Νεοφύτου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3046/2014, 12/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A547 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3046/2014 Μεταξύ: XXXXX Νεοφύτου Ενάγοντα και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Laiki Financial Services Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
- XXXXX Βγενόπουλος
- XXXXX Λυσάνδρου
- XXXXX Μπουλούτας
- XXXXX Στυλιανίδης
- XXXXX Κουννής
- XXXXX Θεοχαράκης
- XXXXX Στυλιανού
- XXXXX Λανίτης
- XXXXX Μυλωνάς
- XXXXX Φόρος
- XXXXX Al Ali
- XXXXX Al Jassim
- XXXXX Al Qassim
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
- Pricewaterhouse Coopers Ltd
- Grant Thorton (Cyprus) Ltd
- Omnium Corporate and Trustee Services Ltd Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων 5, 10 και 14 ημερομηνίας 6.6.2016 για ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 26.4.2016 και της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος που έγινε σε αυτούς Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους 10 και 14 - Αιτητές: κ. Θρασυβούλου Για τον Εναγόμενο 5 - Αιτητή: Καμία εμφάνιση Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ Μενελάου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το ιστορικό της υπόθεσης H παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.5.2014 δια Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και με αυτήν ο Ενάγοντας αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες από όλους τους Εναγόμενους: «Α. Διάταγμα ακύρωσης των ομολόγων/Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης κατά ή περί το 2011 ως και παντός σχετιζομένου εγγράφου, απόκτησης των, ως και εξόφλησης, ως επίσης και παντός εγγράφου σχετιζομένου με τις πιο πάνω πράξεις και/ή την μετατροπή των σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) ή/και σε μετοχές και διάταγμα ακύρωσης λόγω απάτης/δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης/ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης και/ή λόγω απειλής/ εκβιασμού/οικονομικής πίεσης κατά ή περί τον Ιούνιο του 2011 και έπειτα . Β. Αποζημιώσεις δια απάτη και/ή δόλιες και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή δια αμελείς παραστάσεις και/ή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή για παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή σχέσης δικαιούχου / εμπιστευματοδόχου και/ή για αμέλεια και/ή συνομωσία και/ή αποζημιώσεις δυνάμει αρχών της επιείκειας (equitable damages) για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων σε σχέση με τα ανωτέρω κατά/ή περί τον Ιούνιο
- Γ. Αποζημιώσεις δια παράβαση προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 μεταξύ άλλων άρθρων 38-46 και/ή των Προνοιών του Νόμου 114(Ι)/2005 Περί Δημοσίας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, των Νόμων και Κανονισμών για το ΧΑΚ και/ή για την Κεφαλαιογορά και/ή δυνάμει σχετικών προνοιών του Νόμου σε σχέση με την έκδοση αξιογράφων/ομολόγων κατά ή περί τον Μάιο του 2011 δυνάμει Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και/ή Πρόσκλησης «Prospectus» και/ή Ενημερωτικού Δελτίου και/ή άλλως πως και εν συνεχεία δυνάμει Ενημερωτικού Δελτίου και/ή Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου κατά ή περί την 19.5.2011 Δ. Αποζημιώσεις δια ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις στο εν λόγω Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και/ή Πρόσκληση και/ή Έκθεση και/ή Ενημερωτικό Δελτίο και/ή δια παραλείψεις αποκάλυψης λεπτομερειών/γεγονότων/υλικού κατά παράβαση σχετικών προνοιών των Νόμων και Κανονισμών. Ε. Επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού στη «Λαϊκή Τράπεζα» Εναγομένη 1 και/ή στους Εναγομένους μετά τόκων προς 7% από ημερομηνίας καταβολής του ποσού ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει. ΣΤ. Αποζημιώσεις διά παραβίαση καθήκοντος (breach of statutory duty) και/ή δια παράλειψη καθήκοντος και ή το αδίκημα της παράνομης ή πλημελούς εκτέλεσης καθήκοντος (nonfeasance, misfeasance) και ή δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος. Ζ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε αποδώσει. Η. Νόμιμο τόκο και έξοδα.» Ως προκύπτει από τον συνημμένο στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα Πίνακα όπου καταγράφονται τα ονόματα των Εναγομένων και οι διευθύνσεις αυτών, η αγωγή στρέφεται εναντίον φυσικών και νομικών προσώπων που διαμένουν και εδρεύουν τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 5, 10 και 14 παρατηρώ ότι με βάση τον υπό αναφορά Πίνακα, αυτοί είναι φυσικά πρόσωπα, με διεύθυνση διαμονής την Ελλάδα. Μετά την καταχώρηση της αγωγής, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 22.1.2015 ο Ενάγοντας εξασφάλισε στις 10.2.2015 άδεια για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας αναφορικά με τους Εναγόμενους 5, 7, 10, 14, 15, 16 και
- Περαιτέρω, με το ίδιο διάταγμα, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διέταξε όπως η επίδοση αναφορικά με τους Εναγόμενους 5, 7, 10 και 14 γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Κανονισμού 1393/2007, ενώ σε σχέση με τους Εναγόμενους 15, 16 και 17 με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και δη μέσω αγγελιοφόρου (courier service). Με αιτήσεις τους ημερομηνίας 6.4.2015, 7.4.2015 και 22.4.2015 οι Εναγόμενοι 5, 7, 10 και 14 αιτήθηκαν την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 10.2.2015 και της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος που έγινε σε αυτούς δυνάμει του εν λόγω διατάγματος. Με αποφάσεις ημερομηνίας 18.11.2015 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπό άλλη σύνθεση) ενέκρινε τις αιτήσεις και παραμέρισε το διάταγμα ημερομηνίας 10.2.2015 όπως και τις επιδόσεις που έγιναν στους Εναγόμενους 5, 7, 10 και
- Ακολούθως, ο Ενάγοντας επανήλθε με νέα μονομερή αίτηση ημερομηνίας 14.4.2016 με την οποία ζητούσε άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων, και στους Εναγόμενους 5, 10 και
- Στις 26.4.2016 το Δικαστήριο εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα (στο εξής το «Διάταγμα»): «ΕΞ ΠΑΡΤΕ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜ. 14.4.16 από ενάγοντα - αιτητή Της αιτήσεως των κ.κ. Χ. Ιωαννίδου & Μ. Μενελάου δικηγόρων εναγόντων - αιτητών, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ, αφού ανέγνωσε την ένορκο ομολογία η οποία κατατέθηκε υπό ή εκ μέρους του ενάγοντα - αιτητή, ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και δίδει άδεια για υποκατάστατο επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η επίδοση σε ότι αφορά τους εναγομένους αρ. 5, 7, 10 και 14 να γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του ΕΚ 1393/
- ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως όσον αφορά τους εναγομένους αρ. 15, 16 και 17 η επίδοση να γίνει σύμφωνα με τους Θεσμούς και δια υποκατάστατης επίδοσης μέσω αγγελιοφόρων (courier service). Τα έγγραφα που θα επιδοθούν στους εναγόμενους 15, 16 και 17 όπως και το παρόν διάταγμα να συνοδευτεί από μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα. Οι Εναγόμενοι είναι ελεύθεροι να καταχωρήσουν εμφάνιση εντός 21 ημερών από την επίδοση. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εάν οι εναγόμενοι παραλείψουν να καταχωρήσουν εμφάνιση, οιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση στην αγωγή θα θεωρείται ως επιδοθείσα εάν αναρτηθεί στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο οχτώ
(8)ημερών. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και επιδικάζει τα έξοδα της αίτησης υπέρων των εναγόντων αιτητών και εναντίον των εναγομένων 5, 7, 10, 14, 15, 16 και 17 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας». Με αίτηση του ημερομηνίας 8.6.2016 ο Εναγόμενος 7 ζήτησε τον παραμερισμό του Διατάγματος και της επίδοσης που έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτού. Με απόφαση του ημερομηνίας 28.2.2017 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (υπό άλλη σύνθεση) διέταξε τον παραμερισμό της επίδοσης στον Εναγόμενο 7 για τους λόγους που επεξηγούνται στην απόφαση. Η παρούσα αίτηση Στις 6.6.2016 οι Εναγόμενοι 5, 10 και 14 καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το Διάταγμα και η επίδοση που έγινε δυνάμει αυτού. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Άννας Παύλου, δικηγόρου που συνεργάζεται με τον κ Νικόλα Θρασυβούλου, δικηγόρο του Εναγομένου 5, η οποία, ως αναφέρει, είναι εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο 5 να προβεί στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση για λογαριασμό του. Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν αναφοράς στην ένορκη δήλωση της κας Παύλου, οι Αιτητές είναι Έλληνες υπήκοοι που διαμένουν και εργάζονται εδώ και πάρα πολλά χρόνια μόνιμα στην Ελλάδα. Εξ' όσων δε έχει πληροφορηθεί από την Θεοδώρα Αναγνωστοπούλου, στις 18.5.2016 παραδόθηκε στην κεντρική γραμματεία της εταιρείας «Marfin Investment Group Ανώνυμος Εταιρεία Συμμετοχών» στη διεύθυνση Λεωφ. Θησέως αρ. 67, Νέα Ερυθραία 14671 Αθήνα, μέσω ταχυμεταφορέα ένας φάκελος απευθυνόμενος προς τους Εναγομένους 5 και 14 ο οποίος όταν ανοίχθηκε περιείχε διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, μεταξύ των οποίων και το Διάταγμα. Στη βάση των όσων επίσης πληροφορείται από τον Εναγόμενο 10, προ ολίγων ημερών παραδόθηκε στην κεντρική γραμματεία της εταιρείας Νικ. Θεοχαράκη Α.Ε, στην διεύθυνση Λεωφ. Αθηνών 169, 104 47 Αθήνα, μέσω ταχυμεταφορέα ένας φάκελος απευθυνόμενος προς τον Εναγόμενο 10 ο οποίος όταν ανοίχθηκε περιείχε διάφορα έγγραφα που επίσης σχετίζονται με την παρούσα αγωγή, συμπεριλαμβανομένου και του Διατάγματος. Αποτελεί θέση των Εναγομένων 5, 10 και 14 ότι το Διάταγμα και/ή επίδοση που πραγματοποιήθηκε δυνάμει αυτού θα πρέπει να παραμεριστούν και/ή ακυρωθούν για τους λόγους που καταγράφονται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της κας Παύλου και συνοψίζονται ως εξής:
- To Διάταγμα είναι αντικανονικό και/ή παράτυπο και/ή εξ υπαρχής άκυρο καθώς δεν καθορίζει την διεύθυνση στην οποία θα έπρεπε να διενεργηθεί η επίδοση στο εξωτερικό. Περαιτέρω, από τη στιγμή που στο Kλητήριο Ένταλμα γίνεται αναφορά σε διεύθυνση των Εναγομένων 5, 10 και 14 στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην Λευκωσία, ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να ζητήσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και όφειλε να αναμένει τους Αιτητές να επιστρέψουν στην Κύπρο προκειμένου να γίνει η επίδοση. Στην ίδια βάση, οι Αιτητές προβάλλουν ότι στα πλαίσια της αίτησης του ημερομηνίας 14.4.2016 ο Ενάγοντας όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν εκ μέρους του για διενέργεια επίδοσης στους Αιτητές στην εν λόγω διεύθυνση για να μπορεί να αιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ενώ δεν έχει πράξει κάτι τέτοιο.
- Δεν ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις και δεν υπήρχε το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο για την έκδοση του Διατάγματος, ενώ στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 14.4.2016 ο Ενάγοντας κακόπιστα και/ή εσκεμμένα και/ή άλλως πως απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες και δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση του να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faith) αφού απέκρυψε από το Δικαστήριο και/ή δεν υπέδειξε σε αυτό ότι κατά την εν λόγω περίοδο οι Εναγόμενοι 5, 10 και 14 ήταν μη Εκτελεστικά Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1 και ότι δεν συμμετείχαν στην Εκτελεστική Επιτροπή του Ομίλου των Εναγομένων
- Η επίδοση του Διατάγματος η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service) δεν προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 αλλά ούτε και από το Ελληνικό Δίκαιο. Επί τούτου, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 γνωμάτευση του κ. Κώστα Ρίζου, δικηγόρου εγγεγραμμένου στο Μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών όπου αναφέρεται ότι σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο δεν επιτρέπεται η επίδοση δικογράφου αστικής φύσεως στην Ελλάδα μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς (courier). Ως εκ τούτου, σύμφωνα πάντοτε με τον κ Ρίζο, η παράδοση δικογράφου αστικής φύσεως με υπηρεσία ταχυμεταφοράς δεν συνιστά έγκυρη επίδοση. Σε κάθε περίπτωση, η επίδοση μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service) δεν προβλέπεται από το Διάταγμα, το οποίο επιτρέπει υποκατάστατη επίδοση μέσω αγγελιοφόρου μόνον για τους Εναγομένους 15,16,
- Επιπροσθέτως των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 5, 10 και 14 ισχυρίζονται ότι στα πλαίσια έκδοσης του Διατάγματος το Δικαστήριο λανθασμένα επιδίκασε τα έξοδα εναντίον τους αφού κάτι τέτοιο παραβαίνει την πάγια αρχή ότι βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την επιδίκαση εξόδων είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Η Ένσταση του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση Ο Ενάγοντας ενίσταται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και προς τούτο καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας ότι τόσο η έκδοση του Διατάγματος όσο και η επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους 5, 10 και 14 έγιναν νομότυπα και ορθά. Όπως επισημαίνεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα που υποστηρίζει την ένσταση, στο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε καταγράφεται διεύθυνση στην Ελλάδα και όχι στην Λευκωσία. Περαιτέρω αναφέρεται ότι το Διάταγμα προνοούσε για επίδοση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Κανονισμού 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία ορθά έγινε μέσω υπηρεσιών αγγελιαφόρων στις διευθύνσεις που ενέκρινε το Δικαστήριο. Αποτελεί, τέλος, θέση του Ενάγοντα ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξή της, η κα Άννα Παύλου αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση μόνο από τον Εναγόμενο
- Συνεπώς, η αίτηση των Εναγομένων 10 και 14 θα πρέπει να απορριφθεί αφού δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση για τους Εναγόμενους 10 και 14 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Ακροαματική Διαδικασία Στο στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη στις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Σημειώνεται περαιτέρω ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ο κ Θρασυβούλου επανέλαβε ότι ο Εναγόμενος 5 έχει αποβιώσει και για το λόγο αυτό υπήρχαν σε εξέλιξη διαδικασίες σε σχέση με τους κληρονόμους και την περιουσία του στην Ελλάδα. Αναφέρθηκε επίσης ότι στις 6 Σεπτεμβρίου 2018 εκδόθηκε απόφαση από το Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου σύμφωνα με την οποία διορίστηκε εκκαθαριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα/Εναγόμενου 5 σε σχέση με τους δύο εκ των τριών κληρονόμων, ενώ εκκρεμεί ακόμα το ζήτημα της τρίτης κληρονόμου για την οποία ο κ Θρασυβούλου δεν είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση. Ως εκ τούτου, ο κ Θρασυβούλου δήλωσε πως η αίτηση προωθείται μόνο σε σχέση με τους Εναγόμενους 10 και 14, και όχι για τον Εναγόμενο 5 ενόψει του θανάτου και των όσων έχουν ακολουθήσει. Νομική ανάλυση και αξιολόγηση των θέσεων που προωθήθηκαν από τις δυο πλευρές Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, είναι στο στάδιο αυτό ορθό να σημειώσω ότι με δεδομένο τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης σε συνάρτηση με τον θάνατο του Εναγόμενου 5, ελλείψει οποιασδήποτε εμφάνισης από αυτήν την πλευρά, η αίτηση σε σχέση με τον Εναγόμενο 5 δεν μπορεί παρά να απορριφθεί λόγω μη προώθησης. Επομένως, το Δικαστήριο θα εξετάσει την αίτηση μόνο σε σχέση με τους Εναγόμενους 10 και
- Σημειωτέον ότι ο θάνατος του Εναγομένου 5 και η αίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 6.10.2017 για αναστολή της διαδικασίας της αγωγής μέχρι εκδίκασης της έφεσης που καταχωρήθηκε σε σχέση με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.2.2017 και μέχρι την έκδοση διατάγματος διαχείρισης της περιουσίας του Εναγόμενου 5 ήταν οι λόγοι που το Δικαστήριο δεν επιλήφθηκε της παρούσας αίτησης σε ενωρίτερο στάδιο. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση ημερομηνίας 6.10.2017 δόθηκε στις 22.6.2018 και ακολούθως προγραμματίστηκε άμεσα η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης. Σε ότι αφορά στους Εναγόμενους 10 και 14 δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι από την πλευρά τους δεν έχει καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή. Τούτο, ωστόσο, είναι επιτρεπτό ενόψει της παρούσας αίτησης την οποία έχουν καταχωρήσει επιδιώκοντας την ακύρωση και τον παραμερισμό του Διατάγματος που επέτρεπε την επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και την υποκατάστατο επίδοση αυτού. Σχετικές επί τούτου είναι οι πρόνοιες της Δ.16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπε The Annual Practice 1958 στη σελίδα 181 και Kaza Michael David κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A415, Πολιτική Έφεση αρ. 208/2012, απόφαση ημερομηνίας 24.11.2017.). Επομένως, οι Εναγόμενοι 10 και 14 είχαν το δικαίωμα να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση ανεξαρτήτως της μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από την πλευρά τους. Προχωρώντας στην εξέταση της αίτησης, θα πρέπει καταρχήν να λεχθεί ότι αυτή στηρίζεται στην Δ.48 Θ. 8
(4), η οποία αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς. Όπως έχει επανειλημμένα επεξηγηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, στόχος της Δ.48 Θ.8
(4)είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίησή του (βλέπε μεταξύ άλλων Κτωρίδη ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 290/2010, απόφαση ημερομηνίας 19.6.2014, Νικολαϊδου ν. Αττίπα κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620 και Έλληνας ν. Χριστοδούλου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 438). Στα πλαίσια εξέτασης αιτήσεων που καταχωρούνται στη βάση των προνοιών της Δ.48 Θ. 8
(4)το Δικαστήριο δεν ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του ή άλλου ομοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε και πρέπει να εξετάζει αν ορθά και εύλογα εκδόθηκε το υπό αμφισβήτηση διάταγμα μονομερώς. Εκείνο που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, είναι εάν στα πλαίσια της αίτησης του προσώπου που θεωρεί ότι τα δικαιώματά του επηρεάστηκαν από το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, έχει τεθεί «ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που, αντικειμενικώς, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό» του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος (βλέπε Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Κρίνου Μακρίδη κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1218). Σε πρώτο στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την θέση του Ενάγοντα που αφορά στην απουσία μαρτυρίας εκ μέρους των Εναγομένων 10 και 14 προς υποστήριξη της αίτησης. Σε σχέση με το θέμα αυτό, στα πλαίσια της αγόρευσης του ο κ Μενελάου επεσήμανε ότι η κα Άννα Παύλου παρουσιάζεται να είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην συγκεκριμένη ένορκη δήλωση μόνο από τον Εναγόμενο 5 (και όχι από τους Εναγόμενους 10 και 14), ενώ ταυτόχρονα δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης της για ουσιώδη γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση, ούτε επεξηγεί στο Δικαστήριο την ιδιότητα του κ Θρασυβούλου. Μελετώντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Άννας Παύλου παρατηρώ ότι πράγματι σε αυτήν δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή αναφορά σε παραχώρηση εξουσιοδότησης στην ίδια από τους Εναγόμενους 10 και 14 ώστε να προβεί εκ μέρους τους στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Τούτο, ωστόσο, αποτελεί απλή παρατυπία αφού όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, η κα Παύλου συνεργάζεται με τον κ Νικόλα Θρασυβούλου ο οποίος, ως προκύπτει και από το σώμα της αίτησης, είναι δικηγόρος των Εναγομένων 5, 10 και 14 και υπογράφει την αίτηση υπό την ιδιότητα του αυτή. Η κα Παύλου δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει, αναφέρει την πηγή των γνώσεων της, που προκύπτουν από τις πληροφορίες που έλαβε από την κα Θεοδώρα Αναγνωστοπούλου και τον Εναγόμενο 10. Τα όσα επίσης αναφέρονται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης αφορούν νομικές θέσεις και όχι γεγονότα με τρόπο ώστε να μην είναι αναγκαίο να επεξηγηθεί η ιδιότητα του κ Θρασυβουλου, η οποία άλλωστε είναι πρόδηλη. Με τούτα ως δεδομένα, λοιπόν, και υπό το φως των όσων έχουν υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 459, η συγκεκριμένη θέση του Ενάγοντα απορρίπτεται. Ερχόμενη να εξετάσω τους λόγους για τους οποίους επιζητείται η ακύρωση του Διατάγματος και/ή της επίδοσης που έγινε στη βάση αυτού, και ομαδοποιώντας τις θέσεις που προβάλλονται από τους Εναγόμενους 10 και 14, παρατηρώ τα ακόλουθα: Λόγοι ακύρωσης του Διατάγματος σύμφωνα με τις παραγράφους 6(i) - (iii) της ένορκης δήλωσης της κας Παύλου Σε σχέση με το θέμα αυτό, οι Εναγόμενοι 10 και 14 προβάλλουν τις εξής θέσεις:
- Το Διάταγμα είναι αντικανονικό και/ή εξ' υπαρχής άκυρο καθώς δεν καθορίζει σε ποια διεύθυνση στο εξωτερικό θα πρέπει να γίνει η επίδοση.
- Με δεδομένο ότι σύμφωνα με το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής ως διεύθυνση επίδοσης αναφέρεται διεύθυνση στην Κύπρο, ο Ενάγοντας δεν θα μπορούσε να ζητήσει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και θα έπρεπε να αναμένει την επιστροφή των Εναγομένων 10 και 14 στην Κύπρο.
- Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αναφορά στο Κλητήριο Ένταλμα, με την αίτηση του ημερομηνίας 14.4.2016 ο Ενάγοντας όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία για τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν εκ μέρους του για διενέργεια επίδοσης στην Κύπρο, ενώ δεν έπραξε κάτι τέτοιο. Οι πιο πάνω θέσεις των Εναγομένων 10 και 14 δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Είναι καταρχήν γεγονός ότι στην πρώτη σελίδα του Κλητηρίου Εντάλματος ως διεύθυνση επίδοσης των Εναγομένων αναγράφεται η διεύθυνση Λεωφ. Λεμεσού 154, Λευκωσία, και τούτο ενώ μόνο το όνομα της Εναγόμενης 1 καταγράφεται σε αυτήν. Παρόλα αυτά, στον Πίνακα που επισυνάπτεται στο Κλητήριο Ένταλμα και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού όπου καταγράφονται τα όνοματα όλων των Εναγομένων και οι διευθύνσεις κάθε ενός από αυτούς, σε σχέση με τον μεν Εναγόμενο 10 ως διεύθυνση επίδοσης αναφέρεται η Λεωφ. XXXXX 169 στην Αθήνα, Ελλάδα, για τον δε Εναγόμενο 14 η XXXXX 67 στην Νέα Ερυθραία, Ελλάδα. Οι εν λόγω διευθύνσεις αναφέρονται και στο σώμα της αίτησης του Ενάγοντα ημερομηνίας 14.4.2016 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα, ενώ στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρεται στην παράγραφο 2 ότι το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε σε όλους τους ημεδαπούς Εναγόμενους, ήτοι στους Εναγόμενους 1-4, 6, 8, 9, 11, 12, 13, 18, 19-21, και έτσι η αίτηση αφορούσε τους υπόλοιπους Εναγόμενους, μεταξύ των οποίων και τους Εναγόμενους 10 και
- Ήταν επομένως, ξεκάθαρο, ότι η συγκεκριμένη αναφορά σε διεύθυνση «Λεωφ. Λεμεσού 154, Λευκωσία» στην πρώτη σελίδα του Κλητηρίου Εντάλματος αφορούσε μόνο την Εναγόμενη 1 και όχι τους Εναγόμενους 10 και 14, οι διευθύνσεις επίδοσης των οποίων βρίσκονται (σύμφωνα με τον Ενάγοντα) στην Ελλάδα, με τρόπο ώστε οι θέσεις που καταγράφονται υπό
(2)και
(3)πιο πάνω να μην χρήζουν περαιτέρω εξέτασης. Με δεδομένη δε τη θέση του Ενάγοντα επί το ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής οι Εναγόμενοι 10 και 14 διέμεναν στην Ελλάδα, ορθά προχώρησε με τη λήψη άδειας για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Επομένως, η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν απόλυτα ορθή και ενδεδειγμένη. Σε σχέση με την θέση του κ Θρασυβούλου περί αντικανονικότητας του Διατάγματος λόγω μη αναφοράς της διεύθυνσης στην οποία επρόκειτο να γίνει η επίδοση σύμφωνα με αυτό, παρατηρώ ότι με δεδομένη την καταγραφή της εν λόγω διεύθυνσης στο σώμα της αίτησης, η οποία θα έπρεπε να επιδοθεί στους Εναγόμενους 10 και 14 μαζί με το Διάταγμα[1], αλλά και στον Πίνακα που επισυνάπτεται το Κλητήριο Ένταλμα, η μη αναγραφή της διεύθυνσης των Εναγομένων 10 και 14 στο Διάταγμα δεν αποτελεί λόγο ακύρωσής του. Λόγοι ακύρωσης του Διατάγματος σύμφωνα με τις παραγράφους 6(
- iv)- (
- vi)και (viii) της ένορκης δήλωσης της κας Παύλου Αναφορικά με το θέμα αυτό οι Εναγόμενοι 10 και 14 προβάλλουν τα ακόλουθα: 1. Η μονομερής αίτηση του Καθ'ου η Αίτηση ημερομηνίας 14.4.2016 δεν δικαιολογούσε την έκδοση διατάγματος για παροχή άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. 2. Δεν στοιχειοθετούνταν και/ή ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με την Δ.6. ΘΘ. 1 και 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 3. Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 14.4.2016 δεν δικαιολογούσε την έκδοση του Διατάγματος. 4. Η ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 14.4.2016 που υποστηρίζει την μονομερή αίτησή του της ίδιας ημερομηνίας είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο με δεδομένο ότι για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης του και/ή για άλλα γεγονότα η πηγή γνώσης του Ενάγοντα είναι γενική και αόριστη και δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών του. Αρχίζοντας από το σημείο υπ. αρ.
(4)αμέσως πιο πάνω, παρατηρώ ότι στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσής του ημερομηνίας 14.4.2016 ο Ενάγοντας αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και όπου αναφέρεται σε νομικά θέματα αυτό γίνεται κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων του. Πράγματι, μελετώντας το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης, διαπιστώνεται ότι ο Ενάγοντας αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία ο ίδιος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει προσωπικά αλλά και σε νομικά ζητήματα σύμφωνα με την συμβουλή των δικηγόρων του. Ουδεμία παρατυπία και/ή αντικανονικότητα υφίσταται και κρίνεται ότι η ένορκη δήλωση βρίσκεται σε πλήρη συμμόρφωση με τα όσα προβλέπει η Δ.39 Θ. 2[2] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε σχέση με τα σημεία υπ. αρ.
(1)-
(3)αποτελεί θέση των Εναγομένων 10 και 14 ότι η Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 14.4.2016 που υποστηρίζει την αίτηση δεν καταδεικνύει την αιτία αγωγής εναντίον τους αλλά ούτε και υπάρχει εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και μάλιστα με πληρότητα. Προβάλλεται, στην ουσία, ότι η Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα δεν είχε τα απαραίτητα στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να επεκτείνει την δικαιοδοσία του στους Εναγόμενους 10 και 14 ως κατοίκους εξωτερικού. Όπου υπάρχουν και εναγόμενοι εκτός Κύπρου, μόνο μετά από εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.6 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, μπορούν να υποβληθούν στην δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων. Μόνο μετά από τέτοια άδεια είναι δυνατή στη συνέχεια η υποκατάστατη επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος σε αυτούς (βλέπε Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1765). Όπως προκύπτει από τη νομολογία που θα παρατεθεί πιο κάτω το ζήτημα της επίδοσης ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν είναι ζήτημα υποκατάστατης επίδοσης αλλά είναι θέμα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιλύσει τη διαφορά, η επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του είναι άκυρο διάβημα που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A458, Πολιτική Έφεση αρ. 362/2009, απόφαση ημερομηνίας 3.7.2014, οι πρόνοιες της Δ.6 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορούν το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας είναι ουσιαστικότατες. Δεν αποτελούν απλό διαδικαστικό θέμα που αφορά μόνο την επίδοση, αλλά συνδέονται με την ανάληψη δικαιοδοσίας ή καλύτερα με την επέκταση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ώστε να καλύπτει και εναγομένους που βρίσκονται εκτός Κύπρου, νοουμένου βέβαια ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην Δ.6 Θ. 1. Στην υπόθεση Philippou v. Philippou a.o.
(1986)1 CLR 689, το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε τη διασύνδεση της πράξης της επίδοσης με την ανάληψη δικαιοδοσίας. Όπως αναφέρθηκε: «The Court can exercise jurisdiction only when the writ or summons is served on the defendant within the jurisdiction or by the "assumed" jurisdiction which gave the Courts a discretionary circumscribed power to summon absent defendants whether Cypriots or foreign. The service of the writ or summons was something equivalent thereto. The summons is essential as the foundation of the Court's jurisdiction. When a writ cannot legally be served upon a defendant, the Court can exercise no jurisdiction over him. Jurisdiction, according to the English Law and the system of law obtaining in this country, is based on the act of personal service. It is far otherwise in other systems where service is in no sense a foundation of jurisdiction, but merely a sine qua non before effective action is allowed. Now service being the foundation of jurisdiction, it follows that that service naturally and normally would be service within the jurisdiction. But there is an exception to this normal rule, and that is service out of the jurisdiction. This, however, is not allowed as a right but is granted in the discretion of the Judge as a privilege, and the rule in question here prescribes the limits within which that discretion should be exercised—See Johnson v. Taylor Bras. and Company Ltd., [1920] A. C. 144). Ως προς τα στοιχεία που πρέπει να περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει αίτηση για εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σχετική είναι η υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168 όπου αντικείμενο εξέτασης ήταν μεταξύ άλλων ο Κανονισμός 24 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Ναυτοδικείου) ο οποίος ερμηνεύεται με τον τρόπο που έχει ερμηνευθεί ο Θ. 1 της Δ.11 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών που περιέχει αντίστοιχες πρόνοιες με τη Δ.6 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπε Jadranska Slobodna Providba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58). Αφού το Ανώτατο έκανε αναφορά στην αγγλική υπόθεση Chemische Fabrik vormals Sandoz v. Badische Anilin und Soda Fabriks [1904] 90 L.T. 733 όπου υποδείχθηκε ότι απλή αναφορά του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση ότι πιστεύει ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής δεν είναι αρκετή, επεσήμανε ότι το μέτρο απόδειξης στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης είναι αυτό της καλής συζητήσιμης υπόθεσης ("good arguable case"). Όπως, μάλιστα, επεξηγήθηκε, αν και το δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν καλείται να εκδικάσει την υπόθεση ούτε χρειάζεται αποδείξεις που να το ικανοποιούν, θα χρειαστεί κάτι καλύτερο από μια απλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Όπου εμπλέκονται πραγματικά ζητήματα η πρακτική είναι να εξεταστεί η υπόθεση του ενάγοντα και να μην γίνει προσπάθεια να εκδικαστούν αμφισβητούμενα γεγονότα με βάση τις ένορκες δηλώσεις. Ο εναγόμενος, όμως, μπορεί να δείξει ότι η μαρτυρία του ενάγοντα είναι ελλειπής και κατάδηλα εσφαλμένη. Σε σχέση με νομικά ζητήματα το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει πλήρως τα επίδικα θέματα και να μη χορηγήσει την άδεια εάν θεωρεί ότι η υπόθεση του ενάγοντα πρόκειται να αποτύχει. Παρομοίως, στην υπόθεση Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 995 υποδείχθηκε ότι χρειάζεται εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και πως το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το δικαστήριο αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας (βλέπε επίσης Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch" and Others
(1987)1 C.L.R. 297). Οι περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο επεκτείνει την δικαιοδοσία του σε σχέση με διάδικο που βρίσκεται στο εξωτερικό καθορίζονται στην Δ.6 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και είναι οι ακόλουθες: «1. Subject to section 15 of the Courts of Justice Law, Cap. 11, service out of the jurisdiction of a writ of summons or notice of a writ of summons may be allowed by the Court or a, Judge whenever- (
- a)the whole subject matter of the action is immovable property of any kind situated in Cyprus; or (
- b)any act, deed, will, contract, obligation, or liability affecting immovable property of any kind situated in Cyprus, is sought to be construed, rectified, set aside, or enforced in the action; or (
- c)any relief is sought against any person domiciled or ordinarily resident in Cyprus; or (
- d)the action is for the administration of the movable property of any deceased person who at the time of his death was domiciled in Cyprus, or for the execution (as to property situated in Cyprus) of the trusts of any written instrument, of which the person to be served is a trustee, which ought to be executed according to the law of Cyprus; or (
- e)the action is one brought to enforce, rescind, dissolve, annul, or otherwise affect a contract or to recover damages or other relief for or in respect of the breach of a contract- (
- i)made in Cyprus, or (
- ii)made by or through an agent trading or residing in Cyprus on behalf of a principal trading or residing out of Cyprus, or is one brought in respect of a breach committed in Cyprus of a contract wherever made, even though such breach was preceded or accompanied by a breach out of Cyprus which rendered impossible the performance of the part of the contract which ought to have been performed in Cyprus; or (
- f)the action is founded on a civil wrong committed in Cyprus; or (
- g)any injunction is sought as to anything to be done in Cyprus, or any nuisance in Cyprus is sought to be prevented or removed, whether damages are or are not also sought in respect thereof; or (
- h)any person out of Cyprus is a necessary or proper party to an action properly brought against some other person duly served in Cyprus. Στην προκειμένη περίπτωση, τα γεγονότα που σύμφωνα με τον Ενάγοντα θεμελιώνουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τυγχάνουν αναφοράς στις παραγράφους 3-6 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 14.4.2016 και είναι τα εξής: «3. Οι Εναγόμενοι 5, 7, 10, 14, 15, 16 και 17 είναι κατάλληλοι και απαραίτητοι ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1, το έτος 2011, και η αγωγή ηγέρθη ορθώς και δικαίως, βαρύνονται δε με την παράβαση σύμβασης που υπεγράφη στην Κύπρο και/ή με αστικά αδικήματα. Επισυνάπτω αντίγραφο μέρους του Ενημερωτικού Δελτίου που εξέδωσε η Εναγομένη 1 το 2011 και περιλαμβάνει τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου την επίδικη περίοδο τεκμήριο 2. 4. Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι ως εξής: Α. Διάταγμα ακύρωσης των ομολόγων/Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης κατά ή περί το 2011 ως και παντός σχετιζομένου εγγράφου, απόκτησης των, ως και εξόφλησης, ως επίσης και παντός εγγράφου σχετιζομένου με τις πιο πάνω πράξεις και/ή την μετατροπή των σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) ή/και σε μετοχές και διάταγμα ακύρωσης λόγω απάτης/δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης/ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης και/ή λόγω απειλής/εκβιασμού/οικονομικής πίεσης κατά ή περί τον Ιούνιο του 211 και έπειτα. Β. Αποζημιώσεις δια απάτη και/ή δόλιες και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή δια αμελείς παραστάσεις και/ή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή για παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή σχέσης δικαιούχου/εμπιστευματοδόχου και/ή για αμέλεια και/ή συνομωσία και/ή αποζημιώσεις δυνάμει αρχών επιείκειας (equitable damages) για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων σε σχέση με τα ανωτέρω κατά/ή περί τον Ιούνιο 2011. Γ. Αποζημιώσεις δια παράβαση προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 μεταξύ άλλων άρθρων 38 - 46 και/ή των Προνοιών του Νόμου 114(Ι)/2005 περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, των Νόμων και Κανονισμών για το ΧΑΚ και/ή για την Κεφαλαιαγορά και/ή δυνάμει σχετικών προνοιών του Νόμου σε σχέση με την έκδοση αξιογράφων/ομολόγων κατά η περί τον Μάιο του 2011 δυνάμει Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και/ή Πρόσκλησης «Prospectus» και/ή Ενημερωτικού Δελτίου και/ή άλλως πως και εν συνεχεία δυνάμει Ενημερωτικού Δελτίου και/ή Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου κατά ή περί την 19.5.2011. Δ. Αποζημιώσεις διά ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις στο εν λόγω Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και/ή Πρόσκληση και/ή Έκθεση και/ή Ενημερωτικό Δελτίο και/ή δια παραλείψεις αποκάλυψης λεπτομερειών/γεγονότων/υλικού κατά παράβαση σχετικών προνοιών των Νόμων και Κανονισμών. Ε. Επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού στη «Λαϊκή Τράπεζα» Εναγόμενη 1 και/ήστους Εναγομένους μετά τόκων προς 7% από ημερομηνίας καταβολής του ποσού ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει. ΣΤ. Αποζημιώσεις διά παραβίαση καθήκοντος (breach of statutory duty) και/ή διά παράλειψη καθήκοντος και ή το αδίκημα της παράνομης ή πλημμελούς εκτέλεσης καθήκοντος (non-feasance, misfeasance) και ή δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος. Ζ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε να αποδώσει. Η. Νόμιμον τόκον και έξοδα πλέον ΦΠΑ (ΑΜΕ XXXXX65Κ). 5. Τα γεγονότα έχουν ως εξής: Α. Μου είχαν παραχωρηθεί από την εναγομένη 1, στεγαστικό δάνειο με αριθμούς XXXXX8243 για ποσό €308,000.00 και τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. XXXXX9691 από τον οποίον πληρώνονταν οι δόσεις του δανείου μου. Στις 20/6/2011 επισκέφθηκα το κατάστημα της εναγομένης 1 στην Λακατάμεια και ζήτησα από την διευθύντρια του καταστήματος, να ενοποιηθούν οι ανωτέροι αναφερόμενοι λογαριασμοί μου, και αυτή μου ανέφερε ότι για να εγκριθεί το αίτημα μου αυτό έπρεπε να παράσχω περαιτέρω εξασφαλίσεις και να επιτευχθεί ενοποίηση των λογαριασμών μου. Εγώ αποφάσισα τότε να προχωρήσω στην υλοποίηση της ενοποίησης των λογαριασμών μου και να καταθέσω στον ενιαίο πλέον, λογαριασμό του δανείου μου, το ποσό των €30.000 τα μοναδικά λεφτά που είχα. Β. Η διευθύντρια όμως του ως άνω καταστήματος, και στην συνέχεια άλλη υπάλληλος του ιδίου καταστήματος με παρότρυναν, το ποσό των €30.000 αντί να το καταθέσω στο λογαριασμό του δανείου μου, να το διαθέσω στην αγορά αξιογράφων τα οποία προσφέρονταν με ψηλό επιτόκιο και ήταν σίγουρα και εγγυημένα. Περαιτέρω οι τόκοι που θα πληρώνονταν κάθε τριμηνία και όχι μια φορά τον χρόνο, θα κατατίθεντο στον λογαριασμό του δανείου μου. Επίσης μου ανέφεραν ότι τα αξιόγραφα του 2011 ήταν πενταετούς διάρκειας και ότι στην λήξη τους θα μου επιστεφόταν το κεφάλαιο ακέραιο. Γ. Άφησαν να νοηθεί ότι τα αξιόγραφα ήταν ένα καταθετικό σχέδιο για πέντε χρόνια με απόδοση τόκων7%, το οποίον ήταν σίγουρο και εγγυημένο, και οι τόκοι ανά τρίμηνο θα κατατίθοντο στο δάνειο. Επιπλέον με διαβεβαίωσαν ότι ήταν πρώτης τάξεως εξασφάλιση και ήταν προς το συμφέρον μου για σκοπούς της δανειοδότησης μου. Δ. Βάση των όσων αναφέρω πιο πάνω πείστηκα να αγοράσω αξιόγραφα αξίας €30.000 κυρίως λόγω του υψηλού επιτοκίου και της δυνατότητας αποπληρωμής μέρους των δόσεων του δανείου μου από τους τόκους. Ε. Ουδείς με ενημέρωσε ότι υπήρχε η πιθανότητα να μην πληρωθούν οι τόκοι και/ή αυτά τα λεφτά να χαθούν και/ή ότι αυτή η ενέργεια μου ενείχε κινδύνους και/ή ενείχε κινδύνους ως μια επενδυτική κίνηση. Παρουσίαζαν τα αξιόγραφα ως ένα άλλο είδος καταθετικό γραμμάτιο με ψηλό επιτόκιο. ΣΤ. Οι συμβουλές και/ή προτροπή αγοράς των αξιογράφων έγινε από άτομα που δεν κατείχαν τις γνώσεις και/ή τα αναγκαία προσόντα να προβαίνουν στην προώθηση αυτών και όπως φαίνεται έπαιρναν προμήθειες πάνω στις πωλήσεις των αξιογράφων εις βάρος των πελατών. Ζ. Δεν έγινε οποιαδήποτε έρευνα για διαπίστωση των επενδυτικών αναγκών μου και/ή διερεύνηση σε ποιο βαθμό θα ήμουν διευθετημένος να αναλάβω τον κίνδυνο ακόμα και την απώλεια της επένδυσης ή και των τόκων. Η. Καμία ανεξάρτητη οικονομική, νομική και/ή επενδυτική συμβουλή δεν με παρότρυναν να πάρω ως όφειλαν. Θ. Απέκρυψαν την πραγματική οικονομική κατάσταση της Εναγομένης 1. 6. Όλοι οι Εναγόμενοι αρνούνται ευθύνη. Οι υπάλληλοι και/ή υπηρέτες της Εναγομένης 1 ενήργησαν βάση οδηγιών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1. Το Διοικητικό Συμβούλιο ευθύνεται για τις παραβάσεις και/ή παραλείψεις που προκάλεσαν τις ζημίες και θεραπείες που αιτούμαι στην παρούσα αγωγή ». Από το περιεχόμενο των πιο πάνω παραγράφων προκύπτει ότι ως βάση αγωγής του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων 10 και 14 καθορίζεται η παράβαση σύμβασης, η διάπραξη αστικών αδικημάτων αλλά και η παραβίαση προνοιών διαφόρων νομοθεσιών και η παράλειψη αποκάλυψης λεπτομερειών και γεγονότων στο Ενημερωτικό Δελτίο που εκδόθηκε σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα. Μελετώντας την Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος, διαπιστώνεται ότι υπάρχουν αναφορές περί ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης από μέρους της Διευθύντριας του καταστήματος της Εναγομένης 1 στη Λακατάμεια και επί το ότι οι υπαλλήλοι της Εναγομένης 1 ενήργησαν με τον συγκεκριμένο τρόπο βάσει οδηγιών του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, μέλη του οποίου, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, είναι και οι Εναγόμενοι 10 και 14. Με τούτα ως δεδομένα και έχοντας υπόψη τη θέση του Ενάγοντα περί απόκρυψης της πραγματικής οικονομικής κατάστασης της Εναγομένης και την αξίωση του ως οι παράγραφοι Γ και Δ του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμος Ν.114(Ι)/2005, κρίνω ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να επιδοθεί η αγωγή στους Εναγόμενους 10 και 14 που βρίσκονται στο εξωτερικό ως αναγκαίους διάδικους στην αγωγή. Επομένως, δεν τίθεται θέμα ακύρωσης του Διατάγματος για τους λόγους αυτούς. Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και μη αποκάλυψη της πηγής των πληροφοριών του Ενάγοντα στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 14.4.2016 - παράγραφος 6 (vii) της ένορκης δήλωσης της κας Παύλου Αποτελεί θέση των Εναγομένων 10 και 14 ότι στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 14.4.2016 ο Ενάγοντας κακόπιστα και/ή εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι κατά την επίδικη περίοδο οι Εναγόμενοι 10 και 14 ήταν μη Εκτελεστικά Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1 και δεν συμμετείχαν στην Εκτελεστική Επιτροπή του Ομίλου των Εναγομένων 1. Αποτελεί βασική και αναλλοίωτη αρχή δικαίου ότι κάθε διάδικος που επιδιώκει μονομερώς την έκδοση διατάγματος που επηρεάζει τρίτο πρόσωπο οφείλει να αποκαλύπτει στο Δικαστήριο κάθε ουσιώδες γεγονός που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, το Δικαστήριο προχωρεί σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς καν να εξετάζει το ορθό ή μη της έκδοσης του (βλέπε μεταξύ άλλων Αttorney General and another (No. 2) v. Savvides
(1979)1 C.L.R.349 και Resola Cyprus Ltd v. Christou
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Κρίνω, ωστόσο, ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο γιατί σύμφωνα με την εκδοχή του Ενάγοντα οι Εναγόμενοι 10 και 14 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1. Σε σχέση με το θέμα αυτό στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 14.4.2016 επισυνάπτεται μέρος του Ενημερωτικού Δελτίου όπου καταγράφονται τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 και καθορίζεται εάν αυτά είναι εκτελεστικά μέλη ή μη. Επομένως, σε αυτή τη βάση δεν τίθεται θέμα απόκρυψης γεγονότων από την πλευρά του Ενάγοντα. Λόγοι ακύρωσης της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους 10 και 14 ως οι παράγραφοι 6(ix) - (xi) της ένορκης δήλωσης της κας Παύλου Επί τούτου οι Εναγόμενοι 10 και 14 παραπονούνται για τα εξής:
(1)Η επίδοση του Διατάγματος η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service) δεν προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 αλλά ούτε και από το ελληνικό δίκαιο.
(2)Η επίδοση του Διατάγματος μέσω υπηρεσιών αγγελιοφόρων (courier service) δεν προβλέπεται από το Διάταγμα σε σχέση με τους Εναγόμενους 10 και 14 αφού επιτρέπει υποκατάστατη επίδοση μέσω αγγελιοφόρου μόνον για τους Εναγομένους 15,16 και 17.
(3)Η επίδοση του Διατάγματος στους Εναγόμενους 10 και 14 όχι μέσω των αρμόδιων τοπικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας ως προβλέπεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 καθιστά την επίδοση άκυρη. Ο Κανονισμός ΕΚ 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις θεσπίστηκε στις 13 Νοεμβρίου 2007 και σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις όταν μια δικαστική ή εξώδικη πράξη πρέπει να διαβιβασθεί από ένα κράτος μέλος σε άλλο για να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί. Ως δε προνοείται στο άρθρο 20 με τίτλο «Σχέσεις με άλλες συμφωνίες ή διακανονισμούς στις οποίες μετέχουν τα κράτη μέλη», για θέματα εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του, ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα Κράτη Μέλη. Τα Κράτη Μέλη μπορούν να διατηρούν ή να συνάπτουν επιμέρους συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάδουν με τον Κανονισμό, προκειμένου να επιτυγχάνεται ή να απλουστεύεται περαιτέρω η διαβίβαση των πράξεων, αλλά οφείλουν να κοινοποιούν στην Επιτροπή αντίγραφο των συμφωνιών ή διακανονισμών που έχουν συναφθεί μεταξύ τους καθώς και τα σχέδια συμφωνιών ή διακανονισμών που προτίθενται να συνάψουν. Όπως αναφέρεται και από τον Μαλαχτό Δ. στην υπόθεση Romas Sykus v. Grand Co Group Limited κ.ά., Αρ. Αγωγής 1318/2016, απόφαση ημερομηνίας 25.11.2016, ο Κανονισμός στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην προστασία του πολίτη που διαμένει σε Κράτος Μέλος και μεριμνά ώστε η προς αυτόν επίδοση δικαστικής πράξης να γίνεται με τέτοιο τρόπο και να εμπεριέχει τέτοια έγγραφα που να εξασφαλίζουν σε αυτόν δίκαια ευκαιρία να αντιμετωπίσει την υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον του σε άλλο κράτος μέλος. Παρομοίως, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Αιτ. αρ. 193/2014, απόφαση ημερομηνίας 26.3.2015, αναφέρθηκε ότι «είναι φανερή από τον ίδιο τον Κανονισμό η βούληση να δοθεί τέτοια δραστικότητα και ισχύς στον Κανονισμό ώστε να εξυπηρετείται αποτελεσματικά και ουσιαστικά η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, τηρουμένων των ασφαλιστικών δικλείδων που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Κανονισμού 1393/07, που προϋποθέτει, προκειμένου για λήψη απόφασης ερήμην του εναγομένου, επίδοση με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο έγκαιρο χρόνο, ώστε ο εναγόμενος να είναι πράγματι σε θέση να αμυνθεί». Όπως αναφέρεται στο Προοίμιο του Κανονισμού, η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα των δικαστικών διαδικασιών στον αστικό τομέα προϋποθέτει την άμεση και ταχεία διαβίβαση δικαστικών και εξωδίκων πράξεων μεταξύ τοπικών υπηρεσιών οριζομένων από τα κράτη μέλη. Η ταχύτητα της διαβίβασης δικαιολογεί τη χρήση κάθε ενδεδειγμένου μέσου, τηρουμένων ορισμένων προϋποθέσεων όσον αφορά το ευανάγνωστο και αξιόπιστο της διαβιβαζομένης πράξης. Η ασφάλεια της διαβίβασης απαιτεί να συνοδεύεται η πράξη από ένα τυποποιημένο έντυπο που συμπληρώνεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του τόπου όπου πρόκειται να πραγματοποιηθεί επίδοση ή κοινοποίηση ή σε κάποια άλλη γλώσσα δεκτή από το κράτος μέλος παραλαβής. Για σκοπούς διευκόλυνσης της διαβίβασης και επίδοσης ή κοινοποίησης πράξεων μεταξύ κρατών μελών θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα τυποποιημένα έντυπα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα του Κανονισμού (βλέπε παράγραφο 1 του Προοιμίου του Κανονισμού). Όπως προβλέπεται από το άρθρο 2 του Κανονισμού, κάθε κράτος μέλος ορίζει τους δημόσιους λειτουργούς, αρχές ή πρόσωπα που είναι αρμόδια για τη διαβίβαση δικαστικών πράξεων προς επίδοση, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)οι δικαστικές πράξεις διαβιβάζονται απευθείας μεταξύ των υπηρεσιών αυτών. Το εδάφιο
(3)του άρθρου 4 προβλέπει ότι η διαβιβαζόμενη πράξη συνοδεύεται από αίτηση συντασσόμενη επί του τυποποιημένου εντύπου ως το Παράρτημα Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Κανονισμού η υπηρεσία παραλαβής επιδίδει ή κοινοποιεί την πράξη σύμφωνα είτε με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής είτε με την ειδική μέθοδο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης εφόσον αυτή δεν αντιβαίνει στο δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους. Αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που περιλαμβάνεται στο Παράρτημα Ι η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης (βλέπε άρθρο 10 του Κανονισμού). Στο Τμήμα Ζ του Κανονισμού καθορίζονται άλλοι τρόποι διαβίβασης και επίδοσης δικαστικών πράξεων. Ειδικότερα το άρθρο 14 προβλέπει ότι «κάθε κράτος μέλος δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί δικαστικές πράξεις απευθείας δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους σε συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 15 «οι έχοντες έννομο συμφέρον σε δίκη μπορούν να επιδώσουν ή να κοινοποιήσουν απευθείας δικαστικές πράξεις μέσω δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής αν αυτό επιτρέπεται από τη νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους». Στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 1935, αναφέρθηκε ότι για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Κανονισμού πρέπει να παρέχεται τυποποιημένη ενημέρωση του παραλήπτη για το δικαίωμα του να αρνηθεί την επίδοση (σελ.1952), ότι ο Κανονισμός προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα και των δύο μερών σε κάθε αντιδικία ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (σελ.1954) και ότι για να διαφυλαχθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού δικαίου, οι εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες δεν πρέπει να εφαρμόζονται με τρόπο ώστε να εξουδετερώνεται ο σκοπός του Κανονισμού (σελ.1958). Στην εν λόγω υπόθεση έγινε επίσης παραπομπή στην απόφαση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην Leffler v. Berlin Chemie AG C-443/03 [2005] ECR I-9611, που αφορά στον Κανονισμό 1348/2000 ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό 1393/2007 και αναφέρεται ότι: «η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν πρέπει να συνεπάγεται την εκ μέρους του εθνικού δικαστή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που προβλέπει η εσωτερική έννομη τάξη του, παρά μόνο στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί δεν θίγουν το λόγο υπάρξεως και το σκοπό του κανονισμού. Συνεπώς, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κανονισμός δεν προβλέπει τις συνέπειες ορισμένων πράξεων, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να εφαρμόζουν, καταρχήν, το εθνικό δίκαιο εξασφαλίζοντας την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και να απορρίπτουν, αν παραστεί ανάγκη, μια εθνική ρύθμιση που αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή αυτή» (σελ.1959). Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει στην Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 387/2011, απόφαση ημερομηνίας 17.10.2014, όπου το ζήτημα αφορούσε στο κατά πόσον ορθά επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα αντί ειδοποίηση αυτού σε επίδοση που έγινε δυνάμει του Κανονισμού 1393/
- Όπως υποδείχθηκε, ο Κανονισμός 1393/2007 δεν αντικαθιστά τις ουσιώδεις πρόνοιες της Δ.6 Θ.6 διότι δεν καθορίζει τον τύπο ή την μορφή τον προς επίδοση εγγράφων. Σκοπός του Κανονισμού 1393/2007, είναι η διευκόλυνση στη διαβίβαση εγγράφων, ώστε οι δικαστικές διαδικασίες να είναι πιο αποτελεσματικές και ταχύτερες με την καθίδρυση υπηρεσίας παραλαβής εγγράφων. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, επαναλαμβάνεται ότι αποτελεί θέση των Εναγομένων 10 και 14 ότι ο Κανονισμός 1393/2007 δεν επιτρέπει την επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς (courier) όπως επίσης ότι η επίδοση που διενεργήθηκε δεν ήταν σύμφωνη με τα όσα καθορίζονται στο Διάταγμα. Από την άλλη, ο κ. Μενελάου στην γραπτή του αγόρευση υποστήριξε ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τον Κανονισμό και το Διάταγμα προβάλλοντας ότι οι υπηρεσίες ταχυμεταφορών ενεργούν ακριβώς ως ταχυδρομικές υπηρεσίες με τις οποίες αποστέλλεται συστημένη επιστολή. Το σημείο που ενδιαφέρει, σύμφωνα με τον συνήγορο, είναι να υπάρχει απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο, κάτι το οποίο υπάρχει στην παρούσα υπόθεση δεδομένης της απόδειξης παραλαβής που εκδόθηκε από την ιδιωτικής εταιρείας ταχυμεταφορών (σημ.: τέτοιο έγγραφο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου). Σε σχέση με το θέμα αυτό θα συμφωνήσω με τους Εναγόμενους 10 και
- Και τούτο για τους ακόλουθους λόγους:
- Όπως προκύπτει από το Διάταγμα, το Δικαστήριο έδωσε άδεια για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους 10 και 14 εκτός δικαιοδοσίας και διέταξε όπως η επίδοση γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του Κανονισμού. Αντίθετα, σε σχέση με τους Εναγόμενους 15-17 διέταξε όπως η επίδοση γίνει μέσω αγγελιοφόρου (courier service).
- Το άρθρο 14 του Κανονισμού ρητά προβλέπει για απευθείας επίδοση δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο.
- Η θέση που προβάλλεται από τον κ. Μενελάου στην αγόρευση του επί το ότι οι υπηρεσίες ταχυμεταφοράς ενεργούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ως ταχυδρομικές υπηρεσίες δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Την ίδια στιγμή, με βάση την Γνωμοδότηση του Δικηγόρου κ. Ρίζου (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της κας Παύλου), σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο δεν επιτρέπεται στην Ελλάδα η επίδοση δικογράφου αστικής φύσεως με υπηρεσία ταχυμεταφοράς (courier).
- Η συγκεκριμένη μαρτυρία αν και εξ ακοής παρέμεινε στην ουσία αναντίλεκτη εφόσον ουδεμία θέση περί του αντιθέτου προβάλλεται από τον Ενάγοντα στην ένστασή του ή στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει.
- Με τούτο ως δεδομένο και έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το άρθρο 7 του Κανονισμού η επίδοση δυνάμει αυτού δεν μπορεί να διενεργηθεί με τρόπο που αντιβαίνει στο δίκαιο του κράτους μέλους, η επίδοση που διενεργήθηκε μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς δεν ήταν επιτρεπτή δυνάμει του Κανονισμού και σε κάθε περίπτωση η δεν ήταν σύμφωνη με την άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο δυνάμει του Διατάγματος.
- Ως εκ τούτου η διενεργηθείσα επίδοση θα πρέπει να ακυρωθεί. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς την ακύρωση της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, εκλείπει η αναγκαιότητα εξέτασης των όσων προβάλλονται στις παραγράφους 6(xii) και (xiii) της ένορκης δήλωσης της κας Παύλου. Επιδίκαση εξόδων εναντίον των Εναγομένων 10 και 14 κατά την έκδοση του Διατάγματος - παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης της κας Παύλου Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η κα Άννα Παύλου στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της, κατά την έκδοση του Διατάγματος το Δικαστήριο λανθασμένα επιδίκασε έξοδα εναντίον των Εναγομένων 10 και
- Όπως έχει ήδη υποδειχθεί πιο πάνω, κατά την εκδίκαση αιτήσεων δυνάμει της Δ.48 Θ. 8
(4), το Δικαστήριο δεν εξετάζει αν ορθά και εύλογα εκδόθηκε το υπό αμφισβήτηση διάταγμα μονομερώς. Η αναφορά και μόνο της κας Παύλου στην ένορκη δήλωση της περί λανθασμένης ενέργειας του Δικαστηρίου ως προς το θέμα αυτό, δεικνύει ακριβώς ότι το αίτημα των Εναγομένων 10 και 14 επί τούτου ξεκάθαρα εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και ως εκ τούτου δεν χρήζει οποιασδήποτε περαιτέρω εξέτασης. Τελική Κατάληξη του Δικαστηρίου Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η επίδοση που έγινε στους Εναγόμενους 10 και 14 μέσω υπηρεσιών ταχυμεταφοράς σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης της κας Άννας Παύλου που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ακυρώνεται. Η αίτηση σε σχέση με τον Εναγόμενο 5 απορρίπτεται λόγω μη προώθησής της. Με δεδομένη την απόρριψη της αίτησης σε σχέση με τον Εναγόμενο 5 και τη μερική επιτυχία της αίτησης σε σχέση με τους Εναγόμενους 10 και 14 (οι οποίοι εκπροσωπούνταν μέχρι τον θάνατο του Εναγόμενου 5 από τον ίδιο δικηγόρο), καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σύμφωνα με την Δ.48 Θ. 13, όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε. [2] Δ. 39 Θ. 2: Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο