← Κύπρος

CLIN COMPANY LTD ν. ΗΛΙΑΔΗ, Αρ. Αγωγής: 7677/09, 30/10/2018

CLIN COMPANY LTD ν. ΗΛΙΑΔΗ, Αρ. Αγωγής: 7677/09, 30/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A572 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7677/09 Μεταξύ: CLIN COMPANY LTD Ενάγουσας και XXXXX ΗΛΙΑΔΗ Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Π. Ιωαννίδης με κ. Χρ. Κυπριανού για Ιωαννίδη Δημητρίου ΔΕΠΕ (κα Φ. Φιλίππου για να ακούσει απόφαση). Για Εναγόμενο: κ. Α. Χαβιαράς με κ. Γ. Κουρουπίδη για Χαβιαρά & Φιλίππου ΔΕΠΕ (κ. Ομ. Καϊλής για να ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας Αγωγής (Κλητήριο Ένταλμα 2.6), η οποία καταχωρίστηκε στις 22.12.09, άρχισε ενώπιον αδελφού Δικαστή, ο οποίος, για τους λόγους που εμφαίνονται στο πρακτικό ημερ. 25.1.16, εξαιρέθηκε, με αποτέλεσμα η Αγωγή να τεθεί ενώπιον μου. Η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγομένου τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Ποσό Ευρώ 2.401.975 ως ποσό οφειλόμενο με βάση συμφωνία ή/και ως δάνειο ή άλλως πως. Β. Ευρώ 400.213 ως τόκοι επί του ως άνω υπό Α. ποσού από της καταβολής του στον Εναγόμενο μέχρι 24.12.2002 ή/και ως αποζημιώσεις ή/και άλλως πως. Γ. Τόκο προς 9% ετησίως επί του ως άνω Α. ποσού από 24.12.2002 μέχρι πληρωμής δυνάμει συμφωνίας ή/και δανείου ή/και ως αποζημιώσεις ή/και άλλως πως. Δ. Διαζευκτικά προς τις ως άνω υπό Β. ή/και Γ. αξιώσεις, νόμιμο τόκο επί του ως άνω Α. ποσού. Ε. Έξοδα και ΦΠΑ.» Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης: «
  2. Η Ενάγουσα, η οποία πρότερον έφερε το όνομα Louis Tourist Agency Ltd και μετονομάσθηκε σε Clin Company Limited, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.
  3. Κατά ή περί την περίοδο 16.9.1999 - 7.2.2002, η Ενάγουσα χορήγησε, δυνάμει συμφωνίας, στον Εναγόμενο δάνειο συνολικού ποσού Ευρώ 2.401.
  4. Το ως άνω δάνειο χορηγήθηκε στον Εναγόμενο με τη ρητή και εξυπακουόμενη υποχρέωση ότι θα το επέστρεφε στην Ενάγουσα σε πρώτη ζήτηση με τόκο προς 9% ετησίως.
  5. Έναντι της ως άνω οφειλής του ο Εναγόμενος κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό Ευρώ 4.706 την 2.8.2002 και ποσό Ευρώ 105.881 την 24.12.
  6. Τα εν λόγω καταβληθέντα ποσά λογίσθησαν έναντι των τόκων της οφειλής του Εναγομένου προς την Ενάγουσα. 4.1 Η οφειλή του Εναγομένου προς την Ενάγουσα ανέρχεται σε ποσό Ευρώ 2.401.975, πλέον τόκους ποσού Ευρώ 400.213 μέχρι την 24.12.
  7. 4.2 Περαιτέρω ο Εναγόμενος οφείλει στην Ενάγουσα τόκο προς 9% επί του ως άνω ποσού Ευρώ 2.401.975 από 24.12.2002 μέχρι πληρωμής. 4.3 Διαζευκτικά προς την ως άνω υπό 4.2 αξίωση για τόκο η Ενάγουσα αξιώνει τόκο προς 9% επί του ως άνω οφειλομένου ποσού δανείου ως αποζημιώσεις για μη εμπρόθεσμο πληρωμή του ή/και ως ποσό το οποίον η Ενάγουσα απολλύει λόγω της μη πληρωμής από τον Εναγόμενο του οφειλομένου ποσού του δανείου ή/και ως ποσό που η ίδια καταβάλλει για χρηματοδοτικές διευκολύνσεις προς αυτήν.
  8. Ο Εναγόμενος παρέλειψε ή/και αμέλησε να εξοφλήσει την ως άνω οφειλή του παρόλο που επανειλημμένα κλήθηκε προς τούτο και τα αξιούμενα ποσά εξακολουθούν να είναι οφειλόμενα και πληρωτέα στην Ενάγουσα.
  9. Γι' αυτό η Ενάγουσα αξιεί ως οι ανωτέρω παράγραφοι υπό Α., Β., Γ., Δ. και Ε.» Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τα ποσά του δανείου δόθηκαν με τις επιταγές που παραθέτω πιο κάτω, οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, εκδόθηκαν προς όφελος όχι του Εναγομένου αλλά προς όφελος συγκεκριμένων χρηματιστηριακών εταιρειών. Εκδότης όλων των επιταγών, δεν είναι η Ενάγουσα, αλλά Τράπεζες. Είναι βεβαίως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι επιταγές είχαν εκδοθεί κατόπιν εντολών της Ενάγουσας, η οποία διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς στις εν λόγω Τράπεζες. ΗΜΕΡ. ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΕΚΔΟΤΡΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α/Α ΠΟΣΟ ΛΚ ΠΟΣΟ ΕΥΡΩ 16/09/1999 30/12/1999 13/06/2000 22/06/2000 30/06/2000 11/09/2001 22/10/2001 31/12/2001 08/01/2002 07/02/2002 Εθνική Χρηματιστηριακή Λαϊκή Επενδυτική Λτδ Λαϊκή Επενδυτική Λτδ Λαϊκή Επενδυτική Λτδ Λαϊκή Επενδυτική Λτδ Λαϊκή Επενδυτική Λτδ Λαϊκή Επενδυτική Λτδ AAA United Stockbrokers AAA United Stockbrokers AAA United Stockbrokers Bank of Cyprus Bank of Cyprus Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Arab Bank PLC Arab Bank PLC Λαϊκή Τράπεζα Λαϊκή Τράπεζα Universal Bank 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 37,274.90 250,000.00 500,000.00 200,000.00 150,000.00 100,000.00 110,000.00 35,499.46 13,330.85 9,698.36 63,687.95 427,150.36 854,300.72 341,720.29 256,290.22 170,860.14 187,946.16 60,654.43 22,777.11 16,570.63 Ο Εναγόμενος με το δικόγραφο του, που καταχωρίστηκε στις 2.11.10, αρνείται τις αιτούμενες θεραπείες και ζητά απόρριψη της Αγωγής. Είναι η θέση του ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, συνιστούν κατασκεύασμα και/ή επινόηση για να δικαιολογήσει και/ή συγκαλύψει δόλιες και/ή παράνομες ενέργειες του κ. XXXXX Λοϊζου. Σύμφωνα με το δικόγραφο του, ο κ. XXXXX Λοϊζου είναι Διευθυντής και κύριος μέτοχος της Ενάγουσας Εταιρείας, και στην ουσία το Alter ego της, αφού κατέχει τις 4,999,994 από τα 5,000,000 μετοχές της. Ο κ. XXXXX Λοϊζου είναι νυμφευμένος με αδελφή του Εναγομένου και ήταν σε κάθε ουσιώδη χρόνο, και το 1999, άμεσα και έμμεσα ο μεγάλος μέτοχος της Louis Cruise Lines Ltd ("Louis"), η οποία μετατράπηκε αργότερα σε δημόσια Εταιρεία και οι μετοχές της εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ο Εναγόμενος αρνείται την κατ΄ ισχυρισμόν Συμφωνία δανείου ή άλλη Συμφωνία. Αρνείται επίσης ότι κατέβαλε έναντι της κατ΄ ισχυρισμόν οφειλής οποιοδήποτε ποσό. Είναι η θέση του ότι: «
  10. Η ΛΑΪΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.Υ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (η «Επενδυτική») ήταν εγγυητής της έκδοσης των μετοχών Louis στο ΧΑΚ και είναι θυγατρική και/ή εξαρτημένη Εταιρεία της MARFIN POPULAR BANK PUBLIC LTD η οποία είναι τράπεζα (η «Τράπεζα»). Περαιτέρω η Επενδυτική ήταν χρηματιστηριακή Εταιρεία και είχε ουσιώδη ρόλο στο επενδυτικό Σχέδιο «επενδυτής» το οποίο ετοίμασε η Τράπεζα και στο οποίο συμμετείχε ο Εναγόμενος.
  11. Ο εναγόμενος είχε διαφορές με την Επενδυτική και την Επενδυτική για τον τρόπο που χειρίστηκαν τις επενδύσεις του και την εκτέλεση των εντολών του και στην συζήτηση και διερεύνηση τους ανακάλυψε ότι εν αγνοία του και σε συμπαιγνία με τον XXXXX Λοϊζου είχαν ανοίξει στο όνομα του άλλο επενδυτικό λογαριασμό που τον αποκαλούσαν «Account Β».
  12. Από τα έγγραφα που τελικά δόθηκαν στον εναγόμενο φαίνεται ότι ο «δεύτερος» αυτός λογαριασμός άνοιξε με την Επενδυτική και μέσω του πραγματοποιούνταν, εν αγνοία του εναγόμενου, χρηματιστηριακές πράξεις από 27/8/99 μέχρι 11/12/2002 αποκλειστικά σε μετοχές της Louis.
  13. Οι πράξεις αυτές έγιναν μέσω της Επενδυτικής με τις οδηγίες και/ή τη χρηματοδότηση του XXXXX Λοϊζου και/ή εταιρειών που ελέγχει (ίσως και της ενάγουσας) και/ή σε συμπαιγνία και/ή κοινό σχεδιασμό και/ή δόλια για να καταδολιευθούν το επενδυτικό κοινό και/ή τον εναγόμενο, και/ή με αποκλειστικό σκοπό την χειραγώγηση της μετοχής της Louis.
  14. Ταυτόχρονα και/ή το 1999 ανοίχτηκε στην Τράπεζα ο λογαριασμός με αριθμό 182-11-005105 τον οποίο η Τράπεζα αποκάλεσε «Overdraft Account» και πάλιν στο όνομα του εναγόμενου και εν αγνοία του και δια του οποίου χρηματοδοτούνταν και/ή γίνονταν οι πράξεις χειραγώγησης του «δεύτερου λογαριασμού».
  15. Στον λογαριασμό με αριθμό 182-11-005105 φαίνεται να έγιναν καταθέσεις συνολικού ύψους £1.310.000 ( δηλαδή £250.000 το 1999, £850.000 το 2000 και £210.000 το 2001) που δεν τις έκαμε ο εναγόμενος. Ποτέ ο εναγόμενος δεν είχε τέτοια χρήματα.
  16. Κατά το 2002 η Επενδυτική έφερε στον εναγόμενο επιταγή ύψους Λ.Κ. 61,962.23 την οποία του εζήτησαν να οπισθογραφήσει διότι τα λεφτά αυτά θα κρατούνταν για βελτίωση του επενδυτικού του λογαριασμού ο οποίος παρουσίαζε καθυστερήσεις και για καθυστερημένες δόσεις του δανείου του που έγινε τον Δεκέμβριο 2001 για τον ίδιο σκοπό. Αυτό το ποσό ποτέ δεν εμφανίστηκε σε πίστη οποιουδήποτε λογαριασμού του εναγόμενου και τώρα φαίνεται για πρώτη φορά από τη παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης να έχει πιστωθεί προς όφελος της ενάγουσας.
  17. Τόσο το «Overdraft Account» όσο και το Account Β έκλεισαν κατά ή περί την 21/12/2002, δηλαδή ακριβώς μετά που άρχισε να ζητά πληροφορίες για το θέμα αυτό ο εναγόμενος.
  18. Τα όσα ισχυρίζεται η ενάγουσα δεν τα έχει ποτέ προβάλει πριν την έγερση της αγωγής αρ 5742/2008 ΕΔ Λευκωσίας αποτελούν δε εκ των υστέρων κατασκεύασμα και ή επινόηση για να δικαιολογήσει και /ή συγκαλύψει δόλιες και/ή παράνομες ενέργειες του XXXXX Λοϊζου και συνεργατών του ο οποίος είναι το alter ego της ενάγουσας.» Νομική Πτυχή Ως ελέχθη, η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της αναφέρει ότι χορήγησε στον Εναγόμενο, δυνάμει συμφωνίας, δάνειο συνολικού ποσού €2.401.
  19. Με τις λεπτομέρειες που έδωσε, κατόπιν αιτήματος του Εναγομένου, αναφέρει ότι η καταβολή των χρημάτων δυνάμει δανείου δεν έγινε στον Εναγόμενο. Ως αναφέρει, κατόπιν οδηγιών του Εναγόμενου, είχαν εκδοθεί με δικές της οδηγίες, τραπεζικές επιταγές με δικαιούχο όχι τον Εναγόμενο, αλλά τρίτα πρόσωπα (Χρηματιστηριακές Εταιρείες). Θα τολμήσω να πω πως αυτές οι λεπτομέρειες θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης ευθύς εξαρχής, αφού η καταβολή χρημάτων σε τρίτο πρόσωπο δεν συνιστά πάντα συμφωνία δανείου. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, Specific Contracts, Volume II, 1994, όπου στη σελίδα 606 αναφέρεται ότι: «Money paid to third party. Where A pays money to Β at the request of C, on the terms that he is to be repaid by C, it is sometimes a difficult question to say whether the transaction amounts to a loan by A to C. There is no doubt that, in certain contexts, money paid by A to Β at the request of C could properly be said by A to C, but that does not necessarily mean that the transaction is a loan for all purposes." (η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 13η έκδοση, σελ. 669, η περίπτωση αυτή παρατίθεται ως ξεχωριστός τύπος αγωγής υπό τον τίτλο "money paid" σε αντίθεση με τις περιπτώσεις δανείου οι οποίες παρατίθενται υπό τον τίτλο "money lent" (σελ. 666). Εν πάση περιπτώσει, θα εξετάσω κατά πόσο η Ενάγουσα έχει αποδείξει την κατ΄ ισχυρισμόν Συμφωνία, αφού ένας διάδικος δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία δίδει ο Νόμος, υπό την προϋπόθεση πως τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αποτέλεσμα είναι δικογραφημένα (Ανδρόνικος Κουρουκλάρης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, Πολ. Έφεση 205/2012, απόφαση ημερ. 6.12.17). Προσαχθείσα Μαρτυρία Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, την οποία θα παραθέσω αμέσως πιο κάτω σε γενικές γραμμές (ΜEN MAR LTD ΩΣ ΕΜΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΩΝΥΜΙΑ M & M CATERHOME v. CLP CATERING LTD, Πολ. Έφεση 27/2012, Απόφαση ημερ. 23.1.18). Αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία θα κάνω και όταν θα την αξιολογώ. Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας ο κ. XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Ε.1). Η κυρίως εξέτασή του δόθηκε με το Έγγραφο Ένδειξη «Α», το περιεχόμενο του οποίου παραθέτω αυτολεξεί: «
  20. Το 1988 εργοδοτήθηκα από την εταιρεία Louis Tourist Agency Ltd, που αργότερα μετονομάσθηκε σε CLIN Company Ltd. Κατείχα τη θέση του αρχιλογιστή της Clin Company και γενικά του Ομίλου Εταιρειών Louis, με εξαίρεση την Louis plc η οποία είχε άλλον αρχιλογιστήν και οικονομικό διευθυντή. Το 2000 ανέλαβα τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή του Ομίλου Louis (πλην της Louis plc) μέχρι το 2012, οπότε και αφυπηρέτησα. Έκτοτε διατηρώ δικό μου ελεγκτικό και λογιστικό γραφείο στη Λευκωσία.
  21. Από το 1999 μέχρι το 2002 είχα διευθετήσει διάφορες πληρωμές στον κ. XXXXX Ηλιάδη υπό τύπον δανείου προς αυτόν. Ενεργούσα με βάση οδηγίες της διεύθυνσης της Clin Company και ειδικότερα του κ. XXXXX Λοΐζου που ήταν ο πρόεδρος και ο βασικός ιδιοκτήτης της και κατ επέκταση του Ομίλου Louis. Ο κ. XXXXX Ηλιάδης είναι κουνιάδος του κ. XXXXX Λοΐζου, δηλ. ο κ. Λοΐζου είναι νυμφευμένος με την αδελφή του κ. Ηλιάδη, την κα XXXXX Λοϊζου.
  22. Ο κ. XXXXX Λοΐζου μου είχε αρχικά αναφέρει ότι συμφώνησε με τον κ. XXXXX Ηλιάδη να του παραχωρήσει μέσω της Clin Company κάποιες δανειακές διευκολύνσεις για επενδύσεις του κ. Ηλιάδη σε τίτλους στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Αρχικά το ποσό της δανειοδότησης θα ανερχόταν στις ΛΚ500.000 και ο κ. Λοΐζου μου ζήτησε να κάμω σχετικό προγραμματισμό για τις πληρωμές. Με βάση τις οδηγίες του κ. Λοΐζου άρχισα την έκδοση επιταγών για την δανειοδότηση προς τον κ. Ηλιάδη. Για το σκοπό αυτό διευθετούσα την έκδοση τραπεζικών επιταγών σε διάφορες χρηματιστηριακές εταιρείες με τις οποίες συνεργαζόταν ο κ. Ηλιάδης.
  23. Η παροχή των δανειακών διευκολύνσεων προς τον κ. Ηλιάδη συνεχίσθηκε μέχρι το
  24. Το ποσό της συνολικής δανειοδότησης προς τον κ. Ηλιάδη, που εξουσιοδότησε ο κ. Λοΐζου τελικά ανήλθε στο ποσό των ΛΚ1.405.803,
  25. Οι διάφορες πληρωμές έναντι αυτής της δανειακής διευκόλυνσης έγιναν με τραπεζικές επιταγές προς τις χρηματιστηριακές εταιρείες Εθνική Χρηματιστηριακή, AAA Stockbrokers και Λαϊκή Επενδυτική που αργότερα μετονομάσθηκε σε Laiki Financial Services. Παρουσιάζω ως Τεκμήριο 1 κατάσταση των σχετικών τραπεζικών επιταγών που είχαν εκδοθεί για το σκοπό αυτό. Επίσης παρουσιάζω ως Τεκμήρια 2(α) και 2(β), 3, 4(α) και 4(β), 5(α) και 5(β), 6 και 7(α) και 7(β), 8(α) και 8(β), 9(α) και 9(β), 10(α) και 10(β), 11(α) και 11(β) σχετικές οδηγίες, τις πλείστες από τις οποίες υπογράφω και εγώ, προς τις τράπεζες που εξέδιδαν τις σχετικές τραπεζικές επιταγές μαζί με αντίγραφα των επιταγών αυτών. Όλες οι επιταγές εξαργυρώθηκαν στη συνήθη πορεία της εκκαθάρισης τους μέσω του τραπεζικού συστήματος. Για την δανειοδότηση αυτή προς τον κ. Ηλιάδη ετηρούντο σχετικές μερίδες στα βιβλία λογαριασμών της Clin Company. Έναντι της δανειοδότησης αυτής είχαν πληρωθεί πίσω δύο ποσά, το ποσό ΛΚ 2.724,05 την 14η Νοεμβρίου 2002 και το ποσό ΛΚ61.962,23 την 31η Δεκεμβρίου
  26. Παράλληλα με την πιο πάνω δανειοδότηση, το 2002 η Clin Company έκανε επένδυση στην εταιρεία «ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ» (Eliades Anatolikon Leisure Resorts Ltd) του κ. Ηλιάδη για το ποσό των ΛΚ650.000 και απέκτησε μετοχές στην εν λόγω εταιρεία της τάξεως του 5% του εταιρικού της κεφαλαίου. Αυτή η επένδυση έγινε και πάλιν με οδηγίες του κ. XXXXX Λοϊζου. Η εταιρεία ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ επροωθούσε την ανάπτυξη εγκαταστάσεων Golf στην Πάφο.
  27. Περί το 2004-2005 είχε γίνει γνωστό ότι προέκυψαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των παιδιών της οικογένειας XXXXX Ηλιάδη, δηλ. του κ. XXXXX Ηλιάδη και των αδελφών του, της κας XXXXX Λοϊζου και της κας XXXXX Καλησπέρα που σχετίζονταν με οικογενειακές τους εταιρείες και περιουσίες και σε σχέση με τις οποίες άρχισαν διάφορες δικαστικές διαδικασίες. Στη συνέχεια έγινε γνωστό ότι προέκυψαν διαφορές μεταξύ του κ. XXXXX Ηλιάδη και της Λαϊκής Τράπεζας στις οποίες ο κ. Ηλιάδης ενέπλεξε και τον κ. XXXXX Λοϊζου και άρχισαν σχετικές δικαστικές διαδικασίες. Μέχρι το 2009 δεν είχε αποπληρωθεί το δάνειο της Clin Company προς τον κ. XXXXX Ηλιάδη. Το 2009 η διεύθυνση της Εταιρείας, και συγκεκριμένα ο κ. XXXXXX Λοϊζου, εξουσιοδότησε την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του κ. XXXXX Ηλιάδη για είσπραξη του δανείου και η υπόθεση ανατέθηκε στους δικηγόρους.» Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1-11 τα σχετικά έγγραφα που αφορούν στην έκδοση των επιταγών, για τις οποίες κάνει αναφορά στη γραπτή του δήλωση. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επαφή με τον Εναγόμενο. Δέχθηκε ότι η αντίληψη του ότι τα χρήματα δίδονταν στον Εναγόμενο δυνάμει δανείου (ως αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση), προερχόταν από τον κ. XXXXX Λοϊζου. Είναι με βάση τις δικές του οδηγίες που ενεργούσε. Ρωτήθηκε τι ακριβώς του είχε αναφέρει ο κ. Λοϊζου, για να απαντήσει ότι δεν θυμόταν τα ακριβή λόγια, αλλά η ουσία των οδηγιών ήταν ότι ήθελε να εκδώσουν επιταγές προς κάποιες Χρηματιστηριακές Εταιρείες για λογαριασμό του κ. Ηλιάδη. Ρωτήθηκε αν θυμόταν κατά πόσο η εντολή του κ. Λοϊζου δόθηκε απευθείας στον ίδιον ή σε κάποιο άλλο υπάλληλο, ο οποίος του την διαβίβασε. Η απάντηση του ήταν ότι συνήθως οι εντολές δίδονταν στον ίδιον, αλλά εν τη απουσία του μπορεί να πήρε και κάποιος άλλος το μήνυμα, εξ΄ ου και μια επιταγή δεν φέρει τη δική του υπογραφή. Δέχθηκε πως ουδέποτε του έφεραν στο αρχείο του οποιοδήποτε έγγραφο από τον οποίο να προκύπτει συμφωνία δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου. Ουδέποτε έστειλε επιστολή στον Εναγόμενο για να τον ενημερώσει σε σχέση με καταβολή ποσού σε Χρηματιστηριακή Εταιρεία. Σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμόν δάνειο, του υποβλήθηκαν οι εξής ερωτήσεις και έδωσε τις εξής απαντήσεις: «Ε. Τώρα όταν σας έδωσε λέτε την εντολή ο κ. Λοϊζου ότι θα δώσουν δάνειο στον Εναγόμενο σας έθεσε χρονικό περιθώριο ή ποσό που ενεργούσε ως οροφή; Α. Όχι. Αρχικά μου είχε πει για το ποσό των Λ.Κ.500.000 αλλά μετά ήρθε και μου ζήτησε να κάμω και άλλες πληρωμές. Ε. Αλλά δεν σας είπε ότι δεν θα πάμε πάνω από δύο εκατομμύρια ή δεν θα πάμε πάνω από ένα εκατομμύριο; Α. Όχι. Ε. Ούτε σας είπε ότι θα σταματήσουμε την δανειοδότηση την τάδε ημερομηνία; Α. Όχι. Ε. Λέτε κάπου ότι αυτή η δανειοδότηση, στο τέλος της πρώτης σελίδας, ότι αυτές οι διευκολύνσεις θα ήταν για επενδύσεις του Εναγόμενου στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, έτσι; Α. Ναι. Ε. Έχετε ιδέα τι επενδύσεις έγιναν στο Χρηματιστήριο, αν ήταν μετοχές, αν ήταν κάποιοι άλλοι τίτλοι; Α. Δεν ξέρω. Δεν είχα επαφή με τον κ. Ηλιάδη. Δεν ξέρω τι μετοχές αγόραζε. Δεν ξέρω σε ποιες εταιρείες αγόραζε μετοχές ο κ. Ηλιάδης. Ε. Εσείς δεν ξέρετε διότι δεν είχατε επαφή με τον κ. Ηλιάδη. Ο κ. Λοϊζου σας είπε; Α. Μπορεί να μου είπε σε κάποιο στάδιο αλλά δεν θυμάμαι να μου είχε πει ότι ήταν για μετοχές της Cruise Lines ή για αγορά οποιωνδήποτε άλλων μετοχών.» Παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε ο,τιδήποτε στα βιβλία του που να επιβεβαιώνει το κατ΄ ισχυρισμόν χρέους του Εναγομένου προς την Ενάγουσα Εταιρεία δυνάμει δανείου. Δεν ζήτησε ο,τιδήποτε γραπτώς, αλλά ακολουθούσε τις οδηγίες του κ. XXXXX Λοϊζου. Ρωτήθηκε γιατί ενώ η Ενάγουσα είχε να λαμβάνει Λ.Κ.1.500.000 από τον Εναγόμενο εκδόθηκε επιταγή Λ.Κ.650.000 για επένδυση της Ενάγουσας σε Εταιρεία του Εναγομένου, ως λεπτομερώς περιγράφει στην παράγραφο 5 της γραπτής του κατάθεσης. Η απάντησή του ήταν ότι τα θέματα αυτά τα χειριζόταν ο κ. XXXXX Λοϊζου και δεν ήταν δικό του θέμα κατά πόσο θα έπρεπε να γίνει συμψηφισμός. Δεν γνώριζε ο,τιδήποτε για την αναφορά που γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι έναντι της οφειλής του ο Εναγόμενος κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €4.706 και €105.881 στις 2.8.02 και 24.12.02 αντίστοιχα. Αφού τέθηκαν ενώπιον του οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας για το έτος που έληξε 31.12.03 (Τεκμήριο 12), του υποβλήθηκαν οι ακόλουθες ερωτήσεις για να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις: «Ε. Στη σελίδα 5 του Τεκμήριου 12, στο κυκλοφορούν ενεργητικό έχει κατηγορία χρεώστες. Τι ποσό δείχνει για το 2002; Α. Λ.Κ.6.000.
  28. Ε. Μπορείτε να πάτε στη σημείωση 21 στην οποία παραπέμπει εκεί για τους χρεώστες στη σελίδα 21; Α. Μάλιστα. Ε. Μπορεί από την σημείωση αυτή να προκύπτει η σύνθεση των 6 εκατομμυρίων και κάτι; Α. Βεβαίως. Ε. Μπορείτε να μας πείτε την σύνθεση; Α. Σε γενικές γραμμές είναι οι έμποροι χρεώστες Λ.Κ1.756.126, άλλοι χρεώστες Λ.Κ.8.736.306, το σύνολό τους είναι Λ.Κ.10.492.432, μείον η πρόβλεψη για επισφαλείς χρεώστες Λ.Κ.4.491.904 και καταλήγουμε στα Λ.Κ.6.000.
  29. Ε. Να συμφωνήσουμε ότι από τους χρεώστες όπως παρατίθενται στο Τεκμήριο 12 και τη σημείωση 21, δεν μπορεί να εξάξει κάποιος ποιοι είναι χωριστά οι χρεώστες. Α. Όχι αν δεν έχει την ανάλυση. Ε. Και αυτή την ανάλυση την είχατε δώσει στους λογιστές; Α. Αυτή είχε ετοιμαστεί από τους ελεγκτές. Αν εννοείτε τους ελεγκτές. Ε. Ναι τους ελεγκτές. Α. Αυτοί οι λογαριασμοί έχουν γίνει από τους ελεγκτές. Ε. Άρα στους ελεγκτές έχει δοθεί αναλυτική κατάσταση των χρεωστών και εκείνων που λένε στην σημείωση
  30. Α. Μάλιστα. Ε. Άρα θεωρητικά αν είχαμε αυτή την ανάλυση των ελεγκτών εδώ, αν η εκδοχή σας είναι ορθή θα έπρεπε να δούμε τον Εναγόμενο ως χρεώστη. Α. Μάλιστα. Ε. Έχετε αυτή την αναλυτική κατάσταση που δόθηκε στους ελεγκτές; Α. Την έχω για το
  31. Ε. Για το 2002; Α. Όχι δεν την έχω για το
  32. Στο 2003 υπάρχει ο κ. Ηλιάδης μέσα ως χρεώστης. Παρουσιάζεται ως χρεώστης ο κ. Ηλιάδης.» Ρωτήθηκε πως αποστέλλοντο οι επιταγές στα Χρηματιστηριακά γραφεία, για να απαντήσει ότι υπήρχε κλητήρας που τις παρέδιδε στα Χρηματιστηριακά γραφεία. Ενδεχομένως κάποια φορά να ήρθαν και οι ίδιοι να παραλάβουν τις επιταγές από κοντά τους. Του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει τους λόγους έκδοσης των επιταγών. Η απάντηση του ήταν ότι γνώριζε ότι «ήταν για αγορά μετοχών για πράξεις στο Χρηματιστήριο». Αμέσως ρωτήθηκε αν αφορούσαν και μετοχές της Louis. Η απάντησή του ήταν ότι δεν γνώριζε. Του υποβλήθηκε ότι τα χρήματα αυτά δεν ήταν δυνάμει δανείου από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο. Η απάντησή του ήταν ότι οι πληροφορίες που είχε από τον κ. XXXXX Λοϊζου ήταν ότι οι πληρωμές γίνονταν για τον Εναγόμενο. Του υποβλήθηκε ότι τα χρήματα αυτά χρησιμοποιούνταν από τον κ. XXXXX Λοϊζου εν αγνοία του Εναγομένου για να αγοράζει μετοχές της Louis αποκλειστικά, ώστε να δημιουργείται πλασματική αγορά μετοχών Louis. Η απάντηση του ήταν ότι προσωπικά δεν πιστεύει κάτι τέτοιο και ότι ο ίδιος ακολουθούσε τις οδηγίες του κ. Λοϊζου. Αν γινόταν κάτι διαφορετικό, αυτό δεν το γνώριζε. Σε σχέση με το Τεκμήριο 12 ανέφερε ότι η κατάσταση αυτή ετοιμάστηκε προς το τέλος του
  33. Ρωτήθηκε κατά πόσο αυτό έγινε όταν άρχισε η οικογενειακή σύγκρουση για να απαντήσει ότι δεν θυμόταν τέτοιες λεπτομέρειες. Ρωτήθηκε αν ο κ. Λοϊζου του έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί αποφάσισε να καταχωρίσει την επίδικη αγωγή το 2009, για να απαντήσει πως δεν γνώριζε. Είχε ακούσει ότι το 2009 έγινε κάποια καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του κ. Λοϊζου από τον Εναγόμενο, αλλά δεν γνώριζε λεπτομέρειες. Ούτε έτυχε να παρακαθήσει σε οποιαδήποτε συνεδρία με τον κ. Λοϊζου για την εν λόγω καταγγελία. Του υποβλήθηκε ότι όλα αυτά τα χρήματα δεν ήταν δάνειο από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο. Για να απαντήσει ότι οι πληροφορίες που είχε από τον κ. Λοϊζου ήταν ότι οι πληρωμές αυτές γίνονταν για τον κ. XXXXX Ηλιάδη. Η αντεξέτασή του τελείωσε με την παραδοχή του ότι δεν είχε την αναλυτική κατάσταση για το
  34. Επανεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο ίδιος το μόνο που υπέγραφε σε σχέση με τις επιταγές ήταν τις οδηγίες προς την Τράπεζα και ότι στα βιβλία της Ενάγουσας Εταιρείας πρέπει να υπάρχει ανάλυση των χρεωστών. Η κα XXXXX Πασχάλη (Μ.Ε.2) υπήρξε υπάλληλος της Εθνικής Χρηματιστηριακής Ελλάδος Κύπρου Λτδ από το 1999-
  35. Σήμερα εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Κύπρου. Η Εθνική Χρηματιστηριακή Ελλάδος Κύπρου Λτδ ασχολείτο με χρηματιστηριακές συναλλαγές κυρίως στο Κυπριακό Χρηματιστήριο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρξε υπεύθυνη εκκαθάρισης χρηματιστηριακών συναλλαγών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ο Εναγόμενος διατηρούσε λογαριασμό με την Εθνική Χρηματιστηριακή Ελλάδος Κύπρου Λτδ, στη βάση του οποίου είχε προβεί σε κάποια αγορά μετοχών. Το συνολικό κόστος της αγοράς ήταν Λ.Κ.37.071,
  36. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 τη σχετική κατάσταση λογαριασμού (Client Statement (Transactions)) για την περίοδο 1/1999-12/
  37. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του εν λόγω λογαριασμού. Ρωτήθηκε αν έχει στην κατοχή της κατάσταση από την οποία να φαίνεται η πληρωμή για την αγορά των εν λόγω μετοχών. Για το θέμα αυτό κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 έγγραφο που τιτλοφορείται «Client Statement». Ανέφερε ότι η οφειλή αυτή για την αγορά των μετοχών, εξοφλήθηκε στις 17.9.99, δηλαδή 17 ημέρες μετά που αυτές αγοράστηκαν. Δεν γνώριζε αν ο Εναγόμενος πώλησε τις εν λόγω μετοχές, τις οποίες ως ανέφερε, μπορούσε να πωλήσει μέσω άλλου Χρηματιστηριακού γραφείου. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι τα έγγραφα στη βάση των οποίων ανοίχθηκε ο λογαριασμός του Εναγομένου, δεν μπορούσαν να προσκομισθούν καθότι αυτά ήταν στο αρχείο του 1999, το οποίο δεν διατηρείται πλέον αφού ως ανέφερε τα αρχεία τους έχουν καταστραφεί στις αποθήκες. Θυμόταν να είχε δει στο παρελθόν αρκετές φορές τον Εναγόμενο, αλλά δεν θυμόταν αν τον είχε δει στην Εθνική Χρηματιστηριακή. Τα έγγραφα που αφορούσαν στην αγορά των μετοχών που έγινε στις 30.8.1999, δεν μπορούσαν να εντοπιστούν για τους λόγους που ανέφερε προηγουμένως. Ήταν η θέση της πως τη δεδομένη στιγμή είχαν ανοίξει έναν χρηματιστηριακό κωδικό στον οποίο υπάρχουν καταχωρισμένα τα προσωπικά στοιχεία του Εναγομένου με την ταυτότητα και το τηλέφωνό του. Η πρακτική που ακολουθείτο τότε ήταν ο πελάτης να υπογράφει σχετικό έντυπο στο οποίο συμπλήρωνε τα προσωπικά του στοιχεία και ακολούθως ανοιγόταν ο κωδικός στη Χρηματιστηριακή Εταιρεία. Ο κ. Χαβιαράς της υπέβαλε ότι το έγγραφο αυτό που υπεγράφη είναι πλαστό, για να απαντήσει ότι δεν έχει έγγραφα του 1999 στην κατοχή της. Επανεξεταζόμενη σε σχέση με την τότε πρακτική ανέφερε τα ακόλουθα: «Διδόταν η οδηγία από τον πελάτη, αγοράζαμε τις μετοχές, ακολούθως έπρεπε ο πελάτης να μας πληρώσει. Κανονικά η πληρωμή για όλες τις συναλλαγές έπρεπε να γίνεται σε τρεις ημέρες εργάσιμες μετά την εκτέλεση, όμως τότε λόγω του όγκου των συναλλαγών στο Χρηματιστήριο κανένας πελάτης ούτε και προπλήρωναν ούτε και πλήρωναν στην μέρα τους, ήθελαν κάποιο χρόνο. Ακολούθως μετά μας υποχρέωσε το Χρηματιστήριο να παίρνουμε τα χρήματα μπροστά.» Εκ μέρους της Ενάγουσας κατέθεσε ο κ. XXXXX Ξιούρος (Μ.Ε.3), ο οποίος από τον Μάρτιο του 2013 εργάζεται στο συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου. Το 1999 ήταν τοποθετημένος στην Λαϊκή Επενδυτική και μεταγενέστερα σε όλες τις μετεξελίξεις της Εταιρείας με τις διάφορες συγχωνεύσεις και αλλαγές ονομάτων. Τα καθήκοντά του είχαν να κάνουν με τα επενδυτικά σχέδια. Το 1999 η Λαϊκή Επενδυτική είχε κάποια σχέδια συνεργασίας (σχέδια επενδυτή) με επενδυτικούς πελάτες της. Αναφέρθηκε σε αυτά. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος ήταν πελάτης της Λαϊκής Επενδυτικής και αργότερα της Λαϊκής Χρηματιστηριακής. Αυτός διατηρούσε δύο ξεχωριστούς λογαριασμούς Σχεδίου Επενδυτή και αντίστοιχες χρηματιστηριακές μερίδες με την Εταιρεία. Κατ΄ επέκταση, όπως εξήγησε, ο Εναγόμενος διατηρούσε και δύο αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς με την Λαϊκή Τράπεζα. Η συνεργασία αυτή με τον Εναγόμενο ξεκίνησε γύρω στο καλοκαίρι του
  38. Κατέθεσε ως Τεκμήρια τις καταστάσεις που αφορούν στις αγοραπωλησίες μετοχών μέσω των δύο αυτών λογαριασμών (Τεκμήρια 15

(1)και 15
(2)). Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού του Εναγομένου που αφορά στο Λογαριασμό Β. Επεξήγησε το περιεχόμενο των πιο πάνω λογαριασμών. Αντιπαραβάλλοντας το Τεκμήριο 16 με τις επιταγές του Τεκμηρίου 1 στις οποίες δικαιούχος είναι η Λαϊκή Επενδυτική, είπε ότι αυτές ανευρίσκονται ως πιστώσεις επί του Τεκμηρίου
  1. Κατά το χρόνο κατάθεσης των εν λόγω επιταγών, το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ήταν στις πλείστες περιπτώσεις χρεωστικό, τόσο πριν από την κατάθεσή τους όσο και μετέπειτα. Το Δεκέμβριο του 2002 ο Λογαριασμός Β και η αντίστοιχη μερίδα του με τη Λαϊκή Επενδυτική και/ή τη Λαϊκή Χρηματιστηριακή έκλεισε, όταν ο Εναγόμενος τους απέστειλε την επιστολή ημερ. 17.12.02 (Τεκμήριο 17). Με την εν λόγω επιστολή ο Εναγόμενος απευθυνόμενος προς τη Λαϊκή Επενδυτική και/ή Λαϊκή Χρηματιστηριακή, ζητούσε όπως ο Επενδυτικός «Β» Λογαριασμός του κλείσει, και όπως το πιστωτικό υπόλοιπο, του καταβληθεί με επιταγή που θα εκδοθεί στο όνομά του. Ο μάρτυρας παρέπεμψε το αίτημα στο Τμήμα Εγγραφών για να το ικανοποιήσουν, πράγμα που έπραξαν. Κατ΄ επέκταση εκδόθηκε επιταγή προς όφελος του Εναγομένου για το ποσό των Λ.Κ.61.
  2. Σημειώνεται εδώ πως ο Λογαριασμός Β κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε το πιο πάνω πιστωτικό υπόλοιπο. Η σχετική επιταγή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Τον Δεκέμβριο του 2001 ανέφερε ότι έγιναν κάποιοι χειρισμοί σε σχέση με τους δύο λογαριασμούς του Εναγομένου. Συγκεκριμένα, είχε υπογραφεί μια μακροσκελής συμφωνία, η οποία κάλυπτε και τη λειτουργία των δύο αυτών λογαριασμών του «Σχεδίου Επενδυτή». Η Συμφωνία αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Στην εν λόγω Συμφωνία γίνεται επιβεβαίωση και αναγνώριση όλων των πράξεων σε σχέση με τους πιο πάνω δύο λογαριασμούς. Το 2005 λόγω γενικότερων θεμάτων που ο Εναγόμενος είχε με τη Λαϊκή Τράπεζα, η οποία ζήτησε την αποπληρωμή δανείων που ο τελευταίος είχε συνάψει, δόθηκαν στον Εναγόμενο, κατόπιν αιτήματός του, αντίγραφα των χρηματιστηριακών μερίδων και των τραπεζικών λογαριασμών. Το 2009 τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι συνάδελφοί του κλήθηκαν να δώσουν κατάθεση στην Αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης καταγγελίας του Εναγομένου αναφορικά με τη λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών. Αφού έδωσαν καταθέσεις, η Αστυνομία αποφάσισε ότι δεν ευσταθούσαν οι καταγγελίες του Εναγομένου. Εις επίρρωση της πιο πάνω θέσης του, κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 την Αστυνομική Έκθεση Γεγονότων. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής: «Από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι ο Ηλιάδης γνώριζε την ύπαρξη του λογαριασμού πολύ ενωρίτερα απ' ότι είχε αναφέρει στην κατάθεση του. Συγκεκριμένα στις 19/11/2001 ο XXXXX Ηλιάδης υπέγραψε έγγραφο/επιστολή προσφοράς με θέμα σχέδιο Επενδυτής, Δάνειο Τακτής Προθεσμίας. Το έγγραφο αυτό υπογράφτηκε και από την Μαρφίν Λαϊκή και από την Λαϊκή Επενδυτική. Στην επιστολή αυτή γινόταν σαφής αναφορά για την ύπαρξη του λογαριασμού σχέδιο «ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ», για το υπόλοιπο του λογαριασμού την ημέρα εκείνη, ενώ ο Ηλιάδης επιβεβαίωνε γραπτώς, αναγνώριζε και αποδεχόταν όλες τις πράξεις και συναλλαγές που διενεργήθηκαν στο λογαριασμό και ότι έγιναν κατόπιν δικών του γραπτών και/ή προφορικών εντολών.». Το 2015 ο Εναγόμενος καταχώρισε εναντίον αυτού και άλλων προσώπων ιδιωτική ποινική υπόθεση. Ο Γενικός Εισαγγελέας εξετάζοντας αίτημα των Κατηγορουμένων, διέταξε αναστολή της ποινικής δίωξης. Η σχετική επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση ότι ο Λογαριασμός Β άνοιξε και λειτούργησε εν αγνοία του Εναγομένου. Μάλιστα ήταν η θέση του ότι κατά την περίοδο 1999 με 2002 που λειτούργησε ο Λογαριασμός Β, ο Εναγόμενος ήταν γαμβρός της οικογένειας Λανίτη, η οποία είχε τη διεύθυνση της Λαϊκής Τράπεζας. Ανέφερε ακόμη ότι ο αδελφός της συζύγου του Εναγομένου, ο κ. XXXXX Λανίτης, εκτελούσε χρέη Διευθύνοντος Συμβούλου της Λαϊκής Τράπεζας και ο άλλος αδελφός της συζύγου του ο κ. XXXXX Λανίτης ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Τράπεζας. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι δεν είχε οδηγίες εκ μέρους του Εναγομένου για να ανοιχθούν δύο λογαριασμοί. Ακολούθησαν οι εξής ερωτήσεις και οι εξής απαντήσεις: «Ε. Θέλω να βάλετε μπροστά σας το Τεκμήριο 15
(2)για να δούμε αν συμφωνούμε για κάποια πράγματα. Είναι το customer Profile του λογαριασμού Β. Καταρχήν συμφωνούμε ότι οι μόνες δοσοληψίες που περιγράφει το Τεκμήριο 15
(2)είναι αγοραπωλησίες μετοχών της εταιρείας Louis; Α. Το 15
(2)είναι αυτό του λογαριασμού Β, έτσι; Ε. Ναι του λογαριασμού Β. Α. Μάλιστα. Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο υπήρξαν αγοραπωλησίες μετοχών μόνον της συγκεκριμένης εταιρείας και δικαιώματα αγοράς μετοχών. Ε. Σωστά. Επίσης συμφωνούμε ότι από 27/8/99 μέχρι και 5/9/2000, οι μόνες πράξεις που εγίνοντο μετοχών της Louis ήταν αγορές μετοχών. Α. Σωστά. Ε. Και συμφωνούμε επίσης ότι από 5/9/2000 που ήταν η τελευταία αγορά μέχρι 20/11/2002 για πέραν των δύο ετών δεν υπήρξε καμία απολύτως πράξη. Α. Μάλιστα. Ε. Και επίσης συμφωνούμε ότι από 20/11/2002 αρχίζουν πωλήσεις οι οποίες σε 20 μέρες δηλαδή μέχρι 11/12/2002 ξεφόρτωσαν όλες τις μετοχές του χαρτοφυλακίου, συμφωνούμε; Α. Μάλιστα.» Τελευταίος μάρτυρας εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ο κ. XXXXX Λοϊζου (Μ.Ε.4). Η κυρίως εξέτασή του δόθηκε με γραπτή κατάθεση. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω μέρος από την εν λόγω γραπτή κατάθεση: «
  1. Είμαι ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας CLIN Company Ltd (πρώην Louis Tourist Agency Ltd). Μέχρι το 2013 ήμουν ο βασικός μέτοχος της Clin Company Limited και το 2013 μεταβίβασα τις μετοχές σε οικογενειακό trust. Η Louis Tourist Agency Ltd μετονομάσθηκε σε CLIN Company Ltd το 2005 και παρουσιάζω ως Τεκμήριο 34 αντίγραφο σχετικού πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών. Η CLIN Company Ltd στο εξής («Clin Co») είναι η ιθύνουσα εταιρεία διαφόρων εταιρειών που συγκροτούν τον Όμιλο Εταιρειών Louis. Η Louis Tourist Agency Ltd είχε ιδρυθεί από τον πατέρα μου το 1965, ο οποίος προηγουμένως εδραστηριοποιείτο με την εμπορική επωνυμία "Louis Tourist Agency". Ο Όμιλος Louis ασχολείται με ταξιδιωτικές/τουριστικές επιχειρήσεις, ξενοδοχεία και κρουαζιερόπλοια.
  2. Είμαι νυμφευμένος με την XXXXX Ηλιάδη - Λοϊζου που είναι αδελφή του Εναγομένου κ. XXXXX Ηλιάδη («XXXXX»). Η XXXXX Ηλιάδη - Καλησπέρα είναι επίσης αδελφή του XXXXX και της συζύγου μου.
  3. Το 1999 είχε αρχίσει ραγδαία ανάπτυξη της χρηματιστηριακής αγοράς. Το ίδιο έτος οι μετοχές της Louis Cruise Lines Ltd (μεταγενέστερα μετονομάσθηκε σε Louis Plc) που ελεγχόταν από την Clin Co εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η Louis Pic περιλάμβανε τότε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Ομίλου Louis που σχετίζονται με την κρουαζιέρα με σημαντικά περιουσιακά στοιχεία κυρίως σε κρουαζιερόπλοια. Ήταν δε από τις εταιρείες με τη μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση που είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο. Στην αρχική έκδοση μετοχών της Louis Plc που είχε μεγάλη επιτυχία, συμμετείχε και πήρε μετοχές και ο Ζήνωνας. Την ίδια περίοδο, το Σεπτέμβριο 1999, ο Ζήνωνας μου ζήτησε να τον διευκολύνω με την παροχή δανείου σ' αυτόν για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του. Ειδικότερα μου είχε αναφέρει ότι ήθελε να επεκταθεί σε επενδύσεις σε καλούς χρηματιστηριακούς τίτλους, περιλαμβανομένης και της Louis Pic, που ήταν η νέα αγορά επενδύσεων που αναπτυσσόταν πολύ γρήγορα. Όπως μου είπε, δεν είχε ρευστότητα λόγω των διαφόρων επενδύσεων του στις οικογενειακές του επιχειρήσεις. Σε σημαντικές επενδύσεις ακινήτων της οικογένειας Ηλιάδη συμμετείχε και η σύζυγος μου XXXXX και η αδελφή της XXXXX. Ο XXXXX γνώριζε ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες μου αναπτύσσονταν με επιτυχία και είχα οικονομική ευχέρεια και μου ζήτησε να τον διευκολύνω με χρηματοδότηση για τις δικές του επενδύσεις.
  4. Ο XXXXX ήταν πολύ στενά συνδεδεμένος με την σύζυγο μου και αδελφή του XXXXX και διατηρούσαμε άριστες και στενές προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις. Η σύζυγος μου είχε μεγάλη αδυναμία στον αδελφό της και είναι και η νονά του μεγάλου του γιού. Αποφάσισα, με την προτροπή και της συζύγου μου, να διευκολύνω τον XXXXX με την παροχή δανειακών χρηματοδοτήσεων προς αυτόν για τις επενδύσεις του. Για το σκοπό αυτό του διευθέτησα σταδιακά δάνειο από την Clin Co συνολικού ύψους περίπου ΛΚ1.405,803,57 σε διάφορες δόσεις όπως ζητούσε. Η αρχική συνεννόηση μας ήταν ότι το δάνειο θα επιστρεφόταν στην εταιρεία μου σε πρώτη ζήτηση. Ο Ζήνωνας με ρώτησε στην αρχή τι τόκο θα πλήρωνε και εγώ του απάντησα το συνηθισμένο τόκο που χρεώνεται η εταιρεία μου για τις δικές της χρηματοδοτήσεις. Κατά την περίοδο εκείνη ο συνηθισμένος τόκος χρηματοδότησης ήταν της τάξης του 9% ετησίως. Για τη δανειοδότηση αυτή, το λογιστήριο της Clin Co ύστερα από οδηγίες μου έκαμε τις διάφορες πληρωμές της δανειακής διευκόλυνσης προς τον XXXXX. Ο XXXXX ήταν έκτοτε και εξακολουθεί να είναι χρεώστης της Ενάγουσας και οι σχετικές χρεώσεις φαίνονται στα βιβλία των λογαριασμών της. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 35 σχετικές καταστάσεις χρεωστών της Clin Co που εμφανίζονται ως «άλλοι χρεώστες» στους ελεγμένους λογαριασμούς της των ετών 2002 και 2003, όπου περιλαμβάνεται και το χρέος του XXXXX. Σε κατά καιρούς οχλήσεις μου προς το XXXXX για το πότε θα εξοφλούσε το δάνειο, μου ανέφερε ότι μόλις είχε την ευχέρεια από τις επενδύσεις του θα εξοφλούσε την Ενάγουσα. ............................................ Σε πολλές περιπτώσεις αφότου ξεκίνησαν οι διαφορές του XXXXX με τις αδελφές του επιδιώχθηκε η εξεύρεση συμβιβαστικών διευθετήσεων των οικογενειακών τους διαφορών. Προκειμένου να συμβάλω στη διευθέτηση αυτών των οικογενειακών διαφορών τους, εγώ προτίμησα να μην προχωρήσει η Ενάγουσα αμέσως στον εξαναγκασμό της πληρωμής του δανείου του από την Ενάγουσα. Τελικά, έχοντας υπόψη και τη συνέχιση των ανεύθυνων και αναληθών ισχυρισμών του για δήθεν συνομωσία μου με τη Λαϊκή Τράπεζα σε βάρος του, έδωσα οδηγίες να προχωρήσει η λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του για είσπραξη του δανείου και άρχισε η παρούσα αγωγή.» Στη μαρτυρία που έδωσε κατά την αντεξέταση, θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Ο Εναγόμενος κατέθεσε ενόρκως. Η κυρίως εξέτασή του δόθηκε με γραπτή κατάθεση, η οποία καταλαμβάνει 159 παραγράφους. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί πως αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι συνήψε συμφωνία δανείου ή άλλη συμφωνία με την Ενάγουσα μέσω του κ. XXXXX Λοϊζου. Ήταν περαιτέρω η θέση του πως ουδέποτε ο ίδιος κατέθεσε στο Λογαριασμό Β τις επίδικες επιταγές. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο των παραγράφων 119 και 120 από τη γραπτή του κατάθεση: «
  5. Όλες οι τραπεζικές αυτές επιταγές εκδίδοντο κυρίως από την Λαϊκή κατόπιν οδηγιών της Louis Tourist Agency Ltd (μετανομασθείσα σε Clin Company Ltd), προσωπική εταιρεία του XXXXX Λοίζου, προς όφελος της Λαϊκής Επενδυτικής. Τις οδηγίες και σχετικές επιταγές της Λούης επαρουσίασε ο λογιστής της XXXXX Χαραλάμπους.
  6. Μόλις μια εβδομάδα μετά που η αστυνομία αποκάλυψε ότι τα 2.3 εκατομμύρια ευρώ που κατατέθηκαν στον λογαριασμό 5105 προήρχοντο από τον Οργανισμό Λούης και συγκεκριμένα στις 23/12/2009 η Clin Company Ltd θυμήθηκε να κινήσει την παρούσα αγωγή εναντίον μου για αποπληρωμή δήθεν δανείου που μου παρεχώρησε ύψους 2.3 εκατομμυρίων ευρώ στην περίοδο 1999 -
  7. Πρώτη φορά μετά από έντεκα χρόνια άκουα ότι εγώ πήρα δάνειο από τον XXXXX Λοίζου, ότι το ποσό του δανείου των 2.3 εκατομμυρίου ευρώ που δήθεν μου παραχώρησε όπως ισχυρίζεται έγινε με προφορική συμφωνία αλλά δεν γνωρίζει πότε έγινε αυτή η συμφωνία, ότι το δάνειο αυτό δεν το πήρα εγώ αλλά η Επενδυτική, και χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για την αγορά μετοχών της Λούης, και τελικά χάθηκε. Ανυπόστατα πράγματα προερχόμενα από μια μικρή ομάδα απατεώνων που εξυπηρετούσαν δικά τους συμφέροντα. Δηλαδή εν ολίγοις ο XXXXX Λοίζου λέγει μετά από έντεκα χρόνια ότι τα λεφτά που χρησιμοποίησε σε συνεργασία με τον XXXXX Ξιούρο της Λαϊκής Επενδυτικής για χειραγώγηση της μετοχής της Λούης (δικής του εταιρείας) και εξαπάτηση του επενδυτικού κοινού μου τα είχε δανείσει εμένα: και αυτό διότι για να υλοποιηθεί η απάτη στην Λαϊκή Επενδυτική εχρειάζετο να χρησιμοποιηθεί το όνομα μου και αυτό ήταν εύκολο αφού ο κος Ξιούρος είχε στην κατοχή του το πληρεξούσιο από εμένα για διαχείριση του πραγματικού μου Account Α και με αυτό άνοιξε τον παράνομο Account Β.» Επέμενε πως ο Λογαριασμός Β χρησιμοποιήθηκε εν αγνοία του για χειραγώγηση των μετοχών της Εταιρείας Louis. Μάλιστα ανέφερε ότι ο Λογαριασμός αυτός έτυχε τέτοιας διαχείρισης για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του κ. XXXXX Λοϊζου και της Εταιρείας του. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «
  8. i. Έπρεπε να υπάρχει σταθερό και συνεχές momentum αγορών της μετοχής Λούης από την αρχή της δημοσιοποίησης της. ii. Έπρεπε να δημιουργείται η σταθερή εντύπωση ότι η μετοχή έχει ζήτηση, προοπτικές, κλπ. έτσι που ούτως ώστε να εξαπατούνται οι επενδυτές στο ΧΑΚ και να ακολουθούν ανυποψίαστοι. iii. Έπρεπε με την συνεχή αγορά της μετοχής να συντηρείται η τιμή της αφού την ίδια περίοδο ο XXXXX Λοΐζου επρόβαινε σε αγορές άλλων ξένων εταιρειών η επενδύσεων προσφέροντας σαν αντάλλαγμα μετοχές Λούης και οι ανυποψίαστοι πωλητές τις εδέχοντο χωρίς να γνωρίζουν βέβαια ότι η τιμή της μετοχής Λούης ήτο πλασματική. iv. Έπρεπε η Εταιρεία Λούης να μπορεί να εκδίδει ανακοινώσεις ότι δεν γίνονται πωλήσεις μεγάλων πακέτων μετοχών της κατά το 2000 και πάλι σε προσπάθεια να παραπλανήσει το επενδυτικό κοινό ότι η μετοχή αυτή έχει ψιλή ζήτηση.
  9. Τα πιο πάνω κριτήρια είχαν υιοθετηθεί από τον XXXXXX Λοΐζου σε συνεργασία με τον XXXXX Ξιούρο ο οποίος τα έβαλε σε εφαρμογή την κρίσιμη περίοδο δηλαδή το 1999 από την αρχή που η μετοχή Λούης δημοσιοποιήθηκε και όλο το
  10. Στην κρίσιμη αυτή περίοδο ο XXXXX Ξιούρος έπρεπε να διασφαλίζει ότι η μετοχή Λούης έχει συνεχή και έντονη ζήτηση από επενδυτές και ταυτόχρονα να την διατηρήσει στην ψηλότερη δυνατή τιμή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και ο λόγος είναι ακριβώς διότι ο XXXXX Λοΐζου με την ευφάνταστη αυτή «κομπίνα» θα απεκόμιζε στην συνέχεια κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων. Συγκεκριμένα:
  11. Τον Μαϊο του 2000 η Λούης εξαγοράζει το 60% της Louis Hotels με αντάλλαγμα μετοχές της εταιρείας Λούης. Ίδε Τεκμήριο 92 την σχετική ανακοίνωση της εξαγοράς. Δηλαδή, ο XXXXX Λοΐζου προσφέροντας σαν αντάλλαγμα μετοχές της Λούης την τιμή της οποίας έλεγχε σε συνεργασία με τον XXXXX Ξιούρο κατόρθωσε να αποκτήσει τον έλεγχο μια αλυσίδας 28 ξενοδοχείων, τα Louis Hotels αξίας μερικών εκατοντάδων εκατομμυρίων.
  12. Τον Δεκέμβριο του 1999 η εταιρεία Λούης αποκτά τον έλεγχο της εταιρείας Royal Olympic Cruise Lines (ROC) αξίας πέριξ των εκατό πενήντα εκατομμυρίων ευρώ, προσφέροντας και πάλιν στους ιδιοκτήτες της μετοχές της Λούης οι οποίες βεβαίως είχαν μια πλασματική τιμή πέριξ των 6.00 ευρώ. Ίδε Τεκμήριο
  13. Στις αρχές Ιουνίου του 2000 η εταιρεία Λούης αντλεί από τον επενδυτικό κοινό της Κύπρου 42.000,000 ευρώ (24,5 εκατομμύρια λίρες Κύπρου) από την εξάσκηση των wrights της, κάτι που προϋπόθετε ελκυστική τιμή της μετοχής Λούης και σε αυτό ο ρόλος του XXXXX Ξιούρου ήταν καθοριστικός. Ίδε Τεκμήριο
  14. Τον Μάρτιο του 2000 η εταιρεία Λούης προβαίνει σε ανακοινώσεις για να διαψεύσει ότι δήθεν πωλούνται μεγάλα πακέτα της μετοχής Λούης από επενδυτές. Ίδε σχετική ανακοίνωση Τεκμήριο
  15. Είναι την ίδια περίοδο που ο XXXXX Ξιούρος αρχίζει μια φρενήρη αγορά μετοχών Λούης μέσα από τον Account Β της τάξεως των εκατοντάδων χιλιάδων μετοχών κάθε μήνα έστω και αν η τιμή της μετοχής κατέρρεε σταδιακά.» Στη μαρτυρία που έδωσε κατά την αντεξέταση, θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Εκ μέρους του Εναγομένου κατέθεσε ο κ. XXXXX Πιερίδης (Μ.Υ.2), Ανώτερος Λειτουργός στο Τμήμα Ερευνών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Τον Νοέμβριο του 2016 είχε δεχτεί καταγγελία από τον Εναγόμενο για χειραγώγηση της τιμής των τίτλων της Louis Plc. Αφού διερεύνησαν την καταγγελία, απέστειλαν στις 21.11.17 επιστολή (Τεκμήριο 123) προς τον Γενικό Εισαγγελέα, το περιεχόμενο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου και στο οποίο θα κάνω αναφορά στη συνέχεια. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως η Αστυνομία τον πληροφόρησε πως στο παρελθόν δεν είχε καταγγελία για χειραγώγηση της τιμής της Louis Plc, αλλά καταγγελία του Εναγομένου ότι ένας συγκεκριμένος λογαριασμός του λειτουργούσε εν αγνοία του. Η Αστυνομία τον ενημέρωσε πως, αφού διερεύνησε την καταγγελία, βρήκε ότι δεν λειτουργούσε εν αγνοία του. Όσον αφορά στην πρόσφατη καταγγελία του Εναγομένου εναντίον του κ. XXXXX Λοϊζου, ανέφερε πως δεν την έχει θέσει ενώπιον του τελευταίου. Αξιολόγηση Προσαχθείσας Μαρτυρίας Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία, το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273, 1280 - 1281, Κυριάκου ν. Γ. Νικόλα (Μακρή) Λτδ,
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869, 873, Σόλων Φανάρας ν. Περικλή Κυπριανίδη, Πολ. Έφεση 136/10, απόφαση ημερ. 24.4.15, Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Νίκου Κυριακίδη, Πολ. Έφεση 209/10, απόφαση της Πλειοψηφίας ημερ. 9.9.15 και την απόφαση ημερ. 25.4.17 Δώρος Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 149/15). Σημειώνεται ακόμη πως το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει τη μαρτυρία κάποιου μάρτυρα έστω και αν αυτός σε κάποια σημεία δεν έχει αντεξεταστεί (Μάρω Αντωνίου Περσιάνη ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφεση 194/2012, απόφαση ημερ. 20.3.18). Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των αρκετών εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Στην NAT JANGO FASHION LTD ν. Α.Κ. ΠΟΧΤΖΕΛΙΑΝ & ΥΙΟΙ (ΔΙΑΝΟΜΕΙΣ) ΛΤΔ, Πολ. Έφεση 105/14, απόφαση ημερ. 15.10.18, το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη Απόφαση σε σχέση με την αξιολόγηση, βρήκε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε την προφορική μαρτυρία σφαιρικά, και με βάση την εικόνα των μαρτύρων στο εδώλιο. Επανέλαβε πως η μαρτυρία δεν αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά, ως εισηγήθηκε η πλευρά της Εφεσείουσας. Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η απόφαση Μαρίνος Σπετσιώτη ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 362/12 και 364/12, απόφαση ημερ. 26.10.18). Είναι βεβαίως γνωστό πως είναι δυνατόν το Δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει μέρος αυτής, όταν όμως ο μάρτυρας έχει κριθεί γενικά αξιόπιστος. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στη υπόθεση Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 499, όπου στη σελ. 503 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή πως το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ως ορθή τη μαρτυρία ατόμου ως προς ένα σημείο ή πτυχή των γεγονότων που αναφέρονται σ΄ αυτή και να την απορρίψει αναφορικά με άλλο σημείο ή πτυχή της υπόθεσης. Αυτό βέβαια γίνεται εφόσον ο μάρτυρας κριθεί γενικά αξιόπιστος. Όταν κριθεί αξιόπιστος είναι δυνατό η μαρτυρία του σε ένα μέρος της να κριθεί ορθή ενώ σε άλλο λαθεμένη, μετά που θα συγκριθεί με το ενδεχομένως υπάρχον υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Δεν μπορεί όμως όταν ένας μάρτυρας κριθεί από το Δικαστήριο γενικά αναξιόπιστον να θεωρηθεί πως μέρος της μαρτυρίας του είναι αληθές και άλλο όχι». Στην Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που επιβεβαιωνόταν από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία και απέρριψε το μέρος της μαρτυρίας του που παρέμεινε χωρίς επιβεβαίωση. Η πιο πάνω προσέγγιση κρίθηκε ορθή από το Εφετείο. Στην υπόθεση Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 59, το Εφετείο σχολιάζοντας τη μαρτυρία μάρτυρα που κρίθηκε αναξιόπιστος από το Κακουργιοδικείο και επειδή είχε δώσει μαρτυρία που ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με αστυνομική του κατάθεση, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 71: «.... Έχοντας διεξέλθει την όλη μαρτυρία του πρώην συγκατηγορουμένου του εφεσείοντος, όντως αυτή έπασχε από λογική ανακολουθία, ενώ ερχόταν σε πλήρη αντίφαση με την αστυνομική του κατάθεση Τεκμ.32. Επομένως, το Κακουργιοδικείο ενεργώντας στα πλαίσια της νομολογίας και της λογικής, απέκλεισε την όλη μαρτυρία ως μη δυνάμενη να αποτελέσει υλικό αξιολόγησης». Στην Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 278 και 279: ".. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι εξεταζόμενη συνολικά η μαρτυρία του παραπονούμενου, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, καθιστούσε αδύνατο ή τελείως ακροσφαλές και αβέβαιο το έργο της διάκρισης μεταξύ ψεύδους και πραγματικότητας. Και επρόκειτο ασφαλώς για την πλέον κρίσιμης σημασίας μαρτυρίας στην όλη υπόθεση, στην οποία το Δικαστήριο εκαλείτο να βασισθεί για να συνθέσει την ακριβή εικόνα του επίδικου επεισοδίου. Κατά την άποψη μας ο παραπονούμενος δεν μπορούσε παρά να είχε κριθεί ως αναξιόπιστος μάρτυρας και η μαρτυρία του ως ανάξια επιλογής αποδεκτών και μη μερών, αλλά αντίθετα έπρεπε να κριθεί απορριπτέα στο σύνολο της...» Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης, έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η κα XXXXX Πασχάλη (Μ.Ε.2) μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της, η οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Με βάση της μαρτυρία της βρίσκω πως ήταν αδύνατο να προσκομιστούν οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού στον οποίο αναφέρθηκε, αφού αυτά είχαν καταστραφεί. Ο κ. XXXXX Πιερίδης (Μ.Υ.2) μου έκανε επίσης καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ούτε και αυτού αμφισβητήθηκε η μαρτυρία. Του ζητήθηκαν μόνον κάποιες διευκρινίσεις, τις οποίες ο μάρτυρας έδωσε. Με βάση τη μαρτυρία του βρίσκω ότι κατόπιν καταγγελίας του Εναγομένου, τον Νοέμβριο του 2016, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου στις 21.2.17 απέστειλε στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας την επιστολή Τεκμήριο 123, με την οποία βρίσκει εκ πρώτης όψεως χειραγώγηση της τιμής της μετοχής της Εταιρείας Louis Plc. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής: «Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε συνεδρία της ημερομηνίας 13.2.2017, εξέτασε σχετικό σημείωμα αρμόδιου λειτουργού επί της καταγγελίας XXXXX Ηλιάδη, με βάση το οποίο διαπιστώθηκαν τα εξής: Η κατ' ισχυρισμό χειραγώγηση λαμβάνει χώρα μέσω ενός χρηματιστηριακού λογαριασμού εις το όνομα του κ. XXXXX Ηλιάδη Η αδελφή του κ. XXXXX Ηλιάδη είναι νυμφευμένη με τον κ. XXXXX Λοΐζου (μεγαλομέτοχος Louis PLC). Η χρηματοδότηση (€2.3 εκ.) του επίδικου λογαριασμού που χρησιμοποιήθηκε στην υπόθεση αυτή, προήλθε από προσωπική εταιρεία του κ. XXXXX Λοΐζου Ο επίδικος λογαριασμός χρησιμοποιήθηκε ΜΟΝΟΝ για αγορές μετοχών Louis PLC. Η πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης της Louis PLC, στο Χρηματιστήριο, ήταν η 3 Αυγούστου
  1. Με βάση τα πιο πάνω, η Επιτροπή κατέληξε ότι προκύπτει εκ πρώτης όψεως χειραγώγηση της τιμής της μετοχής της Louis PLC κατά τον χρόνο, από τον Αύγουστο του 1999 μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  2. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να σας αποστείλει την παρούσα επιστολή. » Τέλος, βρίσκω ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν έθεσε ενώπιον του κ. XXXXX Λοϊζου την καταγγελία που έκανε τον Νοέμβριο του 2016 ο Εναγόμενος εναντίον του. Τον Μ.Ε.1 κ. XXXXX Χαραλάμπους, θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα. Αυτός δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον Εναγόμενο και συνεπώς δεν γνώριζε ο,τιδήποτε για την κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνία δανείου. Ισχυρίστηκε, και αποδέχομαι, πως ενεργούσε κατόπιν οδηγιών του κ. XXXXX Λοϊζου. Εκείνο που διεφάνη κατά την αντεξέτασή του ήταν πως το μόνο που ουσιαστικά γνώριζε σε σχέση με την έκδοση των επίδικων επιταγών, ήταν ότι ο κ. XXXXX Λοϊζου του ανέφερε ότι ήθελε να εκδοθούν επιταγές σε κάποιες χρηματιστηριακές εταιρείες για λογαριασμό του Εναγομένου. Μάλιστα όταν του υποβλήθηκε ότι τα χρήματα αυτά δεν συνιστούσαν δάνειο από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο, απάντησε ότι «Οι πληροφορίες που είχα εγώ από τον κ. XXXXX Λοϊζου ήταν ότι οι πληρωμές αυτές γίνονταν για τον κ. XXXXX Ηλιάδη.». Παραδέχθηκε πως ουδέποτε απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή στον Εναγόμενο με την οποία να τον ενημερώνει ότι καταβλήθηκαν για λογαριασμό του συγκεκριμένα ποσά σε συγκεκριμένες Χρηματιστηριακές Εταιρείες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι επιταγές ουδέποτε παραδόθηκαν στον Εναγόμενο αφού, ως ανέφερε «Υπήρχε messenger που τα έπαιρνε. Μπορεί να ήρθαν κάποια φορά να πάρουν και κάποια επιταγή από κοντά μας, αλλά συνήθως είχαμε 5 messengers και τους δίδαμε οδηγίες να τις πάρουν στα χρηματιστηριακά γραφεία.». Τα πιο πάνω καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Όσον αφορά στο πως οι εν λόγω επιταγές κατατίθεντο στο συγκεκριμένο Λογαριασμό που είχε ανοιχθεί στο όνομα του Εναγομένου, ο ίδιος ουσιαστικά δεν γνώριζε οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Υπέθετε πως «Σίγουρα υπήρχε κάποια συνεννόηση εκ των προτέρων μεταξύ του κ. Ηλιάδη και του κ. XXXXX Λοϊζου και θα έπρεπε να μας έλεγαν που θα πάει η επιταγή, την περίμεναν.». Η μαρτυρία του αναφορικά με δύο κατ΄ ισχυρισμόν πληρωμές έναντι του κατ΄ ισχυρισμόν δανείου, δεν ρίχνει φως στα επίδικα θέματα. Στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά σε πληρωμή έναντι της κατ΄ ισχυρισμόν οφειλής του Εναγομένου σε δύο ποσά. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €4.706 στις 2.8.02 και το ποσό των €105.881 στις 24.12.
  3. Ο κ. Χαραλάμπους παραδέχθηκε πως δεν είναι σε αυτές τις ημερομηνίες που καταβλήθηκαν τα ποσά αλλά στις 14.11.02 και 31.12.
  4. Ρωτήθηκε αν αυτές τις πληρωμές τις έκανε ο Εναγόμενος. Η απάντησή του ήταν ότι «δεν θυμόταν από πού ήρθε η επιταγή, οι επιταγές». Ρωτήθηκε, και δικαιολογημένα, αν υπάρχουν αντίγραφα αυτών των επιταγών. Η απάντησή του ήταν ότι «ίσως να μην βρήκαμε για να μην τις βάλουμε, δεν είχαμε βρει τις επιταγές». Δικαιολογημένα ρωτήθηκε πως εντοπίστηκαν αυτά τα δύο ποσά ως πληρωμές έναντι του χρέους αφού δεν υπάρχουν έγγραφα που να υποστηρίζουν τα εν λόγω ποσά. Η απάντησή του ήταν πως «ίσως τότε να υπήρχαν πριν 15 χρόνια». Εν κατακλείδι, ο ίδιος δεν γνώριζε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες πιστώθηκαν στο κατ΄ ισχυρισμόν χρέος του Εναγομένου τα δύο ποσά. Ο κ. Ξιούρος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και δεν δέχομαι τη μαρτυρία του. Δεν έδωσε καμιά εξήγηση γιατί ενώ χρησιμοποιήθηκε μια Αίτηση εκ μέρους του Εναγομένου για το «Σχέδιο Επενδυτής», ανοίχθηκαν στο όνομά του δύο Λογαριασμοί, ο Λογαριασμός Α και ο Λογαριασμός Β. Ούτε και για το όριο του Λογαριασμού ή των Λογαριασμών η μαρτυρία του ήταν σαφής. Αρχικά ανέφερε ότι δεν γνώριζε το όριο και ότι έπρεπε να κοιτάξει τα αρχεία. Όταν του υποδείχθηκε η Αίτηση (Τεκμήριο 22), και του υποβλήθηκε ότι το όριο ήταν Λ.Κ.50.000, απάντησε καταφατικά. Δικαιολογημένα ερωτήθηκε εάν το όριο αυτό ήταν και για τους δύο Λογαριασμούς ή για τον ένα από τους δύο. Και ενώ λογικά θα έπρεπε να γνωρίζει, αφού από το 1999 (ημερομηνία που υποβλήθηκε η Αίτηση), ασχολείτο με τα Επενδυτικά Σχεδία του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας, αρκέστηκε να αναφέρει «Όχι δεν ανέφερα κάτι για όριο. Δεν γνωρίζω τα όρια». Έπρεπε όμως να τα γνωρίζει ή τουλάχιστον να ήταν σε θέση να απαντήσει εάν το όριο των Λ.Κ.50.000 που καταγράφεται στην Αίτηση, αφορά και στους δύο Λογαριασμούς ή σε ένα από αυτούς. Ως ελέχθη, παραδέχθηκε πως στο όνομα του Εναγομένου υπήρχαν δύο Λογαριασμοί, ο Λογαριασμός Α και ο Λογαριασμός Β. Ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση, και δικαιολογημένα, γιατί συνέβηκε αυτό και ποιος επέλεξε αυτή την ονομασία. (Σημειώνεται εδώ πως ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν σύνηθες). Η απάντησή του ήταν πως δεν γνώριζε, απάντηση η οποία και πάλι δεν με πείθει, αφού με δεδομένο ότι ασχολείτο από το 1999 με τα επενδυτικά σχέδια του Ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας, όφειλε να γνωρίζει γιατί ανοίχθηκαν στο όνομα του Εναγομένου δύο Λογαριασμοί, στη βάση μιας Αίτησης. Μάλιστα παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος με την επιστολή του ημερ. 17.12.02 (Τεκμήριο 17), του γνωστοποιούσε την επιθυμία του να κλείσει ο Λογαριασμός Β, χωρίς να του δίδει λεπτομέρειες σε σχέση με τον αριθμό του συγκεκριμένου Λογαριασμού Β. Ο ίδιος έδωσε οδηγίες να κλείσει ο συγκεκριμένος Λογαριασμός, προφανώς γιατί αντιλήφθηκε για ποιόν συγκεκριμένο Λογαριασμό ομιλούσε ο Εναγόμενος. Με άλλα λόγια, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο γνώριζε για την ύπαρξη του εν λόγω Λογαριασμού, γνώριζε ότι ο Λογαριασμός Β είχε συγκεκριμένο αριθμό και κατ΄ επέκταση έπρεπε να γνωρίζει και γιατί ανοίχθηκε αυτός ο Λογαριασμός. Όταν μάλιστα του υποβλήθηκε ότι «Ο λογαριασμός Β ήταν το όνομα που αναφέρατε εσείς στον κ. Ηλιάδη χωρίς να του δώσετε αριθμό λογαριασμού και αυτός είναι ο λόγος που σας γράφει χωρίς να κάμνει αναφορά σε αριθμό λογαριασμού.», απάντησε με γενικότητα «Εγώ θεωρώ ότι το τεκμήριο είναι αυταπόδεικτο και μιλά από μόνο του», χωρίς βεβαίως να αρνηθεί ότι αυτός ήταν που χαρακτήρισε το συγκεκριμένο Λογαριασμό ως Λογαριασμό Β. Διεφάνη ότι γνώριζε ότι όλες οι επιταγές που εκδίδοντο με οδηγίες της Ενάγουσας και είχαν δικαιούχο την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ, κατατίθεντο από την τελευταία στο Λογαριασμό Β του Εναγομένου. Κατ΄ επέκταση, η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ έπρεπε να γνωρίζει γιατί κατατίθεντο μόνο στο συγκεκριμένο Λογαριασμό του Εναγόμενου. Όταν ρωτήθηκε για αυτό το θέμα, έδωσε απαντήσεις οι οποίες καθόλου δεν με πείθουν. Όταν μάλιστα ο κ. Χαβιαράς του υπέβαλε ότι «Άρα θα μπορούσε με ασφάλεια κάποιος να καταλήξει ότι εκείνος που καταθέτει την επιταγή, για αυτές τις επίδικες επιταγές, στον πάγκο προσδιόριζε ότι θέλει να πιστωθεί ο λογαριασμός Β.», για να απαντήσει «Εξ΄ όσων μπορώ να θυμηθώ τέτοιου είδους πράξεις δεν μπορούσαν να γίνουν μέσω οποιουδήποτε καταστήματος της Τράπεζας αλλά μόνον μέσω των υποστηρικτικών τμημάτων του σχεδίου επενδυτή που ήταν κεντροποιημένο», απάντηση η οποία δεν με πείθει, αφού ουσιαστικά δεν απαντά γιατί αυτές οι συγκεκριμένες επιταγές (οι οποίες προορίζονταν όλες για μετοχές της Εταιρείας Louis) κατατέθηκαν στο συγκεκριμένο Λογαριασμό Β και όχι στον άλλο Λογαριασμό του Εναγομένου, το Λογαριασμό Α. Εν κατακλείδι, η μαρτυρία του απορρίπτεται. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι επειδή απορρίφθηκε η μαρτυρία του, δέχομαι τη θέση της Υπεράσπισης ότι ο Λογαριασμός Β ανοίχθηκε από την Λαϊκή Επενδυτική και λειτούργησε εν αγνοία του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως το 1999 αποφάσισε, όπως και πολλοί άλλοι στην Κύπρο, να επενδύσει στο Χρηματιστήριο, ευελπιστώντας να κερδίσει σε σύντομο χρονικό διάστημα μεγάλα χρηματικά ποσά. Δυστυχώς, όπως οι περισσότεροι, διαψεύστηκε. Παρουσιάστηκε ως άνθρωπος ο οποίος σύρεται και φέρεται από τον οποιοδήποτε και ειδικότερα από τον κ. Ξιούρο, μαρτυρία την οποία απορρίπτω. Να σημειώσω εδώ πως πρόκειται περί ανθρώπου ο οποίος έχει σπουδάσει νομικά και οικονομικά στην Οξφόρδη της Αγγλίας και στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής αντίστοιχα. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να μην αποκαλύψει συγκεκριμένα γεγονότα. Συγκεκριμένα, ενώ αποφάσισε να αγοράσει μετοχές της Εταιρείας Louis με ιδιωτική τοποθέτηση, δεν γνώριζε ούτε πόσες μετοχές έλαβε ούτε ότι με την εισαγωγή της μετοχής στο Χρηματιστήριο η αξία της ήταν στο πολλαπλάσιο της αξίας αγοράς με ιδιωτική τοποθέτηση, και αρκέστηκε να αναφέρει ότι σήμερα οι μετοχές που αγόρασε δεν έχουν καμία αξία. Ως ανέφερε, σκοπός του ήταν να τις πωλήσει το συντομότερο «και να τελειώσει αυτή η ιστορία». Αντί όμως να τις πωλήσει, συνέχιζε να αγοράζει μετοχές, κατόπιν συμβουλής του κ. XXXXX Ξιούρου, ως ισχυρίστηκε. Παραδέχθηκε πως αν πωλούσε όλες τις μετοχές της Εταιρείας Louis τον Νοέμβριο 1999, θα είχε κέρδος 2 εκατομμυρίων λιρών. Δεν το έπραξε κατόπιν συμβουλής, ως ανέφερε, του κ. Ξιούρου. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό μέρος από τη μαρτυρία του: «E. Αν πάμε κύριε Ηλιάδη στη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 47 και πάμε στις ημερομηνίες 8 και 9/11/1999 που όπως αναφέρεις και στην ένορκη σου δήλωση Τεκμήριο 119 πώλησες τις 30 χιλιάδες μετοχές φαίνονται οι πωλήσεις των μετόχων σου, δέσμη προς δέσμη. A. Φαίνονται. E. Και σημειώνονται, ξεκινούμε περί το μέσο της σελίδος. A. Συμφωνούμε. Δικαστήριο: 8 λίρες και πάει έτσι; Συμφωνεί ο κύριος Ηλιάδης; Μάρτυρας: Μάλιστα. Ο κ. Ιωαννίδης συνεχίζει: E. Τώρα τα θυμήθηκες; A. Όχι, αφού τα βλέπετε από τα Τεκμήρια μου ασφαλώς επιβεβαιώνονται. Η ερώτηση σας ποια είναι. E. Η με αυτήν την τιμή των πέραν των 8 λιρών ανά μετοχή, θα έπαιρνες από τις μετοχές της Louis περίπου τότε τον Νοέμβρη, 2 εκατομμύρια λίρες κέρδος; A. Μάλιστα. E. Δεν το έκανες. A. Όχι. E. Με απόφαση δική σου. A. Όχι, με συμβουλή του κυρίου Ξιούρου. E. Εσύ ουδέποτε ενδιαφέρθηκες να πουλήσεις τότε άλλες από τις 30 χιλιάδες. A. Επαναλαμβάνω την απάντηση μου προηγουμένως, εκείνη τη δεδομένη στιγμή, όταν ήθελα να αγοράσω μετοχές Λαϊκής, πρότεινα στον Ξιούρο να πουλήσει κάποιες από τις μετοχές του portfolio μου, το οποίο τότε ήταν μόνο Louis, για να μπορέσει να πάρει τις 15 χιλιάδες μετοχές των τραπεζών. E. Και αγόρασες 15 χιλιάδες μετοχές της Λαϊκής, προς 16 λίρες την κάθε μία. A. Αν το λέει το Τεκμήριο ναι. E. Θέλεις να το δούμε; A. Όχι, σας έχω εμπιστοσύνη, αν το διαβάσατε από εκεί ναι. Δεν θυμούμαι τώρα.» Παραδέχθηκε πως αρχές του 2000 αποφάσισε αντί να πωλήσει μετοχές να αγοράσει και άλλες μετοχές της Εταιρείας Louis. Δικαιολογημένα ο κ. Ιωαννίδης του υπέβαλε ότι «Άρα κύριε Ηλιάδη και Ιανουάριο του 2000 και αρχές Φεβρουαρίου 2000 η όρεξη σου ήταν να επενδύσεις και άλλα στις μετοχές της Louis. Διαφωνείς;. Για να απαντήσει «Δεν ήταν η όρεξη μου, ήταν η συμβουλή του διαχειριστού τον οποίο είχα και πλήρωνα. Αυτή ήταν η συμβουλή του.». Λογαριασμός Β Η θέση του κατά την ακροαματική διαδικασία ήταν ότι ο πιο πάνω λογαριασμός ήταν παράνομος αφού ανοίχθηκε εν αγνοία του από τον Χρηματιστή κ. XXXXX Ξιούρο σε συνεργασία με τον κ. Αναστασιάδη. Η πιο πάνω θέση του όμως καταρρίπτεται από το Έγγραφο ημερ. 19.12.01 - Τεκμήριο 19, το περιεχόμενο του οποίου αποδέχθηκε με την υπογραφή του. Με το εν λόγω Έγγραφο ενημερώνεται, ανάμεσα σε πολλά άλλα, ότι το σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού αρ. XXXX5105 (Λογαριασμός Β) ανέρχεται σε Λ.Κ.90.000 πλέον τόκους. Στο εν λόγω έγγραφο υπάρχει η ακόλουθη αναφορά: «
  5. Με την παρούσα επιστολή προσφοράς επιβεβαιώνετε ότι αναγνωρίζετε, αποδέχεστε και επικυρώνετε οποιεσδήποτε πράξεις και/ή συναλλαγές έχουν ήδη διενεργηθεί στον λογαριασμό σας από την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και/ή Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και/ή Λαϊκή Χρηματιστηρική Λτδ και αφορούν τον λογαριασμό σας με αρ.XXXXX3854 και XXXXX5105 (Λογαριασμός Σχέδιο Επενδυτής") και ότι τις έχετε ελέγξει και ότι οι ενέργειες αυτές έγιναν κατόπιν δικών σας γραπτών και/ή προφορικών εντολών.
  6. Αναλαμβάνετε ότι με την υπογραφή της παρούσας επιστολής θα καταθέσετε στον λογαριασμό σας με αρ.XXXXX3854 (Λογαριασμός Σχέδιο Επενδυτής") το ποσό των £100.000 και θα αποδεσμευτούν οι 151.516 μετοχές της Lanitis Development Ltd.
  7. Οι μετοχές που είναι ενεχυριασμένες για το λογαριασμό σχέδιο "Επενδυτής" με αριθμό XXXXX3854 θα εξασφαλίζουν και το πιο πάνω δάνειο ύψους £150.
  8. Οποιεσδήποτε αναλήψεις μετοχών και ή μετρητών από το λογαριασμό σχέδιο "Επενδυτής" απαγορεύονται μέχρι την πλήρη εξόφληση του δανείου.
  9. Όσον αφορά το ποσό των £150.000 δεν 9α χρεωθείτε με έξοδα διαχείρισης για το έτος 2001.» Στο τέλος του εγγράφου ο Εναγόμενος υπογράφει ότι συμφωνεί και αποδέχεται τα πιο πάνω. Στην προσπάθεια του να απαλλαχθεί από το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου που υπέγραψε, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα, τα οποία ουδόλως με πείθουν: «Το Τεκμήριο 19 είναι μια επιστολή την οποία εντέχνως, όταν έγινε η διευθέτηση της αναδιάρθρωσης του δανείου της Πάφου μπήκε με όλα τα έγγραφα και μου ζήτησαν να το υπογράψω. Όταν ρώτησα τι είναι επειδή είναι 8 σελίδες και επειδή μου εφέραν μια στοίβα έγγραφα, μου είπαν ότι είναι η διευθέτηση που κάναμε για το δάνειο των 150.
  10. Εδώ εντέχνως ανέφεραν και το λογαριασμό 5105 και για να υπογράψω και να δείχνει ότι δήθεν αναγνώρισα αυτόν τον λογαριασμό. Θα παρατηρήσετε ότι 19/12 ήταν η μέρα που υπέγραψα το δάνειο, αυτή η επιστολή στέλνεται συνήθως, είναι ενημερωτική επιστολή που μου στέλνεται συνήθως μου στελνόταν σε όλα τα δάνεια, πολλές μέρες πριν να υπογραφεί το δάνειο και σου ανακοινώνει τους όρους, τις εξασφαλίσεις και όλα τα άλλα. Είναι πολύ περίεργο τη μέρα που υπογράφεται το δάνειο να υπογράφεται και η ενημερωτική επιστολή της τράπεζας που στέλνεται σε έναν πελάτη τουλάχιστον έναν μήνα πριν.» Ισχυρίστηκε ακόμη ότι δεν διάβασε το Τεκμήριο 19 για τους ακόλουθους λόγους: «Δεν το διάβασα διότι είχα μια μεγάλη σειρά εγγράφων και ρωτούσα εκεί τι είναι ακριβώς και έβαλλα υπογραφές για να τελειώσω και όταν ο τραπεζίτης με διαβεβαίωνε ότι αυτό το έγγραφο είναι η τακτοποίηση του λογαριασμού του επενδυτικού καλή τη πίστει το υπόγραψα, δεν ήταν δυνατό να κάτσω εκεί να διαβάσω 8 σελίδες ολόκληρο έγγραφο και θα δείτε εκεί άλλο παράδοξο, ότι σε αυτήν τη συμφωνία είναι και η Λαϊκή Επενδυτική μέρος, δεν υπήρχε κανένας λόγος να είναι σ' αυτό το δάνειο η Λαϊκή Επενδυτική. Το δάνειο ήταν μεταξύ εμένα και της Λαϊκής Τράπεζας, εντέχνως μπήκε και η Λαϊκή Επενδυτική ως μέρος για να έρθει μετά να πει ότι γνώριζα για αυτόν τον λογαριασμό, φτηνά τεχνάσματα των χρηματιστών.» Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως πρόκειται για σκέψεις εκ των υστέρων. Άφησα τελευταίο το βασικότερο ίσως μάρτυρα της Ενάγουσας σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμόν δάνειο. Ο κ. Κ. Λοϊζου ισχυρίστηκε ότι συνήψε προφορικά συμφωνία δανείου εκ μέρους της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο στην οποία υπήρχε και πρόνοια για τόκο και μάλιστα 9% ετησίως. Όταν ρωτήθηκε, αντεξεταζόμενος, κατά πόσο είχε συμφωνηθεί ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου, απάντησε αρνητικά. Στην κυρίως εξέτασή του όμως ανέφερε πως συνεννοήθηκε με τον Εναγόμενο όπως το ποσό του δανείου επιστραφεί σε πρώτη ζήτηση. Σε άλλο μέρος της αντεξέτασής του, όταν ρωτήθηκε πότε συμφωνήθηκε να αποπληρωθούν αυτά τα κατ΄ ισχυρισμόν δάνεια, απάντησε «Μόλις θα είχε τη δυνατότητα ο Ηλιάδης». Στην κυρίως εξέτασή του, ως ελέχθη, ανέφερε ότι το δάνειο «θα επιστρεφόταν στην εταιρεία μου σε πρώτη ζήτηση». Για να επανέλθει στην αντεξέταση με μια ασαφή απάντηση, η οποία καθόλου δεν με πείθει, και η οποία έχει ως εξής: «Ήταν εις πρώτη ζήτηση, αλλά το understanding θα ήταν μόλις είχε την δυνατότητα.» Ισχυρίστηκε ότι το αρχικό δάνειο είχε συμφωνηθεί για Λ.Κ.500.
  11. Δικαιολογημένα κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε από τον κ. Χαβιαρά, πως το ποσό αυτό έφθασε σε Λ.Κ.1.3 εκατομμύρια. Η απάντησή του ήταν πως όταν συμπληρώθηκε αυτό το ποσό, ο Εναγόμενος του ζήτησε πρόσθετο ποσό. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τη συγκεκριμένη ερώτηση και τη συγκεκριμένη απάντηση: «Ε. Είναι άλλο που σας ζήτησα. Εγώ σας ρώτησα όταν εξαντλήθηκαν οι 500.000, πότε έγινε η συμφωνία, όπως λέτε εσείς για τα υπόλοιπα χρήματα ως το 1,3 εκατομμύριο; Α. Δεν θυμάμαι τώρα πότε είχαν εξαντληθεί οι 500.
  12. Όταν όμως εξαντλήθηκαν μου ζήτησε να συνεχίσει αυτή η δανειοδότηση και εγώ συμφώνησα.» Με άλλα λόγια, κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε πως ο Εναγόμενος του ζήτησε όπως συνεχιστεί αυτή η δανειοδότηση, μετά που είχαν εξαντληθεί οι Λ.Κ.500.
  13. Δικαιολογημένα ο κ. Χαβιαράς του έκανε την ακόλουθη ερώτηση: «Ε. Αν πάμε στο Τεκμήριο 1, η πρώτη επιταγή τον Σεπτέμβριο είναι Λ.Κ.37.000 και κάτι, η δεύτερη επιταγή που είναι τον Δεκέμβριο του 99 είναι Λ.Κ.250.
  14. Αυτά τα δύο ποσά δεν συμπληρώνουν τις Λ.Κ.500.000; Η επόμενη επιταγή τον Ιούνιο του 2000 υπερκαλύπτει τις Λ.Κ.500.
  15. Πότε έγινε η συμφωνία; Μετά που έδωσες την τρίτη επιταγή των Λ.Κ.500.000 ή πριν συμπληρωθούν οι πρώτες Λ.Κ.500.000; Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει επιταγή με την οποία να συμπληρώνεται το ποσό των Λ.Κ.500.
  16. Η πρώτη επιταγή ήταν για Λ.Κ.37.000, η δεύτερη επιταγή για Λ.Κ.250.000 και η τρίτη για Λ.Κ.500.
  17. Ο κ. Λοϊζου απάντησε ως εξής: Α. Δεν θυμάμαι ακριβώς. Εγώ το μόνο που θυμάμαι είναι ότι συμπληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.500.
  18. Είναι πιθανόν να είχε συμπληρωθεί αυτό το ποσό και μου ζήτησε ή να μου ζήτησε διότι είχε υπόψη του ότι θα συμπληρωνόταν. Απλούστατα μου είπε να αυξήσουμε αυτό το ποσό των Λ.Κ.500.
  19. Μιλούμε για το 2000.» Η πιο πάνω απάντησή του δεν με πείθει. Εάν δεν θυμόταν ακριβώς, όφειλε να το είχε αναφέρει ευθύς εξαρχής, και όχι να αναφέρει αρχικά ότι η αύξηση του ποσού του δανείου συμφωνήθηκε όταν συμπληρώθηκαν οι Λ.Κ.500.000, κάτι που δεν υποστηρίζεται από τις εκδοθείσες επιταγές. Παραδέχθηκε πως η Ενάγουσα επένδυσε το καλοκαίρι του 2002 στην Εταιρεία του Εναγομένου «ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ». Συγκεκριμένα της παραχωρήθηκαν μετοχές ίσες με το 5% του κεφαλαίου της Εταιρείας «ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ». Το σχετικό έγγραφο ημερ. 21.5.02 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  20. Με άλλα λόγια, κατά το χρόνο σύναψης της εν λόγω συμφωνίας («ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΝ») είχε ήδη κατατεθεί, δυνάμει δανείου, ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, ποσό Λ.Κ.1.3 εκατομμύρια. Και παρόλο που το κατ΄ ισχυρισμόν ποσό του δανείου παρέμενε οφειλόμενο και απαιτητό, η Ενάγουσα κατέβαλε το πρόσθετο ποσό των Λ.Κ.650.000 για να αγοράσει μετοχές από την Εταιρεία του Εναγομένου, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμόν δάνειο (στο οποίο μάλιστα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, υπήρχε και πρόνοια για καταβολή τόκου 9%), ή ακόμη χωρίς να αφαιρείται από το κατ΄ ισχυρισμόν δάνειο το ποσό των Λ.Κ.650.
  21. Η μαρτυρία του κ. Λοϊζου ότι ήταν δύο διαφορετικά πράγματα, ότι δηλαδή το δάνειο έγινε στον Εναγόμενο «σαν άτομο, σαν στενό μου συγγενή και φίλο», δεν με πείθει και απορρίπτεται. Μάλιστα να σημειωθεί πως ο κ. Λοϊζου προηγουμένως στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε πως και η αγορά των μετοχών στην οικογενειακή Εταιρεία του Εναγομένου έγινε για να βοηθήσει και πάλι τον Εναγόμενο, ο οποίος του ζήτησε να προβεί σε πρόσθετες διευκολύνσεις. Ρωτήθηκε, αντεξεταζόμενος, εάν έστειλε οποιαδήποτε επιστολή στον Εναγόμενο ρωτώντας τον αν είχε την δυνατότητα να καταβάλει το κατ΄ ισχυρισμόν δάνειο. Ουσιαστικά απέφυγε να απαντήσει, και επέλεξε να αναφέρει πως έτρεφε για τον Εναγόμενο πολύ μεγάλη αγάπη και θαυμασμό, για να ισχυριστεί στη συνέχεια, αφού ακολούθησε άλλη ερώτηση, ότι έθιξε διακριτικά το θέμα στον Εναγόμενο «κατά καιρούς στην αρχή μετά το 2002 προς το τέλος του 2002». Με άλλα λόγια, ισχυρίστηκε πως ενώ έθιξε διακριτικά το θέμα από το 2002, τελικά καταχώρισε την Αγωγή τον Δεκέμβριο του 2009, χωρίς ποτέ προηγουμένως να στείλει μια επιστολή στον Εναγόμενο. Ούτε και εδώ με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ρωτήθηκε εάν γνώριζε τι έκανε αυτά τα χρήματα ο Εναγόμενος που κατ΄ ισχυρισμόν του δάνεισε η Ενάγουσα Εταιρεία. Η απάντησή του ήταν ότι εφόσον οι επιταγές πήγαιναν σε χρηματιστηριακά γραφεία, το μόνο που γνώριζε ήταν ότι ασχολείτο με την αγοραπωλησία μετοχών. Με άλλα λόγια, ισχυρίστηκε πως δεν γνώριζε ότι τα χρήματα αυτά (που δεν ήταν λίγα) προορίζονταν για αγορές μετοχών της δικής του Εταιρείας, της Εταιρείας Louis. Μου είναι αδύνατο να δεχτώ κάτι τέτοιο. Με άλλα λόγια, ουσιαστικά ισχυρίστηκε πως ο Εναγόμενος του ζήτησε δάνειο ή δάνεια γνωρίζοντας ότι τα χρήματα αυτά θα χρησιμοποιούνταν για αγορές μετοχών και δεν ερώτησε τον Εναγόμενο ή δεν ενδιαφέρθηκε τότε να μάθει, ποιες συγκεκριμένες μετοχές θα αγόραζε, όταν μάλιστα ισχυρίστηκε πως με τον Εναγόμενο είχε τότε «στενές φιλικές αδελφικές σχέσεις, βρισκόμασταν όχι καθημερινώς αλλά πάρα πολύ συχνά». Και όλα αυτά όταν οι μετοχές της Εταιρείας του, Εταιρεία Louis, είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου το ίδιο έτος που του ζήτησε, ως ισχυρίστηκε, δάνειο ο Εναγόμενος. Ούτε και το γεγονός της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Έχει ήδη γίνει αναφορά στη συγκρουόμενη μαρτυρία του κ. Λοϊζου ο οποίος πότε έλεγε ότι το δάνειο θα επιστρεφόταν σε πρώτη ζήτηση, και πότε ότι αυτό ήταν πληρωτέο μόλις ο Εναγόμενος είχε τη δυνατότητα. Ο κ. Λοϊζου βεβαίως προσπάθησε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση λέγοντας ότι προτίμησε να μην προχωρήσει η Ενάγουσα στον εξαναγκασμό της πληρωμής του δανείου, για να βοηθήσει έτσι στη διευθέτηση των οικογενειακών διαφορών του Εναγομένου με τις αδελφές του. Παραδέχθηκε όμως ότι από το 2005 υπήρξαν δικαστικές συγκρούσεις μεταξύ του Εναγομένου και του ιδίου. Δικαιολογημένα ο κ. Χαβιαράς τον ερώτησε «Όμως εσείς οικογενειακά σκεφτόμενος, συγγενικά σκεφτόμενος δεν κάμνετε τίποτε για αυτό το δάνειο, για το οποίο μας είπατε αρχίσατε διακριτικά να το ζητάτε, ως το 2009, συμφωνούμε;». Η απάντησή του ήταν ότι δεν ήθελε να χειροτερεύσει τα πράγματα και ότι επανειλημμένα τον παρακαλούσε και ο αείμνηστος πεθερός του XXXXX Ηλιάδης (απεβίωσε το 2009) να μεσολαβήσει για να λυθούν οι διαφορές. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι ο πεθερός του τον εκτιμούσε. Δικαιολογημένα παραπέμφθηκε σε επιστολή ημερ. 6.4.06 (Τεκμήριο 41) του αείμνηστου XXXXX Ηλιάδη προς τον ίδιον, ως Πρόεδρο της Εταιρείας Louis. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω μέρος από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, η οποία κοινοποιήθηκε τότε στον κ. XXXXX Λοϊζου, με την οποία ο αείμνηστος XXXXX Ηλιάδης τον κατακεραυνώνει: «.. Είναι άξιο περιέργειας πως εσύ ένας άνθρωπος τόσο χαμηλών αξιών να παρασύρεις την XXXXX και την XXXXX να σε ακολουθήσουν σε τέτοια βρωμοδουλειά. Η ζωή σου υπήρξε για τα τελευταία τριάντα χρόνια να εξαγοράζεις με χρήμα συνειδήσεις, ανώτερους υπαλλήλους της κυβερνήσεως και ανώτερους τραπεζικούς υπαλλήλους για να γίνονται οι δουλειές σου αλλά πρέπει να γνωρίζεις ότι μόνο ένας διεφθαρμένος μπορούσε να υιοθετήσει μια τέτοια τακτική και εσύ γνωρίζεις τον εαυτό σου ποιος είσαι αλλά το έγκλημα σου είναι εξ αρχής μεγάλο πως επέτυχες εσύ να παραπλανήσεις και να πείσεις τις θυγατέρες μου και να μη σκεφθείς ποιες εντυπώσεις εσχημάτιζαν οι ίδιες για το πρόσωπο σου ακολουθώντας μια τέτοια ατιμία, διότι περί ατιμίας πρόκειται. Και ο χειρότερος τυχοδιώχτης δεν θα τολμούσε να οργανώσει μια τέτοια συνομωσία. Ενθυμούμαι επίσης τις υποθέσεις χρηματιστηρίου και τα παρατράγουδα τα οποία εσκηνοθετούσατε (όταν ο κοσμάκης αγόραζε τις μετοχές σας και εσείς ξεπουλούσατε, κτλ,) όταν αναγκαζόμουνα να φεύγω από το Σωματείο - Trust από την πίσω πόρτα για να μην ακούω τις ύβρεις που εκστομίζονταν εναντίον σου. Βεβαίως σήμερα αντιλήφθηκα τα κίνητρα των ενεργειών σου έστω και αργά: Αυτός υπήρξε ο βίος και η πολιτεία σου. Ζούμε σε μικρή κοινωνία και ο κάθε ένας έχει το μητρώο του. Από την άλλη πλευρά ίσως να ήταν καλύτερα να ετοιμάσω και εγώ ένα κείμενο για δημοσίευση που να δίδω την δική μου άποψη για τον «Βίο και Πολιτεία του XXXXX Λοϊζου, Προέδρου της Louis Tourist», έτσι: για να μάθει αρκετός κόσμος το πραγματικό σου προσωπείο. Οι πράξεις σου αποτελούν τόσο σοβαρό έγκλημα ..». Καθίσταται σαφές πως δεν υιοθετώ το πιο πάνω περιεχόμενο, απλώς το παρέθεσα για να φανεί πως αδικαιολόγητα ο κ. Λοϊζου ισχυρίστηκε πως ο αείμνηστος XXXXX Ηλιάδης του είχε εκτίμηση. Από το περιεχόμενο της επιστολής προκύπτει καθαρά, πως ο αείμνηστος XXXXX Ηλιάδης ούτε τον εκτιμούσε ούτε τον εμπιστευόταν. Δικαιολογημένα ο κ. Χαβιαράς του υπέβαλε ότι: «Ο λόγος που σας έβαλα αυτή την επιστολή δεν είναι κανείς άλλος παρά μόνον για να σας υποβάλω ότι με μεγάλη ευκολία επικαλείστε την συμβολή του κ. XXXXX Ηλιάδη σε υποστήριξη των θέσεων σας όταν ο ίδιος σας κατηγορεί για βρωμοδουλειά και για εξαγορά συνειδήσεων.» Αμέσως διαφοροποίησε τη θέση του και ανέφερε ότι ο μακαρίτης XXXXX Ηλιάδης εξαναγκάστηκε από τον Εναγόμενο να υπογράψει την εν λόγω επιστολή. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω την απάντησή του: «.. σας λέω ότι η επιστολή αυτή γράφθηκε από τον κ. XXXXX Ηλιάδη και εξαναγκάστηκε ο κ. XXXXX Ηλιάδης να την υπογράψει διότι στο όνομα του δεν είχε τίποτε και εξαρτώνταν όλα προς το ζην του από τον γιο του ο οποίος κατάφερε να πάρει στο όνομά του όλη την περιουσία μέχρι τότε και του κ. XXXXX Ηλιάδη και της XXXXX Ηλιάδη και των δύο αδελφών.» Πρόκειται περί ανυπόστατου ισχυρισμού, ο οποίος δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε γεγονότα. Αφήνω βεβαίως κατά μέρος πως κατέρρευσε και ο ισχυρισμός του ότι ο μακαρίτης XXXXX Ηλιάδης τον παρακαλούσε να μεσολαβήσει για να λυθούν οι διαφορές του Εναγομένου με τις αδελφές του. Ως ελέχθη, αυτός ήταν ένας από τους ισχυρισμούς που ο κ. Λοϊζου πρόβαλε για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην καταχώριση της Αγωγής. Εν κατακλείδι, ούτε ο κ. XXXXX Λοϊζου μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Με άλλα λόγια, δεν δέχομαι ότι έχει καταρτιστεί η κατ΄ ισχυρισμόν προφορική συμφωνία. Δεν δέχομαι ότι δόθηκε δάνειο με τις συγκεκριμένες επιταγές, οι οποίες, ως ελέχθη, εκδόθηκαν όχι προς όφελος του Εναγομένου αλλά προς όφελος συγκεκριμένων χρηματιστηριακών γραφείων. Ως ελέχθη, οι εν λόγω επιταγές (από τις οποίες δεν αποκαλύπτεται ούτε το όνομα του Εναγομένου ούτε η επωνυμία της Ενάγουσας), χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά για αγορές μετοχών της Εταιρείας Louis. Όσον αφορά στον δικογραφημένο ισχυρισμό για καταβολή ποσών έναντι του κατ΄ ισχυρισμόν δανείου, σημειώνω και τα ακόλουθα. Ο κ. Ξιούρος (Μ.Ε.3) δεν γνώριζε λεπτομέρειες σε σχέση με την επιταγή (Τεκμήριο 18 και 26), ούτε σε ποιον λογαριασμό αυτή η επιταγή πιστώθηκε. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε ότι παρέδωσε την εν λόγω επιταγή έναντι του κατ΄ ισχυρισμόν δανείου. Ο κ. XXXXX Λοϊζου στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 64.686,29 (€110.523,08). Δεν διευκρίνισε ούτε πότε ούτε πώς καταβλήθηκε αυτό το ποσό. Ούτε ανέφερε πώς γνώριζε ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε το πιο πάνω συνολικό ποσό. Εν κατακλείδι, βρίσκω ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ότι η επιταγή (Τεκμήριο 18 και 26) έχει παραδοθεί έναντι του κατ΄ ισχυρισμόν δανείου. Σημειώνεται μάλιστα πως το ποσό της επιταγής προέκυψε από τον Λογαριασμό Β, στον οποίο είναι η ίδια η Ενάγουσα Εταιρεία που κατέβαλλε τα χρήματα (επιταγές) για να αγορασθούν μετοχές της Εταιρείας Louis. Όσον αφορά στην επιταγή που εκδόθηκε προς όφελος της Εθνικής Χρηματιστηριακής, θα πρέπει να πω πως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο λογαριασμός στην εν λόγω Χρηματιστηριακή ανοίχθηκε κατόπιν αιτήματος του Εναγομένου, ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά κάτι τέτοιο. Ούτε βεβαίως για το τι απέγιναν οι μετοχές Louis που φέρονται να έχουν αγοραστεί με χρήματα της Ενάγουσας (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 96-99). Εκείνο που διεφάνη από την αξιόπιστη μαρτυρία της κας XXXXX Πασχάλη, ήταν ότι ήταν αδύνατο να προσκομιστούν οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού. Το ίδιο συμβαίνει και με τις επιταγές που εκδόθηκαν στο όνομα AAA United Stockbrokers (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 101-103). Η μαρτυρία βεβαίως του κ. XXXXX Λοϊζου ότι και αυτά τα χρήματα δόθηκαν δυνάμει δανείου, έχει ήδη απορριφθεί. Επαναλαμβάνω ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έθεσα ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων (συμπεριλαμβανομένου του Εγγράφου - Τεκμήριο 19). Με αυτό, ο Εναγόμενος ουδόλως παραδέχεται ότι συνήψε Συμφωνία δανείου με την Ενάγουσα. Με το εν λόγω έγγραφο αναγνωρίζει τα υπόλοιπα των λογαριασμών και ότι οι χρηματιστηριακές πράξεις έγιναν κατόπιν εντολών του. Με άλλα λόγια, είναι ένα θέμα η αναγνώριση των χρηματιστηριακών πράξεων, και άλλο θέμα αν τα χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για τις εν λόγω πράξεις δόθηκαν από την Ενάγουσα δυνάμει δανείου προς τον Εναγόμενο, θέση η οποία προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία από την Ενάγουσα. Και κάτι τελευταίο. Η Ενάγουσα με τις λεπτομέρειες που έδωσε, κατόπιν αιτήματος του Εναγομένου, αναφέρει ότι ο Εναγόμενος κλήθηκε επανειλημμένα να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό και ειδικότερα με επιστολή ημερ. 11.6.
  22. Τέτοια επιστολή ουδέποτε κατατέθηκε. Τουναντίον, ούτε ο κ. Λοϊζου ούτε άλλος μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εστάλη τέτοια επιστολή στον Εναγόμενο. Μάλιστα, ως ελέχθη, η θέση του κ. Λοϊζου ήταν ότι κατά την πιο πάνω περίοδο δεν αξίωσε το κατ΄ ισχυρισμόν ποσό του δανείου για τους λόγους που ανέφερε. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας (ο κ. XXXXX Λοϊζου και ο κ. XXXXX Ηλιάδης (Εναγόμενος) έχουν κριθεί αναξιόπιστοι μάρτυρες), το Δικαστήριο βρίσκει πως δεν υπάρχει ενώπιον του αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμόν Συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου. Ως εκ τούτου, η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τελειώνοντας, θα πρέπει να σημειώσω ότι μπορούν να γίνουν πολλές υποθέσεις για το τι ακριβώς συνέβη την επίδικη περίοδο, με δεδομένο ότι: (α) ο Εναγόμενος γνώριζε για την ύπαρξη του Λογαριασμού Β που είχε ανοιχθεί στο όνομά του, (β) o Λογαριασμός αυτός χρησιμοποιήθηκε μόνο για μετοχές της Εταιρείας Louis, (γ) τα χρήματα για την αγορά των εν λόγω μετοχών προέρχονταν αποκλειστικά από την Ενάγουσα, Εταιρεία του κ. XXXXX Λοϊζου, η οποία είναι η ιθύνουσα Εταιρεία διαφόρων Εταιρειών που συγκροτούν τον Όμιλο Εταιρειών Louis (συμπεριλαμβανομένης της Εταιρείας Louis Plc). (δ) η Ενάγουσα παρέδιδε στα αντίστοιχα Χρηματιστηριακά γραφεία επιταγές για την αγορά μετοχών της Louis με εκδότη όχι την ίδιαν και με δικαιούχο των επιταγών όχι τον Εναγόμενο (με άλλα λόγια υπήρχε μια εσκεμμένη απόκρυψη στις επιταγές της επωνυμίας της Ενάγουσας και του ονόματος του Εναγομένου), (ε) ο κ. XXXXX Λοϊζου (Διευθυντής και ουσιαστικά ο μοναδικός μέτοχος της Ενάγουσας Εταιρείας), κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι νυμφευμένος με αδελφή του Εναγομένου και είχε καλές σχέσεις με τον τελευταίο, και (στ) κατά την επίδικη περίοδο
(1999)που ο κ. Κ. Λοϊζου ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος του ζήτησε δάνειο, οι μετοχές της Εταιρείας Louis είχαν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο. Το ουσιώδες όμως για σκοπούς εκδίκασης της παρούσας Αγωγής, είναι ότι το Δικαστήριο δεν έχει βρει ότι καταρτίστηκε η κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνία. Όσον αφορά στα έξοδα, είναι γνωστό ότι το θέμα αυτό ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου ν. Δημήτρη Παπαχρυστοστόμου
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1360, και Πολιτική Έφεση 49/17, Αναφορικά με την Αίτηση της Λανίτης-Αριστοφάνους Λτδ για Άδεια του Δικαστηρίου για έκδοση Εντάλματος Certiorari, απόφαση ημερ. 24.10.18). Η γενική αρχή είναι ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδά του, εκτός αν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις (Αλέξανδρος Δημητριάδης ν. Μιχάλη Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση 426/2012, απόφαση ημερ. 22.10.18). Αφού έχω βρει ότι ούτε ο Εναγόμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας (Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890), θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.