ΨΥΚΤΙΚΟΙ ΘΑΛΑΜΟΙ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ν.Φ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 358/2018, 18/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A554 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 358/2018 Μεταξύ: 1. ΨΥΚΤΙΚΟΙ ΘΑΛΑΜΟΙ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ν.Φ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ΛΙΜΙΤΕΔ 2. XXXXX ΜΙΚΟΛΑΪΔΗΣ 3. XXXXX ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ Εναγόντων -και- 1. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ 2. XXXXX ΖΑΚΧΑΙΟΣ υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστής και Παραλήπτης της εταιρείας ΨΥΚΤΙΚΟΙ ΘΑΛΑΜΟΙ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ν.Φ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ΛΙΜΙΤΕΔ 3. APS DEBT SERVICING CYPRUS LTD Εναγόμενων Ημερομηνία: 18.10.2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Χρ. Παναγίδης με κα Χριστοδούλου για Κάκκουρας & Παναγίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1 και 3/καθ' ων η αίτηση 1 και 3: κ. Π. Πανάγος για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο 2/καθ' ου η αίτηση 2: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 12.02.2018, οι ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος που καταχώρησαν, αξιώνουν αναγνωριστικές και/ή δηλωτικές αποφάσεις στοχεύοντας στην ακύρωση συμφωνίας δανείου η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας και της εναγομένης αρ.1 τράπεζας, ημερ. 02.04.2015 ως υποδεικνύουν, μέσω της οποίας τροποποιήθηκε προγενέστερη συμφωνία δανείου μεταξύ των δύο, ημερ. 13.09.2013, ως επίσης στην ακύρωση Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, ημερομηνίας 24.07.2015 επί της περιουσίας της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας. Η ακύρωση της ως άνω συμφωνίας δανείου και κατ' επέκταση της συμφωνίας Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης όπως και του διορισμού του εναγομένου αρ.2 ως παραλήπτη/διαχειριστή της ενάγουσας αρ. 1 δυνάμει του συγκεκριμένου Ομολόγου, επιδιώκεται, ως προκρίνεται, ενόψει του γεγονότος ότι οι όροι που περιέχονται στην ως άνω συμφωνία δανείου είναι καταχρηστικοί και/ή μονομερείς και/ή ενάντια στα χρηστά ήθη και τη δημόσια πολιτική και κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης την οποία κατείχε η εναγομένη αρ. 1 τράπεζα έναντι της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας, ως επίσης εν όψει του γεγονότος ότι έγινε καταχρηστική άσκηση των κανόνων αναδιάρθρωσης εκ μέρους της εναγομένης αρ.1 τράπεζας. Διεκδικούνται επίσης, μεταξύ άλλων, διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η εναγόμενη αρ.1 τράπεζα ήταν πλήρως εξασφαλισμένη σχετικά με τις οφειλές της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας με την αξία συγκεκριμένου ενυπόθηκου ακινήτου, ως επίσης αποζημιώσεις αναφορικά με την απώλεια φήμης και πελατείας της ενάγουσας εταιρείας αρ.1, αλλά και για τις υπερχρεώσεις, ως οι ενάγοντες διατείνονται, στις οποίες η εναγομένη αρ.1 τράπεζα προέβαινε σε βάρος των εναγόντων. Με την καταχώρηση της ως άνω αγωγής, οι ενάγοντες προώθησαν ταυτόχρονα, μονομερώς, την υπό συζήτηση αίτηση, με την οποία αξιώνουν αριθμό προσωρινών διαταγμάτων. Μέσω τους, ουσιαστικά επιδιώκουν την αναστολή του διορισμού του εναγομένου αρ.2 ως διαχειριστή/παραλήπτη της ενάγουσας εταιρείας αρ.1 δυνάμει του ως άνω Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και των εξουσιών που του παρέχονται ως αποτέλεσμα του ως άνω διορισμού του. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, τα διεκδικούμενα διατάγματα μεταφέρονται αυτούσια στην παρούσα: «Α Προσωρινό Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται ο διορισμός του Εναγόμενου 2- Καθ' ου η Αίτηση 2 ως Διαχειριστή Παραλήπτη της Ενάγουσας 1- Αιτήτριας 1 και/ή η ισχύς και/ή η εκτελεστότητα του διορισμού του και/ή οι εξουσίες του μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β Προσωρινό Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2- Καθ' ου η Αίτηση 2 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή συνεργάτες και/ή στελέχη του, από το να χρησιμοποιούν και/ή να εφαρμόζουν και/ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα και/ή προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη που να έχει έρεισμα και/ή να στηρίζεται και/ή να βασίζεται στο Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 24/07/2015 και/ή στο διορισμό του ως Διαχειριστή Παραλήπτη της Ενάγουσας 1- Καθ' ης η Αίτηση 1 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης Διαταγής του Δικαστηρίου. Γ Προσωρινό Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει σε οποιοδήποτε από τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση να απευθύνεται προς οποιοδήποτε συνεργάτη της Ενάγουσας 1-Αιτήτριας 1 στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό με τον οποίο είχε ή έχει συμβατικές σχέσεις και/ή με οποιοδήποτε υπάλληλο της Ενάγουσας 1- Αιτήτριας 1 και/ή να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιανδήποτε από αυτές είτε με προσωπικές επαφές είτε με επιστολές είτε με ανακοινώσεις ή διαφημίσεις ή άλλως πως μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Προσωρινό Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο έλκει από αυτό δικαίωμα και/ή συμφέρον από του να ενεργεί σαν διαχειριστής και/ή παραλήπτης και/ή αντιπρόσωπος και/ή σαν πρόσωπο το οποίο έχει εξουσία να ασχολείται με τη διοίκηση και/ή διαχείριση της Ενάγουσας 1- Αιτήτριας 1 και/ή να ενεργεί υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα με την οποία να φαίνεται και/ή να παρουσιάζεται ότι ενεργεί εκ μέρους της Ενάγουσας 1- Αιτήτριας 1 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο θεωρήσει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α». Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου εδράζεται η υπό συζήτηση αίτηση παρατίθεται με την ένορκη δήλωση του XXXXX Νικολαΐδη, (ενάγοντας αρ.2) ημερομηνίας επίσης 12.02.2018. Μέσω της πολυσέλιδης ένορκης δήλωσή του, ο ως άνω ομνύον, εκ των διευθυντών και γραμματέας της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας, (στο εξής «η εταιρεία») εξηγεί ότι η τελευταία είχε συνάψει κατά καιρούς διάφορες συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων (δανείων) με την εναγομένη αρ.1 τράπεζα, με τον ίδιο και τη σύζυγό του, (ενάγουσα αρ. 3) επίσης διευθύντρια της εταιρείας, να είναι εγγυητές της τελευταίας. Αναφέρθηκε ειδικότερα στη συμφωνία δανειοδότησης ημερομηνίας 13.09.2013, η οποία ουσιαστικά αποτελούσε επανέγκριση πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους €1.571.000,00 προς την εταιρεία από την εναγομένη τράπεζα, με τον ίδιο και τη σύζυγό του να είναι εγγυητές για απεριόριστο ποσό επί της προσωπικής τους περιουσίας. Ακίνητο της εταιρείας στην Έγκωμη με κτήριο επί τούτου, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί ως εξασφάλιση σε προηγούμενες πιστωτικές διευκολύνσεις από την εναγόμενη τράπεζα, παρέμεινε υποθηκευμένο για τον ίδιο σκοπό. Παραπέμποντας στην κρίση που αντιμετώπισε το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα η Κυπριακή οικονομία, απέδωσε σε αυτήν το γεγονός ότι η εταιρεία δεν υλοποίησε πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις, αδυνατώντας να καταβάλει συγκεκριμένα ποσά αποπληρωμής του δανείου. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να προταθεί στους εναγομένους μια νέα αναδιάρθρωση την οποία και αποδέχτηκαν. Η ως άνω πρόταση αναδιάρθρωσης, ημερομηνίας 02.04.2015, έγινε αποδεκτή από την εταιρεία με την ενσωμάτωση συγκεκριμένων διαφοροποιήσεων. Ανάμεσα σε αυτές, παραχωρήθηκε ως πρόσθετη εξασφάλιση προς την εναγομένη αρ.1 τράπεζα, ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ύψους €500.000,00 πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Παράλληλα, ταυτόχρονα με την αναδιάρθρωση των πιστωτικών διευκολύνσεων της εταιρείας, τον Ιούλιο του 2015, αναδιαρθρώθηκαν ή διαφοροποιήθηκαν και οι προσωπικές του πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες ανέρχονταν πέριξ του €1.000.000,00. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι τόσο οι υποχρεώσεις της εταιρείας όσο και οι αντίστοιχες προσωπικές του υποχρεώσεις προς την εναγομένη αρ.1 τράπεζα, είχαν συνδεθεί μεταξύ τους, με απώτερο σκοπό την ολική διευθέτησή τους με την πώληση του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου της εταιρείας, η αξία του οποίου υπερκάλυπτε κατά τον ίδιο όλες τις υποχρεώσεις των εναγόντων. Παρά τις προσπάθειες των εναγόντων να εξευρεθεί αγοραστής για το ενυπόθηκο ακίνητο, τούτο δεν κατέστη δυνατόν. Στο μεταξύ τα ποσά που παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες κατέστησαν απαιτητά. Ακολούθησαν συναντήσεις και αλληλογραφία μεταξύ της εναγομένης αρ.1 τράπεζας και των εναγόντων, αντηλλάγησαν διάφορες προτάσεις προς ικανοποίηση των οφειλομένων ποσών και/ή αναδιάρθρωση χωρίς όμως να υπάρξει οποιοδήποτε αποτέλεσμα, αποδίδοντας τούτο στη στάση της εναγόμενης αρ.1 τράπεζας και στην έλλειψη πρόθεσης εκ μέρους της τελευταίας να εξευρεθεί συμβιβαστική λύση. Περί τα τέλη Απριλίου του 2017, αντιλαμβανόμενος πως η εναγομένη αρ.1 τράπεζα δεν αποδεχόταν οποιαδήποτε συνεργασία στην εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης και ως εκ τούτου αναμενόταν το κλείσιμο του τρεχούμενου λογαριασμού της εταιρείας στην εναγόμενη τράπεζα, αποτάθηκε στην Περιφερειακή ΣΠΕ Λευκωσίας ανοίγοντας λογαριασμό για την εταιρεία. Έκτοτε όλα τα εισοδήματα της εταιρείας κατατίθενται στο συγκεκριμένο τρεχούμενο λογαριασμό. Η εναγόμενη αρ.1 τράπεζα προχώρησε πράγματι σε τερματισμό των συμφωνιών απαιτώντας από τους ενάγοντες το σύνολο των οφειλομένων κατά την ίδια ποσών. Ταυτόχρονα, δρομολόγησε μέσω της επίδοσης επιστολής τύπος «Θ» τη διαδικασία που προβλέπεται στο μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως Και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965). Μετά την ανάθεση της διαχείρισης αριθμού δανείων της εναγομένης αρ.1 τράπεζας προς την εταιρεία με την επωνυμία APS Dept. Servicing Cyprus Ltd (εναγομένη αρ. 3 στην παρούσα διαδικασία) αποφασίστηκε ο διορισμός διαχειριστή/παραλήπτη στην εταιρεία, δυνάμει του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 24.07.2015, ενώ επιδόθηκε εκ νέου επιστολή τύπος «Θ», συνοδευόμενη από ειδοποίηση τύπος «Ι» για τα προσωπικά του δάνεια. Ο διορισθείς διαχειριστής/παραλήπτης απέστειλε επιστολή προς τους υπαλλήλους της εταιρείας μέσω της οποίας αφήνεται ξεκάθαρα να νοηθεί ότι επίκειται ο τερματισμός της απασχόλησής τους, ως επίσης ενημερωτικές επιστολές σε συνεργάτες της εταιρείας, ζητώντας πλήρη ενημέρωση των δεδομένων της τελευταίας. Αριθμός συνεργατών της εταιρείας, σημείωσε, θορυβήθηκαν από τις εν λόγω επιστολές, ερωτώντας τον εάν η εταιρεία θα διαλυθεί και αν θα πρέπει να ψάξουν νέους χώρους για φύλαξη των προϊόντων τους. Πέραν της θέσης του ότι η μέχρι σήμερα πράξεις της εναγομένης αρ.1 τράπεζας, είναι κατάφορα καταχρηστικές και παραβαίνουν τις αρχές του δικαίου της επιείκειας, υποστηρίζει ότι η διαδικασία διορισμού του εναγομένου αρ.2 είναι πρόωρη και ξεκάθαρα καταχρηστική. Υποστηρίζει παράλληλα ότι η απαίτηση της εναγομένης αρ. 1 τράπεζας για τα χρέη της εταιρείας, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε με τις επιστολές τελικής ζήτησης, ημερομηνίας 13.07.2017 και η οποία ανέρχεται στο ποσό των €2.200.000,00 είναι αμφισβητούμενη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι εν πάση περιπτώσει εξασφαλίζεται από το ενυπόθηκο ακίνητο της εταιρείας, αγοραίας αξίας, ως υποστηρίζει, €3.500.000,00. Οι εναγόμενες αρ.1 και 3 εταιρείες, προκρίνει, λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς, ενεργειών και παραστάσεων που η εναγόμενη τράπεζα προέβαινε προς τους ενάγοντες για το ζήτημα, κωλύονται ή και εμποδίζονται να προωθούν τη διαδικασία διορισμού παραλήπτη, επικαλούμενες μεμονωμένα την ύπαρξη ενός Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που τους παραχωρήθηκε από το 2015. Σημειώνει παράλληλα ότι στο ίδιο το ομόλογο αναγνωρίζεται η προτεραιότητα προγενέστερων εμπραγμάτων βαρών ενώ ταυτόχρονα υποδεικνύει το γεγονός ότι προηγείται άλλο ομόλογο, ύψους €85.000,00. Χαρακτηρίζοντας εκδικητική και καταχρηστική την ενέργεια των εναγομένων αρ. 1 και 3 να προχωρήσουν σε διορισμό παραλήπτη και διαχειριστή με βάση το συμβατικό τους δικαίωμα, υποστηρίζει ότι οι τελευταίοι δεν θα πρέπει να αφεθούν να ενεργούν χωρίς συνέχεια ή συνέπεια στις ενέργειες και στις γραπτές ή μη συμφωνίες που προβαίνουν με τους δανειολήπτες. Αποτελεί θέση του ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, οι ενάγοντες θα υποστούν τεράστια ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, η οποία έχει να κάνει με τη φήμη και στην πελατεία της εταιρείας και των διευθυντών της. Οι εναγόμενοι, καταλήγει, δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά εξαιτίας της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, όντας πλήρως εξασφαλισμένοι για τις υποχρεώσεις όχι μόνο της εταιρείας αλλά και του συνόλου των εναγόντων, ενώ η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι εύλογη και επιβεβλημένη προς εξασφάλιση ενδεχόμενης επιτυχούς απόφασης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων. Το δικαστήριο, για τους λόγους που εξήγησε και ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, έδωσε οδηγίες όπως η μονομερώς προωθούμενη αίτηση επιδοθεί στους καθ' ων η αίτηση. Οι τελευταίοι, στο σύνολό τους εμφανίστηκαν στη διαδικασία και προχώρησαν στην καταχώρηση σχετικών ειδοποιήσεων πρόθεσης ένστασης. Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση αρ.1 και 3, εκπροσωπήθηκαν στη διαδικασία από τον ίδιο δικηγορικό οίκο. Οι λόγοι της ένστασής τους προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται από την πλευρά τους ότι: « 1. Δεν συντρέχουν οι επιτακτικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων και ιδίως: (α) οι Αιτητές δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 3 και/ή δεν τίθεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή ουδεμία βάση αγωγής και/ή συζητήσιμη υπόθεση αποκαλύπτεται εναντίον των, καθότι: ί) Είναι παραδεκτό και/ή προκύπτει από την Αίτηση ότι ο Παραλήπτης/Διαχειριστής διορίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και όχι από τους Καθ' ων η αίτηση 3, οι οποίοι απλά ενεργούν εκ μέρους και για λογαριασμό των Καθ' ων η αίτηση 1, επομένως, οι Αιτητές δεν έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 3. ίί) Οι Αιτητές δεν στοιχειοθετούν επαρκώς και/ή καθόλου και/ή σε ικανοποιητικό βαθμό, είτε δια του Κλητηρίου Εντάλματος είτε δια της Ένορκης Δήλωσης του Φίλιππου Νικολαΐδη, ότι δικαιούνται σε οιανδήποτε εκ των θεραπειών που αιτούνται με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή την Αίτηση και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό, ότι η συμφωνία δανείου υπόκειται σε ακυρότητα για τους λόγους που αναφέρουν. Ειδικότερα, χωρίς περιορισμό, εκτός του ότι οι ισχυρισμοί περί κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, αντίκεινται στο ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Φίλιππου Νικολαΐδη, οι λοιποί ισχυρισμοί ακόμη και αν ευσταθούν, ισχυρισμό τον οποίον οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 αρνούνται, δεν επιφέρουν ακυρότητα των συμφωνιών και/ή οι νομικές προϋποθέσεις που διέπουν τις κατ' ισχυρισμό καταχρηστικές ρήτρες, δεν εφαρμόζονται όπου οι συμβάσεις συνάπτονται με νομικά πρόσωπα και/ή όπου δεν αφορούν καταναλωτές, ως η υπό κρίση περίπτωση. ίίί) Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των αμέσως προηγούμενων παραγράφων
- i)και ii), ακόμη και σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι η οφειλή των Αιτητών προς τους Καθ' ων η αίτηση 1 είναι χαμηλότερη από το ποσό που αναφέρεται στην επιστολή Τελικής Ζήτησης των Καθ' ων η αίτηση 1, ημερομηνίας 13.07.2017, ισχυρισμό τον οποίον εν πάση περιπτώσει οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 αρνούνται, ο διορισμός Παραλήπτη/Διαχειριστή δεν επηρεάζεται, ούτε καθίσταται, ούτε δύναται να καταστεί ανενεργός κατά τον τρόπο που εισηγούνται οι Αιτητές. (β) Δεν προκύπτει ενδεχόμενο οι Αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Τυχόν ζημιά των Αιτητών που ήθελε αποδειχθεί, την οποία οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και μάλιστα δύναται να υπολογισθεί με σχετική ευκολία. ί) Επιπρόσθετα, στην Αίτηση, εκτός του ότι δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να εξειδικεύουν την οικονομική ζημιά που ισχυρίζονται οι Αιτητές ότι θα υποστούν σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, προκύπτει ξεκάθαρα από τα γεγονότα της υπόθεσης και/ή ως παραδεχτό γεγονός, ότι σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, οι Αιτητές δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια και/ή φερεγγυότητα να καλύψουν τις ζημιές που θα υποστούν οι Καθ' ων η αίτηση.
- ii)Επιπρόσθετα, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι τραπεζικό ίδρυμα με τεράστια οικονομική επιφάνεια και/ή οι Καθ' ων η αίτηση 3 είναι εταιρεία με τεράστια κεφάλαια και/ή οικονομικούς πόρους, που μπορούν να καλύψουν οιεσδήποτε ζημιές ήθελε επιδικαστούν εναντίον τους. 2. Η παρούσα αγωγή και/ή η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και έχουν εγερθεί και/ή προωθούνται κακόπιστα και/ή κακόβουλα και/ή καταχρηστικά εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 3 λόγω του ότι δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον των και/ή η αγωγή είναι επιπόλαια και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή εμφορείται από αλλότρια κίνητρα και/ή στοχεύει στην εξασφάλιση οφέλους ή κέρδους στο οποίο οι Αιτητές δεν δικαιούνται νόμιμα και/ή το οποίο αντίκειται στους όρους των συμφωνιών Υποθήκης και/ή των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και/ή στους κανόνες ορθής εταιρικής διακυβέρνησης και/ή στα καθήκοντα των διευθυντών προς την υπό διαχείριση εταιρεία και/ή στις καθήκοντα και/ή υποχρεώσεις της Εταιρείας βάσει των συμφωνιών που υπέγραψε και/ή προς τους πιστωτές της. 3. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών, ως εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση του Φίλιππου Νικολαΐδη, είναι ατεκμηρίωτοι και/ή γενικοί και/ή ασαφείς και/ή αόριστοι και/ή παραπλανητικοί, δεν υποστηρίζουν σε οιονδήποτε βαθμό την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αντίκεινται στις υπογραφθείσες συμφωνίες που ο ίδιος θέτει ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου, όπως άλλωστε και στις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε περιπτώσεις διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή, ουδόλως παρουσιάζουν οιονδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ως τέτοιοι όχι μόνο δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη από το Σεβαστό Δικαστήριο, αλλά απεναντίας, αποδεικνύουν κακοπιστία και/ή εσκεμμένη προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου που αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των όρων των Υποθηκών αλλά και του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και την καταδολίευση των συμφερόντων της υπό διαχείριση εταιρείας και/ή των πιστωτών που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της και/ή των συμφερόντων των Καθ' ων η αίτηση 1. 4. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα: (α) διαταράξει τον υφιστάμενο status quo, ήτοι την παραλαβή και διαχείριση της περιουσίας της υπό διαχείριση εταιρείας, μέσω του νομίμως διορισθέντος Παραλήπτη/ Διαχειριστή της, (β) προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη σε όλους τους πιστωτές που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της, καθότι οι Αιτητές 2 και/ή 3 θα συνεχίσουν να λυμαίνονται την περιουσία της και/ή να διασκορπίζουν τα περιουσιακά της στοιχεία, χωρίς να αποπληρώνουν τις υποχρεώσεις της και/ή χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι των υποχρεώσεων της και/ή με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους, θα διογκωθεί, πέραν πλέον οποιουδήποτε ελέγχου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας, το υφιστάμενο χρέος, προς βλάβη των συμφερόντων τόσο της υπό διαχείριση εταιρείας, όσο και των πιστωτών που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της. (γ) προκαλέσει οικονομική ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση 1 και/ή στους Καθ' ων η αίτηση 3 καθότι: ί) θα επηρεαστεί το δικαίωμα του Παραλήπτη/Διαχειριστή να παραλάβει και να διαχειριστεί την περιουσία της υπό διαχείριση εταιρείας, προς όφελος των πιστωτών συμπεριλαμβανομένων και των Καθ' ων η αίτηση 1. ίί) Θα επιτραπεί και/ή επικροτηθεί η παραβίαση των όρων της συμφωνίας δανείου, υποθηκών και του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης όπως άλλωστε και οι ενέργειες των διευθυντών και/ή μετόχων εταιρειών που επωφελούνται προσωπικά περιουσία που ανήκει σε εταιρεία, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η δυνατότητα πιστωτών και/ή των Καθ' ων η αίτηση 1 και/ή 3 να εισπράξουν τα οφειλόμενα ποσό από την υπό διαχείριση εταιρεία, όπως και τα συμφέροντα των εγγυητών, για μείωση και/ή αποπληρωμή των εγγυήσεων και/ή εξασφαλίσεων που παραχωρούν προς όφελος εταιρειών. 5. Η Αίτηση ουσιαστικά αποσκοπεί, με έμμεσο τρόπο, στην ανατροπή και/ή καταστρατήγηση του Ομολόγου Επιβάρυνσης ημερομηνίας 24.07.2015 και/ή στην καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση εκτέλεσης των καθηκόντων του Παραλήπτη/Διαχειριστή και/ή της επιβεβλημένης προστασίας της περιουσίας της Εταιρείας και/ή στη διεκπεραίωση των καθηκόντων του στην βάση του Ομολόγου Επιβάρυνσης ημερομηνίας 24.07.2015. 6. Σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ο Καθ' ου η αίτηση 2 αποστερείται του εκ του νόμου απορρέοντος δικαιώματος του να προχωρήσει και/ή να προχωρήσει άμεσα και/ή χωρίς καθυστέρηση με την παραλαβή και διαχείριση της περιουσίας της υπό διαχείριση εταιρείας, με αποτέλεσμα να επωφεληθούν οι Αιτητές σε βάρος των πιστωτών που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της, περιλαμβανομένων και των Καθ' ων η αίτηση 1. 7. Εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, δεδομένου του χρόνου που χρειάζεται να εκδικαστούν οι αγωγές από τα Κυπριακά Δικαστήρια, υπάρχει σοβαρός και ορατός κίνδυνος οι Αιτητές να προκαλέσουν την απώλεια της φήμης και πελατείας της υπό διαχείριση εταιρείας και/ή οι Αιτητές να αποξενώσουν την κινητή περιουσία της υπό διαχείριση εταιρείας και/ή τον εξοπλισμό της και/ή να αποξενώσουν την κατοχή και/ή μέρος της κατοχής της ακίνητης περιουσίας της, γεγονός το οποίο θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα ενδεχόμενη επιβίωση της και/ή την αξία της περιουσίας της και/ή τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση 1 και/ή 3. 8. Με τα αιτούμενα διατάγματα, οι Αιτητές επιδιώκουν εντέχνως ουσιαστική ικανοποίηση της μοναδικής θεραπείας που πραγματικά τους ενδιαφέρει, δηλαδή τη διατήρηση του ελέγχου της περιουσίας της υπό διαχείριση εταιρείας για προσωπικό και μόνο όφελος, γεγονός που με βάση την νομολογία είναι ανεπίτρεπτο και/ή ανεπιθύμητο. 9. Οι Αιτητές προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και συγκεκριμένα παρουσιάζουν μία αναληθή και παραπλανητική εικόνα ως προς τα πραγματικά γεγονότα που μεσολάβησαν πριν το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή από και/ή εκ μέρους και για λογαριασμό των Καθ' ων η αίτηση 1. 10. Δεν είναι δίκαιο, ούτε εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα». Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση των ως άνω εναγομένων αρ.1 και 3, παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ιωάννου, εργαζόμενης μέχρι τις 30.06.2017 στην εναγόμενη αρ.1 τράπεζα και από την 01.07.2017, χρόνο όπου η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων λογαριασμών της ως άνω τράπεζας μεταφέρθηκε στην εναγόμενη αρ.3, εργοδοτείται από την τελευταία. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά και εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, απέρριψε τα περί εκδικητικής και καταχρηστικής στάσης και ενεργειών της εναγόμενης αρ.1 τράπεζας απέναντι στην ενάγουσα αρ.1 εταιρεία και την αποδιδόμενη στην εναγόμενη τράπεζα έλλειψη πρόθεσης προς εξεύρεση λύσης στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η χρηματοδότηση της εταιρείας. Αντίθετα, υποστήριξε ότι ήταν η στάση και η συμπεριφορά των αξιωματούχων της ενάγουσας εταιρείας που δεν επέτρεψε να υπάρξει θετική κατάληξη, παρά τις πολλές προσπάθειες και την καλή διάθεση που επέδειξε η εναγόμενη τράπεζα προς τούτο. Η εναγόμενη τράπεζα, υποδεικνύει, αποφάσισε να διορίσει παραλήπτη/διαχειριστή επί της περιουσίας της ενάγουσας εταιρείας στη βάση έγκυρου και ισχυρού Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, με την πάροδο πέντε περίπου ετών από την πρώτη συμφωνία αναδιάρθρωσης του 2013 και τριών περίπου ετών από την δεύτερη συμφωνία του 2015. Η ενεργοποίηση των προνοιών του συγκεκριμένου Ομολόγου και ο διορισμός του παραλήπτη/διαχειριστή, σημειώνει, ήταν αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης της εταιρείας με τις υποχρεώσεις της. Παρά τις επανειλημμένες και καλόπιστες προσπάθειες της τράπεζας για περίοδο πέραν των τεσσάρων ετών να βρεθεί συμβιβαστική λύση εντός των δυνατοτήτων της εταιρείας και στη βάση πάντοτε των παραστάσεων των αξιωματούχων της τελευταίας, αυτές δεν καρποφόρησαν. Οι αναδιαρθρώσεις του 2013 και 2015, σημείωσε, στηρίχτηκαν πάντα σε στοιχεία που προσκόμισε η εταιρεία και σε παραστάσεις των εναγόντων για τα ποσά που ήταν σε θέση να πληρώσουν και ήταν στη βάση αυτών που καθορίστηκε η μηνιαία δόση. Απορρίπτοντας τη θέση ότι η αγοραία αξία του ενυπόθηκου ακινήτου κυμαίνεται στα ποσά που ο ενάγοντας αρ.2 καθορίζει με την ένορκη δήλωσή του που υποστηρίζει την αίτηση, απέρριψε επίσης κατηγορηματικά τη θέση ότι η εταιρεία κατέβαλλε συμφωνηθείσες δόσεις, υποστηρίζοντας πως δεν καταβάλλονταν ούτε καν οι τόκοι των οφειλόμενων ποσών. Με δεδομένο πως ούτε οι όροι της δεύτερης αναδιάρθρωσης στη βάση της συμφωνίας ημερ. 27.04.2015 τηρήθηκαν, ούτε η δόση καταβαλλόταν, ενώ το ακίνητο δεν πωλήθηκε, η ενεργοποίηση των όρων του δεύτερου Ομολόγου κατέστη πλέον αναγκαία, προς διασφάλιση των συμφερόντων της τράπεζας, των πιστωτών που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της εταιρείας αλλά και της ίδιας της εταιρείας. Στις 31.01.2018, εξήγησε, η εναγόμενη τράπεζα διόρισε τον XXXXX Ζακχαίο (εναγόμενο αρ. 2) ως παραλήπτη - διαχειριστή, δυνάμει των προνοιών του δεύτερου ομολόγου σε συνέχεια της επιστολής απαίτησης που απέστειλε στις 13.07.2017, με το περιεχόμενο της οποίας η εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, υποστηρίζει, δεν αποκαλύπτεται μέσω της αγωγής ή της αίτησης, οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Το γεγονός άλλωστε ότι η εναγομένη αρ.1 τράπεζα ενεργεί με βάση συμβατικό της δικαίωμα, γεγονός που της επιτρέπει το διορισμό παραλήπτη/διαχειριστή, γίνεται αποδεκτό από τον εναγόμενο αρ.2, Φίλιππο Νικολαΐδη μέσω της δήλωσης του τελευταίου που συνοδεύει την αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας γίνεται επίσης αποδεκτό ότι η εναγόμενη αρ.3 ενεργεί εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγόμενης αρ.1 τράπεζας. Αποτελεί περαιτέρω θέση της ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση οι ενάγοντες δεν ενήργησαν καλόπιστα αλλά επιχείρησαν να παραπλανήσουν το δικαστήριο και εσκεμμένα να παρουσιάσουν μια αλλοιωμένη εικόνα, αποσιωπώντας γεγονότα που είχαν σημασία για την άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου. Ο εναγόμενος αρ.2, συνεχίζει, με την δήλωση του παρασιωπά το γεγονός ότι η εγγυητική επιστολή που εκδόθηκε από την εταιρεία προς τον ίδιο, εκχωρήθηκε από τον τελευταίο προς όφελος της εναγόμενης τράπεζας, στις 24.07.2015. Αναφερόμενη στην εκτιμημένη αγοραία αξία της προσωπικής περιουσίας του ενάγοντα αρ. 2, υπέδειξε ότι αυτή, σύμφωνα με εκτίμηση του 2017, ανέρχεται μόλις στο €1.244.000,00 και για τα τρία ακίνητα, απορρίπτοντας τη θέση του ως άνω Φ. Νικολαΐδη ότι αυτή υπερβαίνει τα €3.000.000,00. Ταυτόχρονα, υποδεικνύει ότι ο ως άνω Φ. Νικολαΐδης, του οποίου το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο στην Τράπεζα Κύπρου ανέρχεται περί το €1.250.000,00 - €1.300.000,00 παρασιωπά το γεγονός ότι το ένα από τα τρία ακίνητα είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, όπως παραλείπει επίσης να αναφέρει ότι τα εμπράγματα βάρη επί των τριών ακινήτων του, υπερβαίνουν τις €600.000,00. Στοιχείο κακοπιστίας εκ μέρους των εναγόντων, υποστηρίζει, αποτελεί και το γεγονός πως ενώ ο εναγόμενος αρ.2 συζητούσε μαζί με την εναγομένη αρ.1 τράπεζα, με την τελευταία να προσπαθεί, αξιολογώντας όλα τα οικονομικά δεδομένα να εξεύρει λύση που θα αναδιάρθρωνε τις υποχρεώσεις της εταιρείας αλλά και τις δικές του εντός των οικονομικών δυνατοτήτων των εναγόντων, προέβηκε σε άνοιγμα λογαριασμού της εταιρείας σε τρίτο πιστωτικό ίδρυμα. Αρνούμενη κατηγορηματικά το γεγονός ότι μέσω της επιστολής του παραλήπτη/διαχειριστή προς το προσωπικό της εταιρείας αφέθηκε να νοηθεί ότι θα τερματιστεί η απασχόληση του προσωπικού της εταιρείας, υπέδειξε ταυτόχρονα ότι οι σχετικές επιστολές προς τους συνεργάτες της εταιρείας έλαβαν χώρα στα πλαίσια της ορθής και επιμελούς άσκησης των καθηκόντων του. Η πλευρά των εναγόντων, σημειώνει, ουσιαστικά επιζητεί από το δικαστήριο να απενεργοποιήσει τους όρους του ως άνω ομολόγου ώστε ο εναγόμενος αρ.2 και η οικογένειά του να αποξενώνουν και αδικαιολόγητα να χρησιμοποιούν την περιουσία της εταιρείας χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι των υποχρεώσεών τους στην τράπεζα. Τυχόν άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος, υποστηρίζει, θα διογκώσει το οφειλόμενο χρέος προς την τράπεζα και θα επηρεάσει σε ανυπολόγιστο ίσως βαθμό τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, καταλήγει, θα διαταράξει το υφιστάμενο status quo, ήτοι την κατοχή των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας μέσω του νομίμως διορισθέντος παραλήπτη/διαχειριστή της, ενώ θα επηρεάσει οικονομικά τόσο την εναγόμενη τράπεζα όσο και τους υπόλοιπους πιστωτές που έχουν δικαίωμα στην περιουσία της εταιρείας. Παράλληλα, θα υπάρξει ανατροπή και καταστρατήγηση των όρων του ομολόγου, αφού θα επιτευχθεί καθυστέρηση και παρεμπόδιση των ενεργειών του παραλήπτη/διαχειριστή προς προστασία της περιουσίας της εταιρείας. Σημειώνοντας πως σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε η φερεγγυότητα της εναγομένης αρ.1 τράπεζας και η δυνατότητά των εναγομένων να καλύψουν οποιεσδήποτε ζημιές ήθελε επιδικαστούν εναντίον τους στην προκειμένη περίπτωση, χαρακτήρισε παράλληλα τους ισχυρισμούς των εναγόντων - αιτητών περί πρόκλησης βλάβης από τον διορισμό του παραλήπτη - διαχειριστή ως γενικούς και αόριστους, αφού κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί προς εξειδίκευση οποιασδήποτε ζημιάς οικονομικής ή άλλως πως. Ως έχει ήδη σημειωθεί, ο εναγόμενος αρ.2 καταχώρησε επίσης ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην υπό συζήτηση αίτηση. Οι λόγοι της ένστασής του, ως προκρίνονται στο σώμα της, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, προβάλλει πως: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), καθότι είναι ενοχλητική, εκδικητική, καταπιεστική και νομικά αβάσιμη . (γ) Η αίτηση είναι παράτυπη και καταχρηστική καθότι η αμφισβήτηση του διορισμού του διαχειριστή /παραλήπτη γίνεται ως προϊόν δεύτερης σκέψης και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω συμπεριφοράς να προωθούν την παρούσα αίτηση και/ή αγωγή. (δ) Η αίτηση και η αγωγή έχουν καταχωρηθεί χωρίς την προηγούμενη άδεια και έγκριση και/ή συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας 1 εταιρείας εφόσον δεν παρουσιάζεται πρακτικό συνεδρίας του Δ.Σ. (ε) Οι πιστωτές/καθ'ών η αίτηση 1 βάσει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης νόμιμα και έγκυρα διόρισαν παραλήπτη και διαχειριστή επί ολόκληρης της περιουσίας της ενάγουσας / αιτήτριας 1 και σε καμία περίπτωση ο διορισμός του είναι άκυρος και παράνομος και κατ' επέκταση αυτός έχει καταστεί αντιπρόσωπος της αιτήτριας 1 εταιρείας. (στ) Ο μοναδικός λόγος καταχώρησης της παρούσας αίτησης είναι για να καθυστερήσουν οι αιτητές την διαδικασία και να αποτρέψουν τον παραλήπτη και διαχειριστή από το να κάμει σωστά, δίκαια και τίμια την δουλειά του, ως ορίζουν το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, οι Νόμοι και οι Κανονισμοί. (ζ) Τα αιτούμενα διατάγματα σκοπό έχουν να πλήξουν τα συμφέροντα της υπό διαχείριση αιτήτριας 1 εταιρείας και δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν αυτά. (η) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης των δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτησης 1 που απορρέουν από το έγγραφο του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. (θ) Δεν φαίνεται να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής, καθότι όλοι οι ισχυρισμοί που εγείρονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα επομένως δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε και μπορεί να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασίν, ούτε και διαφαίνεται ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (ι) Η αίτηση δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, και δεν έχει αποδειχτεί ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (κ) Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τυχόν έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος συνεπάγεται άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των και πρόκληση ανεπανόρθωτης οικονομικής ζημίας. (λ) Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη, δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση των εκδοθέντων διαταγμάτων. (μ) Οι αιτητές δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έχουν αποκρύψει ουσιώδη στοιχεία». Ο XXXXX Ζακχαίος (εναγόμενος αρ. 2) με την ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης της πλευράς του προκρίνοντας παράλληλα ότι η υπό συζήτηση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική, ανεπίτρεπτη και απαράδεκτη. Οι ενάγοντες, υποστηρίζει, δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε βάση αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Με δεδομένο άλλωστε ότι ουσιαστικά επέδειξαν αντισυμβατική συμπεριφορά όσον αφορά τις δανειοδοτήσεις τους, την οποία μάλιστα παραδέχονται, εμποδίζονται να επικαλούνται τις αρχές της επιείκειας. Ο διορισμός του, συμπληρώνει, δεν συναρτάται με την ύπαρξη ή όχι άλλων εμπράγματων επιβαρύνσεων τα οποία ουδόλως επηρεάζονται, πόσο μάλλον, σημειώνει, στη συγκεκριμένη περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής είναι το ίδιο πρόσωπο με τον ομολογιούχο. Διακηρύσσοντας τη διαφωνία του με τη θέση των εναγόντων ότι η ενάγουσα αρ.1 εταιρεία δεν ήταν σε θέση να καταβάλει τις συμφωνηθέντες δόσεις ή τουλάχιστον ένα μέρος αυτών προς την εναγομένη αρ.1 τράπεζα, παραπέμπει προς τούτο στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι τόσο η ενάγουσα αρ.1 εταιρεία όσο και ο ενάγοντας αρ.2, αντί να καλύψουν τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας και/ή τουλάχιστον τις συμβατικές υποχρεώσεις τους προς την εναγομένη αρ.1 τράπεζα, στις 22.10.2017 προχώρησαν στην καταβολή μερίσματος της τάξης των €21.580,00. Εντοπίζει ταυτόχρονα το γεγονός ότι από τις σχετικές ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2015 και 2016, παρουσιάζεται η ενάγουσα αρ.1 εταιρεία να πληρώνει εκ μέρους του ενάγοντα αρ.2 και διευθυντή της, ποσό €20.034,09 το οποίο αφορά δικές του, προσωπικές φορολογίες. Περαιτέρω, σημειώνει το γεγονός ότι έχει διαπιστώσει πως από τα εισοδήματα της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας, σημαντικό μέρος τους διοχετεύεται για την κάλυψη προσωπικών αναγκών των ιδίων των εναγόντων αρ. 2 και 3 αλλά και της υπόλοιπης οικογένειας τους, παραπέμποντας ενδεικτικά στο γεγονός ότι ο ανεφοδιασμός των ιδιωτικών τους οχημάτων πληρώνεται από την ενάγουσα αρ.1 εταιρεία. Απορρίπτοντας τη θέση ότι το περιεχόμενο της επιστολής του προς το προσωπικό της εταιρείας, μετά τον διορισμό του, υπονοεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι επίκειται απόλυση υπαλλήλων της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας, υπέδειξε παράλληλα ότι η αποστολή επιστολής προς τους ελεγκτές της εταιρείας, αποτελεί εκ του νόμου υποχρέωση του παραλήπτη/διαχειριστή στα πλαίσια του καθήκοντός να ενημερωθεί για την κατάσταση της υπό διαχείριση εταιρείας. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και η εναγόμενη αρ.1 τράπεζα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε ζημιά ήθελαν υποστεί οι ενάγοντες εξαιτίας του διορισμού του, σημειώνοντας παράλληλα ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί τι ζημιά θα πάθουν οι ενάγοντες αφού το συνολικό τους χρέος ανέρχεται πέριξ των €3.000.000,00. Αποτελεί καταληκτική θέση του ομνύοντος ότι τα αιτούμενα διατάγματα σκοπό έχουν να πλήξουν τα συμφέροντα της υπό διαχείριση αιτήτριας εταιρείας ενώ η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης των δικαιωμάτων της εναγομένης αρ.1 τράπεζας που απορρέουν από έγγραφο Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης και παρέμβαση στις υποχρεώσεις του ιδίου ως παραλήπτη/διαχειριστή. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, υποστηρίζει, θα σημαίνει τη διαιώνιση της κακοδιαχείρισης της ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας και τη διόγκωση του χρέους προς την εναγομένη αρ.1 τράπεζα το οποίο η ενάγουσα αρ.1 παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο έχει σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν από την ενασχόληση με τα ειδικότερα ζητήματα που προβάλλονται και απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας, είναι αναγκαίο αισθάνομαι να σημειωθεί ότι η προβαλλόμενη εκ μέρους του εναγόμενου αρ. 2 θέση πως τόσο η αίτηση όσο και ολόκληρη η αγωγή θα πρέπει να απορριφθούν εν όψει του γεγονότος ότι φαίνεται να έχουν καταχωρηθεί χωρίς την προηγούμενη άδεια, έγκριση και/ή συγκατάθεση του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας αρ. 1 εταιρείας, δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να υιοθετηθεί από το δικαστήριο. Είναι καλά γνωστό ότι οι διευθυντές μιας εταιρείας, στην οποία έχει διοριστεί παραλήπτης/διαχειριστής στη βάση Ομόλογου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας δυνάμενοι να προωθήσουν δικαστικές διαδικασίες για να αμφισβητήσουν, όχι μόνο την εγκυρότητα του διορισμού παραλήπτη/διαχειριστή αλλά ακόμα και στις περιπτώσεις που τα συμφέροντα της εταιρείας απειλούνται από πράξεις και ενέργειες του παραλήπτη/διαχειριστή όταν αυτές απολήγουν σε πλήρη παράβαση των καθηκόντων του, κακή άσκηση των εξουσιών του και είναι ζημιογόνες για την εταιρεία (βλ. Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Y. Liasides Dev. Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1703, Watts & Anor v Midland Bank PLC & Ors
(1986)BCLC 15 και Newhart Developments Ltd v Co-op Commercial Bank Ltd
(1978)2 All E.R. 896). Άλλωστε στην υπό συζήτηση περίπτωση οι δυο μοναδικοί διευθυντές της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας, προωθούν μαζί με την τελευταία την υπό συζήτηση αγωγή, όντας όπως εξηγούν εγγυητές των υποχρεώσεων της εταιρείας τους για απεριόριστο ποσό. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Μ & M Transport ν. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. σελ. 244, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το διάταγμα. Είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση - μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση ως η υπό συζητηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, ενώ δεδομένη είναι πάντα η δυνατότητα αντεξέτασης ως προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Προσεγγίζοντας το ζήτημα κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί από την πλευρά των αιτητών σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα διαδικασία, ότι κατά προτεραιότητα απασχολεί, είναι η παθητική νομιμοποίηση της εναγόμενης αρ. 3 εταιρείας, APS Debt Servicing Cyprus Ltd. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου - βλέπε μεταξύ άλλων και την επιστολή ημερ. 31.01.2018 που απεστάλη από την εναγομένη αρ.3 εταιρεία προς την ενάγουσα εταιρεία, (τεκμήριο 30 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση) - αναδύεται ως αδιαμφισβήτητο ουσιαστικά γεγονός πως η ως άνω εναγομένη αρ.3 εταιρεία, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγομένης αρ. 1 τράπεζας. Με τούτο σαν δεδομένο, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, δεν φαίνεται πραγματικά να αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα σε βάρος της συγκεκριμένης εταιρείας. Η εισήγηση πως οι ενάγοντες δεν είναι ήταν σε θέση να γνωρίζουν την ακριβή σχέση μεταξύ της καθ' ης η αίτηση 1 και της καθ' ης η αίτηση 3, δεν διαφοροποιεί ασφαλώς το ζήτημα. Ως έχει ήδη σημειωθεί, μέσω της προώθησης της παρούσας αίτησης, επιζητούνται συγκεκριμένες θεραπείες σχετικές με τον διορισμό του παραλήπτη/διαχειριστή στη βάση Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, έχοντας τούτο ως αφετηρία τη θέση πως κατά την σύναψη της συμφωνίας δανείου με την οποία τροποποιήθηκε η συμφωνία ημερ. 13.09.2013, (αποτέλεσμα της οποίας ήταν και ο καταρτισμός στις 24.07.2015 του σχετικού Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης) υπήρξε, μεταξύ άλλων, «καταχρηστική άσκηση των κανόνων αναδιάρθρωσης» εκ μέρους της εναγομένης αρ. 1 τράπεζας και ότι «οι όροι που περιέχονται στην ως άνω συμφωνία δανείου είναι καταχρηστικοί και/ή μονομερείς και/ή ενάντια στα χρηστά ήθη και τη δημόσια πολιτική και κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης την οποία κατείχε η εναγομένη 1 έναντι της ενάγουσας 1». Ότι πρωτίστως θα πρέπει να εντοπιστεί, είναι το γεγονός ότι στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνεται η ακύρωση της ως άνω συμφωνίας δανείου, η οποία χρονικά προσδιορίζεται ότι έγινε στις 02.04.2015. Στη βάση όμως όσων έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν καταρτίστηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών. Η ως άνω ημερομηνία, αποτελεί την ημερομηνία που φέρει η επιστολή προσφοράς της εναγομένης αρ.1 τράπεζας (τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση). Η σχετική συμφωνία τροποποίησης της συμφωνίας ημερ. 13.09.2013, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθούν, καταρτίστηκε πέραν των τριών μηνών μεταγενέστερα, ήτοι στις 24.07.2015. Πέρα από την ως άνω επισήμανση και χωρίς επ' ουδενί να παραβλέπω το αξίωμα στις περιπτώσεις του είδους, ότι δηλαδή στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση ούτε καταλήγει σε ευρήματα για τα επίδικα ζητήματα και διαδραματισθέντα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκ μέρους των αιτητών αλλά και από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, δεν έχει αποκαλυφθεί οτιδήποτε κατά τρόπο που να αποκαλύπτει καταχρηστική άσκηση των κανόνων αναδιάρθρωσης της Κεντρικής Τράπεζας, εκ μέρους της εναγόμενης αρ.1 τράπεζας σε βάρος της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας. Ουσιαστικά, τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, σχετικό με το ζήτημα. Η διατύπωση αιτίας αγωγής χωρίς την παράθεση στοιχείων που να αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση επί της αιτίας που προκρίνεται, δεν είναι από μόνη της αρκετή. Παράλληλα, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι η παράβαση κατευθυντήριων γραμμών/κανόνων αναδιάρθρωσης, που ουσιαστικά αποτελούν οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας και τυχόν παραβίαση του κώδικα συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας, ως είναι καλά νομολογημένο, δεν καθιστά από μόνη της άκυρη μια συμφωνία μεταξύ των μερών, πολύ δε περισσότερο όταν η ύπαρξη χρέους είναι παραδεκτή, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. (βλ. Στέλιος Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 324). Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί ενσωμάτωσης καταχρηστικών όρων όσον αφορά τη συμφωνία αναδιάρθρωσης (δανειοδότηση) που επετεύχθη τελικά στις 24.07.2015, με την οποία τροποποιήθηκε η συμφωνία ημερομηνίας 13.09.2013, πέραν του γεγονότος ότι παρέμειναν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί πως στη βάση της σχετικής με το ζήτημα νομοθεσίας, δεν φαίνεται στην υπό συζήτηση περίπτωση να μπορούν να προβληθούν. Οι περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμοι του 1996 έως 2016, ως ρητά καθορίζουν - στο άρθρο 2 του σχετικού νόμου ορίζεται ότι καταναλωτής, με την έννοια που αποδίδεται στο όρο στο σχετικό νόμο σημαίνει φυσικό πρόσωπο - δεν τυγχάνουν εφαρμογής ούτε καλύπτουν νομικά πρόσωπα ως η ενάγουσα αρ.1 εταιρεία, παρά μόνο καταναλωτές φυσικά πρόσωπα. Ομοίως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί παράβασης της δημόσιας πολιτικής με τη συνομολόγηση της σχετικής σύμβασης ημερ. 24.07.2015, δεν φαίνεται πραγματικά να απασχόλησε, σε οποιοδήποτε στάδιο, την πλευρά των εναγόντων - αιτητών. Παρέμεινε γενικός και μετέωρος ισχυρισμός, χωρίς να απασχολήσουν την πλευρά των αιτητών αρχικά το ζήτημα της ύπαρξης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δημόσιας πολιτικής και ποια ήταν αυτή και στη συνέχεια, πως η συγκεκριμένη σύμβαση την αντιστρατεύεται. Παρά τις ως άνω επισημάνσεις για κάποιες τουλάχιστον από τις προβαλλόμενες ως αιτίες αγωγής, γεγονός παραμένει ότι στο πλαίσιο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στης παρούσας αγωγής, σε συνδυασμό θεωρούμενο τούτο με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, προβάλλονται και άλλες αιτίες για την ακύρωση της ως άνω συμφωνίας δανειοδότησης, όπως η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης τράπεζας έναντι της ενάγουσας εταιρείας και η εισαγωγή σε αυτήν όρων αντίθετων με τα χρηστά ήθη και μονομερών. Διεκδικούνται επίσης διάφορες άλλες αξιώσεις, όπως αποζημιώσεις για υπερχρεώσεις σε βάρος των εναγόντων αλλά και για την απώλεια φήμης και πελατείας της ενάγουσας εταιρείας. Περαιτέρω, διαζευκτικά με τη θέση περί ακυρότητας του Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης διασυνδέοντας τούτο με την ακυρότητα της συμφωνίας δανειοδότησης, αξιώνεται διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η εναγόμενη αρ.1 τράπεζα, καταχρηστικά άσκησε το δικαίωμα της που απορρέει από το ως άνω Ομόλογο για διορισμό του εναγομένου αρ.2 ως παραλήπτη/διαχειριστή της ενάγουσας εταιρείας. Οι πιο πάνω ειδικότερες αξιώσεις των εναγόντων, στη βάση όλων των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό συζήτηση υπόθεσης, σε συνδυασμό θεωρούμενες με τις αρχές που διέπουν την θεώρηση του ζητήματος της αποκάλυψης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, φαίνεται πράγματι να μπορούν νομικά να θεμελιωθούν, αποκαλύπτοντας έτσι την ύπαρξη συζητήσιμης τουλάχιστον υπόθεσης σε σχέση με αυτές. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η δεύτερη προϋπόθεση που ο νόμος και η νομολογία τάσσουν για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, είναι η ανάγκη κατάδειξης από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξή της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει, όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιων του δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας. (Βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ. 253. Έχει ήδη σημειωθεί ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση οι ενάγοντες έχουν υπερβεί το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλούνται να υπερπηδήσουν σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, για να καταδείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας για κάποιες τουλάχιστον από τις θεραπείες που διεκδικούν. Προβάλλοντας για παράδειγμα τη θέση περί υπερχρεώσεων του λογαριασμού της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας, έθεσαν υπόψη του δικαστηρίου πίνακα υπολογισμού των υπερχρεώσεων που ετοιμάστηκε από τους λογιστές τους, (τεκμήριο 24 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Νικολαΐδη που υποστηρίζει την αίτηση) ενώ προκρίνοντας τη θέση για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης αρ.1 τράπεζας απέναντι τους, οι ενάγοντες παρουσίασαν και σκιαγράφησαν την ευρύτερη στάση και συμπεριφορά της εναγομένης αρ.1 τράπεζας απέναντι στους ενάγοντες, κατά τρόπο που να δικαιολογεί - στο βαθμό τουλάχιστον που τούτο απαιτείτε σε αυτό το στάδιο - την ως άνω θέση. Δεν παραβλέπω ασφαλώς την απόρριψη των ως άνω θέσεων εκ μέρους των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Ωστόσο, αποτελούν τούτα ζητήματα, όπως και άλλα, που θα απασχολήσουν το δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας. Το τελευταίο θα προβεί καθηκόντως στην αναγκαία αξιολόγηση του συνόλου της τεθείσας ενώπιων του μαρτυρίας και στοιχείων για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας στην προσπάθειά του να τοποθετηθεί στα ζητήματα που στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής εγείρονται και απασχολούν. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ότι διερευνάται για να κριθεί δικαιολογημένη και αναγκαία η έκδοση ενός διατάγματος, είναι κατά ποσό στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Όπως επισημάνθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2), 2008 1 A.A.Δ. 626, στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Η προβολή άλλωστε της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ των εναγόντων - αιτητών ανικανοποίητη. Είναι γεγονός ότι εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, και M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791). Η πλευρά των εναγόντων - αιτητών προέβαλε τη θέση πως τυχόν μη έγκριση των αιτούμενων θεραπειών, θα έχει σαν αποτέλεσμα την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημίας, μεταξύ άλλων στη φήμη και πελατεία των εναγόντων. Με κάθε σεβασμό η ως άνω εισήγηση εκ μέρους των αιτητών παρέμεινε γενική και αόριστη αναφορά. Δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να ενισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση την ως άνω θέση. Σημειώνεται ότι ο παραλήπτης/διαχειριστής δεν έχει αναστείλει τη λειτουργία της επιχείρησης. Ούτε υπάρχει ισχυρισμός ότι κατέστησε την τελευταία, καθ' οιονδήποτε τρόπο, αναξιόπιστη λειτουργικά και επιχειρησιακά. Τυχόν δρομολόγηση δε από την πλευρά του διαδικασιών εκποίησης ακινήτου, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά η προσπάθεια υλοποίησης αυτού που οι ίδιοι οι ενάγοντες εδώ και αρκετά χρόνια, διαδηλώνουν ότι προσπαθούν να πράξουν. Είναι άλλωστε σημαντικό να σημειωθεί ότι οι παραλήπτες/ διαχειριστές, δεν μπορούν να ενεργούν αυθαίρετα, ενώ ως υπεδείχθη στην υπόθεση Τάκης Νικολάου ν. Δημήτρη Μανναρή, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης - Διαχειριστής της εταιρείας PRIAMOS HOTELS LTD, ECLI:CY:AD:2015:D505, Πολ. Έφ. 226/2010, ημερομηνίας 10.07.2015, με παραπομπή σε σχετική Αγγλική νομολογία, με τον διορισμό τους δεν υπάρχει κίνδυνος σπατάλης ή διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Ακόμα όμως και αν κάποιος υιοθετούσε την ως άνω θέση για το ενδεχόμενο πρόκλησης αυτού του είδους της ζημίας στους ενάγοντες, τίποτε δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ικανό να πείσει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα ήταν δυνατό αυτή να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα είναι δυνατός και ευχερείς ο υπολογισμός της. Τα μεγέθη, οι παράγοντες και τα στοιχεία που απαιτούνται προς τούτο, στην περίπτωση πάντα που πραγματικά υπάρχουν, παραμένουν μετρήσιμα και δυνάμενα να καθοριστούν, επιτρέποντας, αν τούτο τελικά χρειαστεί, τον δίκαιο υπολογισμό σχετικών αποζημιώσεων. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά των αιτητών σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα των καθ' ων η αίτηση και την τυχόν αδυναμία τους να αποζημιώσουν τους ενάγοντες σε περίπτωση που κληθούν προς τούτο, δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση της θέσης πως η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει στους ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση. Επί του ζητήματος, παρεμβάλλεται ότι ουσιαστικά παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση η θέση της πλευράς των εναγομένων για την «μεγάλη οικονομική επιφάνεια» που διατηρεί η εναγομένη αρ.1 τράπεζα και τη δυνατότητα της να καλύψει οποιεσδήποτε ζημιές των εναγόντων τυχόν ήθελε επιδικαστούν εναντίον της, ως επίσης το γεγονός ότι για το ίδιο ζήτημα, προκρίνεται από την πλευρά του εναγόμενου αρ.2 η επαγγελματική ασφάλεια που εκ του νόμου διατηρεί ως αδειοδοτημένος παραλήπτης/διαχειριστής, ύψους €500.000,00. Συνεκτιμώντας όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου για το ζήτημα αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες - αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ειδικότερα ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εάν επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένη την κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα, παρέλκει η αναγκαιότητα να απασχολήσει το δικαστήριο το ευρύτερο ζήτημα αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν όλα ή κάποια τουλάχιστον από τα αιτούμενα διατάγματα. Παρά την ως άνω κατάληξη η οποία σφραγίζει την τύχη της αίτησης, θα μπορούσε εκ του περισσού έστω να σημειωθεί, ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν φαίνεται ότι θα μπορούσε να κλίνει υπέρ της πλευράς των αιτητών. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788, υπεδείχθη ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει ουσιαστικά το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφασή του ήταν λανθασμένη. Μεταφέρεται προς τούτο στην εν λόγο απόφαση, αυτούσιος ο λόγος του Δικαστή Huffman στην υπόθεση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670. Όπως το έθεσε ο ως άνω Άγγλος δικαστής (σε μετάφραση): «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή» Πέραν του γεγονότος ότι η παρέμβαση του δικαστηρίου στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προέρχονται και δημιουργούνται από Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης, ενός καλά αναγνωρισμένου «θεσμού» και «εργαλείου» στα πλαίσια του χρηματοπιστωτικού, τραπεζικού και ευρύτερα οικονομικού γίγνεσθαι και εμπορικού επιχειρείν θα πρέπει να γίνεται με ανάλογη προσοχή και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που κρίνεται επιβεβλημένο από το δικαστήριο, στην υπό συζήτηση περίπτωση έχει διαφανεί πως οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν οι ενάγοντες - αιτητές από τον διορισμό του παραλήπτη/διαχειριστή, μπορεί να είναι θεραπεύσιμη με την καταβολή αποζημιώσεων από την πλευρά αξιόχρεων και φερέγγυων εναγομένων. Στη βάση άλλωστε όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, καθ' όλα δίκαιο και πρόσφορο είναι να αφεθεί ο εναγόμενος αρ.2 παραλήπτης/διαχειριστής να εκτελέσει τα καθήκοντα του, λαμβάνοντας τα μέτρα που ο ίδιος θεωρεί αναγκαία και σκόπιμα προς όφελος και εξυπηρέτηση - ως έχει υποχρέωση - όχι μόνο της εναγομένης αρ.1 τράπεζας η οποία τον διόρισε αλλά και του συνόλου των πιστωτών της ενάγουσας αρ.1 εταιρείας και της ίδιας της εταιρείας. Καθ' όλα σχετικό με τα πιο πάνω κρίνεται ότι είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Τάκης Νικολάου ν. Δημήτρη Μανναρή, υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης - Διαχειριστής της εταιρείας PRIAMOS HOTELS LTD, (ανωτέρω): «Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η έφεση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, αλλά δεν θα ΄ταν χωρίς σημασία να επισημανθεί ότι όπου επιδιώκεται η παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας που τελεί υπό διαχείριση δεν πρέπει να παρεμβάλλονται (από το Δικαστήριο) ανεπίτρεπτα εμπόδια στο έργο του Παραλήπτη/ Διαχειριστή, ανεξάρτητα αν αυτός αντιπροσωπεύει την εταιρεία ή τον ομολογιούχο που τον διόρισε. Παραπέμπουμε σχετικά στην υπόθεση Capital Cameras Ltd v. Harold Lines and others (National Westminster Bank plc Intervening) [1991] 3 All E.R. 389 όπου παρατηρήθηκε ότι μετά το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή δεν υπάρχει κίνδυνος σπατάλης ή διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εμποδίζεται ο διαχειριστής να χειρίζεται αυτά τα στοιχεία σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου και όπως αυτός κρίνει κατάλληλα. » Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Συνακόλουθα, η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη με έξοδα προς όφελος των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο