← Κύπρος

NARTIA HOLDINGS LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 238/2018, 15/10/2018

NARTIA HOLDINGS LTD ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 238/2018, 15/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A549 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 238/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/65), ως τροποποιήθηκε και Επί τοις αφορώσι τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224), ως τροποποιήθηκε. Μεταξύ: NARTIA HOLDINGS LTD Αιτήτριας - Εφεσείουσας -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητης Ημερομηνία: 15.10.2018 Εμφανίσεις: Για αιτητές - εφεσείοντες: κ. Κ. Παντελή για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης - έφεσης, επιδιώκεται από την πλευρά της εφεσείουσας εταιρείας η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός σχετικών ειδοποιήσεων τύπος «ΙΑ» και/ή «ΙΒ», ημερ. 12.06.2018, οι οποίες απεστάλησαν σύμφωνα με το μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, (Ν.9/1965)αναφορικά και σε συνάρτηση με ενυπόθηκα ακίνητά της που περιλαμβάνονται και περιγράφονται στην υποθήκη υπ' αρ. Υ1885/

  1. Περαιτέρω, αξιώνεται διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία όπως αυτή προβλέπεται στο μέρος VIA του ως άνω νόμου, μέχρι την εκδίκαση των αγωγών και/ή των ανταπαιτήσεων στα πλαίσια των αγωγών αρ. 361/2015 και 362/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Παράλληλα, επιζητείται η παρέμβαση του δικαστηρίου κατά τρόπο που το τελευταίο να απαγορεύει την αποστολή οποιασδήποτε περαιτέρω προειδοποίησης και/ή επιστολής από την εφεσίβλητη στην εφεσείουσα ή σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος, ένεκα της ακυρότητας και/ή του παραμερισμού, όπως υποστηρίζει, των ως άνω αναφερόμενων ειδοποιήσεων τύπος «ΙΑ» και/ή «ΙΒ». Πληθώρα λόγων έφεσης προκρίθηκαν από την πλευρά των αιτητών - δεκαοκτώ συνολικά - στη βάση των οποίων αξιώνεται η ακύρωση των σχετικών ειδοποιήσεων και εν γένει η αναστολή της δρομολογηθείσας διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων που αφορά η ως άνω Υ1885/
  2. Στην εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας, με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς της εφεσίβλητης και την άδεια του δικαστηρίου, την οποία εξασφάλισε μέσω σχετικού διατάγματος στις 18.09.2018, η πλευρά της εφεσείουσας τροποποίησε την ως άνω αίτηση - έφεσή της, καταχωρώντας στις 20.09.2018, τροποποιημένη αίτηση - έφεση. Μέσω της ως άνω τροποποίησης, προστέθηκε νέα διεκδικούμενη θεραπεία. Ειδικότερα αξιώνεται: «Δήλωση και/ή απόφαση του δικαστηρίου ότι ο τροποποιητικός νόμος 87(Ι)/2018 με τον οποίο τροποποιήθηκε το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως Και Υποθηκεύσεως Νόμου και του οποίου οι διατάξεις αποκτούν αναδρομική ισχύ, είναι αντισυνταγματικός καθότι παραβιάζει τα άρθρα 23, 26, 28, 30, 33 και 35 του Συντάγματος». Ταυτόχρονα, στους υφιστάμενους λόγους έφεσης, προστέθηκε ακόμη ένας, ο 19ος, σύμφωνα με τον οποίο: « Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις τύπος «ΙΑ» και/ή «ΙΒ» είναι άκυρες και/ή δέον όπως ακυρωθούν αφού το μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως Και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (9/1965) ως τροποποιήθηκε με τον Ν.87(Ι)/2018 είναι αντισυνταγματικό και/ή αντίκειται στα άρθρα 23, 26, 28, 30, 33 και35 του Συντάγματος». Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση, τίθεται με την ένορκη δήλωση του XXXXX Μακλώκλα, διευθυντή της εφεσείουσας εταιρείας, ημερ. 20.09.
  3. Στην εν λόγω δήλωσή του ο ως άνω XXXXX Μακλώκλας, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους έφεσης θέτοντας παράλληλα υπόψη του δικαστηρίου αριθμό τεκμηρίων προς υποστήριξη των αναφορών του. Παρεμβάλλεται ότι στις 08.10.2018, ημερομηνία που η ως άνω έφεση ήταν προγραμματισμένη για σκοπούς ακρόασης, η πλευρά της εφεσείουσας, με τη σύμφωνη γνώμη των εφεσίβλητων και την άδεια του δικαστηρίου, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην εν λόγω δήλωση, στην οποία προέβη και πάλι ο διευθυντής της εφεσείουσας XXXXX Μακλώκλας, ο τελευταίος προβάλλει ότι η νέα πρόνοια του άρθρου 44Α

(3)του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεων Ακινήτων Νόμου, μέσω της οποίας οι πρόνοιες του τροποποιητικού νόμου Ν.87(Ι)/2018 αποκτούν αναδρομική ισχύ, παραβιάζει, για τους λόγους που εξηγεί, την αρχή της ισότητας όπως αυτή κατοχυρώνεται από το άρθρο 28 του Συντάγματος αλλά και την αρχή της δίκαιης δίκης, ειδικότερα «της ισότητας των όπλων», η οποία κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Η καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη τράπεζα εμφανίστηκε στη διαδικασία, καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Προτάσσονται από την πλευρά της εικοσιένας συνολικά λόγοι ένστασης, μέσω των οποίων επιχειρείται απάντηση στις αιτιάσεις της αιτήτριας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Την ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, λειτουργού της καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητης τράπεζας, ο οποίος, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους ένστασης που προκρίνονται στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση. Θέτοντας διάφορα τεκμήρια υπόψη του δικαστηρίου, υποστηρίζει ότι από την πλευρά της εφεσίβλητης τράπεζας υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας, ενώ απορρίπτοντας τις προβαλλόμενες θέσεις περί αντισυνταγματικότητας της σχετικής νομοθεσίας, εισηγείται καταληκτικά την απόρριψη της αίτησης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση έφεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών - εφεσειόντων, απέσυρε με σχετική δήλωσή του όλους τους λόγους για τους οποίους επιζητείτο η ακύρωση των σχετικών ειδοποιήσεων τύπος «ΙΑ» και «ΙΒ» και αναστολή γενικότερα της σχετικής διαδικασίας εκποίησης, πλην του τελευταίου, 19ου λόγου, ο οποίος ως έχει ήδη σημειωθεί προσετέθη μέσω της τροποποίησης που επετεύχθη με την εξασφάλιση του διατάγματος του δικαστηρίου προς τούτο, ημερομηνίας 08.10.2018. Αποτέλεσμα τούτου, ότι παρέμεινε για σκοπούς συζήτησης και εξέτασης στο πλαίσιο της παρούσας, είναι το ζήτημα εάν οι διατάξεις του μέρους VIA του Ν.9/1965 ως έχουν τροποποιηθεί με τον τροποποιητικό νόμο 87(Ι)/2018, κατά τρόπο που αποκτούν αναδρομική ισχύ, είναι αντισυνταγματικές και/ή αντίκειται στα άρθρα 23, 26, 28, 30, 33 και 35 του Συντάγματος. Το δικαστήριο έχει μελετήσει με πολλή προσοχή, τόσο την αίτηση - έφεση όσο και την ένσταση, ως επίσης τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν και ασφαλώς τα τεκμήρια που συνοδεύουν τις τελευταίες. Κατά την ακρόαση της αίτησης εξ' άλλου, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που παρέμεινε να απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας. Το δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τα επιχειρήματά τους όπως και το λόγο διαφόρων αποφάσεων στις οποίες αναφέρθηκαν όπως και άλλων, σχετικών με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι το δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto, (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο και απολύτως απαραίτητο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς (βλ. μεταξύ άλλων: Board of Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, Δημ. Συμβ. Γεροσκήπου κ.α. v Υπουργ. Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 389, Χ¨Δημητρίου v Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104 και Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 333). O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, διαφορετικά, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο ως άνω περιορισμός τίθεται, με δεδομένο ότι τα δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές. Ούτε ασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης (βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» σελ. 128, του Π. Δαγτόγλου). Στην υπόθεση Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, αφού σημειώθηκε ότι η συνταγματικότητα ενός νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας, υπεδείχθη ότι μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνο μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Το γεγονός εξάλλου ότι θέματα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρονται εξιδεικευμένα και να διατυπώνονται με πλήρη λεπτομέρεια ή ακόμη σε λεπτομερές υπόμνημα, επισημάνθηκε και στην Οικονόμου ν. Επιστημονικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ) μέσω του Προέδρου αυτού
(2002)3 Α.Α.Δ. 676. Ομοίως, στην ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφ. 429/2011 ημερ. 06.12.2017, Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., αφού έγινε παραπομπή στο λόγο της Αχιλλέως κ.α. v Πιτταρά κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590 επί του θέματος - όπου επαναλήφθηκε η επιταγή της νομολογίας μας ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπωματικά - σημειώνεται ότι το θέμα της συνταγματικότητας του νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν (βλ. επίσης Hunter κ.α. v Συμβ. Εγγρ. Κτηματομειτών
(2012)2 Α.Α.Δ. 731) Τα πιο πάνω, άλλωστε, δεν φαίνεται να είναι άσχετα με το γεγονός πως ενόψει του τεκμηρίου της συνταγματικότητας των νόμων, το βάρος που βρίσκεται επί τους ώμους αυτών που κατά περίπτωση προκρίνουν το αντίθετο, είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αφού θα πρέπει να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι συγκεκριμένο/α άρθρο/α ενός νόμου, είναι αντισυνταγματικά (βλ. Investylia Ltd v. Ταμπούρη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1325 και Πιτσιλλίδης κ.α. v Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, ότι πρωτίστως θα πρέπει να σημειωθεί, είναι ο γενικός και αόριστος τρόπος με τον οποίο προβάλλεται το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας γενικότερα του μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, (Ν.9/1965)ως αυτό τροποποιήθηκε με το Ν.87(Ι)/2018. Πέραν της ως άνω διακήρυξης και της προβολής της θέσης, μέσω του μοναδικού εναπομείναντα 19ου λόγου έφεσης, ότι το ως άνω μέρος του νόμου, ως έχει τροποποιηθεί, αντίκειται στα άρθρα 23, 26, 28, 30, 33 και 35 του Συντάγματος, δεν υπάρχει στο σώμα της αίτησης οποιαδήποτε εξειδίκευση ή λεπτομέρεια μέσω των οποίων να προσδιορίζονται, εξειδικεύονται και συγκεκριμενοποιούνται οι λόγοι για τους οποίους ολόκληρο το ως άνω μέρος του νόμου, ως έχει τροποποιηθεί με το Ν.87(Ι)/2018, θα πρέπει να κριθεί αντισυνταγματικό. Η απλή επίκληση, κατά τρόπο γενικό και χωρίς τις απαιτούμενες λεπτομέρειες ως επιτάσσουν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της έγερσης της αντισυνταγματικότητας ενός νόμου, όπως κατ' επανάληψη έχει διακηρυχτεί, δεν είναι αρκετή (βλ. ECLI:CY:AD:2017:D410, Πολιτική Έφεση 147/2017 ημερ. 22.11.2017, Αναφορικά με την Αίτηση του Κυριάκου Γεωργιάδη για την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus). Σπεύδω βεβαίως, να σημειώσω, πως παρά την ομολογουμένως κατ' αρχήν γενικότητα και αοριστία στον τρόπο προβολής του ζητήματος, υπό την έννοια ότι δεν προτείνεται από την πλευρά της εφεσείουσας η σύγκρουση συγκεκριμένων διατάξεων του ως άνω μέρους του νόμου με τις σχετικές συνταγματικές πρόνοιες στις οποίες παραπέμπει και οι λόγοι που προτάσσεται η πιο πάνω θέση, δεν παραβλέπω το γεγονός ότι μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του XXXXX Μακλώκλα που καταχωρήθηκε κατά την ημερομηνία της ακρόασης, συγκεκριμενοποιείται ειδικότερα ότι η πρόνοια του άρθρου 44Α
(3)του νόμου 9/1965, μέσω του οποίου προσδίδεται αναδρομική ισχύ στις πρόνοιες του μέρους VIA του ως άνω νόμου, είναι αυτή που παραβιάζει κατά τον τρόπο που εισηγείται ο ομνύων, τις πρόνοιες των άρθρων 28 και 30 του Συντάγματος. Τούτου δοθέντος και παρά το γεγονός ότι σε σχέση με τα άρθρα 23, 26, 33 και 35 του Συντάγματος δεν εντοπίζεται η ελάχιστη έστω εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση των λόγων για τους οποίους προτάσσεται η σύγκρουση των σχετικών προνοιών του μέρους VIA του Ν.9/1965 με τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις, κατά τρόπο που το δικαστήριο ουσιαστικά να καλείται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αντινομικό να προχωρήσει στην εξέταση ζητημάτων αντισυνταγματικότητας τους, προβαίνοντας προς τούτο σε υποθέσεις και εικασίες, η προβολή μέσω της ως άνω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θέσεων που συγκεκριμενοποιούν και εξειδικεύουν την προβαλλόμενη αντισυνταγματικότητα του ως άνω άρθρου 44Α
(3), ειδικότερα της προβαλλόμενης σύγκρουσής με συνταγματικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, φαίνεται ότι θα μπορούσε να δικαιολογήσει, στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών επί του θέματος, την ενασχόληση με το ζήτημα. Το ζήτημα, όμως, στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν τελειώνει εδώ. Ως έχει ήδη τεθεί, η πλευρά της εφεσείουσας εταιρείας έχει προβεί σε απόσυρση όλων των υπόλοιπων, δεκαοκτώ λόγων έφεσης. Με τούτο σαν δεδομένο, είναι φανερό πως και εάν ακόμη το δικαστήριο, προχωρώντας στην εξέταση του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας κατά τον τρόπο και στην έκταση που πιο πάνω έχει εξηγηθεί, υιοθετούσε τις θέσεις της εφεσείουσας επί του ζητήματος, τούτο, στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα οδηγούσε στην επίλυση της διαφοράς ούτε βεβαίως σε αυτόματη αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος της εφεσείουσας. Ως η νομολογία αλλά και το άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου (Κεφ. 1) καταδεικνύει, θα οδηγούσε στην κρίση της υπό συζήτησης αίτησης στη βάση της νομοθεσίας ως ίσχυε πριν από τη σχετική τροποποίηση μέσω του τροποποιητικού νόμου 87(Ι)/2018, ήτοι στις 13.07.2018. Με δεδομένη όμως την μεσολάβηση της απόσυρσης όλων ανεξαιρέτως των υπόλοιπων λόγων έφεσης, η ενασχόληση με το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου και η τοποθέτηση του δικαστηρίου επί τούτου, είναι φανερό ότι θα απέληγε σε ακαδημαϊκή συζήτηση αφού δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του ένδικου διαβήματος. Ως έχει ήδη πιο πάνω σημειωθεί, η νομολογία υποδεικνύει πως σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση, το δικαστήριο, όχι μόνο δεν χρειάζεται αλλά και δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο της συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης, κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά των εφεσειόντων. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση - έφεση αναπόδραστα οδηγείται σε απόρριψη. Σοβαρά έχει απασχολήσει το δικαστήριο το ζήτημα των εξόδων της παρούσας διαδικασίας και εάν οι περιστάσεις που την περιβάλλουν δικαιολογούν τη διαφοροποίηση από το βασικό κανόνα που προβλέπει ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι αιτητές - εφεσείοντες προώθησαν το δικονομικό τους διάβημα στη βάση νομικού πλαισίου που στην εξέλιξη της διαδικασίας διαφοροποιήθηκε. Έστρεψαν στο τέλος της ημέρας την προσοχή τους, αποκλειστικά, σε ζητήματα αντισυνταγματικότητας του σχετικού νόμου ως αυτός στο μεσοδιάστημα είχε τροποποιηθεί εγκαταλείποντας όλους τους άλλους λόγους έφεσης που αρχικά είχαν προκρίνει. Η τύχη του υπό συζήτηση ένδικου διαβήματος, για τους λόγους που πιο πάνω έχουν εξηγηθεί, κρίθηκε τελικά χωρίς το δικαστήριο να απαιτηθεί να τοποθετηθεί επί της ουσίας του μοναδικού λόγου έφεσης που παρέμεινε. Υπό τις περιστάσεις, ως αυτές έχουν στην εξέλιξη της διαδικασίας διαμορφωθεί, αισθάνομαι ότι η επιβάρυνση της κάθε πλευράς με τα έξοδά της στη διαδικασία, αποτελεί δικαιότερη και δικαιολογημένη προσέγγιση. Ως εκ τούτου, η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί τα έξοδά της στη διαδικασία. (Υπ.) ....... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.