← Κύπρος

Ν. ANASTASIOU INVESTMENTS LIMITED κ.α. ν. CROLANTACO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής : 243/2018, 9/10/2018

Ν. ANASTASIOU INVESTMENTS LIMITED κ.α. ν. CROLANTACO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής : 243/2018, 9/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A538 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 243/2018 Μεταξύ:-

(1)Ν. ANASTASIOU INVESTMENTS LIMITED
(2)XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγόντων - και -
(1)CROLANTACO LIMITED
(2)CARMOUNT LIMITED Εναγομένων ------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ημερομηνίας 26/01/2018 -------------------------- 9 Οκτωβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Α. Ιωαννίδου για κ.κ. Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Αδ. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι πιο πάνω Αιτητές αιτούνται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: «(α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους και/ή στους αντιπροσώπους αυτούς από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή με οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν την ιδιοκτησία του κάτωθι ακινήτου και/ή αποθήκης μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου Ακίνητο-αποθήκη με αριθμό εγγραφής 6/2XX9, τμήμα 6, τεμάχιο 2XX9, Φ/Σχ.:30/31]Α/2 μερίδιο τα 1582/2270 το οποίο ευρίσκεται στην τοποθεσία Μακριές Μίζες του Παμπουλιού, ενορία Άγιος Γεώργιος, στον Δήμο Λατσιών, στην Λευκωσία.» Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 6 και 9 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29, 32 και 33, στον Περί Συμβάσεων Νόμο μεταξύ άλλων άρθρα 1, 2, 73 έως 76, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, στον Περί Πώλησης Αγαθών (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 Ν. 81(Ι)/2011μεταξύ άλλων άρθρα 1, 2, 6, 7, 8 κα, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Δ.57, Δ.64, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην συνημμένη στην Αίτηση ένορκη δήλωση του XXXXX Αναστασίου, ο οποίος λέγει ότι είναι διοικητικός σύμβουλος και κύριος μέτοχος των εναγόντων 1 από τους οποίους είναι εξουσιοδοτημένος και είναι ο ενάγοντας 2 στην παρούσα αγωγή. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία ιδιοκτησίας του με διοικητικό σύμβουλο αυτόν και εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Λευκωσίας 64, στα Λατσιά. Οι εναγόμενοι 1 επί του παρόντος έχουν μετόχους κατά 100% τους εναγομένους 2 και διοικητικούς συμβούλους τους XXXXX Λάρκο και XXXX Κίρκο, γραμματέα τον XXXXX Κίρκο και εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Λευκωσίας 52, στα Λατσιά. Οι εναγόμενοι 2 επί του παρόντος έχουν μετόχους τις εταιρείες White Knight Holdings Public Company Limited και SFS Custodian & Trust Services Ltd, ως διοικητικούς συμβούλους τους Sharelink Administration Management Ltd και Κώστα Κίρκο, ως γραμματέα την SFS Custodian & Trust Services Ltd και εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Λάρνακας-Δεκέλειας, Larnaka Bay Resort House, στην Πύλα. Οι εναγόμενοι 2 ελέγχονται πλήρως από τον όμιλο εταιρειών Sharelink. Από το 1989 ο ενόρκως δηλών ασκούσε επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία συνίστατο κυρίως στην εισαγωγή και εμπορία καλωδίων και ειδών περίφραξης και συναφών προϊόντων, με συνέταιρο τον κ. XXXXX Νικολάου, υπό την «Τσακκάλι Εμπορική Εταιρεία Λτδ» ήτοι το προηγούμενο όνομα των εναγομένων. Η δραστηριότητα τους ήτο πολύ επιτυχής και η εταιρεία σημείωνε μεγάλα κέρδη ενώ είχε αρκετά περιουσιακά στοιχεία μεταξύ των οποίων και 2 αποθήκες, η μία εκ των οποίων είναι η επίδικη στην παρούσα αγωγή (εφεξής η αποθήκη 1) και η άλλη είναι γειτονική αποθήκη και φέρει αριθμό εγγραφής 6/1XX5 (αριθμός τεμαχίου 1XX9). Κατά ή περί το 2000 ο όμιλος Sharelink τους προσέγγισε και ζήτησε να επενδύσει στην επιχείρηση τους πράγμα το οποίο έγινε μέσω των εναγομένων 2 οι οποίοι αγόρασαν το 70% των μετοχών της εταιρείας τους (ήτοι των εναγομένων 1). Εν συνεχεία το 2009 χρησιμοποιήθηκε μια νέα εταιρεία με την ονομασία των εναγομένων 1 και αριθμό εγγραφής 241791, στην οποία μεταφέρθηκαν οι εργασίες της Τσακκάλι Εμπορική Εταιρεία Λτδ και η οποία εν συνεχεία έλαβε και την ονομασία Τσακκάλι Εμπορική Εταιρεία Λτδ ενώ η εταιρεία υπό την οποία δούλευαν έλαβε την ονομασία CROLANTACO LIMITED και σε αυτή παρέμειναν ως μόνα περιουσιακά στοιχεία οι 2 αποθήκες. Έτσι κατέληξαν να έχουν τις εξής 2 εταιρείες: (α) τους εναγομένους 1 (αριθμός εγγραφής 37026) με μοναδικά περιουσιακά στοιχεία τις 2 αποθήκες, και (β) την (νέα) Τσακκάλι Εμπορική Εταιρεία Λτδ (HE 241791 - εφεξής η Τσακκάλι) η οποία συνέχιζε και συνεχίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκούσαν με τον συνέταιρο του και στην οποία αγόρασε ολόκληρο το μερίδιο-μετοχές των εναγομένων 2 ο XXXXX Κουλέρμος. Τόσο αυτός όσο και ο συνέταιρος του κράτησαν από 15% των μετοχών έκαστος σε κάθε εταιρεία και συνέχισαν να δουλεύουν στην Τσακκάλι ως και παλαιότερα. Σε κάποια μεταγενέστερη φάση αυτός πώλησε τις μετοχές που κατείχε στην Τσακκάλι στον Κουλέρμο ενώ ο συνέταιρος του εξακολουθεί να είναι μέτοχος στην Τσακκάλι μέχρι και σήμερα. Έτσι η Τσακκάλι συνέχισε τις εμπορικές της δραστηριότητες και οι εναγόμενοι 1 ενοικίαζαν τις αποθήκες στην Τασκκάλι και λάμβαναν ενοίκια ως εισόδημα. Από το έτος 2011, παρά το ότι οι εναγόμενοι 1 είχαν υψηλά εισοδήματα, δεν έχει λάβει οιοδήποτε μέρισμα. Κατά καιρούς η εναγόμενη 2 χρειαζόταν χρηματοδότηση ή πιστωτικές διευκολύνσεις και οι εναγόμενοι 1 προσέφεραν εγγυήσεις στην Λαϊκή Τράπεζα προς όφελος της ενώ κατά ή περί το 2010 υποθήκευσαν προς όφελος της εναγομένης 2 τις 2 αποθήκες. Μετά από πολλές συζητήσεις με τους υπολοίπους μετόχους και διοικητικούς συμβούλους των εναγομένων συμφώνησαν αρχές του 2013 να αγοράσουν οι ενάγοντες την αποθήκη 1 δίνοντας ως αντάλλαγμα το συνολικό ποσό των 610,000 ευρώ που ήταν και η αξία της αποθήκης 1 εκείνη την περίοδο. Το τίμημα θα καταβαλλόταν με 2 τρόπους, θα μεταβίβαζε τις μετοχές των εναγομένων 1 που κατείχε στους εναγομένους 2 οι οποίες κοστολογούντο περί τις 400,000 ευρώ και θα πληρωνόταν το ποσό των 210,000 ευρώ από τους ενάγοντες. Έτσι συμφώνησαν οι ενάγοντες να αγοράσουν την αποθήκη 1, υπογράφηκε η συμφωνία πώλησης ακινήτου ημερομηνίας 30/1/2013 η οποία προνοούσε την πληρωμή του ποσού των 210,000 ευρώ και ταυτόχρονα μεταβίβασε τις μετοχές που κατείχε στους εναγομένους 1 στην εναγόμενη
  1. Βάσει λοιπών του εγγράφου ημερομηνίας 30/1/2013 οι εναγόμενοι 1 θα μεταβίβαζαν την αποθήκη 1 στους ενάγοντες 1 κατά ή περί τις 30/3/2013 ενώ το τίμημα των 210,000 ευρώ θα εξοφλείτο ως ακολούθως: (α) 70,000 ευρώ με την υπογραφή του εγγράφου ημερομηνίας 30/1/2013, και (β) 70,000 ευρώ στις 30/4/2013, και (γ) 70,000 ευρώ στις 30/7/
  2. Ήταν γνωστό στους ενάγοντες και εναγόμενους ότι η αποθήκη 1 βαρυνόταν με υποθήκη προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας και ήτο βασική προϋπόθεση η εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης για να προχωρήσει η μεταβίβαση της αποθήκης 1 στους ενάγοντες 1, γεγονός φυσικά που ανέλαβαν να πράξουν οι εναγόμενοι. Η προκαταβολή των 70,000 ευρώ, παρά τα αναφερόμενα στο έγγραφο ημερομηνίας 30/1/13 δεν καταβλήθηκε αφού αφενός είχαν μεταβιβαστεί οι μετοχές του που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος και αφετέρου αφού ήτο κοινό έδαφος και πεποίθηση ότι πολύ σύντομα θα προχωρούσαν με την εξόφληση των 210,000 ευρώ και την μεταβίβαση της αποθήκης
  3. Ενόψει αυτής της πεποίθησης αλλά και του κλίματος εμπιστοσύνης και συνεργασίας που υπήρχε δεν κατέθεσε και το έγγραφο ημερομηνίας 30/1/13 στο αρμόδιο τμήμα του κτηματολογίου. Έκτοτε πολύ συχνά οχλούσε τους εναγομένους και ειδικότερα τον Κώστα Κύρκο αναφέροντας του την ετοιμότητα των εναγόντων να εξοφλήσουν τις 210,000 ευρώ και να λάβουν την αποθήκη 1 ελεύθερη βαρών και υποθηκών. Ο ίδιος τον διαβεβαίωνε πάντα ότι η συμφωνία θα προχωρούσε και του έλεγε να περιμένει λίγο καθότι, ως γνώριζε, τα χρέη στις τράπεζες ήταν μεγάλα και έπρεπε να βρεθεί η λύση για να αποδεσμευτεί η αποθήκη 1 και να μεταβιβαστεί. Μάλιστα ενόψει των πιέσεων του η κατοχή της αποθήκης 1 παραδόθηκε στους ενάγοντες το καλοκαίρι του 2014 για να την εκμεταλλεύονται μέχρις ότου επιλυθεί το θέμα της μεταβίβασης. Μετά την παράδοση της κατοχής της αποθήκης 1 οι ενάγοντες 1 είχαν προχωρήσει και ενοικιάσει την αποθήκη 1 σε 3° πρόσωπο, τον Γυμναστικό Σύλλογο Παγκύπρια (εφεξής Γ.Σ.Π.), γεγονός που ήταν και είναι εν γνώσει των εναγομένων. Έκτοτε οι ενάγοντες 1 εισέπρατταν και εισπράττουν ενοίκια και πάλι εν γνώσει των εναγομένων και χωρίς οι εναγόμενοι σε οιαδήποτε περίσταση να διαμαρτυρηθούν για αυτό. Από τον Ιανουάριο του 2013, έως και σήμερα οι ενάγοντες ήταν και είναι έτοιμοι να προχωρήσουν σε πληρωμή των 210,000 ευρώ άμεσα και να λάβουν ιδιοκτησία της αποθήκης 1 γεγονός που ήτο και είναι γνωστό στους εναγομένους και το οποίο προσωπικά τόνισε πολλές φορές στον Κύρκο αλλά και άλλους εκπροσώπους των εναγομένων. Μετά τα Χριστούγεννα του 2017 πληροφορήθηκαν από 3° πρόσωπο ότι οι εναγόμενοι ήλθαν σε συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου για να την παραδώσουν την αποθήκη 1 με βάση συμφωνία διακανονισμού οφειλών της εναγομένης 2 ή άλλων εταιρειών συμφερόντων του ομίλου Sharelink προς την τράπεζα. Στις 27/12/2017 έλαβαν με ταχυδρομείο επιστολή από τους εναγομένους 1, ημερομηνίας 15/12/2017, με την οποία ισχυρίζονται ότι βάσει του όρου 9 του εγγράφου ημερομηνίας 30/1/13 η συμφωνία για την αποθήκη 1 δεν ισχύει. Απορρίπτει τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι το έγγραφο ημερομηνίας 30/1/13 έχει παύσει αυτοδικαίως να ισχύει αφού ο όρος 9 αυτού προνοεί την παύση ισχύος του σε περίπτωση που η μεταβίβαση της αποθήκης 1 δεν λάβει χώρα εξ' υπαιτιότητας των εναγόντων κάτι που φυσικά δεν ισχύει και απορρίπτεται. Αντίθετα ο μόνος υπαίτιος για την μη μεταβίβαση της μέχρι σήμερα είναι οι εναγόμενοι οι οποίοι δεν μπορούν να επικαλούνται τον όρο 9 του εν λόγω εγγράφου ούτε τις δικές τους παραλείψεις για να αποφύγουν τις ξεκάθαρες συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ουδέποτε μέχρι και τις 27/12/2017 οι εναγόμενοι ήγειραν τέτοιους ισχυρισμούς περί δήθεν ακύρωσης του εγγράφου ημερομηνίας 30/1/13 και της συμφωνίας μεταβίβασης της αποθήκης 1, αντίθετα με την συμπεριφορά και διαβεβαιώσεις τους επιβεβαίωσαν σε πολλές περιπτώσεις, ότι το έγγραφο και η συμφωνία ίσχυαν κανονικά και ότι θα προχωρούσαν σε μεταβίβαση της αποθήκης 1 μόλις οι ίδιοι κατάφερναν να αποδεσμεύσουν αυτή από τα βάρη-υποθήκες με τα οποία βαρυνόταν και βαρύνεται. Επεσύναψε στην ένορκη του Δήλωση, το έγγραφο ημερομηνίας 30/1/13 ως Τεκμήριο 1, την επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 15/12/2017 ως Τεκμήριο 2, και το ενοικιαστήριο έγγραφο με το ΓΣΠ ως Τεκμήριο
  4. Η αποθήκη 1 δεν έχει ακόμη μεταβιβαστεί σε αυτή όμως πρόκειται να συμβεί αυτό ανά πάσα στιγμή. Η μοναδική περιουσία των εναγομένων 1 είναι οι αποθήκες ενώ είναι ξεκάθαρο ότι και η αποθήκη 1 αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Συνεπώς εάν το αιτούμενο διάταγμα δεν εγκριθεί ούτως ώστε να δεσμευτεί η αποθήκη 1 θα καταστεί η αγωγή άνευ αντικειμένου και χωρίς την δυνατότητα να ικανοποιηθεί η απαίτηση των εναγόντων. Το όλο θέμα είναι κατεπείγον και ότι συντρέχουν οι ειδικές περιστάσεις ου αναφέρει ο νόμος και ότι εάν οι εναγόμενοι δεν εμποδιστούν με το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και η αξίωση των εναγόντων σε περίπτωση που επιτύχουν στην αγωγή τους να παραμείνει ανικανοποίητη. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση στην Ειδοποίηση της οποίας κατέγραψαν αριθμό λόγων ένστασης. Βάσισαν δε την ένσταση τους στα ίδια νομοθετήματα πάνω στα οποία βάσισαν και την Αίτηση τους οι Ενάγοντες. Η ένσταση υποστηρίζεται ως προς τα γεγονότα από την ένορκη δήλωση του XXXXX Λάρκου, η οποία επισυνάπτεται σ΄ αυτή. Είναι, λέγει, ένας εκ των Διευθυντών των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1 και γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης. Ο ομνύοντας XXXXX Αναστασίου δεν αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα στο Δικαστήριο και έχει αποκρύψει έγγραφα. Συγκεκριμένα, έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο, ότι οι 63.750 μετοχές, που αυτός κατείχε στην Εναγόμενη αρ. 1 - Εταιρεία, δηλαδή το 100% των μετοχών του, αγοράστηκαν από την Εναγόμενη αρ. 2, Εταιρεία, στις 25/1/2013, για το ποσό των €210.000, ποσό που του έχει καταβληθεί από την Εναγομένη αρ. 2, Εταιρεία και το ζήτημα των μετοχών έληξε. Επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(α), Πιστοποιητικό Μετοχών της Εναγομένης αρ. 1, Εταιρείας, ημ. 5/5/2010, όπου φαίνεται, ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 κατείχε το 15% (δηλ. 63.750 συνήθεις μετοχές) επί του μετοχικού κεφαλαίου της και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1(β), Πιστοποιητικό Μετόχων, ημ. 5/3/2013, όπου φαίνεται, ότι ο Ενάγοντας έχει μεταβιβάσει τις μετοχές του επί του κεφαλαίου της Εναγόμενης αρ. 1, στην Εναγόμενη αρ. 2, Εταιρεία. Θεωρεί αναγκαία την κατάθεση των σχετικών Πιστοποιητικών, για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του, ότι ο Ενάγοντας αρ. 2 δεν είχε οποιεσδήποτε άλλες μετοχές στην Εναγομένη αρ. 1, Εταιρεία, πλην των 63.750, που πώλησε στις 25/1/2013, στην Εναγομένη αρ. 2, Εταιρεία, για το ποσόν των € 210.
  5. Επισυνάπτει, επίσης, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, σχετικό έγγραφο με τίτλο «ΕΓΓΡΑΦΟ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΜΕΤΟΧΩΝ», ημ. 25/1/2013, που φέρει την υπογραφή του Ενάγοντα αρ. 2 (Πωλητής / Μεταβιβάζων). Συνεπώς, όλες οι μετοχές του Ενάγοντα αρ. 2 έχουν πωληθεί από τον ίδιο προς την Εναγομένη αρ. 2, Εταιρεία και μεταβιβαστεί, για το ποσό των € 210.000, το οποίο και του έχει καταβληθεί και ο ισχυρισμός του ομνύοντα περί αξίας των μετοχών του στο ποσό των € 400.000, απορρίπτεται, ως παντελώς ψευδής, αστήρικτος και αυθαίρετος. Ο Ενάγοντας αρ. 2 έχει στην κατοχή του και εκείνος σχετικό αντίγραφο του Τεκμηρίου 2, το οποίο είχε υποχρέωση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο και δεν αποκάλυψε. Η Συμφωνία Πώλησης του ακινήτου, που ο ομνύοντας αναφέρει, αλλά και επισυνάπτει, ως Τεκμήριο 1, στην ένορκη δήλωση του, χρονικά, έπεται της πώλησης των μετοχών του, αφού φέρει ημ. 30/1/
  6. Ο λόγος που αυτή δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο από τον ίδιο τον Ενάγοντα αρ. 2, ήταν οι πρόνοιες του όρου 9, αλλά και η μεταξύ τους συνεννόηση, ότι δηλαδή, εάν μέχρι τις 31/3/2013, εξ' υπαιτιότητας του Αγοραστή, δεν ολοκληρωνόταν η μεταβίβαση, τότε η Συμφωνία θα έπαυε να ισχύει και όχι η επικαλούμενη από τον ίδιο εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών. Η Συμφωνία δεν έχει ολοκληρωθεί, ποτέ, αφού οι Ενάγοντες δεν κατέβαλαν το τίμημα αγοράς, ούτε καν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους και όχι εκ της ύπαρξης υποθήκης, η οποία θα μπορούσε, ανά πάσα στιγμή και ταυτόχρονα της διαδικασίας μεταβίβασης και της καταβολής του τιμήματος στο Κτηματολόγιο, να αρθεί. Ουδεμία σχέση και/ή συσχετισμό έχει και/ή μπορεί να έχει η πώληση των μετοχών του Ενάγοντα αρ. 2, με την πρόθεση του, 5 μέρες αργότερα, να αγοράσει την επίδικη αποθήκη. Εάν, άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός του Ενάγοντα αρ. 2, είχε οποιαδήποτε σοβαρή βάση, θα ανέμενε, ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας αρ. 2 θα αξίωνε από αυτούς, όπως, τα δύο έγγραφα (Μεταβίβασης Μετοχών & Πωλητήριο Ακινήτου) να υπογράφονταν ταυτόχρονα, τα δύο ποσά να αλληλοεξουδετερώνονταν και ο Ενάγοντας αρ. 2 να μην χρειαζόταν να λάβει από εμάς το ποσό των € 210.000, για την Πώληση των μετοχών του, ποσό το οποίο δεν μπορεί να αρνηθεί, ότι έλαβε. Καμία σχέση δεν έχει και ούτε είχε η υποθήκη επί του ακινήτου για σκοπούς μεταβίβασης του ακινήτου, υπό την έννοια, ότι η υποθήκη θα μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να αρθεί, εάν και εφόσον οι Ενάγοντες είχαν τα χρήματα να εξοφλήσουν το τίμημα αγοράς του ακινήτου, τα οποία και θα κατέβαλλαν στο Κτηματολόγιο, όταν αυτοί, σε συνεννόηση με την Τράπεζα, θα μεριμνούσαν για την ακύρωση της υποθήκης, ταυτόχρονα, με την μεταβίβαση του ακινήτου. Ουδέποτε, όμως, οι Ενάγοντες τους κάλεσαν στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση, διότι δεν είχαν ποτέ πρόθεση να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα και ενδεχομένως να μην είχαν και τα χρήματα. Στις 9/01/2018, ο Ενάγοντας αρ. 2 είχε συνάντηση, για το επίδικο ζήτημα, στα γραφεία των Εναγομένων, στη Λευκωσία. Εκεί επιχείρησαν να του δώσουν μια τελευταία ευκαιρία να φέρει τα χρήματα, πλέον τους τόκους, για να του μεταβιβαστεί το ακίνητο και ο ίδιος ανέφερε, ότι δεν προτίθεται να καταβάλει το ποσό, επειδή η αξία του ακινήτου έχει με τα χρόνια μειωθεί και δεν τον συνέφερε πλέον. Ο Ενάγοντας αρ. 2 κινείται και κακόπιστα, αλλά και καταχρηστικά έναντι των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες ουδέποτε επέδειξαν ετοιμότητα να εξοφλήσουν το τίμημα πώλησης του ακινήτου, για να δικαιούνται σε μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου και ουδέποτε τους κάλεσαν στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση και αρνηθήκαν να πάνε. Παραδέχεται, ότι οι Ενάγοντες αρ. 1 προχώρησαν σε ενοικίαση του ακινήτου και ελάμβαναν και ενοίκιο. Ο λόγος που δεν οχλήθηκαν οι Ενάγοντες από τους Εναγόμενους επί τούτου, ήταν διότι ανέμεναν, καλόπιστα, την εξόφληση του ποσού, ως το σχετικό Πωλητήριο. Μετά τον Τερματισμό από αυτούς του σχετικού Πωλητηρίου, έχουν προβεί σε σχετικά διαβήματα και έχουν υπογράψει νέα Συμφωνία Ενοικίασης της επίδικης αποθήκης με το ΓΣΠ, την οποία επισυνάπτει, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 στην ένορκή του δήλωση. Η σχετική Συμφωνία έχει ισχύ 2 έτη και αρχίζει την 1ην Ιανουαρίου 2018 και λήγει την 31ην Δεκεμβρίου
  7. Για αυτό το λόγο το ΓΣΠ, από 1/1/2018, δεν καταβάλλει προς την Ενάγουσα αρ. 1, Εταιρεία, οποιονδήποτε ενοίκιο και αυτό το ζήτημα οι Ενάγοντες το γνώριζαν και επίσης, το έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο. Απορρίπτει τον ισχυρισμό του ομνύοντα, ότι έμαθε από τρίτο πρόσωπο περί της Συμφωνίας των Εναγομένων με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και λέγει, ότι, επί του ζητήματος τούτου την πληροφόρηση την έλαβε από τους ίδιους τους Εναγόμενους. Ουδεμία αντισυμβατική συμπεριφορά υπήρξε από μέρους των Εναγομένων και ουδέποτε οι Ενάγοντες εξεδήλωσαν πρόθεση να εξοφλήσουν το τίμημα πώλησης για να εδικαιούντο σε μεταβίβαση του ακινήτου. Ουδείς έδρασε πίσω από την πλάτη του Ενάγοντα αρ. 2, όπως αυτός, ψευδώς, ισχυρίζεται. Οι Ενάγοντες δεν έχουν εξοφλήσει το τίμημα πώλησης, δεν κατέθεσαν, για τους λόγους που εξήγησε, το Πωλητήριο στο Κτηματολόγιο και δεν δικαιούνται, ούτε σε μεταβίβαση του ακινήτου, αλλά ούτε και σε Ειδική Εκτέλεση, δυνάμει των προνοιών του σχετικού Νόμου. Τα έγγραφα που οι Ενάγοντες - Αιτητές επικαλούνται ως τη βάση των αγώγιμων δικαιωμάτων τους εναντίον των Εναγομένων, όπως το Πωλητήριο Έγγραφο, ημ. 25/1/2013, ως επίσης και το Ενοικιαστήριο Έγγραφο (με ΓΣΠ), ημ. 1/09/2014, λανθασμένα έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, κατά το στάδιο αξιολόγησης της Μονομερούς Αιτήσεως, ως μαρτυρία και/ή ως έγκυρα έγγραφα, αφού αυτά δεν είναι δεόντως χαρτοσημασμένα, δυνάμει του Περί Χαρτοσήμων Νόμου και συνεπώς, ουδεμία νομική αξία έχουν και/ή μπορεί να έχουν ως μαρτυρία. Η δοθείσα από τους Ενάγοντες εγγύηση των € 50.000,00 είναι ανεπαρκής και σε καμία περίπτωση δεν εξασφαλίζει τους Εναγόμενους για τις ζημιές που αυτοί θα υποστούν από την ισχύ του Απαγορευτικού Διατάγματος, μέχρι και την ακύρωση του. Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.Δ.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στην απόφαση Τ.Α. Micrologic Com. Consult Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 αποφασίστηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255. Σκοπός των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα (βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς επίσης και με το κατά πόσον είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269 -
  1. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Αιτητή, βρίσκω ότι η διαφορά εδράζεται σε συμφωνία πώλησης ακινήτου, ήτοι μιας αποθήκης αρ. 1, ημερομηνίας 30.1.2013, η οποία προνοούσε την πληρωμή του ποσού των €210.000 και ταυτόχρονα μεταβίβαση των μετοχών που κατείχε στους Εναγομένους 1 στην Εναγομένη
  2. Βάσει της συμφωνίας αυτής οι Εναγόμενοι 1 θα μεταβίβαζαν την αποθήκη αρ. 1 στους Ενάγοντες 1 κατά ή περί την 30.3.2013 με συμφωνημένη εξόφληση των €210.000 σε τρεις δόσεις, €70.000 η κάθε δόση. ΄Ηταν γνωστό στους Ενάγοντες και Εναγομένους ότι η αποθήκη αρ. 1 βαρυνόταν με υποθήκη προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας και ήτο βασική προϋπόθεση η εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης για να προχωρήσει η μεταβίβαση της αποθήκης αρ. 1 στους Ενάγοντες 1, γεγονός που ανέλαβαν να πράξουν οι Εναγόμενοι. Η προκαταβολή των €70.000 δεν καταβλήθηκε αφού είχαν μεταβιβαστεί οι μετοχές και οι Εναγόμενοι δεν ήτο έτοιμοι να μεταβιβάσουν την αποθήκη αρ. 1 ελεύθερη βαρών με την καταβολή ολοκλήρου του ποσού των €210.
  3. Η κατοχή της αποθήκης αρ.1 παραδόθηκε στους Ενάγοντες για να την εκμεταλλεύονται μέχρις ότου επιλυθεί το θέμα της μεταβίβασης. Οι Εναγόμενοι διαπραγματεύονται την μεταβίβαση της αποθήκης αρ. 1 στην Τράπεζα Κύπρου προς εξόφληση οφειλών. Βρίσκω ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  4. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση του Αιτητή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκουν οι Αιτητές με την αγωγή τους. Σίγουρα οι Καθ΄ ων η Αίτηση αμφισβητούν την αξίωση της Αιτήτριας. Αυτά όμως είναι θέματα τα οποία θα αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής. ΄Εχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια το έγγραφο ημερομηνίας 30.1.2013, η επιστολή των Εναγομένων ημερομηνίας 15.12.2017 για τερματισμό της συμφωνίας και το ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ Εναγόντων 1 και ΓΣΠ για το επίδικο ακίνητο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ακρόαση της αίτησης έγινε με βάση τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται στην αίτηση και την ένσταση. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. H τρίτη προϋπόθεση αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και τη προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην απόφαση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του Κράτους Δικαίου για την αποτροπή παράνομων και παράτυπων ενεργειών. ΄Ενας από τους κυριότερους σκοπούς των ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα. Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστούν οι Αιτητές ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθώς επίσης και με το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Αντικείμενο της Αγωγής είναι η επίδικη αποθήκη αρ. 1 την κυριότητα της οποίας απαιτούν οι Ενάγοντες, κυρίως η Ενάγουσα 1 η οποία έχει καταρτήσει και υπογράψει συμφωνία με την Εναγομένη 1. Εάν το ακίνητο μεταβιβαστεί στην Τράπεζα Κύπρου, τόσο η συμφωνία όσον και η αγωγή θα μείνουν άνευ αντικειμένου. Εάν δεν παραχωρηθεί το αιτούμενο διάταγμα, τότε οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα μεταβιβάσουν το ακίνητο στην Τράπεζα Κύπρου και ακολούθως της μεταβίβασης αυτής, πολύ πιθανόν ότι αυτό θα μεταβιβαστεί περαιτέρω σε καλόπιστο τρίτο, καθιστώντας έτσι την μεταγενέστερη επαναφορά του και επανεγγραφή του στο όνομα του δικαιούχου, σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής, ως μια αδύνατη πιθανότητα. Βρίσκω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που απαριθμεί ο Νόμος και έτσι είναι επάναγκες να διατηρηθεί το status quo ante προς διατήρηση των δεδομένων ως είχαν, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Με βάση όλα τα πιο πάνω, βρίσκω ότι και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402). Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου προβλέπει: «9
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλον.» Ενόψει της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος Α της Αίτησης, είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό την έννοια της απονομής της δικαιοσύνης, όπως οριστικοποιηθεί το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 29.1.2018. Όσον αφορά την ικανοποίηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, ενόψει των όσων έχουν λεχθεί, είναι σαφές ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ των Αιτητών στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η αξίωση των Εναγόντων παρουσιάζεται ως ικανοποιούσα τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου και έτσι είναι επάναγκες να διατηρηθεί το status quo ante προς διατήρηση των δεδομένων ως είχαν, μέχρι την εκδίκαση της Αγωγής. Το εκδοθέν, μονομερώς, διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης, οριστικοποιείται. Επιδικάζονται €800 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγομένων. (Υπ.) ............. Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.