← Κύπρος

INTERYACHTING LTD ν. ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4556/2011, 5/10/2018

INTERYACHTING LTD ν. ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4556/2011, 5/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A535 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4556/2011 Μεταξύ: INTERYACHTING LTD Ενάγουσα και ΑΡΧΗ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόμενος -------------------- Ημερομηνία: 5/10/2018 Για ενάγουσα: κος Χρ. Ιωαννίδης Για εναγομένη: κος Σιδεράς ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα η ενάγουσα εταιρεία απαιτεί από την εναγομένη Αρχή Λιμένων αποζημιώσεις ύψους €59.863,52 ως ζημία την οποία κατ΄ ισχυρισμό έχει υποστεί. Η ενάγουσα εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια πλοίων. Τα πλοία τα οποία διαθέτει τα χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων, για ταξίδια αναψυχής ή ψυχαγωγίας. Για τους σκοπούς των δραστηριοτήτων της χρησιμοποιεί τα λιμάνια Λεμεσού και Πάφου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, το ποσό το οποίο απαιτείται, έχει δοθεί στην Αρχή Λιμένων ως τέλη μεταξύ των ετών 2002-

  1. Πλην όμως, η καταβολή αυτή έγινε λανθασμένα επειδή η ενάγουσα όταν κατέβαλλε τα επίδικα ποσά, πίστευε ότι η Αρχή Λιμένων είχε δικαίωμα είσπραξης, δυνάμει νομοθετικής διάταξης ή κανονιστικής διοικητικής πράξης. Κάτι τέτοιο όμως δεν υφίστατο και επομένως είναι η θέση της ενάγουσας ότι αυτά έχουν δοθεί άνευ νόμιμου ανταλλάγματος και θα πρέπει να της επιστραφούν. Η θέση της Αρχής Λιμένων, όπως αυτή καταγράφεται στην Υπεράσπισή της είναι εντελώς αντίθετη. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το έτος 1999 συμφωνήθηκε μεταξύ της Αρχής Λιμένων και του Παγκύπριου Συνδέσμου Ιδιοκτητών Επαγγελματικών Τουριστικών Σκαφών (πλέον ΠΣΙΕΤΣ), ότι κάθε ιδιοκτήτης επαγγελματικού τουριστικού σκάφους και/ή κάθε μέλος του ΠΣΙΕΤΣ το οποίο παρείχε τουριστικές υπηρεσίες ή εξυπηρετούσε το κοινό με σκάφος με γυάλινο πυθμένα θα κατέβαλλε στην εναγομένη ποσό €0,85 για κάθε επιβάτη παράκτιας κρουαζιέρας και ποσό €0,50 (περίπου) για κάθε επιβάτη σε σκάφος με γυάλινο πυθμένα. Συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι με την επιβολή των πιο πάνω ποσών η Αρχή Λιμένων θα έπαυε πλέον να χρεώνει τα μέλη του ΠΣΙΕΤΣ οποιαδήποτε άλλα τέλη ή δικαιώματα τα οποία είχε δυνάμει της ΚΔΠ45/76 την ευχέρεια να επιβάλλει. Η πιο πάνω συμφωνία θα δέσμευε τόσο τα υφιστάμενα μέλη του ΠΣΙΕΤΣ, όσο και όσους θα γίνονταν μέλη μεταγενέστερα. Εφόσον, η ενάγουσα έγινε μέλος του ΠΣΙΕΤΣ το 2002, τότε όφειλε να καταβάλλει τα πιο πάνω αναφερόμενα τέλη στην Αρχή Λιμένων. Η ενάγουσα πλήρωνε κανονικά μέχρι το έτος
  2. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι με την Υπεράσπιση καταγράφονται προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες όμως δεν προωθήθηκαν. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: «
  3. Κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο η Ενάγουσα είναι Εταιρεία Περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη, συμφώνως των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 και είναι πλοιοκτήτρια εταιρεία. Τα επιβατικά πλοία και σκάφη της Ενάγουσας χρησιμοποιούνται από την Ενάγουσα και τα διαχειρίζεται για ταξίδια αναψυχής και ψυχαγωγίας, και για ακτοπλοϊκά ταξίδια και για κρουαζιέρες και για άλλες συναφείς προς τούτο υπηρεσίες και δράσεις και χρησιμοποιεί για τους σκοπούς των δραστηριοτήτων της τα Λιμάνια της Λεμεσού και της Πάφου.
  4. Η Εναγομένη είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου το οποίο έχει εγκαθιδρυθεί δυνάμει του Περί Αρχής Λιμένων Νόμου Ν.38/73και έχει αναλάβει την ιδιοκτησία, διαχείριση και εκμετάλλευση των λιμανιών της Κυπριακής Δημοκρατίας και ασκεί εξουσία και δραστηριότητα δυνάμει του ως άνω Νόμου και των εκδοθέντων Κανονισμών.
  5. Κατά ή περί το 2002-2006 η Εναγομένη επέβαλλε δικαιώματα και/ή τέλη στην Ενάγουσα. Η Εναγομένη εισέπραξε από την Ενάγουσα για την περίοδο 2002-2006 το συνολικό ποσό των €59.863,52 (ΛΚ35.007,91) πλέον ΦΠΑ. Η Ενάγουσα κατέβαλλε το πιο πάνω ποσό στην Εναγομένη.
  6. Συγκεκριμένα το ποσό των ΛΚ35.007,91 ή το ισόποσο σε €59.863,52 πλέον ΦΠΑ προέκυψε από δικαιώματα και/ή τέλη ως ακολούθως: Α)ΛΚ0,50 ανά επιβάτη που επέβαινε σε σκάφος παράκτιας κρουαζιέρας Β)ΛΚ0,25 ανά επιβάτη που επέβαινε σε σκάφος με γυάλινο πυθμένα (Glass Bottom Boat),
  7. Η Ενάγουσα καταχώρησε την Υπ΄ Αριθμό 1604/05 προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της επιβολής από την Εναγομένη των πιο πάνω αναφερόμενων ποσών.
  8. Στις 17/11/2010 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στην υπ΄αριθμό 1604/05 Προσφυγή με την οποία απέρριψε την προσφυγή για το λόγο ότι τα επίδικα ζητήματα εμπίπτουν στη σφαίρτα του ιδιωτικού δικαίου. Η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/11/2010 δεν εφεσιβλήθηκε.» Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, μαρτυρία έδωσαν δύο μάρτυρες, ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας και λειτουργός της Αρχής Λιμένων. Ο διευθυντής της ενάγουσας, XXXXX Επιφανίου, είπε ότι η ενάγουσα την περίοδο 2002-2006 κατέβαλε στην Αρχή Λιμένων ποσό €59.863,52, ως τέλη, επειδή τελούσε με την πεποίθηση ότι είχε νομική υποχρέωση (είτε από νόμο είτε από ΚΔΠ) να πράξει τούτο. Όταν αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση και θεωρώντας ότι η πράξη επιβολής συνιστούσε διοικητική πράξη άσκησε προσφυγή, πλην όμως η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν ότι η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι δημοσίου δικαίου. Κατά την αντεξέτασή του, εξήγησε ότι ζήτησε συγκεκριμένα σκάφη της ενάγουσας εταιρείας να ελλιμενίζονται σε λιμάνια της Αρχής Λιμένων. Απέστειλε σχετική επιστολή και σε απάντηση της η Αρχή Λιμένων ενημέρωσε για όρους και χρεώσεις της, προκειμένου τα σκάφη της ενάγουσας να ελλιμενίζονται στα λιμάνια της Αρχής Λιμένων (επιστολή/τεκμήριο 8). Η θέση του ήταν ότι, η Αρχή Λιμένων, δεν τους παρείχε καμία υπηρεσία και ότι πήραν άδεια και κατασκεύασαν πλωτή αποβάθρα για να δένουν τα σκάφη της ενάγουσας. Όταν αντιλήφθηκε ο ίδιος και άλλοι ιδιοκτήτες ότι οι χρεώσεις ήταν «παράτυπες» (υπό την έννοια ότι δε προβλέπονταν από νόμο ή ΚΔΠ), τότε κινητοποιήθηκαν για ακύρωσή τους ή μείωσή τους. Τελικά το έτος 2004 τόσο η ενάγουσα όσο και άλλες πλοιοκτήτριες εταιρείες προχώρησαν στην υπογραφή συμφωνίας με την Αρχή Λιμένων/τεκμήριο
  9. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι η συμφωνία αυτή δεν έφερε τα οφέλη που ανάμεναν οι πλοιοκτήτες και ο μόνος σκοπός της ήταν να γίνουν ρυθμίσεις έτσι ώστε να σταματήσει το φαινόμενο του «κραχτισμού». Τελικά, καταχωρήσαν προσφυγή εναντίον της επιβολής τελών. Συμφώνησε ότι πριν από την καταχώρηση της προσφυγής δεν είχε αποσταλεί επιστολή διαμαρτυρίας προς την Αρχή Λιμένων ή επιστολή με την οποία να ζητούσαν την επιστροφή των χρημάτων τα οποία ζητούν με την αγωγή. Επισήμανε ότι η θέση του και το παράπονό του ήταν και είναι ότι οι επαγγελματίες ιδιοκτήτες σκαφών θα έπρεπε να πληρώνουν χαμηλότερα τέλη από τους ιδιώτες, κάτι το οποίο δεν γινόταν. Για την εναγομένη Αρχή Λιμένων μαρτυρία έδωσε η XXXXX Σιηττή, Ανώτερη Διοικητική Λειτουργός. Εξήγησε ότι η Αρχή Λιμένων έχει ιδρυθεί σύμφωνα με το Νόμο38/73 και έχει αναλάβει, μεταξύ άλλων, την κατοχή, διαχείριση και εκμετάλλευση των λιμανιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, πλην των περιοχών που έχουν παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Η ραγδαία ανάπτυξη του τουρισμού, ευνόησε τη δημιουργία παράκτιου τουρισμού, δηλαδή θαλάσσιων εκδρομών με μικρά σκάφη. Η Αρχή Λιμένων προσέφερε και προσφέρει τα λιμάνια της για την εξυπηρέτηση των εν λόγω πλοιοκτητριών εταιρειών. Η ενάγουσα, είναι μεταξύ των εταιρειών οι οποίες διαθέτουν σκάφη για τον πιο πάνω σκοπό. Η Αρχή Λιμένων, για την παραχώρηση υπηρεσιών εξυπηρέτησης, θεώρησε ότι πέραν των τελών ελλιμενισμού, είχε δικαίωμα να επιβάλει πρόσθετα τέλη. Εισηγήθηκε να εισπράττει €0,85 (ΛΚ0,50) ανά επιβάτη και οι ιδιοκτήτες σκαφών που εκτελούν παράκτιες κρουαζιέρες το αποδέχτηκαν. Αργότερα κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ της Αρχής Λιμένων και του ΠΣΙΕΤΣ οι ιδιοκτήτες σκαφών αποδέχτηκαν την επιβολή δικαιώματος το οποίο να μην ξεπερνούσε τα €0,17 ανά άτομο και τελικά συμφωνήθηκε η καταβολή τέλους €0,85 (ΛΚ0,50) για κάθε επιβάτη σκάφους παράκτιας κρουαζιέρας και €0,43 (ΛΚ0,25) για κάθε επιβάτη που επιβαίνει σε σκάφος με γυάλινο πυθμένα. Με την επιβολή των πιο πάνω τελών θα καταργούνταν άλλα τέλη (τα οποία η Αρχή Λιμένων είχε δικαίωμα να επιβάλλει σύμφωνα με την τότε ισχύουσα ΚΔΠ8/76) αναφορικά με επίβλεψη επιβίβασης/αποβίβασης επιβατών, ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων, εγκατάσταση πάγου στην προβλήτα για πώληση εισιτηρίων κλπ. Η Αρχή Λιμένων είχε δικαίωμα να προχωρήσει με την πιο πάνω συμφωνία, αφού κάτι τέτοιο της παρέχεται με το άρθρο 10

(2)τουΝ.38/
  1. Είναι η θέση της Αρχής Λιμένων ότι μεταξύ των ετών 1999-2010 έχει προχωρήσει με διάφορα έργα για την εξυπηρέτηση των ιδιοκτητών τουριστικών σκαφών και πως η επιβολή των τελών ήταν καθαρά για ταμιευτικούς σκοπούς της Αρχής. Το έτος 2002 η ενάγουσα ενημέρωσε γραπτώς την Αρχή Λιμένων ότι είχε σκοπό να διεξάγει παράκτιες κρουαζιέρες. Η Αρχή Λιμένων της απάντησε γνωστοποιώντας της, τις πιο πάνω αναφερόμενες χρεώσεις. Έκτοτε η ενάγουσα κατέβαλλε ανελλιπώς τα τέλη. Το 2005 καταχωρήθηκε η προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε. Κατά το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε η προσφυγή η ενάγουσα εξακολουθούσε να πληρώνει κανονικά τα τέλη της. Παρόμοια προσφυγή είχαν καταχωρήσει και άλλοι πλοιοκτήτες. Τότε γινόταν προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος των τελών με συναντήσεις μεταξύ μελών του ΠΣΙΕΤΣ και της Αρχής Λιμένων. Σε αυτές τις συναντήσεις παρών ήταν και ο διευθυντής της ενάγουσας. Το όλο ζήτημα έληξε το 2016 όταν και συμφωνήθηκε η επιβολή ετήσιου τέλους αντί τέλους ανά επιβάτη. Κατά την αντεξέτασή της, υποδείχθηκε στη μάρτυρα και αυτή συμφώνησε ότι η συμφωνία που επικαλείται η Αρχή Λιμένων με την οποία καθορίστηκαν τα επίδικα τέλη, υπογράφηκε το 1999 όχι με τον ΠΣΙΕΤΣ, αλλά με ιδιοκτήτες τουριστικών σκαφών και ότι μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δεν ήταν η ενάγουσα. Επισήμανε αφενός ότι στην ενάγουσα είχαν κοινοποιηθεί οι όροι, προϋποθέσεις και χρεώσεις τις Αρχής Λιμένων προκειμένου η ενάγουσα να ελλιμενίζει τα σκάφη της σε λιμάνια της αφετέρου ότι η ενάγουσα μετά την αποστολή της επιστολή αυτής (τεκμήριο 8) δε διαμαρτυρήθηκε αλλά κατέβαλλε τα τέλη που της ζήτησε η Αρχή Λιμένων. Σε υποβολές ότι η ενάγουσα δεν έλαβε οποιαδήποτε υπηρεσία έναντι του τιμήματος αυτού, η μάρτυρας διαφώνησε, η Αρχή Λιμένων παρείχε υπηρεσίες στους ιδιοκτήτες σκαφών που ελλιμενίζονταν στα λιμάνια της. Μετά τη μαρτυρία της πιο πάνω, τα μέρη προχώρησαν με αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή και εάν και εφόσον χρειαστεί θα κάνω ειδική μνεία σε αυτό πιο κάτω. Επισημαίνεται ότι και οι δύο δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες, ομολογουμένως, αγορεύσεις τους αναφέρονται και αναλύουν το ζήτημα που αφορά στην εφαρμογή του δόγματος του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον η θέση της ενάγουσας που έχει προωθηθεί είναι πως η εναγόμενη έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος της. Προχωρώ στην αξιολόγησης της μαρτυρίας έχοντας πάντοτε κατά νου τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία αναφορικά με το έργο αυτό του Δικαστηρίου. Κατ΄ αρχάς επισημαίνω ότι πλείστα όσα γεγονότα είναι κρίσιμα για την εξαγωγή συμπερασμάτων και την εν γένη επίλυση της διαφοράς είναι είτε παραδεκτά είτε δεν έχουν αμφισβητηθεί στην πορεία της διαδικασίας. Η μαρτυρία έχει ήδη καταγραφεί πιο πάνω και δεν υπάρχει λόγος επανάληψής ή αναπαραγωγής της. Ως η αγωγή, ο λόγος για τον οποίο απαιτείται το επίδικο ποσό είναι εν ολίγοις, επειδή η Αρχή Λιμένων δεν είχε δικαίωμα να το εισπράξει είτε συμφωνά με νόμο είτε σύμφωνα με ΚΔΠ. Με τα δικόγραφα δεν προβάλλεται είτε ανεπάρκεια υπηρεσιών από την Αρχή Λιμένων είτε καμία παροχή υπηρεσιών. Επομένως, οι όποιοι τέτοιοι ισχυρισμοί του μάρτυρα για την ενάγουσα είναι άσχετοι με τα επίδικα θέμα έτσι όπως αυτά καθορίζονται με την αγωγή και δεν θα ληφθούν υπόψη. Ο μάρτυρας για την ενάγουσα σε γενικές γραμμές έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως ήδη αναφέρω τα περισσότερα γεγονότα είναι παραδεκτά. Από όσα είπε, αυτό που δεν αποδέχομαι είναι το ισχυρισμό του ότι το επίδικο ποσό το κατέβαλε επειδή του δημιουργήθηκε η πεποίθηση, από την Αρχή Λιμένων ότι είχε αντίστοιχη νομική υποχρέωση. Όπως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω η μαρτυρία δεν υποστηρίζει τη θέση του αυτή. Το ότι πιθανόν ο ίδιος, για λόγους που αφορούν αυτόν, να πίστευε ότι είχε την υποχρέωση καταβολής των τελών, δεν το αποκλείω ως πιθανότητα, δεν αποδέχομαι όμως τη θέση του, ότι η Αρχή Λιμένων του έκανε παράσταση ότι είχε υποχρέωση δυνάμει νόμου τα καταβάλλει τα πιο πάνω ποσά. Εξηγώ αμέσως σε σχέση με το πιο πάνω συμπέρασμα μου. Εύγλωττο είναι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, επιστολή από την Αρχή Λιμένων προς την ενάγουσα, 16/2/2001, το περιεχόμενο της οποίας μεταφέρω ως έχει: «Αναφέρομαι στην επιστολή σας 8 Δεκεμβρίου 2000 για ελλιμενισμό σκάφους στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού με σκοπό την επαγγελματική εκμετάλλευσή του. Στο αίτημά σας η Αρχή Λιμένων ανταποκρίνεται θετικά και θα σας παραχωρηθεί χώρος πρόσδεσης του σκάφους σας στο Νέο Λιμάνι και χώρος επιβίβασης των επιβατών σας στο Παλιό Λιμάνι. Η άδεια ελλιμενισμού παραχωρείται στο σκάφος σας με τους εξής όρους και προϋποθέσεις:
  2. Η άδεια ελλιμενισμού σας παραχωρείται υπό την προϋπόθεση ότι το σκάφος θα το εκμεταλλευτείτε επαγγελματικά. Κάτω από οποιανδήποτε άλλη μορφή δεν θα σας παραχωρείτο άδεια. Η Αρχή Λιμένων Κύπρου θα διακόψει την άδεια εφ΄ όσον παύσει να υπάρχει ο λόγος για τον οποίο εδόθη, ή και για οποιονδήποτε άλλο λόγο η Α.Λ.Κ κρίνει σκόπιμο και αναγκαίο.
  3. Θα καταθέσετε με επιστολή σας στην Α.Λ.Κ. τα αντίγραφα των πιστοποιητικών του πλοίου καθώς και άδεια μεταφοράς επιβατών από το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας.
  4. Το σκάφος σας θα ελλιμενίζεται στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού και θα επιβιβάζει/αποβιβάζει επιβάτες στο Παλιό Λιμάνι Λεμεσού σε χώρους που θα σας υποδειχθούν. Ενίοτε και όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, θα μπορείτε να επιβιβάζετε/αποβιβάζετε επιβάτες στο Παλιό Λιμάνι Λεμεσού μόνο κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης. Σ΄ αυτές τις περιτπτώσεις εκτός εργασίμων ωρών θα χρεώνεστε £6=, για κάθε προσέγγιση και £9= τα Σαββατοκυρίακα και αργίες. (Στο Παλιό Λιμάνι δεν επιβάλλεται χρέωση)
  5. Χρέωση Επιβατών: Για κάθε επιβάτη που μεταφέρετε θα καταβάλλετε στην Α.Λ.Κ. το τέλος 50 σεντ. Για σκοπούς χρέωσης θα παρουσιάζετε στην Α.Λ.Κ. τους καταλόγους επιβατών που μεταφέρατε κάθε 15 μέρες. (Η χρέωση επιβάλλεται για όσους επιβάτες επιβιβάζονται ή αποβιβάζονται σε λιμενικές περιοχές)
  6. Σκουπίδια: Για την περίοδο που εργάζεστε θα χρεώνεστε £25= το μήνα, για σκουπίδια τα οποία μπορείτε να παραδίδεται στο Παλιό και Νέο Λιμάνι. Για το σκοπό αυτό θα μας γνωστοποιείτε την έναρξη και το πέρας της περιόδου εργασίας. Στο Παλιό Λιμάνι θα τοποθετείτε τα σκουπίδια σας μέσα στη σκουπιδιέρα της Α.Λ.Κ. που βρίσκεται μόνιμα εγκατεστημένη εκεί. Για το Νέο Λιμάνι θα επικοινωνείτε στο τηλέφωνο 819200, ext. 164 μεταξύ των ωρών 08:00-13:00 για εξυπηρέτησή σας.
  7. Διανυκτέρευση: Το σκάφος θα παραμείνει στο Παλιό Λιμάνι εφόσον υπάρχει χώρος. Εάν ο χώρος δεν είναι αρκετός για όλα τα σκάφη, η παραμονή θα γίνεται εναλλάξ μεταξύ σας.
  8. Η διακίνηση του σκάφους στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού είναι ελεγχόμενη. Πριν την αναχώρηση θα ζητάτε άδεια από του Πλοηγούς μέσω V.H.F. στο κανάλι 10 ως επίσης κατά την άφιξη ένα τουλάχιστον μίλι πριν την είσοδο του λιμανιού θα το αναφέρετε και θα σας δίνονται οδηγίες ανάλογα με την κίνηση των πλοίων.» Η Αρχή Λιμένων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής, η οποία σημειώνω ότι κατατέθηκε χωρίς αμφισβήτηση από κάποια πλευρά, παραχώρησε άδεια ελλιμενισμού στα σκάφη της ενάγουσας και λοιπές υπηρεσίες υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων ήταν και η καταβολή τέλους £0,50 ανά επιβάτη. Καμία αναφορά γίνεται σε συμφωνία με τον ΠΣΙΕΤΣ, καμία αναφορά γίνεται σε τέλη επιβαλλόμενα δυνάμει νομοθετικής πρόνοιας ή πρόνοιας ΚΔΠ. Αυτό σε αντίθεση με τα όσα προώθησαν και οι δύο μάρτυρες. Καμία μαρτυρία υπάρχει ή δικογραφημένη θέση ότι η ενάγουσα δεν έλαβε υπηρεσίες. Ενόψει των πιο πάνω απορρίπτω τη θέση του μάρτυρα της ενάγουσας ότι η ενάγουσα έδιδε τα ποσά της αγωγής επειδή τελούσε υπό την πεποίθηση ότι είχε εκ του νόμου υποχρέωση να το πράξει, πεποίθηση την οποία του δημιούργησε η Αρχή Λιμένων. Ακόμα και εάν για λόγους που δεν γνωρίζω αυτό πίστευε η ενάγουσα, σίγουρα, όπως προκύπτει και από την ενώπιον μου μαρτυρία αυτή η αντίληψη δε δημιουργήθηκε εξαιτίας παράστασης της ενάγουσας. Αν υπάρχει κάτι άλλο, δεν μπορώ να το γνωρίζω. Ο ισχυρισμός για έλλειψη ανταλλάγματος/αντιπαροχής επίσης δεν ισχύει. Τα ποσά έχουν δοθεί έναντι συγκεκριμένου ανταλλάγματος από την Αρχή Λιμένων ως αυτό καθορίζεται στην πιο πάνω επιστολή. Δεν είναι δικογραφημένος ισχυρισμός, ούτε και προκύπτει από τη μαρτυρία ότι η Αρχή Λιμένων δεν παρείχε υπηρεσίες στην ενάγουσα. Η μάρτυρας για την εναγομένη, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα όσα γνώριζε για την υπόθεση. Η μαρτυρία της ήταν σε συνάρτηση με τα έγγραφα του σχετικού φακέλου και από όσα ήξερε σε σχέση με το επίδικο ζήτημα και στην ουσία της δεν έχει αμφισβητηθεί. Ό,τι αμφισβητείται και ό,τι έχει αμφισβητηθεί από την ενάγουσα είναι το δικαίωμα της Αρχής Λιμένων να επιβάλει τα επίδικα τέλη, κάτι το οποίο ο ευπαίδευτος δικηγόρος για την ενάγουσα το καθόρισε ξεκινώντας την αντεξέτασή του. Εκείνο που διευκρίνισε η μάρτυρας κατά την αντεξέτασή της ήταν το γεγονός ότι το έτος 1999, όταν και υπογράφηκε η συμφωνία μεταξύ της Αρχής Λιμένων και των ιδιοκτητών επαγγελματικών σκαφών, η ενάγουσα δε συμμετείχε στη συμφωνία. Της υποδείχηκε η επιστολή-τεκμήριο 8, με την οποία η Αρχή Λιμένων θέτει τους όρους προκειμένου να αποδεχτεί να παράσχει υπηρεσίες στην ενάγουσα και η μάρτυρας συμφώνησε ότι σε εκείνη την επιστολή δεν γίνεται αναφορά στη συμφωνία του
  9. Η επιβολή των συγκεκριμένων τελών έγινε έναντι ανταλλάγματος όπως αναφέρεται στην επιστολή-Τεκμήριο 8 και η ενάγουσα κατέβαλλε αυτά τα τέλη ανελλιπώς. Οι πιο πάνω θέσεις είναι σε απόλυτη συνοχή με τη μαρτυρία που έχει δοθεί και είναι αποδεχτές. Από τα παραδεκτά γεγονότα, τη μαρτυρία ως έχει αξιολογηθεί καθώς και από τα ενώπιον μου τεθειμένα τεκμήρια, μπορώ, πιστεύω, να καταλήξω με ασφάλεια στα ακόλουθα ευρήματα, σε σχέση, εννοείται, με τα αμφισβητούμενα ζητήματα:
  10. Η ενάγουσα εταιρεία ζήτησε από την Αρχή Λιμένων άδεια ελλιμενισμού σε λιμάνι υπό τον έλεγχο της Αρχής Λιμένων με σκοπό την επαγγελματική του εκμετάλλευση.
  11. Η Αρχή Λιμένων με επιστολή της ημερομηνίας 16/2/2001 αποδέχτηκε το πιο πάνω αίτημα, υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις ως αυτοί καταγράφονται στην εν λόγω επιστολή (η οποία καταγράφεται πιο πάνω αυτούσια).
  12. Η ενάγουσα κατέβαλλε έκτοτε τα τέλη.
  13. Δεν υπάρχει μαρτυρία για παράπονο της ενάγουσας για ελλιπείς ή καθόλου υπηρεσίες από την Αρχή Λιμένων. Η οπιαδήποτε θεραπεία εξετάζεται και αποδίδεται εντός του πλαισίου που έχει ζητηθεί. Το πλαίσιο αυτό καθορίζεται από τα δικόγραφα. Αυτό που ζητεί η ενάγουσα με την υπό εξέταση αγωγή είναι: «Ποσό €59.863,52 πλέον ΦΠΑ ως αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η Ενάγουσα και/ή επιστροφή χρημάτων, παρανόμως κτηθέντων από την Εναγομένη ελλείψει νομοθετικής πρόνοιας και/ή κανονιστικής διοικητικής πράξης και/ή συμφωνίας» Με τις αγορεύσεις του ο δικηγόρος της ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι στην επίδικη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής η αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και επιχειρηματολογεί σχετικά. Από την άλλη με αναφορά και πάλι στις εν λόγω αρχές ο δικηγόρος της εναγομένης αναπτύσσει τις θέσεις του γιατί αυτές δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Όπως έχει καταγραφεί και αναλυθεί στη σχετική νομολογία, θεραπεία αποδιδόμενη δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, παρέχεται ως ειδική θεραπεία όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να διατάξει αποκατάσταση υπό τη μορφή επιστροφής χρημάτων ή άλλης περιουσίας. Είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας ώστε να συμπληρωθούν ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδική θεραπεία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλέπε, μεταξύ άλλων, Minerva Finance & Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173, Κίτση Παναγιώτης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως κηδεμόνα των Τ/Κ περιουσιών
(2001)1 ΑΑΔ 1077, Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 2173, ΜΕΛΙΝΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΟΣ ΑΥΤΗΣ ΑΛΚΗ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ν. THE PHILIPS COLLEGE LTD, ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΠΩΝΥΜΙΑΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΦΙΛΙΠΣ, ECLI:CY:AD:2017:A92, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 310/2011, 21/3/2017). Νομοθετικά το θέμα ρυθμίζεται από το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149: «70. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.» Η «Λίστα Ελέγχου», ως προς το πότε εφαρμόζεται το δόγμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει καταγραφεί και αναλυθεί σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων, έχει λεχθεί στις: Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11: «
(3)The whole case turns on the construction to be placed on section 70 of our Contract Law which has to be interpreted in accordance with the English Principles of interpretation (see section 2 of Cap. 149, supra).
(4)On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
  1. a)the act must be done lawfully; (
  2. b)for another person; (
  3. c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
  4. d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfillment of the conditions is a question of fact in each case.» Θεοχαρίδης Νάκης και άλλοι ν. Ιωάννη Ιωάννου και άλλων
(2012)1 ΑΑΔ 1311: «Για να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις προϋποθέσεις: (α) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους. (β) Το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε, εις βάρος του ενάγοντα και (γ) Θα πρέπει να είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να κρατήσει το όφελος. (Δέστε: Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1998] 4 All E.R. 513, στη σελ. 561).» Επισημαίνω επίσης τη βασική αρχή, σε περιπτώσεις που υπάρχει αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό, ότι «η βάση της ανάκτησης είναι ο πλουτισμός του εναγομένου και όχι η απώλεια του ενάγοντα και ο λόγος που ο πλουτισμός θεωρείται άδικος, είναι η πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής.»(βλ. σχετικά ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.α. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΚΑΒΟΥ, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολιτική Έφεση Αρ. 278/2010, 15/10/2015). Δεν εξετάζεται επομένως, ζημία του ενάγοντα αλλά ο προσπορισμός οφέλους από τον εναγόμενο. Είναι αυτονόητο πιστεύω, εφόσον το δόγμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας, σκοπός του οποίου είναι η αποκατάσταση της περιουσίας, αυτό εφαρμόζεται όταν ο ενάγοντας δεν έχει άλλες απαιτήσεις από τον εναγόμενο. Αν υπάρχουν άλλες απαιτήσεις, αυτές εκμηδενίζουν και τον κατ΄ ισχυρισμό πλουτισμό. Έχω αναφερθεί πιο πάνω στις αρχές που καθορίζουν το ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επισημαίνω ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, μάλλον η επίλυση της διαφοράς δεν είναι ζήτημα υπαγόμενο τόσο στην αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας όσο στην ερμηνεία όρων της οποιασδήποτε συμφωνίας και συμπεριφοράς των μερών και ακολούθως ελέγχου κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστούν οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με την επιστολή της, ημερομηνίας 8/12/2000 η ενάγουσα ζητά την άδεια της εναγομένης για ελλιμενισμό των πλοίων της και επομένως αναγνωρίζει τις εξουσίες της Αρχής Λιμένων. Η Αρχή Λιμένων, ως η επιστολή της/τεκμήριο 8, αποδέχτηκε το αίτημά αυτό της ενάγουσας και της παραχώρησε την αιτούμενη άδεια υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων ήταν και η καταβολή των επίδικων τελών. Με την εν λόγω επιστολή δεν κάνει παράσταση ότι τα ποσά αυτά τα δικαιούται δυνάμει νομοθετικής ρύθμισης ή δυνάμει κανονιστικής διοικητικής πράξης. Εντούτοις, ως παρένθεση επισημαίνω στο σημείο αυτό, ότι τέτοιας φύσης εξουσία παρέχεται στην Αρχή Λιμένων από τον περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμο του 1973, Ν.38/73. Τα τέλη η εναγομένη, τα καθόρισε και τα ζήτησε ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών που θα παρέχει στο μέλλον στην ενάγουσα. Αυτές τις υπηρεσίες η ενάγουσα, προφανώς τις λάμβανε. Το συμπέρασμά μου ότι τις λάμβανε προκύπτει τόσο από την αδιάλειπτη καταβολή των τελών, τα οποία είναι παραδεκτό γεγονός ότι κατέβαλλε όσο και από το γεγονός ότι δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός και καμία μαρτυρία ενώπιον μου για παράπονο ότι δεν παρέχονταν στην ενάγουσα οι υπηρεσίες που πλήρωνε. Τα επίδικα τέλη η Αρχή Λιμένων τα λάμβανε στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την ενάγουσα. Παρείχε υπηρεσίες ελλιμενισμού και πληρωνόταν για αυτές. Οι θεραπείες που αποδίδει το Δικαστήριο σε περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, «το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι ο στόχος δεν είναι η αποζημίωση για απώλεια (loss) που υπέστη ο ενάγων αλλά η απόσπαση του οφέλους που αποκόμισε ο εναγόμενος, μέσω της αποκατάστασης» (βλ. Το Δίκαιο των Συμβάσεων Π. Πολυβίου, σελ.805). Η ενάγουσα στην προκειμένη, δεν έχει υποστεί απώλεια και ούτε η εναγομένη έχει άδικα προσποριστεί όφελος σε βάρος της ενάγουσας. Ό,τι ποσό κατέβαλε η ενάγουσα αντιστοιχούσε στα συμφωνηθέντα τέλη για τις αναγραφόμενες στο τεκμήριο 8 υπηρεσίες. Δεν υπάρχει επομένως έλλειψη ανταλλάγματος. Παρέχονταν υπηρεσίες έναντι συγκεκριμένου ποσού το οποίο είχε κοινοποιηθεί στην ενάγουσα από προηγουμένως και το οποίο η ενάγουσα κατέβαλλε. Για να θεωρείτο ο πλουτισμός άδικος και να δικαιολογείτο η απόδοση τέτοιας θεραπείας θα πρέπει να υπήρχε πλήρης αποτυχία αντιπαροχής (βλέπε ΑΡΧΙΠΠΕΑ πιο πάνω). Δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο η ενάγουσα. Αναφέρει επίσης στην αγωγή της η ενάγουσα ότι το απαιτούμενο ποσό είναι «παρανόμως κτηθέν από την Εναγομένη, ελλείψει συμφωνίας και/ή νομοθετικής και/ή διοικητικής κανονιστικής πράξης». Πλην όμως το τεκμήριο 8 στο οποίο αναφέρονται οι όροι με τους οποίους η Αρχή Λιμένων αποδέχεται να παρέχει τις υπηρεσίες της στην ενάγουσα, είναι η συμφωνία ή έστω η οιονεί συμφωνία των μερών με δεδομένο πάντα ότι της αποστολής της πιο πάνω επιστολής ακολούθησε η έκδοση τιμολογίων και η πληρωμή τους από την ενάγουσα. Αποκατάσταση δίδεται εφόσον υπάρχει έλλειψη αντιπαροχής. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπάρχει δικογραφημένος τέτοιος ισχυρισμός. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι η Αρχή Λιμένων εισέπραξε χρήματα χωρίς να το δικαιούται άρα πλούτισε παράνομα σε βάρος της ενάγουσας και θα πρέπει να τα αποδώσει πίσω. Πλην όμως αντιπαροχή υπήρξε. Για όλο το χρονικό διάστημα που αφορά στην αγωγή η ενάγουσα λάμβανε υπηρεσίες από την Αρχή Λιμένων. Ουδέποτε παραπονέθηκε ότι πλήρωνε άνευ ανταλλάγματος. Έρεισμα για απόδοση θεραπείας στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ΔΕΝ υπάρχει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας και υπέρ της εναγομένης όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό. (Υπ) ............................................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.