VATIKANO PIZZA LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 182/2018, 17/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A447 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 182/2018 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο, Κεφ 224, ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ: VATIKANO PIZZA LTD (ΑΕ018009) Αιτητές/Εφεσείοντες -και- ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη ΑΙΤΗΣΗ - ΕΦΕΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΤΗΤΡΙΑ- ΕΦΕΣΕΙΟΥΣΑ: VATIKANO PIZZA LTD Ημερομηνία: 17.08.2018 Εμφανίσεις: Για αιτητές - εφεσείοντες: κα Α. Γαβριηλίδου για Χρίστο & Αντιγόνη Γαβριηλίδη ΔΕΠΕ. Για καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Ότι επιδιώκεται από την πλευρά της αιτήτριας - εφεσείουσας εταιρείας με την προώθηση της υπό συζήτησης αίτησης - έφεσής της, είναι η ακύρωση και/ή ματαίωση, τόσο της διαδικασίας που οι καθ' ων η αίτηση εφεσίβλητοι έχουν δρομολογήσει με βάση το μέρος VΙΑ του περί Μεταβιβάσεως Kαι Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, (Ν.9/1965)για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφεται στη Δήλωση Υποθήκης Υ19610/2007, ιδιοκτησίας της εφεσείουσας, ως επίσης η ακύρωση του σκοπούμενου πλειστηριασμού του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου της εφεσείουσας που κατόπιν σχετικών ειδοποιήσεων, ορίστηκε στις 27.08.
- Ειδικότερα, με την υπό συζήτηση αίτηση - έφεση αξιώνεται από την πλευρά της αιτήτριας: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει ή και να παραμερίζει την επίδοση της ως άνω αναφερόμενη ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 04.05.2018 που επιδόθη 14.05.2018 ή και Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή και να παραμερίζεται η προωθούμενη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης Υ19610/07 με τις ειδοποιήσεις τύπου «Θ» και «I» δια τις οποίες έχει προηγηθεί η καταχώρηση Αίτησης - Έφεσης 126/18 την 16.04.2018 και επιδόθηκε την 04.05.
- Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή και να παραμερίζεται η ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 04.05.2018 η οποία επιδόθηκε την 14.05.
- Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τον σκοπούμενο με την ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/1733, Φ./Σχ. 21.53.W1, τεμάχιο 1646 στο Δήμο Έγκωμης, Επαρχία, ο οποίος είναι ορισμένος στις 27.08.2018 ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 04.05.2018 ή και Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει ή και να παραμερίζει οποιοσδήποτε μεταγενέστερη ειδοποίηση της επίδικης ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» και ειδικότερα της ειδοποίησης τύπου «ΙΒ» ένεκα του παραμερισμού ή και της ακυρότητας της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 04.05.2018 ή και Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου όπως αυτή προβλέπεται στο μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/65)ως έχει τροποποιηθεί ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 04.05.2018 ή και Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται η χρησιμοποίηση οποιοσδήποτε διενεργηθείσας εκτίμησης από τον ενυπόθηκο δανειστή για σκοπούς καθορισμού της επιφυλασσόμενης τιμής του ενυπόθηκου ακινήτου η οποία διενεργήθηκε με βάση την διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου όπως αυτή προβλέπεται στο μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)ως έχει τροποποιηθεί ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 04.05.2018 ή και Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή ακυρώνει την αποστολή οποιοσδήποτε περαιτέρω ειδοποίησης ή και επιστολής από τους Καθ' ων η Αίτηση - ενυπόθηκους δανειστές προς τον Αιτητή ή και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος όπως προβλέπεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν.9/65)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και στους υπό αυτού σχετικούς Κανονισμούς - Κ.Δ.Π. 85/2015 ένεκα της ακυρότητας της ή του παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 04.05.2018 ή και Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή και να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία που προβλέπεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν.9/65)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της ως άνω αναφερόμενης ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 04.05.2018». I. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει την παρούσα διαδικασία εκποίησης που βασίζεται στο μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακίνητων Νόμου (Ν9/1965) ως έχει τροποποιηθεί, καθ' όσον επενεργεί αναδρομικά σε σχέση με περιουσία η οποία ήτο αντικείμενο της Δήλωσης σύμβασης υποθήκης με αρ. Υ19610/07, ημερ. 18.12.2007 επηρεάζοντας τοιούτο τρόπο κεκτημένα περιουσιακά δικαιώματα και δικαιώματα του συμβάλλεσθαι ελεύθερως και έτσι αντίκειται προς το Άρθρο 23, 25 και Άρθρο 26 του Συντάγματος. Κ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει Δίκαιη. Λ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον επίδοση». Πληθώρα λόγων προκρίνονται από την πλευρά των αιτητών - δεκατέσσερις συνολικά - για τους οποίους αξιώνεται η ακύρωση των σχετικών ειδοποιήσεων και εν γένει του πλειστηριασμού. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
- Η προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» δεν έχει νόμιμα ή και νομότυπα επιδοθεί όπως καθορίζεται από το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί αφού, δεν έχει επιδοθεί σε έναν εκ των εγγυητών του χρέους κ. Αδάμο Κωστάππη, ο οποίος είναι ενδιαφερόμενο μέρος..
- Η προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» δεν έχει επιδοθεί προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, περιλαμβανομένου του εγγυητή του χρέους κ. XXXXX Κωστάππη, ως ρητώς καθορίζεται από το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και
- Η προωθούμενη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης Υ19610/2007 μέσω των ειδοποιήσεων τύπου «Θ» και «I» είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική δια τις οποίες ήδη υπάρχει καταχωρημένη Αίτηση - Έφεση με αρ. 126/18 δια ακύρωση των και/ή παραμερισμό των.
- Η προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις όπως αναφέρονται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν.9/65)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και τον τύπο όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου (Ν.9/1965) ή και
- Η προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» είναι παράνομη ή και ετοιμάστηκε ή και υπογράφεται ή και απεστάλη κατά παράβαση του μέρους VIA του Νόμου (Ν.9/1965) ή και του Δεύτερου Παραρτήματος αυτού και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί αφού δεν υπογράφεται ή και σφραγίζεται από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως επιτακτικά αναφέρεται στον Νόμο ή και στον τύπο του Δεύτερου Παραρτήματος του Νόμου ή και
- Η προσβληθείσα ειδοποίηση τύπους «ΙΑ» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο καθότι το ποσό ή και το υπόλοιπο όπως αναφέρεται στην προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» είναι λανθασμένο ή και αυθαίρετο ή και είναι κατά παράβαση των αποφάσεων του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.09.2012 που εκδόθηκαν στα πλαίσια των Αγωγών με αριθμό 10371/10, 10373/10, 10374/10 και 10375/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή και είναι κατά 1 παράβαση της επίδικης Σύμβασης και Δήλωσης της επίδικης υποθήκης με αρ. Υ19610/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ή και
- Η προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο καθότι το ποσοστό του τόκου όπως αναφέρεται την προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» είναι λανθασμένο ή και αυθαίρετο ή και είναι κατά παράβαση των αποφάσεων του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.09.2012 που εκδόθηκαν στα πλαίσια των αγωγών με αριθμό 10371/10, 10373/10, 10374/10 και 10375/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή και είναι κατά παράβαση της επίδικης σύμβασης και δήλωσης της επίδικης υποθήκης με αρ. Υ19610/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ή και
- Η προβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν είναι υπερήμερος με βάση- το άρθρο 27 και 44 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν 9/1965) ως αυτός έχει τροποποιηθεί διότι έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον των Αιτητών, και εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης στο πλαίσιο των αγωγών με αριθμό 10371/10, 10373/10, 10374/10 και 10375/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το οποίο διατάχθηκε η εκποίηση της υποθήκης και η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό ή και
- Η προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» ή και γενικότερα η επίδικη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου στο πλαίσιο της οποίας αποστέλλεται η επίδικη ειδοποίηση τύπου «ΙΑ» προωθείται από τους Καθ' ων η Αίτηση καταχρηστικά ή και αποτελεί κατάχρηση αφού επιδιώκεται η εκποίηση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου στο πλαίσιο της επίδικης διαδικασίας όπως προβλέπεται στο μέρος VIA ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν ήδη εξασφαλίσει δικαστικές αποφάσεις και διατάγματα εκποίησης της επίδικης υποθήκης στο πλαίσιο των αγωγών 10371/10, 10373/10, 10374/10 και 10375/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή και
- Η προσβληθείσα ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» είναι άκυρη ή και δέον όπως ακυρωθεί ή ) και παραμεριστεί από το Δικαστήριο διότι η διαδικασία του μέρους VIA βάσει της οποίας αποστάληκε η επίδικη ειδοποίηση δεν εφαρμόζεται ή και δεν δύναται να εφαρμοστεί ή και προωθείται καταχρηστικά εφόσον εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις και διατάγματα εκποίησης της επίδικης Υποθήκης με αρ. Υ19610/07 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας στο πλαίσιο των αγωγών 10371/10, 10373/10, 10374/10 και 10375/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Η προσβληθείσα διαδικασία εκποίησης θα πρέπει να ακυρωθεί η και παραμεριστεί καθ' ότι η Καθ' ης η αίτηση οφείλει να προχωρήσει με όλα τα απαραίτητα μέτρα εναντίον της πρωτοφειλέτιδας, δεδομένου ότι υπάρχουν και ακίνητα ιδιοκτησίας της, τα οποία έχουν υποθηκευθεί προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους της και έχει τροχιοδρομηθεί η διαδικασία του ΜΕΡΟΥΣ VIA από την Καθ' ης. Επομένως θα πρέπει πρώτα να πραγματοποιηθεί ο πλειστηριασμός και πιστωθεί στο επίδικο χρέος το ποσό της είσπραξης από την πώληση και τότε εάν και εφόσον υπάρχει υπόλοιπο να στραφεί εναντίον της Αιτήτριας και της περιουσία της με βάση το υπόλοιπο αυτό. Επομένως, η συμπεριφορά της Καθ' ης απέναντι στην Αιτήτρια θα πρέπει να κριθεί καταχρηστική, κακόπιστη και άνιση εν σχέση με την Πρωτοφειλέτη αφού, επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της ως εγγυητής.
- Η προσβληθείσα διαδικασία εκποίησης θα πρέπει να ακυρωθεί ή και παραμεριστεί καθ' ότι δεν έχει ξεκαθαριστεί από τους Καθ' ων εάν με τις προηγηθείσες ειδοποιήσεις τύπου «ΙΑ», δια υποθηκευμένα ακίνητα ιδιοκτησίας της πρωτοφειλέτιδας του επίδικου εξ αποφάσεως χρέους, έχουν πωληθεί ή όχι, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει η Αιτήτρια το ποσό του επίδικου χρέους και να την φέρνει σε δυσμενή θέση.
- Η προσβληθείσα διαδικασία εκποίησης με ιδιωτικό πλειστηριασμό θα πρέπει να ακυρωθεί ως αντισυνταγματική καθ' ότι οι Καθ' ων η αίτηση εφαρμόζουν το ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου (Ν9/1965) αναδρομικά και έτσι αντίκειται στα Άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθ' ότι κατά την σύναψη δανείου και κατά επέκταση της επίδικης δήλωσης σύμβασης υποθήκης με αρ. Υ19610/07 ημερ. 18.12.07 δεν ήτο σε ισχύ ο εν λόγω αναφερόμενος Νόμος ο οποίος εισάγει μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση και εντελώς νέο κανόνα δικαίου αφού κατά τον χρόνο της σύναψης της εν λόγω υποθήκης, το θέμα διέπετο από το κράτος μέσω του Αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γ ραφείου ενώ με την καινούργια θέσπιση του Νόμου αυτό διαφοροποιείται και πλέον ο πλειστηριασμός γίνεται ιδιωτικά χωρίς να προστατεύονται τα δικαιώματα του Αιτητή όπως αυτός πίστευε κατά τον χρόνο της σύμβασης υποθήκης και συγκεκριμένα παραβιάζει: (α) Το Δικαίωμα που δίνεται με βάση το Άρθρο 23 του Συντάγματος καθ' ότι οι Καθ' ων η αίτηση επιδιώκουν να εφαρμόσουν την εν λόγω διαδικασία «αναδρομικά» στην περίπτωση περιουσιακών δικαιωμάτων ήδη κτηθέντων, προς της θεσπίσεως του, αναιρώντας και/ή διαφοροποιώντας τα ήδη καθορισμένα δυνάμει του προϊσχύοντος δικαίου περιουσιακά δικαιώματα ως είχαν την 18.12.07, ημερομηνία σύναψης της Δήλωσης σύμβασης της επίδικης υποθήκης. (β) Το Δικαίωμα που δίνεται με βάση του Άρθρο 25 του Συντάγματος, καθ' ότι οι καθ' ων η αίτηση αδικαιολόγητα και χωρίς να συντρέχουν οι συνταγματικές προϋποθέσεις εφαρμόζουν την επίδικη διαδικασία ως πρόσφατα έχει τροποποιηθεί, αναδρομικά, παρεμβαίνοντας τοιούτο τρόπο στο Δικαίωμα του Αιτητή να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα του μεταξύ των οποίων και να γνωρίζει με ποιο τρόπο θα διεκδικηθούν τα οποιαδήποτε οφειλόμενα σε περίπτωση μη καταβολής των, κατά τον χρόνο τον οποίο συμφώνησε σε σύμβαση υποθήκης ακινήτου ιδιοκτησίας του. (γ) Το δικαίωμα που δίνεται με το Άρθρο 26 του Συντάγματος καθ' ότι αναιτιολόγητα και χωρίς την τήρηση των συνταγματικών προϋποθέσεων οι Καθ' ων παρεμβαίνουν με το να εφαρμόζουν αναδρομικά την επίδικη διαδικασία και αποδομούν τοιούτο τρόπο ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις, υποχρεώσεις και δικαιώματα.
- Η προσβληθείσα διαδικασία θα πρέπει να ακυρωθεί καθ' ότι στην περίπτωση του Δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει του Άρθρου 23 του Συντάγματος, όπως και στην περίπτωση του Άρθρου 26, δεν μπορεί να υπάρξει αναδρομική ανατροπή ήδη καθορισθέντων και κτηθέντων περιουσιακών δικαιωμάτων». Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων προς υποστήριξη της αίτησης τίθεται με ένορκη δήλωση του XXXXX Κωστάππη, διευθυντή της εφεσείουσας εταιρείας, ημερ. 21.06.
- Στην εν λόγω δήλωσή του ο ως άνω XXXXX Κωστάππης, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους έφεσης, θέτοντας παράλληλα υπόψη του δικαστηρίου αριθμό τεκμηρίων προς υποστήριξη των αναφορών του. Υποδεικνύει πως όπως ο ίδιος πιστεύει αλλά και ως τον έχουν συμβουλέψει οι δικηγόροι του, η προωθούμενη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου της αιτήτριας που περιγράφεται στην υποθήκη Υ19610/2007, είναι λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί, χαρακτηρίζοντας την ταυτόχρονα ως καταχρηστική και προωθούμενη παράνομα και καθ' υπέρβαση εξουσιών, με μοναδικό σκοπό την άσκηση αθέμιτης πίεσης στους αιτητές. Με δεδομένο ότι οι λόγοι οι οποίοι τελικά προκρίνονται από την πλευρά των αιτητών και κατ' επέκταση οι τοποθετήσεις και αναφορές του ως άνω ομνύοντα θα εξεταστούν στη συνέχεια, κρίνεται αχρείαστη η επανάληψη τους σε αυτό το στάδιο της παρούσας. Η εφεσίβλητη καταχώρησε ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Προτάσσονται από την πλευρά της εννέα συνολικά λόγοι ένστασης, μέσω των οποίων επιχειρείται ουσιαστικά απάντηση στις αιτιάσεις της αιτήτριας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα, προκρίνεται ότι: «
- Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη, ανεπαρκής και ουδόλως παρουσιάζει οιονδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα
- Η νομική βάση της Αίτησης πάσχει και/ή δεν στοιχειοθετούνται και/ή δεν συντρέχουν οι λόγοι που εξαντλητικά προβλέπει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για καταχώρηση Αίτησης Έφεσης εναντίον της Ειδοποίησης «Τύπου ΙΑ», ήτοι: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις, (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί, (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή, (δ) εκκρεμεί αγωγή ενώπιον Δικαστηρίου για την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).
- Οι Ειδοποιήσεις Τύπου «I» και «Θ» δεν είναι εφέσιμες και/ή είναι ενημερωτικού και/ή πληροφοριακού χαρακτήρα και δεν επηρεάζουν τα έννομα συμφέροντα των παραληπτών τους.
- Οι επίδικες Ειδοποιήσεις έχουν επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα Μέρη όπως επιτάσσει η νομοθεσία και ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε αναληθείς και/ή παραπλανητικές αναφορές στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση.
- Η ύπαρξη δικαστικής απόφασης και/ή αποφάσεων σχετικά με το αξιούμενο ποσό και/ή για την εκποίηση της επίδικης υποθήκης δεν εμποδίζει την Τράπεζα από το να προχωρήσει με πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου και/ή οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας δεν εμποδίζουν την Τράπεζα από το να προωθήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με οιονδήποτε τρόπο επιλέξει και ως εκ τούτου δεν λαμβάνει χώρα καμία κατάχρηση των διαδικασιών εκ μέρους της Τράπεζας.
- Η απόφαση πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε από την Τράπεζα με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα εκ του Νόμου προβλεπόμενο δικαιώματά της. Ως εκ τούτου δεν λαμβάνει χώρα καμία ασέβεια και/ή περιφρόνηση του Δικαστηρίου και/ή καταπάτηση των δικαιωμάτων των Αιτητών και/ή κατάχρηση της διαδικασίας.
- Η Αίτηση είναι ανεπαρκής, γενική και αντιφατική και ουδόλως παρουσιάζει οιονδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Οι εφεσιβαλλόμενες Ειδοποιήσεις πληρούν τα τυπικά χαρακτηριστικά και τις ουσιαστικές και/ή άλλως πως προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την αποστολή τους και/ή έχουν συνταχθεί και/ή αποσταλεί και επιδοθεί νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή σε ρητή και ξεκάθαρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της νομοθεσίας και/ή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν. 9/1965(όπως έχει τροποποιηθεί).
- Δεν προκύπτει καμία παραβίαση του Συντάγματος και/ή δεν πληρούνται οι αρχές ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και εν πάση περιπτώσει ο έλεγχος της συνταγματικότητας της νομοθεσίας δεν είναι απαραίτητος για την διεκπεραίωση της Αίτησης-Έφεσης». Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, λειτουργού της καθ' ης η αίτηση εφεσίβλητης τράπεζας. Στο πλαίσιο της ως άνω δήλωσής του, ο Αδάμου, επιβεβαιώνει ουσιαστικά τη θέση της αιτήτριας εταιρείας ότι η τελευταία εγγυήθηκε προσωπικά και αλληλέγγυα προς την τράπεζα, μαζί με την εταιρεία A. Costappis Estates Ltd και τον ίδιο τον κ. Κωστάππη όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας A. Costappis Imports - Exports Ltd, οι οποίες πηγάζουν από διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις που η καθ' ης η αίτηση τράπεζα είχε παράσχει στη τελευταία εταιρεία. Θέτει επίσης υπόψη του δικαστηρίου αντίγραφο της Δήλωσης Υποθήκης Υ19610/2007 και του σχετικού Εγγράφου Υποθήκης, μέσω της οποίας η αιτήτρια - εφεσείουσα εταιρεία, υποθήκευσε προς όφελος της καθ' ης η αίτηση τράπεζας ακίνητο της που εκεί περιγράφεται, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της A. Costappis Imports - Exports Ltd. Επιβεβαιώνει επίσης την πλευρά της αιτήτριας - εφεσείουσας εταιρείας ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν προς την A. Costappis Imports - Exports Ltd όπως και οι συμφωνίες εγγυήσεων τερματίστηκαν από την τράπεζα, ως επίσης ότι τόσο εναντίον της A. Costappis Imports - Exports Ltd όσο και των εγγυητών τους (περιλαμβανομένων και των αιτητών) καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας οι αγωγές υπ' αριθμόν 10371/2010, 10373/2010, 10374/2010 και 10375/2010, στα πλαίσια των οποίων, στις 20.09.2012, εκδόθηκαν εκ συμφώνου δικαστικές αποφάσεις. Σε αυτές, μεταξύ άλλων, διατασσόταν η εκποίηση των ακινήτων που περιγράφονταν σε υποθήκες που εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις της A. Costappis Imports - Exports Ltd, μια εκ των οποίων ήταν και η επίδικη υποθήκη, υπ' αριθμό Υ19610/
- Η εκτέλεση των ως άνω, εκ συμφώνου εκδοθέντων αποφάσεων, συμπληρώνει, αναστάληκε μέχρι τις 31.12.2015 για να δοθεί η ευκαιρία και η δυνατότητα στους εναγομένους να εξοφλήσουν τα εξ αποφάσεως χρέη τους, πράγμα το οποίο δεν έπραξαν. Έκτοτε τα εξ αποφάσεως χρέη, εξακολουθούν να οφείλονται στο σύνολό τους. Επαναλαμβάνοντας και εξειδικεύοντας τους λόγους ένστασης που προκρίνονται στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση, προτάσσει ότι ουδείς από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο σχετικό νόμο λόγους ακύρωσης των ειδοποιήσεων «ΙΑ» και «ΙΒ» ισχύει. Θέτοντας συγκεκριμένα τεκμήρια υπόψη του δικαστηρίου, απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί ακυρότητας των σχετικών ειδοποιήσεων «ΙΑ» και «ΙΒ», ως επίσης τη θέση περί μη επίδοσής τους σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Προκρίνοντας ότι από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση τράπεζας υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις του σχετικού νόμου, απορρίπτει παράλληλα τους ισχυρισμούς περί αθέμιτης πίεσης από την πλευρά της καθ' ης η αίτησης τράπεζας προς την αιτήτρια - εφεσείουσα. Ομοίως, απορρίπτει τις θέσεις της τελευταίας περί αντισυνταγματικότητας της σχετικής νομοθεσίας στη βάση της οποίας η πλευρά της καθ' ης η αίτησης τράπεζας δρομολόγησε την διαδικασία εκποίησης του ακινήτου που περιγράφεται στην υποθήκη υπ' αριθμό Υ19610/
- Υποστηρίζει τέλος ότι η ύπαρξη δικαστικής απόφασης υπέρ της τράπεζας, δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου της αιτήτριας - εφεσείουσας, στη βάση των διατάξεων του μέρους VIA του Ν.9/
- Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες, σχετικές με το ζήτημα που ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Είναι γεγονός ότι κατά την παρουσίαση της υπόθεσης από την πλευρά της εφεσείουσας, την ευπαίδευτη συνήγορο της τελευταίας δεν απασχόλησαν - ούτε κατ' επέκταση προώθησε ή επιχείρησε να αναπτύξει - ζητήματα που άπτονται της επίδοσης των σχετικών ειδοποιήσεων, του τύπου και του περιεχομένου τους, όπως αυτά τουλάχιστον προβάλλονται στους λόγους έφεσης. Περιορίστηκε, όπως η ίδια δήλωσε στο δικαστήριο, σε τρεις πυλώνες επί των οποίων εδράζει το αίτημα της εφεσείουσας. Ο πρώτος, έχει να κάνει με το γεγονός ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, καθ' ην έκταση έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διατάχθηκε η εκποίηση του ακινήτου που περιγράφεται στην Δήλωση Υποθήκης Υ.19610/2007, δεν μπορεί να εφαρμοστεί το μέρος VIA του Ν.9/1965, αφού ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν μπορεί να θεωρηθεί «υπερήμερος» με την έννοια του σχετικού νόμου. Πλέον, υποστήριξε, δεν υφίσταται οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με την δήλωση υποθήκευσης αλλά εξ αποφάσεως χρέος. Η προώθηση εκ μέρους της εφεσίβλητης τράπεζας δύο παράλληλων διαδικασιών, ήτοι της έκδοσης διαταγμάτων του δικαστηρίου για εκποίηση της υποθήκης και της διαδικασίας εκποίησης του ίδιου ενυπόθηκου ακινήτου μέσω του μέρους VIA του Ν.9/1965, υποστήριξε, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Το ποσό άλλωστε που αναφέρεται στην ειδοποίηση «ΙΑ» όπως και το ποσοστό του τόκου είναι λανθασμένα και/ή αυθαίρετα ή κατά παράβαση του εξ αποφάσεως χρέους. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει, η προώθηση της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, 2½ και πλέον χρόνια μετά τη λήξη της αναστολής της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων στις 31.12.2015, καταστρατηγεί τη δίκαιη δίκη και ίση μεταχείριση. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η υπό συζήτηση αίτηση θα πρέπει να επιτύχει αφού δεν λήφθηκαν τα απαραίτητα μέτρα είσπραξης εναντίον της πρωτοφειλέτιδας του δανείου, με αποτέλεσμα η αιτήτρια να βρίσκεται σε δυσμενή θέση μη γνωρίζοντας το ακριβές υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους της και/ή το υπόλοιπο του δανείου αντικείμενο της υποθήκης Υ19610/2007. Τέλος, υποστηρίζει ότι η εφαρμογή του μέρους VIA του N.9/1965 αναδρομικά, επηρεάζει τα συνταγματικά δικαιώματα του αιτητή ως αυτά αναγνωρίζονται στα άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος, κατά τον τρόπο που ειδικότερα επεξήγησε στο δικαστήριο. Με δεδομένο ότι στις 13.07.2018, τέθηκε σε ισχύ ο Ν.87(I)/2018με τον οποίο τροποποιήθηκε ο Ν.9/1965, (μία μέρα μετά την συμπλήρωση της ακρόασης της παρούσας αίτησης) κατά τρόπο μάλιστα που ως διακηρύσσεται στο σχετικό τροποποιητικό νόμο τροποποιήσεις που εισάγονται καλύπτουν και διαδικασίες που δρομολογήθηκαν με βάση το μέρος VIA του Ν.9/1965 πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του τροποποιητικού νόμου 87(I)/2018, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να καλέσει τα μέρη να τοποθετηθούν, στην περίπτωση που επιθυμούσαν τούτο, σε συνάρτηση πάντα με τις σχετικές τροποποιήσεις και αν αυτές έχουν τη δική τους σημασία για την υπό συζήτηση υπόθεση ή οδηγούν σε διαφοροποίηση θέσεων και εισηγήσεων τους. Η κα Γαβριηλίδου υπέδειξε πως εν όψει της ως άνω τροποποίησης δεν θα επέμενε στη θέση ότι η προώθηση της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου κατ' εφαρμογή του μέρους VIA του Ν.9/1965, ενώ έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση, θα πρέπει να θεωρηθεί ως κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Υποστήριξε ωστόσο ότι με δεδομένη την έκδοση δικαστικής απόφασης, οι ειδοποιήσεις τύπου «Ι» και «ΙΑ» θα έπρεπε ανάλογα να διαφοροποιηθούν, κατά τρόπο που να περιγράφεται σε αυτές όχι το ύψος του ενυπόθηκου χρέους αλλά το εξ αποφάσεως χρέος, ως επίσης λεπτομέρειες που πιθανόν να αφορούν πληρωμές που μεσολάβησαν, προσθήκες εξόδων κλπ, κατά τρόπο που να γνωρίζει ο οφειλέτης με ακρίβεια το ποσό που εξακολουθεί να οφείλει. Οι σχετικές τροποποιήσεις που μεσολάβησαν, υποστήριξε, ενισχύουν τη θέση της πλευράς της ότι το μόνο ποσό που θα μπορούσε πλέον να είναι απαιτητό, είναι το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και όχι το ποσό στο οποίο γίνεται αναφορά στη Σύμβαση Υποθήκης. Αντίθετα, ο κ. Μακρίδης για την πλευρά της εφεσίβλητης, υποστήριξε ότι οι τελευταίες τροποποιήσεις ενισχύουν ουσιαστικά τη θεώρηση των πραγμάτων όπως την εισηγήθηκε σε προγενέστερο στάδιο, υπογραμμίζοντας ότι η προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965, έχει ως θέμα και αφορά αποκλειστικά το ενυπόθηκο χρέος. Η δρομολόγηση της συγκεκριμένης διαδικασίας, σημείωσε, επιδιώκει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και όχι συνολικά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Υποδεικνύοντας πως ούτως ή άλλως, σύμφωνα με το σχετικό μέρος του νόμου, αυτό που είναι δυνατόν να διεκδικηθεί με τη συγκεκριμένη διαδικασία είναι το ποσό του ενυπόθηκου χρέους και όχι το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους, - για το οποίο η εφεσείουσα ενημερώθηκε πλήρως και με λεπτομέρεια στην κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την ειδοποίηση «Ι» - συμπλήρωσε πως στην υπό συζήτηση περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητο ότι δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι το δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, διαφορετικά, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο ως άνω περιορισμός τίθεται, με δεδομένο ότι τα δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές. Ούτε ασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης (βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» του Π. Δαγτόγλου, σελ. 128 ). Ζητήματα αντισυνταγματικότητας άλλωστε, μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο μιας διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Η ενασχόληση κατά προτεραιότητα με την εισήγηση της πλευράς της αιτήτριας, ότι δηλαδή η εφαρμογή του μέρους VIA του Ν.9/1965, επηρεάζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα συνταγματικά δικαιώματα της τελευταίας, όπως αυτά καθορίζονται στα άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος, κρίνεται σκόπιμη και ωφέλιμη για σκοπούς της παρούσας. Η ενασχόληση με το ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση και η τοποθέτηση του δικαστηρίου επί τούτου, είναι προφανές ότι δεν θα αποτελούσε ακαδημαϊκή άσκηση αλλά τοποθέτηση που από μόνη της δυνατόν να σφραγίσει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης, καθιστώντας εκ των πραγμάτων αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με τα άλλα, ειδικότερα ζητήματα, που προωθούνται από την πλευρά της αιτήτριας. Ως η νομολογία των δικαστηρίων μας υποδεικνύει, όταν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας οποιασδήποτε πρόνοιας νόμου υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας. Ως εκ τούτου, προτού το Δικαστήριο κηρύξει την πρόνοια ως αντισυνταγματική, οφείλει να ικανοποιηθεί προς τούτο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση Κυριακίδης Ηλίας κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 ΑΑΔ 485, μεταξύ άλλων σημειώθηκε πως : «Αποτελεί αξίωμα του δικαίου ότι εφόσον παρέχεται η δυνατότητα ερμηνείας του νόμου κατά τρόπο συνάδοντα προς το Σύνταγμα, αυτή υιοθετείται και ο νόμος διασώζεται. Σύμφωνα με άλλο ερμηνευτικό αξίωμα, επίσης σχετικό, επενεργεί μαχητό τεκμήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η θεσμοθέτηση κανόνων μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο του Συντάγματος. Μόνο όπου τούτο αποκλείεται από το λεκτικό του νόμου ανατρέπεται το τεκμήριο και προκύπτει θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου.» Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R.640 - βασική ως θεωρείται αυθεντία ως προς τις γενικές αρχές που αφορούν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων - ειδικότερα στις σελίδες 654-656: "In considering the question of the constitutionality of a statute we have to be guided by certain well-established principles governing the exercise of judicial control of legislative enactments. In doing so we have looked for guidance to cases decided by the Supreme Court of the United States of America and, although not bound by such cases, we have adopted the following principles applicable by American Courts, as we are in agreement with the reasoning behind them. A rule of precautionary nature is that no act of legislation will be declared void except in a very clear case, or unless the act is unconstitutional beyond all reasonable doubt (Calder v. Bull, 3 Dall. 386, 399,
(1798)). Sometimes this rule is expressed in another way, in the formula that an act of Congress or a State Legislature is presumed to be constitutional until proved otherwise "beyond all reasonable doubt": see Ogden v. Saunders, 12 Wheat. 212
(1827); and other cases ending with Federation of Labor v. McAdory, 325 U.S. 450
(1945); see also The Attorney-General v. Ibrahim 1964 C.L.R. 195. Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution: see Watson v. Buck, 313 U.S. 387
(1941). As was said by Mr. Justice Roberts in Nebbia v. New York, 291 U.S. 502
(1933); 78 Law. ed. 940, at page 957, "with the wisdom of the policy adopted, with the adequacy or practicability of the law enacted to forward it, the Courts are both incompetent and unauthorised to deal. The course of decision in this Court exhibits a firm adherence to these principles. Times without number we have said that the legislature is primarily the judge of the necessity of such an enactment, that every possible presumption is in favour of its validity, and that though the Court may hold views inconsistent with the wisdom of the law, it may not be annulled unless palpably in excess of legislative power". It is a cardinal principle that if at all possible the Courts will construe the statute so as to bring it within the law of the Constitution: United States v. C.I.O., 335 U.S. 106
(1948); Miller v. United States, 11 Wall. 268
(1871). The judicial power does not extend to the determination of abstract questions: Ashwander v. Tennessee Valley Authority 297 U.S. 288
(1935); 80 Law. ed.
- "It is not the habit of the court to decide questions of a constitutional nature unless absolutely necessary to a decision of the case": Burton v. United States, 196 U.S. 283, 295; 49 Law. ed. 482, 485, 25 S. Ct.
- The Court will not "formulate a rule of constitutional law broader than is required by the precise facts to which it is to be applied": Liverpool, N. Y. & P.S.S. Co. v. Emigration Comrs. 113 U.S.33; 28 Law. ed. 899, 5 S. Ct.
- In cases involving statutes, portions of which are valid and other portions invalid, the Courts will separate the valid from the invalid and throw out only the latter unless such portions are inextricably connected: Polloock v. Farmers' Loan and Trust Company, 158 U.S. 601, 635
(1895). Στην Μαυρογένης ν. Βουλής κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 υποδείχτηκε ότι: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» (Βλ επίσης Ανδρέα Οικονόμου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α. Α. Δ. 676) Επιπρόσθετα, από την απόφαση στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, σημειώνονται και τα ακόλουθα: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R., 167. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157 λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξη του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό οποτεδήποτε οι πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. Of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν παραβλέπω ότι η πλευρά της αιτήτριας - εφεσείουσας προσβάλλει ως αντισυνταγματικό, ολόκληρο το μέρος VIA του νόμου 9/1965, ως έχει εισαχθεί στο σχετικό νομοθέτημα με τον τροποποιητικό νόμο 142(Ι)/2014. Παρά την ομολογουμένως κατ' αρχήν γενικότητα της προβολής του ζητήματος, υπό την έννοια ότι δεν προτείνεται από την πλευρά της τελευταίας η σύγκρουση συγκεκριμένων διατάξεων του ως άνω μέρους του νόμου με τις σχετικές συνταγματικές πρόνοιες στις οποίες παραπέμπει, εντούτοις, με δεδομένο ότι οι πρόνοιες του συγκεκριμένου μέρους του νόμου - όπως ταυτόχρονα έχουν ενσωματωθεί σε αυτόν - φαίνονται να διαπλέκονται και να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, άρρηκτα συνδεδεμένο μεταξύ του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι προσδιορίζονται με ακρίβεια τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα που κατά την θέση της αιτήτριας πλήττονται από την εισαγωγή ολόκληρου του συγκεκριμένου μέρους του νόμου, το δικαστήριο αισθάνεται ότι έχει τη δυνατότητα να ασχοληθεί επί της ουσίας του ζητήματος. Προκρίνεται λοιπόν από την πλευρά της αιτήτριας ότι η εισαγωγή του μέρους VIA στο Ν.9/1965και η αναδρομική εφαρμογή του θα πρέπει να κριθεί αντισυνταγματική, αφού, ναι μεν ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου δύναται να προωθηθεί είτε με τις διατάξεις του μέρους VIA είτε με τις διατάξεις του μέρους VI του Ν.9/1965, πλην όμως, σημειώνει, μεταξύ των δύο τρόπων υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις οι οποίες δεν ήταν σε γνώση του ενυπόθηκου οφειλέτη κατά τη χρονική περίοδο υπογραφής της σύμβασης υποθήκης. Τούτο, υποστηρίζει, από μόνο του, επηρεάζει κατά τον τρόπο που εισηγείται συνταγματικά της δικαιώματα. Ειδικότερα, το δικαίωμα της απόκτησης, κατοχής και απόλαυσης της περιουσίας, κινητής και ακίνητης όπως κατοχυρώνεται μέσω του άρθρου 23 του Συντάγματος, το δικαίωμα άσκησης νόμιμης επαγγελματικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας που προστατεύεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος, ως επίσης το δικαίωμα του «συμβάλεσθαι ελευθέρως» που διασφαλίζεται μέσω του άρθρου 26 του Συντάγματος. Αποτελεί γενική αρχή δικαίου, ότι ένας νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Τούτο είναι δυνατόν μόνο εάν είναι δηλωτικός ή αν αφορά θέματα διαδικαστικά ή απόδειξης. Στις περιπτώσεις δε που ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε νομοθετικές πρόνοιες, οι οποίες δεν καλύπτονται από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει ρητά να αναφέρει τούτο. Κατ' ουσία, υπάρχει τεκμήριο μη αναδρομικότητας στο νόμο, εκτός εάν ο νομοθέτης θεσπίσει νομοθετήματα όπως τα πιο πάνω ή εάν αναφέρει τούτο με ρητή πρόνοια (βλ. Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1670). Με κάθε σεβασμό προς τις εισηγήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας-εφεσείουσας, με την εισαγωγή του μέρους VIA στο σχετικό νομοθέτημα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση στην περιουσία της αιτήτριας. Ούτε βέβαια στο δικαίωμα της ελεύθερα να συνάπτει συμφωνίες και να οργανώνει τις επαγγελματικές/επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η αιτήτρια εταιρεία κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων της, διάθεσε τη συγκεκριμένη ακίνητη της περιουσία, παραχωρώντας την μέσω της Δήλωσης Υποθήκης Υ19610/2007 και της σχετικής Σύμβασης Υποθήκης, ήδη από τις 18.02.2007, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας, για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλο πρόσωπο. Ότι ρυθμίζεται μέσω της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι θέματα διαδικασίας που άπτονται της μεθόδου αξιοποίησης του από μακρού χρόνου ενυπόθηκου ακινήτου της προς ικανοποίηση εξ' αποφάσεως χρέους. Η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στο νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ιδιοκτήτη όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Μέσω τους, προστίθεται ακόμα ένας «διαδικαστικός διάδρομος» για την εκποίηση του ακινήτου που με την ελεύθερη βούληση του ιδιοκτήτη του έχει ήδη υποθηκευτεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Πρόκειται για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα, χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία και τον πυρήνα τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιώματα. Είναι σημαντικό εξάλλου να σημειωθεί το γεγονός πως ο Ν.9/1965, πολύ πριν από την τροποποίηση του με τον τροποποιητικό νόμο142(Ι)/2014 και την ενσωμάτωση, μεταξύ άλλων, του μέρους VIA σε αυτόν, προνοούσε και έδιδε το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ακόμη και πριν ή χωρίς την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Στη βάση δε της ισχύουσας νομοθεσίας και κανονισμών (βλ. Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, (Κεφ.6) και τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (περιορισμός πωλήσεων) νόμο του 2002 (Ν.88(I)/2002)), τέτοια πώληση μπορούσε στο τέλος της ημέρας να πραγματοποιηθεί, είτε στο ύψος επιφυλαχθείσας τιμής, είτε τελικά χωρίς να εξασφαλιστεί η επιφυλαχθείσα τιμή, για τον καθορισμό της οποίας δε, μπορούσαν, ούτος ή άλλως να αξιοποιηθούν και ιδιώτες εκτιμητές. Η τελευταία επισήμανση εκ μέρους του δικαστηρίου, γίνεται, χωρίς ασφαλώς να υποδηλώνει καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι το δικαστήριο υιοθετεί θέση της αιτήτριας με την οποία ουσιαστικά εγείρονται, συλλήβδην, ερωτηματικά όσον αφορά την αμεροληψία και την επαγγελματική επάρκεια προσοντούχων ιδιωτών εκτιμητών, μελών αναγνωρισμένων από την Δημοκρατία επαγγελματικών επιμελητηρίων. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του δικαστηρίου ότι στο ίδιο το Έγγραφο Υποθήκης ημερ. 18.12.2007, που συνοδεύει την Δήλωση Υποθήκης Υ19610/2007, ειδικότερα στον όρο 4, παρέχεται η δυνατότητα στην εφεσίβλητη τράπεζα να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου κτήματος «.είτε μέσω του κτηματολογίου είτε απευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το δικαστήριο κατόπιν αγωγής και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση.». Η εφεσείουσα δηλαδή, ευθύς εξ' αρχής συνομολόγησε, γνώριζε, και προφανώς αποδεχόταν τη δυνατότητα της τράπεζας να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου αν το επιθυμεί και απευθείας, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς την ίδια. Περαιτέρω, στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχει την δική του σημασία το γεγονός ότι ήδη από τις 20.09.2012, εκδόθηκαν αποφάσεις, εκ συμφώνου, που μεταξύ άλλων διέτασσαν - μετά την παρέλευση του χρόνου αναστολής των εν λόγω αποφάσεων, ήτοι μέχρι τις 31.12.2015 - την εκποίηση και του συγκεκριμένου ενυπόθηκου κτήματος, προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους το οποίο μέχρι σήμερα ως έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, εξακολουθεί ολόκληρο να υφίσταται. Υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνολικά θεωρούμενων με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του νόμου, δεν επιδρά καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση των ως άνω συνταγματικών δικαιωμάτων της αιτήτριας, κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του δικαστηρίου, ως εισηγείται η πλευρά της τελευταίας. Ως έχει ήδη σημειωθεί, παρά το γεγονός ότι προκρίνεται από την πλευρά της αιτήτριας μέσω του υπό συζήτηση ένδικου διαβήματός της, ζήτημα επίδοσης των σχετικών ειδοποιήσεων που περιγράφονται στο μέρος VIA του Ν.9/1965, του τύπου και του περιεχομένου τους, τούτο δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την πλευρά της κατά το στάδιο της συζήτησης της αίτησης. Ορθά κατά την αντίληψή μου, αφού η σύγκριση των σχετικών ειδοποιήσεων που επιδόθηκαν στην αιτήτρια, όπως τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση, καταδεικνύουν ότι οι σχετικές ειδοποιήσεις ορθά και νομότυπα έχουν επιδοθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη ενώ φαίνεται να συντάχθηκαν στον ορθό τύπο και με το ορθό περιεχόμενο. Δεν παραβλέπω την εισήγηση των αιτητών περί λανθασμένου και αυθαίρετου ποσού και ποσοστού τόκου που περιγράφονται στις σχετικές ειδοποιήσεις. Τούτο, κατά τους ίδιους, ενόψει του γεγονότος ότι δεν λήφθηκε υπόψη πως στο μεταξύ έχει επιβεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, ημερ. 20.09.2012 το οφειλόμενο ποσό. Σημειώνεται ωστόσο ότι η σχετική ειδοποίηση τύπος «ΙΑ», σύμφωνα με το άρθρο 44Β του νόμου, αφορά απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους και όχι του εξ αποφάσεως χρέους. Του ποσού δηλαδή που η πληρωμή του εξασφαλίζεται με την υποθήκευση του συγκεκριμένου ακινήτου και όχι ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού το οποίο στην υπό συζήτηση περίπτωση έχει αναγνωριστεί και μέσω δικαστικών αποφάσεων που μεσολάβησαν. Ομοίως , η προηγηθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι», φαίνεται να συνοδεύεται από σχετική κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, στην οποία, επιπρόσθετα, περιγράφονται και επεξηγούνται ποσά που εξακολουθούν να οφείλονται δυνάμει σχετικών δικαστικών αποφάσεων που έχουν στο μεταξύ εκδοθεί όπως και τα σχετικά έξοδα. Είναι προφανές ότι το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων τελεί σε σύμπνοια με τις σχετικές πρόνοιες του νόμου. Συνακόλουθα οι λόγοι της έφεσης που προκρίνονται από την πλευρά της αιτήτριας και αφορούν την μη επίδοση των εκ του νόμου σχετικών ειδοποιήσεων ή περί μη νομότυπης συμπλήρωσής τους, δεν μπορούν να υιοθετηθούν. Ως έχει ήδη σημειωθεί, από την πλευρά της εφεσείουσας προβλήθηκε αρχικά πως με δεδομένο ότι έχει ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση και διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, η όλη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου που προωθείται από την καθ' ης η αίτηση τράπεζα, στη βάση των προνοιών του μέρους VIA του Ν.9/1965, προωθείται καταχρηστικά. Άλλωστε, υποστηρίζεται πως με την έκδοση της δικαστικής απόφασης σε βάρος της, η αιτήτρια δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ενυπόθηκος οφειλέτης με την έννοια που αποδίδεται στον όρο στο μέρος VIA του Ν.9/1965. Δεν παραβλέπω ασφαλώς τη δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εφεσείουσας πως με δεδομένη την τελευταία τροποποίηση του μέρους VIA του N.9/1965, η πλευρά της δεν θα επιμείνει στη θέση περί κατάχρησης. Πράγματι, έχει πλέον αποσαφηνιστεί και νομοθετικά, (βλ. άρθρο 4 του Ν.87(Ι)/2018) ότι η εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του μέρους VIA του Ν.9/1965. Με δεδομένες άλλωστε τις πρόνοιες του άρθρου 44Α του Ν.9/1965, όπως τούτο ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρησης της υπό συζήτηση αίτησης, όπου κατά τρόπο απόλυτο και κατηγορηματικό προβλέπεται ότι καμία διάταξη του μέρους VIA του νόμου δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή να ακολουθήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προβλέπεται στις διατάξεις του μέρους VI του Ν.9/1965, αλλά και αντίστροφα, θα ήταν πραγματικά παράδοξο, να επιτρέπεται μεν η επιδίωξη πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου με τη δρομολόγηση πολιτικής αγωγής και την εξασφάλιση σχετικού διατάγματος δικαστηρίου προ τούτο παράλληλα με την προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965, πλην όμως, η τυχόν έκδοση τελικά σχετικού διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου στο πλαίσιο της πολιτικής αγωγής, να καθιστά αυτόματα καταχρηστική την προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965. Είναι προφανές ότι η επιλογή της καθ' ης η αίτηση τράπεζας να προωθήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη διαδικασία που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965, δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να χαρακτηριστεί καταχρηστική. Η προσπάθεια άλλωστε από την πλευρά της αιτήτριας - εφεσείουσας να προωθήσει τη θέση ότι με την έκδοση της δικαστικής απόφασης η αιτήτρια εταιρεία δεν μπορεί πλέον να θεωρείται «υπερήμερος οφειλέτης», ως ο όρος εννοιολογικά καθορίζεται στο άρθρο 27 του Ν.9/1965, δεν φαίνεται πραγματικά να παρουσιάζει λογική συνέπεια και συνέχεια. Η προσπάθεια διάκρισης «οφειλόμενου χρέους» και «χρέους οφειλόμενου δυνάμει δικαστικής απόφασης», υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί πλασματική, χωρίς να διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων κατά τον τρόπο που προωθεί η πλευράς της εφεσείουσας. Γεγονός παραμένει ότι ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει επιβεβαιωθεί και από δικαστική απόφαση, εξακολουθεί να οφείλεται, κατά τρόπο που επιτρέπει την αξιοποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίηση του. Δεν παραβλέπω εξάλλου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εφεσείουσα συμφώνησε ήδη από το 2012 στην έκδοση δικαστικής απόφασης μέσω της οποίας διατασσόταν η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίηση του οφειλόμενου χρέους. Παρ' όλα αυτά και ενώ η πλευρά της δεν διαφωνεί με το γεγονός ότι το ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος εξακολουθεί έως σήμερα να παραμένει οφειλόμενο, δεν διστάζει να προβάλλει, χρησιμοποιώ ίσως αδόκιμους όρους, διάφορες «αιτιάσεις» και «κατασκευές», στην προσπάθειά της να επιτύχει ουσιαστικά την μη ικανοποίηση της από μακρού χρόνου εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης. Υπό το σύνολο άλλωστε των περιστάσεων που παραβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν φαίνεται πραγματικά να υπάρχουν περιθώρια «σοβαρής» ενασχόλησης με την εισήγηση ότι η προώθηση της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δυόμιση περίπου χρόνια μετά την λήξη της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, «καταστρατηγεί τη δίκαιη δίκη» και προσβάλει «το δικαίωμα για ίση μεταχείριση». Τίποτα δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, δυνάμενο να οδηγήσει στην υιοθέτηση αυτής της θέσης. Το δικαστήριο αποκλίνει επίσης από τη θέση που προβάλλεται από την πλευρά της αιτήτριας - εφεσείουσας, ότι δηλαδή η καθ' ης η αίτηση τράπεζα θα έπρεπε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να προχωρήσει, κατά προτεραιότητα, με μέτρα εκτέλεσης προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους εναντίον του πρωτοφειλέτη, πριν επιδιώξει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου της. Είναι δεδομένο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου η έφεση προωθείται από εταιρεία, το ζήτημα εκ των πραγμάτων δεν φαίνεται να καλύπτεται από τις πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003). Προφανώς, τούτο είχε υπόψη της η πλευρά της εφεσείουσας όταν προωθούσε την υπό συζήτηση αίτηση - έφεση, χωρίς να περιλάβει στη νομική της βάση το σχετικό νομοθέτημα. Περαιτέρω, πέραν του γεγονότος ότι ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτούς που μπορούν να εγερθούν προς ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης «ΙΑ», (βλ. άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/1965) δεν μπορεί παρά να σημειωθεί πως οι πρόνοιες του ειδικότερου αυτού νόμου, οι οποίες μπορεί να τύχουν εφαρμογής και πριν την έκδοση οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, δεν επιβάλλουν στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα να προχωρήσει κατά προτεραιότητα εναντίον του πρωτοφειλέτη, για να έχει το δικαίωμα να δρομολογήσει στη συνέχεια διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο μέρος VIA του νόμου. Η σχετική νομοθεσία δεν προβαίνει σε οποιονδήποτε διαχωρισμό του ενυπόθηκου χρέους που δύναται να πωληθεί μέσω της, ούτε θέτει τέτοιες προϋποθέσεις, διαχωρίζοντας μεταξύ ενυπόθηκου πρωτοφειλέτη και ενυπόθηκου οφειλέτη που είναι εγγυητής. Συνακόλουθα των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση - έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England 3η έκδοση σελ. 421 Παρ. 795-796) επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον της εφεσείουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο