← Κύπρος

Μακρή ν. Παρασκευαϊδου Μαυρονικόλα, Αρ. Αγωγής: 3308/17, 23/10/2018

Μακρή ν. Παρασκευαϊδου Μαυρονικόλα, Αρ. Αγωγής: 3308/17, 23/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A561 Αρ. Αγωγής: 3308/17 Μεταξύ: XXXXX Μακρή Ενάγουσας και XXXXX Παρασκευαϊδου Μαυρονικόλα Εναγομένης Αίτηση ημερ. 14.12.17 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση συνοπτικής απόφασης Ημερομηνία: 23 Οκτωβρίου 2018 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Βιολάρης για Κλεόπας & Κλεόπας, Δ.Ε.Π.Ε Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Χρ. Σταυρινός για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους, ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή της, αιτείται μεταξύ άλλων το ποσό των €53.000,00 ως υπόλοιπο ενοικίου οφειλόμενο κατ' ισχυρισμό από την εναγομένη για την ενοικίαση μιας οικίας που βρίσκεται στην οδό XXXXX 11 στα XXXXX. Αιτείται επίσης το ποσό των €7.500,00 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη μέχρι την παράδοση της οικίας καθώς επίσης και €45.000,00 για φθορά που προκλήθηκε στο υποστατικό λόγω κατ' ισχυρισμό επιβλαβών πράξεων της εναγομένης. Τέλος, επιζητεί παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης καθώς και αποζημιώσεις για την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης στο επίδικο ακίνητο. Η αξία της υπό κρίση κατοικίας κατά την ενάγουσα, υπερβαίνει το ποσό των €2.900.000. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, το επίδικο υποστατικό ενοικιάστηκε στην εναγομένη από την ενάγουσα, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημ. 01.09.2011. Η διάρκεια ενοικίασης καθορίστηκε για περίοδο 6 ετών, ήτοι μέχρι τις 31.08.2017. Το ενοίκιο συμφωνήθηκε σε €5.000,00 μηνιαίως μέχρι 31.08.2013, €5.500,00 μηνιαίως μέχρι 31.08.2015 και €6.000,00 μηνιαίως μέχρι 31.08.2017. Λόγω της οικονομικής κρίσης, η ενάγουσα αποδέχθηκε κατά τον Απρίλιο του 2013, αίτημα της εναγομένης να εισπράττει για συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήτοι από 01.04.13 μέχρι 31.03.14, μειωμένο ενοίκιο κατά €500,00. Μετά όμως τη λήξη της πιο πάνω περιόδου, η εναγομένη κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, με μονομερή πράξη καταβάλλει μόνο το ποσό των €4.500,00 μηνιαίως και όχι €5.500,00 που προνοείται μέχρι 31.08.2015 και €6.000,00 που προνοείται μέχρι το τέλος της ενοικίασης. Η εναγομένη αρνήθηκε να καταβάλει τα πιο πάνω δεδουλευμένα ενοίκια παρά την αξίωση της ενάγουσας. Εξακολουθεί δε να κατέχει την επίδικα οικία παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση της ενάγουσας, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημ. 03.02.2017, τερμάτισε τη συμφωνία και αξίωσε την παράδοση της επίδικης οικίας. Η ενάγουσα αξιώνει επίσης το ποσό των €7.500,00 μηνιαίως ως αποζημίωση για όσο χρονικό διάστημα η εναγομένη εξακολουθεί να επεμβαίνει παράνομα στο υποστατικό. Αξιώνει επίσης το ποσό των €45.000,00 ως αποζημιώσεις για διάφορες αυθαίρετες εγκαταστάσεις και ζημιές στο εσωτερικό της οικίας και στον κήπο μεταξύ άλλων και στο σύστημα άρδευσης του γρασιδιού. Η παρούσα αίτηση Μετά την επίδοση της αγωγής, η εναγομένη καταχώρισε εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας αίτησης με την οποία η ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης σε μερικές από τις θεραπείες της έκθεσης απαίτησης με το αιτιολογικό ότι σε αυτές στερείται υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, αιτείται συνοπτικής απόφασης για τις πιο κάτω θεραπείες: Για το ποσόν των €53.000,00 ως η παράγραφος Α του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος . Για διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής της επίδικης οικίας στην ενάγουσα και για διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγομένη να σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα στο επίδικο υποστατικό. iii. Για το ποσόν των €6.000,00 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 01.09.2017 μέχρι την ημερομηνία που το επίδικο υποστατικό τεθεί υπό την κατοχή και/ή τον έλεγχο της ενάγουσας. Διαζευκτικά σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέψει στην εναγομένη να υπερασπιστεί, η ενάγουσα αιτείται απόφαση που να διατάσσει την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα, το ποσόν των €6.000,00 μηνιαίως μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της αγωγής. Η ενάγουσα αιτείται περαιτέρω νόμιμο τόκο επί κάθε καθυστερημένου ποσού από την ημέρα που αυτό έχει καταστεί πληρωτέο μέχρι τελικής εξόφλησης και/ή οποιοδήποτε άλλο επιτόκιο θεωρήσει το Δικαστήριο ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της ιδίας της ενάγουσας, η οποία δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ότι έχει στην κατοχή και στη φύλαξη της, όλα τα σχετικά με την παρούσα υπόθεση έγγραφα. Στη συνέχεια, η ενάγουσα αναφέρεται εξαντλητικά στο ιστορικό της υπόθεσης και στην αλληλογραφία των συνηγόρων των διαδίκων μέχρι και την καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της. Αναφέρεται περαιτέρω αναλυτικά, στον τρόπο με τον οποίο προκύπτουν τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ενοίκια. Ακολούθως, η ενάγουσα παραθέτει τις προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης κατόπιν νομικής συμβουλής των συνηγόρων της. Ισχυρίζεται ότι οι όροι της σύμβασης ενοικίασης και ειδικά το ύψος του ενοικίου είναι ξεκάθαροι, η δε απόφαση της να εισπράττει μειωμένο ενοίκιο ήταν αποκλειστικά και μόνο για την περίοδο από τον Απρίλιο του 2013 μέχρι τον Μάρτιο του 2014. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη αυθαίρετα και αντισυμβατικά χωρίς οποιαδήποτε τροποποίηση της σύμβασης, αποφάσισε να συνεχίσει να καταβάλει μειωμένο ενοίκιο και αυτό είναι σαφές από το περιεχόμενο των επισυναπτόμενων επιστολών. Η ενάγουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι όπως την συμβουλεύει ο συνήγορος της, η επιστολή τερματισμού (τεκμ. 14), είναι καθόλα νόμιμη. Εν πάση περιπτώσει πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής και συγκεκριμένα από τις 31.08.17, η σύμβαση ενοικίασης έχει πλέον λήξει. Από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας, είναι εμφανές κατά την ενάγουσα ότι η εναγομένη δεν παρουσιάζει εύλογη υπεράσπιση αφού ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε συμφωνία για μόνιμη μείωση ενοικίου αλλά ούτε παρουσιάζει οποιοδήποτε λόγο για να της επιτραπεί να υπερασπιστεί στην αγωγή. Οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί εργασιών στο υποστατικό, είναι αναληθείς. Εν πάση περιπτώσει, αυτοί δεν επηρεάζουν την παρούσα αίτηση αφού η εναγομένη μπορεί να απαιτήσει τα εν λόγω ποσά σε άλλη διαδικασία. Εξάλλου, η αξίωση της ενάγουσας για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο υποστατικό, εξακολουθεί να υφίσταται. Αξίωση, την οποία η ενάγουσα σκοπεύει να προωθήσει στο στάδιο της πλήρους εκδίκασης της υπόθεσης. Τέλος, η ενάγουσα αναφέρει ότι η εναγομένη έχει μεταφέρει στο υποστατικό πέραν των 20 σκύλων όπως επίσης και αριθμό γουρουνιών με αποτέλεσμα η επίδικη περιουσία να κινδυνεύει να καταστραφεί. Επομένως, η αιτούμενη απόφαση για έξωση, πέραν του ότι είναι δικαιολογημένη, είναι σύμφωνα με τα περιστατικά της υπόθεσης και επείγουσα. Στην ένορκη δήλωση, επισυνάπτονται ως τεκμήρια το ενοικιαστήριο έγγραφο αλλά και σειρά αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων. Η ένσταση Η εναγομένη καταχώρησε ένσταση, αρνούμενη την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής απόφασης και ότι η παρούσα ασκείται καταχρηστικά με μόνο σκοπό να αποστερήσει από την εναγομένη το δικαίωμα της να υπερασπίσει την υπόθεση της και να ακουστεί από το Δικαστήριο ώστε το τελευταίο να έχει υπόψη του όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 και ότι χαρακτηρίζεται από ανακρίβειες και αστήριχτους ισχυρισμούς. Επιπλέον, η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρεται επαρκώς στα γεγονότα και αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα για την έκβαση της παρούσας αγωγής. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται επίσης ότι η εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης θα παραβιαστεί το δικαίωμα της για δίκαιη Δίκη το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της ιδίας της εναγομένης. Με αυτήν, επιβεβαιώνει την εκ μέρους της ενοικίαση του υποστατικού. Αναφέρει όμως ότι αμέσως μετά την ενοικίαση, διαπίστωσε προβλήματα τα οποία επιθεώρησε και ο μηχανικός της XXXXX Κανάρης. Χρειάζονταν να γίνουν εκτεταμένες εργασίες για να είναι βιώσιμο το υποστατικό όπως επιδιόρθωση της κεντρικής εισόδου, στην ελαττωματική θέρμανση, σε προβλήματα υγρασίας, στην προβληματική διάτρηση κ.λ.π. Η εναγομένη προέβηκε σε όλες αυτές τις εργασίες λόγω του ότι αυτές δεν έγιναν από την ενάγουσα παρά τις υποσχέσεις της. Όπως ενημερώνεται από τους δικηγόρους της, εφόσον η ενάγουσα συμφώνησε στη μείωση του ενοικίου, κωλύεται να αξιώνει τα αιτούμενα στην παρούσα αγωγή ποσά. Επιπλέον ως συμβουλεύεται, όλα τα έξοδα που κατάβαλε η ίδια για επιδιόρθωση της οικίας, βαραίνουν την ενάγουσα ως ιδιοκτήτη. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση της ένστασης ότι εγείρονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και ότι η εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να της δοθεί η δυνατότητα να παρουσιάσει τους πιο πάνω ισχυρισμούς της σε έκταση και με περισσότερες λεπτομέρειες στο Δικαστήριο, προκειμένου να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αγορεύσεις. Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του, ανέφερε ότι με την ένσταση δεν αμφισβητείται ο τερματισμός της ενοικίασης (τεκμ. 14 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Πέραν τούτου δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι λανθασμένα τερματίστηκε η σύμβαση. Στην συνέχεια με αναφορά σε νομολογία που ερμηνεύει την Δ.18 θ.1, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία ότι έχουν αποδειχτεί όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα έχει καταχωρήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η καθ' ης η αίτηση σημείωμα εμφάνισης. Επιπλέον, η ενάγουσα η ένορκη δήλωση της οποίας υποστηρίζει την αίτηση, αποτελεί το πλέον αρμόδιο άτομο για να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η νομιμότητα της σύμβασης ενοικίασης και κατά συνεπεία οι πρόνοιες της, αποτελούν παραδεκτά γεγονότα. Ως αποτέλεσμα, προφορική μαρτυρία σε αντίθεση με τις πρόνοιες της εν λόγω σύμβασης θα πρέπει να αγνοηθεί αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στον κανόνα «Parol Evidence». Επανέλαβε ότι ούτε ο νόμιμος τερματισμός της σύμβασης έχει αμφισβητηθεί. Κατά συνεπεία, η ενάγουσα έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει τις θεραπείες που ζητά τόσον μέσω της έκθεσης απαίτησης, όσον και μέσω της υπό εκδίκαση αίτησης. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, η σύμβαση ενοικίασης έχει ήδη λήξει από τον Αύγουστο του 2018 και έκτοτε η εναγομένη είναι παράνομος επεμβασίας στο επίδικο υποστατικό. Σε σχέση με το αιτούμενο ποσό, η εναγομένη δεν δίδει κατά τον συνήγορο καμία εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο δεν καταβάλλει τα οφειλόμενα ενοίκια ως αυτά προκύπτουν από την σύμβαση ενοικίασης. Ούτε δίδεται οιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν καταβάλλονται από τον τερματισμό της σύμβασης και μετέπειτα, ενδιάμεσα οφέλη. Η εναγομένη κατά τον συνήγορο, επιχειρεί να δημιουργήσει σύγχυση παραθέτοντας τα περί κωλύματος λόγω του ότι υπήρξε συμφωνία για μείωση του ενοικίου. Δεν υπάρχει όμως ίχνος μαρτυρίας που να συνηγορεί σε κάτι τέτοιο αφού η συμφωνία μείωσης του ενοικίου ήταν περιορισμένης διάρκειας και έληξε στις τον Απρίλιο του 2014 σύμφωνα με το τεκμήριο 2 της αίτησης. Κάτι τέτοιο άλλωστε καταρρέει από το περιεχόμενο των επιστολών που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης όπου η αιτήτρια αξίωνε κατ' επανάληψη στο ακέραιο, την καταβολή των οφειλόμενων ενοικίων. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι η εναγομένη με την ένορκη δήλωση της ένστασης δεν παρουσίασε συζητήσιμη υπεράσπιση. Οι ισχυρισμοί που προωθούνται περί επιδιορθώσεων, υγρασίας και διάβρωσης είναι κακόπιστοι και καταχρηστικοί και δεν μπορεί παρά να αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως τούτου, η απαίτηση της ενάγουσας για έξωση ως αυτή απορρέει από τα απλήρωτα ενοίκια, παραμένει αλώβητη. Κατά τον συνήγορο, οιαδήποτε παρεμφερή θέματα ή οποιαδήποτε απαίτηση της εναγομένης εναντίον της ενάγουσας, μπορεί να εκδικαστεί στα πλαίσια επικείμενης ανταπαίτησης ή και νέας αγωγής χωρίς σε κανένα σημείο να επηρεάζει το δικαίωμα της ενάγουσας σε συνοπτική απόφαση. Ο συνήγορος της εναγομένης στην δική του αγόρευση έκαμε αναφορά στην νομολογία που καθορίζει τις προϋποθέσεις για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με την Δ.18. θ.1. Στην συνέχεια, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι με το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επανέλαβε την θέση ότι η ενάγουσα συμφώνησε προφορικά, κατά τον Απρίλιο του 2013 όπως το ενοίκιο μειωθεί από €6.000,00 σε €4.500,00, ποσό το οποίο καταβάλλεται ανελλιπώς. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η ενάγουσα κωλύεται να αξιώνει ως η παρούσα αίτηση και αγωγή αφού η ίδια συμφώνησε στην μείωση του ενοικίου. Επιπλέον, από το 2011 μόλις ενοικιάστηκε το επίδικο υποστατικό, υπήρχαν προβλήματα τα οποία αφού διαπιστώθηκαν από τον μηχανικό της εναγομένης, ενημερώθηκε προφορικά ο σύζυγος της ενάγουσας και υποσχέθηκε ότι θα τα επιλύσει, πλην όμως ουδέν έπραξε. Κατά το 2012, πάλι, χρειάζονταν να γίνουν εκτεταμένες εργασίες στο επίδικο υποστατικό για να είναι βιώσιμο λόγω του ότι υπήρχαν διάφορα θέματα με την λειτουργικότητα του, όπως π.χ. η επιδιόρθωση κεντρικής εισόδου, ελαττωματική θέρμανση, προβλήματα υγρασίας, προβληματική διάτρηση κλπ. Μέχρι το 2015, χρειάστηκε να εκτελεστούν ακόμη περισσότερες εργασίες αφού υπήρχε διάβρωση του εδάφους, έπρεπε να αντικατασταθούν οι θερμοστάτες, να επιδιορθωθεί ο μεταλλικός φράκτης και πολλά άλλα που κόστισαν στην εναγομένη, ποσά πέραν των €49.000,00. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν συνεργαζόταν και δεν αναλάμβανε τα πιο πάνω έξοδα που της αναλογούσαν ως ιδιοκτήτρια, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Τέλος, επανέλαβε την θέση ότι η ενάγουσα κωλύεται να ζητά τις θεραπείες της παρούσας αγωγής αφού συμφώνησε στην μείωση του ενοικίου. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.18 Θ1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχει ως ακολούθως: "1 - (
  2. a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend." Από την διατύπωση της Δ.18 Θ1 (α) προκύπτει ότι: 1. Ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι καταχωρήθηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως. Πρέπει επίσης να συνοδεύει την αίτηση του από ένορκη δήλωση από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. 2. Στην ένορκη δήλωση του, ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ' όσων γνωρίζει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην Αγωγή. (βλ. Σταυρινίδης ν. Chekoslovenska Obchondi Banka A.S. [1972] 1 AAΔ 130). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο, την δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης. (Βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ [1997] 1 Α.Α.Δ. 782). 3. Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. H συνοπτική απόφαση (summary judgement) θα πρέπει να εκδίδεται με πολύ φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπιστεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (βλ. Annual Practice

(1958)σελ. 243). Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ειδωθεί και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του. Η ιδιαίτερη φύση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: " Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 AAΔ.879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Για τους πιο πάνω λόγους, η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Σχετική είναι η απόφαση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, στην οποία παρατέθηκε στην σελ.789, το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Simon and Co v. Palmers Store
(1912)1 ΚΒ 259, 266: "Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial such as procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the order" Σχετική είναι επίσης η απόφαση Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή, το οποίο υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη απόφαση Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1Β Α.Α.Δ 977: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης συνοπτικής απόφασης πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Σε ενδιάμεσες αιτήσεις δυνάμει της Δ.39 Θ2, αρκούν δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά ή ότι αυτά ευσταθούν από πληροφορίες που έχει. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση. Ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. (βλ. Stavrinides - ανωτέρω- σελ. 166 - 167). Επίσης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα τεκμήρια που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς την συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική. Βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18. (Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 1168). Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Cooperatives Industrial
(1982)1 CLR 897). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύει το βάσιμο τις υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Στην απόφαση Ch Aresti Estates Ltd κ.α. Ν. Loucas Kyprianou Co Enterprises Ltd, Πολ. Έφεση 68/11, ημερ. 21/10/2016 στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της ενάγουσας, λέχθηκαν τα εξής επί του θέματος: «Σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, ένας εναγόμενος θα πρέπει να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες για να λάβει άδεια προς υπεράσπιση, έχοντας βεβαίως πάντοτε υπόψη ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να χρησιμοποιεί την ταχεία διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18, πρέπει να ασκείται με φειδώ όπου τα όσα προτείνονται από την ένσταση δεν αφήνουν περιθώρια νόμιμης υπεράσπισης» Στην ίδια απόφαση Ch Aresti Estates (ανωτέρω), λέχθηκε ταυτόχρονα ότι οποιαδήποτε ανταπαίτηση του εναγομένου που δεν επηρεάζει την αιτούμενη με την αγωγή θεραπεία δεν συνιστά υπεράσπιση στην αγωγή. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία διέταξε συνοπτική απόφαση για έξωση των εναγομένων λόγω μη πληρωμής οφειλόμενων ενοικίων. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « Η όποια ενδεχόμενη απαίτηση των ιδίων των εφεσειόντων θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο ανταπαίτησης, ή χωριστής αγωγής, αλλά δεν επηρέαζαν το δικαίωμα των εναγόντων σε συνοπτική απόφαση.» Πρέπει όμως ταυτόχρονα να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. ( Βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνας
(1999)1 Α.Α.Δ 817). Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι επίσης η απόφαση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε
(2001)1 Α.Α.Δ 418, 423, όπου στην σελίδα 6 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν την διεξαγωγή κανονικής Δίκης. Εφ' όσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο Εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο Δίκης στην Αγωγή." Η αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσόν, πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Annual Practice
(1958)σελ. 264, παρ. "Question of fact"). Συμπεράσματα Η ενάγουσα αιτείται συνοπτική απόφαση σε μέρος μόνο της απαίτησης της που αφορά το διάταγμα έξωσης, την πληρωμή κατ' ισχυρισμό οφειλόμενων ενοικίων καθώς και ενδιάμεσα οφέλη μέχρι την παράδοση του υποστατικού. Η απαίτηση για αποζημιώσεις ύψους €45.000,00 για κατ' ισχυρισμό φθορά που προκλήθηκε στο ακίνητο καθώς και οι αποζημιώσεις για την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, δεν συμπεριλαμβάνονται στο αίτημα για συνοπτική απόφαση. Το Δικαστήριο θα περιοριστεί ως εκ τούτου στο κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις συνοπτικής απόφασης, μόνο για τις αιτούμενες με την παρούσα αίτηση θεραπείες. Σε σχέση με τις προδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α), κρίνω ότι αυτές έχουν αποδειχθεί από την ενάγουσα. Έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η εναγομένη κατέθεσε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Πρόκειται για την ίδια την ενάγουσα, η οποία γνωρίζει καλά τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση της, στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση της αίτησης επιβεβαιώνεται η αιτία αγωγής. Επισυνάπτεται επί του προκειμένου, τόσον η σύμβαση ενοικίασης (τεκμ.1) όσον και η αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων σχετικά την επίδικη ενοικίαση (τεκμ. 2 έως 14). Ειδικότερα, το τεκμήριο 2 αφορά την συμφωνία μείωσης του ενοικίου από 01.03.2013 μέχρι την 31.03.2014 και το τεκμήριο 14 την καταγγελία της σύμβασης από μέρους της ενάγουσας λόγω μη πληρωμής του αρχικώς συμφωνηθέντος ενοικίου μετά από αυτήν την περίοδο. Είχε προηγηθεί σωρεία αλληλογραφίας (τεκμ. 3 έως 13), με την οποία η ενάγουσα ζητούσε την πληρωμή του αρχικώς συμφωνηθέντος ενοικίου μετά την 31.03.2014 και την άρνηση της εναγομένης να συμμορφωθεί με κάτι τέτοιο. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει συμμορφωθεί με τις προδικαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης έχει μετακινηθεί στους ώμους της εναγομένης ώστε να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή. Η εναγομένη προβάλει ως κύρια υπεράσπιση, την συμφωνηθείσα διαφοροποίηση του ενοικίου. Εισηγείται συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα κωλύεται να ζητά τις αιτούμενες θεραπείες γιατί ή ίδια έχει αποδεχθεί την μείωση του ενοικίου σε €4.500,00 μηνιαίως. Όμως η θέση αυτή δεν συνοδεύεται από το αναγκαίο αποδεικτικό υλικό. Αντιθέτως, προκύπτει σύμφωνα με το τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ότι η συμφωνία για πληρωμή μειωμένου ενοικίου κατά €500,00, ήταν για συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήτοι από 01.04.13 μέχρι 31.03.
  1. Μετά την λήξη της πιο πάνω περιόδου, η εναγομένη όφειλε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της αρχικής συμφωνίας. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να επεκτείνουν την περίοδο πληρωμής μειωμένου ενοικίου μετά την 31.03.
  2. Απεναντίας, προκύπτει από τα τεκμήρια 3 έως 14 στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι η ενάγουσα αμέσως μετά την λήξη της πιο πάνω περιόδου, απαίτησε άμεσα την πληρωμή του αρχικώς συμφωνηθέντος ενοικίου. Όπως δε προκύπτει από το τεκμήριο 14, ήταν η άρνηση της εναγομένης να πληρώσει το συμφωνηθέν ενοίκιο που οδήγησε στην καταγγελία της σύμβασης Να σημειωθεί εδώ ότι όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγομένης η πληρωμή μειωμένου ενοικίου μετά την λήξη της πιο πάνω περιόδου. Η εναγομένη όμως, όφειλε σε αυτή την περίπτωση να παρουσιάσει με την ένσταση της, επαρκείς λεπτομέρειες και μαρτυρία ότι η συμφωνία για μειωμένο ενοίκιο επεκτάθηκε και για την περίοδο μετά την 31.03.
  3. Η εναγομένη απέτυχε σε αυτό της το καθήκον. Ως αποτέλεσμα, απέτυχε να αποκαλύψει επί του προκειμένου συζητήσιμη υπεράσπιση, αναφορικά με τον ισχυρισμό της για δημιουργία κωλύματος στην ενάγουσα να διεκδικεί τις αιτούμενες με την παρούσα θεραπείες. Η εναγομένη προέβαλε ακόμα μια υπεράσπιση με την ένσταση της. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι προέβη σε σημαντικά έξοδα προκειμένου να γίνει κατοικήσιμη η επίδικη οικία, τα οποία απαιτεί από την ενάγουσα . Οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται εκ μέρους της εναγομένης και στην αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων όπως παρουσιάστηκε με την ένορκη δήλωση της αίτησης (τεκμ. 3 έως 14). Όμως οι θέσεις αυτές θα μπορούσαν να ακουστούν υπό μορφή ανταπαίτησης, στα πλαίσια εκδίκασης των υπολοίπων θεραπειών της ενάγουσας που δεν συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα αίτηση συνοπτικής απόφασης. Θα μπορούσαν επίσης να εκδικαστούν με την καταχώρηση ξεχωριστής αγωγής της εναγομένης εναντίον της ενάγουσας. Σε καμία περίπτωση όμως, οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν υπεράσπιση στις αιτούμενες με την παρούσα αίτηση θεραπείες όπως είναι η απαίτηση για πληρωμή δεδουλευμένων ενοικίων ή το διάταγμα για παράδοση κατοχής της επίδικης οικίας. Άλλωστε, όπως επίσης πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας, η επίδικη ενοικίαση έχει λήξει και ως εκ τούτου η εναγομένη οφείλει να παραδώσει την οικία ελεύθερη κατοχής, δεδομένου ότι δεν έχει αποδείξει ότι η σύμβαση ενοικίασης έχει με οιονδήποτε τρόπο ανανεωθεί. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης στις θεραπείες που αιτείται. Εκδίδεται ως εκ τούτου συνοπτική απόφαση ως ακολούθως:
  4. Απόφαση υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και του εναντίον της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση για το ποσόν των €53.000,00 ως η παράγραφος Α του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος.
  5. Διάταγμα εναντίον της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση με το οποίο να διατάσσεται όπως εκκενώσει και παραδώσει στην ενάγουσα εντός 7 ημερών από της επιδόσεως του διατάγματος, της οικίας που βρίσκεται στην οδό Ταμασού 11 2238 στα Λατσιά της Λευκωσίας και όπως σταματήσει να επεμβαίνει παράνομα στην εν λόγω οικία ως η παράγραφος Δ του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος.
  6. Απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση για το ποσό των €6000,00 μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 01.09.2017 μέχρι την ημερομηνία που το υποστατικό και/ή οικία επί της οδού Ταμασού 11, 2238 στα Λατσιά, τεθεί υπό την κατοχή και/ή τον έλεγχο της ενάγουσας - αιτήτριας.
  7. Νόμιμο τόκο επί των ποσών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 & 3 ανωτέρω από την ημερομηνία που τα εν λόγω ποσά κατέστησαν πληρωτέα. Η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.