← Κύπρος

TC & LA ESTATES LTD ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 228/2018, 31/8/2018

TC & LA ESTATES LTD ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 228/2018, 31/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A476 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 228/2018 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ: TC & LA ESTATES LTD (HE 176625) Αιτητών/Εφεσειόντων και Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Καθ΄ ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων ------------------------- 31 Αυγούστου,

  1. Για τους Αιτητές-Εφεσείοντες: κα Γαβριηλίδου Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους: κ. Μακρίδης με κ. Ιωσήφ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση-Έφεσή τους οι Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει ή και να παραμερίζει την επίδοση της ως άνω αναφερόμενη ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 31.05.2018 που επιδόθη 04.06.2018 ή και Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή και να παραμερίζεται η προωθούμενη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης Υ8740/06 με τις ειδοποιήσεις τύπου «Θ» και «Ι» Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή και να παραμερίζεται η ως άνω αναφερόμενη ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 31.05.2018 και επιδοθείσα την 04.06.
  2. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τον σκοπούμενο με την ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/1XXXXX2, Φ.//Σχ. 21 - 53, Τμήμα Ε1/2, Τεμάχιο 7XXXXX7, Είδος Τόπος, Τοποθεσία Έγκωμη, Λευκωσία, Επαρχία Λευκωσίας, ο οποίος είναι ορισμένος στις 14.05.2017 ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 30.05.2018 ή και Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει ή και να παραμερίζει οποιασδήποτε μεταγενέστερη ειδοποίηση της επίδικης ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» και ειδικότερα της ειδοποίησης τύπου «ΙΒ» ένεκα του παραμερισμού ή και της ακυρότητας της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 30.05.2018 ή και Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου όπως αυτή προβλέπεται στο μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/65)ως έχει τροποποιηθεί ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 30.05.2018 ή και Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται η χρησιμοποίηση οποιασδήποτε διενεργηθείσας εκτίμησης από τον ενυπόθηκο δανειστή για σκοπούς καθορισμού της επιφυλασσόμενης τιμής του ενυπόθηκου ακινήτου η οποία διενεργήθηκε με βάση την διαδικασία εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου όπως αυτή προβλέπεται στο μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)ως έχει τροποποιηθεί ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 30.5.18 ή και Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή ακυρώνει την αποστολή οποιασδήποτε περαιτέρω ειδοποίησης ή και επιστολής από τους Καθ΄ ων η Αίτηση - ενυπόθηκους δανειστές προς τον Αιτητή ή και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος όπως προβλέπεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν.9/65)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ή και στους υπό αυτού σχετικούς Κανονισμούς - Κ.Δ.Π. 85/2015 ένεκα της ακυρότητας της ή του παραμερισμού της ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 30.05.2018 ή και Θ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται ή και να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία που προβλέπεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν.9/65)ως αυτός έχει τροποποιηθεί ένεκα της ακυρότητας ή του παραμερισμού της ως άνω αναφερόμενης ειδοποίησης τύπος «ΙΑ» ημερομηνίας 30.05.2018». Ι. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνει την παρούσα διαδικασία εκποίησης που βασίζεται στο μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν9/1965) ως έχει τροποποιηθεί, καθ΄ όσον επενεργεί αναδρομικά σε σχέση με περιουσία η οποία ήτο αντικείμενο της Δήλωσης σύμβασης υποθήκης με αρ. Υ8740/06, ημερ. 22.06.06 επηρεάζοντας τοιούτο τρόπο κεκτημένα περιουσιακά δικαιώματα και δικαιώματα του συμβάλλεσθαι ελεύθερως και έτσι αντίκειται προς το Άρθρο 23, 25 και Άρθρο 26 του Συντάγματος.» Οι Αιτητές προβαίνουν στο αίτημά τους αυτό, στη βάση των έντεκα λόγων έφεσης που τίθενται στο σώμα της Αίτησης. Κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης, η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών απέσυρε το ως άνω αιτούμενο διάταγμα υπό Α της Αίτησης, καθώς επίσης τους λόγους έφεσης υπ΄ αρ. 1, 4, 7, 8 και
  3. Ως προς το νομικό της υπόβαθρο, η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 5, 21, 27, 44Α-44ΙΑΑ, 44ΙΓ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965και στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.
  4. Ως προς το πραγματικό της υπόβαθρο η Αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Κωστάππη, ημερομηνίας 27.6..2018, στην οποία αναφέρεται με λεπτομέρεια στα γεγονότα που αφορά η παρούσα διαδικασία και τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Συναφώς, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στα γεγονότα που αφορούν το σχετικό δάνειο και υποθήκη των Αιτητών, καθώς επίσης και τη λήψη απόφασης από μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών αναφορικά με αυτά. Περαιτέρω δε, αναφέρεται στην έναρξη της διαδικασίας εκποίησης από μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου, η οποία οδήγησε σε άλλη Αίτηση-Έφεση, η οποία απεσύρθη λόγω παρέλευσης της ημερομηνίας πλειστηριασμού. Για να ακολουθήσει, από μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, νέα ειδοποίηση ΙΑ, με την οποία πληροφορούνται οι Αιτητές ότι θα προχωρήσει η πώληση του επιδίκου ακινήτου την 20.9.
  5. Κατά τα λοιπά ο ενόρκως δηλών ουσιαστικά παραθέτει τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τους λόγους έφεσης που αφορούν νομικά σημεία. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι, ενίστανται στα αιτούμενα διατάγματα στη βάση των οκτώ λόγων που αναφέρονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασής τους. Βασίζονται δε, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, στα λεγόμενα του Ανδρέα Βανέζη στην ένορκή του δήλωση ημερομηνίας 16.7.2018, με τα οποία υποστηρίζει και αναλύει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεών της κάθε πλευράς. Είχαν δε, την καλοσύνη να θέσουν γραπτώς τις αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δύο συνηγόρων. Αρκεί να επισημάνω ότι έχω με προσοχή μελετήσει όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αγορεύσεων, τα οποία άλλωστε απασχολούν το Δικαστήριο στο τι ακολουθεί κατωτέρω, με ειδική αναφορά όπου αυτό απαιτείται. Επισημαίνεται ότι κατά την εκκρεμότητα της παρούσας Αίτησης-Έφεσης δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 87(Ι)/2018, Νόμος Τροποποιητικός του Ν.9/
  6. Με την αγόρευσή της η κα Γαβριηλίδου, πέραν των αποσύρσεων που έχω αναφέρει ανωτέρω, ρητώς περιορίζει τους λόγους του αιτήματος ακύρωσης ή παραμερισμού των διαδικασιών εκποίησης του Μέρους VIA του Νόμου, στους εξής: «
  7. Το ποσό που αναφέρεται μέσω ειδοποίησης τύπου «Ι» και κατ΄ επέκταση της ειδοποίησης «ΙΑ» είναι διαφορετικό, και/ή λανθασμένο και/ή αυθαίρετο και/ή κατά παράβαση από αυτό που διατάχθηκε ο Αιτητής, στην παρούσα, ως οφειλόμενο ποσό στην Δικαστική απόφαση ημερ. 22.05.2017 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3614/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Διαζευκτικά: Οι ειδοποιήσεις δεν έχουν συνταχθεί με βάση την Δικαστική απόφαση, επομένως θα πρέπει να ενσωματωθεί στην ειδοποίηση τύπου «Ι» και κατ΄ επέκταση «ΙΑ» επαρκείς στοιχεία για να φανεί ποιο είναι το υπόλοιπο και ακριβώς πως προκύπτει εφόσον δεν υπάρχει αναφορά στην Δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί, αλλά σε δόσεις υπερημερίας δυνάμει του Άρθρου 37 του Νόμου όπου θα πρέπει σε εκείνη την περίπτωση να ληφθούν υπόψη οι πρόνοιες 41 και 42 του Νόμου, κάτι που ο ενυπόθηκος Δανειστής δεν έπραξε.
  8. Στην διάρκεια εκδίκασης της αγωγής Ε.Δ. Λευκωσίας με αρ. 3614/13 η οποία καταχωρήθηκε το έτος 2013 και εκδόθηκε Δικαστική απόφαση το έτος 2017 είχε ήδη ψηφισθεί και δημοσιευθεί η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου, όπου οι Καθ΄ ων επέλεξαν όπως συνεχίζουν να προωθούν την αγωγή και τελικά να εξασφαλίσουν απόφαση εκ συμφώνου και διάταγμα εκποίησης παρά του γεγονότος ότι παράλληλα την 01.12.16 επίδοσαν την ειδοποίηση τύπου «Θ» και «Ι». Προς τούτοις οι Καθ΄ ων η αίτηση κωλύονται λόγω συμπεριφοράς να διεκδικούν την προσβαλλόμενη διαδικασία εκποίησης.
  9. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση εφαρμόζουν το ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου αναδρομικά επηρεάζοντας τοιούτο τρόπο τα συνταγματικά δικαιώματα του Αιτητή, βάση των Άρθρων 23, 25 και 26 του Συντάγματος.» Είναι γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν υφίσταται ουσιαστική διαφωνία ως προς τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα. Το τι απομένει πλέον είναι η εξέταση του κατά πόσο ευσταθούν οι ως άνω τρεις λόγοι στους οποίους περιορίστηκε η πλευρά των Αιτητών. Πανομοιότυπα θέματα απασχόλησαν το Δικαστήριο στην Αίτηση-Έφεση 182/2018, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενώπιον του Α. Δαυΐδ, Π.Ε.Δ. Βρίσκω ότι η ανάλυση του έντιμου Προέδρου, στην απόφασή του ημερομηνίας 17.8.218, καλύπτει πλήρως τα υπό κρίση θέματα. Εκφράζοντας τη συμφωνία μου με τα λεγόμενα στην εν λόγω απόφαση, και υιοθετώντας αυτά καθ΄ ολοκληρία, παραθέτω τα σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση αυτούσια, ξεκινώντας από το τι αφορά θέματα αντισυνταγματικότητας: «Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι το δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, διαφορετικά, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο ως άνω περιορισμός τίθεται, με δεδομένο ότι τα δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές. Ούτε ασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης (βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη

(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» του Π. Δαγτόγλου, σελ. 128 ). Ζητήματα αντισυνταγματικότητας άλλωστε, μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο μιας διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Η ενασχόληση κατά προτεραιότητα με την εισήγηση της πλευράς της αιτήτριας, ότι δηλαδή η εφαρμογή του μέρους VIA του Ν.9/1965, επηρεάζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα συνταγματικά δικαιώματα της τελευταίας, όπως αυτά καθορίζονται στα άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος, κρίνεται σκόπιμη και ωφέλιμη για σκοπούς της παρούσας. Η ενασχόληση με το ζήτημα στη συγκεκριμένη περίπτωση και η τοποθέτηση του δικαστηρίου επί τούτου, είναι προφανές ότι δεν θα αποτελούσε ακαδημαϊκή άσκηση αλλά τοποθέτηση που από μόνη της δυνατόν να σφραγίσει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης, καθιστώντας εκ των πραγμάτων αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με τα άλλα, ειδικότερα ζητήματα, που προωθούνται από την πλευρά της αιτήτριας. Ως η νομολογία των δικαστηρίων μας υποδεικνύει, όταν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας οποιασδήποτε πρόνοιας νόμου υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας. Ως εκ τούτου, προτού το Δικαστήριο κηρύξει την πρόνοια ως αντισυνταγματική, οφείλει να ικανοποιηθεί προς τούτο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην υπόθεση Κυριακίδης Ηλίας κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 ΑΑΔ 485, μεταξύ άλλων σημειώθηκε πως : «Αποτελεί αξίωμα του δικαίου ότι εφόσον παρέχεται η δυνατότητα ερμηνείας του νόμου κατά τρόπο συνάδοντα προς το Σύνταγμα, αυτή υιοθετείται και ο νόμος διασώζεται. Σύμφωνα με άλλο ερμηνευτικό αξίωμα, επίσης σχετικό, επενεργεί μαχητό τεκμήριο ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η θεσμοθέτηση κανόνων μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο του Συντάγματος. Μόνο όπου τούτο αποκλείεται από το λεκτικό του νόμου ανατρέπεται το τεκμήριο και προκύπτει θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου.» Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R.640 - βασική ως θεωρείται αυθεντία ως προς τις γενικές αρχές που αφορούν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων - ειδικότερα στις σελίδες 654-656: "In considering the question of the constitutionality of a statute we have to be guided by certain well-established principles governing the exercise of judicial control of legislative enactments. In doing so we have looked for guidance to cases decided by the Supreme Court of the United States of America and, although not bound by such cases, we have adopted the following principles applicable by American Courts, as we are in agreement with the reasoning behind them. A rule of precautionary nature is that no act of legislation will be declared void except in a very clear case, or unless the act is unconstitutional beyond all reasonable doubt (Calder v. Bull, 3 Dall. 386, 399,
(1798)). Sometimes this rule is expressed in another way, in the formula that an act of Congress or a State Legislature is presumed to be constitutional until proved otherwise "beyond all reasonable doubt": see Ogden v. Saunders, 12 Wheat. 212
(1827); and other cases ending with Federation of Labor v. McAdory, 325 U.S. 450
(1945); see also The Attorney-General v. Ibrahim 1964 C.L.R. 195. Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution: see Watson v. Buck, 313 U.S. 387
(1941). As was said by Mr. Justice Roberts in Nebbia v. New York, 291 U.S. 502
(1933); 78 Law. ed. 940, at page 957, "with the wisdom of the policy adopted, with the adequacy or practicability of the law enacted to forward it, the Courts are both incompetent and unauthorised to deal. The course of decision in this Court exhibits a firm adherence to these principles. Times without number we have said that the legislature is primarily the judge of the necessity of such an enactment, that every possible presumption is in favour of its validity, and that though the Court may hold views inconsistent with the wisdom of the law, it may not be annulled unless palpably in excess of legislative power". It is a cardinal principle that if at all possible the Courts will construe the statute so as to bring it within the law of the Constitution: United States v. C.I.O., 335 U.S. 106
(1948); Miller v. United States, 11 Wall. 268
(1871). The judicial power does not extend to the determination of abstract questions: Ashwander v. Tennessee Valley Authority 297 U.S. 288
(1935); 80 Law. ed.
  1. "It is not the habit of the court to decide questions of a constitutional nature unless absolutely necessary to a decision of the case": Burton v. United States, 196 U.S. 283, 295; 49 Law. ed. 482, 485, 25 S. Ct.
  2. The Court will not "formulate a rule of constitutional law broader than is required by the precise facts to which it is to be applied": Liverpool, N. Y. & P.S.S. Co. v. Emigration Comrs. 113 U.S.33; 28 Law. ed. 899, 5 S. Ct.
  3. In cases involving statutes, portions of which are valid and other portions invalid, the Courts will separate the valid from the invalid and throw out only the latter unless such portions are inextricably connected: Polloock v. Farmers' Loan and Trust Company, 158 U.S. 601, 635
(1895). Στην Μαυρογένης ν. Βουλής κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 υποδείχτηκε ότι: «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» (Βλ επίσης Ανδρέα Οικονόμου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α. Α. Δ. 676) Επιπρόσθετα, από την απόφαση στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, σημειώνονται και τα ακόλουθα: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R., 167. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157 λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξη του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό οποτεδήποτε οι πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. Of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν παραβλέπω ότι η πλευρά της αιτήτριας - εφεσείουσας προσβάλλει ως αντισυνταγματικό, ολόκληρο το μέρος VIA του νόμου 9/1965, ως έχει εισαχθεί στο σχετικό νομοθέτημα με τον τροποποιητικό νόμο 142(Ι)/2014. Παρά την ομολογουμένως κατ' αρχήν γενικότητα της προβολής του ζητήματος, υπό την έννοια ότι δεν προτείνεται από την πλευρά της τελευταίας η σύγκρουση συγκεκριμένων διατάξεων του ως άνω μέρους του νόμου με τις σχετικές συνταγματικές πρόνοιες στις οποίες παραπέμπει, εντούτοις, με δεδομένο ότι οι πρόνοιες του συγκεκριμένου μέρους του νόμου - όπως ταυτόχρονα έχουν ενσωματωθεί σε αυτόν - φαίνονται να διαπλέκονται και να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο, άρρηκτα συνδεδεμένο μεταξύ του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι προσδιορίζονται με ακρίβεια τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα που κατά την θέση της αιτήτριας πλήττονται από την εισαγωγή ολόκληρου του συγκεκριμένου μέρους του νόμου, το δικαστήριο αισθάνεται ότι έχει τη δυνατότητα να ασχοληθεί επί της ουσίας του ζητήματος. Προκρίνεται λοιπόν από την πλευρά της αιτήτριας ότι η εισαγωγή του μέρους VIA στο Ν.9/1965και η αναδρομική εφαρμογή του θα πρέπει να κριθεί αντισυνταγματική, αφού, ναι μεν ο πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου δύναται να προωθηθεί είτε με τις διατάξεις του μέρους VIA είτε με τις διατάξεις του μέρους VI του Ν.9/1965, πλην όμως, σημειώνει, μεταξύ των δύο τρόπων υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις οι οποίες δεν ήταν σε γνώση του ενυπόθηκου οφειλέτη κατά τη χρονική περίοδο υπογραφής της σύμβασης υποθήκης. Τούτο, υποστηρίζει, από μόνο του, επηρεάζει κατά τον τρόπο που εισηγείται συνταγματικά της δικαιώματα. Ειδικότερα, το δικαίωμα της απόκτησης, κατοχής και απόλαυσης της περιουσίας, κινητής και ακίνητης όπως κατοχυρώνεται μέσω του άρθρου 23 του Συντάγματος, το δικαίωμα άσκησης νόμιμης επαγγελματικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας που προστατεύεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος, ως επίσης το δικαίωμα του «συμβάλεσθαι ελευθέρως» που διασφαλίζεται μέσω του άρθρου 26 του Συντάγματος. Αποτελεί γενική αρχή δικαίου, ότι ένας νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Τούτο είναι δυνατόν μόνο εάν είναι δηλωτικός ή αν αφορά θέματα διαδικαστικά ή απόδειξης. Στις περιπτώσεις δε που ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε νομοθετικές πρόνοιες, οι οποίες δεν καλύπτονται από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει ρητά να αναφέρει τούτο. Κατ' ουσία, υπάρχει τεκμήριο μη αναδρομικότητας στο νόμο, εκτός εάν ο νομοθέτης θεσπίσει νομοθετήματα όπως τα πιο πάνω ή εάν αναφέρει τούτο με ρητή πρόνοια (βλ. Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1670). Με κάθε σεβασμό προς τις εισηγήσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας-εφεσείουσας, με την εισαγωγή του μέρους VIA στο σχετικό νομοθέτημα, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση στην περιουσία της αιτήτριας. Ούτε βέβαια στο δικαίωμα της ελεύθερα να συνάπτει συμφωνίες και να οργανώνει τις επαγγελματικές/επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η αιτήτρια εταιρεία κάνοντας προφανώς χρήση των αναφαίρετων πιο πάνω δικαιωμάτων της, διάθεσε τη συγκεκριμένη ακίνητη της περιουσία, παραχωρώντας την μέσω της Δήλωσης Υποθήκης Υ19610/2007 και της σχετικής Σύμβασης Υποθήκης, ήδη από τις 18.02.2007, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης τράπεζας, για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων σε άλλο πρόσωπο. Ότι ρυθμίζεται μέσω της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι θέματα διαδικασίας που άπτονται της μεθόδου αξιοποίησης του από μακρού χρόνου ενυπόθηκου ακινήτου της προς ικανοποίηση εξ' αποφάσεως χρέους. Η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στο νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του ιδιοκτήτη όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους του της παραχώρησης του ακινήτου του για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Μέσω τους, προστίθεται ακόμα ένας «διαδικαστικός διάδρομος» για την εκποίηση του ακινήτου που με την ελεύθερη βούληση του ιδιοκτήτη του έχει ήδη υποθηκευτεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Πρόκειται για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα, χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία και τον πυρήνα τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιώματα. Είναι σημαντικό εξάλλου να σημειωθεί το γεγονός πως ο Ν.9/1965, πολύ πριν από την τροποποίηση του με τον τροποποιητικό νόμο142(Ι)/2014 και την ενσωμάτωση, μεταξύ άλλων, του μέρους VIA σε αυτόν, προνοούσε και έδιδε το δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, ακόμη και πριν ή χωρίς την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Στη βάση δε της ισχύουσας νομοθεσίας και κανονισμών (βλ. Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, (Κεφ.6) και τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (περιορισμός πωλήσεων) νόμο του 2002 (Ν.88(I)/2002)), τέτοια πώληση μπορούσε στο τέλος της ημέρας να πραγματοποιηθεί, είτε στο ύψος επιφυλαχθείσας τιμής, είτε τελικά χωρίς να εξασφαλιστεί η επιφυλαχθείσα τιμή, για τον καθορισμό της οποίας δε, μπορούσαν, ούτος ή άλλως να αξιοποιηθούν και ιδιώτες εκτιμητές. Η τελευταία επισήμανση εκ μέρους του δικαστηρίου, γίνεται, χωρίς ασφαλώς να υποδηλώνει καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι το δικαστήριο υιοθετεί θέση της αιτήτριας με την οποία ουσιαστικά εγείρονται, συλλήβδην, ερωτηματικά όσον αφορά την αμεροληψία και την επαγγελματική επάρκεια προσοντούχων ιδιωτών εκτιμητών, μελών αναγνωρισμένων από την Δημοκρατία επαγγελματικών επιμελητηρίων. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του δικαστηρίου ότι στο ίδιο το Έγγραφο Υποθήκης ημερ. 18.12.2007, που συνοδεύει την Δήλωση Υποθήκης Υ19610/2007, ειδικότερα στον όρο 4, παρέχεται η δυνατότητα στην εφεσίβλητη τράπεζα να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου κτήματος «.είτε μέσω του κτηματολογίου είτε απευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το δικαστήριο κατόπιν αγωγής και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση.». Η εφεσείουσα δηλαδή, ευθύς εξ' αρχής συνομολόγησε, γνώριζε, και προφανώς αποδεχόταν τη δυνατότητα της τράπεζας να προβεί σε πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου αν το επιθυμεί και απευθείας, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς την ίδια. Περαιτέρω, στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχει την δική του σημασία το γεγονός ότι ήδη από τις 20.09.2012, εκδόθηκαν αποφάσεις, εκ συμφώνου, που μεταξύ άλλων διέτασσαν - μετά την παρέλευση του χρόνου αναστολής των εν λόγω αποφάσεων, ήτοι μέχρι τις 31.12.2015 - την εκποίηση και του συγκεκριμένου ενυπόθηκου κτήματος, προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους το οποίο μέχρι σήμερα ως έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, εξακολουθεί ολόκληρο να υφίσταται. Υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνολικά θεωρούμενων με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η εισαγωγή του συγκεκριμένου μέρους του νόμου, δεν επιδρά καθ' οιονδήποτε τρόπο αρνητικά στην απόλαυση των ως άνω συνταγματικών δικαιωμάτων της αιτήτριας, κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του δικαστηρίου, ως εισηγείται η πλευρά της τελευταίας.» Κατ΄ ανάλογο τρόπο, στην παρούσα περίπτωση έχει εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση, ημερομηνίας 22.5.2017, η οποία, τηρουμένης περιόδου αναστολής εκτέλεσης, διέτασσε την εκποίηση της επίδικης υποθήκης. Υποθήκης, το έγγραφο της οποίας, στον όρο 5, προνοεί αναλόγως του τι αναφέρεται στο πιο πάνω απόσπασμα. Στη βάση των ως άνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε επηρεασμός των αναφερόμενων Συνταγματικών δικαιωμάτων των Αιτητών με τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Είναι η άποψή μου ότι οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας δεν μπορεί να κριθούν ότι προσκρούουν στις αναφερόμενες Συνταγματικές διατάξεις. Προχωρώντας με τις εισηγήσεις των Αιτητών σε σχέση με το ποσό που αναφέρεται στις Ειδοποιήσεις ή στην επάρκεια των εν λόγω Ειδοποίησεων, στην ως άνω απόφασή του ο έντιμος Πρόεδρος Α. Δαυΐδ αναφέρει τα εξής: «Δεν παραβλέπω την εισήγηση των αιτητών περί λανθασμένου και αυθαίρετου ποσού και ποσοστού τόκου που περιγράφονται στις σχετικές ειδοποιήσεις. Τούτο, κατά τους ίδιους, ενόψει του γεγονότος ότι δεν λήφθηκε υπόψη πως στο μεταξύ έχει επιβεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, ημερ. 20.09.2012 το οφειλόμενο ποσό. Σημειώνεται ωστόσο ότι η σχετική ειδοποίηση τύπος «ΙΑ», σύμφωνα με το άρθρο 44Β του νόμου, αφορά απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους και όχι του εξ αποφάσεως χρέους. Του ποσού δηλαδή που η πληρωμή του εξασφαλίζεται με την υποθήκευση του συγκεκριμένου ακινήτου και όχι ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού το οποίο στην υπό συζήτηση περίπτωση έχει αναγνωριστεί και μέσω δικαστικών αποφάσεων που μεσολάβησαν. Ομοίως , η προηγηθείσα ειδοποίηση Τύπος «Ι», φαίνεται να συνοδεύεται από σχετική κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, στην οποία, επιπρόσθετα, περιγράφονται και επεξηγούνται ποσά που εξακολουθούν να οφείλονται δυνάμει σχετικών δικαστικών αποφάσεων που έχουν στο μεταξύ εκδοθεί όπως και τα σχετικά έξοδα. Είναι προφανές ότι το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων τελεί σε σύμπνοια με τις σχετικές πρόνοιες του νόμου. Συνακόλουθα οι λόγοι της έφεσης που προκρίνονται από την πλευρά της αιτήτριας και αφορούν την μη επίδοση των εκ του νόμου σχετικών ειδοποιήσεων ή περί μη νομότυπης συμπλήρωσής τους, δεν μπορούν να υιοθετηθούν.» Κατ΄ ανάλογο τρόπο στην παρούσα, τα αναφερόμενα ποσά στις Ειδοποιήσεις δεν αφορούν το εξ αποφάσεως χρέος, αλλά το ποσό που οφείλεται δυνάμει της υποθήκης, το οποίο επιδιώκεται να εισπραχθεί ώστε να χρησιμοποιηθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Άλλωστε, αυτό είναι ξεκάθαρο στις εν λόγω Ειδοποιήσεις και κατάσταση λογαριασμού, έγγραφα τα οποία προκύπτει να είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Τέλος, το εγειρόμενο σημείο περί κωλύματος λόγω συμπεριφοράς των Αιτητών να διεκδικούν την προσβαλλόμενη διαδικασία εκποίησης, έχοντας αποφασίσει να προωθήσουν την αγωγή τους και τελικά να εξασφαλίσουν απόφαση και διάταγμα εκποίησης, θεωρώ ότι δεν βρίσκει έρεισμα στη βάση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, όπως έχει τροποποιηθεί. Το άρθρο 44Α (4Α) προνοεί ότι: «Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Ο ίδιος ο Νόμος δε, ρητώς προβλέπει επίσης ότι καμία διάταξη του Μέρους VIA του Νόμου δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή να ακολουθήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προβλέπεται στις διατάξεις του Μέρους VI του Νόμου, αλλά και αντίστροφα. Επομένως, δεν προκύπτει να υφίσταται ο,τιδήποτε παράτυπο ή αντικανονικό στον τρόπο που οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενήργησαν στην προσπάθειά τους να πετύχουν εκποίηση του υπό κρίση ενυπόθηκου ακινήτου. Ιδιαίτερα δε, ουδόλως προκύπτει να υφίσταται οποιοδήποτε κώλυμα από τον τρόπο συμπεριφοράς των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στη βάση των ως άνω, καταλήγω ότι ουδείς από τους εγειρόμενους λόγους έφεσης μπορεί να επιτύχει και κατά συνέπεια η παρούσα Αίτηση-Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.