← Κύπρος

ATLANTIC SECURITIES LTD ν. ΤΖΙΩΝΗ κ.α., Αγωγή υπ' αριθμό: 6279/2011, 10/10/2018

ATLANTIC SECURITIES LTD ν. ΤΖΙΩΝΗ κ.α., Αγωγή υπ' αριθμό: 6279/2011, 10/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A540 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αγωγή υπ' αριθμό: 6279/2011 Μεταξύ: ATLANTIC SECURITIES LTD Ενάγουσα και

  1. XXXXX ΤΖΙΩΝΗ
  2. XXXXX ΤΖΙΩΝΗΣ Εναγόμενοι 10 Οκτωβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Γεωργίου με κα Δήμου διά Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες Για Εναγόμενους: κ. Σαββίδης διά Χ. Π. Σαββίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων, ωμού και κεχωρισμένα, ποσό €50.749,03 πλέον τόκο επί του ποσού αυτού προς 8% καθώς και γενικές αποζημιώσεις για δόλο, ψευδείς παραστάσεις, παράβαση διαβεβαίωσης (breach of warranty of authority), παράβαση συμφωνίας και δικηγορικά έξοδα. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, είναι εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και συνήψε με την Εναγόμενη 1 συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σε μη επαγγελματία επενδυτή ημερομηνίας 30.4.
  3. Στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1 διόρισε τον Εναγόμενο 2, που τυγχάνει υιός της, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για τη διενέργεια επενδύσεων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης υπεγράφη στις 25.9.2008 και συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παραχώρησε πιστωτική διευκόλυνση ύψους €50.000 στην Εναγόμενη
  4. Η Ενάγουσα καταλήγει ότι τερμάτισε τη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ένεκα παραβάσεων της από την Εναγόμενη 1 όμως παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενο προς αυτή ύψους €50.749,03 το οποίο διεκδικεί με την παρούσα αγωγή, πλέον τόκους προς 8% ως οι πρόνοιες της συμφωνίας. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτός παρέστησε γραπτώς και ψευδώς στην Ενάγουσα ότι η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια περιουσίας αξίας περί τις €500.000 ενώ ανέλαβε προφορική υποχρέωση περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2011 να καλύψει τις υποχρεώσεις της μητέρας του, Εναγόμενης
  5. Οι Εναγόμενοι εγείρουν παραπλήσιες Υπερασπίσεις. Η μεν Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι είναι πρόσωπο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, αντιμετωπίζει κινητικά προβλήματα και ουδέποτε ήρθε σε επαφή με εκπροσώπους της Ενάγουσας για να υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να ενεργεί εκ μέρους της για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα και κάποιος κ. XXXXX Οικονομίδης, συνδεδεμένος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας τον οποίο η Εναγόμενη 1 ουδέποτε συνάντησε, «δολίως και/ή παρανόμως συνέπραξαν με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους μέσω της λειτουργίας και/ή απόδοσης του εν λόγω επενδυτικού λογαριασμού και/ή μέσω δικαστικής διεκδίκησης εναντίον της Εναγόμενης πιστωτικού υπολοίπου σε περίπτωση μη απόδοσης ή περιορισμένης απόδοσης του εν λόγω επενδυτικού λογαριασμού». Συνακόλουθα, καταλήγει, ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι οι πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών προσκρούουν στις διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και/ή ότι είναι παράνομες. Με τη σειρά του ο Εναγόμενος 2 αρνείται ότι ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συμφωνίες και το αντικείμενο τους είναι «παντελώς άγνωστα για τη μητέρα του» και ο ίδιος ουδέποτε ενήργησε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. Περαιτέρω αρνείται ότι προέβη σε προσδιορισμό της αξίας της περιουσίας της μητέρας του ή σε ψευδείς παραστάσεις. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι ουδεμία ενημέρωση ή όχληση έλαβε από την Ενάγουσα ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της κ. XXXXX Οικονομίδη «σε ότι αφορά κάλυψη των κατ' ισχυρισμό υποχρεώσεων της μητέρας του από τον ίδιο και ουδέποτε προφορικώς ή άλλως πως συμφώνησε να αναλάβει την πλήρη κάλυψη των κατ' ισχυρισμό οφειλών υπογράφοντας γραμμάτιο συνήθους τύπου ή άλλως πως». Τέλος, ο Εναγόμενος 2, ισχυρίζεται ότι οι μοναδικές επικοινωνίες που είχε με τον κ. XXXXX Οικονομίδη αφορούσαν τη διαχείριση επενδυτικού λογαριασμού «προσωπικά στο όνομα του Εναγόμενου» και όχι της μητέρας του και για το σκοπό αυτό ο Εναγόμενος 2 υπέγραφε και παρέδιδε στον XXXXX Οικονομίδη εντολές για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Στην Απάντηση της η Ενάγουσα αρνείται ότι η Εναγόμενη 1 έχει οποιοδήποτε κινητικό πρόβλημα ενώ, ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι ο Εναγόμενος 2 «ακόμα και μετά την έγερση της αγωγής» υπέγραψε έγγραφο ημερομηνίας 6.6.2012 με το οποίο ανέλαβε να καλύψει οποιαδήποτε απόφαση εναντίον της μητέρας του. Προς απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο διευθύνοντας σύμβουλος της Ενάγουσας κ. XXXXX Αλεξάνδρου (ΜΕ1) και η κα XXXXX Γιάγκου, υπάλληλος της Ενάγουσας και εξουσιοδοτημένη από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου να πιστοποιεί υπογραφές επενδυτών (ΜΕ2). Για την Υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1). Σημειώνω, επίσης, ότι έχουν κατατεθεί από τους μάρτυρες διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή και ειδική αναφορά σε κάποια από τα οποία γίνεται κατωτέρω. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή που κρίθηκαν ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Όπως προανέφερα, πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο κ. XXXXX Αλεξάνδρου, ένας εκ των διοικητικών συμβούλων της Ενάγουσας (ΜΕ1) ο οποίος αναφέρθηκε στη φύση των εργασιών που ασκεί η Ενάγουσα. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1 ήταν επενδυτής και πελάτης της Ενάγουσας, μέσω του συνδεδεμένου αντιπροσώπου της κ. XXXXX Οικονομίδη. Συνέχισε λέγοντας ότι η Εναγόμενη 1 αποτάθηκε στην Ενάγουσα και εξέφρασε την επιθυμία να συνεργαστεί μαζί της. Ακολούθως, στις 30.4.2008 η Εναγόμενη 1 υπέγραψε με την Ενάγουσα συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σε μη επαγγελματία επενδυτή (Τεκμήριο 1) καθώς και πληρεξούσιο έγγραφο υπέρ της Ενάγουσας για να την εκπροσωπεί σε κάποια θέματα στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι η Εναγόμενη 1 ήταν επενδυτής στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου από το 2002 και στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών από το 2009, μέσω άλλων χρηματιστηριακών εταιρειών (παρουσίασε σχετικά τα Τεκμήριο 3 Α, 3 Β και 3 Γ). Συνέχισε λέγοντας ότι ο Εναγόμενος 2 παρουσίαζε τον εαυτό του ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Εναγόμενης 1, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 30.4.2008 (Τεκμήριο 4), και εξουσιοδοτημένο να προβαίνει σε επενδύσεις εκ μέρους της. Παρουσίασε δέσμη εντολών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων (Τεκμήρια 12 και 13) που ανέφερε ότι υπογράφονται από τον Εναγόμενο 2 στη βάση της εξουσιοδότησης που είχε από την Εναγόμενη
  6. Τα εν λόγω Τεκμήρια αφορούν την περίοδο από 14.5.2008 μέχρι 27.10.2009 και από 29.10.2009 μέχρι 10.8.2010 αντίστοιχα. Ο ΜΕ1 παρουσίασε επίσης αντίγραφα ταυτότητας της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 2 καθώς και αντίγραφο λογαριασμού κοινής ωφέλειας της Εναγόμενης 1 (Τεκμήρια 14, 15 και 16 αντίστοιχα), στοιχεία που εξήγησε ότι διατηρεί η Ενάγουσα για τους πελάτες της. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, στις 23.9.2008 η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών από την Ενάγουσα (Τεκμήριο 5). Η σχετική συμφωνία υπεγράφη στις 25.9.2008 (Τεκμήριο 6) και δυνάμει αυτής η Ενάγουσα παρείχε στην Εναγόμενη 1 πιστωτικό όριο €50.000, μέχρι τις 31.12.
  7. Η παροχή της πίστωσης, είπε, ανανεωνόταν περιοδικά μέχρι 31.12.
  8. Σύμφωνα με τον ΜΕ1, λόγω παράβασης των όρων της σύμβασης από μέρους της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία παροχής πίστωσης με επιστολή ημερομηνίας 5.11.2010 και κάλεσε την Εναγόμενη 1 να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο. Κατά τον τερματισμό, ο λογαριασμός που τηρούσε η Ενάγουσα σε σχέση με την πίστωση παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €50.749,03 το οποίο η Εναγόμενη 1 δεν έχει εξοφλήσει. Ο ΜΕ1 συνέχισε λέγοντας ότι «ο εναγόμενος 2 παρέστησε ψευδώς στην ενάγουσα εταιρεία ότι η εναγόμενη 1, μητέρα του, ήταν ιδιοκτήτρια περιουσίας ύψους περίπου €500.
  9. Η ψευδής αυτή πληροφορία μας δόθηκε από τον εναγόμενο 2». Ανέφερε, επίσης, ότι περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2011 ο Εναγόμενος 2 είχε παραστήσει στην Ενάγουσα μέσω του κ. XXXXX Οικονομίδη ότι θα αναλάμβανε να καλύψει πλήρως τις υποχρεώσεις της μητέρας του και ότι θα προσερχόταν για να υπογράψει γραμμάτιο συνήθους τύπου που θα κάλυπτε τις οφειλές της, όμως δεν το έπραξε. Μετά δε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, στις 6.6.2012, υπέγραψε έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 10), σύμφωνα με το οποίο ανέλαβε να καλύψει όποια απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης 1 στην αγωγή. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά την Εναγόμενη 1 ενώ τον Εναγόμενο 2 τον γνώρισε μετά την έγερση της αγωγής. Για τον κ. XXXXX Οικονομίδη ανέφερε ότι η συνεργασία του με την Ενάγουσα εταιρεία τερματίστηκε επίσημα περί το
  10. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος είχε αξιολογήσει την αίτηση της Εναγόμενης 1 για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων και ότι την ενέκρινε βασιζόμενος στην τότε αξία του χαρτοφυλακίου της. Ανέφερε επίσης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πίστωση είχε χορηγηθεί με εξασφάλιση μόνο τις μετοχές της Εναγόμενης
  11. Ειδικότερα, και όταν απαντούσε σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, εξήγησε ότι το βασικό κριτήριο για την χορήγηση της πίστωσης στην Εναγόμενη 1 ήταν ότι η αξία των μετοχών που κατείχε υπερέβαινε το 30% του ποσού της πίστωσης που είχε αιτηθεί. Ανέφερε, στη συνέχεια, ότι όταν ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 παρουσίαζε υπέρβαση και οι μετοχές που κατείχε δεν παρείχαν πλέον την επιθυμητή εξασφάλιση, ήταν δύσκολη η ρευστοποίηση τους για μείωση του χρεωστικού υπολοίπου γιατί δεν ήταν εμπορεύσιμες κατά τον χρόνο εκείνο ενώ, ταυτόχρονα, η αξία τους είχε μειωθεί. Όταν ο ΜΕ1 ερωτήθηκε σε σχέση με τον τρόπο που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι εξαπατήθηκε από τον Εναγόμενο 2, αυτός απάντησε «Μας εξαπάτησε, διότι χρησιμοποίησε πιστωτικές διευκολύνσεις που του δώσαμε για να κάνει επενδύσεις. Οι επενδύσεις που έκανε έχασαν την αξία τους και αρνείται να μας πληρώσει. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις δόθηκαν στον λογαριασμό της μητέρας του. Τις επιλογές των επενδύσεων τις έκανε ο ίδιος.» Σε σχέση με τις εντολές για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, Τεκμήρια 12 και 13, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτές υπογράφονταν από τον Εναγόμενο 2 εκ μέρους της Εναγόμενης 1, ως εξουσιοδοτημένο από αυτή πρόσωπο. Όταν του τέθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος 2 μπορεί να υπέγραφε εν λευκώ τις εντολές αυτές και οι λεπτομέρειες των συναλλαγών να συμπληρώνονταν μετά, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πως λειτουργούσαν ο Εναγόμενος 2 και ο κ. XXXXX Οικονομίδης. Ανέφερε, όμως, ότι ενώ αυτό θα μπορούσε να γίνει στην περίπτωση των χειρόγραφων εντολών, Τεκμήριο 12, δεν μπορούσε να γίνει με τις μηχανογραφημένες εντολές, Τεκμήριο
  12. Ανέφερε επίσης ο ΜΕ1 ότι σε μεταγενέστερο στάδιο είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Εναγόμενο 2 ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα προσερχόταν στα γραφεία της Ενάγουσας για να υπογράψει ένα είδος εγγράφου αναγνώρισης χρέους με το οποίο θα αναλάμβανε την κάλυψη των υποχρεώσεων της μητέρας του, Εναγόμενης 1, όμως δεν το έπραξε. Δεύτερη μάρτυρας της Ενάγουσας ήταν η κα XXXXX Γιάγκου, λειτουργός της Ενάγουσας εταιρείας και εξουσιοδοτημένη από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου για πιστοποίηση εγγράφων (ΜΕ2). Η ΜΕ2 αναγνώρισε ότι στο Τεκμήριο 2 είχε πιστοποιήσει την υπογραφή της Εναγόμενης
  13. Πρόσθεσε πως παρά το ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της παρόδου πολλών χρόνων, δεν πιστοποίησε ποτέ υπογραφή που δεν είχε τεθεί ενώπιον της. Η πρακτική της, εξήγησε, είναι να ελέγχει την πολιτική ταυτότητα του προσώπου που υπογράφει για σκοπούς ταυτοποίησης. Ζητά επίσης από τον εκάστοτε πελάτη και αποδεικτικό για την διεύθυνση διαμονής του. Αυτό έκανε και στην παρούσα περίπτωση. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι εργάζεται στην Ενάγουσα εταιρεία για 18 χρόνια εκτελώντας τα ίδια καθήκοντα. Εξήγησε ότι μέσα στα καθήκοντα της περιλαμβάνεται και το να θέτει υπόψη του πελάτη τα έγγραφα που πρέπει να υπογράψει και τα σημεία στα οποία να θέσει την υπογραφή του επί αυτών. Στην επίδικη συναλλαγή, ανέφερε, το μοναδικό έγγραφο που φέρει την πιστοποίηση της είναι το πληρεξούσιο, Τεκμήριο 2, το οποίο συνοδεύει τη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, Τεκμήριο
  14. Πρόσθεσε ότι ο εκάστοτε πελάτης υπογράφει ενώπιον της τόσο τη συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών όσο και το πληρεξούσιο και η ίδια πιστοποιεί την υπογραφή στο πληρεξούσιο. Η πιστοποίηση αυτή συνιστά προϋπόθεση για να γίνει δεκτό το πληρεξούσιο στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Αντεξεταζόμενη ανέφερε επίσης ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί την Εναγόμενη 1 λόγω των πολλών χρόνων που έχουν μεσολαβήσει από τα επίδικα γεγονότα. Για τον Εναγόμενο 2 επέμενε ότι δεν τον γνωρίζει. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τη συμφωνία παροχής πίστωσης (Τεκμήριο 6) γιατί η παροχή πιστώσεων είναι εκτός των αρμοδιοτήτων της. Για σκοπούς υπεράσπισης, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι με την Ενάγουσα εταιρεία «είχα προσωπικά συμβατική σχέση σε επίπεδο παροχής από αυτήν επενδυτικών υπηρεσιών, μέσω του συνδεδεμένου αντιπροσώπου της XXXXX Οικονομίδη. Οι υπηρεσίες που μου παρείχε η Ενάγουσα αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο δικές που, προσωπικά και στο όνομα μου επενδύσεις. Ουδέποτε προέβηκα σε επενδύσεις υπό το όνομα ή για λογαριασμό της μητέρας μου, Εναγόμενης 1 και ουδέποτε υπήρξα ή παρουσιάστηκα στην Ενάγουσα ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της μητέρας μου ή δήλωσα στην Ενάγουσα οτιδήποτε αφορά προσωπικά ή περιουσιακά στοιχεία της μητέρας μου». Ο ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι «δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα» ότι η μητέρα του είναι επενδυτής και έχει συναλλαγές και με άλλες χρηματιστηριακές εταιρείες. Ανέφερε, επίσης, ότι η μητέρα του υποφέρει εδώ και πολλά χρόνια από σοβαρά προβλήματα υγείας και ότι είναι άτομο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου που δεν γνωρίζει έννοιες όπως «επένδυση» και «μετοχές» ενώ οι επίδικες συμφωνίες της είναι άγνωστες και «σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο τέτοιων συμβάσεων και κατ' επέκταση να προχωρήσει στην υπογραφή τους, αλλά ούτε και ποτέ να εκδηλώσει τη βούληση και την πρόθεση της να συμβληθεί με την Ενάγουσα». Παρουσίασε τρεις επιστολές που αφορούν την κατάσταση υγείας της μητέρας του. Η πρώτη έχει ημερομηνία 25.1.2018 (Τεκμήριο 17), φαίνεται να υπογράφεται από την αδερφή του και απευθύνεται στον Υπουργό Εργασίας. Με αυτή η υπογράφουσα φαίνεται να ζητά συγκεκριμένες διευθετήσεις σε σχέση με φροντίστρια που επισκέπτεται τη μητέρα του. Η δεύτερη επιστολή φέρει ημερομηνία 30.10.2017 (Τεκμήριο 18) και αποστέλλεται από το Υπουργείο Εργασίας προς την Εναγόμενη
  15. Με αυτήν, η Εναγόμενη 1 ενημερώνεται ότι αποφασίστηκε η αύξηση της επιδότησης κατ' οίκον φροντίδας που της παρέχεται στα €240 μηνιαίως από 1.4.
  16. Η τρίτη επιστολή φέρει ημερομηνία 26.2.2018 (Τεκμήριο 19) και αποστέλλεται από το Υπουργείο Εργασίας προς την θυγατέρα της Εναγόμενης 1 σε σχέση με τη φροντίστρια της Εναγόμενης
  17. Επανέλαβε ότι ο ίδιος διενεργούσε χρηματιστηριακές συναλλαγές μέσω του κ. XXXXX Οικονομίδη, συνδεδεμένου αντιπροσώπου της Ενάγουσας, όμως ποτέ δεν τον σύστησε στη μητέρα του. Συνέχισε ότι «συχνά υπόγραφα εν λευκώ εντολές (παραγγελίες) και του παρέδιδα για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών». Η δε επαγγελματική τους σχέση διακόπηκε το 2010 «εξαιτίας της διαρροής πληροφοριών περί εμπλοκής του σε υποθέσεις απάτης και σκανδάλων αναφορικά με χρηματιστηριακές συναλλαγές. Έκτοτε, όπως έχω πληροφορηθεί, εγκατέλειψε την Κύπρο και βρίσκεται στο εξωτερικό, χωρίς να γνωρίζω συγκεκριμένα που βρίσκεται». Αρνήθηκε ότι συμφώνησε να καλύψει τις υποχρεώσεις της μητέρας του και να υπογράψει έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Ο Εναγόμενος 2 στάθηκε και στο έγγραφο εγγύησης, Τεκμήριο 10 που υπέγραψε στις 6.6.
  18. Σε σχέση με αυτό, ανέφερε ότι «αυτό το είχα υπογράψει κατόπιν ψυχολογικής φόρτισης και πίεσης που μου δημιουργήθηκε από την ενέργεια των δικηγόρων της Ενάγουσας να επισπεύσουν με σχετική αίτηση που καταχώρησαν στο Δικαστήριο την έκδοση απόφασης εναντίον της μητέρας μου. Το συγκεκριμένο έγγραφο δηλώνω ότι ουδέποτε θα το υπέγραφα εάν δεν υπήρχε ο συγκεκριμένος άμεσος κίνδυνος έκδοσης απόφασης που να βλάπτει τα συμφέροντα της μητέρας μου». Παρουσίασε σχετικά και επιστολή που είχε σταλεί από τους δικηγόρους της Ενάγουσας προς το δικό του, τότε, δικηγόρο ημερομηνίας 20.10.2011 με την οποία ενημέρωναν ότι εάν δεν καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης τότε θα προχωρήσουν με απόδειξη της απαίτησης τους (Τεκμήριο 20). Κατά την κυρίως εξέταση του Εναγόμενου 2 του επιδείχθηκαν οι υπογραφές που αποδίδονται στη μητέρα του στις επίδικες συμφωνίες και ανέφερε ότι «υπάρχει υπογραφή όμως δεν έχει σχέση με την υπογραφή της μητέρας μου». Υποστήριξε ότι η μητέρα του είχε ατύχημα στο δεξί χέρι περί το 1986 και έκτοτε γράφει περιορισμένα με το αριστερό. Στις γραπτές εντολές για διενέργεια συναλλαγών, Τεκμήριο 12, αναγνώρισε τις υπογραφές ως δικές του, ενώ στα μηχανογραφημένα έντυπα, Τεκμήριο 13, ανέφερε ότι η υπογραφή που παρουσιάζεται εκεί δεν είναι δική του ούτε της μητέρας του. Κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου 2, του υποδείχθηκε το αντίγραφο της ταυτότητας της Εναγόμενης 1, το οποίο και αναγνώρισε καθώς και το αντίγραφο του λογαριασμού κοινής ωφέλειας, Τεκμήρια 14 και
  19. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πως αυτά βρέθηκαν στην κατοχή της Ενάγουσας απάντησε ότι δεν γνωρίζει και προέτρεψε τον συνήγορο της Ενάγουσας να τηλεφωνήσει στη μητέρα του και να την ρωτήσει. Επί των Τεκμηρίων 14 και 15 ο Εναγόμενος 2 αναγνώρισε ότι είχαν αποσταλεί με τηλεομοιότυπο στην Ενάγουσα. Αρχικά αρνήθηκε ότι στάλθηκαν από το ξενοδοχείο Ρόδον όταν όμως του υποδείχθηκε ότι είχαν σταλεί από τον ίδιο αριθμό τηλεομοιότυπου όπως τα Τεκμήρια 17 και 18 που ο ίδιος κατέθεσε, συμφώνησε. Συμφώνησε επίσης ότι στο ξενοδοχείο Ρόδον εργάζεται η αδερφή του όμως επέμενε ότι δεν γνωρίζει ποιος μπορεί να απέστειλε τα Τεκμήρια 14 και 15 στην Ενάγουσα, αναφέροντας «αυτό δεν μπορώ να το ξέρω. Το ξενοδοχείο έχει 500 κλίνες. Μπορεί να το έστειλε πελάτης του ξενοδοχείου». Όταν δε ρωτήθηκε γιατί ένας πελάτης του ξενοδοχείου να έχει στην κατοχή του την ταυτότητα της μητέρας του, ο Εναγόμενος 2 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με τη συνεργασία του με τον κ. XXXXX Οικονομίδη, ο Εναγόμενος 2 επανέλαβε ότι υπέγραφε εν λευκώ εντολές για διενέργεια προσωπικών του συναλλαγών. Πρόσθεσε ότι διατηρούσε χαρτοφυλάκιο με άλλη χρηματιστηριακή εταιρεία και μετέφερε το χαρτοφυλάκιο του στην Ενάγουσα μέσω του κ. Οικονομίδη περί το
  20. Πρόσθεσε «εγώ δεν πήρα 1 σεντ από την Atlantic. Ξαφνικά βρέθηκε ο λογαριασμός να έχει υπόλοιπο περίπου €50.000». Πρόσθεσε ότι συνεργαζόταν με τις χρηματιστηριακές εταιρείες Σεβέρης & Αθιαινίτης, CISCO και Pro Choice. Του ζητήθηκε να παρουσιάσει μερίδα επενδυτή από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου που να δείχνει αυτά που ισχυρίζεται όμως απάντησε ότι δεν κατέχει τέτοιο έγγραφο. Στην πορεία, η αντεξέταση διακόπηκε με σκοπό να λάβει το σχετικό έγγραφο και να το παρουσιάσει. Του τέθηκε ότι η διεύθυνσή επικοινωνίας για την μητέρα του που καταγράφεται στο Τεκμήριο 3 Γ είναι δική του και απάντησε ότι «μπορεί να είναι το σπίτι μου». Δέχτηκε, επίσης, ότι το κινητό τηλέφωνο που καταγράφεται στο ίδιο έγγραφο ως τηλέφωνο επικοινωνίας της μητέρας του, είναι το δικό του. Του τέθηκε ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που διενεργούσε συναλλαγές στο όνομα της μητέρας του όμως για δικό του όφελος και ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε. Επέμενε ότι ήταν επενδυτής από το
  21. Όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει στοιχεία που να το αποδεικνύουν απάντησε ότι «πρέπει να τα ζητήσω» και η αντεξέταση του διακόπηκε για να του δοθεί χρόνος να αποταθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και να τα ζητήσει. Την επόμενη δικάσιμο, και ενώ η αντεξέταση του συνεχίστηκε, ο Εναγόμενος 2 παρουσίασε δύο ιατρικά πιστοποιητικά σε σχέση με την κατάσταση υγείας της μητέρας του. Το πρώτο (Τεκμήριο 23) είναι αναφορά του θεράποντος ιατρού Δρ. XXXXX Ιωάννου, ορθοπεδικού. Σύμφωνα με αυτό, ο Δρ Ιωάννου εξέτασε για πρώτη φορά την Εναγόμενη 1 στις 12.6.
  22. Καταγράφει ότι το 1986 η Εναγόμενη 1 υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο δεξί χέρι με ξυλοκοπτική μηχανή. Καταγράφει επίσης ότι από τον καρπό του δεξιού χεριού παρουσιάζει παράλυση και δεν δύναται να εργαστεί ούτε να φροντίσει τον εαυτό της. Η δεύτερη ιατρική βεβαίωση έχει ημερομηνία 25.6.2018 και υπογράφεται από τη Δρ XXXXX Ελευθερίου, Ιατρικό Λειτουργό στο Αγροτικό Κέντρο Υγείας Αγρού (Τεκμήριο 24). Σύμφωνα με αυτό η Εναγόμενη 1 πάσχει από χρόνια κολίτιδα, κάταγμα σπονδυλικής στήλης, οστεοπόρωση και αρτηριακή υπέρταση ενώ από ατύχημα προκλήθηκε παράλυση στο δεξιό άκρο. Ως αποτέλεσμα, γράφει, η Εναγόμενη 1 χρειάζεται βοήθεια στην προσωπική της φροντίδα. Όταν του ζητήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας να παρουσιάσει ιατρικά πιστοποιητικά παλαιότερων περιόδων απάντησε ότι δεν είχε. Επέμενε ότι η μητέρα του πέρασε από ιατροσυμβούλιο «πριν 20-30 χρόνια» όμως δεν είχε την έκθεση του ιατροσυμβουλίου ούτε και γνωρίζει το ποσοστό αναπηρίας της μητέρας του που είχε εντοπίσει το ιατροσυμβούλιο. Ο Εναγόμενος 2 παρουσίασε επίσης έντυπο στοιχείων μερίδας επενδυτή από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου για τον εαυτό του (Τεκμήριο 25), σύμφωνα με το οποίο είναι επενδυτής από το 2002 και είχε συνεργασία με τις χρηματιστηριακές εταιρείες CISCO και Sharelink. Του τέθηκε ότι από το Τεκμήριο 25 φαίνεται ότι δεν ήταν ποτέ πελάτης της Ενάγουσας όπως είχε ισχυριστεί προηγουμένως και συμφώνησε. Παρουσίασε τέλος και καρτέλα λογαριασμών επενδυτή από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (Τεκμήριο 26) και του τέθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 26 προκύπτει και πάλιν ότι ποτέ δεν διενήργησε συναλλαγές μέσω της Ενάγουσας. Απάντησε «την προηγούμενη φορά μου είπες ότι δεν είμαι επενδυτής. Είπα θα φέρω στοιχεία που να δείχνουν ότι ήμουν επενδυτής και έχω μερίδα. Τα έφερα». Όταν ο συνήγορος της Ενάγουσας επέμενε, ο Εναγόμενος 2 δέχτηκε ότι το Τεκμήριο 26 δεν καταγράφει καμία συναλλαγή η οποία να διενεργήθηκε μέσω της Ενάγουσας. Ο συνήγορος της Ενάγουσας του έθεσε ότι η απάντηση του έρχεται σε αντίθεση και με προηγούμενες δηλώσεις του. Απάντησε «εγώ είπα είχα υπογράψει εν λευκώ. Αν ο Οικονομίδης συμπλήρωσε άλλα δεν μπορώ να το γνωρίζω». Στο τέλος της αντεξέτασης του δέχτηκε - παρά τις προηγούμενες δηλώσεις του- ότι η μητέρα του είχε μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας τις οποίες, ανέφερε, βοήθησε τη μητέρα του να διαθέσει. Αυτό επέμενε δεν σημαίνει ότι η μητέρα του ήταν επενδυτής. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τις θέσεις τους στις τελικές γραπτές τους αγορεύσεις, τις οποίες έχω μελετήσει. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο και ποιότητα της μαρτυρίας τους[1]. Αξιολογώντας την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχω κατά νου ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Ξεκινώντας από τον ΜΕ1, αναφέρω ότι η γενική εντύπωση που δημιούργησε ήταν θετική. Από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι η άμεση εμπλοκή του με τα γεγονότα ήταν περιορισμένη. Η σημασία και βαρύτητα της μαρτυρίας του έγκειται κυρίως στα έγγραφα τα οποία παρουσίασε και που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια αλλά και στα όσα ανέφερε για τον τρόπο που αξιολόγησε την αίτηση της Εναγόμενης 1 για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων. Πέραν αυτών, οφείλω να σημειώσω ότι δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική. Απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, ήταν ξεκάθαρος σε σχέση με το ποιά γεγονότα γνώριζε προσωπικά και ποιά όχι και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Κρίνω επομένως ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, επισημαίνω ότι οι αναφορές στην κυρίως εξέταση του περί προφορικής συμφωνίας του Εναγόμενου 2 να αναλάβει τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 καθώς και παραστάσεις που έδωσε ο Εναγόμενος 2 για την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης 1, είναι εξ ακοής μαρτυρία. Ο ίδιος δήλωσε ότι δεν είχε απευθείας συνομιλία με κανένα εκ των Εναγομένων πριν την έγερση της αγωγής. Εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[3] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά που την περιβάλλουν[4]. Στην προκειμένη περίπτωση ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να δηλώσει σε ποιο πρόσωπο έγιναν αυτές οι παραστάσεις και δηλώσεις από τον Εναγόμενο
  23. Ούτε ήταν σε θέση να δηλώσει που και πότε εξελίχθηκαν τα συγκεκριμένα γεγονότα. Επιπρόσθετα, εκτός από μια γενική και αόριστη αναφορά δεν ήταν σε θέση να μεταφέρει με ακρίβεια τα όσα σχετικά διαμειφθήκαν μεταξύ του Εναγόμενου 2 και του/των λειτουργού/ών της Ενάγουσας. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα στις συγκεκριμένες αναφορές. Δεν έχω πεισθεί ότι ο ΜΕ1 είχε ασφαλή πηγή πληροφόρησης από άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα ώστε να μπορώ να βασιστώ στην εξ ακοής μαρτυρία του επί αυτού του ζητήματος για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Συνεπώς, για τους λόγους που εξήγησα και με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο, αποδέχομαι τα όσα ο ΜΕ1 κατέθεσε ως αληθινά. Η ΜΕ2 ήταν επίσης, κρίνω, αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε. Η μαρτυρία της ήταν σταθερή και είχε συνέπεια. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Η εμπλοκή της με τα γεγονότα ήταν περιορισμένη και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 όμως ήταν θετική και πειστική ότι ποτέ δεν έχει πιστοποιήσει την υπογραφή προσώπου που δεν έχει τεθεί ενώπιον της. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι παρά τις υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης περί πλαστογράφησης της υπογραφής της Εναγόμενης 1 επί των επίδικων συμφωνιών, δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία από την ίδια την Εναγόμενη 1 ότι οι εν λόγω υπογραφές δεν της ανήκουν ενώ δεν έχει παρουσιαστεί άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης που να θέτει σε αμφισβήτηση την πατρότητα των υπογραφών. Στρέφομαι στη μαρτυρία του Εναγόμενου
  24. Έχω παρακολουθήσει το μάρτυρα στο εδώλιο και έχω εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας του δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην εσωτερική συνοχή της, στην πειστικότητα της και κατά πόσο οι θέσεις του στέκονται στη βάσανο της λογικής. Θεωρώ ότι δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Επί πολλών σημείων, η μαρτυρία του στερείτο λογικής, οι θέσεις του παρέμεναν μετέωρες, και οι εξηγήσεις που έδινε όταν οι θέσεις του αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση δεν ήταν πειστικές. Αναφέρω κάποια ενδεικτικά μόνο παραδείγματα από τη μαρτυρία του που με έχουν οδηγήσει στο πιο πάνω συμπέρασμα. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και στην αρχή της αντεξέτασης του επέμενε ότι διενεργούσε προσωπικά συναλλαγές μέσω του κ. XXXXX Οικονομίδη και της Ενάγουσας εταιρείας. Αυτός, επέμενε, ήταν και ο λόγος που υπέγραφε και παρέδιδε εν λευκώ έντυπα εντολών για διενέργεια συναλλαγών (Τεκμήριο 12). Η αντεξέταση του διακόπηκε για να του δοθεί η ευκαιρία να αποταθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών και να εξασφαλίσει έγγραφα που να στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό του αυτό. Παρουσίασε σχετικά τα Τεκμήρια 25 και 26 που έχω περιγράψει πιο πάνω. Του τέθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι τα εν λόγω Τεκμήρια (που ο ίδιος εξασφάλισε από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και παρουσίασε) δείχνουν ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή ποτέ δεν διενήργησε συναλλαγή μέσω της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 2 αναγκάστηκε να συμφωνήσει. Πρόκειται για σοβαρότατη αντίφαση η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί με άλλο τρόπο παρά μόνο ότι ο Εναγόμενος 2 προσπάθησε συνειδητά να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η αρχική δε εκδοχή του ήταν μόνο μια πρόφαση για να δικαιολογήσει πως και γιατί βρέθηκαν στην κατοχή της Ενάγουσας δεκάδες υπογραμμένες εντολές για διενέργεια συναλλαγών (Τεκμήρια 12 και 13). Περαιτέρω, αρνήθηκε κατηγορηματικά και επανειλημμένα ότι η μητέρα του ήταν επενδυτής στο Χρηματιστήριο Αξιών και ότι διενεργούσε συναλλαγές και με άλλες χρηματιστηριακές εταιρείες πέραν της Ενάγουσας. Η άρνηση του όμως διαψεύδεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 Α, 3 Β και 3 Γ. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, τα έγγραφα αυτά δεικνύουν ότι η Εναγόμενη 1 ήταν επενδυτής από το 2002 και διενεργούσε συναλλαγές με χρηματιστηριακές εταιρείες πέραν της Ενάγουσας. Και πάλιν δε, σε αντίφαση με και αναιρώντας προηγούμενες απαντήσεις του, κατά το τέλος της αντεξέτασης του, μόνος του ανέφερε ότι η μητέρα του κατείχε μετοχές συγκεκριμένης τράπεζας πριν τις επίδικες συμφωνίες. Επιπλέον, παρά τα όσα ο Εναγόμενος 2 υποστήριξε και κατέθεσε για την κατάσταση υγείας της μητέρας του, αυτά παρέμειναν ατεκμηρίωτα και σε επίπεδο ισχυρισμών. Οι τρεις επιστολές που αρχικά παρουσίασε, Τεκμήρια 17, 18 και 19, καθόλου δεν διαφωτίζουν σε σχέση με τη φυσική και νοητική της κατάσταση, τόσο σήμερα όσο και κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών. Ειδικότερα, δεν αποκλείουν ούτε και εισηγούνται ότι η Εναγόμενη 2 δεν ήταν σε θέση να υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες, να μεταβεί στα γραφεία της Ενάγουσας ή αλλού για το σκοπό αυτό ή να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους. Όσο και να προσπαθεί ο Εναγόμενος 2 να πείσει ότι η Εναγόμενη 1 δεν υπόγραψε τις επίδικες συμφωνίες, ότι είναι πρόσωπο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και ανίκανο, ουσιαστικά, να αντιληφθεί τη φύση των επίδικων συμφωνιών, αυτό είναι κάτι που θα μπορούσε να αποδειχθεί μόνο με τη θετική μαρτυρία της ίδιας της Εναγόμενης ή άλλης μαρτυρίας εμπειρογνωμοσύνης. Ίδιας περιορισμένης αποδεικτικής αξίας είναι και τα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήρια 23 και
  25. Το περιεχόμενο τους συνιστά εξ ακοής μαρτυρία και οι υπογράφοντες αυτών δεν εξηγούν από πού έχουν αντλήσει τις πληροφορίες που καταγράφουν σε αυτά. Δεν εξηγούν επίσης ποια ήταν η κατάσταση της Εναγόμενης 1 κατά τον χρόνο υπογραφής των διάφορων επίδικων εγγράφων ενώ κανένα από αυτά δεν περιέχει οτιδήποτε που να εισηγείται ότι η Εναγόμενη 1 ήταν ή είναι κλινήρης ή δεν μπορεί να διαχειριστεί τις υποθέσεις της. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 είναι «μεγάλης ηλικίας», όπως την χαρακτήρισε ο συνήγορος της και ο ΜΥ1, ασφαλώς και δεν την καθιστά αυτόματα ανίκανη προς το συμβάλλεσθαι. Θεωρώ ότι εάν η κατάσταση υγείας της μητέρας του ήταν ως την παρουσίασε, τότε ο Εναγόμενος 2 δεν θα είχε καμία δυσκολία να παρουσιάσει ικανή ιατρική μαρτυρία που να μην αφήνει αμφιβολία για την αλήθεια των όσων υποστήριξε. Το γεγονός ότι δεν παρουσίασε τέτοια μαρτυρία μπορεί μόνο να ερμηνευτεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Σημειώνω, περαιτέρω, ότι τα όσα ισχυρίζεται για τον τρόπο ενέργειας και τα κίνητρα του κ. Ιωάννη Οικονομίδη παραμένουν πλήρως ατεκμηρίωτα. Πέραν από τους αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς του ιδίου του Εναγόμενου 2 και κάποιες υποβολές που τέθηκαν από το συνήγορο του στον ΜΕ1, δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο απτό στοιχείο που να προσδίδει στους ισχυρισμούς αυτούς οποιαδήποτε βαρύτητα. Ούτε διαφάνηκε, από τη μαρτυρία, με ποιον τρόπο ο κ. XXXXX Οικονομίδης ή η Ενάγουσα απεκόμισαν με παράνομο ή δόλιο τρόπο, όφελος εις βάρος των Εναγόμενων. Ο δε ισχυρισμός του ότι οι επαφές του με τον κ. Οικονομίδη αφορούσαν δικές του προσωπικές συναλλαγές καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  26. Να προσθέσω ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν έλαβε κανένα διάβημα για να καταστήσει τον κ. Οικονομίδη διάδικο στη διαδικασία. Προχωρώ στο έγγραφο εγγύησης, Τεκμήριο
  27. Οι εξηγήσεις που ο Εναγόμενος 2 έδωσε σε σχέση με αυτό, μόνο πειστικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι ο Εναγόμενος 2 βρισκόταν κάτω από ψυχολογική πίεση και δη όσο μεγάλη όσο περιγράφει. Πρόκειται για έγγραφο που υπογράφηκε μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ενώ ο ίδιος και η μητέρα του εκπροσωπούνταν από δικηγόρο. Δεν κατανοώ τι μπορεί να του προκάλεσε τόσο πανικό και να τον έπεισε ότι υφίστατο «άμεσος κίνδυνος έκδοσης απόφασης που να βλάπτει τα συμφέροντα της μητέρας μου» ώστε να τον ωθήσει να το υπογράψει. Η δε επιστολή από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, Τεκμήριο 20, που παρουσίασε προς «επιβεβαίωση» της πίεσης υπό την οποία ισχυρίστηκε ότι ενήργησε μάλλον το αντίθετο αποδεικνύει. Η εν λόγω επιστολή έχει ημερομηνία 20.10.2011 ενώ το έγγραφο εγγύησης υπογράφηκε 6.6.
  28. Είναι αδύνατο να δεχτώ ότι μια επιστολή που στάλθηκε στον τότε δικηγόρο του περί τους οκτώ μήνες προηγουμένως τον έπεισε ότι υπήρχε «άμεσος κίνδυνος» ώστε υπό κράτος ψυχολογικής φόρτισης να υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης, Τεκμήριο
  29. Οι ισχυρισμοί του έγιναν ακόμα πιο απίθανοι όταν κατά την αντεξέταση παραδέχτηκε ότι την περίοδο εκείνη δεν είχε έρθει ποτέ σε επικοινωνία με τον δικηγόρο της Ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι η πίεση μπορεί να οφειλόταν στο ότι «μπορεί να του είχε αναφέρει ο δικηγόρος του» ότι πίεζαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας. Το ίδιο παράλογες ήταν και οι απαντήσεις που έδινε όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση για τον τρόπο με τον οποίο το αντίγραφο της ταυτότητας της μητέρας του, Τεκμήριο 14, βρέθηκε στην κατοχή της Ενάγουσας. Έχω ήδη παραθέσει μια σύνοψη αυτού του μέρους της μαρτυρίας πιο πάνω και κρίνω ότι ομιλεί αφ εαυτού. Σημειώνω, επιπλέον, ότι ενώ αρχικά υποστήριζε ότι δεν είχε τρόπο να εντοπίσει τον κ. XXXXX Οικονομίδη και δεν γνωρίζει που βρίσκεται, στην πορεία της αντεξέτασης, έχοντας ξεχάσει προφανώς την προηγούμενη μαρτυρία του, ανέφερε ότι ο κ. Οικονομίδης του είχε τηλεφωνήσει «πριν 2-3 χρόνια» και του απολογήθηκε για τη διαγωγή του. Όταν ο συνήγορος της Ενάγουσας επισήμανε την αντιφατική στάση του, αυτός πρόσθεσε ότι του είχε τηλεφωνήσει στο κινητό με απόκρυψη. Να προσθέσω ότι καθόλου δεν συνάδει με τη λογική η γενική εκδοχή που προέβαλε ο Εναγόμενος
  30. Εάν ο ίδιος και η μητέρα του είχαν πέσει θύμα απάτης και πλαστογραφίας από το 2008, ξενίζει το γεγονός ότι έμειναν άπραγοι και δεν επεδίωξαν την τιμωρία των υπεύθυνων. Ειδικά δε αφού βρίσκονται τώρα αντιμέτωποι με την παρούσα αγωγή, ως αποτέλεσμα παράνομων ενεργειών που ισχυρίζονται ότι έχουν διενεργήσει τρίτα πρόσωπα. Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στη μαρτυρία του Εναγόμενου
  31. Τα πιο πάνω παραδείγματα θεωρώ ότι είναι αρκετά για να δείξουν την ποιότητα της και τους λόγους για τους οποίους είμαι αναγκασμένη να την απορρίψω στην ολότητα της ως αναξιόπιστη. Δεν έχω αμφιβολία ότι μοναδική επιδίωξη του Εναγόμενου 2 κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν να αποσείσει την οποία ευθύνη του ιδίου και της μητέρας του. Καμία επιθυμία είχε να υποβοηθήσει το Δικαστήριο στην εξακρίβωση της αλήθειας αναφορικά με τα γεγονότα παρά μόνο να προωθήσει δικούς του σκοπούς με μια μαρτυρία ψευδή και κατασκευασμένη. Έχοντα ολοκληρώσει την αξιολόγηση της μαρτυρίας, προκύπτει ότι μεγάλο μέρος των γεγονότων αναδύεται από τα διάφορα Τεκμήρια. Επιπρόσθετα, από την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα: (α) Η Ενάγουσα εταιρεία παρείχε κατά τον επίδικο χρόνο και παρέχει μέχρι σήμερα επενδυτικές υπηρεσίες, είναι μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και Χρηματιστήριου Αξιών Αθηνών και εποπτεύεται από τις Επιτροπές Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και Ελλάδας (σχετικό το Τεκμήριο 11). Ο κ. XXXXX Οικονομίδης ήταν εκ των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της Ενάγουσας και το πρόσωπο που συναλλασσόταν απευθείας με τους Εναγόμενους. Η δε συνεργασία του με την Ενάγουσα τερματίστηκε επίσημα το
  32. (β) Στις 30.4.2008 η Εναγόμενη 1 υπέγραψε με την Ενάγουσα σύμβαση παροχής επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε μη επαγγελματία επενδυτή (Τεκμήριο 1), στα πλαίσια της οποίας η Ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει στην Εναγόμενη υπηρεσίες λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Την εν λόγω συμφωνία, για την Ενάγουσα, υπέγραψε ο ΜΕ
  33. Στη συμφωνία, Τεκμήριο 1, επισυνάπτεται «Ερωτηματολόγιο Πελάτη» και καθορίζεται η προμήθεια στην οποία δικαιούτο η Ενάγουσα σε 0,5% επί των συναλλαγών που θα διενεργούνταν. Τα έγγραφα αυτά υπογράφηκαν από την Εναγόμενη 1, στην παρουσία του κ. XXXXX Οικονομίδη. (γ) Την ίδια ημερομηνία, 30.4.2008, η Εναγόμενη 1 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 2) με το οποίο εξουσιοδότησε την Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, να την εκπροσωπεί έναντι των αρμοδίων αρχών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Η υπογραφή της Εναγόμενης 1 πιστοποιείται από την ΜΕ2, η οποία δηλώνει ότι έχει επιβεβαιώσει την ταυτότητα της υπογράφουσας. Η ΜΕ2 ποτέ δεν έχει πιστοποιήσει την υπογραφή προσώπου που δεν έχει υπογράψει ενώπιον της και πάντα επιβεβαιώνει το όνομα του υπογράφοντος από την πολιτική ταυτότητα του. Στην προκειμένη περίπτωση είχε εξασφαλίσει αντίγραφο της πολιτικής ταυτότητας της Εναγόμενης 1, Τεκμήριο
  34. (δ) Από την καρτέλα λογαριασμού επενδυτή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου για την Εναγόμενη 1 για την περίοδο από 1.1.2008 μέχρι 10.10.2017 (Τεκμήριο 3 Α) φαίνεται ότι η Εναγόμενη 1 διενεργούσε μεγάλο αριθμό συναλλαγών σε κινητές αξίες, μέσω διάφορων χρηματιστηριακών εταιρειών. Από τα δεδομένα λογαριασμού επενδυτή του Χρηματιστήριου Αξιών Κύπρου (Τεκμήριο 3 Β) φαίνεται ότι η Εναγόμενη 1 ήταν επενδυτής από 23.9.2002 και από τα αντίστοιχα δεδομένα του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (Τεκμήριο 3 Γ) φαίνεται ότι η Εναγόμενη 1 ήταν επενδυτής από 4.6.
  35. (ε) Με γραπτή εξουσιοδότηση ημερομηνίας 30.4.2008, η Εναγόμενη 1 διόρισε τον Εναγόμενο 2 ως ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της με εξουσία, μεταξύ άλλων, να αγοράζει και να πωλεί κινητές αξίες (Τεκμήριο 4). (στ) Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε μεγάλο αριθμό εντολών για εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών (Τεκμήριο 12) με τις οποίες εξουσιοδοτούσε την Ενάγουσα να εκτελέσει αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό της Εναγόμενης 1 για την περίοδο από 14.5.2008 μέχρι 27.10.
  36. Υπέγραψε επίσης μεγάλο αριθμό μηχανογραφημένων εντολών για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών για την περίοδο από 29.10.2009 μέχρι 10.8.2010 (Τεκμήριο 13). (ζ) Στις 23.9.2008 η Εναγόμενη 1 αιτήθηκε γραπτώς στην Ενάγουσα την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών (Τεκμήριο 5). Στην αίτηση, η οποία φέρει την υπογραφή της, δηλώνει ότι είναι συνταξιούχος και ότι έχει περιουσία αξίας «περίπου €500,000». Η αίτηση της εξετάστηκε και εγκρίθηκε από τον ΜΕ1, με κριτήριο και μόνη εξασφάλιση την τότε αξία των μετοχών που κατείχε η Εναγόμενη
  37. (η) Ακολούθησε η υπογραφή συμφωνίας παροχής πιστώσεων για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών ημερομηνίας 25.9.2008 μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 6), δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα έθεσε στη διάθεση της Εναγόμενης 1 πιστωτικό όριο €50.
  38. Η συμφωνία (Τεκμήριο 6) είχε ισχύ, αρχικά, μέχρι 31.12.2008 και η παροχή της πίστωσης ανανεωνόταν περιοδικά μέχρι 31.12.
  39. (Σχετικό το Τεκμήριο 7). Καθ΄ όλο αυτό το χρονικό διάστημα η Εναγόμενη 1 διενεργούσε συναλλαγές και χρησιμοποιούσε την πίστωση που της είχε παραχωρηθεί (Τεκμήρια 8, 12 και 13). (θ) Σε σχέση με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1, η Ενάγουσα διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  40. (ι) Ένεκα παραβάσεων της συμφωνίας παροχής πίστωσης (Τεκμήριο 6), η Ενάγουσα τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία με ισχύ από 5.11.2008 με επιστολή (Τεκμήριο 7) και κάλεσε την Εναγόμενη 1 να εξοφλήσει το τότε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €50.749,
  41. (ια) Δεν έχει γίνει οποιαδήποτε πληρωμή έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού. (ιβ) Μετά την έγερση της αγωγής, στις 6.6.2012, ο Εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο εγγύησης (Τεκμήριο 10) με το οποίο δήλωσε ότι «εγγυώμαι και αναλαμβάνω να καλύψω και/ή να δεχθώ όπως εκδοθεί εναντίον μου οποιαδήποτε δικαστική απόφαση που αφορά την εναγόμενη 1 στην πιο πάνω αγωγή, XXXXX Τζιωνή, και καταστώ εγώ ο ίδιος οφειλέτης σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση εναντίον της μητέρας μου XXXXX Τζιωνή». Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα, προχωρώ να εξετάσω τα προς απόφαση, επίδικα θέματα. Ξεκινώ από την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης
  42. Από τα ευρήματα προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 συνήψε αρχικά τη συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με τη Ενάγουσα (Τεκμήριο 1) και στην πορεία συνήψε τη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 6). Το αξιούμενο με την αγωγή ποσό προκύπτει ως αποτέλεσμα της πίστωσης που η Ενάγουσα είχε θέσει στη διάθεση της Εναγόμενης
  43. Η Εναγόμενη 1 έκανε χρήση της πίστωσης που της παραχωρήθηκε για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Όμως, όπως φαίνεται από την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας, Τεκμήριο 9, η Εναγόμενη 1 δεν εξόφλησε εμπρόθεσμα τα χρεωστικά της υπόλοιπα, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων (σχετικός ο όρος 9 της συμφωνίας, Τεκμήριο 6). Ούτε το νόμιμο του τερματισμού ούτε και ο ίδιος ο τερματισμός της συμφωνίας, Τεκμήριο 6, αμφισβητήθηκαν κατά την ακρόαση. Με τον τερματισμό, και σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, η Εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού. Η δε ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού και του υπολοίπου που παρουσίαζε κατά τον τερματισμό επίσης δεν έτυχε αμφισβήτησης. Η παράβαση της συμφωνίας, Τεκμήριο 6, από πλευράς της Εναγόμενης 1 δίνει δικαίωμα στην Ενάγουσα να διεκδικεί αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη συνεπεία αυτής, ήτοι να διεκδικεί εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου[5]. Κατά τον τερματισμό το χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν σε €50.749,03, ποσό το οποίο η Ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι δικαιούται. Να σημειώσω, παρενθετικά, κάτι που έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν περί πλαστογραφίας της υπογραφής της Εναγόμενης 1 στις επίδικες συμφωνίες δεν έχουν στοιχειοθετηθεί. Όπως, είναι καλά γνωστό, όπου υπάρχει ισχυρισμός για πλαστογραφία αυτός πρέπει να αποδεικνύεται από τον διάδικο που τον προβάλλει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν μόνο οι συμφωνίες και έγγραφα (Τεκμήρια 1, 2, 4, 5 και 6) στις οποίες έχει τεθεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, η υπογραφή της Εναγόμενης
  44. Πέραν από τις διαμαρτυρίες του Εναγόμενου 2 (ο οποίος έχει κριθεί ως μη αξιόπιστος) και τις απόψεις που εκφράζει για την πατρότητα της υπογραφής, δεν υπάρχει μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης η οποία να θέτει σε αμφισβήτηση ότι οι εν λόγω υπογραφές πράγματι ανήκουν στην Εναγόμενη
  45. Η συγκεκριμένη υπεράσπιση επομένως δεν μπορεί να επιτύχει. Στρέφομαι στην αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου
  46. Παρά το ότι στην Έκθεση Απαίτησης υπάρχει ισχυρισμός για προφορική συμφωνία μεταξύ του και της Ενάγουσας για την κάλυψη των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, δεν έχει παρουσιαστεί επαρκής μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό αυτό. Για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, οι σχετικές αναφορές του ΜΕ1 επί του θέματος δεν κρίθηκαν επαρκείς. Συνεπώς, δεν υπάρχει εύρημα ότι ο Εναγόμενος 2 είχε συμφωνήσει προφορικά να καλύψει τις υποχρεώσεις της μητέρας του, Εναγόμενης
  47. Προσθέτω ότι το έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 6.6.2012 που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 (Τεκμήριο 10) δεν διαφοροποιεί τα πράγματα και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση της συγκεκριμένης αξίωσης αφού έπεται της έγερσης της αγωγής. Σε σχέση με τις αξιώσεις εναντίον του Εναγόμενου 2, στην τελική αγόρευση των συνηγόρων της Ενάγουσας αυτοί δηλώνουν ότι προωθούνται στη βάση του δόλου της απάτης και ψευδών παραστάσεων. Ανατρέχοντας στην Έκθεση Απαίτηση, οι Λεπτομέρειες Δόλου και/ή Απάτης και/ή Ψευδών Παραστάσεων που εξειδικεύονται σε αυτή είναι οι ακόλουθες: «(α) Ψευδώς ο Εναγόμενος 2 παρέστησε στην Ενάγουσα εταιρεία ότι η Εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτρια περιουσίας ύψους €500.
  48. Η Εναγόμενη 1 στερείται παντελώς ακίνητης περιουσίας. (β) Η Εναγόμενη 1 στερείται κινητής περιουσίας, δεδομένου ότι εάν διέθετε τέτοια θα προέβαινε σε εξόφληση της οφειλής της. (γ) Υπέγραψε έγγραφα πλαστογραφώντας την υπογραφή της μητέρας του ή ώθησε άλλο πρόσωπο να πράξει τούτο». Οι λεπτομέρειες υπό (α) και (β) πιο πάνω δεν βρίσκουν έρεισμα στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με το (γ) δεν έχω διακρίνει να έχει προωθηθεί η θέση αυτή από τους μάρτυρες της Ενάγουσας. Αντίθετα, από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΕ1 και, ειδικότερα, της ΜΕ2 συνάγεται ότι οι υπογραφές επί των επίδικων συμφωνιών ανήκουν στην ίδια την Εναγόμενη 1, ενώ οι υπογραφές στα έντυπα εντολών για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων (Τεκμήρια 12 και 13) ανήκουν στον Εναγόμενο 2 στη βάση της πληρεξουσιότητας του. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω δικογραφημένες λεπτομέρειες, δεν διακρίνω επί της ουσίας να στοιχειοθετείται, με βάση τα ευρήματα, το αστικό αδίκημα της απάτης εναντίον του Εναγόμενου
  49. Σύμφωνα με το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά: Νoείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση για τo χαρακτήρα, τη συμπεριφoρά, τηv πίστη, τηv ικαvότητα, τo επιτήδευμα ή τις συvαλλαγές oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, η oπoία έγιvε με σκoπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτωv ή αγαθώv στo πρόσωπo αυτό, εκτός αv η παράσταση αυτή έγιvε γραπτώς και υπoγράφτηκε από τov ίδιo τov εvαγόμεvo.» Στην προκειμένη περίπτωση η μόνη δήλωση που υπάρχει σε σχέση με την περιουσιακή κατάσταση της Εναγόμενης 1 περιλαμβάνεται στην αίτηση για παροχή πίστωσης, Τεκμήριο
  50. Το έγγραφο αυτό φαίνεται να υπογράφεται από την ίδια την Εναγόμενη 1 και δηλώνει ότι έχει περιουσία που ανέρχεται περίπου στις €500.
  51. Δεν υπάρχει εύρημα ότι το έγγραφο αυτό υπεγράφη από άλλο πρόσωπο, πέραν από την Εναγόμενη 1 και δη από τον Εναγόμενο
  52. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι ότι όταν αποφάσισε να εγκρίνει την πίστωση προς την Εναγόμενη 1 αυτό το οποίο έλαβε υπόψη ήταν η τότε αξία των μετοχών του χαρτοφυλακίου της. Δεν υπάρχει δήλωση από μέρους του ότι επηρεάστηκε ή ενέκρινε την παροχή της πίστωσης βασιζόμενος στη δήλωση περί ύπαρξης περιουσίας αξίας €500.
  53. Η μαρτυρία του ΜΕ1 επί αυτού του σημείου, και το αντίστοιχο εύρημα πιο πάνω, έρχεται σε αντίθεση με τη θέση της Ενάγουσας ότι μπορεί να εντοπιστεί ευθύνη του Εναγόμενου 2 στη βάση ψευδών παραστάσεων. Το ίδιο ισχύει και για το επιχείρημα περί δόλου. Συνιστά θέση της Ενάγουσας ότι η διαγωγή του Εναγόμενου 2 ισούται με «παράβαση διαβεβαίωσης ή παράλληλου όρου για έγκυρη εξουσιοδότηση αντιπροσώπευσης (breach of warranty of authority)». Έχοντας κατά νου τα ευρήματα, δεν διακρίνω ότι αυτά συνθέτουν υπόβαθρο γεγονότων στη βάση του οποίου θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί τέτοια θέση[6]. Δεν υπάρχει εύρημα ότι ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε χωρίς να έχει εξουσιοδοτηθεί από την Εναγόμενη
  54. Αντίθετα, σύμφωνα με τα ευρήματα, η Εναγόμενη 1 τον είχε διορίσει ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της δυνάμει του πληρεξουσίου, Τεκμήριο
  55. Συνεπώς δεν στοιχειοθετείται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2 σε αυτή τη βάση. Ακολουθεί ότι η αξίωση της Ενάγουσας για γενικές αποζημιώσεις επί των πιο πάνω βάσεων αγωγής δεν μπορεί να επιτύχει. Τέλος, να σημειώσω ότι δεν έχω διαπιστώσει από πλευράς της Ενάγουσας παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά τη ρύθμιση των εργασιών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όπως ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο. Σημειώνω ότι η συμφωνία Τεκμήριο 1 αφορά μη επαγγελματία επενδυτή και οι υπηρεσίες που θα παρέχονταν από την Ενάγουσα αφορούσαν μόνο τη λήψη και διαβίβαση εντολών. Οι δε τέσσερεις προϋποθέσεις του άρθρου 36

(1)(ε) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου Ν144(Ι)/2007, όπως ήταν τότε σε ισχύ ικανοποιούνται από το περιεχόμενο της συμφωνίας, Τεκμήριο 1, και ειδικότερα των βασικών όρων και του παραρτήματος αυτής. Σε κάθε περίπτωση, το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας προκύπτει από και εδράζεται στη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 6) και όχι στη συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Τεκμήριο 1). Επανέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης και στην κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει τη βάση αγωγής και το ποσό που αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης
  1. Επί του εν λόγω ποσού, η Ενάγουσα αξιώνει τόκο προς 8%. Έχοντας διεξέλθει τη συμφωνία παροχής πιστώσεων για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών (Τεκμήριο 6) διαπιστώνω ότι δεν αναφέρει συγκεκριμένο επιτόκιο. Η μόνη σχετική αναφορά στην παράγραφο 8 της συμφωνίας προβλέπει ότι η «πίστωση συμφωνείται έντοκη με το εκάστοτε επιτόκιο που καθορίζει η εταιρεία το οποίο έχει ήδη κοινοποιηθεί στον πελάτη. Η εταιρεία δύναται να αναπροσαρμόζει μονομερώς το επιτόκιο». Δεν παρουσιάστηκε θετική μαρτυρία για το 8% επιτόκιο που αξιώνει η Ενάγουσα. Η συγκεκριμένη αξίωση παραμένει μετέωρη και, ακολουθεί ότι, δεν μπορεί να επιτύχει. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 για ποσό €50.749,03 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα όπως τα υπολογιστούν και θα εγκριθούν. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 2, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Με έχει απασχολήσει το θέμα των εξόδων σε σχέση με τον Εναγόμενο
  2. Όπως εξήγησα πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, θεωρώ ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο όχι μόνο δεν ήταν ειλικρινές προς το Δικαστήριο αλλά η εκδοχή που προέβαλλε ήταν κατασκευασμένη και είχε στόχο να παραπλανήσει και να αποκρύψει την αλήθεια. Με αυτό το δεδομένο, παρά το αποτέλεσμα, κρίνω ότι θα ήταν λάθος να επιβραβεύσω τη διαγωγή του με την επιδίκαση εξόδων υπέρ του. Κάτι τέτοιο θα έδινε εντελώς λανθασμένα μηνύματα σε σχέση με την υποχρέωση και καθήκον ενός μάρτυρα να λέει την αλήθεια όταν καταθέτει ενόρκως ενώπιον Δικαστηρίου. Για το λόγο αυτό δεν εκδίδω καμία διαταγή για έξοδα αναφορικά με τον Εναγόμενο
  3. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας και τη βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί, σχετική η Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, ECLI:CY:AD:2015:A302, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.
  1. [4] Άρθρο 27, Κεφ.
  2. [5] Άρθρο 73, περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [6] Yonge v Toynbee [1910] 1 K.B. 210, C.A., Demetrioy v Lloyd's Underwriters and others
(1982)1 C.L.R. 711, Ευθυμίου Μελανή ν Γεώργιου Δημητρίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1721 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.