειδικότερα προκρίνει στις δικογραφημένες του θέσεις, οι λόγοι για τους οποίος αποδίδονται σε αυτόν οι ως άνω ενέργειες, συμπεριφορά και παραλείψεις, είναι παντελώς αβάσιμοι και/ή ανεδαφικοί και/ή πραγματικά και/ή νομικά αστήριχτοι ισχυρισμοί. Περαιτέρω, σημειώνει πως ενώ εμφανιζόμενος ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής δήλωσε ότι δεν αποδεχόταν και/ή απέρριπτε όλες τις κατηγορίες που του αποδίδονταν, εντούτοις καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την πλευρά της εναγομένης που να υποστηρίζει τις κατηγορίες αυτές για να δοθεί έτσι η ευκαιρία στην πλευρά του να τις αντικρούσει. Τα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής, προβάλλει, στην προσπάθεια τους να στοιχειοθετήσουν υπόθεση εις βάρος του μέσω των δικών του θέσεων και απαντήσεων, υπέβαλλαν στον ίδιο ερωτήσεις με τον τελευταίο να αρνείται να απαντήσει. Αποτελεί περαιτέρω θέση του πως μετά τη λήψη της παράνομης απόφασης περί της «ενοχής του», οι εναγόμενοι παράλειψαν και/ή αμέλησαν να τον καλέσουν να τοποθετηθεί πριν από την επιβολή της ποινής, προχωρώντας παράνομα να τερματίσουν τις υπηρεσίες του χωρίς να τον ακούσουν. Οι εναγόμενοι με την καταχώρηση της υπεράσπισης τους δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι ο ενάγων προσελήφθη στην υπηρεσία τους τον Δεκέμβριο του
- Στον αντίποδα ωστόσο των πιο πάνω, υποδεικνύουν ότι καθόλα νόμιμα απολύθηκε από την υπηρεσία της εναγομένης, για τους λόγους που περιγράφονται στη σχετική με τούτο επιστολή που παρέδωσαν στον ενάγοντα κατά την 16.06.
- Αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι ακολουθήθηκε κατά γράμμα η καθόλα νόμιμη πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται στους εσωτερικούς κανονισμούς της τράπεζας, διαδικασία η οποία αποτελούσε όρο και μέρος της σύμβασης απασχόλησης του ενάγοντα. Στον ενάγοντα, ο οποίος ως σημειώνεται επανειλημμένα εμφανίστηκε ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής χωρίς να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της, δόθηκε πλήρης πληροφόρηση για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε όπως και η ευκαιρία, επανειλημμένα, να απαντήσει τόσο γραπτώς όσο και προφορικά σε αυτές. Απορρίπτοντας κάθε απαίτηση του ενάγοντα, αποτελεί παράλληλα θέση τους ότι μεσολαβούσης της ψήφισης του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, (Ν.17(Ι)/2013)και της έκδοσης σχετικών διαταγμάτων δυνάμει του ως άνω νόμου, ως επίσης της μεταβίβασης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εναγομένης στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, οποιαδήποτε δικαιώματα που ο ενάγων τυχόν αποφασιστεί ότι θα έχει σε σχέση με την επίδικη σύμβαση εργοδότησης του, αυτά μεταβιβάστηκαν και/ή μεταφέρθηκαν στην ως άνω αναφερόμενη τράπεζα. Ανεξάρτητα δε από την προβολή της θέσης ότι ο ενάγων δεν έχει πλέον οποιοδήποτε δικαίωμα να αξιώνει θεραπείες εναντίον τους, οι εναγόμενοι προκρίνουν πως η όποια ευθύνη ήθελε τυχόν αποδοθεί στην εναγόμενη τράπεζα, δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη ότι σύμφωνα με την Κ.Δ.Π.104/2003, αυτή τερματίζεται στις 26.03.2013, ημερομηνία που εκ των πραγμάτων δεν θα ήταν οι εργοδότες του. Με την Απάντηση του στην Υπεράσπιση της εναγομένης, ο ενάγοντας, απορρίπτοντας τις δικογραφημένες θέσεις της τράπεζας, επαναλαμβάνει ουσιαστικά την θέση ότι η νομιμότητα των διαδικασιών και/ή της απόφασης τερματισμού των υπηρεσιών του πάσχει, κατά τρόπο που νομιμοποιείται να απαιτεί αποζημιώσεις. Παρουσιάζοντας την υπόθεσή της, η πλευρά του ενάγοντα παρουσίασε δύο μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου. Δύο μάρτυρες κλήθηκαν επίσης από την πλευρά της εναγομένης. Καταθέτοντας ο ενάγων από το εδώλιο του μάρτυρα υιοθέτησε γραπτή δήλωση του, (Έγγραφο Α) στα πλαίσια της οποίας ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες του θέσεις περί αβάσιμων, ανεδαφικών και αστήριχτων πραγματικά και νομικά ισχυρισμών των εναγομένων, στην βάση των οποίων τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του. Επέμενε επίσης στο γεγονός ότι στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας, η πλευρά των εναγομένων ουδεμία μαρτυρία παρουσίασαν για να υποστηρίξουν τις κατηγορίες που του αποδίδονταν, προσπαθώντας ουσιαστικά να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση εναντίον του μέσω των δικών του θέσεων και απαντήσεων. Τούτο, παρά το γεγονός πως τόσο ο ίδιος όσο και ο παριστάμενος δικηγόρος του δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε ότι δεν θα επιμείνει στην προώθηση της αξίωσης του για καταβολή ποσού £54.749,48 που αντιπροσωπεύει φιλοδώρημα το οποίο εδικαιούτο κατά τον χρόνο του τερματισμού των υπηρεσιών του, με δεδομένο, όπως εξήγησε, ότι το ως άνω ποσό αποδόθηκε τελικά στον ίδιο. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια, όπως το αντίγραφο του εγγράφου πρόσληψης του στην υπηρεσία της εναγομένης, ημερ. 01.12.1985, (Τεκμήριο 1) αντίγραφο της επιστολής τερματισμού των υπηρεσιών του, ημερ. 16.06.2005, (Τεκμήριο 3) και την επιστολή του δικηγόρου του, ημερ.28.06.2005 (Τεκμήριο 4) με την οποία ουσιαστικά απορρίπτονται τα αποδιδόμενα σε αυτόν μέσω της ως άνω επιστολής τερματισμού, ενώ παράλληλα προβάλλεται η θέση ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε σε σχετική συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής παραβίασε κατάφορα τα συνταγματικά δικαιώματα του, προειδοποιώντας ταυτόχρονα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων δεδομένου του παράνομου τερματισμού των υπηρεσιών του. Κατά τον χρόνο τερματισμού τω υπηρεσιών του, λάμβανε ως μηνιαίο μισθό περίπου €3000 καθαρά και ήταν τοποθετημένος στο τμήμα International Business Unit (IBU) της τράπεζας. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι ήταν ενήμερος για τους εσωτερικούς κανονισμούς της εναγομένης και για την υποχρέωση του να τους εφαρμόζει. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι κατά την εμφάνιση του ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 17.03.2005, συνοδευόταν από τον συνήγορο του, ενώ παρών ήταν και εκπρόσωπος της συντεχνίας των τραπεζικών υπαλλήλων. Επιβεβαίωσε επίσης το γεγονός ότι σε προγενέστερο στάδιο είχε αποσταλεί στον ίδιο έγγραφο με τις καταγγελίες οι οποίες τον αφορούσαν στις οποίες, ως του ζητήθηκε, απάντησε γραπτώς και εμπεριστατωμένα. Όπως υπέδειξε, διατυπώθηκαν εναντίον του κατηγορίες στις 25.02.2005 με χρονοδιάγραμμα απάντησης από τον ίδιο μέχρι τις 03.03.2005, με τον ίδιο να ανταποκρίνεται εντός της ως άνω προθεσμίας. Δεν αμφισβήτησε εξάλλου το γεγονός ότι η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος της άρχισε με συγκεκριμένο κατηγορητήριο. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα, κλήθηκε ο XXXXX Χρίστου, υπάλληλος κατά το 2005 της εναγόμενης τράπεζας και αποσπασμένος όπως εξήγησε στη Συντεχνία Τραπεζικών Υπαλλήλων (Ε.Τ.Υ.Κ.). Το 2013, στα πλαίσια σχεδίου εθελούσιας αφυπηρέτησης που υπήρχε σε ισχύ τότε, αφυπηρέτησε. Στις 17.03.2005, όντας ως υπέδειξε μέλος της Πειθαρχικής Επιτροπής της εναγόμενης τράπεζας, παρέστη μαζί με άλλο συνάδελφό του στην πειθαρχική διαδικασία που είχε δρομολογηθεί για τον τότε συνάδελφο του, XXXXX Ευστρατίου. Τον τελευταίο συνόδευε και ο δικηγόρος του. Έθεσε υπόψη του δικαστηρίου, αντίγραφα πρακτικών συνεδριάσεων της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερομηνίας 17.03.2005, 22.04.2005 και 25.04.2005, τα οποία σημειώθηκαν, αντίστοιχα, ως τεκμήρια 6, 7 και 8 στη διαδικασία. Μέσω γραπτής του δήλωσης, την οποία υιοθέτησε, (Έγγραφο Β) υπέδειξε ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίας της Πειθαρχικής Επιτροπής οι αξιωματούχοι της τράπεζας δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτύρια ή αποδεικτικό στοιχείο, παρά μόνο υπέβαλλαν ερωτήσεις στον ενάγοντα, προσπαθώντας μέσω των απαντήσεων του να στοιχειοθετήσουν υπόθεση εναντίον του. Ο παριστάμενος δικηγόρος του ενάγοντα υπέδειξε στους παρευρισκόμενους ότι θα έπρεπε να παρουσιάσουν κατηγορητήριο με μάρτυρες και αποδεικτικά στοιχεία και όχι να υποβάλλουν ερωτήσεις κατά τον πιο πάνω τρόπο. Εξήγησε ότι πρώτη φορά άκουσε - από το δικηγόρο που συνόδευε τον ενάγοντα - ότι η διαδικασία που ακολουθείτο ήταν λανθασμένη. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος ή/και η συνδικαλιστική οργάνωση στην οποία ανήκε δεν υπέβαλαν σε οποιοδήποτε στάδιο ένσταση σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Ως καταγράφει στη δήλωση του, με δεδομένο ότι η τράπεζα δεν τήρησε τη σωστή διαδικασία, η ως άνω συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής έληξε άδοξα με όλα τα γνωστά επακόλουθα για τον ενάγοντα και τότε μέλος της συντεχνίας του. Απορρίπτοντας θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η παρουσία του στην Πειθαρχική Επιτροπή είχε την έννοια του παρατηρητή, επέμενε ότι τόσο ο ίδιος όσο και άλλος παριστάμενος συνάδελφος του ήταν μέλη της επιτροπής, υποδεικνύοντας ότι η περί του αντιθέτου αναφορά στα πρακτικά της συνεδρίας, ημερ. 17.03.2005, (τεκμήριο 6) έγινε αντιληπτή από τον ίδιο μόλις την ημέρα που κατέθετε στο Δικαστήριο. Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι η συνδικαλιστική πλευρά που ο ίδιος εκπροσωπούσε, πριν τη λήψη της τελικής απόφαση για απόλυση του ενάγοντα, ερωτήθηκε σχετικά και εξέφρασε τη διαφωνία της. Το γεγονός ότι η διαφωνία δεν καταγράφεται στα πρακτικά ημερ. 25.04.2005, απέδωσε στο ότι αυτή ήταν τηλεφωνική, συμπληρώνοντας ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στην εν λόγο συνεδρία. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά της εναγομένης κλήθηκε ο XXXXX Λέφας, εργοδοτούμενος από το 2014, κατά τον τρόπο που εξήγησε, στο γραφείο του διαχειριστή της εναγομένης. Προγενέστερα, από το 1978 μέχρι το 2013 εργαζόταν στην εναγόμενη τράπεζα, υποδεικνύοντας ότι από το 2001 μέχρι το 2013 εργαζόταν στο Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου της τράπεζας, ειδικότερα στο Κλιμάκιο Ελέγχου των Διαδικασιών. Το 2005, διευθυντής της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου ήταν ο XXXXX Κωνσταντίνου. Έθεσε υπόψη του δικαστηρίου τον Οδηγό Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης ως ίσχυε το 2005, (Τεκμήριο 9) εξηγώντας ότι ο ως άνω Οδηγός περιλάμβανε ουσιαστικά τους κανονισμούς βάσει των οποίων διείπετο η εργοδότηση κάποιου στην τράπεζα. Εξήγησε περαιτέρω ότι στον ως άνω Οδηγό περιλαμβάνονται και πρόνοιες σε σχέση με τις διαδικασίες πειθαρχικού ελέγχου, στις οποίες και παρέπεμψε. Παρά το γεγονός ότι κατά τρόπο γενικό και από συζητήσεις μεταξύ συναδέλφων ήταν ενήμερος για την περίπτωση του XXXXX Ευστρατίου, υπέδειξε ωστόσο ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση ή εμπλοκή σε σχέση με την υπόθεση του. Ο μάρτυρας εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση λήψης καταγγελίας σε βάρος ενός υπαλλήλου, υποδεικνύοντας ότι τη διερεύνηση της αναλάμβανε ο εσωτερικός έλεγχος. Στα πλαίσια της διερεύνησης της καταγγελίας, ο αρμόδιος λειτουργός του συγκεκριμένου τμήματος μιλούσε με τον καταγγελλόμενο όπως και με διάφορους άλλους υπαλλήλους για να εξασφαλίσει στοιχεία και μαρτυρία. Μπορούσε ακόμη να λάβει μαρτυρία και από τρίτα πρόσωπα. Ανάλογα με τη φύση των τυχόν παραπτωμάτων γινόταν εισήγηση για παραπομπή ή όχι σε Πειθαρχική Επιτροπή. Πρώτο μέλημα του κάθε λειτουργού διερεύνησης, υπέδειξε, ήταν ο συνάδελφος-υπάλληλος να μην υποστεί τη χειρότερη τιμωρία, υποδεικνύοντας ότι δεν ήταν σκοπός του λειτουργού να παραπέμψει κάποιον στην πειθαρχική. Αντίθετα, οι καταγγελλόμενοι αντιμετωπίζονταν με κάποια εύνοια, σε μια προσπάθεια να τους δοθεί η ευκαιρία να συνεχίσουν την εργασία τους. Όπως υπέδειξε χαρακτηριστικά, η απόλυση κάποιου «ήταν το τελευταίο πράγμα που υπήρχε στη σκέψη του λειτουργού». Υποδεικνύοντας ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ποιο ήταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορούσαν τον ενάγοντα για τα οποία παραπέμφθηκε στην Πειθαρχική Επιτροπή, επέμενε ότι, όπως πάντα, για να εισηγηθεί ο αρμόδιος λειτουργός του εσωτερικού ελέγχου στο διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου την παραπομπή του σε Πειθαρχική Επιτροπή, προφανώς τούτο σημαίνει ότι τα παραπτώματα τα οποία αντιμετώπιζε ήταν σοβαρά. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της εναγομένης κλήθηκε ο XXXXX Κωνσταντίνου. Από το 2001 μέχρι τη συνταξιοδότηση του το 2012, κατείχε τη θέση του διευθυντή της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου του ομίλου της εναγομένης. Εξήγησε σε γενικές γραμμές τα καθήκοντα του, υποδεικνύοντας ότι η υπηρεσία στην οποία προΐστατο είχε την ευθύνη της διερεύνησης τυχόν παραπτωμάτων και της υποβολής των συμπερασμάτων σχετικής έρευνας στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού. Αναφερόμενος την διαδικασία που ακολουθείται από την υπηρεσία του σε τέτοιες περιπτώσεις, εξήγησε παράλληλα πως ανάλογα με το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν δυνατό να ακολουθήσει πειθαρχική διαδικασία. Πριν αποφασιστεί η παραπομπή σε Πειθαρχική Επιτροπή, στα πλαίσια της έρευνας λαμβάνονταν υπόψη και οι θέσεις του ελεγχόμενου εργοδοτούμενου. Αυτός που είχε την τελική ευθύνη να αποφασίσει αν θα διωχθεί πειθαρχικά κάποιος συνάδελφος τους ήταν ο διευθύνων σύμβουλος στον οποίο κατέληγε αντίγραφο της έκθεσης που ετοίμαζε η υπηρεσία του, δίδοντας οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό. Ο ίδιος, παρευρισκόμενος στις συνεδριάσεις τις Πειθαρχικής Επιτροπής παρουσίαζε ουσιαστικά τα αποτελέσματα της έρευνας, έχοντας δικαίωμα να υποβάλει ερωτήσεις ή να λάβει διευκρινιστικές απαντήσεις, χωρίς όμως δικαίωμα ψήφου. Αναφερόμενος στον ενάγοντα, υπέδειξε ότι τον συνάντησε για πρώτη φορά με την ανάληψη των καθηκόντων του σαν διευθυντής της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου αφού κατά το χρόνο διορισμού του στην ως άνω θέση υπήρχε σε εξέλιξη έρευνα σε βάρος του, για την οποία έτυχε ενημέρωσης από τον προκάτοχο του. Εν πάση περιπτώσει, μεταγενέστερα ασχολήθηκε αρκετές φορές με θέματα που αφορούσαν τον συγκεκριμένο συνάδελφο του. Ειδικότερα, έθεσε υπόψη του δικαστηρίου επιστολή που του απέστειλε, ημερ. 18.04.2002, (Τεκμήριο 10) σε σχέση με ζητήματα που προέκυψαν με αφορμή ακυρώσεις πληρωμών επιταγών που εξέδιδε, («stop payment») έκδοσης επιταγών χωρίς να υπάρχει το ανάλογο ποσό στο λογαριασμό του, διεκπεραιώσεις συναλλαγών στις οποίες είχε προσωπικό ενδιαφέρον αλλά και παράπονα και καταγγελίες σε βάρος του από διάφορους πελάτες. Με την ως άνω επιστολή του προέβαινε σε σχετικές παρατηρήσεις και συστάσεις προς τον κ. Ευστρατίου. Δυστυχώς, υπέδειξε, συνέχισαν να παρουσιάζονται διάφορα προβλήματα από τη συμπεριφορά και στάση του συγκεκριμένου υπαλλήλου, κατά τρόπο που ανάγκαζαν την υπηρεσία του να ασχολείται με το θέμα του. Παραπέμποντας στην προβληματική συμπεριφορά του ενάγοντα ως εργοδοτούμενου της εναγόμενης τράπεζας και στην επίδραση που αυτή είχε στις σχέσεις του με τους συναδέλφους του, αναφέρθηκε επίσης σε περιστατικά που έλαβαν χώρα το
- Το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, υπέδειξε, ο ενάγοντας υπηρετούσε σε υποκατάστημα της εναγομένης στην Παλουριώτισσα. Πέραν του γεγονότος ότι με δική του έγκριση εξαργυρώθηκαν επιταγές πέραν του ορίου, ως προϊστάμενος, έπεισε άπειρη ταμία συνάδελφο του να του δώσει χρήματα για να τα πάρει ό ίδιος στον δικαιούχο επιταγής, εκτός της τράπεζας, κάτι που απαγορεύεται ρητά από τους κανονισμούς, σημειώνοντας παράλληλα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε και σύγκρουση συμφέροντος, αφού είχε αποδειχθεί ότι εκδότης των επιταγών ήταν η σύζυγος του ενάγοντα. Έθεσε παράλληλα υπόψη του δικαστηρίου επιστολές που εστάλησαν τόσο στο διευθυντή του ως άνω υποκαταστήματος όσο και στην ταμία για το περιστατικό, ζητώντας τους εξηγήσεις, (Τεκμήρια 15(β) και 15(γ))οι οποίοι με τις απαντήσεις τους όπως αυτές αποτυπώνονται στις σχετικές επιστολές, καταγράφουν την εκφρασθείσα δυσφορία τους για τη δύσκολη θέση στην οποία τους έφερε ο ενάγων με τη συμπεριφορά του, με τον διευθυντή του υποκαταστήματος να θέτει ουσιαστικά την διεύθυνση της εναγομένης τράπεζας ενώπιων των ευθυνών της για το γεγονός πως ενώ γνώριζαν τα προβλήματα που υπήρχαν σε σχέση με τον συγκεκριμένο υπάλληλο, δεν τους προστάτευαν από τις παρατυπίες που μπορούσε να κάνει, μεταθέτοντάς τον. Μετά το ως άνω περιστατικό, υπέδειξε, ο ενάγοντας μετακινήθηκε σε υπηρεσία που ασχολείτο με λογαριασμούς πελατών εξωτερικού, (International Bussines Unit (IBU)) κατά τρόπο που να μην είναι εύκολο να προβαίνει σε πληρωμές δικών του επιταγών και επιταγών της συζύγου του ή να έχει σχέση με λογαριασμούς άλλων πελατών, με οδηγίες μάλιστα προς τον διευθυντή της συγκεκριμένης υπηρεσίας να είναι πολύ προσεκτικός ως προς τι του αναθέτει αφήνοντας τον «στα μετόπισθεν», δηλαδή να μην έχει άμεση σχέση με αυτούς τους λογαριασμούς. Στις 18.03.2014, ως διευθυντής της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου, απέστειλε επίσης στον ενάγοντα επιστολή, (Τεκμήριο 11) σε σχέση με το φαινόμενο να παρουσιάζονται επιταγές του χωρίς να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο - παρά την παραχώρηση στον ίδιο δανείου για ανθρωπιστικούς λόγους και για να βάλει σε κάποια τάξη τα οικονομικά του - κατά τρόπο που να δημιουργείται σχετική αναστάτωση σε συναδέλφους του και αχρείαστο κόστος. Προειδοποιούσε παράλληλα τον ενάγοντα ότι επανάληψη του φαινομένου θα υποχρέωνε την τράπεζα να μην του δώσει νέο βιβλιάριο επιταγών. Την 01.09.2004, απέστειλε στον Ευστρατίου νέα επιστολή, (Τεκμήριο 12) σε σχέση με διάφορες παραβάσεις των εσωτερικών κανονισμών της τράπεζας, καλώντας τον να εκθέσει γραπτώς τις θέσεις του και να απαντήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Εξήγησε ότι στα πλαίσια της έρευνας που διεξήχθη από την υπηρεσία του, ο ίδιος είχε μιλήσει με δύο κατόχους δανείων των οποίων σχετικά έγραφα φερόταν να είχαν πλαστογραφηθεί, με διάφορους παραπονούμενους οι οποίοι έστειλαν και επιστολές στην τράπεζα μέσω των οποίων κατάγγελλαν τον ενάγοντα για απλήρωτες επιταγές που εξέδιδε παραπονούμενοι για το γεγονός ότι η εναγόμενη εργοδοτεί πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγές χωρίς αντίκρισμα, ως επίσης και με πελάτες που παραπονέθηκαν ότι έλειπαν χρήματα από τον λογαριασμό τους. Αναφερόμενος ειδικότερα σε ενέργειες που η υπηρεσία του προέβη για τη διαπίστωση τυχόν πλαστογραφίας εκ μέρους του ενάγοντα, έθεσε υπόψη του δικαστηρίου επιστολές που απεστάλησαν σχετικά με το ζήτημα σε άλλες τράπεζες (Τεκμήρια 13 και 14). Υπέδειξε περαιτέρω πως ενόψει του γεγονότος η μια εκ των τραπεζών, η οποία τελικά φαίνεται να σχετιζόταν με το θέμα, επικαλούμενη το νόμο Περί Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων δεν απάντησε σε σχετικά ερωτήματα που τέθηκαν σε αυτή, ενώ ο ενάγοντας, παρά την εξέταση από την Γραφολογική Υπηρεσία της Αστυνομίας και την κατάληξη ότι σχετικές υπογραφές σε έγγραφα της τράπεζας δεν ήταν του πελάτη, αρνήθηκε να δώσει δείγματα υπογραφής για σκοπούς εξέτασης, το ζήτημα τελικά δεν προωθήθηκε από την πλευρά της εναγομένης για σκοπούς περαιτέρω αστυνομικής διερεύνησης. Αναφερόμενος στη σύνθεση της Πειθαρχικής Επιτροπής ήταν κατηγορηματικός ότι τότε - παραπέμποντας και στα πρακτικά της συνεδρίας ημερομηνίας 17.03.2005 που αφορούσε τον ενάγοντα - τα μέλη της συντεχνίας των τραπεζικών υπαλλήλων, (Ε.Τ.Υ.Κ.) παρίσταντο στη συνεδρία ως παρατηρητές, χωρίς να έχουν δικαίωμα ψήφου. Εξήγησε ότι τούτο έγινε αρκετά χρόνια μεταγενέστερα, μετά από συμφωνία με την Ε.Τ.Υ.Κ., όπου άλλαξε η σύνθεση της Πειθαρχικής Επιτροπής κατά τρόπο που ένα μέλος της να αντιπροσωπεύει την Ε.Τ.Υ.Κ.. Κατά τη συνεδρία στις 17.03.2005, υπέδειξε, παρίσταντο ως παρατηρητές εκ μέρους της Ε.Τ.Υ.Κ. οι κκ. XXXXX Προεστός και XXXXX Χρίστου. Παρόντες ήταν επίσης ο ενάγοντας, XXXXX Ευστρατίου και ο δικηγόρος του, Χρίστος Τριανταφυλλίδης. Σε κάθε περίπτωση ήταν κατηγορηματικός ότι στον ενάγοντα είχε αποσταλεί, σε προγενέστερο χρόνο, το σχετικό κατηγορητήριο. Παραπέμποντας στα πρακτικά της συνεδρίας της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 17.03.2005, υπέδειξε ότι ο ενάγοντας καλούμενος να απαντήσει σε ερωτήσεις που του ετίθεντο για διάφορα ζητήματα που απασχολούσαν την Πειθαρχική Επιτροπή, στις περισσότερες απαντήσεις του επαναλάμβανε ότι δεν θα απαντήσει. Αρνούμενος υποβολή περί του αντιθέτου, επέμενε στη θέση ότι ενώπιων της Πειθαρχικής Επιτροπής δεν προβλέπεται η κλήση μαρτύρων για να καταθέσουν, θέση με την οποία συμφωνούσε ο νομικός σύμβουλος της τράπεζας ενώ αντίθετα διαφωνούσε ο παριστάμενος συνήγορος του ενάγοντα. Η Πειθαρχική Επιτροπή, η οποία είχε στη διάθεση της, μαρτυρίες, έγγραφα, καθώς και προφορικές συνεντεύξεις είτε με μέλη του προσωπικού είτε και με παραπονούμενους πελάτες, ετοίμασε εισήγηση προς τον διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου, ως η ομόφωνη απόφαση της στις 25.04.2005, (Τεκμήριο 8) εισηγούμενη την απόλυση του ενάγοντα. Σχολιάζοντας τη θέση του συνηγόρου ότι πριν την επιβολή της ποινής δεν κλήθηκε ο ενάγοντας ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής για σκοπούς μετριασμού της ενδεχόμενης ποινής που θα του επιβαλλόταν και ότι του επιβλήθηκε η ποινή χωρίς να ακουστεί προηγουμένως, υπέδειξε ότι στην πειθαρχική διαδικασία δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια επανάκλησης του πειθαρχικά διωκόμενου για να εκθέσει μετριαστικούς παράγοντες πριν την επιβολή της ποινής. Καταληκτικά, απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι στα πλαίσια της διαδικασίας ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής παραβιάστηκαν τα συνταγματικά δικαιώματα του ενάγοντα, υποδεικνύοντας ότι στον τότε συνάδελφο του, δόθηκε κάθε ευκαιρία να υποστηρίξει την υπόθεση του. Η απόλυση του ενάγοντα υποστήριξε, δεν ήταν παράνομη, ούτε παράτυπη, αλλά σύμφωνα με τους κανονισμούς της τράπεζας και την πειθαρχική διαδικασία, η οποία ήταν γνωστή τόσο στον ενάγοντα όσο και στο υπόλοιπο προσωπικό της εναγομένης. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έκαναν προς τούτο αναφορά τόσο στην προφορική όσο και στη γραπτή μαρτυρία που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Έχω σημειώσει με πολύ προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά η πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (Οδυσσέα vs. Αστυνομία
(1999)/2ΑΑΔ 490) Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ζήτημα έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης τράπεζας, ως προβάλλεται τουλάχιστον από την πλευρά της τελευταίας στις δικογραφημένες της θέσεις δεν φαίνεται να προκύπτει. Ως έχει ήδη υποδεχθεί στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου που εκδόθηκε την 28.09.2016, (υπό άλλη σύνθεση) στο πλαίσιο αίτησης για προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως συνεναγόμενης στην παρούσα διαδικασία, η υπαγωγή της εναγόμενης τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης και η απόκτηση συγκεκριμένων περιουσιακών της στοιχείων και υποχρεώσεων από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δεν καθιστά την τελευταία, κατά τρόπο γενικό, διάδοχο της εναγομένης. Στα καθορισμένα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις που ανέλαβε από την εναγομένη, στη βάση σχετικής νομοθεσίας και διαταγμάτων, δεν συμπεριλαμβάνεται το ζήτημα του κατ' ισχυρισμόν παράνομου τερματισμού των υπηρεσιών του ενάγοντα από την εναγομένη. Με δεδομένο άλλωστε ότι στην υπό συζήτηση υπόθεση δεν αξιώνεται δηλωτική απόφαση ότι η εργοδότηση του ενάγοντα εξακολουθεί να υφίσταται, παρά μόνο διεκδικούνται διάφορες αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα του κατ' ισχυρισμό παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του το 2005, η θέση πως εν πάση περιπτώσει στην περίπτωση υπολογισμού των διεκδικούμενων αποζημιώσεων θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εναγόμενη, έχει υπαχθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης την περίοδο του 2013, σε χρόνο δηλαδή πολύ μεταγενέστερο από αυτόν που προέκυψε το προβαλλόμενο αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, δεν θα μπορούσε επίσης να απασχολήσει στην συζήτηση των ως άνω απαιτήσεων του ενάγοντα. Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω σε αδρές γραμμές έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς όλων των πλευρών στη διαδικασία, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή, έχοντας σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από την ζωντανή εικόνα των μαρτύρων καθ' ον χρόνο έδιδαν μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου, την συμπεριφορά και αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, την σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της τεθείσας ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρίας, (έχοντας πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία θα πρέπει θα εκτιμάτε αποσυναρτημένα από το επίπεδο απόδειξης) το δικαστήριο διατηρεί πάντα κατά νου, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που οι μάρτυρες είχαν να αντιληφθούν προσωπικά τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται και να πιστεύουν αυτά τα οποία κατέθεταν. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοιου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δυο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (βλ. Kadis v. Nicolaou and anather
(1988)1 CLR 212) Είναι σημαντικό να σημειωθεί ήδη από αυτό το στάδιο της παρούσας, ότι τον ενάγοντα, παρουσιάζοντας την υπόθεσή του και καταθέτοντας από το ειδώλιο του μάρτυρα, δεν φαίνεται να απασχόλησαν στην ουσία και τον πυρήνα τους αυτοί καθαυτοί οι λόγοι του τερματισμού της εργοδότησης του στην εναγομένη τράπεζα. Επικεντρώθηκε ουσιαστικά στην προβολή της θέσης ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την ημερομηνία που παρουσιάστηκε ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, ήτοι τις 17.03.2005, ήταν λανθασμένη, παράνομη και αντικανονική με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα συνταγματικά του δικαιώματα και οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Πέραν της δικογραφημένης θέσης του, την οποία κατά τρόπο γενικό επανέλαβε μέσω γραπτής του δήλωσης καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα, ότι δηλαδή οι λόγοι που οδήγησαν στον τερματισμό της εργοδότησης του στηρίζονται σε παντελώς αβάσιμους, ανεδαφικούς και πραγματικά και νομικά αστήριχτους ισχυρισμούς, κανένα στοιχείο δεν έθεσε υπόψη του δικαστηρίου ή μαρτυρία, για να πείσει προς τούτο. Την μαρτυρία του ενάγοντα δεν απασχόλησαν στην ουσία τους οι αποδιδόμενες σε αυτόν συμπεριφορές, κατηγορίες, καταγγελίες και παραπτώματα. Ούτε καν τις θέσεις του, που ως υπέδειξε ετοίμασε και απέστειλε γραπτώς στην εναγομένη σχολιάζοντας το κατηγορητήριο που τον αφορούσε στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, επιχείρησε να θέσει υπόψη του δικαστηρίου στο πλαίσιο της μαρτυρίας του και της παρουσίασης γενικότερα της υπόθεσής του. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του που αφορά την εξέλιξη της διαδικασίας, σε καθαρά διαδικαστικό επίπεδο ενώπιων της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 17.03.2005, γίνεται αποδεκτή. Επιβεβαιώνεται άλλωστε, τόσο από τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας, όσο και από τους παριστάμενους σε αυτή, Χρίστου (ΜΕ2) και Κωνσταντίνου (ΜΥ2). Αποδεκτή γίνεται επίσης η θέση του πως ο ίδιος ενημερώθηκε για τα ζητήματα που τον αφορούσαν σε προγενέστερο στάδιο, ως επίσης για το γεγονός ότι αξιοποίησε την ευκαιρία που του δόθηκε να τοποθετηθεί γραπτώς και να μελετήσει το κατηγορητήριο. Δεν υπήρξε άλλωστε αμφισβήτηση των ως άνω θέσεων του. Οι θέσεις του όσο αφορά την ορθότητα/νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά την ως άνω συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής, αλλά και ευρύτερα της πειθαρχικής διαδικασίας που τον αφορούσε, θα αποτελέσουν ασφαλώς αντικείμενο πραγμάτευσης στην συνέχεια της παρούσας. Η αντίληψη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΕ.2 XXXXX Χρίστου, δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα, άφηνε έντονα την αντίληψη στον τρίτο, ανεξάρτητο παρατηρητή, ότι πρωτίστως αντιλαμβανόταν την παρουσία του στο δικαστήριο ως υποχρέωση να υποστηρίξει, όπως ο ίδιος αντιλαμβανόταν τούτο, την υπόθεση του ενάγοντα. Δεν παραβλέπω ότι η παρέλευση ικανού χρόνου από την εξέλιξη των γεγονότων έχει πολλές φορές τη δική της σημασία και επίδραση στη μνήμη κάποιου μάρτυρα. Η επιμονή του όμως στη θέση ότι ο ίδιος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν πλήρες μέλος της Πειθαρχικής Επιτροπής, ακόμα και μετά που του υπεδείχθη ότι στα πρακτικά της συνεδρίας 17.03.2005, που ο ίδιος παρουσίασε στο δικαστήριο, καταγραφόταν η παρουσία του ιδίου αλλά και άλλου συνδικαλιστή συναδέλφου του, ως παρατηρητών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι επέμενε πως δεν υπήρχε κατηγορητήριο σε σχέση με τον πειθαρχικά ελεγχόμενο τότε ενάγοντα, θέση που επίσης διαψεύδεται από τα πρακτικά της ως άνω συνεδρίας, (πέραν του γεγονότος ότι επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο) αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία στη μαρτυρία του που συνδράμουν στον κλονισμό της γενικότερης αντίληψης του δικαστηρίου για την ποιότητα της. Η θέση του εξάλλου πως παρά το γεγονός ότι ο ίδιος και ο συνάδελφός του συνδικαλιστής, ακούοντας για πρώτη φορά τις θέσεις του συνηγόρου του ενάγοντα ως προς τον χαρακτήρα που η πειθαρχική διαδικασία έπρεπε να είχε, είχαν επίσης ένσταση στην όλη εξέλιξη της διαδικασίας, πλην όμως δεν ανάφεραν οτιδήποτε, αποδίδοντας τούτο στη θεώρηση τους πως όντας μειοψηφία δεν θα λαμβάνονταν υπόψη, δεν πείθει. Παρεμβάλλεται πως ως τέθηκε στο δικαστήριο χωρίς να αμφισβητηθεί, σε κανένα στάδιο η συνδικαλιστική οργάνωση των τραπεζικών υπαλλήλων δεν διαμαρτυρήθηκε για την πειθαρχική διαδικασία που ακολουθήθηκε στην περίπτωση τον ενάγοντα. Η ως άνω τοποθέτηση του ΜΥ.2, εντάσσεται επίσης στην προσπάθεια του να παρουσιάσει γεγονότα που κατά την αντίληψη του πάντα, θα εξυπηρετούσαν την υπόθεση του ενάγοντα. Ομοίως, η επιμονή του πως αντίθετα με ότι καταγράφεται στα πρακτικά της συνεδρίας της Πειθαρχικής Επιτροπής, ημερομηνίας 25.04.2005, η εισήγηση περί απόλυσης του ενάγοντα δεν ήταν ομόφωνη, αφού η συνδικαλιστική οργάνωση που εκπροσωπούσε εξέφρασε διαφορετική άποψη μέσω του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και γίνεται αποδεκτό, κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής οργάνωσης συμμετείχαν στις εργασίες των Πειθαρχικών Επιτροπών ως παρατηρητές, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Περαιτέρω, όταν του επισημάνθηκε το γεγονός ότι στο σχετικό πρακτικό ημερ. 25.04.2005, (Τεκμήριο 8) δεν καταγράφεται η ως άνω θέση, εμφανώς αμήχανος, επιχείρησε να δικαιολογήσει τούτο, προτάσσοντας ότι η σχετική διαφωνία εκδηλώθηκε τηλεφωνικά και ότι ο ίδιος εν πάση περιπτώσει απουσίαζε κατά την ως άνω συνεδρία της Επιτροπής. Πέραν του γεγονότος ότι η ως άνω προσπάθεια, από μόνη της υπήρξε ανεπιτυχής, επιβεβαιώνει την αντίληψη του δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του. Στην έκταση και τον βαθμό που οι τοποθετήσεις του συγκεκριμένου μάρτυρα όσον αφορά την εξέλιξη της διαδικασίας στις 17.03.2005, δεν επιβεβαιώνονται τόσο από τον ίδιο τον ενάγοντα όσο και από άλλο παριστάμενο σε αυτή, τον XXXXX Κωνσταντίνου, (Μ.Υ.2) - στην έκταση που η μαρτυρία των τελευταίων έγινε αποδεχτή από το δικαστήριο - αλλά και από τα πρακτικά των σχετικών συνεδριάσεων της Πειθαρχικής Επιτροπής, δεν μπορούν ασφαλώς να υιοθετηθούν και να αποτελέσουν την βάση για την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων για τα διαδραματισθέντα. Καθ' όλα θετική υπήρξε η αντίληψη του δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας και των δυο μαρτύρων που παρουσιάστηκαν για την πλευρά της Υπεράσπισης. Ο XXXXX Λέφας, (Μ.Υ.1) τυπικός ως εξελίχθηκε μάρτυρας στην διαδικασία, φανερά αποστασιοποιημένος από την εξέλιξη των γεγονότων, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας, θέτοντας υπόψη του δικαστηρίου όλα όσα ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση. Η μαρτυρία του στο σύνολο της γίνεται αποδεκτή. Άριστη ήταν η αντίληψη του δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του XXXXX Κωνσταντίνου (Μ.Υ.2). Έχοντας κατά νου την ζωντανή παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, τη στάση, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του, σε συνδυασμό με τον άμεσο, σταθερό και πειστικό του λόγο, δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αποτελούσε μάρτυρα της αλήθειας. Έχει εξ' άλλου τη δική του σημασία να σημειωθεί, ήδη από αυτό το στάδιο της παρούσας, πως καθ' ον χρόνο ο μάρτυρας αναφερόταν στα διάφορα ζητήματα συμπεριφοράς ή καταγγελιών που κατά καιρούς αντιμετώπιζε ο ενάγοντας στα πλαίσια της εργοδότησης του στην εναγόμενη τράπεζα, αλλά και ειδικότερα στα ζητήματα που απασχολούσαν την Πειθαρχική Επιτροπή στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας που αντιμετώπιζε ο ενάγοντας, όπως αυτή οριοθετήθηκε από το σχετικό κατηγορητήριο που του επιδόθηκε, δεν υπήρξε ουσιαστικός αντίλογος από την πλευρά της υπεράσπισης στις τοποθετήσεις του μάρτυρα όσον αφορά την εξέλιξη των σχετικών γεγονότων. Η μαρτυρία του, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας, έστω και κατ' ελάχιστο, για την εκδοχή που μετέφερε στο δικαστήριο σε σχέση με την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την παρούσα περίπτωση. Με λόγο σταθερό εξήγησε τις ενέργειες τόσο του ιδίου αλλά και άλλων εμπλεκομένων κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης που αφορούσε τον ενάγοντα, θέτοντας υπόψη του δικαστηρίου τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, χωρίς διάθεση να παραστήσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κατά τον ίδιο τρόπο αναφέρθηκε και παρέθεσε τα γεγονότα ως εξελίχθηκαν κατά την ημερομηνία που συνεδρίαζε η Πειθαρχική Επιτροπή στις 17.03.2005, σε σχέση με τον Ενάγοντα. Η μαρτυρία του, όσον αφορά την εξέλιξη των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε, γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Στη βάση της πιο πάνω γενικότερης τοποθέτησης και αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, σε συνδυασμό πάντα με γεγονότα που παρέμειναν αδιαμφισβήτητα κατά τρόπο που αποτελούν κοινό τόπο για όλες τις πλευρές σε αυτή τη διαδικασία, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, στις ουσιαστικές τους πτυχές, έχουν εξελιχθεί κατά τον τρόπο που ο Μ.Υ.2 εξέθεσε στο δικαστήριο. Πέραν από όσα πιο πάνω έχει ήδη διακηρυχτεί από το δικαστήριο ότι υιοθετούνται, καθιστάμενα έτσι και δικά του ευρήματα, αποτελούν περαιτέρω ευρήματα και κατάληξη του δικαστηρίου ότι: Η εναγομένη τράπεζα μέχρι το 2013, δραστηριοποιείτο ενεργά ως εμπορική τράπεζα στην Δημοκρατία. Τον Δεκέμβριο του 1985, ο ενάγοντας εργοδοτήθηκε από την εναγομένη σε προσωρινή βάση και για περίοδο ενός έτους (Τεκμήριο 1). Ο ενάγοντας, υπογράφοντας την 01.12.1985 το έγγραφο πρόσληψης του, δεσμεύτηκε παράλληλα ότι θα υπόκειται στους Εσωτερικούς Κανονισμούς του προσωπικού της εναγομένης τράπεζας (Τεκμήριο 9). Ένα χρόνο περίπου αργότερα, αποφασίστηκε η κατάταξη του στο μόνιμο προσωπικό της εναγομένης. Υπηρέτησε σε διάφορα τμήματα της τράπεζας. Πριν την απόλυσή του, εργαζόταν στο τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών Εξωτερικού, (International Business Unit (I.B.U.)) προς τον διευθυντή του οποίου, λόγο της προγενέστερης συμπεριφοράς και στάσης του, δόθησαν οδηγίες από την διοίκηση της εναγομένης να είναι προσεχτικός ως προς το τι ανατίθεται στον ενάγοντα, κατά τρόπο που να μην έχει άμεση σχέση με τους λογαριασμούς των πελατών. Με την συμπεριφορά και στάση του, κατά τον τρόπο που λεπτομερώς αναφέρθηκε και εξήγησε ο Μ.Υ.2 Κώστας Κωνσταντίνου, ο ενάγοντας απασχολούσε από μακρού χρόνου και κατ' επανάληψη την εργοδότρια του τράπεζα. Ενόψει της ως άνω προβληματικής συμπεριφοράς του, αποστάληκαν σε αυτόν διάφορες επιστολές - παρατηρήσεις (βλέπε επιστολή ημερομηνίας 18.4.2012, (Τεκμήριο 10) και επιστολή ημερομηνίας 18.3.2014, (Τεκμήριο 11)), ενώ η στάση και η συμπεριφορά του προκαλούσε πέραν από παράπονα πελατών της τράπεζας και την αντίδραση συναδέλφων του, όπως της ταμία XXXXX Χριστοφή, την οποία ενέπλεξε στην διάπραξη παρατυπιών καθ' ον χρόνο εργάζονταν μαζί στο υποκατάστημα της τράπεζας στην Παλλουριώτισσα αλλά και προϊσταμένων του, όπως του διευθυντή του ως άνω υποκαταστήματος, ο οποίος ουσιαστικά επιζητούσε την παρέμβαση της διοίκησης της εναγόμενης τράπεζας για σκοπούς προστασίας των συναδέλφων του από πράξεις και παράλειψης του ως άνω ενάγοντα τότε συναδέλφου τους. Η προβληματική συμπεριφορά του ενάγοντα εξακολουθούσε να εκδηλώνεται με αποτέλεσμα, σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν τα διάφορα προβλήματα, να μεταφερθεί στο ως άνω τμήμα της εναγομένης (International Business Unit (I.B.U.)) όπου δεν θα μπορούσε να προβαίνει σε πληρωμές επιταγών και να έχει άμεση πρόσβαση σε λογαριασμούς πελατών. Τον Σεπτέμβριο του 2004, αποστάληκε επιστολή στον ενάγοντα με την οποία ουσιαστικά διαβιβάζονταν σε αυτόν καταγγελίες και παράπονα σε βάρος του, καλώντας τον να εκθέσει τις απόψεις του και να απαντήσει σε αυτές (Τεκμήριο 12). Έχοντας δρομολογηθεί και ολοκληρωθεί σχετική έρευνα, αποφασίστηκε τελικά η παραπομπή του σε Πειθαρχική Επιτροπή. Πριν από την κλήτευσή του να παρουσιαστεί σε συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής, η οποία έλαβε χώρα 17.03.2005, αποστάληκε στον ενάγοντα το σχετικό κατηγορητήριο καλώντας τον και δίνοντας του την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί τούτου, πράγμα το οποίο ο ενάγοντας έπραξε γραπτώς. Παρουσιαζόμενος μαζί με τον δικηγόρο του στην συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής, στην οποία παρίστατο επίσης δύο μέλη της Ε.Τ.Υ.Κ., ως παρατηρητές, αφού απαίτησε να του αναγνωστεί το κατηγορητήριο που αντιμετώπιζε, πράγμα το οποίο και έγινε, στη συνέχεια αρνήθηκε να απαντήσει και να τοποθετηθεί σε διάφορα ζητήματα και ερωτήματα τα οποία κατ' επανάληψη του ετίθεντο από τα μέλη της επιτροπής, υποδεικνύοντας και υποστηρίζοντας ότι με δεδομένο ότι δεν παρουσιάστηκαν οποιδήποτε μάρτυρες κατηγορίας για να έχει την δυνατότητα η πλευρά του να τους αντεξετάσει, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, η όλη διαδικασία έπασχε και ήταν παράνομη, επηρεάζοντας όχι μόνο συνταγματικά του δικαιώματα αλλά και βασικούς κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Αποτέλεσμα των εργασιών της Πειθαρχικής Επιτροπής ήταν η τελευταία να εισηγηθεί ομόφωνα τον τερματισμό της απασχόλησης του ενάγοντα στην Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, πράγμα το οποίο και έγινε με επιστολή που του κοινοποιήθηκε προς τούτο από τον Γενικό Διευθυντή της εναγομένης τράπεζας, στις 16.6.2005. Ως αναδύεται από τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα, τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε για τη πλευρά του κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά και τις τελικές εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ότι πρωτίστως προσβάλλεται από την πλευρά του ενάγοντα στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι η νομιμότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στο πλαίσιο της πειθαρχικής έρευνας που προηγήθηκε της απόφασης της εναγομένης για τερματισμό των υπηρεσιών του ενάγοντα, ειδικότερα δε η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής την 17.03.2005. Το γεγονός ότι κατά τη συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής κατά την ως άνω ημερομηνία δεν παρουσιάστηκε από τη πλευρά της εναγομένης οποιαδήποτε μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία, ούτε δόθηκε η ευκαιρία στην πλευρά του ενάγοντα να αντικρούσει τέτοια μαρτυρία αντεξετάζοντας τυχόν μάρτυρες, παρά μόνο ετίθεντο ερωτήσεις στον τελευταίο, κατά τρόπο μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, που τα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής προσπαθούσαν να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση σε βάρος του, από μόνο του, ως η είσηγηση της πλευράς του, καθιστούσε την όλη διαδικασία άκυρη και παράνομη, επηρεάζοντας βασικά συνταγματικά δικαιώματα του τελευταίου, όπως και τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Με κάθε σεβασμό προς την ως άνω εισήγηση, θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να σημειωθεί πως στη βάση των πρακτικών της συνεδρίας της Πειθαρχικής Επιτροπής, ημερ.17.05.2005, (Τεκμήριο 6) πέραν και ανεξάρτητα από τις περί του αντιθέτου τοποθετήσεις του Κώστα Κωνσταντίνου, (Μ.Υ.2) δεν μπορεί να υιοθετηθεί η θέση ότι σκοπός των ερωτήσεων ήταν η στοιχειοθέτηση υπόθεσης σε βάρος του ενάγοντα μέσω των δικών του θέσεων και απαντήσεων. Αντίθετα, είναι προφανές ότι τα μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής, καθηκόντως, έθεταν υπόψην του τότε ελεγχόμενου πειθαρχικά υπαλλήλου, στην παρουσία του δικηγόρου του και μελών της συνδικαλιστικής του οργάνωσης, διάφορα ζητήματα σχετικά με τα θέματα που απασχολούσαν την πειθαρχική έρευνα που τον αφορούσε, αναζητώντας ουσιαστικά τις θέσεις και τις απόψεις του, δίδοντας του ταυτόχρονα την ευκαιρία να τοποθετηθεί όπως ο ίδιος ήθελε στα ζητήματα που απασχολούσαν την Πειθαρχική Επιτροπή. Ζητήματα μάλιστα για τα οποία, ως ο ίδιος παραδέχτηκε ήταν ήδη ενήμερος, έχοντας μάλιστα την ευκαιρία να τοποθετηθεί και γραπτώς επί τούτων σε προγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της πειθαρχικής διαδικασίας σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση και της μορφής που αυτή μπορεί να λάβει, έχει απασχολήσει τη νομολογία των Δικαστηρίων μας. Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1478, προβλήθηκε η θέση ότι στη διαδικασία διερεύνησης πειθαρχικής ευθύνης που αφορούσε εργαζόμενη στον ιδιωτικό τομέα υπήρξε παραβίαση των κανόνων της δίκαιης δίκης, στηριζόμενη ουσιαστικά στην αντίληψη ότι στα πλαίσια μιας πειθαρχικής δίκης, η εφεσείουσα, της οποίας τελικά τερματίστηκαν οι υπηρεσίες, δεν είχε προηγουμένως υπόψη της όλα τα στοιχεία της έρευνας που είχε συγκεντρώσει η ερευνώσα λειτουργός, δεν της εδόθη κατηγορητήριο, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία και δεν είχε την ευκαιρία αντεξέτασης της μαρτυρίας της εφεσίβλητης και προσαγωγής μαρτυρίας υπεράσπισης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και υποδεικνύοντας ότι στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το ιδιωτικό δίκαιο δεν θα πρέπει να αναμένεται να εφαρμόζονται οι αρχές της πειθαρχικής δίκης στο δημόσιο τομέα, έκρινε την έφεση ως στερούμενη παντελώς ερείσματος. Σημείωσε περαιτέρω ότι η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του, δεν συναρτάται με την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας, προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενη με πειθαρχικές διαδικασίες. Κριτήριο είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων. Στην υπόθεση Σιέλη ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 302, περίπτωση κατά την οποία σε αντίθεση με την υπό συζήτηση, η εφεσείουσα - με δεδομένο ότι δεν επιτράπηκε στο δικηγόρο της να την συνοδεύσει - δεν παρέστη καν στην πειθαρχική διαδικασία, προβλήθηκαν παρόμοιες θέσεις όσον αφορά την πειθαρχική διαδικασία που δρομολογήθηκε σε βάρος της εφεσείουσας. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, επιβεβαιώνοντας το λόγο του πρωτόδικου δικαστηρίου, υπέδειξε ότι τα προβαλλόμενα παράπονα σε σχέση με την πειθαρχική διαδικασία που προηγήθηκε, χωρίς δηλαδή να παρουσιαστούν μάρτυρες και να δοθεί η ευκαιρία στην πειθαρχικά ελεγχόμενη εφεσίβλητη να τους αντεξετάσει και να σχολιάσει μαρτυρία και στοιχεία - τα οποία προβλήθηκαν από τον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα και στην παρούσα διαδικασία - δεν είχαν έρεισμα. Μεταξύ άλλων, σημείωσε: «Ο λόγος της υπόθεσης Κακοφεγγίτου (άνω) σφραγίζει πιστεύουμε και την τύχη της παρούσας έφεσης. Η δομή λειτουργίας της σχέσης μεταξύ εφεσείουσας και εφεσιβλήτων καθορίστηκε από την εποχή της προσωρινής πρόσληψης της εφεσείουσας στις 20 Ιουνίου 1988, (τεκμ22Α) και αφορούσε ιδιωτική σύμβαση εργοδότησης διεπόμενη από τους εσωτερικούς κανονισμούς του προσωπικού των εφεσιβλήτων. Η νομιμοποίηση της εφεσείουσας στις 8 Αυγούστου 1989, συνοδεύτηκε από την υπογραφή Συμβολαίου Υπηρεσίας (τεκμ.22Γ) και αποδοχή όρων εσωτερικών κανονισμών (Τεκμ.22Δ). Η ύπαρξη καταγγελίας για εξαργύρωση επιταγής από την εφεσείουσα έδωσε το έναυσμα για τη διενέργεια επιθεώρησης για τον τρόπο που υποβλήθηκε αίτηση, χορηγήθηκε δάνειο και έγινε μεταβίβαση ενός διαμερίσματος στο όνομα κάποιας Velitchka Miteva. Οι εφεσίβλητοι ζήτησαν από την εφεσείουσα να παρουσιαστεί ενώπιον της εποπτικής επιτροπής τήρησης και εφαρμογής αποφάσεων και κανονισμών. Ακολούθησε η επιστολή του δικηγόρου της, που έθετε όρους για την παρουσία της, κάτι που δεν έγινε τελικώς αποδεχτό, αφού της γνωστοποιήθηκε η πρόθεση των εφεσιβλήτων να προχωρήσουν έστω και στην απουσία της, και την επιστολή τους 26 Ιανουαρίου 2004, τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της. Συμφωνούμε με το σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου, ότι η σχέση των διαδίκων διεπόταν από σύμβαση ιδιωτικού δικαίου. Εκπλήρωσαν την υποχρέωση τους οι εφεσίβλητοι, διερεύνησαν το εγερθέν ζήτημα σε εύλογο χρόνο, από τον Αύγουστο 2003 μέχρι την ημερομηνία απόλυσης που ήταν η 25 Ιανουαρίου 2004. Ταυτοχρόνως, θεωρούμε ορθό το συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου και σε σύμπλευση με τη μαρτυρία, ότι δόθηκε η ευκαιρία στην εφεσείουσα να θέσει τη δική της εκδοχή. Τέλος θεωρούμε αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι η σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου είχε, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ανεπανόρθωτα κλονιστεί και η απόλυση της εφεσείουσας ήταν αναγκαία συνέπεια.» Ομοίως, στην υπόθεση Φωτιάδης ν. Alpha Bank Limited
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 201, όπου και πάλι εξετάστηκε το ζήτημα της δυνατότητας του εργοδότη να τερματίσει την απασχόληση εργοδοτούμενου, το δικαστήριο, παραπέμποντας στις αρχές της Κακοφεγγίτου και Σιέλης (ανωτέρω), υπέδειξε μεταξύ άλλων ότι σε υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, όπου η σχέση εργασίας των διαδίκων διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, δεν αναμένεται από ένα εργοδότη να προχωρήσει σε πειθαρχική διαδικασία ως εάν να επρόκειτο για πειθαρχική δίκη στον τομέα δημοσίου δικαίου. Επανέλαβε παράλληλα τη θέση ότι η παροχή δυνατότητας στον εργοδοτούμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του, δεν συναρτάται με την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας η οποία ταυτίζεται με πειθαρχικές διαδικασίες, αλλά με τη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση. Διακήρυξε εν πάση περιπτώσει ότι δεν αναμένεται από τον εργοδότη να προχωρήσει σε διαδικασία υπό μορφή δικαστικής διαδικασίας. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης τράπεζας, ως αυτή καθορίζεται και οριοθετείται από το έγγραφο πρόσληψής του, ημερομηνίας 01.12.1985, (Τεκμήριο 1) εντάσσεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και διέπεται από αυτό. Με δεδομένες τις ως άνω αρχές που διέπουν τα ζητήματα των πειθαρχικών διαδικασιών στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το ιδιωτικό δίκαιο, σε συνδυασμό θεωρούμενες με την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την προώθηση της πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του ενάγοντα και την κορύφωση της με τη συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 17.03.2005, στην παρουσία του πειθαρχικά ελεγχόμενου ενάγοντα και του δικηγόρου του, ως επίσης μελών της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, αναπόδραστη κατάληξη του δικαστηρίου είναι ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε, ήταν μια λογική, καθόλα νόμιμη και επαρκής διαδικασία, όπου κανένα συνταγματικό ή άλλο νόμιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν φαίνεται να έχει παραβιαστεί κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά του ενάγοντα. Παρά το γεγονός ότι ουσιαστικά δεν αμφισβητείται από την πλευρά του ενάγοντα η διαδικασία που προηγήθηκε της συνεδρίας της Πειθαρχικής Επιτροπής την 17.03.2005, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και γίνονται αποδεκτά, στην περίπτωση του ενάγοντα φαίνεται να ακολουθήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες των εσωτερικών κανονισμών όσον αφορά τη δρομολόγηση και την εξέλιξη της πειθαρχικής έρευνας που τον αφορούσε (Τεκμήριο 9). Η διερεύνηση της όλης υπόθεσης, στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και παρέμειναν αναντίλεκτα, ανατέθηκε στην Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού της τράπεζας. Στο πλαίσιο της σχετικής έρευνας περισυνελλέγησαν μαρτυρίες και στοιχεία, τόσο από συναδέλφους του ενάγοντα στην εναγομένη τράπεζα όσο και από τρίτα πρόσωπα, πελάτες της τελευταίας. Στον ενάγοντα γνωστοποιήθηκαν οι ισχυρισμοί και καταγγελίες που υπήρχαν σε βάρος του, ενώ παράλληλα του δόθηκε η ευκαιρία να τοποθετηθεί γραπτώς σε αυτές. Η αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης τράπεζας ετοίμασε στο τέλος σχετική έκθεση-εισήγηση προς το αρμόδιο όργανο, με αποτέλεσμα να αποφασιστεί η δρομολόγηση της πειθαρχικής διαδικασίας. Αναμφισβήτητο παραμένει επίσης ότι πριν τη συνεδρία της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 17.03.2005, δόθηκε στον ίδιο η ευκαιρία να τοποθετηθεί και να προβάλει τις απόψεις του, δηλώνοντας απερίφραστα ότι έπραξε τούτο, απαντώντας γραπτώς και εντός των χρονικών πλαισίων που του τέθηκαν. Περαιτέρω, κλήθηκε και παραβρέθηκε στην πειθαρχική διαδικασία, την οποία παρακολουθούσαν, ως παρατηρητές, δύο εκπρόσωποι της συντεχνίας των τραπεζικών υπαλλήλων, συνοδευόμενος από το δικηγόρο του. Με την έναρξη της συνεδρίας της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 17.03.2005, όπως καταδεικνύεται και από τα αδιαμφισβήτητα πρακτικά της συνεδρίας, ζητήθηκε από την πλευρά του να αναγνωστεί το κατηγορητήριο που αντιμετώπιζε στο πλαίσιο της Πειθαρχικής διαδικασίας που τον αφορούσε, πράγμα το οποίο και έγινε. Το γεγονός ότι επέλεξε, τόσο ο ίδιος από μόνος του, όσο και ως αποτέλεσμα παρέμβασης του δικηγόρου του, να αρνηθεί ουσιαστικά να τοποθετηθεί σε πολλαπλές ομολογουμένως προσπάθειες που έγιναν μέσω ερωτήσεων που του υποβάλλονταν και να προβάλει τις θέσεις του ή να προβεί σε οποιεσδήποτε διευκρινίσεις ήθελε για ζητήματα τα οποία εγείρονταν και απασχολούσαν τη πειθαρχική διαδικασία, επιμένοντας στην θέση ότι η διαδικασία, με δεδομένο ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ή άλλα στοιχεία που να στοιχειοθετούν τις κατηγορίες ούτε του δόθηκε η δυνατότητα να αντεξετάσει οποιοδήποτε μάρτυρα παρουσιαζόταν, πάσχει, παραβιάζοντας συνταγματικά του δικαιώματα και βασικές αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, δεν διαφοροποιεί την θεώρηση του δικαστηρίου ότι ακολουθήθηκε μια καθόλα λογική και νομικά επαρκής διαδικασία, διασφαλίζοντας κάθε συνταγματικό δικαίωμα του υπό πειθαρχική έρευνα ενάγοντα. Στο πλαίσιο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, φαίνεται πραγματικά να δόθηκε στον εργοδοτούμενο - ενάγοντα η δυνατότητα να προβάλει τις θέσεις του και να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κατ' επανάληψη, με την όλη διερεύνηση της υπόθεσης να κινείται εντός λογικών και αναμενόμενων χρονικά πλαισίων. Η εισήγηση εξάλλου ότι η όλη διαδικασία λήψης της απόφασης τερματισμού των υπηρεσιών του πάσχει, ενόψει του γεγονότος πως μετά τη λήψη της απόφασης για τερματισμό των υπηρεσιών του η πλευρά της εναγομένης τράπεζας παρέλειψε ή/και αμέλησε να τον καλέσει να τοποθετηθεί πριν από την επιβολή της ποινής, δεν φαίνεται ούτως ή άλλως να βρίσκει έρεισμα στην πειθαρχική διαδικασία που προβλέπεται στον Οδηγό Ανθρώπινου Δυναμικού (Τεκμήριο 9). Πρόνοια επανάκλησης του πειθαρχικά ελεγχόμενου για να θέσει εκ νέου τις θέσεις του ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, για σκοπούς μετριασμού, δεν υφίσταται. Σε κάθε περίπτωση, ως εξηγήθηκε στο δικαστήριο, την τελική απόφαση λαμβάνει ο διευθύνων σύμβουλος, η οποία και ανακοινώνεται από τον γενικό διευθυντή, όπως φαίνεται να έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, μέσω της επιστολής τερματισμού των υπηρεσιών του ενάγοντα, ημερ.16.06.2005, (Τεκμήριο 3) την οποία και υπογράφει ο γενικός διευθυντής της εναγομένης. Η εισήγηση παράλληλα ότι σε κάθε περίπτωση η απόφαση ήταν υποχρεωτικό να επικυρωθεί από τον εκτελεστικό πρόεδρο της εναγομένης, δεν μπορεί επίσης να υιοθετηθεί. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του ως άνω Οδηγού Ανθρώπινου Δυναμικού που ρυθμίζουν ζητήματα πειθαρχικών παραπτωμάτων και διαδικασιών, (Τεκμήριο 9) ειδικότερα στη Ενότητα 3, υπό τον τίτλο «Κανονισμοί Συμμόρφωσης» στη σελ.38, είναι ξεκάθαρο ότι επικύρωση από τον εκτελεστικό πρόεδρο είναι δυνατό να ζητηθεί από τον διευθύνοντα σύμβουλο του οργανισμού μόνο σε πολύ σοβαρές υποθέσεις και πάντοτε, κατά την κρίση του τελευταίου, χωρίς δηλαδή τούτο να είναι υποχρεωτικό. Έχοντας ήδη αποφασίσει ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε σε σχέση με τον ενάγοντα η οποία κορυφώθηκε με την πειθαρχική διαδικασία και εν τέλει τον τερματισμό των υπηρεσιών του τελευταίου δεν έπασχε καθ' οιονδήποτε τρόπο, ότι απασχολεί, είναι εάν πράγματι η απόφαση για τερματισμό των υπηρεσιών του ήταν δικαιολογημένη ή όπως ο ίδιος με τις δικογραφημένες θέσεις του αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξε, οι ισχυρισμοί που αποδίδουν στον ίδιο ενέργειες, συμπεριφορές και παραλείψεις αντίθετες προς τους κανονισμούς των εναγομένων είναι παντελώς αβάσιμοι, ανεδαφικοί και πραγματικά και νομικά αστήριχτοι. Είναι καταλυτικό για το ζήτημα, να σημειωθεί πως κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου από την πλευρά του ενάγοντα, ικανό να πείσει για τις ως άνω θέσεις του. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί ως παρέμειναν, μετέωροι και ανυποστήριχτοι στο τέλος της ημέρας από κάθε στοιχείο μαρτυρίας, δεν μπορούν ασφαλώς να υιοθετηθούν. Ουσιαστικά, τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, ικανό να πείσει, διερχόμενο βέβαια μέσα από την αναγκαία αξιολογική διύλιση, ότι η ως άνω απόφαση της εναγομένης τράπεζας να τερματίσει την εργοδότηση του ενάγοντα, αποτέλεσμα της πειθαρχικής διαδικασίας που δρομολογήθηκε σε βάρος του και ολοκληρώθηκε με την ομόφωνη απόφαση - εισήγηση της πειθαρχικής επιτροπής για τερματισμό των υπηρεσιών του, ήταν παράνομη και λανθασμένη, στηριζόμενη σε αβάσιμους, ανεδαφικούς και αστήριχτους ισχυρισμούς. Αντίθετα, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου σε σχέση με την συμπεριφορά και στάση του ενάγοντα καθ' ον χρόνο εργοδοτείτο στην εναγόμενη, ως αυτή τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, είναι φανερό ότι η κατάληξη στον τερματισμό των υπηρεσιών του, δεν μπορεί παρά να κριθεί εύλογη και δικαιολογημένη και ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι πράγματι, εξαιτίας της δικής του συμπεριφοράς και στάσης, η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου είχε ανεπανόρθωτα κλονιστεί. Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, αυτά θα επιβαρυνθεί η πλευρά του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο