ANTEY TRANS CO. LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2383/18, 22/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A559 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2383/18 Μεταξύ:
- ANTEY TRANS CO. LTD, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
- CHASTON TRADING LIMITED, από την Κύπρο Εναγουσών και ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 27.8.18 εκ μέρους των Εναγουσών για Έκδοση Διαταγμάτων Τύπου Norwich Pharmacal κλπ. Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες-Ενάγουσες: κα Α. Νικολάου για Ν. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγομένη: κα Χρ. Ππεκρή για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η τραγουδίστρια κα XXXXX Aguilera έναντι αμοιβής $1,3 εκατομμυρίων Η.Π.Α., και ο τραγουδιστής κ. XXXXX Derulo έναντι πολύ χαμηλότερης αμοιβής ύψους $305.000 Η.Π.Α. τραγούδησαν σε φαντασμαγορική (όπως οι ίδιες οι Ενάγουσες την αποκαλούν) γαμήλια δεξίωση, που έλαβε χώρα στη Νήσο Κύπρο, το Σεπτέμβριο του
- Σύμφωνα πάντα με την προσαχθείσα μαρτυρία, ο γάμος αφορούσε σε μέλος της οικογένειας των τελικών δικαιούχων των Εναγουσών Εταιρειών. Η Ενάγουσα 2, Κυπριακή Εταιρεία, θυγατρική της Ενάγουσας 1, ελάμβανε ποσά από την Ενάγουσα 1, τα οποία κατέβαλλε για την αμοιβή των πιο πάνω τραγουδιστών και γενικότερα για την οργάνωση της πιο πάνω φαντασμαγορικής γαμήλιας τελετής. Ως ήταν αναμενόμενο, υπήρχαν και άλλα σημαντικά έξοδα αφού για τις προετοιμασίες της πιο πάνω τελετής, η Ενάγουσα 2 αγόρασε, ανάμεσα σε άλλα, εξοπλισμό αξίας €400.000, ο οποίος σήμερα βρίσκεται αποθηκευμένος σε χώρο που μισθώνεται από την Εταιρεία Lifeberry Ltd. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι μετοχές της Ενάγουσας 2 ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα του κ. XXXXX Meshkov ("Meshkov") ως καταπιστευματοδόχου της Ενάγουσας
- Ο κ. Meshkov από την 1.5.16 - 30.4.18 υπήρξε ο μοναδικός Διευθυντής της Ενάγουσας
- Περαιτέρω, κατείχε πληρεξούσιο έγγραφο από την Ενάγουσα 1 για να ενεργεί για λογαριασμό της διάφορες πληρωμές. Για το σκοπό αυτό είχε διαδικτυακή πρόσβαση σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η τελευταία στην Raiffeisen Bank. Μετά την αποχώρησή του από την εν λόγω θέση, οι Ενάγουσες προέβηκαν σε έλεγχο των λογαριασμών και των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν, όπου διαπίστωσαν διάφορες ατασθαλίες και αδικοπραξίες, ως λεπτομερώς περιγράφονται στην προσαχθείσα μαρτυρία. Είναι η θέση τους ότι ο κ. Meshkov υπήρξε ο ιθύνων νους των εις βάρος τους κατ΄ ισχυρισμόν απατηλών και δόλιων ενεργειών, αφού προέβαινε σε πληρωμές μέσω τραπεζικών λογαριασμών Εταιρειών, τις οποίες ο ίδιος ήλεγχε άμεσα ή έμμεσα. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, οι Ενάγουσες καταχώρισαν στις 27.8.18, Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, με το οποίο αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη όπως εντός δέκα
(10)ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος: 1. Ετοιμάσει, καταχωρήσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων Ένορκη Δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο της Εναγομένης, η οποία θα: (
- i)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων, τα οποία παρουσιάσθηκαν στην Εναγόμενη ότι ήταν και/η είναι και/η παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη μέχρι σήμερα ότι είναι οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των μετοχών της (
- i)CAA ENTERPRISES LTD και (
- ii)της BELMEN LIMITED. (
- ii)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει τα έγγραφα που παρουσιάσθηκαν και/ή καταχωρήθηκαν ή παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού και/ή τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούντο και/ή διατηρούνται από την CAA ENTERPRISES LTD και Belmen Limited με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων -(αλλά χωρίς περιορισμό)- αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), πληρεξουσίων έγγραφων (power of attorneys), αποφάσεων (resolutions) διευθυντών ή μετοχών της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED και οποιωνδήποτε άλλων εντύπων, αιτήσεων ή εγγράφων τα οποία καταχωρήθηκαν και/ή υπογράφηκαν και/ή παρουσιάσθηκαν και/ή ζητήθηκαν και/ή κατατέθηκαν στην Εναγόμενη για σκοπούς ανοίγματος των τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών και εγγράφων που συλλέχθηκαν ή διατηρήθηκαν από την Εναγόμενη στα πλαίσια της διαδικασίας που υιοθετήθηκε από την Εναγόμενη προς συμμόρφωση της Πολιτικής ή του καθήκοντος KYC (Know Your Client) (Να γνωρίζεις τον Πελάτη σου). (iii) Αποκαλύπτει και αναφέρει τις πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED, που διατηρούντο και/η διατηρούνται με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών της ταυτότητας και διεύθυνσης των προσώπων που υπογράφουν (signatories) και/ή διαχειρίζονται τους εν λόγω λογαριασμούς. (
- iv)Αποκαλύπτει και αναφέρει όλες τις μεταφορές και/ή πιστώσεις ή χρεώσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ή έγιναν για κάθε λογαριασμό που καλύπτεται από την υποπαράγραφο Α
(1)(iii) ανωτέρω από το άνοιγμα αυτών μέχρι σήμερα, καθώς επίσης και τα δικαιολογητικά έγγραφα που παρουσιάστηκαν από την CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED για να δικαιολογήσει ή υποστηρίξει τέτοιες χρεώσεις ή πιστώσεις ή μεταφορές και/ή πληρωμές εκτός των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό), συμβάσεων, τιμολογίων, προτιμολογίων, επιστολών, πληρεξουσίων, γραπτών οδηγιών και οποιουδήποτε άλλου σχετικού εγγράφου. (ν) Αποκαλύπτει και αναφέρει για κάθε πληρωμή ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις που έγιναν ή πραγματοποιήθηκαν από την Εναγόμενη από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED που διατηρούντο και/ή που διατηρούνται με την Εναγόμενη, όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη για να υποστηρίξει και/ή δικαιολογήσει τις σχετικές πληρωμές ή συναλλαγές ή μεταφορές ή χρεώσεις ή πιστώσεις συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό με κανένα τρόπο) των γραπτών οδηγιών που δόθηκαν στην Εναγόμενη για να διεκπεραιώσει ή υλοποιήσει τέτοιες πληρωμές ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις και/ή τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που έδωσαν ή απέστειλαν τέτοιες γραπτές οδηγίες, ως επίσης και τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που υπέγραψαν τέτοιες οδηγίες ή έγγραφα εκ μέρους της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED. 2. Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Εναγόμενης που αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο Α
(1)(
- i)έως (ν) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων (χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό) αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εταιρικών εγγράφων, αποφάσεων (resolutions) διευθυντών, αποφάσεων (resolutions) μετόχων, αιτήσεων, εντύπων, συμφωνιών, γραπτών οδηγιών, τιμολογίων, προτιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που είναι στην κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη της Εναγόμενης, σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στις παραγράφους Α(
- ii)και (iii) ανωτέρω, ως επίσης και τις πιστώσεις ή χρεώσεις ή μεταφορές ή πληρωμές που αναφέρονται στην παράγραφο A
(1)(iv) και (ν) ανωτέρω. B. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή επιτρέπει στους Ενάγοντες να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο που θα αποκαλυφθεί και παραδοθεί στους Ενάγοντες και/ή στους Δικηγόρους αυτών από την Εναγόμενη, δυνάμει του διατάγματος της παραγράφου Α ανωτέρω, προς υποστήριξη αγωγής ή αγωγών που θα εγερθούν στην Κύπρο ή και στην αλλοδαπή εναντίον της CAA ENTERPRISES LTD και/ή BELMEN LIMITED και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Γ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγίες ήθελε θεωρήσει ορθό και πρέπον να εκδώσει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Την ίδια ημέρα καταχώρισαν και Μονομερή Αίτηση (την υπό εκδίκαση), με την οποία αξιώνουν τα ακόλουθα διατάγματα: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη όπως εντός δέκα
(10)ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος: 1. Ετοιμάσει, καταχωρήσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων Ένορκη Δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο της Εναγομένης, η οποία θα: (
- i)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων, τα οποία παρουσιάσθηκαν στην Εναγόμενη ότι ήταν και/η είναι και/η παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη μέχρι σήμερα ότι είναι οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των μετοχών της (
- i)CAA ENTERPRISES LTD και (
- ii)της BELMEN LIMITED. (
- ii)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει τα έγγραφα που παρουσιάσθηκαν και/ή καταχωρήθηκαν ή παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού και/ή τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούντο και/ή διατηρούνται από την CAA ENTERPRISES LTD και Belmen Limited με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων -(αλλά χωρίς περιορισμό)- αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), πληρεξουσίων έγγραφων (power of attorneys), αποφάσεων (resolutions) διευθυντών ή μετοχών της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED και οποιωνδήποτε άλλων εντύπων, αιτήσεων ή εγγράφων τα οποία καταχωρήθηκαν και/ή υπογράφηκαν και/ή παρουσιάσθηκαν και/ή ζητήθηκαν και/ή κατατέθηκαν στην Εναγόμενη για σκοπούς ανοίγματος των τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών και εγγράφων που συλλέχθηκαν ή διατηρήθηκαν από την Εναγόμενη στα πλαίσια της διαδικασίας που υιοθετήθηκε από την Εναγόμενη προς συμμόρφωση της Πολιτικής ή του καθήκοντος KYC (Know Your Client) (Να γνωρίζεις τον Πελάτη σου). (iii) Αποκαλύπτει και αναφέρει τις πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED, που διατηρούντο και/η διατηρούνται με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών της ταυτότητας και διεύθυνσης των προσώπων που υπογράφουν (signatories) και/ή διαχειρίζονται τους εν λόγω λογαριασμούς. (
- iv)Αποκαλύπτει και αναφέρει όλες τις μεταφορές και/ή πιστώσεις ή χρεώσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ή έγιναν για κάθε λογαριασμό που καλύπτεται από την υποπαράγραφο Α
(1)(iii) ανωτέρω από το άνοιγμα αυτών μέχρι σήμερα, καθώς επίσης και τα δικαιολογητικά έγγραφα που παρουσιάστηκαν από την CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED για να δικαιολογήσει ή υποστηρίξει τέτοιες χρεώσεις ή πιστώσεις ή μεταφορές και/ή πληρωμές εκτός των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό), συμβάσεων, τιμολογίων, προτιμολογίων, επιστολών, πληρεξουσίων, γραπτών οδηγιών και οποιουδήποτε άλλου σχετικού εγγράφου. (ν) Αποκαλύπτει και αναφέρει για κάθε πληρωμή ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις που έγιναν ή πραγματοποιήθηκαν από την Εναγόμενη από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED που διατηρούντο και/ή που διατηρούνται με την Εναγόμενη, όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη για να υποστηρίξει και/ή δικαιολογήσει τις σχετικές πληρωμές ή συναλλαγές ή μεταφορές ή χρεώσεις ή πιστώσεις συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό με κανένα τρόπο) των γραπτών οδηγιών που δόθηκαν στην Εναγόμενη για να διεκπεραιώσει ή υλοποιήσει τέτοιες πληρωμές ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις και/ή τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που έδωσαν ή απέστειλαν τέτοιες γραπτές οδηγίες, ως επίσης και τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που υπέγραψαν τέτοιες οδηγίες ή έγγραφα εκ μέρους της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED. 2. Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Εναγόμενης που αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο Α
(1)(
- i)έως (ν) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων (χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό) αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εταιρικών εγγράφων, αποφάσεων (resolutions) διευθυντών, αποφάσεων (resolutions) μετόχων, αιτήσεων, εντύπων, συμφωνιών, γραπτών οδηγιών, τιμολογίων, προτιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που είναι στην κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη της Εναγόμενης, σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στις παραγράφους Α(
- ii)και (iii) ανωτέρω, ως επίσης και τις πιστώσεις ή χρεώσεις ή μεταφορές ή πληρωμές που αναφέρονται στην παράγραφο A
(1)(iv) και (ν) ανωτέρω. B. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή επιτρέπει στους Ενάγοντες να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο που θα αποκαλυφθεί και παραδοθεί στους Ενάγοντες και/ή στους Δικηγόρους αυτών από την Εναγόμενη, δυνάμει του διατάγματος της παραγράφου Α ανωτέρω, προς υποστήριξη αγωγής ή αγωγών που θα εγερθούν στην Κύπρο ή και στην αλλοδαπή εναντίον της CAA ENTERPRISES LTD και/ή BELMEN LIMITED και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Γ. Ενδιάμεσο διάταγμα (Gagging order) το οποίο θα απαγορεύει και εμποδίζει την Εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους της να ειδοποιήσουν ή ενημερώσουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης (αλλά χωρίς περιορισμό) της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED ή τους αξιωματούχους και/ή τους μετόχους και/ή τους δικαιούχους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτών, συμπεριλαμβανομένου και του παροχέα υπηρεσιών (SERVICE PROVIDER) της CAA ENTERPRISES LTD και BELMEN LIMITED σχετικά με την έναρξη της παρούσας αγωγής και/ή διαδικασιών με τον ως άνω τίτλο και αριθμό, μέχρι την αποκάλυψη και παράδοση των εγγράφων και πληροφοριών, που καλύπτονται από την παράγραφο Α ανωτέρω, από την Εναγομένη στους Ενάγοντες και/ή στους δικηγόρους αυτών και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της ακρόασης της παρούσας αγωγής. Δ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγίες ήθελε θεωρήσει ορθό και πρέπον να εκδώσει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Ε. Νομίμους Τόκους. Στ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η Νομική Βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 - Θ.Θ. 1, 2, 3, 8 και 9, στα Άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στα Άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στο Κοινοδίκαιο και στις αρχές της επιείκειας, στις νομικές αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου NORWICH PHARMACAL, και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Περσεφόνης Ιωάννου, δικηγόρου, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη εκ μέρους των Εναγουσών για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Παραθέτει επίσης τους λόγους για τους οποίους προβαίνει η ίδια στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Αδελφός Δικαστής, ενώπιον του οποίου είχε τεθεί η Μονομερής Αίτηση, εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα με συγκεκριμένους όρους. Αυτά επεδόθηκαν στην Εναγομένη, η οποία καταχώρισε στις 20.9.18 Ένσταση, η οποία βασίζεται σε 13 λόγους τους οποίους παραθέτω: «1. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας δια έκδοση του σχετικού διατάγματος αναφορικά με λογαριασμούς και/ή στοιχεία και/ή πληροφορίες που αφορούν και/ή που δόθηκαν από τρίτα πρόσωπα, χωρίς την συγκατάθεσή τους. 2. Η αγωγή και/ή η παρούσα αίτηση δεν επιδόθηκε και/ή τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν έχουν καμία ενημέρωση για την καταχώρηση της παρούσης, ούτως ώστε να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να τοποθετηθούν. 3. Οι αιτητές δεν προσδιορίζουν καθόλου λόγους και/ή επαρκείς λόγους για τους οποίους τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν. 4. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά στην ολότητα τους και καλύπτουν ένα πολύ ευρύ φάσμα οδηγιών και/ή ενδεχόμενων πληροφοριών και/ή κινήσεων των διαφόρων διατηρουμένων με την εναγομένη τραπεζικών λογαριασμών των τρίτων αυτών προσώπων και/ή εταιρειών, για ακαθόριστη χρονική περίοδο, καθιστώντας την συμμόρφωση των εναγομένων σχεδόν αδύνατη. 5. Οι καθ'ων η αίτηση δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο, και η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66
(1)/97 (Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου).
- Τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από τους ενάγοντες/αιτητές, ιδιαίτερα επειδή επεκτείνονται και αφορούν όλους τους ενδεχομένους διατηρουμένων με τους εναγόμενους λογαριασμούς των τρίτων αυτών προσώπων και όλες τις πιθανές οδηγίες που δόθηκαν για την λειτουργία αυτών για μεγάλη χρονική περίοδο, ήτοι από το άνοιγμα τους μέχρι και σήμερα, από οποιοδήποτε πρόσωπο και/ή συμφωνίες και/ή διευθετήσεις που αφορούν τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία. Επιπλέον είναι γενικά και αόριστα.
- Η αίτηση των εναγόντων/αιτητών είναι πρόωρη. Έχει καταχωρηθεί πριν από την καταχώρηση των δικογράφων και πριν την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, δηλαδή πολύ πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων.
- Η αίτηση ως είναι διαμορφωμένη, με την μορφή και το περιεχόμενο που έχει ζητηθεί δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο. Τουναντίον η σχετική αίτηση από τους ενάγοντες/αιτητές έχει καταχωρηθεί με ουσιαστικό σκοπό την υποβοήθηση των εναγόντων στην προώθηση της υπόθεσης τους, και δεν καταδεικνύεται γιατί είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο.
- Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση τόσο νωρίς στη διαδικασία και δη πριν την καταχώρηση των εγγράφων προτάσεων.
- Οι Εναγόμενοι/ Καθ' ών η αίτηση μπορεί να φανούν υπόλογοι και/ή να υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των από τυχόν τρίτα πρόσωπα εάν προχωρήσουν στην αποκάλυψη των εν λόγω στοιχείων χωρίς σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου.
- Τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και είναι καταπιεστικά στους εναγομένους τόσον λόγω του περιεχομένου των, συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας των όσο και λόγω του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σε αυτό, ήτοι δέκα ημερών.
- Τα αιτούμενα διατάγματα όπως είναι διαμορφωμένα είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των εναγόντων όπως εμφαίνονται στο οπισθογραφημένο κλητήριον ένταλμα κι΄ επομένως τυχόν διάγνωσή τους θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.». Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κωνσταντίνου, ο οποίος δηλώνει ότι βρίσκεται στην Υπηρεσία της Εναγομένης και ότι κατέχει τη θέση του Branch Manager. Δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά με την ένορκη του δήλωση υιοθετεί τους λόγους Ένστασης. Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της Αίτησης, της Ένστασης και του μαρτυρικού υλικού (συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων). Το ίδιο ισχύει και για τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι οποίοι παρέπεμψαν και σε Νομολογία. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Επειδή η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, θεωρώ σκόπιμο στο παρόν στάδιο, να παραπέμψω στην υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Οι Ενάγουσες θεωρούν ότι είναι αναγκαίο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για τους ακόλουθους λόγους (παράγραφος 16 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση): «Εξ όσων πληροφορούμαι, πιστεύω και ως εμφαίνεται από όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, η Εναγόμενη, έστω και αθώα, έχει αναμειχθεί στις γενόμενες αδικοπραξίες που έχουν διαπραχθεί σε βάρος των Εναγουσών από τον πρώην μοναδικό διευθυντή και καταπιστευματοδόχο - μέτοχο της Ενάγουσας 2 και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Ενάγουσας 1 Meshkov και από τις εταιρείες CAA Enterprises Ltd και Belmen Limited στους λογαριασμούς των οποίων που διατηρούν ή διατηρούσαν στην Εναγομένη, είχαν μεταφερθεί τα υπεξαιρεθέντα χρήματα των Εναγουσών. Ως εκ τούτου είναι υπόχρεη η Εναγόμενη, βάσει των αρχών της επιείκειας, να βοηθήσει τις Ενάγουσες με την αποκάλυψη όλων των εγγράφων και πληροφοριών που κατέχουν αναφορικά με τα θέματα που καλύπτονται από την Αίτηση των Εναγουσών για να δικογραφήσουν οποιαδήποτε αγωγή εναντίον των αδικοπραγήσαντων που θα εντοπίσουν, να ιχνηλατήσουν τα αποξενωθέντα περιουσιακά στοιχεία και κατ΄ επέκταση να είναι σε θέση να αποδείξουν τις απαιτήσεις τους κλπ.». Σε σχέση με τη χορήγηση της θεραπείας Gagging Order αναφέρουν τα ακόλουθα στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης: «Συνεπεία της φύσεως της απαίτησης των Εναγουσών για ιχνηλάτηση (TRACING) περιουσιακών στοιχείων που έχουν δόλια αποξενωθεί, και της ταυτότητας των τελικών δικαιούχων των εταιρειών CAA Enterprises Ltd και Belmen Limited που παράνομα και δόλια έλαβαν τα λεφτά των Εναγουσών ευσεβάστως υποβάλλω ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος φίμωσης (GAGGING ORDER) ως η αίτηση των Εναγουσών για να προστατευθεί η προσπάθεια των Εναγουσών να ιχνηλατήσουν, διαφορετικά αυτή η προσπάθεια θα καταστεί άνευ αντικειμένου.» Για τη φύση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, θα αρκεστώ να παραπέμψω στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Avila Management Services κ.ά ν. Stepanek κ.ά
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Στις σελίδες 1415-1417 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης ότι η Εναγομένη δεσμεύεται από το τραπεζικό απόρρητο και/ή από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης, και ο οποίος κρίνεται αβάσιμος, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην απόφαση του κ. Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε, που εκδόθηκε στις 21.3.11, στην Αγωγή 10046/10, μεταξύ REXEL LUXEMBOURG S.A. ν. 1. SEPI S.A.R.L. 2. ALPHA BANK CYPRUS LTD. Στις σελίδες 9 - 13 της απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Διατάγματα λοιπόν της εξεταζόμενης φύσεως είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, το οποίο όπως έγινε εισήγηση απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η)--- Η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Υιοθετώντας επί του προκειμένου τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητών παρατηρώ αφενός μεν ότι δυνάμει του άρθρου 29
(1)η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ιδίο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα και αφετέρου δεν ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό, αλλά για τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω απ' αυτό και κατά την άποψη μου υπό τα περιστατικά της υπόθεσης τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων η αιτήτρια ισχυρίζεται -εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη (βλ. Tournier v. National Privincial and Union Bank of England
(1923)All E.R.550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294:- "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacol case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. Ο 'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary...". Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η θέση της τράπεζας ότι δεν μπορεί να δώσει τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη της δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών της αιτήτριας προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι (η αιτήτρια) έχει δικαίωμα να αναζητήσει το προϊόν της αδικοπραξίας που έγινε σε βάρος της χωρίς η τράπεζα να χρειάζεται τη συγκατάθεση του πελάτη της για να της δώσει τις πληροφορίες που ζητά. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- "The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Beige Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank · see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B.396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it".» Στην Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω), τονίστηκε για άλλη μια φορά ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη ή πελάτη-παροχέα υπηρεσιών. Σε σχέση με τους λόγους Ένστασης ότι τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και είναι καταπιεστικά στους Εναγομένους, και ότι αυτά είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις στην Αγωγή, θα αρκεστώ να παραπέμψω και πάλι στην υπόθεση Rexel (πιο πάνω) όπου στις σελίδες 18 και 19 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Πράγματι έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή (βλ. Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο ωστόσο δεν ταυτίζεται και με απαγόρευση (βλ. Κώστα ν. Χ"Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169) και έχω την άποψη ότι η φύση του αιτούμενου διατάγματος είναι τέτοια που το γενικά «ανεπιθύμητο» δεν έχει θέση στην παρούσα περίπτωση. Αντίθετα, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν ότι η αιτήτρια έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία ότι έπεσε θύμα σοβαρής απάτης και αφετέρου χωρίς τις πληροφορίες που ζητά δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των προσώπων που όπως φαίνεται την εξαπάτησαν, το «ανεπιθύμητο» μετατρέπεται υπό τα περιστατικά της υπόθεσης σε «επιθυμητό» και αναγκαίο. Έπεται ότι η σχετική θέση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όπως δεν ευσταθεί και η άλλη θέση, ότι δηλαδή η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει στην Τράπεζα αδικία και οι 5 ημέρες που προβλέπει το αιτητικό για αποκάλυψη είναι λίγες. Το τι αδικία θα της προκαλέσει η έκδοση του διατάγματος δεν το έχω αντιληφθεί και σε σχέση με το χρόνο μέσα στον οποίο ζητείται η αποκάλυψη είναι αρκετό να παρατηρήσω ότι αν οι 5 ημέρες γίνουν από το Δικαστήριο 10 τότε η ισχυριζόμενη «καταπίεση» θα παύσει εν πάση περιπτώσει να υφίσταται.» Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης ότι η Αίτηση είναι πρόωρη, επειδή έχει καταχωριστεί πριν από την συμπλήρωση των δικογράφων, θα πω μόνο πως σε τέτοιες περιπτώσεις οι Ενάγοντες οφείλουν να προσφεύγουν στα Δικαστήρια χωρίς καθυστέρηση, αφού η καθυστέρηση ενδεχομένως να μην τους επιτρέψει να εξασφαλίσουν τέτοιες θεραπείες (Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 577). Ως εκ τούτου, ο πιο πάνω λόγος Ένστασης επίσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Στην παρούσα υπόθεση, οι τρεις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, 518, ικανοποιούνται αφού έχει καταδειχθεί (α) η διάπραξη ή τουλάχιστον η εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξιών εις βάρος των Εναγουσών - Αιτητριών, (β) ότι οι Αιτήτριες χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες για να είναι σε θέση να προωθήσουν τα συμφέροντά τους που πηγάζουν από τις κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραξίες και (γ) η Εναγόμενη - Τράπεζα μπορεί ή ενδεχομένως να μπορεί να προμηθεύσει τις Αιτήτριες με τις πληροφορίες που αξιώνονται αφού φέρεται να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει τις εν λόγω αδικοπραξίες. Περαιτέρω, ικανοποιούνται και οι τρείς προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αφού με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία οι Ενάγουσες έχουν καταδείξει (α) συζητήσιμη υπόθεση, που αφορά σε κατ΄ ισχυρισμόν εις βάρος τους αδικοπραξίες με αποτέλεσμα να τους αποσπάσουν σημαντικά ποσά, (β) ότι έχουν ορατή πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπείες, δηλαδή σε αποζημιώσεις και/ή σε απόφαση για επανάκτηση του προϊόντος των κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραξιών και (γ) ότι οι η Εναγόμενη - Τράπεζα είναι σε θέση ή ενδεχομένως να είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες-λεπτομέρειες, τις οποίες οι Ενάγουσες χρειάζονται για να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον των αδικοπραγούντων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω): «Το πολύπλοκο των συναλλαγών η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε δύσκολα ανιχνεύσιμους μηχανισμούς με δοσοληψίες και μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων σε τρίτες εταιρείες, όπως εδώ στην Κύπρο, με διαφορετικά συστήματα, επιτάσσουν και προβάλλουν την αναγκαιότητα της χρήσης του διατάγματος Norwich ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Κατά συνέπεια βρίσκω πως χωρίς τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως γνωστό, η διακριτική ευχέρεια των Κυπριακών Δικαστηρίων για έκδοση διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εν κατακλείδι, αφού έθεσα ενώπιον μου όλους τους λόγους Ένστασης, βρίσκω ότι αυτοί είναι αβάσιμοι και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πριν καταλήξω στην πιο πάνω απόφαση μου, έκρινα, πέρα από την πλήρωση των γνωστών προϋποθέσεων για έκδοση διαταγμάτων, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι και δίκαιη και πρόσφορη αφού η έκδοσή τους ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας από τη μη έκδοσή τους (Έφεση αρ. 29/14, Απόφαση ημερ. 3.11.16, Μαρία Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου). Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Εδώ, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι Ενάγουσες δεν θα μπορούν ή θα δυσκολευθούν να προωθήσουν τις αξιώσεις τους σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμόν εις βάρος τους αδικοπραξίες. Από την άλλη η έκδοση των διαταγμάτων δεν φαίνεται να προκαλεί ζημιά στην Εναγόμενη Τράπεζα. Όσον αφορά στα έξοδα συμμόρφωσης για τα οποία η Τράπεζα κάνει αναφορά στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, ο αδελφός Δικαστής έχει ήδη κάνει αναφορά όταν εξέδιδε τα διατάγματα. Τα εκδοθέντα διατάγματα καθίστανται απόλυτα. Νοείται ότι οι Ενάγουσες-Αιτήτριες δεν νομιμοποιούνται να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελον αποκαλυφθεί στα πλαίσια των πιο πάνω διαταγμάτων, για σκοπό άλλο από την έναρξη δικαστικών πολιτικών διαδικασιών σε σχέση με τις κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραξίες (δες υπόθεση Z Ltd v. A-Z and AA-LL (C.A)
(1982)1 QB 558 και Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω)). Όσον αφορά στα έξοδα της Αίτησης, αφού έλαβα υπόψη την επιτυχία της Αίτησης αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Τράπεζα έχει καταστεί διάδικος, και αφού βρίσκω ότι δικαιολογημένα καταχώρισε Ένσταση για να αποφύγει τυχόν απαιτήσεις από τους πελάτες της σε περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της, και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο