Γεωργίου κ.α. ν. Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 183/2018, 26/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A571 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 183/2018 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις Αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:
- Γεωργίου
- Γεωργίου Αιτητριών-Εφεσειουσών και Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητων ------------------------- 26 Οκτωβρίου,
- Για τις Αιτήτριες-Εφεσείουσες: κα Παπαδοπούλου για Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους: κα Χριστοδούλου με κα Χαραλάμπους, ασκούμενη δικηγόρο, για Κάκκουρας & Παναγίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση-Έφεσή τους οι Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διατάγματος και/ή Απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει την «Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη» η οποία αποστάληκε και/ή επιδόθηκε στους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες και/ή την «Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη» δυνάμει του Άρθρου 44Γ
(2), Τύπος «ΙΑ» και/ή την Ειδοποίηση Πλειστηριασμού που αποστάληκε και/ή επιδόθηκε στους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες και/ή την Ειδοποίηση που αποστάληκε και/ή επιδόθηκε προς τους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες. Β. Διατάγματος και/ή Απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να παραμερίζει την «Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη» η οποία αποστάληκε και/ή επιδόθηκε στους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες και/ή την «Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη» δυνάμει του Άρθρου 44Γ
(2), Τύπος «ΙΑ» και/ή την Ειδοποίησης Πλειστηριασμού που αποστάληκε και/ή επιδόθηκε στους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες και/ή την Ειδοποίηση που αποστάληκε και/ή επιδόθηκε προς τους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες. Γ. Διατάγματος και/ή Απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει την αποστολή και/ή επίδοση οποιοσδήποτε περαιτέρω ειδοποίησης και/ή και επιστολής από τους ως άνω Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους προς τους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες και/ή σε οιονδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος όπως προβλέπεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο (Ν.9/65)ως αυτός έχει τροποποιηθεί και/ή στους υπό αυτού σχετικούς Κανονισμούς και/ή στον Κανονισμό Κ.Δ.Π. 185/2015 ένεκα της ακυρότητας και/ή παραμερισμού της «Ειδοποίησης προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη» η οποία αποστάληκε και/ή επιδόθηκε στους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες και/ή την «Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη» δυνάμει του Άρθρου 44Γ
(2), Τύπος «ΙΑ» και/ή της Ειδοποίησης που αποστάληκε και/ή επιδόθηκε στους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες. Δ. Διατάγματος και/ή Απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει την διαδικασία που προνοεί την επίδοση της «Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη» δυνάμει του Άρθρου 44Γ
(2), Τύπος «ΙΑ» και/ή της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και/ή την Ειδοποίησης Πλειστηριασμού και/ή την διαδικασία που προνοείται στο Μέρος VIA των Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 εώς του 2015 και/ή την διαδικασία που προνοείται στο Μέρος VIA των Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 εώς του 2015 ένεκα της ακυρότητας και/ή παραμερισμού της «Ειδοποίησης προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη» η οποία αποστάληκε και/ή επιδόθηκε στους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες και/ή της «Ειδοποίησης προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη δυνάμει του Άρθρου 44Γ
(2), Τύπος «ΙΑ» και/ή της Ειδοποίησης που αποστάληκε και/ή επιδόθηκε στους ως άνω Αιτητές-Εφεσείοντες. Ε. Διατάγματος και/ή Aπόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η ημερομηνία εκποίησης και/ή πλειστηριασμού και/ή η ημερομηνία εκποίησης και/ή πλειστηριασμού, ήτοι 28/11/2018, του ενυπόθηκου ακινήτου με Αριθμό Υποθήκης Υ7185/05 και/ή 1/Υ/7185/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας και/ή του ακινήτου με Αριθμό Εγγραφής 5/1001, στον Στρόβολο, στην Λευκωσία η οποία γνωστοποιήθηκε στους Αιτητές-Εφεσείοντες με την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» και/ή την Ειδοποίησης Πλειστηριασμού.» Οι Αιτητές προβαίνουν στο αίτημά τους αυτό, στη βάση των έξι λόγων έφεσης που τίθενται στο σώμα της Αίτησης, ως ακολούθως: «
(1)Δεν μπορούν να συνυπάρξουν η Διαδικασία του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και Δικαστική Απόφαση και/ή Διαιτητική Απόφαση η οποία εγγράφτηκε στο Δικαστήριο η οποία αφορά τα επίδικα δάνεια και/ή λογαριασμούς και/ή τα ίδια γεγονότα και/ή τους ίδιους διαδίκους και/ή τα ενυπόθηκα ακίνητα και/ή επίδικα ακίνητα.
(2)Δεν μπορούν να συνυπάρξουν η Διαδικασία του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και Δικαστική Απόφαση και/ή Διαιτητική Απόφαση η οποία εγγράφτηκε στο Δικαστήριο η οποία διατάττει την πώληση και/ή εκποίηση του επίδικου ενυπόθηκου ακίνητου και/ή όταν έχει εκδοθεί τελεσίδικη Δικαστική Απόφαση με την οποία διατάχθηκε η εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Δεν μπορούν να συνυπάρξουν η Διαδικασία του Μέρους VIA του Ν.9/1965 και Δικαστική Απόφαση και/ή Διαιτητική Απόφαση η οποία εγγράφτηκε στο Δικαστήριο διά τον λόγο ότι το μόνο χρέος που υπάρχει είναι το εξ αποφάσεως χρέος και/ή το εξ αποφάσεως χρέος βάση της Απόφασης και/ή Διατάγματος ημερομηνίας 27/02/2009 στα πλαίσια της Αίτησης υπ΄ αριθμό 35/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
(4)Περιφρόνηση και/ή κατάχρηση Δικαστικής Διαδικασίας και/ή του Σεβαστού Δικαστηρίου λόγω του έχει εκδοθεί η Δικαστική Απόφαση και/ή τελεσίδικη Δικαστική Απόφαση και/ή έχει εγγραφεί Διαιτητική Απόφαση στο Δικαστήριο στην Αίτηση υπ΄ αριθμό 35/2009 η οποία επιδίωκε και/ή επίτυχε ακριβώς τον ίδιο σκοπό, ήτοι την εκποίηση και/ή πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.
(5)Η επιδοθείσα Ειδοποίηση και/ή Ειδοποιήσεις δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις.
(6)Η επιδοθείσα Ειδοποίηση και/ή Ειδοποιήσεις και/ή το Μέρος VIA του Ν.9/1965 και/ή οι πρόνοιες αυτού είναι αντισυνταγματικές και/ή αντίθετες με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή καταστρατηγούν τα δικαιώματα και/ή Συνταγματική δικαιώματα των Αιτητών-Εφεσειόντων.» Ως προς το νομικό της υπόβαθρο, η Αίτηση βασίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65, ως και στις τροποποιήσεις του, στα Άρθρα 27, 37, 44
(1)
(2), 44Α
(4), 44Β
(1)
(2)(2α), 44Γ
(1)
(2)
(3), 44ΙΓ, 44Δ, 44ΙΔ, 51 και στα Μέρη VI και VIA, στον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 και στα Άρθρα 80 και 81 αυτού και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 ως και στις τροποποιήσεις τους, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ1-7, 9 και Δ.55 Θ. 1-4 και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στα Άρθρα 6.1 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στην Νομολογία, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, τη γενική πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως προς το πραγματικό της υπόβαθρο η Αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας 2, ημερομηνίας 29.5.2018, στην οποία, κατά κύριο λόγο, αναφέρεται στους ισχυρισμούς και θέσεις της που αφορούν τους λόγους έφεσης 1 έως
- Πέραν αυτών, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι πιστεύει και ως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν είναι σύμφωνα με τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις, καθώς επίσης ότι η επιδοθείσα ειδοποίηση και γενικότερα το Μέρος VIA του Ν.9/1965 και οι πρόνοιες αυτού είναι αντίθετες με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και καταστρατηγούν τα δικαιώματα των Αιτητριών. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι, ενίστανται στα αιτούμενα διατάγματα στη βάση των πέντε λόγων που αναφέρονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασής τους. Βασίζονται δε, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, στα λεγόμενα του Ανδρέα Ανδρέου, στην ένορκή του δήλωση ημερομηνίας 14.9.2018, με τα οποία υποστηρίζει και αναλύει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεών της κάθε πλευράς. Είχαν δε, την καλοσύνη να θέσουν γραπτώς τις αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων των δύο συνηγόρων. Αρκεί να επισημάνω ότι έχω με προσοχή μελετήσει όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αγορεύσεων, τα οποία άλλωστε απασχολούν το Δικαστήριο στο τι ακολουθεί κατωτέρω, με ειδική αναφορά όπου αυτό απαιτείται. Επισημαίνεται ότι κατά την εκκρεμότητα της παρούσας Αίτησης-Έφεσης δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 87(Ι)/2018, Νόμος Τροποποιητικός του Ν.9/
- Σχετικά με αυτό, η συνήγορος των Αιτητριών προβάλλει τη θέση ότι η αναδρομικότητα που δόθηκε στη νομοθεσία με την προσθήκη προνοιών δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, όπου είχε ξεκινήσει δικαστική διαδικασία. Εις δε την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι υπάρχει αναδρομική ισχύ, αυτή είναι αντισυνταγματική για τους λόγους που εξηγεί στην αγόρευσή της. Ξεκινώντας από τα όσα αφορούν το λόγο έφεσης 5, πουθενά δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί τη θέση ότι η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν είναι σύμφωνα με τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις. Η κατά γενικό τρόπο αναφορά των Αιτητριών, δίχως άλλο, δεν φαίνεται να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Αναλόγως, όσον αφορά τον λόγο έφεσης 6, η γενική και αόριστη αναφορά περί αντισυνταγματικότητας ουδόλως μπορεί να στοιχειοθετήσει κάτι τέτοιο. Άλλωστε, όπως υποδεικνύει η νομολογία, η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος (βλ. σχετικά, μεταξύ άλλων, Μαυρογένης v. Βουλής κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315, 339). Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στην περίπτωσή μας, όπου οι Αιτήτριες περιορίστηκαν στην ως άνω γενική και αόριστη αναφορά, χωρίς οτιδήποτε άλλο που να δίνει έρεισμα στην εν λόγω θέση. Κατά συνέπεια το τι παραμένει είναι η εξέταση των τεσσάρων πρώτων λόγων έφεσης, οι οποίοι ουσιαστικά προωθούν τη θέση ότι το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση λόγω του ότι εκδόθηκε Διαιτητική Απόφαση στις 25.10.2006, η οποία εγγράφηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 27.2.2009. Είναι η θέση των Αιτητριών ότι από τη στιγμή που διατάχθηκε στη Διαιτητική Απόφαση η εκποίηση της επίδικης υποθήκης και το Δικαστήριο ενέγραψε την εν λόγω απόφαση, δεν είναι δυνατόν και είναι καταχρηστικό να προωθείται παράλληλη διαδικασία δυνάμει του Μέρους VIA. Ως είναι τώρα η σχετική νομοθεσία, το θέμα έχει αποσαφηνιστεί και απαντάται στις πρόνοιές της, και συγκεκριμένα στο άρθρο 44Α(4Α), το οποίο προνοεί ότι: «Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.» Επιφύλαξη δε, στο άρθρο 44Α
(3)προνοεί ότι: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι ως άνω πρόνοιες και η αναδρομική ισχύ που επιφέρουν, δεν εφαρμόζονται σε δικαστικές διαδικασίες. Αντιθέτως, το γράμμα της νομοθετικής πρόνοιας είναι σαφές ως προς την αναδρομική ισχύ της τροποποίησης. Αποτέλεσμα αυτού δεν μπορεί να είναι άλλο από το ότι δεν μπορεί να έχει έρεισμα οποισδήποτε από τους εγειρόμενους λόγους έφεσης. Οι Αιτήτριες φυσικά, προβάλλουν τη θέση ότι τέτοια αναδρομική ισχύ καθιστά αντισυνταγματικές τις πρόνοιες του εν λόγω τροποποιητικού νόμου και συνεπώς η παρούσα Αίτηση-Έφεση θα πρέπει να κριθεί στη βάση των προνοιών του Νόμου πριν την τροποποίηση του 2018. Είμαι της άποψης ότι εφαρμογή των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, ως ήταν πριν τη δημοσίευση του ως άνω Νόμου 87
(1)/2018, θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα ως ανωτέρω. Ο ίδιος ο Νόμος ρητώς προβλέπει ότι καμία διάταξη του Μέρους VIA του Νόμου δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή να ακολουθήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προβλέπεται στις διατάξεις του Μέρους VI του Νόμου, αλλά και αντίστροφα. Στην προκειμένη περίπτωση το τι έχει προηγηθεί είναι ουσιαστικά η επιβεβαίωση, μέσω της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης, του οφειλόμενου ποσού. Από εκεί και πέρα η διαδικασία εκποίησης, δυνάμει του Μέρους VIA αφορά απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους και όχι του εξ αποφάσεως χρέους. Του ποσού δηλαδή που η πληρωμή του εξασφαλίζεται με την υποθήκευση συγκεκριμένου ακινήτου. Θα ήταν πραγματικά παράδοξο, να επιτρέπεται μεν η επιδίωξη πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου με τη δρομολόγηση πολιτικής αγωγής και την εξασφάλιση σχετικού διατάγματος δικαστηρίου προς τούτο, παράλληλα με την προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA, αλλά η τυχόν έκδοση τελικά σχετικού διατάγματος εκποίησης στο πλαίσιο αγωγής, να καθιστούσε αυτομάτως καταχρηστική ή μη εφαρμόσιμη την προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA. Γεγονός παραμένει ότι ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος, που στην συγκεκριμένη περίπτωση έχει επιβεβαιωθεί και από την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, εξακολουθεί να οφείλεται κατά τρόπο που επιτρέπει την αξιοποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίησή του. Δεν υφίσταται, στο στάδιο αυτό, οποιαδήποτε παράλληλη διαδικασία που να καθιστά καταχρηστική την προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA. Κατά συνέπεια, ούτε με την νομοθετική κατάσταση ως ίσχυε πριν την τροποποίηση του Νόμου, με τον Νόμο 87
(1)/2018, θα μπορούσε να έχει έρεισμα οποιοσδήποτε από τους λόγους έφεσης. Με αυτό το δεδομένο πλέον, δεν θα ήταν ορθό να εξεταστεί θέμα αντισυνταγματικότητας. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή ότι το δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο, αν τούτο είναι αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένης δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, διαφορετικά, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο ως άνω περιορισμός τίθεται, με δεδομένο ότι τα δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις αλλά επιλύουν διαφορές. Ούτε ασχολούνται με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διάταξης (βλ. Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο» του Π. Δαγτόγλου, σελ. 128). Στην παρούσα Αίτηση-Έφεση, ενασχόληση με θέμα αντισυνταγματικότητας δεν θα επίλυε με οποιονδήποτε τρόπο τη διαφορά. Στη βάση όλων των ανωτέρω, και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα Αίτηση-Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητριών, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο