ΤΡΟΚΚΟΥΔΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3091/14, 28/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A464 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3091/14 Μεταξύ:- XXXXX ΤΡΟΚΚΟΥΔΗ Ενάγουσας και
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής και Παραλήπτης της εταιρείας GlobalValue Plc για την περίοδο 27/9/2010 μέχρι 11/03/2011
- XXXXX ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής και Παραλήπτης της εταιρείας GlobalValue Plc για την περίοδο 27/9/2010 μέχρι 11/03/2011 Εναγομένων Προδικαστική Εκδίκαση Νομικού Σημείου Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2, 3: κ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα: κ. Θεοφίλου για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν σχετικής αίτησης των Εναγομένων 2 και 3 και συνακόλουθης ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 9.2.18 διατάχθηκε η προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου το οποίο εγείρουν στην §1(β) της Υπεράσπισης τους. Τόσον η προδικαστική ένσταση όσον και το διαπιστωθέν αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο εμφαίνονται σε απόσπασμα από την προηγηθείσα ενδιάμεση απόφαση το οποίο έχει ως εξής: «Όσον αφορά την ύπαρξη σοβαρού νομικού θέματος κρίνεται χρήσιμη σε αυτό το σημείο η παράθεση αυτούσιας της προδικαστικής ένστασης των Εναγομένων 2 και 3 από την §1(β) της Υπεράσπισης τους, η οποία έχει ως εξής: «(β) Άνευ βλάβης της ως άνω προδικαστικής ένστασης, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπό την ιδιότητά τους ως Διαχειριστές και Παραλήπτες της εταιρείας GlobalValue PLC (εφεξής η "υπό διαχείριση Εταιρεία") δεν υπέχουν οποιοσδήποτε νομικής και/ή άλλης ευθύνης έναντι της Ενάγουσας και/ή η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα διαδικασία εναντίον των Εναγόμενων και/ή να εγείρει οποιαδήποτε απαίτηση έναντι των Εναγόμενων και/ή λανθασμένα αξιώνονται από τους Εναγόμενους οι απαιτήσεις και/ή θεραπείες που εκτίθενται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης και/ή λανθασμένα ενάγονται οι Εναγόμενοι, καθότι οι Εναγόμενοι υπό την ιδιότητά τους ως Διαχειριστές και Παραλήπτες της υπό διαχείριση Εταιρείας ουδέν καθήκον επιμέλειας και/ή άλλο νομικό ή άλλο καθήκον όφειλαν προς την Ενάγουσα υπό την ιδιότητά της ως μέτοχος και/ή διευθύνων σύμβουλος και/ή γενική διευθύντρια και/ή υπάλληλος και/ή προς οιονδήποτε μέτοχο και/ή διευθυντή και/ή υπάλληλο της υπό διαχείριση Εταιρείας». Ενόψει των καταγραφομένων στην ως άνω ένσταση θα συμφωνήσω με τους Αιτητές ότι σαφώς το νομικό σημείο το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσον Διαχειριστής-Παραλήπτης εταιρείας υπέχει καθήκον επιμέλειας και ή άλλο νομικό ή άλλο καθήκον έναντι μετόχου ή διευθύνοντος συμβούλου ή γενικού διευθυντή ή υπαλλήλου της υπό διαχείριση-παραλαβή εταιρείας. Κρίνω πως ουσιαστικά με την ένσταση αυτή αμφισβητείται η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας. Παρέλκει το να λεχθεί πως εάν το ερώτημα αυτό αποφασιστεί υπέρ των Εναγομένων 2 και 3-Αιτητών τότε αποφασίζεται αναμφίβολα η όλη αγωγή σε σχέση με τους ίδιους. Ως προς το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο θα πρέπει να σημειωθεί πως η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης: i. Ότι ήταν μέτοχος στην GlobalValue. ii. Ότι ήταν Διευθύνων Σύμβουλος και ή Γενική Διευθύντρια στην GlobalValue. iii. Ότι εργοδοτείτο δυνάμει συμβολαίου ισχύοντος μέχρι το 2027 στην Globalvalue. iv. Ότι η Εναγόμενη 1 κατά ή περί τις 27.9.10 διόρισε «τους Εναγόμενους 2» (προφανώς εννοεί μαζί και τον Εναγόμενο 3) ως Διαχειριστές-Παραλήπτες του ενεργητικού της GlobalValue, επικαλούμενη σχετικό όρο των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 14.4.07, 26.10.07 και 19.5.
- v. Ότι οι Εναγόμενοι με αμελείς πράξεις και ή παραλείψεις τους και ή παραβιάζοντας τα νόμιμα καθήκοντα τους προκάλεσαν ζημιά και ή απώλεια στην ίδια (την Ενάγουσα), ήτοι (α) €76.282 για τον εκμηδενισμό της αξίας των μετοχών της, (β) €150.428 για απώλεια καριέρας, (γ) €150.000 για απώλεια σταδιοδρομίας και ή πόνο και ταλαιπωρία και ή τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων, τις οποίες απολάμβανε από την Εναγομένη 1 και (δ) €200.000 συν τόκο ως ποσό το οποίο κατέβαλε για αγορά πρώτης κατοικίας η οποία αποτελεί εξασφάλιση προς όφελος της Εναγομένης
- Από πλευράς τους οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραδέχονται: i. Ότι η Ενάγουσα υπήρξε μέτοχος της GlobalValue. ii. Ότι η Ενάγουσα υπήρξε Διευθύνων Σύμβουλος της GlobalValue αλλά προσθέτουν ότι ο διορισμός της τερματίστηκε κατά ή περί τις 27.10.
- iii. Ότι η Ενάγουσα εργοδοτείτο στην GlobalValue αλλά προσθέτουν ότι η εργοδότηση της τερματίστηκε οικειοθελώς κατά ή περί τον Φεβρουάριο του
- iv. Ότι οι ίδιοι (Εναγόμενοι 2 και 3) κατά ή περί τις 27.10.10 διορίστηκαν από και προς όφελος της Εναγομένης 1 ως Διαχειριστές και ή Παραλήπτες της GlobalValue δυνάμει των προαναφερθέντων ομολόγων. Στη βάση των ανωτέρω παρατηρείται ότι υφίσταται παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου και βασίζουν την συγκεκριμένη προδικαστική τους ένσταση οι Εναγόμενοι 2 και 3-Αιτητές. Η ουσία της ένστασης, ήτοι του νομικού σημείου το οποίο εγείρουν, είναι πως οι ίδιοι ως Διαχειριστές-Παραλήπτες ουδέν καθήκον επιμέλειας ή άλλο καθήκον υπείχαν προς την Ενάγουσα υπό την ιδιότητα της ως μετόχου ή συμβούλου ή διευθύντριας ή υπαλλήλου. Οι εκατέρωθεν ιδιότητες δεν αμφισβητούνται και στην ουσία παραμένει προς επίλυση η θέση των Εναγομένων 2 και 3 ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να προωθεί την αγωγή ή να εγείρει οποιαδήποτε αξίωση εναντίον τους. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση της Ενάγουσας ότι για να κριθεί το πιο πάνω νομικό σημείο είναι απαραίτητο να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία ή έγγραφα. Το δε επιχείρημα της ότι με την Απάντηση (στην Υπεράσπιση) «εμμένει στη θέση της ότι έχει κάθε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των προαναφερθέντων για δόλιες και ή αμελείς πράξεις και ή παραλείψεις τους υπό την ιδιότητα τους ως Διαχειριστές και παραλήπτες .» απλώς διευκρινίζει και επιβεβαιώνει το νομικό σημείο το οποίο προωθούν προς προκαταρκτική επίλυση οι Εναγόμενοι 2 και
- Τα υπόλοιπα ζητήματα γεγονότων τα οποία εγείρει η Ενάγουσα δεν κρίνονται απαραίτητα για την επίλυση του νομικού σημείου». Νομική Πτυχή Όπως έχει ήδη λεχθεί, δεν αμφισβητείται πως στις 27.9.10 η Εναγόμενη 1 είχε διορίσει τους Εναγόμενους 2 και 3 ως Διαχειριστές-Παραλήπτες (εφεξής «Διαχειριστές») στην GlobalValue Plc Ltd, δυνάμει Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Πρόκειται για Διαχειριστές οι οποίοι έχουν διοριστεί εκτός Δικαστηρίου ("appointed out of Court") δυνάμει εξουσιών περιεχομένων σε έγγραφο ("under the powers contained in any instrument"). Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1703 συνοψίζονται οι αρχές οι οποίες αφορούν τον διορισμό, τα καθήκοντα και τις εξουσίες τους ως εξής: «Παρόλο που δεν προσφέρεται η επίδικη αίτηση για μια σε βάθος ανάλυση επί των εξουσιών του παραλήπτη-διαχειριστή, μπορεί να λεχθεί ότι σύμφωνα με τα συγγράμματα Pennington: Company Law, 3η έκδ., σελ. 427 και 435 και Ranking & Spicer' s Company Law, 11η έκδ., σελ. 219, ένας παραλήπτης ο οποίος διορίζεται δυνάμει εγγράφου εκτός Δικαστηρίου θεωρείται αντιπρόσωπος («agent») των κατόχων των ομολόγων και κατά συνέπεια αυτοί ως αντιπροσωπευόμενοι («principals») είναι και οι υπεύθυνοι για τις ενέργειες αυτού. Ο ρόλος του παραλήπτη-διαχειριστή, όπως υποδεικνύει ο Pennington στη σελ. 427, δεν έχει το συνήθη ρόλο που είναι γνωστός στη σχέση «principal-agent», όπως δε αναφέρεται επί λέξει: «But such a receiver does not owe the duties of a real agent to the company, and so the company cannot give him instructions as to the way he shall exercise his powers and he is not liable in damages to the company for exercising them negligently.» Όπως υπέδειξε επίσης η απόφαση στη Gomba Holdings Uk Ltd v. Homan [1986] 3 All E.R. 94: «Although nominally the agent of the company, his primary duty is to realise the assets in the interests of the debenture holder and his powers of management are really ancillary to that duty.» Τα πιο πάνω είναι σύμφωνα και με τη γενικότερη αρχή ότι με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας. (Moss Steamship Co. ν. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της. .................................... Τα πιο πάνω πρέπει λοιπόν να ιδωθούν υπό το φως της πραγματικής υπόστασης του παραλήπτη- διαχειριστή που πρωτίστως επιδιώκει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πιστωτών που τον διόρισαν, (δέστε Brenda Hannigan: Company Law, σελ. 732-733). Οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον παραλήπτη-διαχειριστή (Newhart Developments Ltd ν. Co-op Commercial Bank Ltd [1978] 2 All E.R. 896)». Αναμφίβολα τα γεγονότα της υπόθεσης Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Μιχαήλ Πολυδωρίδη κ.α. ν. Πολυδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 68 προσομοιάζουν κάπως περισσότερο με τα γεγονότα της παρούσας δεδομένου ότι μια από τις πτυχές της αφορούσε αξιώσεις μετόχου αφενός εναντίον του διαχειριστή-παραλήπτη (μέσω της διαδικασίας τριτοδιαδίκου) για ζημιά την οποία υπέστη ο μέτοχος λόγω αποδιδόμενων στον διαχειριστή αμελών πράξεων, επικαλούμενος το καθήκον του διαχειριστή προς τον ίδιο ως εγγυητή της εταιρείας και αφετέρου εναντίον της ομολογιούχου τράπεζας για την ίδια ζημιά καθιστώντας την από κοινού ή εκ προστήσεως υπεύθυνη για τις πράξεις του διαχειριστή. Εξετάζοντας την έφεση του μετόχου-εγγυητή το Εφετείο ανέφερε τα εξής: «To δικαστήριο έκρινε, όπως έχουμε αναφέρει, oτι ο διαχειριστής δεν ενήργησε αμελώς και πιο συγκεκριμένα ότι δε βαρυνόταν με οποιαδήποτε παράλειψη εκπλήρωσης οφειλόμενου καθήκοντος προς τον εφεσείοντα. Δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα της καθοδήγησης του δικαστηρίου ως προς τα καθήκοντα του διαχειριστή κατά την εκκαθάριση επιχείρησης και τα πρόσωπα προς τα οποία οφείλεται. Το καθήκον του διαχειριστή - εκκαθαριστή (receiver) συνίσταται στην επίδειξη επιμέλειας για την προστασία της περιουσίας της εταιρείας και την εκποίηση, εφόσον κρίνεται απαραίτητο, των στοιχείων ενεργητικού κάτω από συνθήκες που θα ενέκρινε συνετός επιχειρηματίας κατά τη διεκπεραίωση των οικονομικών του υποθέσεων. Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης ότι το καθήκον του διαχειριστή για την επίδειξη επιμέλειας οφείλεται όχι μόνο στους πιστωτές της εταιρείας αλλά και στους εγγυητές των υποχρεώσεων της. (Βλ. Standard Chartered Bank ν. Walker [1982] 3 All E.R. 938, Tse Kwong Lam v. Wong Chit Sen [1983] 3 All E.R. 54, και American Express v. Hurley [1985] 3 All E.R. 564). Βέβαιο είναι επίσης ότι ο διαχειριστής ενήργησε σε στενή συνεργασία και υπό την καθοδήγηση της τράπεζας στη διαχείρηση των υποθέσεων και την εκκαθάριση της Olympic. Ο διαχειριστής υπείχε θέση αντιπροσώπου της Τράπεζας, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, αναφορικά με τις πράξεις του για την εκκαθάριση της Olympic. Το εύρημα ότι η Τράπεζα θα ήταν υπόλογη προς τον εφεσείοντα για οποιαδήποτε αμελή ενέργεια του διαχειριστή στη διεκπεραίωση των υποθέσεων της Olympic και ειδικά στη φύλαξη και προστασία των μηχανημάτων της, δεν εφεσιβάλλεται». Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι τόσο ο ομολογιούχος πιστωτής (Εναγόμενη 1) όσο και οι παραλήπτες - διαχειριστές προκάλεσαν ζημιές στην ίδια με αμελείς πράξεις ή παραλείψεις τους ή παραβιάσεις νόμιμων καθηκόντων τους. Ως λεπτομέρειες τέτοιας συμπεριφοράς η Ενάγουσα παραθέτει αποκλειστικά: - την πώληση ενεργητικού της εταιρείας σε χαμηλές τιμές - την παραχώρηση προσφορών ή εκπτώσεων στο ενεργητικό της εταιρείας - τις αλλαγές στις τιμές του ενεργητικού της εταιρείας - τη ζημιά στη φήμη και πελατεία της εταιρείας και - την άρνηση εκτέλεσης παραγγελιών των πελατών της εταιρείας. Θα πρέπει να σημειωθεί πως τις πιο πάνω ενέργειες ή παραλείψεις επικαλείται η Ενάγουσα και ως αιτία για τον τερματισμό της απασχόλησης της στην εταιρεία, χωρίς να προβάλλει οποιοδήποτε άλλο ισχυρισμό. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την §6 της έκθεσης απαίτησης, η Ενάγουσα θεωρεί ως αποτέλεσμα και ή συνέπεια των πιο πάνω ενεργειών και τον τερματισμό της απασχόλησης της ή την (κατ΄ ισχυρισμόν) παραβίαση του συμβολαίου εργοδότησης της. Με άλλα λόγια δεν προβάλλει οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες, πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών, πέραν από τον τρόπο λειτουργίας, συνέχισης και γενικά διαχείρισης των δραστηριοτήτων της εταιρείας από τους παραλήπτες-διαχειριστές. Αγορεύοντας, οι συνήγοροι της Ενάγουσας επικαλέστηκαν την ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας και καλής πίστης έναντι της εταιρείας καθώς και έναντι όσων έχουν συμφέρον στο ενεργητικό της εταιρείας και στην περιουσία της (στο αποκαλούμενο "equity of redemption"). Ιδιαίτερα στην περίπτωση που οι διαχειριστές αποφασίσουν να συνεχίσουν τις εργασίες της εταιρείας οφείλουν να τις εκτελούν καταβάλλοντας τη δέουσα επιμέλεια (due diligence) και με καλή πίστη. Μέσω της αγόρευσης η Ενάγουσα αναγνωρίζει ότι το καθήκον των παραληπτών-διαχειριστών εξομοιώνεται με εκείνο των ενυπόθηκων δανειστών (mortgagees) και παραθέτει απόσπασμα από τη Medforth v. Blake & Others
(1999)3 All E.R. 97. Στην εν λόγω υπόθεση το Αγγλικό Εφετείο αναφέρθηκε σε προηγηθείσες αποφάσεις όπως η Re B Johnson & Co (Builders) Ltd
(1955)2 All E.R. 775, η Downsview Nominees Ltd v. First City Corp
(1993)3 All E.R. 626, η Yorkshire Bank plc v. Hall
(1999)1 All E.R. 879, η Cuckmere Brick Co Ltd v. Mutual Finance Ltd
(1971)2 All E.R. 633 και η Knight v. Lawrence
(1993)B.C.L.C. 215. Στη Medforth (ανωτέρω) αναγνωρίζεται όντως ότι ο παραλήπτης έχει καθήκοντα καλής πίστης (good faith) και δέουσας επιμέλειας (due diligence) μεταξύ άλλων, έναντι του οφειλέτη αλλά και έναντι όσων έχουν συμφέρον στην εναπομένουσα περιουσία (του οφειλέτη) ή όπως αποκαλείται "the equity of redemption". Φράση η οποία στο Merriam Webster's "Dictionary of Law", 1996, αποδίδεται ως ". the interest or estate remaining to a mortgagor in mortgaged property" (και με αυτή την έννοια χρησιμοποιείται και στις περιπτώσεις διορισμού παραλήπτη σε οφειλέτιδα εταιρεία). Το σχετικό απόσπασμα από τη Medforth έχει ως ακολούθως: "I do not accept that there is any difference between the answer that would be given by the common law to the question what duties are owed by a receiver managing a mortgaged property to those interested in the equity of redemption and the answer that would be given by equity to that question. I do not, for my part, think it matters one jot whether the duty is expressed as a common law duty or as a duty in equity. The result is the same. The origin of the receiver's duty, like the mortgagee's duty, lies, however, in equity and we might as well continue to refer to it as a duty in equity. In my judgment, in principle and on the authorities, the following propositions can be stated.
(1)A receiver managing mortgaged property owes duties to the mortgagor and anyone else with an interest in the equity of redemption.
(2)The duties include, but are not necessarily confined to, a duty of good faith.
(3)The extent and scope of any duty additional to that of good faith will depend on the facts and circumstances of the particular case.
(4)In exercising his powers of management the primary duty of the receiver is to try and bring about a situation in which interest on the secured debt can be paid and the debt itself repaid.
(5)Subject to that primary duty, the receiver owes a duty to manage the property with due diligence.
(6)Due diligence does not oblige the receiver to continue to carry on a business on the mortgaged premises previously carried on by the mortgagor.
(7)If the receiver does carry on a business on the mortgaged premises, due diligence requires reasonable steps to be taken in order to try to do so profitably". Σχετικά με το ίδιο θέμα και με αντιπαραβολή των υποθέσεων Downsview και Medforth (ανωτέρω) αναφέρονται στο σύγγραμμα του Roy Goote "Principles of Corporate Insolvency Law", 4η Έκδοση, 2011, σελ. 354 στην §10-48 τα εξής: "At one time, it was thought that as the result of Downsview there were only two duties imposed by equity on the mortgagee or his receiver, namely to act in good faith and to use reasonable care to obtain a proper price on a sale, and that so long as he fulfilled the receiver incurred no liability to the company, subsequent incumbrancers or sureties for loss or damage caused by the exercise of his functions. That view, however, has been shown to be too narrow. Thus, while the receiver is under no obligation to carry on or continue the company's business, so long as he does so he must act with due diligence. Perhaps one can extract from this a more general principle that while the receiver's primary duty is to his debenture holder and he is entitled to subordinate the interests of creditors to that duty, yet whatever functions he does choose to perform should be performed with due care and diligence". (Βλ. και Silven Properties Ltd v. Royal Bank of Scotland Plc
(2003)E.W.C.A. Civ. 1409). Είναι στη βάση των πιο πάνω αρχών που η Ενάγουσα κατά την αγόρευση της επισημαίνει πως οι διαχειριστές υπέχουν καθήκον επιμέλειας και καλής πίστης έναντι της εταιρείας, των πιστωτών και των εγγυητών της και τονίζει πως δεν έχει εντοπίσει αυθεντία η οποία να αποκλείει ένα τέτοιο καθήκον έναντι των μετόχων, διευθυντών και εργοδοτουμένων της εταιρείας, εισηγούμενη ότι οι υφιστάμενες αποφάσεις αφήνουν περιθώριο στοιχειοθέτησης εύλογου καθήκοντος επιμέλειας έναντι οποιουδήποτε προσώπου έχει άμεσο συμφέρον στο ενεργητικό και στην εναπομένουσα περιουσία της εταιρείας ("the equity of redemption"). Εν τέλει, η προωθούμενη βασική εισήγηση στην αγόρευση είναι πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 διαχειριστές οφείλουν στην Ενάγουσα, τα ίδια καθήκοντα δέουσας επιμέλειας και καλής πίστης, με αυτά που οφείλουν στην εταιρεία, στους πιστωτές και στους εγγυητές της, αφού η Ενάγουσα «. προφανώς και είχε συμφέρον στην περιουσία και στο ενεργητικό της υπό διαχείριση εταιρείας ως μέτοχος και εργοδοτούμενη της». Όσον αφορά τη μετοχική ιδιότητα θα πρέπει να σημειωθεί πως στα πλαίσια του πτωχευτικού δικαίου ο μέτοχος εταιρείας δεν κατατάσσεται στους πιστωτές της και δεν θεωρείται τέτοιος. Ούτε έχουν οι μέτοχοι οποιαδήποτε αξίωση για πληρωμή από την εταιρεία εκτός εάν προκύψει μέρισμα ή υπάρξει πλεόνασμα πέραν των υποχρεώσεων της εταιρείας, κατά τη διάλυση της. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα "Principles of Corporate Insolvency Law", (σελ. 4, §1-04) και μετά από αναφορά στη διάκριση των εννοιών «μετοχικό κεφάλαιο» (equity) και «χρέος» (debt): "For the purpose of insolvency law there is a vitally important difference between equity and debt. Shareholders are not creditors. Unlike creditors they have no claim to payment from the company except when a dividend is declared or there is a surplus of assets over liabilities on the winding up of the company. In general, creditors are entitled to be paid ahead of shareholders in the event of a company going into liquidation; only when creditors have been paid in full (which is rarely the case) do shareholders come in to participate in the surplus remaining. Neither group is homogeneous. Frequently debt is multi-tiered, with one or more layers of senior debt at the top, several layers of junior debt underneath and at the bottom mezzanine debt, a form of hybrid which typically consists of either preferential shares carrying an entitlement to a fixed dividend ahead of ordinary shareholders or convertible warrants, which carry an interest coupon and a right to convert into shares. Only shareholders rank below mezzanine creditors". Η εισήγηση της Ενάγουσας πως οι παραλήπτες - διαχειριστές υπείχαν έναντι της το ίδιο καθήκον πίστης και δέουσας επιμέλειας (επειδή ήταν μέτοχος) απαντάται στο σύγγραμμα του Ian Fletcher "The Law of Insolvency", 4η έκδοση, 2009, σελ. 475, §14-100: "To whom the duty is owed It is generally said that a receiver owes his duties to the mortgagor and to everyone interested in the equity of redemption. This would include subsequent incumbrancers and guarantors of the debt. The interest of a guarantor arises from payment by him of the secured debt whereupon he may acquire an interest in the security by subrogation. In determining whether a claimant has an interest in the equity of redemption the court will not lift the veil of incorporation between a company/mortgagor and its directors, shareholders and employees. It may be though that a beneficiary claiming under a trust of the mortgaged property would have an interest in the equity of redemption for these purposes. It has been held not". Να σημειωθεί πως η αναφορά σε μη άρση του εταιρικού πέπλου (". not lift the veil of incorporation") γίνεται στο πιο πάνω απόσπασμα με παραπομπή στην Burgess v. Auger
(1998)All E.R.(D) 44 ή B.C.L.C. 478, η οποία είναι και η βασική αυθεντία στην οποία στηρίζονται οι Εναγόμενοι 2 και 3 και η οποία, βέβαια, αντικρούει την εισήγηση της Ενάγουσας ότι δεν υπάρχει απόφαση που να αποκλείει τέτοιο καθήκον έναντι μετόχων και εργοδοτουμένων. Να σημειωθεί πως στην υπόθεση εκείνη ο Burgess ήταν ο μεγαλομέτοχος, εγγυητής και εργοδοτούμενος (διευθυντής) της εταιρείας στην οποία διόρισε παραλήπτες η δανειστής Vanstock ltd. Όταν οι παραλήπτες πώλησαν την επιχείρηση σε συνδεδεμένη εταιρεία ο Burgess ισχυρίστηκε με την αγωγή του ότι υπέστη ζημιές ως μέτοχος και εργοδοτούμενος ενώ η Vanstock και οι παραλήπτες αιτήθηκαν τη διαγραφή (strike out) της απαίτησης, εισηγούμενοι την απουσία οποιουδήποτε καθήκοντος απέναντι στον Burgess, εισήγηση η οποία έγινε δεκτή. Αξίζει να παρατεθούν αυτούσια τα εξής αποσπάσματα: "There is a clear rationale for the limitation that the duties are only owed to those interested in the equity of redemption. It is well established that on the grant of a mortgage of property there is created no trust of the property in favour of the mortgagor and the mortgagee is not a trustee of the powers conferred upon him. Nonetheless, equity, recognising that a mortgage is merely a security for the payment of a debt or performance of an obligation, affords certain protection to interests in the equity of redemption. Both the trust and the equity of redemption are the creations of equity, and the protection afforded by equity to interests in the equity of redemption is analogous to (though more limited than) that afforded to interests in a trust fund. If a trustee in breach of trust dissipates part of the trust fund, at the instance of a beneficiary who has an interest in the trust fund, equity may require the trustee to make good (or provide compensation for) the shortfall in the trust fund which he has occasioned. Similarly if a mortgagee in breach of his (more restricted) duties enters into a sale transaction which he should not have done, then at the instance of a person with an interest in the equity of redemption equity may (so far as necessary to do justice between the parties) require the mortgagee to make good (or provide compensation for) that loss in value of the equity of redemption. .................................. Mr Bonney however argued that, irrespective of whether Mr Burgess has an interest in the equity of redemption, the law allows Mr Burgess to maintain a claim because of three special features in this case. First he submitted that the duty of good faith is different from all other duties owed, because by acting in bad faith Vanstock and the receivers abused the powers conferred upon them by the charge and stepped outside the bounds allowed to them in their respective roles as mortgagees and administrative receivers. I can see no ground for distinguishing the duty of good faith from any other duty owed by a mortgagee or receiver in the identities of the persons to whom the duty is owed. The fiduciary duties of the mortgagee and receiver relate only to the equity of redemption and are owed only to those interested in the equity of redemption; and all the duties owed by a mortgagee or receiver are historically merely developments or expanded forms of the duty of good faith arising from the existence of the fiduciary relationship. Second Mr Bonney made play of the fact that the company is a two or three man company, a quasi-partnership, and that it is unreal to distinguish between duties owed to the company and its alter egos. The short answer is that, if Mr Burgess decides to take the advantages of trading through a company with limited liability, he must accept as the price the recognition of the company rather than himself as the recipient of rights arising from its relationship with Vanstock and the dealings by Vanstock and any receivers appointed by Vanstock. Third Mr Bonney maintained that the recognition of Mr Burgess as a person entitled to the benefits of the rights and duties owed by Vanstock and the receivers was necessary if an injustice was not to go without a remedy, because the company both as a matter of law and resources could not maintain a claim against the wrongdoers. The short answers to this contention are:
(1)that in law the company acting by the directors could sue Vanstock and the receivers, at any rate if the directors provided a complete indemnity in respect of any liability for costs (see Lightman and Moss, above, para 2.08); and
(2)that the fact that the company and its directors may lack the financial means can be no basis for converting a duty owed to the company into a duty owed to someone else. I therefore hold that all the duties owed by Vanstock and the receivers were owed, and only owed to the persons interested in the equity of redemption, and Mr Burgess as a director, shareholder, employee and guarantor of the company's indebtedness had no interest in the equity of redemption and accordingly his pleaded claim must be struck out". Σχετικά με το κατοχυρωμένο και υπαρκτό δικαίωμα της ίδιας της εταιρείας να εγείρει αγωγή, πέραν των όσων αναφέρονται στη Χατζηρούσου (ανωτέρω) για το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών, χρήσιμα είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα «Principles of Corporate Insolvency Law» (ανωτέρω) στη σελ. 346, §10-39: «Where the proposed defendant is the receiver himself, then plainly it is the company acting through its directors that has the right to institute proceedings. If the position were otherwise, the company would in practice be left remediless, and common sense indicates that the company must have a remedy against a receiver who acts improperly». Όσον αφορά την διαζευκτική εισήγηση ότι το καθήκον επιμέλειας στοιχειοθετείται από το αστικό αδίκημα της αμέλειας όπως προνοείται στο άρθρο 51 του Κεφ. 148 θεωρώ ότι απαντάται επαρκώς από τη σύνοψη της υπόθεσης Parker-Tweedale v. Dunbar Bank Plc (No.1)
(1990)2 All E.R. 577 (CA) όπως παρατίθεται στο σύγγραμμα «The Law of Insolvency» (ανωτέρω) στη σελ. 469, §14-093: «In succeeding cases the duty of care, like the other duties, has been firmly located in equity rather than negligence. Thus in Parker-Tweedale v. Dunbar Bank Plc (No.1) the proposition that the duty was "owed to all those who are within the neighbourhood principle" was rejected. Rather the duty was owed to a limited class of persons, namely to the mortgagor and other persons interested in the equity of redemption. This would include subsequent incumbrancers and guarantors of the debt but not the wide class referred to by Lord Atkin in Donoghue v. Stevenson." Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποτελεί κατάληξή μου πως η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο προσωπικά να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον των παραληπτών-διαχειριστών παραπονούμενη η ίδια για τον τρόπο διαχείρισης της εταιρείας κατά την επίμαχη περίοδο δεδομένου ότι το καθήκον καλής πίστης και δέουσας επιμέλειας οφείλετο προς την εταιρεία και όχι προς την ίδια προσωπικά. Ως εκ τούτου η προδικαστική ένσταση επιτυγχάνει και η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ τους και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α. και νόμιμο τόκο. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο