LENDRON TRADING LTD ν. PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY COMMERCIAL BAN «PRIVATBANK», Αρ. Αγωγής: 5769/2016, 10/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A541 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5769/2016 Μεταξύ: LENDRON TRADING LTD, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους Ενάγοντες -και- PUBLIC JOINT-STOCK COMPANY COMMERCIAL BAN «PRIVATBANK», εγγεγραμμένης ως Τράπεζας στην Ουκρανία, καθώς επίσης εγγεγραμμένης στην Κύπρο ως Αλλοδαπή Εταιρεία (Υποκατάστημα) με αριθμό εγγραφής ΑΔ 1072, από τη Λευκωσία. Εναγόμενοι Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 08.12.2016 Ημερομηνία: 10.10.2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Λ. Κωστακόπουλος για Π. Ν. Κούρτελλος Δ.Ε.Π.Ε. και η κα Μιλτιάδου για Καννάβα, Κιτρομηλίδου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Ευσταθίου με κα Α. Ευσταθίου για Ευσταθίου & Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 08.12.2016, η ενάγουσα, εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος που καταχώρησε, αξιώνονται αναγνωριστικές αποφάσεις και/ή δηλώσεις του δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι παράνομα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αντισυμβατικά κατακρατούν ή και οικειοποιούνται κατάθεση και/ή το πιστωτικό υπόλοιπο που είναι κατατεθειμένο επ' ονόματι των εναγόντων σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρείται επ' ονόματι των τελευταίων στην εναγόμενη τράπεζα. Περαιτέρω, αξιώνουν απόφαση προς όφελος τους για το ως άνω κατατεθειμένο ποσό και/ή το πιστωτικό υπόλοιπο του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού, συνολικού ύψους US$ 5.500.000,00 (Δολάρια Αμερικής), εδράζοντας τούτο σε διάφορες νομικές βάσεις, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για όλες τις ζημιές και/ή απώλειες που προκρίνουν ότι υπέστησαν, τόκους και έξοδα, ως επίσης διατάγματα με τα οποία οι εναγόμενοι να προβούν εντός τακτού χρονικού διαστήματος, σε ένορκη αποκάλυψη διαφόρων στοιχείων, πληροφοριών και εγγράφων στα οποία αναφέρονται. Ταυτόχρονα, την ημέρα καταχώρησης της αγωγής, η ενάγουσα προώθησε αίτηση στο δικαστήριο, μονομερώς, μέσω της οποίας αξιώνει την έκδοση ενός πλέγματος προσωρινών διαταγμάτων εναντίον της εναγομένης, απαγορευτικού και προστακτικού χαρακτήρα, τον διορισμό δικαστικού παραλήπτη (Court Receiver) του ως άνω κατατεθειμένου ποσού και/ή τραπεζικού λογαριασμού, ως επίσης διαταγμάτων αποκάλυψης εγγράφων και πληροφοριών. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, τα διεκδικούμενα διατάγματα μεταφέρονται αυτούσια στην παρούσα: «Α. Ενδιάμεσο και/ή Επικουρικό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση όπως εντός εφτά
(7)ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς ετοιμάσουν και/ή προβούν σε ένορκη αποκάλυψη και/ή παρουσιάσουν και/ή καταθέσουν στο Δικαστήριο ως και να. Επιδώσουν στους Δικηγόρους των Εναγόντων-Αιτητών Ένορκη Δήλωση από διευθυντή και/ή αξιιωματούχο.και/ή εξουυσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και/ή δεόντως εξουσιοδοτημένο προς τούτο πρόσωπο η οποία: (Ι) Να δηλώνει και ή αποκαλύπτει κάθε μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή είσπραξη και/ή κατάθεση και/ή χρέωση και/ή πίστωση που έγινε αναφορικά με τον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμό XXXXX1339 ο οποίος διατηρείται επ' ονόματι των Εναγόντων μετά των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση («ο Τραπεζικός Λογαριασμός») ως και τις οδηγίες που εδόθησαν και/ή τα έγγραφα που κατατέθηκαν για να γίνουν οι σχετικές πληρωμές και/ή τα εμβάσματα και/ή πλήρεις καταστάσεις λογαριασμού (account statements) στις οποίες να εμφαίνονται πάντα τα ανωτέρω, ως και το επακριβές πιστωτικό υπόλοιπο του Τραπεζικού Λογαριασμού καθώς και τα στοιχεία των νομικών και/ή φυσικών προσώπων που μετέφεραν χρήματα στον Τραπεζικό Λογαριασμό από την 21/01/2008 και εντεύθεν. (II) Να δηλώνονται και/ή αποκαλύπτονται όλα τα στοιχεία και/ή πληροφορίες και/ή το περιεχόμενο του τραπεζικού φακέλου τα οποία διατηρούν οι Εναγόμενοι-Καθ" ων η Αίτηση σε οποιαδήποτε μορφή αναφορικά με τον Τραπεζικό Λογαριασμό, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων και ή των στοιχείων που αφορούν στην διαπίστωση και/ή εξακρίβωση κάνη επιβεβαίωση ταυτότητας πελατών (know your client procedures) και/ή στα πλαίσια των υποχρεώσεων αυτών και/ή κάθε άλλο έγγραφο που έχουν στην κατοχή των οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση ως και όλα τα έγγραφα και/ή επικοινωνίες και/ή γραπτές συμφωνίες τα οποία σχετίζονται και/ή αφορούν στον Τραπεζικό Λογαριασμό των Εναγόντων-Αιτητών. (III) Όλες τις οδηγίες (ηλεκτρονικές ή άλλης μορφής) που έλαβαν οι Εναγόμενοι- Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με τη διαχείριση του Τραπεζικού Λογαριασμού από οποιοδήποτε πρόσωπο και αν αυτές προέρχονταν συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, οδηγιών για συναλλαγές και/ή καταθέσεις και/ή αναλήψεις και/ή συμβάσεις και/ή οιεσδήποτε άλλες οδηγίες. (IV) Όλες τις επικοινωνίες (ηλεκτρονικές ή άλλης μορφής) που είχαν οι Εναγόμενοι- Καθ' ων η Αίτηση με οποιοδήποτε πρόσωπο (συμπεριλαμβανομένων τρίτων προσώπων) αφορώσι τον Τραπεζικό Λογαριασμό καθώς και κάθε άλλο έγγραφο που έχουν στην κατοχή των οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση σε σχέση με τον Τραπεζικό Λογαριασμό. (V) Να δηλώνονται και/ή αποκαλύπτονται όλα τα στοιχεία και/ή πληροφορίες και/ή αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία ευρίσκονται υπό τον έλεγχο και/ή την κατοχή και/ή την εξουσία των και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων των και τα οποία δεικνύουν τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους ανωτέρω. Β. Ενδιάμεσο Συντηρητικό και/ή Απαγορευτικό και/ή Προληπτικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου υπό την μορφή Ouia Timet το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών ομού και/ή οποιωνδήποτε εξ' αυτών από τα ακόλουθα: I. Να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή τραπεζική και/ή άλλη συναλλαγή αναφορικά με τον Τραπεζικό Λογαριασμό. II. Να εμβάσουν και/ή πληρώσουν και/ή αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταφέρουν το ποσό των US $ 5.500.000,00 (Δολαρίων Αμερικής Πέντε Εκατομμύρια Πεντακόσιες χιλιάδες) που είναι κατατεθειμένο επ' ονόματι των Εναγόντων- Αιτητών στον Τραπεζικό Λογαριασμό και/ή οποιοδήποτε ποσό ήθελε αποτελεί κατά τον χρόνο έκδοσης του παρόντος Διατάγματος κατατεθειμένο και/ή αποτελεί και/ή εμφανίζεται και/ή προκύπτει ως το τρέχον πιστωτικό υπόλοιπο του Τραπεζικού Λογαριασμού («το Κατατεθειμένο Ποσό») μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής αυτής (περιλαμβανόμενες και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Νοείται και/ή διευκρινίζεται ότι για τους σκοπούς της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ως και της παρούσας Αίτησης ο όρος «Κατατεθειμένο Ποσό» σημαίνει κατά περιεχόμενο και/ή έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «κατάθεση» σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 2 του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016. Γ. Διαζευκτικά και/ή Επικουρικά Παρεμπίπτον Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται η Λουΐζα Πρωτοπαπά ως Δικαστικός Παραλήπτης (Court Receiver) επί του Κατατεθειμένου Ποσού και/ή του Τραπεζικού Λογαριασμού έχοντας ως αξιωματούχος και/ή λειτουργός του Δικαστηρίου εξουσίες και/ή αρμοδιότητα και/ή ευθύνη και/ή δικαιώματα όπως με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος: i. Προβεί σε όλα τα δέοντα μέτρα και/ή αναγκαία διαβήματα και/ή ώστε να λάβει πλήρη κατοχή και/ή έλεγχο του Κατατεθειμένου Ποσού στον και/ή από τον Τραπεζικό Λογαριασμό και/ή απαιτήσει από τους Εναγόμενους- Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή πληρεξουσίους και/ή εκδοχείς αυτών όπως με την επίδοση του παρόντος διατάγματος προς αυτούς ή οποιονδήποτε εξ' αυτών, να παραδώσουν, εμβάσουν, μεταφέρουν το Κατατεθειμένο Ποσό ως θα υποδειχθεί από τον Δικαστικό Παραλήπτη και/ή πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του και/ή στην υπηρεσία του σε τραπεζικό λογαριασμό και/ή ειδικό τραπεζικό λογαριασμό σε ημεδαπό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα επ' ονόματι του υπό την ιδιότητα του ως Δικαστικού Παραλήπτη και θέσει υπό τον έλεγχό του και/ή την διαχείρισή του το Κατατεθειμένο Ποσό. ii. Προβεί σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες υπέρ ανοίγματος και/ή ανοίξει και/ή διατηρεί ειδικό τραπεζικό λογαριασμό και/ή λειτουργεί και/ή διαχειρίζεται τούτο τον τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι του ως και δυνάμει της ιδιότητας του και να καταθέσει προς φύλαξη και/ή προστασία και/ή ως μεσεγγύηση (in escrow) το Κατατεθειμένο Ποσό. ii. Απαιτήσει από τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση όπως με την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς όπως παραδώσουν και/ή διαθέσουν σε αυτόν και/ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενεργεί κατ'εξουσιοδότησή του και/ή διά λογαριασμό του, όπως αυτός υποδείξει, οποιαδήποτε έγγραφα έχουν στην κατοχή και/ή πρωτότυπα ως και κάθε αντίγραφο, οποιουδήποτε τύπου, περιλαμβανομένου ηλεκτρονικού ή μαγνητικού ή άλλου τύπου ή κάθε άλλο μέσο καταγραφής και/ή φύλαξης και/ή όλα τα αρχεία που βρίσκονται στην κατοχή και/ή φύλαξη και/ή έλεγχο τους, στα οποία καταγράφεται και/ή περιέχεται και/ή αποθηκεύεται οποιαδήποτε πληροφορία /και/ή στοιχείο αναφορικά με το Κατατεθειμένο Ποσό και/ή τον Τραπεζικό Λογαριασμό. iv. Αποταθεί σε οποιαδήποτε κυβερνητική και/ή Δικαστική αρχή και/ή τμήμα και/ή οποιαδήποτε οργανισμό, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, τράπεζα, συνεργατικό ίδρυμα ή άλλο χρηματοοικονομικό οργανισμό και να λάβει την οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφα, πρωτότυπο και/ή αντίγραφο του πρωτοτύπου κατά την απόλυτη του διακριτική ευχέρεια και/ή κρίση για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων του. v. Διορίσει και/ή εργοδοτησει και/ή παύσει και/ή τερματίσει και/ή λάβει τις υπηρεσίες οποιωνδήποτε προσώπων, νομικών και/ή φυσικών και/ή να λάβει την επαγγελματική συμβουλή οποιουδήποτε επαγγελματία αναφορικά και/ή σε σχέση με την διεκπεραίωση του παρόντος Διατάγματος και να συμφωνήσει την αντιμισθία και/ή αμοιβή και/ή τα έξοδα τέτοιου συμβούλου κατά την διακριτική του ευχέρεια και κρίση. vi. Να δύναται και ή δικαιούται να αποσύρει και/ή μεταφέρει και/ή καταβάλει τέτοιο κανή εύλογο ποσό από τον λογαριασμό που προβλέπεται στην παράγραφο (ϋ) ανωτέρω προκειμένου να προβεί στις οποιεσδήποτε πληρωμές αναγκαίες υπέρ των εξόδων διαχείρισης του εν λόγω λογαριασμού, των εξόδων προς τους ως άνω επαγγελματίες συμβούλους κανή άλλων παρεμπιπτοντων εξόδων σχετίζονται με την διαχείριση του Κατατεθειμένου Ποσού κατά την διακριτική του ευχέρεια και/ή κρίση και/ή οποιαδήποτε πληρωμή προς τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση προκειμένου για τα τραπεζικά έξοδα εκτέλεσης του εμβάσματος (wire transfer) και/ή μεταφοράς του Κατατεθειμένου Ποσού δυνάμει του Διατάγματος τούτου. vii. Χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ειδοποίηση και/ή συγκατάθεση από οποιονδήποτε πρόσωπο, να ενεργεί και/ή να εξασκεί όλες τις εξουσίες και δικαιώματα παρέχονται και/ή διατίθενται εκ του νόμου στον (πραγματικό) ιδιοκτήτη και/ή δικαιούχο του Κατατεθειμένου Ποσού εντός των ορίων που επιβάλει το παρόν Διάταγμα, αλλά άνευ οποιαδήποτε υποχρέωσης εξάσκησης και/ή οιασδήποτε εξουσίας και/ή δικαιώματος και χωρίς την οποιαδήποτε ευθύνη σε ότι αφορά την εξάσκηση και/ή ενάσκηση και/ή παράλειψη ενάσκησης εξαιρουμένου δόλου και/ή απάτης εκτός εάν διατάξει διαφορετικά το Δικαστήριο. viii. Υπογράφει και/ή καταθέτει και/ή υποβάλει οποιαδήποτε αίτηση και/ή έντυπο και/ή έγγραφο σε οποιαδήποτε κρατική και/ή δικαστική ή άλλη δημόσια αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου και/ή ιδιωτικού δικαίου σε σχέση και/ή αναφορικά με το Κατατεθειμένο Ποσό. ix. Υπογράφει και/ή εκτελεί το οποιοδήποτε έγγραφο και/ή προβαίνει στην οποιαδήποτε άλλη ενέργεια και/ή πράξη η οποία είναι παρεπόμενη και/ή βοηθητική και/ή αναγκαία και/ή συντελεστική και/ή εκτελεστική στην εκπλήρωση του παρόντος Διατάγματος. x. Υποβάλει ανά τρίμηνο λογαριασμούς και/ή Έκθεση Παραλήπτη αναφορικά με την διαχείριση του Κατατεθειμένου Ποσού και/ή αναφορικά με τις πράξεις και/ή τις ενέργειες του σε σχέση με την εκτέλεση των καθηκόντων του και ο οποίος Δικαστικός Παραλήπτης βεβαίως υποχρεούται όποτε το Σεβαστό Δικαστήριο ζητήσει να παρέχει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια και/ή εξήγηση σε σχέση με τις ενέργειες ή παραλείψεις ενεργειών που ενδεχόμενα να παρατηρηθούν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. xi. Λάβει αμοιβή και/ή αντιμισθία για τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους Περί Εκκαθαρίσεων Εταιρειών Κανονισμούς, εκτός και εάν συμφωνηθεί διαφορετικά ή άλλως πως διατάξει το Δικαστήριο.μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης καν'ή της αγωγής αυτής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Δ. Διαζευκτικά προς το αιτούμενο διάταγμα υπό την παράγραφο (Γ) ανωτέρω, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση όπως καταβάλουν και/ή καταθέσουν προς φύλαξη και/ή ως μεσεγγύηση (in escrow) το Κατατεθειμένο Ποσό στον Αρχι-Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού υπό τη μορφή τραπεζικής εγγυητικής (bank guarantee) μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή την έκδοση τελικής απόφασης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Διαζευκτικά Διάταγμα προς τα αιτούμενα διατάγματα υπό τις παραγράφους (Γ) και (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους- Καθ' ων η Αίτηση όπως καταβάλουν και/ή καταθέσουν προς φύλαξη και/ή ως μεσεγγύηση (in escrow) το Κατατεθειμένο Ποσό στον Αρχι-Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού σε τραπεζικό λογαριασμό ο οποίος ήθελε επί τούτου ανοιχθεί μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή την έκδοση τελικής απόφασης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Στ. Απαγορευτικό Διάταγμα Παγκοσμίου βεληνεκούς (Mareva) το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση την μετακίνηση, αλλοίωση, απομείωση και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση και/ή διάθεση και/ή επιβάρυνση της κινητής και/ή ακίνητης περιουσίας των και/ή να δεσμεύει όλους τους λογαριασμούς και/ή καταθέσεις των Εναγομένων- Καθ' ων η Αίτηση σε οποιαδήποτε τράπεζα και/ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και/ή άλλο χρηματοπιστωτικό οργανισμό είτε εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας κα/ή εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή παγκόσμιός μέχρι του ποσού των US $ 5.500.000 (Πέντε Εκατομμύρια Πεντακόσιες Χιλιάδες Δολάρια Αμερικής) μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής αυτής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Νοείται ότι θα θεωρείται περιουσιακό στοιχείο των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση, κινητό και/ή ακίνητο στοιχείο είτε το κατέχουν αποκλειστικά ή μαζί με άλλα πρόσωπα, άμεσα ή έμμεσα ή το οποίο με οποιοδήποτε τρόπο θα μπορούσε να διατεθεί με οδηγίες ή κατ' επιθυμία ή κατ' εντολή των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση. I. Λογικό ποσό που δυνατό να χρειασθούν οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση για την υπεράσπιση της υπόθεσης των περιλαμβανομένων νομικών συμβουλών, εμφανίσεων στο Δικαστήριο νοουμένου ότι ανά 30 ημέρες θα πληροφορούν σχετικά το Δικαστήριο και παράλληλα τους Δικηγόρους των Αιτητών ενόρκως για τα ποσά που θα καταβάλλονται και την πηγή προέλευσής των. ΙΙ. Δεν θα απαγορεύεται στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης αναφορικά με τα περιουσιακά τους στοιχεία αν έχουν προς τούτο προηγουμένως εξασφαλίσει την έγγραφη συναίνεση του Αιτητή και/ή των δικηγόρων αυτού. Ζ. Επικουρικό και/ή Συμπληρωματικό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει ως ακολούθως: I. τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση όπως εντός επτά
(7)ημερών από την επίδοση του Διατάγματος υπό την παράγραφο καθορίζει ότι στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος παγοποίησης, ως η παράγραφος (Ε) να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που να αναφέρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία μέχρι αξίας US $ 5.500.000 (Πέντε Εκατομμύρια Πεντακόσιες Χιλιάδες Δολάρια Αμερικής) είτε τελούν εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας, την ακριβή τοποθεσία στην οποία βρίσκεται το κάθε περιουσιακό στοιχείο και την αξία τους είτε αυτά τους ανήκουν αποκ/,ειστικα είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα είτε άμεσα είτε εμμέσα μέσω εμπσιτεύματος ή άλλης μορφής δικαιώματος ή στα οποία με οποιοδήποτε τρόπο δικαιούνται ή θα μπορούσαν να διαθέσουν καθ' υπόδειξη, με οδηγίες ή κατ' εντολή τους. II. Να καθορίζει ότι στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος παγοποίησης, ως η παράγραφος (Στ) θα παρέχεται το δικαίωμα στους Ενάγοντες να πληροφορηθούν από οποιαδήποτε τράπεζα και/ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και/ή άλλο χρηματοπιστωτικό οργανισμό για το τυχόν ποσό που δεσμεύεται στους λογαριασμούς που διατηρούνται στο όνομα και/ή λογαριασμό ή/και προς όφελος των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση ως αναφέρεται στην παράγραφο (Ε) πιο πάνω. Η. Προστακτικό (Mandatory) Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσονται οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση, όπως καταβάλουν και/ή εμβάσουν (wire transfer) στους Ενάγοντες-Αιτητές το Κατατεθειμένο Ποσό στον Τραπεζικό Λογαριασμό διατηρουμένου επ' ονόματι των Εναγόντων- Αιτητών μετά των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση σε οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό εντός δικαιοδοσίας ως ήθελε τους υποδείξουν οι Ενάγοντες- Αιτητές και/ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι και/ή δικηγόροι αυτών εντός 5 ημερών από τον χρόνο επίδοσης στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση του διατάγματος του Δικαστηρίου. Θ. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία και ή διάταγμα ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις το Σεβαστό Δικαστήριο Τα Έξοδα της παρούσας Αίτησης. I. Δικηγορικά Έξοδα πλέον νόμιμους τόκους πλέον Φ.Π.Α. ( Αρ. Μητρώου Εγγραφής 10315194V)». Ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, η ως άνω αίτηση επιδόθηκε στους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση. Οι τελευταίοι, εμφανίστηκαν στη διαδικασία και αντιδρώντας στην προώθηση της ως άνω αίτησης, καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, προβάλλοντας σε αυτή ικανό αριθμό λόγων ένστασης. Ειδικότερα, προτάσσεται από την πλευρά τους πως: «
- Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη, ελαττωματική, άνευ αντικειμένου, ανεδαφική νόμω και ουσία αβάσιμος.
- Η αμφισβητούμενη αίτηση και συνημμένη ένορκη δήλωση είναι ελαττωματικές ή και παράτυπες, επειδή δεν συνάδουν με τους διαδικαστικούς κανονισμούς και νομικές διατάξεις και αρχές.
- Δεν ικανοποιούνται με την αίτηση οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και των άρθρων 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν κατέδειξαν ότι έχουν καλή αιτία αγωγής ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή συζητήσιμη υπόθεση (arguable case).
- Με βάση τα ισχυριζόμενα γεγονότα, δεν υπάρχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας των Εναγόντων/Αιτητών.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν πληροφορίες και έγγραφα τα οποία οι ίδιοι έχουν ή και εύλογα μπορούσαν να έχουν εις την κατοχή τους.
- Οι Ενάγοντες/Αίτητες ζητούν πληροφορίες και έγγραφα τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εις την κατοχή τους ή την κατοχή των εξουσιοδοτημένων από αυτούς προσώπων ή αντιπροσώπων τους.
- Ότι, και εάν ακόμα υπήρχε πιθανότητα οι Ενάγοντες/Αιτητές να δικαιούντο σε θεραπεία, γεγονός το οποίο απορρίπτεται από τους Εναγόμενους, δεν θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή και επειδή θα υπήρχε η δυνατότητα κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των Εναγόντων με την επιδίκαση αποζημιώσεων, ο δίκαιος υπολογισμός των οποίων θα ήταν δυνατός.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία για να στοιχειοθετήσουν την οποιαδήποτε τυχόν αφερεγγυότητα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση είναι τραπεζικός οργανισμός, δημόσια εταιρεία και είναι φερέγγυο πρόσωπο με αρκετή κινητή και ακίνητη περιουσία στην Ουκρανία και στην Κύπρο και σε περίπτωση που εκδιδόταν απόφαση υπέρ των Εναγόντων αυτοί θα ήταν σε θέση να ικανοποιηθούν.
- Σε περίπτωση που εκδίδοντο τα αιτούμενα διατάγματα, οι Καθ' ων η αίτηση θα ευρίσκοντο αντιμέτωποι με αγωγή και/ή άλλη δικαστική διαδικασία από πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι είναι δικαιούχοι (beneficial owners) των κεφαλαίων του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού υπ' αριθμό XXXXX1339 και να ευρεθούν αντιμέτωποι με αγωγή και με απαίτησ" αποζημιώσεων εναντίον τους και την εμπλοκή τους σε πολλαπλές διαδικασίες (multiplicity of the proceedings), κάτι που δεν θα είναι νομικά αποδεκτό Περαιτέρω οι Καθ' ων η αίτηση θα θεωρούντο ότι παράκουσαν το προσωρινό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εις την αγωγή 706/2015 ημερ.06/03/2015 δυνάμει του οποίου παγοποιήθηκε ο τραπεζικός λογαριασμός υπ' αριθμό XXXXX1339 που διατηρούν οι Αιτητές εις τους Εναγόμενους. Και επίσης θα θεωρούντο ότι παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους βάσει των δύο εκχωρητηρίων εγγράφων με ημερομηνίες 26/01/2011 και 01/03/
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι είναι δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν οι θεραπείες τις οποίες επιζητούν με την αίτηση τους.
- Δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των Αιτητών με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν με την ένορκη δήλωση της κας.XXXXX Καννάβα.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες (non-disclosure) και δεν προέβηκαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) τέτοιων γεγονότων, δίδοντας παραπλανητική και/ή λανθασμένη εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και/ή αρχές που διέπουν τα διατάγματα τύπου και/ή φύσης Norwich Pharmacal ή και στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others v. Customs and Excise Commissioners
(1974)AC 133 και δεν εφαρμόζεται η επικληθείσα από τον Ενάγοντα υπόθεση Bankers Trust ν. Shapira & Others
(1980)WLR. 1274
- Δεν υπήρχε αδικοπραξία ή παράνομη πράξη ή παράβαση του νόμου ή συμφωνίας από τους Εναγόμενους ή από τρίτο πρόσωπο για να δικαιολογηθεί η μια από τις προϋποθέσεις έκδοσης του ζητούμενου υπό «Α» διατάγματος.
- Οι Αιτητές δεν αναφέρονται σε αδικοπραγήσαντες ή πρόσωπα που προέβησαν σε αδικοπραξία ή ποινικό αδίκημα. Σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι ο δικηγόρος Ανδρέας Σοφοκλέους ή και ο εκδοχέας των δικαιωμάτων του επίδικου λογαριασμού έχουν παρανομήσει ή αδικοπραγήσει, οι Αιτητές είχαν και έχουν εις την διάθεση τους τις αναγκαίες πληροφορίες ή και έγγραφα ή και μαρτυρικό υλικό και γνώση, για να αρχίσουν δικαστικές διαδικασίες ή να εγείρουν αγωγή ή απαιτήσεις εναντίον των υποτιθέμενων προσώπων που κατά αυτούς ευθύνονται.
- .Δεν υπάρχει ανάγκη ή απόλυτη ανάγκη έκδοσης των ζητουμένων διαταγμάτων υπό «Α» ή και ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται με την αμφισβητούμενη αίτηση δεν είναι οι αναγκαίες ή και οι ανάλογες θεραπείες για να καταστήσουν δυνατή την έγερση καλόπιστης αγωγής ή απαίτησης από μέρους των Εναγόντων εναντίον των υποτιθέμενων αδικοπραγήσαντων. Ότι και εάν ακόμα οι Ενάγοντες καταδείκνυαν ότι υπήρξε αδικοπραξία ή και παράνομη πράξη ή και παράβαση του νόμου ή και συμφωνίας, αυτοί πριν την έγερση της παρούσας αγωγής και διαδικασίας γνώριζαν και μπορούσαν να γνωρίζουν τους κατ' ισχυρισμό παραβάτες ή αδικοπραγήσαντες και δεν είναι αναγκαία η αναζήτηση θεραπείας με διάταγμα Norwich Pharmacal.
- Η αμφισβητούμενη αίτηση δεν είναι αναγκαία καθ' ότι αυτή αποσκοπεί στην υποβοήθηση των Εναγόντων να προωθήσουν την υπόθεση τους.
- Οι Εναγόμενοι δεν ενεπλάκησαν ή συμμετείχαν εκούσια ή ακούσια ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο, σε αδικοπραξία ή αδίκημα ή άλλη παράβαση του νόμου ή συμφωνίας με τρίτα πρόσωπα.
- Οι Ενάγοντες πριν την έγερση της παρούσας διαδικασίας ή και αμφισβητούμενης αίτησης δεν εξάντλησαν ή και δεν έλαβαν όλα τα δέοντα και αναγκαία μέτρα για να έχουν τις πληροφορίες που επιθυμούσαν ή και οι οποίες ήταν αναγκαίες ή και ότι, οι ζητούμενες πληροφορίες (εάν αυτές ήσαν αναγκαίες) μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές και ότι οι Εναγόμενοι, δεν είναι η μόνη δυνατή πηγή πληροφόρησης των Εναγόντων ή και ότι η παρούσα αγωγή και/ή διαδικασία έπρεπε να αποτελούσε την έσχατη επιλογή ή ένδικο μέσο για τους Ενάγοντες. Γενικά δεν έχει καταδειχθεί πως οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να ληφθούν από άλλες πηγές.
- Δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογείται η αίτηση.
- Το αιτούμενο διάταγμα υπό «Α» αποτελεί ουσιαστικά προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» ("fishing expedition") από τους Ενάγοντες/Αιτητές.
- Οι Εναγόμενοι δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των Εναγομένων και των πελατών τους και/ή τραπεζικό απόρρητο και η παρούσα δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66(Ι)/97 (περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου).
- Οι Εναγόμενοι τήρησαν τις ορθές διαδικασίες και συμμορφώθηκαν με όλες τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον Νόμο και/ή τους εν ισχύει Νόμους περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες εν σχέση με τον επίδικο Τραπεζικό Λογαριασμό, συμπεριλαμβανομένης και της υποχρέωσης τους για εξακρίβωση και/ή επιβεβαίωση ταυτότητας πελατών.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και/ή αρχές που διέπουν τα διατάγματα τύπου Mareva Injunction και Quia Timet.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για τον διορισμό Δικαστικού Παραλήπτη (Court Receiver).
- Οι Ενάγοντες δεν ενάγουν τα ορθά άτομα και/ή δεν βρίσκονται οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση τα γεγονότα που έχουν τεθεί με την ένορκη δήλωση της κας.Μαρίας Καννάβα.
- Οι Ενάγοντες με την αμφισβητούμενη αίτηση, ζητούν όπως λάβουν τις ίδιες θεραπείες που ζητούν στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους και/ή ουσιαστικά με την έκδοση τους θα αποφασισθεί τελεσίδικα και η αγωγή και/ή οι Ενάγοντες επιζητούν την έκδοση τελεσίδικης απόφασης στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας και/ή η αμφισβητούμενη αίτηση είναι ανεπιθύμητη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη.
- Οι Αιτητές προωθούν λανθασμένη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση ώστε το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
- Σε περίπτωση που εκδοθεί τυχόν διάταγμα εις την παρούσα διαδικασία, αυτό θα έρχεται σε αντίθεση και/ή σύγκρουση με το υφιστάμενο προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 6/3/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εις την αγωγή 706/
- Η πραγματική πρόθεση των Εναγόντων/Αιτητών έγκειται στη χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedure) και/ή οι Ενάγοντες/Αιτητές προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και/ή αίτηση είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη (mala fides) και/ή καταπιεστική και/ή ενοχλητική και/ή σκοπό έχει την πρόκληση ταλαιπωρίας εις τους Καθ' ων η αίτηση.
- Η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα και ουδείς λόγος και/ή ουδείς βάσιμος λόγος προβλήθηκε από τους Αιτητές που να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση.
- Οι Ενάγοντες/Αιτητές απέτυχαν με την αίτηση τους να αποκαλύψουν το κατεπείγον έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.» Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου εδράζεται η υπό συζήτηση αίτηση, παρατίθεται με τις ένορκες δηλώσεις της XXXXX Καννάβα και της XXXXX Πρωτοπαπά και οι δύο ημερομηνίας επίσης 08.12.
- Με την πολυσέλιδη ένορκη της δήλωση, η ως άνω XXXXX Καννάβα, δικηγόρος αδειούχος σύμβουλος αφερεγγυότητας και εκ των διευθυντών της KPK Trustees - εταιρείας παροχής διοικητικών υπηρεσιών - διευθυντή και γραμματέα των εναγόντων κατά το χρόνο που η ως άνω προέβαινε στην ένορκη δήλωση, αναφέρεται με λεπτομέρεια στη σχέση μεταξύ των διαδίκων και στην εξέλιξη της σε συνάρτηση πάντα με το αντικείμενο που απασχολεί στην παρούσα διαδικασία. Παρέλκει αισθάνομαι η αναγκαιότητα αυτούσιας μεταφοράς και επανάληψης των αναφορών της στο πλαίσιο της παρούσας. Στο σύνολο της έχει δεόντως ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας. Αποτελεί εκδοχή της πλευράς των αιτητών, όπως αυτή αναδιπλώνεται μέσα από την ένορκη δήλωση της ως άνω XXXXX Καννάβα, ότι το κύριο διακύβευμα στην υπό συζήτηση περίπτωση αποτελεί το πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει από κεφάλαια κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμό 26002040001339, ο οποίος διατηρείται επ' ονόματι των αιτητών στην εναγομένη - καθ' ης η αίτηση τράπεζα. Η τελευταία έχει συσταθεί στην Ουκρανία και διατηρεί υποκατάστημα στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία βάση του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με την ως άνω ομνύουσα, οι ενάγοντες - αιτητές κατέθεσαν κατά τον τρόπο και στο χρόνο που εξηγεί, με την μορφή καταθέσεων τακτής προθεσμίας, το συνολικό ποσό των US$ 5.500.000,00 (Δολάρια Αμερικής). Απώτεροι και τελικοί δικαιούχοι των αιτητών είναι ο XXXXX Ryabokon και η σύζυγός του XXXXX MeshKova, κατέχοντας ο κάθε ένας από αυτούς το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας-αιτήτριας. Παρεμβάλει η ως άνω ομνύουσα ότι η εταιρεία Galermos Trading Ltd, (εφεξής Galermos) απώτερος τελικός δικαιούχος της οποίας είναι ο XXXXX Boholiubov, ένας εκ των δυο μεγαλομετόχων της εναγομένης στην παρούσα διαδικασία, (ο δεύτερος, κατά τον τρόπο που εξηγεί είναι ο XXXXX Kolomoiskyi) καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή Aρ. 706/2015 σε βάρος: α) της εταιρείας Semorian Investements Ltd, β) του XXXXX Ryabokon (του ενός δηλαδή εκ των απώτερων δικαιούχων της ενάγουσας στην παρούσα διαδικασία) και γ) του XXXXX Ryabokon (υιού του XXXXX Ryabokon και της XXXXX MeshKova). Σημειώνει παράλληλα ότι οι σχέσεις του XXXXX Ryabokon με τους γονείς του έχουν καταρρεύσει και δεν υφίσταται επικοινωνία μεταξύ τους, χωρίς οι ως άνω δυο απώτεροι τελικοί δικαιούχοι της ενάγουσας να έχουν εμπλοκή με τις όποιες δραστηριότητες του. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, η εταιρεία Galermos διεκδικεί περίπου US$53.000.000,00 ως αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που φέρεται να υπέστη, συνεπεία κατ' ισχυρισμό απάτης και/ή συνωμοσίας των εκεί εναγομένων. Στις 06.03.2015, στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής αρ. 706/2015, εξασφαλίστηκε από την Galermos διάταγμα με το οποίο, μεταξύ άλλων, παγοποιήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παγοποιηθεί και ο ως άνω τραπεζικός λογαριασμός της ενάγουσας στην εναγομένη τράπεζα, με δεδομένο ότι ο XXXXX Ryabokon ήταν ένας από τους δυο απώτερους τελικούς δικαιούχους της ενάγουσας. Στις 26.05.2016, το ως άνω διάταγμα ημερ. 06.03.2015, στην έκταση που αφορούσε τον XXXXX Ryabokon ακυρώθηκε με απόφαση του δικαστηρίου. Στο μεταξύ είχε προηγηθεί, στις 17.11.2015, τροποποίηση του ως άνω διατάγματος, κατά τρόπο που από τις 15.09.2015 και εντεύθεν, η ενάγουσα εταιρεία στην παρούσα διαδικασία θα είχε την ευκαιρία να αποσύρει από το συγκεκριμένο λογαριασμό τους δεδουλευμένους μηνιαίους τόκους που ήταν και είναι πληρωτέοι από την εναγομένη προς αυτή. Μετά την ακύρωση του διατάγματος στην έκταση που αυτό αφορούσε τον ως άνω απώτερο δικαιούχο της ενάγουσας και μετά την ημερομηνία ωρίμανσης των καταθέσεων τακτής προθεσμίας που η ενάγουσα διατηρούσε στην εναγομένη, η ενάγουσα έδωσε οδηγίες στην τελευταία για μεταφορά των συγκεκριμένων κεφαλαίων από το πιστωτικό υπόλοιπο του ως άνω πιστωτικού λογαριασμού. Τότε ήταν που η εναγομένη ενημέρωσε για πρώτη φορά τους ενάγοντες ότι αδυνατούσε να εκτελέσει τις οδηγίες τους, προβάλλοντας ισχυρισμούς περί αδυναμίας εξακρίβωσης των δικαιούχων της κατάθεσης στο συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό. Ως υπεδείχθη στην ενάγουσα από την πλευρά της εναγομένης, περί τις 12.05.2016, παραδόθηκαν σε αυτήν εκχωρητήρια έγγραφα ημερομηνίας 26.01.2011 και 01.03.2011, στη βάση των οποίων φαίνεται ότι οι ενάγοντες εκχώρησαν όλα τα δικαιώματά τους όσον αφορά το πιστωτικό υπόλοιπο στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό στον υιό των δύο απώτερων δικαιούχων της ενάγουσας, ήτοι τον XXXXX Ryabokon, για τον οποίο εξακολουθούσε να ισχύει το διάταγμα παγιοποίησης που εξεδόθη στις 06.03.2015 στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 706/2015 Ε.Δ. Λεμεσού. Παρά τις κατ' επανάληψη προσπάθειες της πλευράς των εναγόντων να εκτελεστούν οι οδηγίες τους και τις οδηγίες των απώτερων δικαιούχων των εναγόντων όπως αγνοήσουν οποιαδήποτε συμφωνία εκχώρησης, την οποία οι ίδιοι δεν αναγνωρίζουν, συνάντησαν την άρνηση των εναγομένων οι οποίοι έκτοτε διατηρούν παγοποιημένο τον ως άνω λογαριασμό των αιτητών. Ούτε η αναφορά του ζητήματος στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου εκ μέρους των εναγόντων έφερε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Προβάλλεται η θέση από την πλευρά των εναγόντων ότι ο τραπεζικός τους λογαριασμός ουσιαστικά κατέστη δέσμιος της εναγομένης και των ιθυνόντων της, ειδικότερα των μεγαλομετόχων της τελευταίας, οι οποίοι μέσω της εταιρείας Galermos διεκδικούσαν μεγάλα ποσά σε βάρος του υιού των απώτερων δικαιούχων της ενάγουσας εταιρείας. Έκτοτε, η ιδιότυπη ομηρία του ως άνω τραπεζικού τους λογαριασμού εμβαθύνει, με τον τελευταίο να παραμένει στο έλεος και αντικείμενο της μονομερούς βούλησης της εναγομένης, που επιδιώκει αλλότριους σκοπούς. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι με την πιο πάνω στάση και συμπεριφορά της, η εναγόμενη τράπεζα ουσιαστικά επιδιώκει να ασκήσει πίεση στους απώτερους δικαιούχους της ενάγουσας, με την προσδοκία να επηρεάσουν τον υιό τους ως διάδικο στην αγωγή αρ. 706/2016, υπηρετώντας με αυτό τον τρόπο μεγαλομετόχους της, οι οποίοι φαίνεται να είναι και οι τελικοί δικαιούχοι της εταιρείας Galermos, ενώ παράλληλα κατακρατούν και αξιοποιούν κεφάλαια, τα οποία ενδεχομένως θα είναι δεκτικά εκτέλεσης προς ικανοποίηση της εταιρείας Galermos στην περίπτωση που η τελευταία επιτύχει στην αγωγή της, υπ' αριθμό 706/2016 Ε.Δ. Λεμεσού. Αποτελεί θέση των αιτητών ότι ουδέποτε υπόγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο εκχώρησης ως οι ισχυρισμοί της εναγομένης, ούτε εξουσιοδότησαν οποιοδήποτε πρόσωπο προς τούτο. Σε επικοινωνία των δικηγόρων των εναγόντων με το δικηγόρο που εκπροσώπησε τον XXXXX Ryabokon στα πλαίσια της αγωγή αρ. 706/2015, ο τελευταίος επιβεβαίωσε το γεγονός ότι πράγματι του απεστάλησαν από την εναγόμενη αντίγραφα των φερόμενων συμφωνιών εκχώρησης των δικαιωμάτων των ως άνω καταθέσεων τακτής προθεσμίας, με υπογραφή η οποία παρέπεμπε σε υπογραφή του δικηγόρου Ανδρέα Μ. Σοφοκλέους. Ο τελευταίος υποδεικνύουν, πράγματι είχε εξουσιοδοτηθεί από τους ενάγοντες να χειρίζεται τον τραπεζικό τους λογαριασμό, όχι όμως να υπογράφει συμφωνίες εκ μέρους των εναγόντων. Διάφορες προσπάθειες εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών να ανακτήσουν τις συμφωνίες εκχώρησης είτε μέσω του κ. Σοφοκλέους είτε μέσω της εταιρείας Proteas Management Ltd (εταιρείας ελεγχόμενης από τον ως άνω δικηγόρο Σοφοκλέους) που λειτουργούσε ως παροχέας υπηρεσιών για τους εναγόντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, απέβη άκαρπη. Η ως άνω ομνύουσα αφού αναφέρεται στους σκοπούς των αιτούμενων θεραπειών, προβάλλει στη συνέχεια τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η παρέμβαση του δικαστηρίου κατά τον τρόπο που οι αιτητές επιζητούν, προκρίνοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο που υπάρχει σε περίπτωση που διατηρηθεί το πιστωτικό υπόλοιπο υπό τον έλεγχο της εναγόμενης τράπεζας, εξαιτίας της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης στην οποία υποστηρίζει ότι έχει περιέλθει η τελευταία. Προς τούτο, έθεσε υπόψη του δικαστηρίου διάφορα στοιχεία και δημοσιεύματα που επιβεβαιώνουν κατά τη θέση της την άσχημη οικονομική κατάσταση της εναγομένης τράπεζας. Η εναγόμενη τράπεζα, υποστηρίζει, οφείλει στη βάση του νόμου αλλά και συμβατικών όρων, να επιστρέψει στους ενάγοντες, τους μόνους και αποκλειστικούς δικαιούχους του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού, το πιστωτικό του υπόλοιπο, το οποίο οι τελευταίοι αποστερούνται εξαιτίας της ετσιθελικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία έθεσε τον εαυτό της υπεράνω του νόμου και της ξεκάθαρης ενδιάμεσης δικαστικής απόφασης ημερ. 26.05.2016, στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 706/2015 Ε.Δ. Λεμεσού που αποδέσμευσε τα περιουσιακά στοιχεία του απώτερου δικαιούχου της ενάγουσας στην παρούσα διαδικασία, XXXXX Ryabokon, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να προσφέρει αθέμιτο πλεονέκτημα στους μεγαλομετόχους της, ενεργώντας αδικαιολόγητα και καταχρηστικά σε σχέση με τους αιτητές. Η XXXXX Πρωτοπαπά δικηγόρος - συνεταίρος σε δικηγορική εταιρεία που εδρεύει στη Λεμεσό, ως επίσης αδειούχος σύμβουλος αφερεγγυότητας βάση του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, εξοικειωμένη όπως υποδεικνύει με το ημεδαπό εταιρικό δίκαιο, στην προσφορά υπηρεσιών εταιρικής διοικητικής φύσης ως επίσης και σε θέματα που αφορούν τις υποχρεώσεις διορισμένου εκ του δικαστηρίου παραλήπτη περιουσιακών στοιχείων νομικών προσώπων, δηλώνει ουσιαστικά πως, αισθανόμενη ότι είναι σε θέση να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις τυχόν διορισμού της ως δικαστικού παραλήπτη για το ποσό των US$5.500.000,00 που είναι κατατεθειμένα επ' ονόματι των εναγόντων - αιτητών σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούν στην εναγόμενη τράπεζα, είναι διαθέσιμη να διοριστεί στην ως άνω θέση, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι από σχετικό έλεγχο που έχει διενεργήσει, καμία προηγούμενη σχέση είχε με οποιοδήποτε εκ των διαδίκων και καμία σύγκρουση συμφέροντος συντρέχει σε περίπτωση διορισμού της. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση, παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Vilcheslavovych, προϊστάμενου και Γενικού Διευθυντή από τις 26.01.2017, όπως ο ίδιος υποδεικνύει, του αδειοδοτημένου παραρτήματος (Branch) των καθ' ων η αίτηση στην Κύπρο. Ως εξηγεί, οι καθ' ων η αίτηση αποτελούν τραπεζική εταιρεία η οποία συστάθηκε και είναι εγγεγραμμένη στην Ουκρανία. Επαναλαμβάνοντας και ουσιαστικά εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, προκρίνει ότι οι αναφορές της XXXXX Καννάβα στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, αποτελούν ως επί των πλείστων αοριστολογίες, θεωρίες, φιλολογίες και συμπεράσματα, υποδεικνύοντας ότι οι ισχυρισμοί της στηρίζονται σε επιχειρήματα και εξ ακοής μαρτυρία η οποία ξεφεύγει από τα επίδικα θέματα και την ουσία της υπόθεσης. Υποδεικνύει ταυτόχρονα ότι η προσπάθεια των αιτητών να πείσουν ότι η εναγόμενη τράπεζα διοικείται ουσιαστικά από δυο μετόχους, οι οποίοι αποφασίζουν για την τράπεζα ανεξάρτητα από τη δομή της τελευταίας ως οργανισμού, αποτελεί αναληθές και αβάσιμο ισχυρισμό. Οι ισχυρισμοί περί προστασίας και εξυπηρέτησης συμφερόντων μεγαλομετόχων της εναγομένης τράπεζας εκ μέρους της τελευταίας, σημειώνει, αποτελούν εικασίες των αιτητών, υποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι από τις 18.12.2016, η εναγόμενη τράπεζα έχει κρατικοποιηθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Ουκρανίας, με το Ουκρανικό κράτος - μέσω του υπουργείου οικονομικών - να είναι ο μοναδικός της μέτοχος. Παράλληλα, ως υποδεικνύει, το προηγούμενο διοικητικό της συμβούλιο έχει αποπεμφθεί. Δεν υπάρχουν «ιθύνοντες», σημειώνει, για να εξυπηρετήσουν δικά τους ή αλλότρια συμφέροντα. Δεν αμφισβητεί ο ομνύων το γεγονός ότι ο τραπεζικός λογαριασμός υπ' αριθμό XXXXX1339 διατηρείται επ' ονόματι των αιτητών από τους καθ' ων η αίτηση. Ούτε το γεγονός ότι η εναγόμενη τράπεζα δεν ακολούθησε τις οδηγίες των αιτητών για μεταφορά του υπολοίπου του ως άνω λογαριασμού. Υποστηρίζει ωστόσο ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν παραβίασαν τις νομικές τους υποχρεώσεις ούτε έχουν επιδείξει αντισυμβατική συμπεριφορά ως τους αποδίδεται. Αντίθετα, ως προκρίνει, υπό το σύνολο των περιστάσεων ενέργησαν ως συνετοί, λογικοί και υπεύθυνοι τραπεζίτες. Προς τούτο, παραπέμπει στο γεγονός ότι στις 06.03.2015 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στα πλαίσια της αγωγής αρ. 706/2015, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα μεταξύ άλλων και εναντίων του XXXXX Ryabokon, ενός εκ των δυο απώτερων δικαιούχων των εναγόντων αλλά και του XXXXX Ryabokon, υιού του τελευταίου, με το οποίο ουσιαστικά επιβαρυνόταν, κατά τον τρόπο που εξήγησε και η ως άνω τακτές καταθέσεις των αιτητών. Οι καθ' ων η αίτηση, υποδεικνύει, ως είχαν υποχρέωση, συμμορφώθηκαν με το συγκεκριμένο διάταγμα παγοποιώντας τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό. Παρά το γεγονός ότι στις 26.05.2016, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με ενδιάμεση απόφασή του στα πλαίσια της ως άνω αγωγής αρ. 706/2015, απέρριψε την αίτηση της εταιρείας Galermos στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη το ως άνω προσωρινό διάταγμα εναντίον και του XXXXX Ryabokon, αποτελεί θέση τους ότι δικαιολογημένα αρνήθηκαν να εκτελέσουν εντολές των εναγόντων αναφορικά με εμβάσματα, πληρωμές και μεταφορά κεφαλαίων από τον ως άνω λογαριασμό, ενόψει του γεγονότος ότι το προσωρινό διάταγμα ημερ. 06.03.2015 εξακολουθούσε να ισχύει για τον XXXXX Ryabokon, σε συνάρτηση τούτο με το γεγονός ότι περί τις 12.05.2016, παραδόθηκαν σε αυτούς δυο εκχωρητήρια έγγραφα, ημερ. 26.01.2011 και 01.03.2011, στη βάση των οποίων οι ενάγοντες παρουσιάζονται να εκχωρούν όλα τα δικαιώματα τους που πηγάζουν από τις συμφωνίες κατάθεσης τακτής προθεσμίας ημερ. 21.01.2011 με αρ. 5/CY00N1 για το ποσό των US$5.000.000,00 και τη συμφωνία κατάθεσης τακτής προθεσμίας ημερ. 28.02.2011 με αρ. 6/CY00N1 για ποσό των US$500.000,00 στον XXXXX Ryabokon, υιό του XXXXX Ryabokon, ποσά που συναποτελούν το πιστωτικό υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού των αιτητών. Παραπέμποντας σε διάφορα έγγραφα που κατά τη θέση του ενισχύουν την αντίληψη ότι συγκεκριμένο πρόσωπο, ειδικότερα ο δικηγόρος Ανδρέας Σοφοκλέους, όντας νομότυπα εξουσιοδοτημένος προς τούτο από την ενάγουσα υπέγραψε για λογαριασμό της τελευταίας τις σχετικές συμφωνίες εκχώρησης, όπως και οτιδήποτε σχετικό με τον ως άνω λογαριασμό, υποστηρίζει παράλληλα ότι η ενάγουσα και οι απώτεροι δικαιούχοι της, γνώριζαν επακριβώς για την ύπαρξη των εκχωρητηρίων εγγράφων και ποιος υπέγραψε εκ μέρους της αιτήτριας εταιρείας τα οποία έχουν μάλιστα στην κατοχή τους, αφού απεστάλησαν ήδη από τους εναγομένους στο δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον XXXXX Ryabokon στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 706/2015 Ε.Δ. Λεμεσού. Οι XXXXX Ryabokon και XXXXX MeshKova, υποστηρίζει, μόλις την 01.08.2016 δηλώθηκαν ως τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για να υπογράφουν για τον εν λόγω λογαριασμό. Από το σύνολο του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της XXXXX Καννάβα αλλά και τις επιστολές που οι ίδιοι οι αιτητές απεύθυναν στους καθ' ων η αίτηση, είναι φανερό, υποδεικνύει, ότι είχαν στην κατοχή τους τα σχετικά εκχωρητήρια έγγραφα, διερωτώμενος ταυτόχρονα πως η πλευρά των εναγόντων - αιτητών δεν κατέφυγε στη δικαιοσύνη ή σε καταγγελίες στα αρμόδια σώματα στην περίπτωση που οι ενέργειες που αποδίδουν στον ίδιο τον Σοφοκλέους για το ζήτημα, περί υπογραφής δηλαδή των σχετικών εγγράφων εκχώρησης άνευ εξουσιοδότησης ή ακόμα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί πιθανής πλαστογραφίας ήταν γνήσιοι και αληθής. Υποστηρίζοντας ότι υπό το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης αναδεικνύεται ότι πρόκειται για οικογενειακή διαφορά, μεταξύ του πατέρα και της μητέρας από την μία και του υιού τους από την άλλη, υποδεικνύει ότι η γενικότερη εξέλιξη των γεγονότων καταδεικνύουν ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται καταχρηστικά από τους ενάγοντες. Ταυτόχρονα, δεν παραλείπει να υποδείξει ότι οι εναγόμενοι κατ' επανάληψη έχουν εκδηλώσει τη θέση τους ότι είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να μεταφέρουν τα κεφάλαια, νοουμένου ότι τα διάφορα θέματα αναφορικά με την υπόθεση επιλυθούν και οι καθ' ων η αίτηση λάβουν ξεκάθαρα στοιχεία αναφορικά με τους δικαιούχους των κεφαλαίων που βρίσκονται κατατεθειμένα στο λογαριασμό των αιτητών. Δεν παραλείπει ταυτόχρονα να σημειώσει το ενδεχόμενο, σε περίπτωση που εκδίδονταν οποιαδήποτε διατάγματα μεταφοράς των κεφαλαίων ως διεκδικείται τούτο μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, η εναγόμενη να βρεθεί αντιμέτωπη με αγωγές και/ή άλλες δικαστικές διαδικασίες από πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι είναι οι δικαιούχοι (beneficial owners) των κεφαλαίων του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού, ενώ ορατό είναι το ενδεχόμενο να θεωρηθούν ότι παράκουσαν το προσωρινό διάταγμα ημερ. 06.03.2015 του Ε.Δ. Λεμεσού που εξεδόθη στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 706/2015, δυνάμει του οποίου έκτοτε παγοποιήθηκε ο συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, όχι μόνο δεν ικανοποιείται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 32 του Ν.14/1960, αλλά στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στα οποία και παραπέμπει, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και αρχές που διέπουν την έκδοση ή μη διαταγμάτων τύπου και φύσης Norwich Pharmacal. Το σχετικό εγχείρημα των εναγόντων, υποστηρίζει, αποτελεί προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας («fishing expedition») ενώ οι τελευταίοι πριν την έγερση της παρούσας διαδικασίας δεν εξάντλησαν και δεν έλαβαν όλα τα δέοντα και αναγκαία μέτρα για να έχουν τις πληροφορίες που επιθυμούσαν τις οποίες χαρακτηρίζουν ως αναγκαίες. Σε κάθε περίπτωση, συμπληρώνει, αυτές μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές αφού οι καθ' ων η αίτηση δεν είναι η μόνη δυνατή πηγή πληροφόρησης των αιτητών. Ομοίως προβάλλει τη θέση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για διορισμό δικαστικού παραλήπτη του λογαριασμού, (court receiver) ενώ σχολιάζοντας ζητήματα περί οικονομικής αφερεγγυότητας των καθ' ων η αίτηση, απορρίπτει κατηγορηματικά τις θέσεις των αιτητών επί τούτου. Ταυτόχρονα, υποστηρίζει ότι με την υπό συζήτηση ενδιάμεση αίτησή τους οι αιτητές επιζητούν όπως λάβουν τις ίδιες θεραπείες που ζητούν στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμά τους και ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ουσιαστικά θα αποφασίσει τελεσίδικα και την αγωγή. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο έχει σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Μ & M Transport ν. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. σελ. 244, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Η έκδοση διατάγματος Ouia Timet όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Paricon Aluminum Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co κ.α.
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 215, αποτελεί προληπτική ενέργεια που αποδίδεται στο διάδικο όταν στοιχειοθετείται πως σε βάρος του διαπράττεται αστικό αδίκημα. Ενδιάμεσα απαγορευτικά ή προληπτικά διατάγματα υπό τη μορφή Ouia Timet, όπως αυτό που επιζητείται υπό το «Β» της αίτησης, εξετάζονται πάντα υπό το πρίσμα του άρθρου 32 του νόμου, τα κριτήρια του οποίου θα πρέπει να συντρέχουν και να ικανοποιούνται για την έκδοση τους. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009), 1 Α.Α.Δ. 734, προστακτικό διάταγμα στη βάση της διαχρονικής νομολογίας σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. Όπως άλλωστε σημειώθηκε στην υπόθεση Spidertrade Com Fin. Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 121, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για περιουσία η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Ως έχει υποδειχτεί δε στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1759, η δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και όχι ως μέτρο γενικής ασφάλισης ενός ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με την μη πληρωμή χρέους. Σαφής είναι άλλωστε η υπόδειξη στη σελίδα 223 του συγγράμματος των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, «Διατάγματα» πως: «... όπου το δικαστήριο δεν ικανοποιηθεί από τη μαρτυρία που προσκομίζει ο ενάγων ότι ο εναγόμενος θα προσπαθήσει με την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων να αποφύγει να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον του, δεν πρέπει να εκδίδει διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι είναι καλά εδραιωμένος εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ότι έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία ή επιχείρηση η οποία είναι δύσκολο να αποξενωθεί απλώς για να αποφύγει τις ευθύνες του» Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, ενώ δεδομένη είναι πάντα η δυνατότητα αντεξέτασης ως προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση - μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Ως αναδύεται από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής αλλά και από την ένορκη δήλωση της XXXXX Καννάβα η οποία συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, ως αιτία για την προώθηση της υπό συζήτησης αγωγής προκρίνεται η παράνομη, απατηλή και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων έναντι των εναγόντων - πελατών τους, οι οποίοι διατηρούν συγκεκριμένο λογαριασμό στην εναγόμενη τράπεζα. Συμπεριφορά η οποία, ως προβάλλεται από τους ενάγοντες, οδηγεί ουσιαστικά σε μια κατάσταση ιδιότυπης ομηρίας του τραπεζικού λογαριασμού των τελευταίων, απολήγουσα στο τέλος της ημέρας σε ιδιοποίηση του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο συγκεκριμένο λογαριασμό προς όφελος των ίδιων των εναγομένων ή άλλων προσώπων που τους ελέγχουν και καθοδηγούν. Αποδίδουν περαιτέρω στους εναγομένους, παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης και παράβαση εμπιστεύματος και/ή δόλο και/ή αμέλεια, ως επίσης συνωμοσία για πρόκληση βλάβης και/ή ζημιάς και/ή καταδολίευσης πιστωτή και/ή συνωμοσία προς απόσπαση πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και/ή ιδιοποίησης και/ή παράνομης επέμβασης σε κινητή ιδιοκτησία. Αρχίζοντας από το τελευταίο, την απόδοση δηλαδή στην εναγομένη του αδικήματος της συνομωσίας κατά τον πιο πάνω ειδικότερο τρόπο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα συστατικά στοιχεία της συνωμοσίας, όπως αυτά συζητούνται στο Σύγγραμμα Bullen and Leake & Jacobs - Presidents of pleadings 18η έκδοση, παράγραφος 59.02, είναι να υφίσταται συμφωνία μεταξύ δυο ή περισσοτέρων προσώπων με πρόθεση να προκαλέσουν ζημιά στο θύμα, πρόσωπα τα οποία προβαίνουν σε ενέργειες που τελικά προκαλούν ζημιά στον παραπονούμενο (βλ. Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc,
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 25). Ωστόσο, ως υπεδείχθη στην υπόθεση, Crofter Hand Woven Harris Tweed Co v Veitch,
(1942)A.C. 435, η προάσπιση μιας επιχείρησης, με νόμιμα μέσα, αποτελεί θεμιτό συμφέρον, χωρίς να συνιστά συνομωσία. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση της πλευράς των εναγόντων, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου δεν φαίνεται να αποκαλύπτονται - ικανοποιούνται τα συστατικά στοιχεία της συνωμοσίας. Αποτελεί κοινό τόπο στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη τράπεζα, αρχικά, δεν είχε κάνει οτιδήποτε άλλο παρά να εφαρμόσει το διάταγμα ημερ. 06.03.2015 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 706/2015, Ε.Δ. Λεμεσού, δεσμεύοντας τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Στη συνέχεια, έχοντας τεθεί υπόψη της συγκεκριμένα έγγραφα εκχώρησης των δικαιωμάτων των εναγόντων πελατών της, όπως αυτά απορρέουν από τις συμφωνίες κατάθεσης τακτής προθεσμίας που σχετίζονται με τον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων, θεωρεί ότι εξακολουθεί να δεσμεύεται από το ως άνω δικαστικό διάταγμα, ημερ. 06.03.2015, το οποίο μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να ισχύει για τον φερόμενο ως εκδοχέα των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις πιο πάνω συμφωνίες κατάθεσης, XXXXX Ryabokon. Αποτέλεσμα τούτου είναι το γεγονός ότι εξακολουθούν να διατηρούν παγοποιημένο τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Είναι, προφανώς, εντελώς διαφορετικό ζήτημα εάν με την ως άνω απόφαση τους παραβιάζουν ή όχι τελικά τις υποχρεώσεις τους έναντι των εναγόντων πελατών τους ή αν ακόμα, ως τους αποδίδεται, στο τέλος της ημέρας παρανομούν σε βάρος των τελευταίων ενεργώντας με τον πιο πάνω τρόπο, από την ύπαρξη συμφωνίας συνωμοσίας με οποιοδήποτε τρίτο για να προκαλέσουν βλάβη και/ή να καταδολιεύσουν και/ή να αποσπάσουν πίστωση με ψευδείς παραστάσεις, όπως τους αποδίδεται από τους ενάγοντες. Γεγονός παραμένει, υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ότι πέραν από σκέψεις, εισηγήσεις και συμπερασματικές απολήξεις εκ μέρους της ομνύουσας XXXXX Καννάβα επί του θέματος, ουσιαστικά κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ικανό να πείσει, στο βαθμό έστω που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, ότι στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία της συνωμοσίας όπως αυτή αποδίδεται στους εναγόμενους. Οι συνειρμοί σκέψεων ότι πρώην μεγαλομέτοχοι της εναγομένης, οι οποίοι, ως έχει τεθεί χωρίς να αμφισβητηθεί στο τέλος της ημέρας έχουν αποπεμφθεί από την τελευταία, χωρίς να έχουν οποιοδήποτε λόγο ή παρουσία έστω στη διοίκηση της, με την εναγομένη να έχει εδώ και αρκετό καιρό ως μοναδικό μέτοχο το Ουκρανικό κράτος, καθοδηγούσαν την εναγόμενη, υποκαθιστώντας ουσιαστικά πλήρως την τελευταία ως νομική προσωπικότητα, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου προς τούτο, με μόνο εφόδιο τις υποθέσεις και τους συμπερασματικούς υπολογισμούς προς τούτο, δεν μπορεί ασφαλώς να αποκαλύψει ζήτημα συνομωσίας προς συζήτηση, ως το προωθούν τουλάχιστον οι ενάγοντες. Η λήψη νόμιμων μέτρων εξ' άλλου για σκοπούς προάσπισης των δικαιωμάτων των εναγόντων, με δεδομένα τα ζητήματα που δυνατόν να αντιμετωπίσουν σε περίπτωση αποδέσμευσης του σχετικού λογαριασμού ενώ εξακολουθεί να ισχύει δικαστικό διάταγμα που απολήγει στην παγοποίηση του συγκεκριμένου λογαριασμού, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι γίνεται για σκοπούς επίτευξης θεμιτού συμφέροντός τους, κατά τρόπο που από μόνο του θα ήταν ικανό να άρει το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης πρόκλησης ζημιάς ως αποτέλεσμα της συνομωσίας (βλ. Clerk & Lindsell on Torts, 21η έκδ. παράγρ. 24-107). Αντίθετα με τα πιο πάνω, η εισήγηση ότι οι εναγόμενοι κατά τρόπο παράνομο, αντικανονικό και κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων έναντι των αιτητών αρνούνται να εκτελέσουν τις εντολές πληρωμής των αιτητών σε σχέση με το πιστωτικό υπόλοιπο που διατηρείται στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, φαίνεται να αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι θεωρούν ότι καθ' όλα νόμιμα και εντός των υποχρεώσεών τους ως συνετοί, λογικοί και υπεύθυνοι τραπεζίτες ενεργούν κατά τον πιο πάνω τρόπο, δεν εμποδίζει ασφαλώς, από μόνο του, τη συζήτηση ενώπιων του δικαστηρίου του όλου ζητήματος, αν δηλαδή ενεργώντας κατά τον πιο πάνω τρόπο παραβιάζουν τις νομικές και συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι των αιτητών όπως τους αποδίδεται στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής και ειδικότερα τούτο αποκαλύπτεται μέσω της ένορκης δήλωσης της XXXXX Καννάβα που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση. Συνακόλουθα, κατά τον τρόπο που έχει εξηγηθεί, οι ως άνω ειδικότερες αξιώσεις των εναγόντων φαίνεται πράγματι να μπορούν νομικά να θεμελιωθούν, με τους ενάγοντες να αποκαλύπτουν, στη βάση όλων των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό συζήτηση υπόθεσης, την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε σχέση με αυτές. Εξετάζοντας το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει ή όχι η δεύτερη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος στη βάση του θεμελιακού για το ζήτημα άρθρου 32 του Ν.14/1960, δεν διαλανθάνει της προσοχής του δικαστηρίου ότι ζήτημα που κατά προτεραιότητα προκρίνεται και απασχολεί τις δύο πλευρές, είναι η ύπαρξη των συμφωνιών εκχώρησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις συμφωνίες κατάθεσης τακτής προθεσμίας, ημερ. 26.01.2011 (σε σχέση με την σύμβαση κατάθεσης υπ' αριθμό 5/CY001 που αφορά ποσό US$5.000.000,00) και ημερ. 01.03.2011 (σε σχέση με τη σύμβαση κατάθεσης υπ' αριθμό 6/CY001, που αφορά ποσό US$500.000,00) ποσά που συμποσούμενα αποτελούν στο τέλος της ημέρας το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού που οι ενάγοντες διατηρούν στην εναγόμενη τράπεζα, ήτοι US$5.500.000,00. Ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου, η γνωστοποίηση στους εναγόμενους της ύπαρξης των ως άνω συμφωνιών εκχώρησης έγινε στις 12.05.2016, λίγες μέρες πριν από την ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 706/2015 Ε.Δ. Λεμεσού, στην έκταση που αυτό αφορούσε τον XXXXX Ryabokon, κατ' εφαρμογή του οποίου η εναγόμενη τράπεζα είχε ήδη παγοποιήσει τον ως άνω λογαριασμό. Σύμφωνα με τα ως άνω εκχωρητήρια έγγραφα, η ενάγουσα εταιρεία εκχώρησε όλα τα δικαιώματά της που πηγάζουν από τις ως άνω συμφωνίες κατάθεσης τακτής προθεσμίας, στον XXXXX Ryabokon, υιό των δυο απώτερων δικαιούχων της ενάγουσας αιτήτριας εταιρείας. Αποτέλεσμα τούτου ήταν, με δεδομένο ότι εξακολουθεί να ισχύει το ως άνω διάταγμα ημερ. 06.03.2015 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής αρ. 706/2015 Ε. Δ. Λεμεσού όσον αφορά το συγκεκριμένο πρόσωπο, η εναγομένη τράπεζα να εξακολουθεί να κρατά παγοποιημένο το συγκεκριμένο λογαριασμό. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών αλλά και οι ενόρκως δηλούντες που με τις δηλώσεις τους συνοδεύουν και υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, ανάλωσαν πραγματικά πολλή χρόνο επί του ζητήματος. Πριν από την περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα, αισθάνομαι την ανάγκη, εκ του περισσού ίσως, να υπογραμμίσω το γεγονός πως κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)). Η καλά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «Κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Είναι γεγονός πως ως καταδεικνύεται στην απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγόντων, ημερ. 03.01.2008, (τεκμήριο Δ.5 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Vilcheslavovych που υποστηρίζει την ένσταση) ο Ανδρέας Σοφοκλέους παρουσιάζεται να διορίζεται και εξουσιοδοτείται από τους ενάγοντες όπως υπογράφει για λογαριασμό των τελευταίων σε σχέση με ζητήματα ως αυτά εξειδικεύονται στο συγκεκριμένο έγγραφο. Έχοντας κατά νου το αντικείμενο του ως άνω διορισμού και κάθε σχετικό όρο της εν λόγο απόφασης, αναδύεται από την όψη της και μόνο, ότι η εξουσιοδότηση του Α. Σοφοκλέους αφορά τη λειτουργία του εταιρικού τραπεζικού λογαριασμού των εναγόντων στην εναγόμενη τράπεζα. Μέσω του συγκεκριμένου δηλαδή εγγράφου, δεν φαίνεται κατά τρόπο γενικό να εξουσιοδοτείται ο Ανδρέας Σοφοκλέους να εκπροσωπεί και να αντιπροσωπεύει την ενάγουσα εταιρεία, με τη δυνατότητα μάλιστα να συμβάλλεται με άλλα, τρίτα πρόσωπα, εξ ονόματος και για λογαριασμό των εναγόντων. Σημειώνεται ότι η πλευρά των εναγόντων - αιτητών, δεν παραλείπει να θέσει υπόψη του δικαστηρίου, υπόβαθρο γεγονότων, στη βάση των οποίων προβάλλει, ανάμεσα σε άλλα, το ενδεχόμενο οι σχετικές συμφωνίες εκχώρησης να μην είχαν υπογραφεί καν από τον Α. Σοφοκλέους και ότι αυτές αποτελούν προϊόν πλαστογραφίας. Σπεύδω να σημειώσω ότι δεν παραβλέπω τους διαφόρους λόγους που προκρίνονται από την πλευρά των εναγόμενων - καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι αντιμάχονται τα πιο πάνω, υποστηρίζοντας ότι καθ' όλα δικαιωματικά ο Α. Σοφοκλέους εκπροσώπησε την πλευρά των εναγόντων και στη σύναψη των σχετικών συμφωνιών εκχώρησης. Ούτε την επισήμανση εκ μέρους των εναγομένων ότι ζητήματα πλαστογραφίας ουδέποτε τέθηκαν σε προγενέστερο στάδιο είτε από τους απώτερους δικαιούχους των εναγόντων είτε από την ίδια την ενάγουσα. Δεν παραβλέπω, επίσης, το γεγονός ότι η πλευρά των εναγομένων με παραπομπή στην εξέλιξη σχετικών γεγονότων, επικαλείται τις νομικές αρχές της φαινόμενης αντιπροσώπευσης της εναγομένης εκ μέρους του Α. Σοφοκλέους αλλά και της πιθανότητας οι ενάγοντες να εμποδίζονται από το δόγμα του estoppel, συνεπεία προγενέστερης συμπεριφοράς τους. Τα ζητήματα τούτα, ωστόσο, όπως και η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η δυνατότητα η μη υπογραφής συμφωνιών εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας από τον φερόμενο Α. Σοφοκλέους, θα πρέπει να θεωρηθεί εσωτερικό θέμα της τελευταίας, αποτελούν ασφαλώς ζητήματα που θα απασχολήσουν το δικαστήριο, στο κατάλληλο όμως στάδιο της διαδικασίας, κατά την εξέταση δηλαδή της ουσίας της διαφοράς για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα. Γεγονός παραμένει ότι στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, με δεδομένο ότι σε αυτό το στάδιο δεν απαιτείται η κατάδειξη πιθανότητας επιτυχίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, οι ενάγοντες φαίνεται να έχουν υπερβεί το ούτος ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλούνται να υπερπηδήσουν σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση για να καταδείξουν ορατό τουλάχιστο ενδεχόμενο επιτυχίας. Το δικαστήριο, στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας θα προβεί καθηκόντως στην αναγκαία αξιολόγηση του συνόλου της τεθείσας ενώπιων του μαρτυρίας και στοιχείων για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα στην προσπάθειά του να τοποθετηθεί στα ζητήματα που στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής εγείρονται και απασχολούν. Έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί ότι στις περιπτώσεις που η μόνη θεραπεία η οποία αξιώνεται είναι η χρηματική αποζημίωση, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν14/1960, συνήθως περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον οι εναγόμενοι θα αδυνατούν να ικανοποιήσουν το ποσό της απόφασης. Εντός αυτού του πλαισίου εξετάζεται, κυρίως, κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Έχει άλλωστε καλά καθιερωθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν εκδίδεται, όπου η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική θεραπεία, αποτίμηση μάλιστα η οποία μπορεί με ευκολία να γίνει έστω και εάν χρειάζεται να γίνει ουσιαστικά εκτίμηση της ζημιάς. Όπως υποδεικνύεται στο ως άνω σύγγραμμα Διατάγματα, των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «.αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2), 2008 1 A.A.Δ. 626, ανάμεσα σε άλλα επισημάνθηκε ότι η προβολή της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και επεξηγήσεων. Δεν είναι αρκετός ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση ενός εναγομένου - καθ' ου η αίτηση είναι τέτοια που να στερήσει τον ενάγοντα - αιτητή της καταβολής αποζημιώσεων εάν επιτύχει στην αγωγή του. Θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ των εναγόντων - αιτητών ανικανοποίητη. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή την αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ των εναγόντων - αιτητών, δεν είναι αρκετοί. Όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, στις περιπτώσεις που η εκδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Διατηρώ επίσης κατά νου την υπόδειξη στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυρ. "Λεωνίκ" Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, πως στα πλαίσια της εξέτασης του ζητήματος κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν14/1960, δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση κάποιου εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά ουσιαστικά, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή μια δικαστική απόφαση να μην ικανοποιηθεί αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η γενικότερη προσέγγιση πως δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση αποξένωσης, δεν έχει την έννοια πως η θεραπεία μπορεί να δοθεί σχεδόν δικαιωματικά, εκ του γεγονότος δηλαδή και μόνο ότι εκκρεμεί αγωγή στη βάση της οποίας οι ενάγοντες - αιτητές διεκδικούν την έκδοση απόφασης προς όφελός τους. Λαμβανομένων υπόψη του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το κριτήριο είναι να υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, πάντα στη βάση των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Στην υπό συζήτηση περίπτωση οι ενάγοντες - αιτητές, έχοντας προφανώς γνώση της ως άνω καλά καθιερωμένης νομολογίας για το ζήτημα, έθεσαν υπόψη του δικαστηρίου διάφορα άρθρα στο διεθνή τύπο (ηλεκτρονικό και έντυπο) αναφορικά με τους δύο πρώην μεγαλομετόχους της εναγομένης τράπεζας, τη φήμη τους, διάφορες αντιδικίες που αυτοί είχαν, ως επίσης τις σχέσεις του ενός από αυτούς με την Ουκρανική κυβέρνηση και την παύση του από κυβερνητική θέση την οποία κατείχε από τον πρόεδρο της Ουκρανίας. Παρέπεμψαν ακόμη στην εμπλοκή του ονόματος του ενός εκ των δύο μέχρι πρότινος μεγαλομετόχων σε διακίνηση τεράστιων ποσών που προορίζονταν για την Ουκρανία, τα οποία εντοπίστηκαν σε λογαριασμό που έλεγχε ο ίδιος στην Κύπρο. Τα πιο πάνω, όπως υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος κατά το στάδιο της αγόρευσής του, θέλοντας να καταδείξουν «τόσο το modus operandi της PrivatBank και των ιθυνόντων της όσο και το γεγονός ότι πλήττεται και ελέγχεται η οικονομική ευρωστία διαδοχικά των μεγαλομετόχων της τράπεζας. Η τελευταία δε είναι και κατ' ουσία το alter eco αυτών». Τέθηκε επίσης υπόψη του δικαστηρίου δημοσίευμα ιστοσελίδας, στα πλαίσια του οποίου αναφέρεται ότι η PrivatBank, η οποία χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη τράπεζα της Ουκρανίας, αντιμετωπίζει συστημικά προβλήματα με αναφορά στην ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας και στα κριτήρια που θα της επιτρέψουν να αποπληρώσει το χρέος της στην Κεντρική Τράπεζα της Ουκρανίας. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, προσθέτουν, την 01.11.2016, επέβαλε στην εναγομένη πρόστιμο ύψους €1.535.000,00 λόγω μη συμμόρφωσης με συγκεκριμένες πρόνοιες της νομοθεσίας για την παρεμπόδιση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Αναφέρθηκαν ακόμη στο γεγονός ότι η τράπεζα AS PRIVATBANK της Λετονίας, η οποία ανήκει κατά 46% στην εναγομένη, τα τελευταία δυο περίπου χρόνια, αντιμετωπίζει σοβαρότατα προβλήματα αναφορικά με την εκτέλεση των εργασιών της και τη διατήρηση των καταστημάτων της σε διάφορες χώρες που εδρεύει, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι το συμβούλιο των χρηματοπιστωτικών αγορών και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς της Λετονίας, το Δεκέμβριο του 2015, επέβαλε στη συγκεκριμένη τράπεζα πρόστιμο €2.016.830,00 για παραβίαση των νόμων που προνοούν για παρεμπόδιση του ξεπλύματος χρήματος και για την αναγκαιότητα επίδειξης της δέουσας επιμέλειας προς τον πελάτη. Κατά τον ίδιο τρόπο, στην Ιταλία, δρομολογήθηκε έρευνα σε σχέση με παραβίαση κανόνων που προνοούνται για ξέπλυμα χρήματος σε βάρος της ως άνω τράπεζας AS PRIVATBANK, με αποτέλεσμα στις 04.10.2016, η Κεντρική τράπεζα της Ιταλίας να προχωρήσει τελικά στο κλείσιμο του υποκαταστήματος της εν λόγω τράπεζας στην Ιταλία. Τα πιο πάνω, αποτέλεσε θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των αιτητών, περιγράφουν μια αρνητική προοπτική και κινδύνους από το γεγονός ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού εξακολουθεί να βρίσκεται δέσμιο στην εναγομένη, καταδεικνύοντας τον άμεσο κίνδυνο που διατρέχουν οι αιτητές να αποστερηθούν το ποσό της κατάθεσής τους. Με κάθε σεβασμό προς τις ως άνω εισηγήσεις της πλευράς των αιτητών, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου για το ζήτημα, η εισήγηση περί αφερεγγυότητας των καθ' ων η αίτηση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Παράλληλα, τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου που να ενισχύει τη θέση ή να υποδηλώνει έστω ότι επίκειται η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων για να αποφύγουν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εις βάρος τους στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, η εναγόμενη αποτελεί τη μεγαλύτερη τράπεζα της Ουκρανίας, η οποία κατά τα έτη 2014 και 2015 παρουσίασε κέρδη. Εξηγήθηκε στο δικαστήριο και παρέμεινε αδιαμφισβήτητο πως το γεγονός ότι το 2016 και μετέπειτα δεν έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ελεγμένοι λογαριασμοί της, οφείλεται στο ότι αυτοί δεν έχουν ακόμα ετοιμαστεί από τους ελεγκτές τους. Πλέον, μετά την κρατικοποίηση της το 2016, αποτελεί τραπεζικό οργανισμό, δημόσια εταιρεία, με μοναδικό μέτοχο το κράτος της Ουκρανίας, το οποίο μάλιστα έχει εγγυηθεί την τράπεζα και τις καταθέσεις που βρίσκονται κατατεθειμένες σε αυτή. Εποπτεύεται παράλληλα και από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, ενώ διατηρεί ακίνητη περιουσία τόσο στην Ουκρανία όσο και στην Κύπρο, δυνάμενη ανά πάσα στιγμή να αξιοποιηθεί για σκοπούς ικανοποίησης οποιονδήποτε δανειστών. Η παρουσίαση κατά τρόπο γενικό και αόριστο δημοσιευμάτων τα οποία αναφέρονται σε κάποιους από τους παλαιότερους μετόχους των εναγομένων, δεν προσθέτει ασφαλώς οτιδήποτε στην εισήγηση των εναγόντων επί του θέματος. Είναι αδιαμφισβήτητο άλλωστε ότι οι ως άνω δύο παλαιότεροι μεγαλομέτοχοι της, για τους οποίους τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου διάφορα στοιχεία και πληροφόρηση σε σχέση με την φήμη και τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, καμία σχέση δεν έχουν πλέον με την εναγόμενη τράπεζα, έχοντας ουσιαστικά αποπεμφθεί από αυτήν, όπως και ολόκληρο ουσιαστικά το προηγούμενο Διοικητικό της Συμβούλιο. Το γεγονός άλλωστε ότι σε άλλη τράπεζα (AS PRIVATBANK) στην οποία η εναγόμενη συμμετέχει με συγκεκριμένο ποσοστό επί του μετοχικού της κεφαλαίου, επιβλήθηκε πρόστιμο από τις αρμόδιες αρχές κάποιας τρίτης χώρας, (Λετονία) χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου ή μαρτυρίας για το πώς η συγκεκριμένη εξέλιξη δύναται πράγματι να επηρεάσει την φερεγγυότητα της εναγομένης, δεν δικαιολογεί επίσης την υιοθέτηση της θέσης περί αφερεγγυότητας της τελευταίας. Ως τέθηκε δε χωρίς να αμφισβητηθεί από την πλευρά των αιτητών, στην Ιταλία, η ως άνω AS PRIVATBANK, ανεξάρτητη τράπεζα από την εναγομένη αλλά και η ίδια η εναγομένη, δεν διατηρούν υποκατάστημα και ενεργό γραφείο, παρά μόνο αντιπρόσωπο για την εξυπηρέτηση των πελατών της ως επενδυτών. Ομοίως, η επιβολή προστίμου στην εναγομένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, για τους λόγους που έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, από μόνη της, δεν δικαιολογεί, άνευ άλλου τινός, την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι η εναγόμενη είναι αφερέγγυα με αποτέλεσμα να υπάρχει ο κίνδυνος σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής οι ενάγοντες να παραμείνουν ανικανοποίητοι. Η εισήγηση ότι η επιβολή προστίμου από μια εποπτική αρχή σε μια τράπεζα αποτελεί εξέλιξη που κατά τρόπο αυτοματοποιημένο αντανακλά στην φερεγγυότητά της, και στη δυνατότητα της να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις έναντι των πιστωτών της, κατά τρόπο μάλιστα που να επιβάλλεται η παρέμβαση του δικαστηρίου κατά τον δραστικότατο τρόπο που επιδιώκεται στην υπό συζήτηση περίπτωση, δεν μπορεί ασφαλώς να υιοθετηθεί χωρίς την παράθεση οπουδήποτε στοιχείου ή μαρτυρίας ικανών να δικαιολογήσουν τούτο. Με δεδομένη την ως άνω κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρείς θεμελιακές προϋποθέσεις, είναι φανερό ότι παρέλκει η αναγκαιότητα να απασχολήσει το δικαστήριο το ευρύτερο ζήτημα αν τελικά, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει κάποια τουλάχιστον από τα αιτούμενα διατάγματα. Η ως άνω κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται σωρευτικά οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32, σε συνδυασμό με όσα έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου για την οικονομική κατάσταση της εναγομένης και την διατήρηση περιουσίας, κινητής και ακίνητης εντός και εκτός Κύπρου, αναπόδραστα έχει τη δική της, καταλυτική σημασία, σε σχέση με τα διατάγματα που επιζητούνται με το «Β», «Δ», «Ε», «Στ», «Ζ» και «Η» της αίτησης. Η εξουσία του δικαστηρίου να διορίζει ενδιάμεσο παραλήπτη, πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Η δυνατότητα αυτή παρέχεται στο δικαστήριο σε κάθε διαδικασία που αυτό θεωρεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο. (Βλ. Seamark Consult. Consultants Services Ltd v. Joseph P. Lasala
(2007)1 (A) A.A.Δ). Στην υπόθεση ABP Hold. Ltd ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, σημειώθηκε πως στη βάση της ευρύτατης εξουσίας που τα δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας διατηρούν και έλκουν από το ως άνω άρθρο 32, έχουν τη δυνατότητα να εκδώσουν οποιοδήποτε διάταγμα, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται και αυτό του διορισμού παραλήπτη αν αυτό κρίνεται πρόσφορο, ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ωστόσο, ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους του δικαστηρίου, αποτελεί θεραπεία που δεν συναντάται συχνά. Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Starport Nominees Ltd κ.α. (Αρ. 2)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1370, με παραπομπή στο Σύγγραμμα του David Been «Injunctions» 8η έκδοση, η εξουσία για διορισμό παραλήπτη, συνήθως είναι συναφής και συνδεδεμένη με τα διατάγματα παγοποίησης εκεί όπου χρειάζεται ο έλεγχος από ένα τρίτο πρόσωπο προς διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων. (Βλ. επίσης JSC Beete Bank v. Apeasov (Νο. 3) 2011 Bus. L. R. B. 119). Υπό το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, χωρίς επουδενί το δικαστήριο να προβαίνει σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα επί τούτων, η απαίτηση για διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη όπως προκρίνεται στο αιτητικό «Γ» της αίτησης δεν φαίνεται να δικαιολογείται. Ως έχει ήδη σημιεωθεί, δεν έχει καταδειχθεί υπαρκτός κίνδυνος αποξένωσης ή απώλειας των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση, τη λειτουργία της οποίας εγγυάται ήδη το Ουκρανικό κράτος, μοναδικός της μέτοχος πλέον, όπως και τις καταθέσεις σε αυτή. Ο διορισμός δικαστικού παραλήπτη ως αξιώνεται από τους αιτητές, όχι μόνο δεν φαίνεται να δικαιολογείται, αλλά κρίνεται, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, ότι θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη και αχρείαστη παρέμβαση εκ μέρους του δικαστηρίου. Σημειώνοντας ότι ο επίδικος τραπεζικός λογαριασμός είναι ήδη παγοποιημένος, αποτέλεσμα του υφιστάμενου δικαστικού διατάγματος ημερ. 06.03.2015 που εξεδόθη στο πλαίσιο της αγωγής αρ. 706/2015 Ε.Δ. Λεμεσού, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχτεί ότι οι εναγόμενοι αποτελούν καθ' οιονδήποτε τρόπο αναξιόπιστους τραπεζίτες ή ότι στερούνται περιουσίας ικανής να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί σε βάρος τους στο πλαίσια της παρούσας αγωγής, δεν βλέπω πως θα δικαιολογείτο η απόδοση αυτής της δραστικότατης και συντριπτικής πολλές φορές θεραπείας σε βάρος ενός τραπεζικού οργανισμού όπως οι εναγόμενοι. Αξιώνεται περαιτέρω, μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής αλλά και στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης, η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης, ανίχνευσης ή ιχνηλάτισης μαρτυρίας και στοιχείων σε σχέση με τη μεταφορά και/ή έμβασμα και/ή πληρωμή και/ή είσπραξη και/ή κατάθεση και/ή χρέος και/ή πίστωση που έγινε στον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμό 26002040001339, ο οποίος διατηρείται επ' ονόματι των εναγόντων στην εναγόμενη τράπεζα, ως και η αποκάλυψη οποιονδήποτε οδηγιών και εγγράφων σε σχέση με τα πιο πάνω. Επιζητούνται επίσης, μεταξύ άλλων, διατάγματα μέσω των οποίων οι εναγόμενοι να δηλώνουν και/ή αποκαλύπτουν όλα τα στοιχεία, πληροφορίες και το περιεχόμενο του τραπεζικού φακέλου τον οποίο διατηρούν, σε οποιανδήποτε μορφή, αναφορικά με τον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό. Τα διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων, τα οποία έλαβαν το όνομά τους από την ομώνυμη υπόθεση στην Norwich Pharmacal Co & Others v. Commisioners & Custom Exice
(1973)2 All E.R.943, εδράζονται και αποτελούν ουσιαστικά δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας. Ως υπεδείχθη στην ως άνω απόφαση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων, όπως λειτουργούσε τότε: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (
- a)without discovery of the information in the possession of the person against whom discover was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (
- b)the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer». Είναι καλά αποδεκτό από τα Αγγλικά δικαστήρια αλλά και την Κυπριακή νομολογία, ότι η ως άνω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, δυνάμενη να προωθηθεί εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και εάν αποδεδειγμένα έπραξαν τούτο άθελά τους ή ακόμη χωρίς να έχουν προσωπική ευθύνη. Όπως επισημαίνεται στις σχετικές αποφάσεις, το καθήκον αυτών των προσώπων έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, η οποία εκδηλώνεται μέσω της αποκάλυψης των πληροφοριών που κατέχουν και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority ν. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων κοινωνικοοικονομικών καταστάσεων και δεδομένων, μπορεί ανάλογα να εφαρμοστεί και σε περιπτώσεις που προγενέστερα δεν κάλυπτε. Όπως άλλωστε υποδείχτηκε στην Avila Management & Services Ltd κα. v. Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσομένων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Nowrich Pharmacal εμπίπτουν σε αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όσες χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου». Αποτέλεσμα της πιο πάνω πραγματικότητας ήταν να επεκταθεί η εφαρμογή της ως άνω αρχής σε υποθέσεις που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες (βλ. Carcton Film Distributors Ltd v. V.C.I. Plc
(2003)EWHC 616), σε περιπτώσεις όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγούντος ήταν γνωστή, πλην όμως η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042, ως επίσης σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software ν. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nex & Petrol U.K. Ltd
(2005)3 All E.R. 511, υιοθετήθηκαν δε, κατ' επανάληψη, από την Κυπριακή νομολογία. Ως ειδικότερα σημειώνεται στη σελίδα 518 της ως άνω απόφασης: «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Στην υπόθεση Avila Management & Services Ltd κα. v. Stepanec κ.α. (ανωτέρω), αφού διακηρύχτηκε ότι η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, σημειώθηκε ταυτόχρονα ότι το δικαστήριο: «.. δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA ν. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). To ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Γεγονός παραμένει ότι αίτημα για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων (Norwich Pharmacal) θα πρέπει να εξετάζεται έχοντας κατά νου πάντα την αναγκαιότητα να συντρέχουν τουλάχιστον οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης, έχει ήδη εξηγηθεί η κατάληξη του δικαστηρίου ότι φαίνεται να συντρέχουν οι δυο πιο πάνω προϋποθέσεις. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι ενάγοντες φαίνεται ότι από μακρού χρόνου γνώριζαν για την ύπαρξη των εκχωρητηρίων εγγράφων και το περιεχόμενο τους. Οι μοναδικοί μέτοχοι και απώτεροι δικαιούχοι άλλωστε της ενάγουσας, παρουσιάζονται ενήμεροι για το πρόσωπο που φέρεται ότι υπέγραψε τα συγκεκριμένα έγγραφα για λογαριασμό τους, όπως επίσης παρουσιάζονται ενήμεροι του γεγονότος ότι εκδοχέας, είναι ο υιός τους, XXXXX Ryabokon. Είναι οι ίδιοι που με επιστολή τους προς τους εναγομένους, ημερ. 09.06.2016, παρουσιάζονται να καλούν την εναγομένη τράπεζα να επιστρέψει τα περί ου ο λόγος εκχωρητήρια έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι έχασαν την εγκυρότητά τους. Δεν υπάρχει άλλωστε αμφισβήτηση του γεγονότος ότι οι καθ' ων η αίτηση απέστειλαν τα συγκεκριμένα έγγραφα στην εταιρεία Proteas Management Ltd - προηγούμενο παροχέα διοικητικών υπηρεσιών της ενάγουσας εταιρείας - ως επίσης και στο δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον ένα από τους δυο απώτερους δικαιούχους της ενάγουσας εταιρείας, τον XXXXX Ryabokon, στα πλαίσια της αγωγής αρ. 706/2015 Ε.Δ. Λεμεσού. Τα συγκεκριμένα έγραφα, εξ' άλλου, κοινοποιήθηκαν και στο γραφείο του δικηγόρου Α. Σοφοκλέους που φέρεται ότι λειτουργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας από τον ως άνω δικηγόρο του απώτερου δικαιούχου της τελευταίας στα πλαίσια της αγωγής αρ. 706/2015. Σημειώνεται παράλληλα πως ενώ αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο πλαστογραφίας, εντούτοις σε κανένα διάβημα, ενέργεια ή καταγγελία προέβησαν για το ζήτημα. Το γεγονός άλλωστε ότι η πλευρά των εναγόντων γνωρίζει για την ύπαρξη των συγκεκριμένων εκχωρητηρίων εγγράφων, φαίνεται πράγματι να επιβεβαιώνεται, ανάμεσα σε άλλα και στην επιστολή των δικηγόρων των αιτητών, ημερομηνίας 17.08.2016, όπου γίνεται σαφής αναφορά στο περιεχόμενό τους. Η αναζήτηση επίσης πλείστων όσων πληροφοριών, στοιχείων και εγγράφων σε σχέση με τον συγκεκριμένο λογαριασμό, τα οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο φαίνεται είτε να προήλθαν από την πλευρά των εναγόντων ή να περιήλθαν ήδη στην κατοχή και γνώση των αιτητών ή στην κατοχή εξουσιοδοτημένων από αυτούς προσώπων ή αντιπροσώπων τους και τα οποία εύλογα θα μπορούσαν να έχουν στην κατοχή τους, δεν μπορεί επίσης να παραγνωριστεί. Δεδομένη και αδιαμφισβήτητη είναι άλλωστε η ηλεκτρονική πρόσβαση στον επίδικο λογαριασμό την οποία είχαν οι ενάγοντες. Πρόσβαση η οποία τους παρείχε ούτως ή άλλως την δυνατότητα από μόνοι τους να ελέγχουν τη διαχείριση και διακίνηση του τραπεζικού τους λογαριασμού. Ενός λογαριασμού που δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι δυνάμει του διατάγματος του δικαστηρίου που εξεδόθη στα πλαίσια της αγωγής αρ. 716/2015 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερομηνίας 03.06.2015, έχει έκτοτε παγοποιηθεί. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν φαίνεται πραγματικά να δικαιολογείται στη βάση των αρχών που ρυθμίζουν το σχετικό ζήτημα, η έκδοση του αιτούμενου υπό «Α» διατάγματος. Κάτω από τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, δεν φαίνεται οι πληροφορίες που επιζητούνται να είναι αναγκαίες για να καταστήσουν δυνατή την έγερση καλόπιστης αγωγής ή απαίτησης εκ μέρους των εναγόντων εναντίον εκείνων που οι ίδιοι θεωρούν ότι έχουν αδικοπραγήσει σε βάρος τους ή έστω έχουν παραβιάσει συμβατικές τους υποχρεώσεις. Οι ενάγοντες, φαίνεται ότι ακόμα και πριν την προώθηση της παρούσας αγωγής, γνώριζαν και μπορούσαν να γνωρίζουν τους κατά τους δικούς τους πάντα ισχυρισμούς παραβάτες ή αδικοπραγούντες σε βάρος τους. Η προσπάθεια, όπως αυτή εκδηλώθηκε από την πλευρά των εναγόντων - αιτητών, απολήγει ουσιαστικά να αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» από την πλευρά των τελευταίων. Όπως έχει υποδειχτεί άλλωστε στην υπόθεση Avila (ανωτέρω) «το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή επιθυμία λήψης των πληροφοριών αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη». Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Συνακόλουθα, η αίτηση αναπόδραστα οδηγείται σε απόρριψη με έξοδα προς όφελος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο