Κέντρο Γονιμότητας Κ.Γ.Κ. Λίμιτεδ ν. Vouros Healthcare Limited, Αρ. Αγωγής:3395/2012, 11/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A544 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3395/2012 Μεταξύ: Κέντρο Γονιμότητας Κ.Γ.Κ. Λίμιτεδ Εναγόντων και Vouros Healthcare Limited Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων ημερομηνίας 28.2.2018 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κα Παπαδοπούλου Για τους Ενάγοντες /Καθ' ων η αίτηση: κ Κουρσάρης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Ιστορικό της Υπόθεσης - Δικογραφημένες Θέσεις των δυο πλευρών Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 23.5.2012 οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους το ποσό των €40,000 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραμματίου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή χρεωστικού ομολόγου ημερομηνίας 20.12.2010 και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν αναφοράς στην Έκθεση Απαίτησης, δυνάμει συμφωνίας και/ή κατόπιν παράκλησης των Εναγομένων, κατά ή περί την 20.12.2010 οι Ενάγοντες δάνεισαν στους Εναγόμενους το ποσό των €40,000 το οποίο οι τελευταίοι παρέλαβαν σε μετρητά. Κατά την ίδια ημερομηνία οι Εναγόμενοι υπέγραψαν γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραμμάτιο και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους και/ή χρεωστικό ομόλογο για το ποσό των €40,000 προς όφελος των Εναγόντων έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, ήτοι του προαναφερόμενου δανείου, αναλαμβάνοντας να εξοφλήσουν το εν λόγω ποσό μέχρι 1.4.
- Κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας, οι Εναγόμενοι αμελούν και/ή αρνούνται να καταβάλουν το ποσό των €40,000 στους Ενάγοντες, το οποίο οι τελευταίοι αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Στις 19.11.2012 καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης (στο εξής η «αρχική υπεράσπιση») όπου οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι στις 20.12.2010 τους δόθηκε το ποσό των €40,000, πλην, όμως, ισχυρίζονται ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες ένεκα προηγηθείσας παροχής υπηρεσιών που παρασχέθηκαν σε αυτούς και όχι ως δάνειο. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι υπέγραψαν οποιοδήποτε γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραμμάτιο και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους και ισχυρίζονται ότι η οποιαδήποτε λήψη υπογραφής σε τέτοιο έγγραφο έγινε συνεπεία παραπλάνησης και/ή ψυχικής πίεσης. Οι Ενάγοντες δεν καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση. Στη συνέχεια η υπόθεση προγραμματίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση, η οποία δεν έχει ξεκινήσει ακόμα για λόγους που είναι εμφανείς από τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Σημειώνεται επίσης ότι στις 18.1.2016 οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε αλλαγή δικηγόρου και στις 9.5.2017 καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης επιδιώκοντας να εισάξουν στο δικόγραφό τους προδικαστική ένσταση αναφορικά με την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων. Στις 28.9.2017 οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε νέα αλλαγή δικηγόρων, οι οποίοι και απέσυραν την αίτηση ημερομηνίας 9.5.2017 με επιφύλαξη του δικαιώματος καταχώρησης νέας αίτησης. Ακολούθως, η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση στις 28.2.
- Η παρούσα αίτηση Στις 28.2.2018, ήτοι την ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή είχε προγραμματιστεί για ακρόαση, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία αιτούνται: «Α. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει και/ή διατάπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης στην ως άνω υπ' αριθμό και τίτλο Αγωγή ως ακολούθως: Δια της προσθήκης της πιο κάτω προδικαστικής ένστασης και/ή της πιο κάτω παραγράφου ως προδικαστική ένσταση στην Έκθεση Υπεράσπισης: «Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και/ή ισχυρίζονται ότι οι ως άνω Ενάγοντες ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχουν και/ή είχαν στην έγερση και/ή προώθηση της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής αφού το επίδικο Γραμμάτιο και/ή Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου έχει και/ή είχε πληρωθεί και/ή εξοφληθεί από τους ως άνω Εναγόμενους προς τους ως άνω Ενάγοντες και/ή οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και/ή ισχυρίζονται ότι η ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και/ή έχει διευθετηθεί.» Β. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει και/ή διατάττει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης στην ως άνω υπ' αριθμό και τίτλο Αγωγή ως ακολούθως: Δια της προσθήκης της πιο κάτω παραγράφου στην Έκθεση Υπεράσπισης: «Οι Εναγόμενοι στις 23/11/2012 και/ή με επιταγή ημερομηνίας 23/11/2012 πλήρωσαν και/ή κατέβαλαν το ποσό των €40.000 Ευρώ στους ως άνω Ενάγοντες προς πλήρη και τέλεια εξόφληση του επίδικου Γραμματίου και/ή Γραμματίου Συνήθους Τύπου. Επίσης οι Εναγόμενοι στις 23/11/2012 και/ή με επιταγή ημερομηνίας 23/11/2012 πλήρωσαν και/ή κατέβαλαν το ποσό των €4.000 Ευρώ στους Δικηγόρους και/ή Δικηγόρο των ως άνω Εναγόντων προς πλήρη και τέλεια εξόφληση των Δικηγορικών Εξόδων που προέκυψαν και/ή τυχόν προέκυψαν από το επίδικο Γραμμάτιο και/ή από την καταχώρηση της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Έκτοτε οι ως άνω Ενάγοντες προωθούν καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς την ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή πέραν των πέντε ετών ενώ το επίδικο Γραμμάτιο είναι πληρωμένο και/ή εξοφλημένο και/ή η ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και/ή έχει διευθετηθεί.» Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Βούρου, η οποία είναι μια εκ των διευθυντών των Εναγομένων. Στην ένορκη δήλωσή της η κα Βούρου αναφέρει πως μεταξύ των διαδίκων εκκρεμούν διαφορές οι οποίες αφορούν την αγορά διαμερισμάτων των Εναγόντων από τους Εναγόμενους και δεν έχουν επιλυθεί μέχρι σήμερα, ούτε έχουν οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Προς επίλυση των διαφορών αυτών έγιναν αρκετές συνομιλίες μεταξύ των διαδίκων και των δικηγόρων τους οι οποίες συνεχίζονταν μέχρι και την 21.2.2018, πλην, όμως, δεν έχουν τελεσφορήσει μέχρι σήμερα. Έτσι, προέκυψε η ανάγκη καταχώρησης της παρούσας αίτησης αφού σε περίπτωση διευθέτησης των διαφορών των διαδίκων η αγωγή θα αποσύρετο. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, το επίδικο γραμμάτιο δόθηκε ως μέρος της συνολικής αντιπαροχής για αγορά των εν λόγω διαμερισμάτων των Εναγόντων από τους Εναγόμενους. Αποτελεί επίσης θέση της ότι το ποσό που αξιώνουν οι Ενάγοντες όπως και τα δικηγορικά έξοδα έχουν εξοφληθεί πλήρως πριν από πέντε χρόνια και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή καθίσταται άνευ αντικειμένου και προωθείται καταχρηστικά από τους Ενάγοντες λόγω των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των διαδίκων για ζητήματα που δεν είναι επίδικα στην παρούσα αγωγή (οι επιταγές με τις οποίες σύμφωνα με τους Εναγόμενους εξοφλήθηκε η απαίτηση και τα έξοδα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της κας Βούρου). Όπως επισημαίνεται, οι επιταγές αυτές πληρώθηκαν σε ημερομηνία μεταγενέστερη της καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων και για το λόγο αυτό οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν δικογραφήθηκαν αρχικά. Η Ένσταση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση Οι Ενάγοντες ενίστανται στο αίτημα των Εναγομένων και προς τούτο καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης όπου συνοπτικά προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: (α) Οι Αιτητές απέτυχαν να δείξουν λόγο με τον οποίο να καταδεικνύεται η ανάγκη για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή απέτυχαν να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης της παρούσας αίτησης για να εξασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή άλλως πως, ένεκα, μεταξύ άλλων, μη προσκόμισης επαρκούς μαρτυρίας και/ή οι Αιτητές δεν προσέφεραν καθόλου και/ή ουσιαστική μαρτυρία και/ή άλλως πως που να τεκμηριώνει την αίτησή τους και/ή η αιτούμενη τροποποίηση είναι αβάσιμη και/ή παρέμεινε ατεκμηρίωτη και/ή μετέωρη και/ή εισάγει αντικρουόμενους ισχυρισμούς σε σχέση με την υφιστάμενη υπεράσπιση αυτών ειδικότερα και/ή μεταξύ άλλων σε σχέση με τις παραγράφους 4 και 5 της καταχωρηθείσας υπεράσπισης αυτών και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή βρίθει από αόριστους και/ή γενικούς ισχυρισμούς και/ή η ομνύουσα δεν μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και/ή άλλως πως. (β) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή δεν πληροί τις νομικές και/ή πραγματικές προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία και/ή η νομολογία για να δύναται να εξασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. (γ) Δεν υπάρχει περαιτέρω ανάγκη προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων και/ή οι θέσεις των διαδίκων διατυπώνονται πλήρως και/ή ξεκάθαρα στις υφιστάμενες έγγραφες προτάσεις τους και/ή δια της αιτούμενης τροποποίησης οι Αιτητές επιχειρούν να εισάξουν αντικρουόμενους ισχυρισμούς με την δικογραφημένη θέση τους από το 2012 και/ή οι έγγραφες προτάσεις των διαδίκων που έχουν ήδη καταχωρηθεί δύνανται να επιλύσουν διεξοδικώς και/ή πλήρως και/ή αποτελεσματικώς την επίδικη διαφορά των μερών και/ή δεν υπάρχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί ανάγκη τροποποίησης αυτών και/ή δεν υπάρχει κίνδυνος πολλαπλότητας διαδικασιών και/ή άλλως πως. (δ) Το υλικό που σκοπείται να εισαχθεί από τους Αιτητές ήταν εις γνώση τους από το 2012 και/ή το 2014 και/ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια και/ή άλλως πώς να το δικογραφήσουν εξ αρχής και/ή να το εντοπίσουν εγκαίρως και/ή άλλως πως και/ή εν πάση περιπτώσει το υλικό αυτό δεν δύναται να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία κατά τη δικάσιμο της παρούσας αγωγής και/ή δεν δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και/ή συνιστά ανεπίτρεπτη μαρτυρία και/ή άλλως πως. (ε) Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί με μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οι Αιτητές δεν παρέχουν κανένα λόγο και/ή ουδεμία εξήγηση δίδεται για το άτοπο και/ή αντικρουόμενο και/ή αργοπορημένο της καταχώρισης του αιτήματος και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής ως προς τούτο και/ή άλλως πως. (στ) Δεν τίθεται θέμα καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας και/ή η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί και προωθείται κακόπιστα και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή άλλως πως. (ζ) Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, οι Καθ' ών η Αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή θα επηρεαστούν δυσμενώς τα συμφέροντα τους και/ή ενδεχόμενη χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει εκτροχιασμό της δίκης και/ή άλλως πως. (η) Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Σεργίου, διευθυντή και γραμματέα των Εναγόντων, όπου στην ουσία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης με αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση του κ Σεργίου γίνεται αναφορά στο δάνειο που παραχωρήθηκε προς τους Εναγόμενους όπως και στο γραμμάτιο που υπογράφθηκε μεταξύ άλλων στην παρουσία της κας Βούρου ως μάρτυρα των υπογραφών και υποστηρίζεται ότι τα όσα προβάλλονται στις παραγράφους 5-9 της ένορκης δήλωσης της κας Βούρου σε σχέση με την αγορά διαμερισμάτων και άλλα συναφή θέματα συνιστούν ανεπίτρεπτη μαρτυρία και δη εξωγενή μαρτυρία με την οποία επιχειρείται η αλλοίωση και τροποποίηση περιεχομένου εγγράφου. Άνευ βλάβης των πιο πάνω και σε σχέση με την ουσία των ισχυρισμών της κας Βούρου, ο κ Σεργίου ισχυρίζεται ότι περί το 2010 υπογράφθηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία πώλησης διαμερισμάτων από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους, η οποία ουδέποτε υλοποιήθηκε αφού η συμφωνία τερματίστηκε εξ' υπαιτιότητας των Εναγομένων. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α τηλεομοιότυπο των Εναγομένων προς τον δικηγόρο των Εναγόντων ημερομηνίας 14.4.2014 όπου γίνεται αναφορά στις εκκρεμούσες ευρύτερες διαφορές των διαδίκων κατά το 2014, οι οποίες παραμένουν μέχρι και σήμερα, εισηγούμενοι τρόπο αποπληρωμής για ενδεχόμενη αγορά των διαμερισμάτων. Ο ενόρκως δηλών αρνείται και απορρίπτει ότι το επίδικο γραμμάτιο έχει εξοφληθεί και επισημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι ουδεμία μαρτυρία έχουν παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς τους και ειδικότερα μαρτυρία που να συνδέει τις δυο επιταγές (Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της κας Βούρου) με το επίδικο γραμμάτιο. Σύμφωνα με τον κ Σεργίου οι επιταγές ημερομηνίας 23.11.2012 δόθηκαν έναντι ενοικίων και ενοικιαγοράς διαμερισμάτων και δεν σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με το επίδικο γραμμάτιο. Ακροαματική Διαδικασία Στο στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη στις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Έχω διεξέλθει της αίτησης και της ένστασης, όπως επίσης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νού τις θέσεις και τα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων ως αυτά προκύπτουν από τις γραπτές τους αγορεύσεις. Νομική Πτυχή Ως έχει ήδη αναφερθεί, η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι νομικές αρχές που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για τροποποίηση δικογράφων με βάση την πιο πάνω διαταγή έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη θεώρηση της νομολογίας προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών (βλ. The Annual Practice 1958, στη σελίδα 622). Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση (βλέπε IKOS CIF LTD v. Marin Coward κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Έφεση αρ. 137/13 και 138/13, απόφαση ημερομηνίας 20.3.2014). Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα ή εκεί όπου κρίνεται ότι ο αιτητής έχει ενεργήσει κακόπιστα (βλέπε Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και σύγγραμμα Bullen & Leake (121 έκδοση, Sweet & Maxwell) στη σελίδα 128). Στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ο αιτητής οφείλει να δίδει εξηγήσεις για τους λόγους της καθυστέρησης. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη για παροχή επαρκών εξηγήσεων, τόσο για την καθυστέρηση όσο και για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως εξηγήθηκε στην Saba & Co (Τ.Μ.Ρ.) v. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, η σημασία του θέματος της αιτιολόγησης της καθυστέρησης συναρτάται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ (βλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (πιο πάνω), Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 και Jamal Y. Khan κ.α. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ.1211, Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση αρ. 58/2012, απόφαση ημερομηνίας 4.3.2013, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817) Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων και υπαγωγή τω γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση στο νομικό πλαίσιο που αναλύεται πιο πάνω Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης κρίνω ορθό να εξετάσω τον λόγο ένστασης των Εναγόντων επί το ότι η ένορκη δήλωση της κας Βούρου που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. Σε σχέση με το θέμα αυτό, στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του κ Σεργίου υποστηρίζεται ότι η ένορκη δήλωση της κας Βούρου έχει συνταχθεί κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διότι η ίδια δεν μπορούσε να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα εφόσον δεν έχει γνώση αυτών και ούτε αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της σε σχέση με αρκετούς από τους ισχυρισμούς της. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θέση. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης της η κα Βούρου, επί της οποίας δεν αντεξετάστηκε, είναι μια εκ των διευθυντών των Εναγομένων και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση. Για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά, αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων της, ενώ για τα νομικά ζητήματα έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των Εναγομένων. Κρίνω, επομένως, ότι ουδεμία παρατυπία και/ή αντικανονικότητα υφίσταται και η ένορκη δήλωσή της βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με τα όσα προβλέπει η Δ.39 Θ. 2[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παρομοίως, μελετώντας την ένορκη δήλωση της κας Βούρου, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη αόριστων και γενικών ισχυρισμών σε αυτήν ως η σχετική θέση των Εναγόντων. Σε σχέση με την ουσία της αίτησης και εξετάζοντας αυτήν υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που αναφέρονται πιο πάνω παρατηρώ τα εξής: Όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω, με την αρχική υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι - Αιτητές παραδέχονται ότι στις 20.12.2010 τους δόθηκε το ποσό των €40,000 από τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση, αναφέροντας, ωστόσο, ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε ένεκα προηγηθείσας παροχής υπηρεσιών και όχι ως δάνειο. Αρνούνται δε την υπογραφή του επίδικου γραμματίου και ισχυρίζονται ότι ουδέν ποσό οφείλουν στους Ενάγοντες. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών αναφορικά με την εξόφληση του επίδικου γραμματίου και των δικηγορικών εξοδων της παρούσας αγωγής με επιταγές ημερομηνίας 23.11.
- Να σημειωθεί καταρχήν ότι στην υπό κρίση αίτηση δεν προσδιορίζονται τα σημεία της αρχικής υπεράσπισης στα οποία οι Εναγόμενοι επιθυμούν να εισάξουν τις παραγράφους που εισηγούνται ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης, με αποτέλεσμα το αίτημα να τίθεται με αόριστο τρόπο και ως τέτοιο να μην δύναται να εξεταστεί με πληρότητα από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, είναι φανερό ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης θα οδηγούσε στην εισαγωγή ισχυρισμών που αντικρούονται με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητών στην αρχική υπεράσπιση, η μεταβολή των οποίων και δεν επιδιώκεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως για παράδειγμα με την εισαγωγή φράσεων τύπου «διαζευκτικά» ή «άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών.....». Ειδικότερα σημειώνεται ότι ενώ με την αρχική υπεράσπιση οι Εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη και υπογραφή του επίδικου γραμματίου και ισχυρίζονται ότι ουδεμία οφειλή έχουν, χωρίς να τροποποιήσουν τη θέση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο επιθυμούν να εισάξουν ισχυρισμούς που αφορούν την έμμεση έστω παραδοχή περί υπογραφής του επίδικου γραμματίου από αυτούς και την εξόφληση του σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρησης του δικογράφου τους. Κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση αμηχανίας και σύγχυσης προς την πλευρά των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση ως προς την φύση της υπεράσπισης που προβάλλεται από τους Εναγόμενους αφού σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζουν τι θα αντιμετωπίσουν στη δίκη. Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος η ζημιά που θα προκαλείτο στους Ενάγοντες υπό το φως των πιο πάνω δεν θα ήταν τέτοια που να μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Και τούτο γιατί οι Ενάγοντες, στην περίπτωση που αντιμετώπιζαν δικόγραφο υπεράσπισης που θα προέκυπτε κατόπιν έγκρισης του αιτήματος, θα αναγκάζονταν να προσκομίσουν πρώτοι μαρτυρία τόσο για να υποστηρίξουν την υπόθεση τους περί γραμματίου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους και/ή χρεωστικού ομολόγου ημερομηνίας 20.12.2010 όσο και μαρτυρία προς αντίκρουση αφενός της άρνησης των Εναγομένων περί ύπαρξης δανείου και καταβολής του ποσού ένεκα προηγηθείσας παροχής υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στους Ενάγοντες αφετέρου της θέσης περί εξόφλησης του γραμματίου περί τον Νοέμβριο του
- Επομένως, για τον λόγο αυτό η αίτηση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Σε ότι αφορά στην εισαγωγή της προδικαστικής ένστασης (βλέπε παράγραφος Α της αίτησης), παρατηρώ ότι σε κάθε περίπτωση το αίτημα αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Και τούτο λόγω του προχωρημένου σταδίου στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία υπό των φως των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα της εξέτασης προδικαστικού σημείου. Απόλυτα σχετική και καθοδηγητική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου κ.ά. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και τους εξαρτώμενους αυτών, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση αρ. 168/2010, απόφαση ημερομηνίας 24.2.
- Η αγωγή είχε καταχωρηθεί την 1.8.2008 με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι εφεσείοντες καταχώρισαν σημειώματα εμφάνισης στις 7.8.
- Οι Εκθέσεις Υπεράσπισης καταχωρήθηκαν στις 7.5.2009, αφού προηγήθηκε αίτηση για απόφαση. Ακολούθησε αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων και στις 20.11.2009 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18.3.2010, πλην, όμως, η ακροαματική διαδικασία δεν ξεκίνησε συνεπεία αίτησης που καταχώρισαν οι εφεσείοντες στις 11.2.2010 ζητώντας διαγραφή της αγωγής ως καταχρηστικής, ισχυριζόμενοι ότι η εφεσίβλητη στερείτο νομικής προσωπικότητας και ότι ήταν ανίκανη να δώσει διοριστήριο δικηγόρου. Αντίστοιχες θέσεις είχαν περιληφθεί στις Εκθεσεις Υπεράσπισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της καθυστερημένης υποβολής της, κατάληξη η οποία και αποτέλεσε το αντικείμενο της έφεσης. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και με αναφορά στην υπόθεση ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 που καταχωρίστηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δεν μπορούσε να επιτύχει λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης, και τούτο επί της αρχής που επιβάλλει ότι τέτοιες αιτήσεις καταχωρούνται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για Οδηγίες. Τονίστηκε δε ότι το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή (βλέπε Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 και Annual Practice 1958), προκύπτει από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε περαιτέρω ότι τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται με καθυστερημένες αιτήσεις οι οποίες στην πράξη ανατρέπουν την κανονική πορεία της δίκης. Σε σχέση με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η καταχώριση της αίτησης όχι απλώς μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, αλλά 5 μόνο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία ακρόασης, με βέβαιη την ανατροπή της, όπως και έγινε, συνιστούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ήταν ορθή. Παρομοίως, στην ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω), η αγωγή είχε ορισθεί για μνεία στις 30.6.86 και για ακρόαση στις 28.11.
- Στις 6.11.87 ο εφεσείων καταχώρησε αίτηση για προκαταρκτική εκδίκαση των σημείων που εγείρονταν στην Έκθεση Υπεράσπισης σαν νομικών σημείων δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση υποβλήθηκε αφού το Δικαστήριο επιλήφθηκε αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και κατόπιν του προγραμματισμού της υπόθεσης για ακρόαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση μεταξύ άλλων λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης. Η έφεση η οποία καταχωρήθηκε σε σχέση με την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα, καθώς επίσης ότι η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Επομένως, τυχόν έγκριση του αιτήματος ως η παράγραφος Α της αίτησης δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό αφού με βάση την νομολογία στην οποία έχω αναφερθεί ανωτέρω, η προδικαστική ένσταση δεν θα μπορούσε να εξεταστεί ενόψει του προχωρημένου σταδίου στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση σύμφωνα με το ιστορικό της ως παρατίθεται πιο πάνω. Kρίνω, τέλος, ορθό να σημειώσω ότι η αίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης που παρατηρείται στην καταχώρηση της σε συνάρτηση με το ιστορικό της υπόθεσης. Σε σχέση με το θέμα αυτό τονίζεται καταρχήν ότι το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει την τάση, που ομολογουμένως παρατηρείται από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που θέλει την έγκριση μιας αίτησης τροποποίησης, εκεί που, από τη μια η επιζητούμενη τροποποίηση δικαιολογείται και από την άλλη η όποια καθυστέρηση σε σχέση με την προώθηση της αίτησης δεν προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον έτερο διάδικο και μπορεί ευχερώς να αποζημιωθεί με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα. Η τάση όμως αυτή, δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση του να συνυπολογίσει γενικότερα τον παράγοντα χρόνο. Όπως σχετικά σημειώθηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, «όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσείοντων, στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρομοίως, στην υπόθεση C&Α Pelekanos Associates Ltd ν. Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2075, με παραπομπή και στα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon ν. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, αναφέρθηκε ότι, εκεί που παρατηρείται καθυστέρηση και αργοπορία στην εκδήλωση του διαβήματος για άδεια τροποποίησης διά προσθήκης ισχυρισμών για τους οποίους υπήρχε δυνατότητα προώθησης σε προηγούμενο στάδιο, θα πρέπει ο αιτητής να εξηγεί ικανοποιητικά την παράλειψη του αυτή. Στη βάση δε του δεδομένου που ίσχυε σε εκείνη την περίπτωση και δη του γεγονότος ότι οι εφεσείοντες δεν προσδιόρισαν τον χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή και γνώση τους τα έγγραφα (το περιεχόμενο των οποίων δικαιολογούσε, κατά τους ίδιους, την προώθηση της αίτησης τροποποίησης), το Δικαστήριο έκρινε ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του επίδικου αιτήματος, δεν δικαιολογήθηκε. Έκρινε δε την παράλειψη αυτή ως καθοριστική και επί αυτής της βάσης απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στον τρόπο που αντιμετώπισε το ζήτημα το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ανέφερε τα εξής: «Η πρωτόδικη κατάληξη ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση είναι, μέχρι του σημείου που εκτείνεται ορθή». Αναφορά αξίζει επίσης να γίνει στην υπόθεση A. Xατζηλαμπρή ν. Πετεινού
(2010)1 Α.Α.Δ. 1022, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο ειδικά στην πάροδο του χρόνου από την ημέρα της καταχώρησης του Κλητήριου Εντάλματος, μέχρι και την ημέρα υποβολής της αίτησης τροποποίησης, σημείωσε τα εξής σχετικά: «κατά την άποψη μας, η καθυστέρηση των 2 1/2 χρόνων από την ημέρα καταχώρησης του κλητήριου εντάλματος, μέχρι την υποβολή της πρώτης αίτησης τροποποίησης που απορρίφθηκε και των 4 1/2 χρόνων μέχρι την υποβολή της δεύτερης αίτησης, ήταν ένας ακόμη ισχυρός παράγοντας για απόρριψη της αίτησης, ανεξάρτητα από τη γενική πρόνοια των θεσμών ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, η καθυστέρηση όχι μόνο δεν δικαιολογήθηκε, αλλά εμφανώς παραβίαζε το θεμελιώδες δικαίωμα του αντίδικου, για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο. Η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την άποψη μας, ασκήθηκε ορθά με γνώμονα πρωτίστως τα συμφέροντα της δικαιοσύνης». Τέλος, στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο ειδικά στον τρόπο που προσέγγισε το πρωτόδικο Δικαστήριο την αίτηση, σημείωσε ότι «δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε μεμπτό στην πρωτόδικη απόφαση. Τόσο η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο εφεσείων επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων για τροποποίηση του δικογράφου του, όσο και η κατάληξη ότι η εν λόγω παράλειψη του ουδόλως αιτιολογήθηκε, μας βρίσκει σύμφωνους. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. (Bold Astor Manufactury (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω)). Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αργοπορία του εφεσείοντα να επιδιώξει τροποποίηση του δικογράφου του, προβάλλει ανάγλυφη μέσα από το ιστορικό των γεγονότων που περιβάλλουν το θέμα. Η αγωγή εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου αναμένοντας εκδίκαση για 7 και πλέον χρόνια. Μετά από μια σειρά ανησυχητικών εξελίξεων, στα πλαίσια των οποίων η εκδίκαση της υπόθεσης οδηγείτο από αναβολή σε αναβολή, εξελίξεις για τις οποίες η πλευρά του εφεσείοντα δεν είναι απαλλαγμένη ευθυνών, η υπόθεση ορίστηκε τελικά για ακρόαση στις 13/01/09, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε η ακρόαση. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του εφεσείοντα συνιστά το γεγονός ότι ενώ η υπεράσπιση των εφεσίβλητων καταχωρήθηκε τον Μάρτιο του 2003, η απάντηση στην υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε παρά μόνο έναν χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 21.05.04, όπως και το γεγονός ότι για έναν και πλέον χρόνο ο εφεσείων, για λόγους που δεν έχουν αποκαλυφθεί παρέμεινε άπρακτος, δεν επεδίωξε τροποποίηση του δικογράφου του, ειμί μόνο, τέσσερεις μέρες πριν την ακρόαση της αγωγής, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτηματικά αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις του και τους στόχους της αίτησης». Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την πιο πάνω, σχετική με τη καθυστέρηση στην προώθηση ενός αιτήματος, ως το υπό εξέταση, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι ότι, ανεξάρτητα της ομολογουμένως φιλελεύθερης προσέγγισης που πρέπει το Δικαστήριο να επιδεικνύει όταν αντιμετωπίζει αίτημα για τροποποίηση δικογράφων, η υποχρέωση ενός αιτητή που προωθεί ένα τέτοιο αίτημα καθυστερημένα, να αιτιολογήσει την καθυστέρηση και να εξηγήσει τους λόγους που δεν το προώθησε προηγουμένως, δεν ατονεί. Τουναντίον, παράλειψη του να ενεργήσει προς αυτή τη κατεύθυνση, δυνατό (ανάλογα με την επιχειρούμενη τροποποίηση και το κίνητρο πίσω από την προσπάθεια μεταβολής του δικογράφου) να οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης του. Στην υπό εξέταση υπόθεση, ως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, τα γεγονότα που οι Εναγόμενοι επιθυμούν να θέσουν ως μέρος της υπεράσπισής τους διά της αιτούμενης τροποποίησης, ήταν γνωστά σε αυτούς από τον Νοέμβριο του 2012. Οι λόγοι που προβάλλονται ως προς το στάδιο στο οποίο καταχωρείται η αίτηση, και δη οι διαπραγματεύσεις που βρίσκονταν κατά καιρούς σε εξέλιξη, όπως και η αλλαγή δικηγόρων, δεν αποτελούν ικανοποιητική δικαιολογία ενόψει αφενός του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε, αφετέρου της φύσης των ισχυρισμών που επιθυμούν να εισάξουν στο δικόγραφο τους οι Εναγόμενοι και δη η θέση τους περί εξόφλησης. Σε κάθε περίπτωση και σε σχέση με την θέση των Αιτητών ως προς την εκκρεμότητα διαβουλεύσεων στο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει, σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών δήλωσαν σε διάφορες ημερομηνίες ότι δεν υπήρχαν περιθώρια συμβιβασμού της υπόθεσης και ζητούσαν από κοινού τον ορισμό της για ακρόαση (βλέπε πρακτικά ημερομηνίας 16.5.2013, 23.1.2014, 30.10.2014, 19.2.2016 και 10.11.2017). Επομένως, η επί τούτου θέση των Αιτητών δεν είναι απόλυτα ορθή, ενώ σε γενικότερο πλαίσιο θα πρέπει να λεχθεί ότι με τα όσα η κα Βούρου προβάλλει στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της σε σχέση με τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης δεν έχει δικαιολογήσει επαρκώς την μεγάλη καθυστέρηση η οποία παρατηρείται. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δ. 39 Θ. 2: Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο