← Κύπρος

Maclaren Services Limited (Road Town Portcullis Trustnet Chambers Tortola Virgin Islands) ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1042/

Maclaren Services Limited (Road Town Portcullis Trustnet Chambers Tortola Virgin Islands) ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1042/2016, 20/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A448 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1042/2016 Μεταξύ: Maclaren Services Limited (Road Town Portcullis Trustnet Chambers Tortola Virgin Islands) Ενάγοντας -και-

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  3. Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.
  4. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  5. Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενων Αίτηση για ασφάλεια εξόδων ημερομηνίας 14.06.2017 Ημερομηνία: 20.08.2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητή - Εναγόμενη 4: κα Ε. Σκίτσα για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κ. Α. Γεωργίου για Φοίβο Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 26.07.2016, η ενάγουσα μέσω γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καταχώρησε την υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, δήλωση του δικαστηρίου ότι διατάγματα υπό μορφή Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων, τα οποία εκδόθηκαν δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων νόμου, (Ν.17(Ι)/2013)είναι αντισυνταγματικά και/ή παραβιάζουν πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως επίσης τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Περαιτέρω, διεκδικεί διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζονται και να ακυρώνονται μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης αρ. 1 κατά ή περί τον Μάρτιο/Απρίλιο/Μάιο του 2013 και μεταγενέστερα, ως επίσης διάταγμα που να ακυρώνει οποιεσδήποτε μετοχές εκδόθηκαν σαν αποτέλεσμα προς όφελος της εναγομένης αρ.
  6. Διεκδικεί επίσης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για αμέλεια και/ή παράβαση καθήκοντος και/ή παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης αρ. 1, ως επίσης αποζημιώσεις για παραβίαση νομοθετικών διατάξεων, όπως συγκεκριμένων προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων νόμου (Ν.17(Ι)/2013)και/ή παραβίαση του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τέλος, αξιώνει οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή πρέπουσα, νόμιμο τόκο και έξοδα. Πολυσέλιδη έκθεση απαίτησης εκ μέρους της ενάγουσας καταχωρίστηκε στις 06.09.2016, ενώ στις 14.06.2017, η εναγόμενη αρ. 4, έχοντας εμφανιστεί ήδη στη διαδικασία από τις 11.03.2016, καταχώρησε την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας επιζητεί διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ενάγουσα όπως παράσχει ασφάλεια εξόδων για τα έξοδα της παρούσας αγωγής, (ύψους €8.603,70) ως επίσης όπως κάθε περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου παρασχεθεί η αιτούμενη ασφάλεια. Περαιτέρω, αξιώνει όπως σε περίπτωση που η ως άνω ασφάλεια δεν δοθεί εντός 20 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή οποιουδήποτε άλλου χρόνου καθοριστεί από το δικαστήριο, η αγωγή να απορριφθεί. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων νόμο (Ν.17(Ι)/2013)και σε εκδοθέντα διατάγματα δυνάμει του συγκεκριμένου νόμου, στον περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου νόμο (Ν.38(Ι)/2002), στον περί Εργασιών Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο (Ν.66(Ι)/1997), στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστήριξη του αιτήματος τέθηκε με την ένορκη δήλωση της XXXXX Μεττή, ημερ. 14.06.
  7. Η ως άνω ομνύουσα, δικηγόρος και συνεργάτης στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την εναγόμενη αρ. 4 - αιτήτρια, σημειώνει ότι η καθ' ης η αίτηση είναι αλλοδαπή εταιρεία με έδρα τις Παρθένες Νήσους. Αποτελεί θέση της ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αφού η καθ' ης η αίτηση δεν έχει ικανοποιητική περιουσία εντός της δικαιοδοσίας με την οποία θα μπορούσε να καλύψει τα δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής σε βάρος της. Η ενάγουσα- καθ' ης η αίτηση, σημειώνει, σε προγενέστερο στάδιο είχε προωθήσει την προσφυγή υπ' αριθμό 5153/2013 στο Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και σε βάρος της αιτήτριας στην παρούσα αίτηση, η οποία απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα με έξοδα υπέρ της τελευταίας. Παρά τον υπολογισμό και την έγκρισή των εξόδων από το δικαστήριο, (€930,00 πλέον Φ.Π.Α.) μέχρι σήμερα αυτά δεν έχουν καταβληθεί, παρά τις κατ' επανάληψη επιστολές εκ μέρους δικηγόρων της αιτήτριας προς τούτο. Η παράλειψη της ενάγουσας να καταβάλει μέχρι σήμερα τα δικηγορικά έξοδα της εναγομένης αρ. 4 στην ως άνω προγενέστερη προσφυγή, υποστηρίζει, ενισχύει τη θέση δεν θα καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα τα οποία πιθανόν να προκύψουν στα πλαίσια και της παρούσας αγωγής. Με δεδομένο ότι η υπό συζήτηση αίτηση καταχωρείται στα αρχικά στάδια της αγωγής ενώ για τους λόγους που προκρίνει στη δήλωσή της, η ενάγουσα δεν φαίνεται να έχει καλή υπόθεση εναντίον της αιτήτριας - εναγομένης αρ. 4, η αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Κατάλογος εξόδων που ετοιμάστηκε από την πλευρά της αιτήτριας σύμφωνα με τους πίνακες των δικηγορικών δικαιωμάτων σε αστικές αγωγές στη βάση των Διαδικαστικών Κανονισμών του 2008, (τεκμήριο 4) τα οποία αναμένεται να δημιουργηθούν για σκοπούς εκδίκασης της παρούσας αγωγής, υποστηρίζει ότι δικαιολογεί το διεκδικούμενο ποσό. Καταληκτικά, διαδηλώνει την πεποίθηση της ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αιτήτριας, εκδίδοντας τα σχετικά διατάγματα. Η ενάγουσα εταιρεία, στις 15.09.2017 προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Οι λόγοι της ένστασης στην αίτηση, όπως προβάλλονται στο σώμα της, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: « i. Η Αίτηση είναι καταχρηστική ή και καταπιεστική. ii. Η αίτηση γίνεται με σκοπό την παρεμπόδιση της προώθησης της αγωγής των Εναγόντων ή και διέπεται από αλλότρια κίνητρα. iii. Η Ενάγουσα διατηρεί περιουσιακά στοιχεία εν Κύπρω τέτοιας φύσεως που είναι ικανά να χρησιμοποιηθούν για τα όποια έξοδα ήθελε διαταχτεί να καταβάλει στους Εναγόμενους 4 εάν και εφόσον ούτοι επιτύχουν στην υπεράσπιση τους ή και τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία δεν υπάρχει κίνδυνος ή πιθανότητα να μεταφερθούν εκτός Κύπρου, υπερβαίνουν την υπό των Εναγόμενων 4 υπολογισθείσα αξία εξόδων. ίν. Οι Ενάγοντες έχουν ουσιαστικό δεσμό με την Κύπρο και συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. ν. Η αγωγή έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας και τυχόν έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας εξόδων πρακτικά θα εμποδίσει ή και παρεμβάλλει σοβαρά εμπόδια στους Ενάγοντες από του να προωθήσουν την αγωγή τους. νί. Ανεξάρτητα, οι Ενάγοντες έχουν την δυνατότητα εάν και εφόσον διαταχτούν στο τέλος της διαδικασίας να καταβάλουν οποιαδήποτε έξοδα στους Εναγόμενους 4 τα οποία δεν καλύπτονται από τα εν Κύπρο περιουσιακά τους στοιχεία, να εξεύρουν ή και εξασφαλίσουν χρηματοδότηση προς τούτο από μετόχους ή και αξιωματούχους ή και συνεργάτες τους. νιι Η όποια οικονομική δυσχέρεια της Ενάγουσας ή και η μείωση της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων οφείλεται στις πράξεις ή και παραλείψεις της Εναγόμενης 4, ομού μετά των λοιπών Εναγόμενων. Συνεπώς, είναι άδικο και αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά την Εναγομένη 4 και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. viii. Η όποια ανάγκη προστασίας των Εναγομένων 4 δεν μπορεί να υπερισχύσει του δικαιώματος των Εναγόντων να έχουν πρόσβαση στο Δικαστήριο και να προωθήσουν την απαίτηση τους η οποία είναι γνήσια και με καλή πιθανότητα επιτυχίας. ix. Ούτως ή άλλως δια αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήδη καθορίστηκε ή και εν πάση περιπτώσει εύλογα το Σεβαστό Δικαστήριο μπορεί να συνυπολογίσει ως παράγοντα στην εξέταση της αίτησης το γεγονός ότι η αγωγή αφορά ζήτημα παγκοσμίου πρωτοτυπίας στη βάση του οποίου ακόμα και εάν αποτύχει η αγωγή, πολύ πιθανό να μην διαταχτούν οι Ενάγοντες να καταβάλουν οποιαδήποτε έξοδα. x. Το αιτούμενο διάταγμα παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης». Η νομική βάση της ένστασης εδράζεται επίσης σε σχετικούς με το ζήτημα Διαδικαστικούς Κανονισμού περί Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), στο Σύνταγμα της Δημοκρατίας, στο Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, στη νομολογία και στη συμφυή εξουσία του δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζεται ένορκη δήλωση της Χρίστιας Πολυβίου, δικηγόρου στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Μέσω της ως άνω ένορκης δήλωσης, επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι προβληθέντες λόγοι ένστασης ενώ παράλληλα υποδεικνύεται ότι οι αιτητές, μεγάλος και εύρωστος οικονομικά οργανισμός, επιχειρούν ουσιαστικά να καταπιέσουν την ενάγουσα και να πετύχουν παρεμπόδιση της προώθησης της αγωγής. Οι ενάγοντες, υποδεικνύει, εφόσον και εάν διαταχθούν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό με το πέρας της διαδικασίας, έχουν την ικανότητα μέσω των μετόχων τους ή και συνεργατών τους να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση για την πληρωμή του ποσού εξόδων που ήθελε διαταχθούν να πληρώσουν. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής απασχολούν πρωτότυπα ζητήματα, υποδεικνύοντας ότι σε υποθέσεις με όμοιο αντικείμενο που εκκρεμούσαν ενώπιων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφασίστηκε για αυτό το λόγο όπως μη γίνει διαταγή για έξοδα. Υποστηρίζοντας ότι υπάρχει καλή πιθανότητα επιτυχίας για την πλευρά των εναγόντων και προβάλλοντας την ευθύνη της εναγομένης αρ. 4 - αιτήτριας εταιρείας για την εξέλιξη των επίδικων γεγονότων, υποστήριξε ότι τούτο δεν μπορεί παρά να προσμετρήσει επίσης κατά της έγκρισης της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Με πολλή προσοχή το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Στην υπόθεση Standard Ltd κ.α. v. Gold Seal Ship. Co Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 121, υποδείχτηκε ότι: «Η πρόνοια για ασφάλεια εξόδων σκοπό έχει να διασφαλίσει στον εναγόμενο την είσπραξη των εξόδων που θα δοθούν υπέρ του, στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Διασφαλίζεται, έτσι, η εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης για έξοδα - τα έξοδα του εναγομένου εναντίον του ενάγοντος, ή του ενάγοντος εναντίον ανταπαιτητή, αναλόγως της περίπτωσης. Η εξουσία που απονέμεται στο Δικαστήριο με τον κανονισμό αυτό δεν είναι δέσμια, αλλά διακριτικής φύσεως. Η διακριτική αυτή εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο δικαστικά, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης». Στην ως άνω απόφαση, αφού γίνεται παραπομπή σε σχετική με το ζήτημα Αγγλική νομολογία, υποδεικνύεται πως όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο, το δικαστήριο αποκλίνει στην έκδοση του διατάγματος, εκτός αν τα περιστατικά της υπόθεσης υποστηρίζουν ότι είναι δίκαιο να μην εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Στην υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 A.A.Δ. 434, όπου απασχόλησε το ζήτημα των εξόδων στις περιπτώσεις που ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «..Πράγματι δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για τα έξοδα οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως υποδηλώνει ο όρος «may» (δύναται) που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 κ.1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την αγγλική πρακτική όπως συνοψίζεται στους Huslbury's Laws of England (4th ed. Vol. 37, pp.384 - 385). Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και τη ισχύς της υπόθεσής του. Οι ίδιοι λόγοι λαμβάνονται υπόψη και στην άσκηση της ίδιας εξουσίας στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας με την εξής επιφύλαξη: Το βάρος για την τεκμηρίωση εκ μέρους του ενάγοντα (εφεσείοντα) ισχυρής υπόθεσης είναι πολύ μεγαλύτερο ενόψει της ετυμηγορίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. ..». Σε κάθε περίπτωση το θέμα ανάγεται σε τελευταία ανάλυση στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ευχέρεια ασφαλώς που ασκείται δικαστικά. Το ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ευρύτατη, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι θεσμοί δεν καθορίζουν κριτήρια για την άσκησή της. Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, από τη σχετική για το ζήτημα νομολογία προκύπτει ότι τέτοιοι, μεταξύ άλλων είναι, η οικονομική δυνατότητα της ενάγουσας εταιρείας, η ισχύς της υπόθεσής της, ο χρόνος υποβολής της αίτησης όπως και το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων που ζητείται, αφού το ύψος του ποσού της ασφάλειας εξόδων δεν θα πρέπει να είναι τέτοιο που στην ουσία να απολήγει σε απαγόρευση προσφυγής στη δικαιοσύνη (βλ. Επίσημος Παραλήπτης v. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1446 και στις εκεί αναφερόμενες αποφάσεις). Λαμβάνεται επίσης υπόψη, το ενδεχόμενο οι εναγόμενοι να χρησιμοποιούν τη διαδικασία ασφάλειας εξόδων καταπιεστικά, ούτως ώστε να καταπνίξουν μια γνήσια απαίτηση, χωρίς παράλληλα να αποκλείεται η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό πάντα με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος (Genemp Trading Ltd ν. Λαϊκή Κυπρ. Τρ. Δημοσ. Εταιρ. Λτδ,
(2011)1 (Β) Α.Α.Δ. 1314 και Studland Holdings Ltd κ.α ν. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1809). Όπως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v Fashion Wines Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377, όπου η αίτηση για ασφάλεια εξόδων βασίζεται στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, (Κεφ. 113) η αφερεγγυότητα μιας εταιρείας απαιτείται να καταδεικνύεται ως θετικό γεγονός. (Βλ. περαιτέρω, Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) 1958, στις σελ. 1884 - 1887 όπου συζητείται η αντίστοιχη Αγγλική Δικονομική Διάταξη Ο.65, r.6 (a) ως επίσης τη νομική σειρά συγγραμμάτων, Hulsbury's Laws of England, (4η έκδοση), Τόμος 37 σελ. 226 - 233, Union de Cooperatives Agricole v Apak Agro (Αρ.2)
(1992)1 (B) Α.Α.Δ. 1170 και Almana Engineering v. Glyfos Commercial
(1981)1 A.A.Δ. 273). Η προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο έχει εξ' άλλου, διαχρονικά, το δικό της ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου σε ζητήματα όπως το υπό συζήτηση. Η «ευαισθησία» των δικαστηρίων μας στην προστασία του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο όταν συζητά ζητήματα όπως το υπό εξέταση, αναδεικνύεται και στο λόγο της απόφασης Δημητρίου ν Δημητρίου, άλλως Στυλιανού ECLI:CY:DOD:2014:6, Πολ. Έφ. 31/2012 ημερ. 08.04.2014, όπου υπεδείχθη ότι: «Το θέμα έκδοσης διατάγματος για ασφάλεια εξόδων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά υπό το φως όλων των περιστάσεων και υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που έχουν κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η γενική αρχή, όπως αυτή καθιερώθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι πως, αν η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο του διαδίκου εναντίον του οποίου η αγωγή στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Σε τέτοια περίπτωση, η ανάγκη προστασίας του διαδίκου που ζητά την παραχώρηση ασφάλειας εξόδων, υποτάσσεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο του αντιδίκου του..». Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι φανερό ότι η ενάγουσα αποτελεί εταιρεία που δεν έχει την έδρα της στην Κύπρο ή σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έδρα της στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, θέτει ουσιαστικά το θεμέλιο για την ανάληψη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να προχωρήσει στην εξέταση ζητήματος ως το υπό συζήτηση ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ ή κατά του αιτήματος, υπό το σύνολο πάντα των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, (βλ. Hamton Advisors Group S.A. v. Bost Ad κ.α
(2011)1(Β) A.A.Δ 1416, Ανθίτσα Ιωάννου κ.α. ν Χριστάκη Αντωνίου Σοφιανού, Πολ. Έφ. 155/15 ημερ. 15.07.2016 και Ιωσήφ Ηλία v. Marfin Popular Bank Public co ltd κ.α Πολ. Έφ. 101/2012 ημερ. 20.07.2017). Ως πιο πάνω έχει υποδειχθεί, δεν επιβάλλεται η έκδοση διαταγής για την εξασφάλιση των εξόδων οποτεδήποτε ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Ούτε η έκδοση σχετικού διατάγματος έχει να κάνει με την ιθαγένεια, αλλά με την ύπαρξη ή μη περιουσίας ικανής να αξιοποιηθεί, αν χρειαστεί, για σκοπούς ικανοποίησης των εξόδων ενός αντιδίκου. Είναι άλλωστε καλά γνωστό ότι, κάτω από συγκεκριμένες πάντα συνθήκες, ακόμα και εταιρεία με έδρα των εργασιών της στην Κύπρο είναι δυνατόν και πάλι να διαταχθεί από το δικαστήριο να καταβάλει ασφάλεια για τα έξοδα της διαδικασίας (βλ. Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v Fashion Wines Ltd (ανωτέρω)). Είναι προφανές ότι προβολή της θέσης των καθ' ων η αίτηση ότι διατηρούν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, ικανά να χρησιμοποιηθούν προς το σκοπό κάλυψης των εξόδων της διαδικασίας αν τελικά διαταχθούν από το Δικαστήριο προς τούτο, διασυνδέεται με το γεγονός πως ως προκρίνουν στην απαίτησή τους, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για σκοπούς της παρούσας αγωγής, ήτοι το 2013, ήταν μέτοχοι της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, (εναγομένης αρ. 1 στην παρούσα διαδικασία) κατέχοντας μετοχές αξίας πέραν των €500.000,00. Παρά το γεγονός ότι, ως παραδέχονται, λόγο της κατάστασης στην οποία περιήλθε η εναγομένη αρ.1 τράπεζα - τελεί υπό εξυγίανση- δεν υπάρχει βεβαιότητα περί της αξίας των ως άνω μετοχών που διατείνονται ότι κατείχαν, υποστηρίζουν ωστόσο πως κατ' αναλογία με το «κούρεμα» καταθέσεων, όπου αφέθηκε στους δικαιούχους ποσό ύψους €100.000,00 ότι προδήλως παρέμεινε μια ουσιαστική αξία των ως άνω μετοχών, η οποία δεν μπορεί παρά να υπερβαίνει το ποσό που αξιώνουν οι εναγόμενοι αρ. 4 - αιτητές να παρασχεθεί ως ασφάλεια εξόδων. Οι επίδικες μετοχές εξ' άλλου, προσθέτουν, βρίσκονται στην Κύπρο χωρίς να υπάρχει πρόθεση ή κίνδυνος να μεταφερθούν εκτός Κύπρου ή Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, είναι φανερό ότι οι ως άνω διεκδικούμενες ουσιαστικά από τους ενάγοντες μετοχές όπως και τα δικαιώματα που οι τελευταίοι προτάσσουν ότι απορρέουν από αυτές, δεν μπορεί να αποτελέσουν για σκοπούς της παρούσας, περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Πέραν του γεγονότος ότι η αξία τους, ως και οι ίδιοι οι ενάγοντες υποδεικνύουν, είναι άγνωστη, με τους τελευταίους να πιθανολογούν για αυτή, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι η εναγόμενη αρ.1 τράπεζα εξακολουθεί να βρίσκεται σε καθεστώς εξυγίανσης, με την προοπτική της εκκαθάρισης (αν και εφόσον αυτή ακολουθηθεί) να μην έχει καν ακόμη δρομολογηθεί. Περαιτέρω, ως γίνεται κατανοητό από τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, οι ως άνω μετοχές και τα δικαιώματα που οι ενάγοντες διατείνονται ότι έλκουν από αυτές, αποτελούν τον πυρήνα και το έναυσμα για την δρομολόγηση της ως άνω αγωγής σε βάρος των εναγομένων. Πρόκειται για περιουσιακό στοιχείο που ανάμεσα σε άλλα, διεκδικείται με την παρούσα αγωγή, από την πλευρά της ενάγουσας. Είναι φανερό ότι το ως άνω διεκδικούμενο περιουσιακό στοιχείο, απροσδιόριστης υπό τις περιστάσεις αξίας, δεν αποτελεί ουσιαστική, υφιστάμενη και μόνιμη περιουσία, δυναμένη να διατεθεί προς εκτέλεση για σκοπούς ικανοποίησης τυχόν εξόδων. Όπως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα Huslbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, παράγραφο 299, στη σελίδα 227: «Where the plaintiff, although ordinarily or even permanently resident out of the jurisdiction can show that he has substantial assets or property within the jurisdiction which can be reached by judicial process, security will not be ordered. It must be shown that the assets or property are of a fixed or permanent or certain nature and that they can be available for cost ». Είναι γεγονός πως από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση προκρίνεται περαιτέρω, ότι στην περίπτωση που αν ήθελε διαφανεί ότι η αξία των μετοχών της στην Κύπρο δεν καλύπτει τα τυχόν έξοδα των αιτητών, οι ενάγοντες έχουν την ικανότητα, μέσω των μετόχων τους ή και συνεργατών τους, να χρηματοδοτηθούν για την πληρωμή των όποιων εξόδων ήθελε διαταχθούν να πληρώσουν. Η ως άνω τοποθέτηση δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι αποτελεί μια γενική και αόριστη αναφορά, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου ή μαρτυρίας ικανών να πείσουν το δικαστήριο για τη δυνατότητα και τον τρόπο με τον οποίο σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να ανταποκριθεί. Σημειώνεται πως από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση, δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε αιτιολογία ή δικαιολογία για το γεγονός ότι παραλείπει μέχρι σήμερα να καταβάλει τα έξοδα που έχουν ήδη επιδικαστεί σε βάρος της και προς όφελος της εναγομένης αρ. 4 σε αυτή την διαδικασία με την ολοκλήρωση της διαδικασίας προσφυγής υπ' αριθμό 5153/2013 που η ίδια δρομολόγησε. Χωρίς να διασυνδέεται ό τρόπος συμπεριφοράς της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση σε άλλη δικαστική διαδικασία που προωθήθηκε ενώπιον των Κυπριακών δικαστηρίων, όπου η εκεί προσφεύγουσα και εδώ ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση παραλείπει κατ' επανάληψη και παρά τις οχλήσεις των εκεί καθ' ων η αίτηση και εδώ εναγομένων αρ.4 - αιτητών να καταβάλει τα έξοδα της δικαστικής διαδικασίας που έχουν εγκριθεί από το δικαστήριο, συνολικού ύψους €1.106,70 αποτελεί τούτο, ωστόσο, πραγματικότητα που ούτως ή άλλως δεν μπορεί να διασκεδάσει τις ανησυχίες των αιτητών ότι και στην υπό συζήτηση υπόθεση, σε περίπτωση που οι καθ' ων η αίτηση διαταχθούν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό εξόδων με το πέρας της παρούσας διαδικασίας, παρά τις αναφορές τους για την δυνατότητα τους να χρηματοδοτηθούν και να πράξουν τούτο μέσω των μετόχων τους ή συνεργατών τους και πάλι να μην ικανοποιήσουν τυχόν έξοδα που θα επιδικαστούν. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, η κατάληξη ότι η ενάγουσα εταιρεία αποτελεί σήμερα φερέγγυα και αξιόχρεη εταιρεία με ουσιαστική και μόνιμη περιουσία, δυνάμενη να διατεθεί για σκοπούς ικανοποίησης τυχόν εξόδων στην περίπτωση που αυτά θα επιδικαστούν σε βάρος της, δεν φαίνεται να δικαιολογείται. Είναι γεγονός ότι ένας από τους παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του προσεγγίζοντας αιτήματα ως το υπό συζήτηση, αποτελεί και η ισχύς της υπόθεσης της ενάγουσας. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, την καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, ακολούθησε η καταχώρηση της έκθεσης απαίτησής της ενάγουσας, ενός μακροσκελούς δικογράφου είκοσι πυκνογραμμένων σελίδων, στο πλαίσιο της οποίας παρατίθενται - από την οπτική γωνιά της ενάγουσας - η εξέλιξη των γεγονότων και οι λεπτομέρειες των απαιτήσεων της. Η ισχύς της υπόθεσης της ενάγουσας, θα εξεταστεί ασφαλώς, καθηκόντως, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς πάντως να μπορεί εκ των προτέρων και από αυτό το πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, να αποκλειστεί οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Σημειώνεται ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, δεν φαίνεται να προκύπτει ότι η εναγόμενη αρ. 4 - αιτήτρια αποδέχεται είτε την απαίτηση της ενάγουσας σε οποιαδήποτε έκφανση της είτε ότι δεν έχει υπεράσπιση (βλ. σχετικά Π.Τ. Ασουρ. Τόκιο Μαρίν Ιντον. V. Σησκοπ. Ναβικ Λτδ κ.α. (Αρ.2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1741). Γεγονός παραμένει ότι η πλευρά της αιτήτριας έθεσε μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτησή της, λόγους υπεράσπισης που η πλευρά της προτίθεται να προβάλει κατά την πρόοδο της διαδικασίας και στο κατάλληλο στάδιο, οι οποίοι επίσης δεν θα μπορούσαν, εκ πρώτης όψεως πάντα, να θεωρηθούν ως παντελώς ανυπόστατοι. Ως σημειώθηκε στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπ. Μελετών Σχεδ. & Επιχ. Κεφ. Α.Ε. κ.α.
(2003)1(Α) Α.Α.Δ 459, η υπόδειξη και μόνο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση της ενάγουσας ότι έχει καλή υπόθεση με ορατές πιθανότητες επιτυχίας, αποτελεί προφανώς εκτίμηση της ενάγουσας, θέση όμως που δεν κρίθηκε ότι ήταν αρκετή για να αποτρέψει το Δικαστήριο από διάταγμα παροχής ασφάλειας για έξοδα εν όψει των άλλων περιστάσεων της υπόθεσης. Ως έχει ήδη σημειωθεί, αποτελεί θέση της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση ότι η μείωση της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων οφείλεται σε πράξεις και παραλήψεις της εναγομένης αρ. 4 μαζί με τους υπόλοιπους εναγομένους. Συνακόλουθα θα ήταν άδικο και αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας ουσιαστικά την εναγομένη αρ. 4 και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Προσθέτει παράλληλα ότι η προώθηση της αίτησης εκ μέρους της εναγομένης αρ. 4 είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική, για να συμπληρώσει ότι η ανάγκη προστασίας της εναγομένης αρ. 4 δεν μπορεί να υπερισχύσει του δικαιώματος των εναγόντων να έχουν πρόσβαση στο δικαστήριο και να προωθήσουν την απαίτησή τους, υποστηρίζοντας ότι η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για ασφάλεια εξόδων, θα εμποδίσει ή και θα παρεμβάλει εμπόδια στους ενάγοντες από το να προωθήσουν την αγωγή τους. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιων του (Δ/ντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loukos Trad. Co. Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014: «Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της διαδικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D. Πολιτική Έφεση 9495 ημερομηνίας 6/9/1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη Ποινική Έφεση 6805 ημερομηνίας 24/2/2000).» Το γεγονός ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί άλλωστε και από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727. Στη σελίδα 729 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υποδεικνύεται ειδικότερα πως: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υπό το σύνολο πάντα όσων την περιβάλλουν και έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, η προώθηση από την πλευρά της εναγόμενης αρ. 4 της υπό συζήτηση αίτησης και η αναζήτηση σχετικής θεραπείας, δεν φαίνεται πραγματικά να μπορεί να ενταχθεί στα όρια της κατάχρησης, κατά τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του δικαστηρίου ως η εισήγηση της πλευράς της ενάγουσας. Η εναγομένη αρ. 4 ουδέποτε αποδέχτηκε την απαίτηση των εναγόντων. Έχοντας μάλιστα υπόψη προηγούμενη συμπεριφορά της ενάγουσας σε σχέση με έξοδά της σε άλλη δικαστική διαδικασία που προηγήθηκε μεταξύ τους στη Δημοκρατία, αποφάσισε να προωθήσει την εξασφάλιση σχετικού διατάγματος για το οποίο υπάρχει ειδική πρόνοια στην Κυπριακή έννομη τάξη. Το ζήτημα της ευθύνης ή μη της εναγομένης αρ.4, όπως της αποδίδεται από την ενάγουσα, θα αποτελέσει ασφαλώς αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας, αφού προηγηθεί η συμπλήρωση των δικογραφημένων ισχυρισμών όλων των πλευρών για τα επίδικα ζητήματα. Έχει ήδη σημειωθεί ότι είναι δεδομένη η ευαισθησία των δικαστηρίων στο ζήτημα της δυνατότητας πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Είναι ακριβώς για αυτό το λόγο που ακόμα και στην περίπτωση που η έκδοση παρόμοιου διατάγματος ήθελε κριθεί δικαιολογημένη, εντούτοις, αν υπό το σύνολο των περιστάσεων ήθελε φανεί ότι η έκδοση θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο του διαδίκου σε βάρος του οποίου στρέφεται, τότε το διάταγμα δεν εκδίδεται. Όπως υπεδείχθη, ανάμεσα σε άλλα στην υπόθεση Θεμιστοκλής Σολωμού Χαραλαμπίδης ν Ιακώβου Πέτρου κ.α.
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1698, σε τέτοια περίπτωση υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο όπως αυτό διασφαλίζεται από σχετικές συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις. Η πιο πάνω προσέγγιση εκφράστηκε και νομοθετικά, με την σχετική ενσωμάτωση στη Δ.60 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, της ειδικότερης πρόνοιας ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες εξαιρούνται διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως υποδεικνύεται και από την πλευρά των αιτητών, η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση δεν συνδέει τον πιο πάνω ισχυρισμό της με τυχόν οικονομική της αδυναμία και/ή δυσχέρεια. Αντίθετα, διακηρύσσει ότι εν πάση περιπτώσει έχει την οικονομική επιφάνεια και τη δυνατότητα, με τον τρόπο που εξηγεί, να καλύψει τυχόν έξοδα που ήθελε διαταχθεί να καταβάλει στο τέλος της διαδικασίας. Δεν προβάλλει δηλαδή την οικονομική της δυσπραγία ή δυσχέρεια, ως ένα από τους λόγους για τους οποίους δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ότι με δεδομένο ότι δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα, τούτο θα είχε σαν αποτέλεσμα τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ουσιαστικά να απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασής της στο δικαστήριο. Ούτε τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την προώθηση της παρούσας αγωγής. Αντίθετα, η πλευρά της διακηρύσσει (εξηγώντας και τον τρόπο προς τούτο) ότι κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, σε περίπτωση που τούτο χρειαστεί, έχει την δυνατότητα ανάλογα να χρηματοδοτηθεί για να ικανοποιήσει τυχόν σχετική διαταγή του δικαστηρίου. Αποτελεί περαιτέρω θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η πρωτοτυπία του επίδικου θέματος, ως τούτο υποδεικνύεται έχει αναγνωριστεί κατά κάποιον τρόπο και από το Ανώτατο Δικαστήριο, αποτελεί πραγματικότητα που στο τέλος της ημέρας είναι πιθανόν να οδηγήσει το δικαστήριο να μην αποδώσει στους τυχόν επιτυχόντες εναγομένους αρ. 4, τα έξοδα στη διαδικασία. Με κάθε σεβασμό, η ως άνω θεώρηση του ζητήματος, δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το δικαστήριο. Η πιθανολόγηση ότι το δικαστήριο, εκδικάζοντας την υπόθεση στο σύνολο και επί της ουσίας της, θα κρίνει ότι πράγματι αυτή τελικά αφορούσε ζητήματα πρωτότυπα, κατά τρόπο μάλιστα που θα το οδηγούσε να ασκήσει την διακριτική του εξουσία να μην επιδικάσει έξοδα, αισθάνομαι ότι κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για απόρριψη, σε αυτό το στάδιο της υπό συζήτηση αίτησης. Το παρών δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, δεν θα μπορούσε ασφαλώς προκαταβολικά να προαποφασίσει ούτε να υποθέσει, ποια θα είναι η τοποθέτηση του δικαστηρίου επί του ειδικότερου αυτού ζητήματος, όταν θα έχει ολοκληρωθεί η παρουσίαση της υπόθεσης ενώπιων του και θα εκδώσει την τελική του απόφαση επί των επιδίκων ζητημάτων. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η παρούσα είναι η κατάλληλη περίπτωση για έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας για τα έξοδα της εναγομένης αρ. 4 - αιτήτριας. Εξετάζοντας δε με προσοχή το προσχέδιο του καταλόγου εξόδων που ετοιμάστηκε από τους αιτητές, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι το ποσό των €8.000,00, θα ήταν λογικό υπό τις περιστάσεις και ότι δυνατόν να προκύψει στην περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί. Συνακόλουθα, κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η ενάγουσα να καταθέσει στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, €8.000,00 ή να του παραδώσει ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση για το ίδιο ποσό, εντός τριάντα
(30)ημερών από σήμερα, ως ασφάλεια για τυχόν έξοδα της εναγομένης αρ. 4 σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής με έξοδα προς όφελος της τελευταίας. Μέχρι τη συμμόρφωση της ενάγουσας με τα πιο πάνω ή την εκπνοή του χρόνου που έχει οριστεί, η διαδικασία αναστέλλεται. Σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν συμμορφωθεί με τα πιο πάνω, τότε, με την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών η αγωγή εναντίον της εναγομένης αρ. 4 απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή. Να καταβληθούν δε στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.