Βουρβουλάκης Και Λεβάντης (Ψυχαγωγικά Πάρκα Κύπρου) Λτδ ν. ITTL Trade Tourist and Leisure Park Limited κ.α., Αρ. Αγωγής:108/12, 17/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A552 Αρ. Αγωγής:108/12 Μεταξύ: Βουρβουλάκης Και Λεβάντης (Ψυχαγωγικά Πάρκα Κύπρου) Λτδ Ενάγουσας και
- ITTL Trade Tourist and Leisure Park Limited
- Δήμος Στροβόλου Εναγομένου Αίτηση ημερ. 7.11.2017 υπό εναγομένης 1 - αιτήτριας για τροποποίηση υπεράσπισης & ανταπαίτησης Ημερομηνία: 17 Οκτωβρίου 2018 Για εναγόμενο 1 - αιτητή: κος Νικολάου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Σκίτσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή της, αιτείται ζητά διάφορα ποσά από τους εναγομένους. Αφορούν το κατ' ισχυρισμό κόστος επένδυσης και απώλεια κερδών για συμφωνηθείσα άδεια χρήσης συγκεκριμένου παιδότοπου στο εμπορικό κέντρο Mall of Cyprus στη Λευκωσία. Η εναγομένη 1 καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία αιτείται γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της επίδικης γραπτής συμφωνίας με την ενάγουσα ημ. 3.9.
- Η παρούσα αίτηση τροποποίησης της εναγομένης 1 Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και αφού η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, η εναγομένη 1 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την τροποποίηση συγκεκριμένων παραγράφων της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της. Επιχειρείται με την αίτηση να εξειδικευθούν οι ουσιώδεις όροι που κατ' ισχυρισμό έχει παραβεί η ενάγουσα καθώς επίσης και το ποσό της ανταπαίτησης, το οποίο η εναγομένη 1 ζητά λόγω παράβασης των πιο πάνω όρων της επίδικης συμφωνίας. Επιζητείται επίσης η προσθήκη αιτημάτων για δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να καθορίζεται ότι η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να επεμβαίνει στο χώρο που παραχωρήθηκε με τη συμφωνία άδειας χρήσης καθώς επίσης και ειδικό αιτητικό για γενικές αποζημιώσεις για παράνομη και αυθαίρετη επέμβαση για περίοδο 14 μηνών, στον επίδικο χώρο. Η ειδοποίηση ένστασης της ενάγουσας Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης με την οποία αρνείται τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι με τις τροποποιήσεις επιχειρείται εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της ενάγουσας για αστικά αδικήματα που παραγράφτηκαν καθότι αφορούν πράξεις και παραλήψεις των εναγόντων που έλαβαν χώρα από το
- Διαζευκτικά, αναφέρεται ότι με τον τρόπο που δικογραφούνται οι αιτούμενες τροποποιήσεις, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει κατά πόσο η προτεινόμενη για προσθήκη στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμοί έχουν παραγραφεί. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις καταχωρούνται με μεγάλη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται καμία εξήγηση από πλευράς αιτήτριας για αυτή την καθυστέρηση. Η αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των αιτητών δεν συνιστά κατά την ένσταση, δικαιολογία για την παρατηρούμενη καθυστέρηση. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η προτεινόμενη τροποποίηση αποσκοπεί στην εισαγωγή νέων αξιώσεων για θέματα που ήταν γνωστά στους αιτητές κατά το χρόνο καταχώρησης της αρχικής υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους. Έτσι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση, η ενάγουσα θα τεθεί σε δυσμενή θέση καθότι θα έχει πλέον να αντιμετωπίσει ανταπαίτηση που αναφέρεται σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα που προέκυψαν τουλάχιστον 8 χρόνια προηγουμένως. Το γεγονός αυτό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος θα προκληθεί αδικία στην ενάγουσα αφού μεταξύ άλλων δημιουργούνται επιπλέον αγώγιμα δικαιώματα εναντίον της και αργοπορία στην εκδίκαση της υπόθεσης. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων ώστε να γίνουν καλύτερα κατανοητές οι θέσεις των δύο πλευρών. Η αγόρευση του συνηγόρου για την εναγομένη 1 - αιτήτρια Ο συνήγορος της εναγομένης 1 - αιτήτριας στην αγόρευση του, έκαμε αναφορά στη Δ.25, Θ.1 που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων. Με παραπομπή σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει αναγκαίες τροποποιήσεις ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Εισηγήθηκε επιπλέον ότι με βάση τη νομολογία, τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις σε κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν τέτοια τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά. Ο συνήγορος απέρριψε τη θέση της ένστασης ότι έχει παραγραφεί η εισαγωγή αγώγιμου δικαιώματος για το αστικό αδίκημα της επέμβασης. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της αίτησης τροποποίησης αλλά μόνο κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Μέσα από την παρούσα αίτηση θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά πόσον είναι δικαιολογημένο το αίτημα τροποποίησης και στη συνέχεια εάν αυτό εγκριθεί τότε η ενάγουσα θα έχει δικαίωμα να εγείρει προδικαστική ένσταση μετά την καταχώρηση τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ως εκ τούτου, ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι πρώιμος και θα πρέπει να απορριφθεί. Αλλά και επί της ουσίας, ο χρόνος παραγραφής του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, προσμετράται από την 1.1.16 συμφώνα με τις διατάξεις του Ν.66(Ι)/12 και αυτός είναι 6 χρόνια από την 1.1.
- Ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ευσταθεί ισχυρισμός για απόρριψη μέρους των αιτούμενων τροποποιήσεων λόγω παραγραφής. Σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης, ο συνήγορος παρέπεμψε σε νομολογία σύμφωνα με την οποία αυτή λαμβάνεται υπόψη. Ισχυρίστηκε όμως ότι η καθυστέρηση σύμφωνα με την ίδια νομολογία δεν είναι εξαρχής και απαρέγκλιτα, αποφασιστικής σημασίας. Κατά τον συνήγορο, η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης αλλά πρέπει να συναρτάται και με άλλους παράγοντες όπως είναι για παράδειγμα, η ανυπαρξία καλής πίστης. Στην παρούσα περίπτωση, η διαπίστωση ελλείψεων και ουσιαστικών γεγονότων στην αρχική υπεράσπιση και ανταπαίτηση έγινε μόλις στις 26.10.17 και ενόψει της προετοιμασίας για ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Κατά τη διάρκεια συνάντησης των διευθυντών της εναγόμενης 1 με τους δικηγόρους της, διαπιστώθηκε ότι πολλά από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της η ενάγουσα δεν είχαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια της διαδικασίας αποκάλυψης εγγράφων. Επιπλέον, συγκεκριμένα γεγονότα και αξιώσεις δεν είχαν συμπεριληφθεί στην αρχική υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Το γεγονός της μεγάλης καθυστέρησης αυτών των ελλείψεων, δικαιολογείται από το ότι η νέα διοίκηση είχε αναλάβει το χειρισμό των δικαστικών υποθέσεων της εναγομένης 1 μετά την εξαγορά της από ξένους επενδυτές. Όμως οι οδηγίες για την αρχική υπεράσπιση και ανταπαίτηση, δόθηκαν στους δικηγόρους της αιτήτριας από τα πρόσωπα που χειρίζονταν τις δικαστικές υποθέσεις, υπό το προηγούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η οποιαδήποτε παρατηρηθείσα καθυστέρηση είναι καλόπιστη και δεν έχει αποδειχθεί καμία πρόθεση παραπλάνησης ή εξαπάτησης του Δικαστηρίου ή της ενάγουσας. Η έλλειψη κακοπιστίας αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι αμέσως μετά τη διαπίστωση των πιο πάνω ελλείψεων, η εναγομένη 1 προέβη άμεσα στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων και στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Εξάλλου κατά τον συνήγορο, η ενάγουσα δεν έχει εγείρει ως λόγο ένστασης ισχυρισμό ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τυχόν τροποποίηση θα οδηγήσει σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων της, εντούτοις δεν αποκαλύπτει σε οποιοδήποτε σημείο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση ότι πρόκειται να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι η έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, είναι αρκετή για να αποκαταστήσει οποιαδήποτε δυσμένεια αναμένεται να υποστεί η ενάγουσα από την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Αλλά ούτε και η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής εάν αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια δύναται από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη αιτήματος τροποποίησης. Δεν έχει αποδειχθεί με ποιο τρόπο θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της ενάγουσας λόγω εισαγωγής των αιτούμενων ισχυρισμών. Η κατ' ισχυρισμό νέα βάση αγωγής, αφορά κατά το συνήγορο κάποια ανεξόφλητα τιμολόγια και σχετική κατάσταση λογαριασμού που τηρείτο στα αρχεία της εναγομένης
- Δεν πρόκειται δηλαδή για πολύπλοκο νομικό ζήτημα για το οποίο η παρέλευση του χρόνου θα καθιστούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο δύσκολη έως αδύνατη την υπεράσπιση στην προτεινόμενη ανταπαίτηση. Η αγόρευση του συνηγόρου για την ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση Η συνήγορος της ενάγουσας - καθ΄ ης η αίτηση στη δική της αγόρευση, έκαμε επίσης εκτενή αναφορά στη νομολογία που ερμηνεύει τη Δ.25, Θ.1 σε σχέση με την τροποποίηση δικογράφων. Επανέλαβε την θέση ότι η αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της εναγομένης 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογία για τη μεγάλη καθυστέρηση προώθησης του αιτήματος. Επανέλαβε επίσης ότι η προσθήκη νέας βάσης ανταπαίτησης 6 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής θα προκαλέσει βλάβη στην ενάγουσα που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων. Αυτό, γιατί η ενάγουσα πιθανόν να μην είναι σε θέση να υπερασπιστεί τις νέες βάσεις αγωγής ειδικότερα λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από τον τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας. Σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής, η συνήγορος παραπέμποντας σε πρόσφατη νομολογία, εισηγήθηκε ότι αυτή θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Τα αιτητικά που αφορούν την ύπαρξη αστικών αδικημάτων δεν μπορούν να πετύχουν αφού αυτά έχουν παραγραφεί. Πρόκειται συγκεκριμένα για ισχυριζόμενες πράξεις που έλαβαν χώρα το
- Τέλος, η συνήγορος επέμενε στη θέση ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει αδικία στην ενάγουσα. Νομικές αρχές Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσον των Αγγλικών Δικαστηρίων όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια νομολογιακή αρχή, επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 & Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσον η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ταυτίζεται πλήρως με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία επί του θέματος αυτού. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας όπως καθορίστηκαν από την Κυπριακή νομολογία, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ 33 ως ακολούθως:
- Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσον μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος τροποποίησης.
- Η έναρξη της Δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της Δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη Δίκη. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όμως που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Συμπεράσματα Από μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι στην παρούσα περίπτωση δεν επιδιώκεται νέα βάση υπεράσπισης, άσχετης εντελώς με τα επίδικα θέματα. Αντιθέτως, επιχειρείται με την αίτηση να εξειδικευθούν οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης που κατ' ισχυρισμό έχει παραβεί η ενάγουσα καθώς επίσης και το ποσό της ανταπαίτησης, το οποίο η εναγομένη 1 ζητά λόγω παράβασης των πιο πάνω όρων της επίδικης συμφωνίας. Εκεί που τίθεται ζήτημα, είναι στην εισαγωγή νέας βάσης ανταπαίτησης αναφορικά με το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητο. Συγκεκριμένα, η εναγομένη 1 ζητά δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να καθορίζεται ότι η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να επεμβαίνει στο χώρο που παραχωρήθηκε με τη συμφωνία άδειας χρήσης. Ζητά επίσης αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στον πιο πάνω χώρο για περίοδο 14 μηνών. Ούτε όμως αυτή η απαίτηση είναι εντελώς άσχετη με τα αρχικά επίδικα θέματα. Αντιθέτως, βρίσκω ότι σχετίζεται με την υπό κρίση συμφωνία και με το επίδικο θέμα για το ποιος συμβαλλόμενος έχει παραβεί τους ουσιώδεις όρους της. Δεν τίθεται ως εκ τούτου ζήτημα πρόκλησης ζημιάς στην ενάγουσα όπως εισηγήθηκε η συνήγορος της αφού η εν λόγω απαίτηση δεν στηρίζεται σε γεγονότα άσχετα με τα αρχικά επίδικα θέματα. Δεν ευσταθούν επίσης οι ισχυρισμοί για παραγραφή του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης σε ακίνητο. Ανεξαρτήτως του ότι το ζήτημα της παραγραφής μπορεί να τεθεί σε αυτό το στάδιο (βλ. Πολ. Έφεση 307/2016 ημ. 6.7.2018), γεγονός παραμένει ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμου (Ν66(Ι)12), ο χρόνος παραγραφής ξεκινά από την 1.1.
- Σύμφωνα δε με το άρθρο 6.1 του ιδίου Νόμου, η προθεσμία για καταχώρηση αγωγής για αστικό αδίκημα, ανέρχεται στα 6 χρόνια. Ενόψει των πιο πάνω, είναι εμφανές ότι στην παρούσα περίπτωση, η προθεσμία για καταχώρηση ανταπαίτησης για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, λήγει την 1.1.2022 ήτοι 6 χρόνια από την 1.1.
- Υπό τας περιστάσεις δεν ευσταθεί η θέση της ενάγουσας για παραγραφή της αξίωσης που επιχειρείται να εισαχθεί με την ανταπαίτηση για αποζημιώσεις λόγω παράνομης επέμβασης. Με έχει προβληματίσει αρκετά το γεγονός της καθυστέρησης, στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης. Όμως η εναγομένη 1 έδωσε μια πειστική εξήγηση για την παρατηρηθείσα καθυστέρηση. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης χωρίς να αμφισβητηθεί από την ενάγουσα με αίτημα αντεξέτασης, η αναγκαιότητα τροποποίησης προέκυψε μετά την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας και μόλις στις 26.10.17 ενόψει της προετοιμασίας των συνηγόρων μαζί με την νέα διεύθυνση για την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Αμέσως δε στις 7.11.2017, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα της προκαλέσει ζημιά, την οποία καθόρισε κυρίως στην εκτροπή της υπόθεσης και την επακόλουθη καθυστέρηση εκδίκασης της αγωγής. Όμως το επιχείρημα αυτό δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό, δεδομένου ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Περαιτέρω, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η τυχόν καθυστέρηση από μόνη της δεν επιφέρει την απόρριψη του αιτήματος. Επιπλέον δεν ευσταθεί το επιχείρημα για ζημιά στον χειρισμό της υπόθεσης της ενάγουσας λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος. Αυτό γιατί η προτεινόμενη τροποποίηση αφορά τα ίδια επίδικα θέματα. Ως εκ τούτου, η παρέλευση του χρόνου δεν θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την υπεράσπιση της ενάγουσας στην προτεινόμενη τροποποίηση στην ανταπαίτηση της εναγομένης
- Αυτό ισχύει και για την προσθήκη ανταπαίτησης για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Και σε αυτήν την περίπτωση, η ανταπαίτηση της εναγομένης 1 σχετίζεται άμεσα με την επίδικη συμφωνία και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς για την παραβίαση της. Το γεγονός ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, σε συνδυασμό με την απουσία απόδειξης κακοπιστίας της εναγομένης 1 - αιτήτριας, καταδεικνύει ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση. Με δεδομένη την φύση της αξίωσης και της αιτούμενης τροποποίησης που αφορά την παράβαση της επίδικης σύμβασης και σε συνυπολογισμό με τους υπόλοιπους παράγοντες της νομολογίας, βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης, εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Έτσι θα δοθεί η δυνατότητα στην εναγομένη 1 να προβάλει τις θέσεις της σε σχέση με ένα σημαντικό σκέλος της απαίτησης της ενάγουσας, τις οποίες δεν δικογράφησε στην αρχική τους υπεράσπιση αλλά και να προβάλει την ουσιαστική ανταπαίτηση της σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό παράβαση της επίδικης σύμβασης. Σε αντίθετη περίπτωση, η απόρριψη της αίτησης θα προκαλέσει ζημιά στην εναγομένη 1 αφού δεν θα μπορέσει να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλες τις θέσεις της επί των αξιώσεων της ενάγουσας. Υπενθυμίζω εδώ, ότι καθήκον του Δικαστηρίου στην εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσης δεν είναι η τιμωρία ενός διαδίκου που από αμέλεια παρέλειψε να συμπεριλάβει όλες τις θέσεις του σε ένα δικόγραφο, αλλά η προστασία των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης. Αυτό επιτυγχάνεται με την παροχή ανάλογης ευχέρειας στους διαδίκους να προβάλουν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου αφού βέβαια πληρούνται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για τροποποίηση δικογράφου και ιδιαίτερα η προϋπόθεση της έλλειψης κακοπιστίας και ανεπανόρθωτης ζημιάς στον αντίδικο. Τέλος, σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω απόφαση μου, αποτελεί το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει ούτως ώστε η πιθανότητα εκτροπής από την πορεία της Δίκης να μειώνεται σημαντικά (βλ. Easton v. Ford Motor Co Ltd ανωτέρω). Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγομένης 1 ως το αιτητικό της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση & ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Στην συνέχεια να εφαρμοστούν οι διατάξεις των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ. Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα δεν ευθύνεται σε οποιονδήποτε βαθμό για την δημιουργία των εξόδων της αίτησης αλλά και αυτών της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση. Η τροποποίηση κατέστη αναγκαία λόγω της παράλειψης της εναγομένης 1 να συμπεριλάβει στην αρχική της υπεράσπιση, τις θέσεις της αναφορικά με τις επίδικες συμβάσεις και την αξίωση της ενάγουσας (βλ. επίσης Κώστα Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 Α.Α.Δ 809). Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση αλλά και τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο της η εναγομένη 1 - αιτήτρια και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο