← Κύπρος

SINGH κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ (ex Laiki) κ.α., Αρ. Αγωγής: 141/15, 28/8/2018

SINGH κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ (ex Laiki) κ.α., Αρ. Αγωγής: 141/15, 28/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A467 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 141/15 Μεταξύ:

  1. XXXXX SINGH
  2. XXXXX KAUR Εναγόντων -και-
  3. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ (ex Laiki) σύμφωνα με τον Περί Εξυγίανσης Νόμο [πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ)]
  4. GIOVANI DEVELOPERSL LTD
  5. F. PITTADJIS LAW FIRM Εναγομένων Και ως έχει τροποποιηθεί στις 29.7.15 δυνάμει της νέας Δ.25 Μεταξύ:
  6. XXXXX SINGH
  7. XXXXX KAUR Εναγόντων -και-
  8. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΕΙΑ ΛΤΔ (ex Laiki) σύμφωνα με τον Περί Εξυγίανσης Νόμο [πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ)]
  9. GIOVANI DEVELOPERS LTD
  10. F. PITTADJIS LAW FIRM Εναγομένων Αίτηση ημερ. 8.8.17 για Επαναφορά Αγωγής Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ν. Βαρωσιώτου για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1: κα A. Παρπαρίνου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2: κα E. Δρυμιώτου για Α. Λάντος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω μονομερή (αρχικώς) αίτηση τους οι Ενάγοντες-Αιτητές ζήτησαν επαναφορά της αγωγής τους η οποία είχε απορριφθεί στις 30.5.17 λόγω μη καταχώρισης έκθεσης απαίτησης. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.4, 14, 17, 26, 33, 35, 48, 57 και 64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στην πρακτική και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου Κυριακής Ιωάννου, η οποία αφού πρώτα αναφέρεται στον ετήσιο καθιερωμένο έλεγχο των φακέλων στο γραφείο τους και την αναγκαιότητα έρευνας για να διαπιστώσουν κατά πόσον είχαν καταχωριστεί υπερασπίσεις, προσθέτει στις §4 έως 6 τα εξής: «
  11. Αφού πλήρωσαν το νενομισμένο τέλος για έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, κατά τις 03/08/2017 ειδοποιήθηκαν από το Πρωτοκολλητείο πως ο φάκελος ήταν έτοιμος για έρευνα και προέβησαν αυθημερόν σε έρευνα, όπου και διαπίστωσαν πως η αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της στις 30/05/2017 με σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο αναφέρετο πως παρά του ότι επιδόθηκε σχετική ειδοποίηση από το Πρωτοκολλητείο για καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, εντούτοις δεν έγινε αυτό και συνεπώς η αγωγή απορρίφθηκε ως μη προωθηθείσα.
  12. Εξ' όσων με ενημέρωσαν οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, η Έκθεση Απαίτησης συντάκτηκε, ετοιμάστηκε και δόθηκε για καταχώρηση σε δικηγορικό υπάλληλο του δικηγορικού γραφείου, μαζί με τα σχετικά αντίγραφα για τους δικηγόρους των Εναγομένων, ήδη από τις 31/10/
  13. Η έκθεση Απαίτησης ημερ. 31/10/2016 η οποία βρίσκεται στο φάκελο του γραφείου μας, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  14. Εξ΄ όσων με ενημέρωσαν οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, η μη καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης πρόκειται ουσιαστικά για λάθος το οποίο έγινε από δικηγορικό υπάλληλο του γραφείου μας που προβαίνει στις καταχωρήσεις. Συγκεκριμένα, ενώ φαίνεται πως υπογραμμένο και πιστοποιημένο αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, τακτοποιήθηκε στο φάκελο του γραφείου μας, εντούτοις εκ (sic) αβλεψίας και εκ λάθους πρέπει το πρωτότυπο να μην έχει καταχωρηθεί όπως επίσης και αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης να μην δόθηκε στην άλλη πλευρά.
  15. Ειλικρινά πιστεύω, πως το πιο πάνω λάθος από τον δικηγορικό υπάλληλο του γραφείου μας, ουδώλως (sic) μπορεί να θεωρηθεί είτε ως περιφρόνηση του Δικαστηρίου είτε ως εγκατάλειψη των δικαιωμάτων των Εναγόντων/Αιτητών για προώθηση της υπόθεσης τους. Οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση τελούσαν υπό την εντύπωση πως πράγματι καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης, αφού στον φάκελο τους βρισκόταν πιστό αντίγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, σφραγισμένο με φερόμενη ημερομηνία καταχώρησης 31/10/
  16. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων με ενημέρωσαν οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν πολύ καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάσιμη και συζητήσιμη υπόθεση, ορατές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής, γεγονός που θεωρώ πως πρέπει να συντείνει στην έγκριση του αιτήματος. Πρόκειται για μια υπόθεση που αφορά κυρίως και ουσιωδώς ψευδείς παραστάσεις και παρότρυνση των Εναγόντων να προχωρήσουν με αγορά ακινήτων με βάση το ξένο συνάλλαγμα, χωρίς να αναφερθούν και αποκαλυφθούν σε αυτούς οι χρηματιστηριακοί κίνδυνοι αναφορικά με τα δάνεια αυτού του τύπου, πράγμα το οποίο σε περίπτωση που γνώριζαν οι Ενάγοντες δεν θα προέβαιναν στην σύναψη των εν λόγω συμφωνιών. Οι Ενάγοντες εξαπατήθηκαν και βρέθηκαν μπλεγμένοι σε συμφωνίες που η αποπληρωμή των δανείων εξαρτάτο από συναλλαγματικές ισοτιμίες, οι τόκοι δεν ήταν σταθεροί και μεταβάλλονταν διαρκώς, με βάση τη σχέση ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί. Τα επίδικα δάνεια ουσιαστικά αποτελούν συγκαλυμμένο τρόπο αγοραπωλησίας συναλλάγματος, πράξη δια μέσω της οποίας οι Εναγόμενοι προσπόρισαν (sic) μεγάλα οικονομικά οφέλη εις βάρος των Εναγόντων, τόσο από τους τόκους όσο και από τη διαφορά της συναλλαγματικής ισοτιμίας». Επίδοση Αίτησης Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) το οποίο είχε επιληφθεί της αίτησης έδωσε οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί. Θα πρέπει δε να σημειωθεί πως παρότι στις 30.5.17 η αγωγή είχε απορριφθεί μόνο για την Εναγομένη 2, η οποία ήταν η μόνη που είχε καταχωρίσει μέχρι τότε σημείωμα εμφάνισης, εντούτοις οι Ενάγοντες επέδωσαν την αίτηση επαναφοράς σε όλους τους Εναγομένους καλώντας τους για εμφάνιση στις 7.11.
  17. Ένσταση Εναγομένης 2 Στις 7.11.17 εμφανίστηκε δικηγόρος μόνο για την Εναγομένη 2 ο οποίος εξασφάλισε παράταση για την καταχώριση ένστασης, την οποίαν εν τέλει καταχώρισε την 1.12.17, προβάλλοντας συνολικά εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης με κεντρικό επιχείρημα το ότι δεν συντρέχουν οι νομολογιακές προϋποθέσεις για επαναφορά της αγωγής. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει κατωτέρω εάν και όπου απαιτείται. Στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του ο εργοδοτούμενος της Εναγομένης 2 XXXXX Αντωνίου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, τους οποίους και επεξηγεί. Ένσταση Εναγομένης 1 Παρά τη μη εμφάνιση της στις 7.11.17 ή στην επόμενη δικάσιμο, δηλαδή στις 18.12.17, και παρότι στην πραγματικότητα δεν την αφορούσε η αίτηση (δεδομένου ότι η αγωγή δεν είχε απορριφθεί για την ίδια) εντούτοις στις 18.12.17 καταχώρισε και η Εναγομένη 1 ένσταση, χωρίς μάλιστα να είχε εξασφαλίσει παράταση ή άλλη άδεια για κάτι τέτοιο από το Δικαστήριο. Βασική της θέση είναι ότι το κλητήριο ένταλμα, καθ΄ όσον αφορά την ίδια, είχε λήξει και δεν μπορούσε να επαναφερθεί η αγωγή. Οι συνήγοροι της είχαν εμφανιστεί μόνο στις δικασίμους ημερομηνίας 5.3.18 και κατά τις αγορεύσεις στις 2.5.18 και 4.5.
  18. Κατά τις αγορεύσεις αναγνώρισαν εν τέλει ότι η αίτηση δεν αφορά την Εναγομένη 1 αλλά δήλωσαν ότι διεκδικούν τα έξοδα τους. Νομική Πτυχή Εισερχόμενος στη νομική πτυχή του θέματος θα πρέπει κατ΄ αρχάς να σημειώσω πως η παρούσα αφορά περίπτωση κατά την οποία η αγωγή έχει απορριφθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο στις 30.5.17 μετά από την έκδοση και επίδοση στις 18.10.16 ειδοποίησης δυνάμει της Δ.26 κ.13

(1)από τον Πρωτοκολλητή προς τους συνηγόρους των Εναγόντων ημερ. 13.10.
  1. Ο λόγος έκδοσης της πιο πάνω ειδοποίησης ήταν το ότι η αγωγή είχε καταχωριστεί στις 16.1.15 επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου (Δ.2 κ.1), είχε ακολουθήσει τροποποίηση του στις 29.7.15 δυνάμει της νέας Δ.25 προ της επίδοσης του και αργότερα, παρά την επίδοση του τροποποιηθέντος στην Εναγομένη 2 στις 11.9.15 και την καταχώριση εμφάνισης από αυτήν στις 28.9.15, εντούτοις οι Ενάγοντες δεν είχαν προχωρήσει εντός 10 ημερών στην καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης τους, όπως προνοεί η Δ.20 κ.
  2. Ουσιαστικά δηλαδή είχε ακολουθηθεί από τον Πρωτοκολλητή η διαδικασία των κ.13 και κ.14 της Δ.26 οι οποίοι έχουν ως εξής: "13.
(1)The Registrar shall, once a month or at such tines as he may be required by the Court or a Judge, furnish the Court or Judge with a list of actions in which there has been default of pleading within the time allowed for that purpose, and the Court or Judge, may thereupon direct the Registrar to give notice to the party in default requiring him to file and deliver his pleading within fourteen days after the giving of the notice, and informing him, as may seem fit in the circumstances of the case, that upon failure so to do within the fourteen days aforesaid the action may be dismissed for want of prosecution, or that judgment in certain terms may be given in favour of a specified party.
(2)....................................
(3)Where an action is dismissed under this Rule, such dismissal shall not prejudice the institution of a fresh action.
(4)The provisions of Rule 14
(3)in Order 17 shall apply, mutatis mutandis, to a notice under this Rule". Σημειώνεται πως σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης της Ειδοποίησης του Πρωτοκολλητή προς τους συνηγόρους των Εναγόντων ευρίσκεται στον δικαστικό φάκελο, κατ΄ εφαρμογήν του κ.14
(3)της Δ.17, χωρίς να απαιτείται επίδοση στους ίδιους τους Ενάγοντες, αφού, ως δηλώνεται και στην αίτηση τους, οι ίδιοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Αγγλίας. Είναι σαφές από το πιο πάνω ιστορικό πως η αίτηση ουσιαστικά στηρίζεται στον κ.14 της Δ.26, ο οποίος έχει ως εξής: "14. Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit". Στην υπόθεση Evagorou v. Kokos Christodoulou κ.α.
(1982)1 C.L.R. 771 λέχθηκαν σχετικά με το θέμα παραμερισμού της απόρριψης και επαναφοράς της αγωγής τα εξής: "................................... Ord. 26, r.14, expressly provides that any judgment by default whether given under Ord. 26 or under any other order of the Civil Procedure Rules may be set aside. Judgment is any order finally disposing of the matter whether on the merits or on any other ground. So, in virtue of the plain provisions of this rule the order for the dismissal of the action by default could be set aside on appropriate terms. Ord. 26, r.14, derives its origin from R.S.C. Ord. 27, r. 15 (old English Rules). Therefore, a study of its interpretation and application in England throws light on the ambit and scope of Ord. 26, r.
  1. (See the Annual Practice 1958, p. 615). In Evans v. Bartlam [1937] A.C. 473 it was pointed out that the discretion of the Court to set aside a judgment by default is not subject to any limitations other than those that may be imposed by the Court in the exercise of its discretion. There is jurisdiction to set aside any judgment not founded on an appraisal of the merits of the case and revoke the prior exercise of the coersive power of the Court. This statement of the law is adopted in the White Book as accurately reflecting the practice of English Courts as respects applications for setting aside a judgment given by default. Reinstatement may be ordered upon such terms as the Court deems appropriate. (See Annual Practice (supra), p. 617). The power to reinstate may be invoked in every kind of action (Annual Practice (supra) p. 618)". Προκύπτει από τα πιο πάνω πως μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ουσίας το Δικαστήριο διατηρεί απεριόριστη εξουσία να ακυρώσει την απόφαση του ή να διατάξει επαναφορά της αγωγής υπό όρους τους οποίους θα κρίνει κατάλληλους, όπως προβλέπεται στη Δ.26 κ.
  2. Κατ΄ αναλογίαν προς τα όσα επιπλέον αναφέρθηκαν στην Evagorou (ανωτέρω) η απόρριψη βάσει της Δ.26 κ.13 δεν καθιστά την αγωγή άκυρη εξ υπαρχής ("void ab initio") και ούτε δημιουργεί δεδικασμένο ("res judicata"). Σύμφωνα με την υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 1129 οι πρόνοιες των Δ.17 κ.10, Δ.26 κ.14 και Δ.33 κ.5 προσομοιάζουν απόλυτα μεταξύ τους, οπότε καθοδήγηση δύναται να αντλείται και από αυθεντίες που σχετίζονται με οποιαδήποτε από τις εν λόγω πρόνοιες. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω υπόθεση: (α) Πρωταρχικής σημασίας είναι να καταδειχθεί η ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον διάδικο ο οποίος αιτείται την επαναφορά, αλλά (β) Τίθεται όμως και θέμα ύπαρξης σοβαρής και εύλογης αιτιολογίας για την παράλειψη του αιτητή η οποία οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής. Το βάρος απόδειξης του ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής όσον αφορά την ουσία ανήκει στους αιτητές. Δεν απαιτείται να αποδείξουν την υπόθεση τους. Υποχρεούνται να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόρριψη και να επαναφερθεί η αγωγή τους. Συζητήσιμη Υπόθεση Θα πρέπει να σημειωθεί πως τα όσα παρατίθενται από τους Ενάγοντες στην §8 της ένορκης δήλωσης τους στην πραγματικότητα δεν απαντήθηκαν από την Εναγόμενη 2. Ο μόνος σχολιασμός στον οποίο έχει προβεί η Εναγόμενη 2 είναι στη δική της §8 όπου γενικά και αόριστα αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση (των Αιτητών) «. δεν αποκαλύπτει ότι οι Αιτητές έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση .» Δεν χρειάζεται να επαναληφθεί το περιεχόμενο της εν λόγω §8 των Εναγόντων. Αρκεί να λεχθεί πως τα όσα αναφέρουν συνιστούν εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπόθεση. Κεντρικό σημείο της γραμμής που προωθούν οι Ενάγοντες είναι πως με ψευδείς παραστάσεις των Εναγομένων παροτρύνθηκαν να προχωρήσουν σε αγορά ακινήτων με βάση ξένο συνάλλαγμα, ήτοι εξαρτώντας την αποπληρωμή δανείων από συναλλαγματικές ισοτιμίες. Περαιτέρω λεπτομέρειες της αξίωσης τους παρατίθενται στην επισυναφθείσα, ως Τεκμήριο 1, έκθεση απαίτησης τους, χωρίς να τύχουν οποιουδήποτε σχολιασμού από πλευράς Εναγομένης 2 και κατά συνέπεια θεωρώ πως οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την προϋπόθεση αυτή. Εύλογη Αιτιολογία Όσον αφορά το θέμα της αιτιολογίας για την παράλειψη δικογράφου, στη Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 Α.Α.Δ. 698 λέχθηκε πως ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυγχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε έναν εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων περί χρονοδιαγραμμάτων, από τα οποία εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Στη Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1108 τονίστηκε πως το δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος αποβλέπει στη διασφάλιση πρέπουσας ευκαιρίας στον διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του και στην παροχή σε αυτόν επαρκούς χρόνου για την προετοιμασία της υπόθεσης του. Απολήγει στην κατοχύρωση δικαιώματος για την παροχή λογικής ευκαιρίας στον διάδικο να θέσει την υπόθεση του ενώπιον του δικαστηρίου. Όπως συγκεκριμένα τονίζεται: «Μόνο όπου λόγοι πέραν της θελήσεως διαδίκου εμποδίζουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού εγείρεται θέμα επαναφοράς ..... γιατί, σ΄ εκείνη την περίπτωση, τεκμαίρεται ότι ο διάδικος στερήθηκε της ευκαιρίας να παρουσιάσει την υπόθεση του. Αυτό δε συμβαίνει εκεί όπου η μη άσκηση του δικαιώματος οφείλεται σε αδιαφορία, αμέλεια ή σφάλμα του». Στη Βασίλης Μιάρης κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 435, λέχθηκε ότι με τα αποφασισθέντα στις πιο πάνω αποφάσεις «... δεν σημαίνει ότι παραλείψεις και σφάλματα του δικηγόρου δεν μπορούν ποτέ να δικαιολογήσουν επαναφορά». (Μανώλη ν. Ελευθερίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 2034). Αναγνωρίστηκε ότι η επαναφορά μπορεί να επιτραπεί σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν αντικειμενικοί παράγοντες, ενώ περαιτέρω αναγνωρίστηκε και η ύπαρξη διαχρονικής βασικής αρχής ότι η επαναφορά επιτρέπεται μόνο όταν τούτο σαφώς απαιτείται από τη δικαιοσύνη του πράγματος, αλλά αυτό πρέπει να γίνεται με αναφορά στη συμπεριφορά του διαδίκου ο οποίος ευθύνεται για την απόρριψη (και ζητά την επαναφορά), ούτως ώστε να αποφεύγεται κατάχρηση της παρεχόμενης δυνατότητας. Στη συνέχεια προστέθηκαν τα εξής: «Και τούτο εφ' όσον ούτε μπορούν να καταγραφούν εκ των προτέρων εξαντλητικά οι περιπτώσεις που θα επέτρεπαν ή δεν θα επέτρεπαν επαναφορά ούτε μπορεί να υπάρξει περιορισμός στη φαντασία της ζωής να διαμορφώνει ανθρώπινες σχέσεις και καταστάσεις. Τα δικαστήρια δεν μπορούν λοιπόν να αυτοδεσμευθούν σε οποιοδήποτε κανόνα που θα περιόριζε τη θεμελιακή τους υποχρέωση να διασφαλίσουν την ισορροπία μεταξύ αφ' ενός της ανάγκης συμμόρφωσης προς τις διαδικαστικές οδηγίες τους προς όφελος και της τελεσιδικίας και αφ' ετέρου του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί». Όπως έχει ήδη λεχθεί, στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες καταχώρισαν την αγωγή τους στις 16.1.15 επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Στις 29.7.15 καταχώρισαν τροποποιημένο κλητήριο διορθώνοντας το όνομα της Εναγομένης 2 (αναγραφόταν "Developersl" αντί του ορθού "Developers"). Επέδωσαν το νέο κλητήριο στις Εναγόμενες 2 και 3 στις 11.9.15 και 16.11.15 αντίστοιχα, αλλά όχι στην Εναγόμενη 1, για την οποίαν τώρα αναφέρουν ότι δεν επιδόθηκε η αγωγή μέχρι σήμερα «λόγω εσφαλμένης αναφοράς ως προς την ονομασία της, παρατυπία η οποία δύναται να διορθωθεί με τα αναγκαία διαβήματα αφού πρωτίστως επιτραπεί η επαναφορά της» (αναφέρεται «Εταρεία» αντί «Εταιρεία»), θέση η οποία είναι εμφανώς αβάσιμη και ατεκμηρίωτη δεδομένου ότι καμιά απόρριψη δεν υπήρξε εν σχέσει με την Εναγόμενη 1 για την οποία απλά το κλητήριο έληξε στις 16.1.16 και καμιά ενέργεια δεν έγινε για ανανέωση του και τροποποίηση του. Στις 28.9.15 η Εναγόμενη 2 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης αλλά όχι η Εναγόμενη
  1. Ο προβλεπόμενος χρόνος για την Έκθεση Απαίτησης έληξε εν σχέσει με την Εναγομένη 2 στις 8.10.15 πλην όμως οι Ενάγοντες δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ισχυρίζονται βέβαια ότι είχε συνταχθεί στις 31.10.16 η σχετική Έκθεση Απαίτησης και μάλιστα επειδή ευρίσκετο στον φάκελο τους νόμιζαν, για αρκετό καιρό πως «απλώς εκκρεμούσε η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων». Ο προβλεπόμενος χρόνος για σημείωμα εμφάνισης από την Εναγομένη 3 είχε λήξει από τις 26.11.15, χωρίς οι Ενάγοντες να έχουν προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα για την παράλειψη, επίσης μέχρι και σήμερα. Στις 18.10.16 αρμόδιος Δικαστικός Επιδότης επέδωσε στη συνήγορο των Εναγόντων (κα Βαρωσιώτου) την επίμαχη Ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή για την παράλειψη καταχώρισης της Έκθεσης Απαίτησης και τη συνακόλουθη απαίτηση να καταχωριστεί εντός 14 ημερών, αλλά και πάλι δεν ελήφθη οποιοδήποτε μέτρο εκ μέρους των Εναγόντων, στον δικαστικό φάκελο, για προώθηση της αγωγής (για οποιονδήποτε). Στην §3 της ένορκης δήλωσης τους προβάλλουν το ότι μια εβδομάδα πριν την καταχώριση της υπό κρίσιν αίτησης, δηλαδή περί την 1.8.17, κατά τον ετήσιο έλεγχο των φακέλων στο γραφείο τους και με αφορμή τον εντοπισμό εντός αυτού συνταγμένης Έκθεσης Απαίτησης προχώρησαν λίγο αργότερα σε έρευνα στον δικαστικό φάκελο με σκοπό να εξακριβώσουν «πως πράγματι δεν είχε καταχωρηθεί η Έκθεση Υπεράσπισης» των Εναγομένων, οπότε και διαπίστωσαν ότι η αγωγή είχε ήδη απορριφθεί στις 30.5.17 λόγω μη προώθησης της. Θα πρέπει δε να σημειωθεί πως επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου πως όντως κατά την 1.8.17 πληρώθηκε και διενεργήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων έρευνα, όπως και οι ίδιοι αναφέρουν στην ένορκη δήλωση τους. Βέβαια αυτό το οποίο παρέλειψαν να επισημάνουν στη δήλωση τους οι Ενάγοντες είναι πως παρόμοια έρευνα είχαν διενεργήσει οι συνήγοροι τους και στις 9.3.17, επίσης σύμφωνα με σχετική αίτηση που εντοπίζεται στον φάκελο (Έντυπο Γ.Λ.168 υπ΄ αρ. 700493), κάτι το οποίο δεν μπορεί παρά να έχει τη σημασία του τόσο ως προς τους προβληθέντες ισχυρισμούς όσο και ως προς τη γνώση που αναμφίβολα είχαν οι Ενάγοντες και οι συνήγοροι τους. Παρά ταύτα όμως, είναι προφανές πως η τελευταία ενέργεια των Εναγόντων από δικονομικής πλευράς, ήταν η τροποποίηση του κλητηρίου στις 29.7.15 και η αποστολή του για επίδοση, λίγους μήνες δηλαδή μετά την καταχώριση της αγωγής. Βασικά έλαβαν σημείωμα εμφάνισης, έλαβαν ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή και είχαν προβεί σε έρευνα στις 9.3.17 χωρίς να έχουν προβεί σε κάποια ενέργεια. Αναμφίβολα για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέλειψαν σειρά ενεργειών κατά τρόπο ο οποίος στοιχειοθετεί την έλλειψη στοιχειώδους ενδιαφέροντος ή επιμέλειας ως προς την προώθηση της αγωγής τους. Στις 28.9.15 έλαβαν το σημείωμα εμφάνισης της Εναγομένης 2 αλλά δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια ούτε τέθηκαν σε εγρήγορση για προώθηση της αγωγής με έκθεση απαίτησης. Ούτε βέβαια υπήρχε έγνοια για την επίδοση στην Εναγομένη
  2. Εάν υπήρχε το πρέπον ενδιαφέρον για την εν λόγω επίδοση λόγω της επικείμενης (τότε) λήξης του κλητηρίου στις 16.1.16, προφανώς θα αντιλαμβάνοντο και την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης από την Εναγομένη 2 και ασφαλώς και θα προέβαιναν λογικά σε κάποια ενέργεια προώθησης δεδομένου ότι δικονομικά υπήρχαν διαθέσιμα διαβήματα για όλους τους Εναγομένους (όπως τροποποίηση, επίδοση ή ανανέωση για την Εναγομένη 1, έκθεση απαίτησης για την Εναγομένη 2 και αίτηση απόφασης για την Εναγομένη 3). Η ουσία των πραγμάτων είναι πως από τον Σεπτέμβριο του 2015, που καταχώρισε εμφάνιση η Εναγομένη 2, μέχρι και τον Αύγουστο του 2017 οι Ενάγοντες δεν έπραξαν οτιδήποτε σύμφωνα με τη δικονομία. Στο ενδιάμεσο διάστημα, ήτοι εντός Οκτωβρίου του 2016, έλαβαν την ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή, κάτι που και πάλι έπρεπε να τους έθετε σε κάποια ιδιαίτερη και αυξημένη εγρήγορση για την αγωγή τους. Κατ΄ εκείνο τον χρόνο το κλητήριο είχε λήξει προ καιρού για την Εναγομένη 1 ενώ η Εναγομένη 3 παρέλειπε για μεγάλο διάστημα να καταχωρίσει εμφάνιση παρά τη γενόμενη επίδοση. Ακόμα και εάν είχε συνταχθεί έκθεση απαίτησης όφειλαν να έχουν την έγνοια και να επιδείξουν ιδιαίτερη επιμέλεια τόσο για την καταχώριση της όσο και για την περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης. Δηλαδή ακόμα και αν δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι αυτή είχε καταχωριστεί στις 31.10.16 (όπως διατείνονται) και πάλι εντός 14 ημερών έληγε η προθεσμία για καταχώριση Υπεράσπισης από την Εναγομένη 2 (ενώ παράλληλα εκκρεμούσαν ακόμα τα αναγκαία διαβήματα για τις Εναγόμενες 1 και 3). Αντί οποιασδήποτε αρμόζουσας δικονομικής ενέργειας οι Ενάγοντες προβάλλουν απλά πως παρέμειναν αδρανείς και εφησυχασμένοι επειδή θεωρούσαν ότι είχε καταχωριστεί η έκθεση απαίτησης. Εντελώς ανεξήγητο παραμένει και το ότι διενέργησαν έρευνα στον φάκελο και στις 9.3.17 χωρίς και πάλι να έχει προκύψει οποιαδήποτε ορθή ανακίνηση της διαδικασίας. Εύλογο είναι το συμπέρασμα πως οι δικηγόροι των Εναγόντων διενεργώντας αυτή την πρώτη έρευνα θα είχαν αντιληφθεί - έστω αργοπορημένα - εντός του δικαστικού φακέλου, όχι μόνον την ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή ημερ. 13.10.16, αλλά και την ένορκη δήλωση επίδοσης σε δικηγόρο του γραφείου τους. Στη βάση όλων των ανωτέρω έχω τη γνώμη πως το ιστορικό της αγωγής καταδεικνύει περίτρανα στον κάθε καλόπιστο κριτή, με όση επιείκεια και αν θέλει να αντικρίσει τα πράγματα, πως αυτή δεν είναι μια αγωγή για την οποία έχει επιδειχθεί η δέουσα επιμέλεια ή το απαραίτητο ενδιαφέρον από πλευράς Εναγόντων. Δεν έχει διαπιστωθεί να υπήρξαν λόγοι πέραν της θελήσεως των Εναγόντων ή των εκπροσώπων τους κατά την άσκηση του δικαιώματος τους να θέσουν την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι υπήρξαν σφάλματα, παραλείψεις και ανεξήγητη αδράνεια εκ μέρους τους τα οποία ισοδυναμούν με πλήρη αδιαφορία η οποία υπό τις περιστάσεις της παρούσας δεν δύναται να δικαιολογήσει την επαναφορά της αγωγής. Αντιθέτως, δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης, δεδομένου ότι σε καμιά περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί αντικειμενική αδυναμία προώθησης της αγωγής. Όσον αφορά την Εναγομένη 1 είναι αυτονόητο από όσα έχουν προαναφερθεί πως με δεδομένο ότι για την ίδια είχε απλά λήξει το κλητήριο στις 16.1.16 δεν ετίθετο θέμα ούτε ειδοποίησης βάσει της Δ.26 κ.13 αλλά ούτε και είχε απορριφθεί για την ίδια η αγωγή στις 30.5.
  3. Κατά συνέπειαν ούτε η αίτηση επαναφοράς την αφορούσε και ορθώς δεν είχε εμφανιστεί στις δικασίμους ημερ. 7.11.17 και 18.12.
  4. Το ότι καταχώρισε ένσταση χωρίς να λάβει άδεια του δικαστηρίου δεν δικαιολογεί την χορήγηση εξόδων υπέρ της, όπως ούτε και το ότι εμφανίστηκε στις αγορεύσεις επιμένοντας ουσιαστικά για έξοδα, στα οποία ίσως θα δικαιούτο μόνο για την πρώτη δικάσιμο της αίτησης εάν είχε εμφανιστεί για να διευκρινίσει το θέμα προς διευκόλυνση όλων των παραγόντων, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με €800 έξοδα υπέρ της Εναγομένης 2 και εις βάρος των Εναγόντων. Καμιά διαταγή εξόδων μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης
  5. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.