← Κύπρος

Τουφεξή ν. Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6686/11, 31/7/2018

Τουφεξή ν. Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6686/11, 31/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A434 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6686/11 Μεταξύ: XXXXX Τουφεξή, XXXXX 38, Λευκωσία Ενάγουσα και

  1. XXXXX Αντωνίου, XXXXX 3, XXXXX, Λευκωσία
  2. XXXXX Αντωνίου, XXXXX 3, XXXXX, Λευκωσία Εναγόμενοι Ημερομηνία: 31.7.2018 Για Ενάγουσα: κα Ι. Παπαμιλτιάδους-Γκέϊστ για κ. Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη Για Εναγομένους: κος Σ. Κόκκινος για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Τα γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα αγωγή προέκυψαν στις 28.3.2010 καθ' ο χρόνο η ενάγουσα οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX84 στη Λεωφ. Τζων Κένεντυ στην Παλλουριώτισσα και ενεπλάκη σε δυστύχημα με το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX21 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1 και το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του εναγομένου
  3. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια των εναγομένων και ότι από αυτό η ίδια υπέστη σωματικές βλάβες και άλλες ειδικές ζημιές για τις οποίες καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν κοινή υπεράσπιση με την οποία αρνούνται ότι φέρουν οποιανδήποτε ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και ότι η ενάγουσα υπέστη τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς και τις ειδικές ζημιές τις οποίες επικαλείται και ισχυρίζονται ότι το επίδικο ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της ενάγουσας. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 48 ετών, υγιής και εργαζόταν κυρίως τα Σαββατοκύριακα ως επαγγελματίας ψυχαγωγός και διασκεδαστής σε παιδικά πάρτι. Ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 ήταν σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ο οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX21 ιδιοκτησίας του εναγομένου 2 και οδηγούσε αυτό με την έγκρισή του ή και υπό συνθήκες που καθιστούν τον εναγόμενο 2 ως υπεύθυνο εκ προστήσεως για τις ζημιές τις οποίες η ίδια υπέστη. Ισχυρίζεται επίσης ότι στις 28.3.2010 και περί η ώρα 13:00 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX84 στην Λεωφ. Κένεντυ στην Παλλουριώτισσα με κατεύθυνση από την οδό Μάρκου Δράκου προς τη διασταύρωση της οδού Λόρδου Βύρωνος και Παναγίας. Φτάνοντας στην πιο πάνω διασταύρωση η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας, εισήλθε σε αυτή με φως τροχαίας πράσινο στην πορεία της όπου ήθελε να στρίψει δεξιά προς την οδό Λόρδου Βύρωνος. Η ενάγουσα βλέποντας από απέναντι της να έρχεται το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 με μεγάλη ταχύτητα, σταμάτησε το αυτοκίνητο της και πριν ακόμα ξεκινήσει να στρίβει, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 ήρθε κατευθείαν πάνω της και την χτύπησε. Ως λεπτομέρειες αμέλειας των εναγομένων 1 και 2 η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και/ή επικίνδυνα, ότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και χτύπησε την ενάγουσα, παρέλειψε και/ή αμέλησε να αντιληφθεί την παρουσία του αυτοκινήτου που οδηγούσε η ενάγουσα και/ή να προβεί εις τον αναγκαίο ελιγμό και/ή ενέργειες προς αποφυγή του δυστυχήματος, και/ή οδηγούσε αφηρημένος και χωρίς τη δέουσα φροντίδα και προσοχή υπό τις περιστάσεις, και/ή ο εναγόμενος 2 επέτρεψε στον εναγόμενο 1 να οδηγεί παρανόμως και/ή αμελώς. Ισχυρίζεται επίσης ότι από το επίδικο ατύχημα υπέστη τις ακόλουθες σωματικές βλάβες: θλάση του αυχένα, σοβαρό διάστρεμμα (θλάση) της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, έντονο πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα με αιμωδίες στα άνω άκρα και ζαλάδες, ταλαιπωρίες και δυσχέρειες και η κινητικότητα του αυχένα ήταν έντονα περιορισμένη και επώδυνη. Της συνεστήθη χρήση κολάρου, της χορηγήθηκαν αναλγητικά αντιφλογιστικά φάρμακα καθώς και ανάπαυση και επανεξέταση από γιατρό. Για δύο εβδομάδες περίπου υπέφερε από πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα, χρησιμοποιούσε αυχενικό κολάρο και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Ισχυρίζεται τέλος ότι, μπορεί να χρειαστεί στο μέλλον φυσιοθεραπεία για αντιμετώπιση των ταλαιπωριών του αυχενικού συνδρόμου και ότι παρέμεινε κλινήρης για 4 μήνες. Ισχυρίζεται ακόμα ότι λόγω του τραυματισμού της, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα επαγγελματικά της καθήκοντα και δεν μπορούσε να φροντίζει τα παιδιά της και/ή τη μετάβασή τους από και προς το σχολείο και/ή τα ιδιαίτερα απογευματινά μαθήματα και/ή τις άλλες ασχολίες τους. Αναγκάστηκε επίσης, να πληρώσει υπηρεσίες ταξί και φροντίστριας και απώλεσε από την εργασία της το ποσό των €6.400 λόγω του ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί ως ψυχαγωγός σε παιδικά πάρτι και εκδηλώσεις ως το επάγγελμά της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι υπέστη τις ακόλουθες ειδικές ζημιές: για αστυνομική έκθεση ποσό €85,00, για ιατρικό πιστοποιητικό ιατρού XXXXX Κετώνη €200,00, για υπηρεσίες ταξί €1.400, για χρήση φροντίστριας για 4 μήνες €1.600, η αξία του αυτοκινήτου το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς (total loss) ήταν €4.000 και τέλος, ως απώλεια εισοδημάτων από την εργασία της το ποσό των €6.
  4. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους παραδέχονται μόνο ότι ο εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX21 ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2 το οποίο οδηγούσε με την έγκριση του τελευταίου. Ισχυρίζονται ότι στις 28.3.2010 η ώρα 13:00 ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα XXXXX21 στη Λεωφ. Τζων Κένεντυ με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο του Σοπάζ προς τη διασταύρωση με τις οδούς Λόρδου Βύρωνος και Παναγίας. Φτάνοντας στη διασταύρωση της Λεωφ. Τζων Κένεντυ με τις οδούς Λόρδου Βύρωνος και Παναγιάς είδε από απέναντι του το όχημα της ενάγουσας να στρίβει και να κατευθύνεται δεξιά. Προς αποφυγή της σύγκρουσης ο εναγόμενος 1 πέδησε τα φρένα του οχήματος του και συνεπεία της αμέλειας της ενάγουσας προκλήθηκε η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Ισχυρίζονται επίσης ότι η ενάγουσα οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα, παρέλειψε να δώσει εγκαίρως και/ή καθόλου οποιοδήποτε σήμα περί της προθέσεώς της να στρίψει δεξιά προς την οδό Λόρδου Βύρωνος, παρέλειψε να αντιληφθεί εγκαίρως ή καθόλου το όχημα του εναγόμενου, παρέλειψε να εφαρμόσει τα φρένα της εγκαίρως και/ή καθόλου και/ή οδηγούσε με ελαττωματικά φρένα, παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά μέτρα και/ή να προβεί σε οποιονδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της σύγκρουσης, παρέλειψε να έχει τη δέουσα και/ή οποιαδήποτε εποπτεία του δρόμου και να δει ότι το φως στην πορεία του εναγόμενου 1 ήταν πράσινο και γενικά ότι ήταν αμελής και απρόσεχτη. Αρνούνται τέλος, τις ειδικές ζημιές της ενάγουσας καθώς και τις αξιώσεις της και αιτούνται απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά την πορεία της ακρόασης της υπόθεσης οι διάδικοι δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: στις 28.3.2010 και περί η ώρα 13:00 έλαβε χώρα δυστύχημα στη Λεωφ. Τζων Κένεντυ στην Παλλουριώτισσα με ενεχόμενα τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής XXXXX84 και XXXXX21 και ότι η ζημιά την οποία υπέστη το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX84 το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα ήταν ύψους €1.
  5. Κατά τη δικάσιμο της 23.11.2017 δηλώθηκε ως περαιτέρω παραδεκτό γεγονός ότι κατά την επίδικη ημέρα ήτοι στις 28.3.2010, ο καιρός ήταν αίθριος. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι δύο πλευρές κάλεσαν μάρτυρες προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Η ενάγουσα ως Μ.Ε.1, κατέθεσε γραπτή της δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία καθώς επίσης και άλλα 8 τεκμήρια. Στην ουσία με τη γραπτή της δήλωση η ενάγουσα επανέλαβε τους ισχυρισμούς της που περιέχονται στην έκθεση απαίτησής της. Ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 48 ετών, υγιής και εργαζόταν κυρίως τα Σαββατοκύριακα ως ψυχαγωγός και διασκεδαστής σε παιδικά πάρτι και εκδηλώσεις και τις καθημερινές ασχολείτο με τη φροντίδα των παιδιών της και τη μεταφορά τους από και προς το σχολείο και τις άλλες απογευματινές ασχολίες τους. Στις 28.3.2010 και περί ώρα 13:00 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX84 στη Λεωφόρο Τζων Κένεντυ στην Παλλουριώτισσα με κατεύθυνση από την οδό Μάρκου Δράκου προς τη διασταύρωση με τις οδούς Λόρδου Βύρωνος και Παναγίας. Φθάνοντας στην εν λόγω διασταύρωση η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας, εισήλθε σε αυτή με πράσινο φως και ήθελε να στρίψει δεξιά προς την οδό Λόρδου Βύρωνος. Βλέποντας από απέναντί της να έρχεται το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX21 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1 με μεγάλη ταχύτητα, σταμάτησε το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε και πριν ακόμα ξεκινήσει να στρίβει δεξιά, ο εναγόμενος 1 ήρθε κατ' ευθείαν πάνω της και την κτύπησε μετωπικά. Με τη σύγκρουση το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε υπέστη ζημιές και η ίδια τραυματίστηκε. Από τη σύγκρουση η ίδια τραντάχτηκε και αμέσως ένιωσε πόνο στον σπόνδυλο και τον αυχένα και ζαλίστηκε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου υπεβλήθη σε ιατρικές εξετάσεις και της ελέχθη ότι υπέστη θλάση αυχένα και της συνεστήθη η χρήση μαλακού αυχενικού κολάρου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 την αστυνομική έκθεση και ως τεκμήριο 2 αντίγραφα των εγγράφων που της δόθησαν στο Νοσοκομείο. Όταν επέστρεψε στο σπίτι της συνέχισε να πονά τον αυχένα της και επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια λόγω του πόνου, στις 30.3.2010 επισκέφθηκε τον Ορθοπεδικό Χειρουργό Δρα XXXXX Κετώνη ο οποίος διέγνωσε σοβαρό διάστρεμμα (θλάση) της αυχενικής μοίρας. Ο εν λόγω γιατρός ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία η ενάγουσα κατέθεσε ως τεκμήριο 3 και του κατέβαλε το ποσό των €200,00 για την ετοιμασία της εν λόγω έκθεσης για την οποία έλαβε απόδειξη πληρωμής την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο
  6. Ισχυρίστηκε τέλος ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε καταστράφηκε ολοσχερώς και ότι η αξία του κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν περί τις €4.
  7. Ως τεκμήριο 6 κατέθεσε απόδειξη πληρωμής του ποσού των €85,00 ως τέλη για την ετοιμασία αστυνομικής έκθεσης, ως τεκμήριο 7 κατέθεσε σε δέσμη 16 φωτογραφίες αριθμημένες από το 1 ‑ 16 και ως τεκμήριο 8 κατέθεσε τοπογραφικό σχέδιο που δείχνει τον τόπο που έγινε το δυστύχημα. Κατά την αντεξέτασή της από τον κ. Κόκκινο ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο ήθελε να στρίψει δεξιά προς την οδό Λόρδου Βύρωνος αλλά δεν πρόλαβε να στρίψει διότι είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από απέναντί της με υπερβολική ταχύτητα και να την κτυπά. Στο εν λόγω αυτοκίνητο βρίσκονταν 2 άτομα και ο οδηγός ήταν νεαρότερος από τον συνοδηγό του. Ισχυρίστηκε ότι εισήλθε στην επίδικη διασταύρωση καθ' ο χρόνο στην πορεία της ήταν αναμμένο το πράσινο στρογγυλό φως και όχι το πράσινο βέλος το οποίο επιτρέπει την στροφή δεξιά. Η ίδια δεν είχε προλάβει να στρίψει δεξιά, ήταν καθαρά στη λωρίδα της και η σύγκρουση δεν ήταν πλάγια αλλά μετωπική. Ισχυρίστηκε ότι το εξ αντιθέτου ερχόμενο αυτοκίνητο έτρεχε και ο οδηγός του δεν μπορούσε να το ελέγξει. Μετά τη σύγκρουση η ίδια ζαλίστηκε και δεν είχε τηλεφωνήσει σε κανένα και ο σύζυγός της μετέβη στο σημείο μετά που ειδοποιήθηκε από μία γειτόνισσα η οποία είχε δει το ατύχημα της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μετά το ατύχημα δεν αισθανόταν καλά, είχε ζαλάδες και ο σύζυγός της την μετέφερε στο Νοσοκομείο. Λόγω της απώλειας του αυτοκινήτου της δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει την οικογένειά της ούτε και να μεταβεί στα διάφορα παιδικά πάρτι από τα οποία αντλούσε τα εισοδήματά της. Λόγω του τραυματισμού της δεν μπορούσε να δουλέψει για 4 μήνες και για το εν λόγω διάστημα έφερνε γυναίκα η οποία τη βοηθούσε με τις δουλειές του σπιτιού και στην οποία πλήρωνε το ποσό των €400 τον μήνα. Σε σχέση με τον τραυματισμό της ισχυρίστηκε ότι πονούσε τον σπόνδυλο και τον αυχένα της, δεν μπορούσε να κάνει στροφές δεξιά και αριστερά και δυσκολευόταν να σκύψει και να στρίψει δεξιά και αριστερά το κεφάλι της. Θυμόταν ότι κατά τη σύγκρουση κινήθηκε μπροστά, πίσω και ξανά πάλι μπροστά και πως ήταν σαν να είχε κτυπήσει 2 φορές. Αναφορικά με το όχημα το οποίο οδηγούσε ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του συζύγου της. Ισχυρίστηκε ότι για την εργασία της δεν έδινε πάντοτε αποδείξεις και ότι δεν έχει οποιοδήποτε πιστοποιητικό αποδοχών για το έτος
  8. Αναφορικά με το αυχενικό κολάρο ισχυρίστηκε ότι το χρησιμοποιούσε περίπου για 3 με 4 μήνες και μετά η κατάσταση της βελτιωνόταν. Ισχυρίστηκε ότι η κατάστασή της την πρώτη εβδομάδα μετά το ατύχημα ήταν χάλια, τη δεύτερη κάπως καλύτερα και την τρίτη ακόμα καλύτερα. Ισχυρίστηκε ότι τον πρώτο καιρό μετά το ατύχημα, διευκρινίζοντας ότι εννοεί τις πρώτες 2 εβδομάδες, δεν ήταν σε θέση να ντυθεί και να κάνει μπάνιο και για αυτό τη βοηθούσε ο σύζυγός της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν έχει οποιαδήποτε απόδειξη για τα λεφτά τα οποία πλήρωσε τη γυναίκα που τη βοηθούσε με τις οικιακές εργασίες η οποία ήταν γειτόνισσά της και δεν ήθελε να της δώσει απόδειξη. Αυτή η γυναίκα μετακόμισε στην Πάφο και επειδή η ενάγουσα άλλαξε το τηλέφωνό της έχασε τον αριθμό της και δεν μπόρεσε να την εντοπίσει. Το μόνο το οποίο θυμόταν να έγινε πριν τη σύγκρουση ήταν κάποιον να τρέχει υπερβολικά, η ίδια ήταν σταματημένη και δεν πρόλαβε να στρίψει και το άλλο αυτοκίνητο ήρθε και κτύπησε στο αυτοκίνητο το οποίο αυτή οδηγούσε. Αρνήθηκε υποβολή του κ. Κόκκινου ότι η ίδια ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του εξ αντιθέτου ερχόμενου αυτοκίνητου και ισχυρίστηκε ότι εάν πράγματι έτσι είχε συμβεί, η σύγκρουση θα ήταν πλευρική και όχι μετωπική. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν έστριψε ούτε απέκοψε την πορεία του άλλου αυτοκινήτου. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και ότι δεν αντιλήφθηκε το όχημα το οποίο ερχόταν από απέναντί της. Ως Μ.Ε. 2 κατέθεσε ο αστυφύλακας XXX0 κ. XXXXX Πέτρου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι τον Μάρτιο του 2010 υπηρετούσε στην Τροχαία Λευκωσίας στον Κλάδο Διερεύνησης Δυστυχημάτων. Αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 1 είναι η έκθεση που ετοιμάστηκε σε σχέση με δυστύχημα το οποίο διερεύνησε και ανέφερε ότι ο ίδιος συνέταξε το χειρόγραφο σχεδιάγραμμα το οποίο περιλαμβάνεται στην εν λόγω αστυνομική έκθεση και το οποίο στην συνέχεια επεξήγησε. Η αστυνομική έκθεση δεν ετοιμάστηκε από τον ίδιο αλλά από το αρχηγείο αστυνομίας βάσει των στοιχείων που ο ίδιος έλαβε ως μαρτυρικό υλικό και τα οποία κάποιος είδε για να ετοιμάσει την έκθεση τεκμήριο
  9. Το μαρτυρικό υλικό το οποίο έλαβε στις 28.3.2010 σε σχέση με το επίδικο ατύχημα δεν το είχε στην κατοχή του γιατί ο φάκελος καταστράφηκε και δεν υπήρχε στο αρχείο της τροχαίας Λευκωσίας. Ανέφερε ότι στο εν λόγω σχεδιάγραμμα απεικονίζεται η διασταύρωση της οδού Λόρδου Βύρωνος με την οδό Παναγίας στην Παλλουριώτισσα. Με το γράμμα Χ απεικονίζεται το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων XXXXX84 και XXXXX21, με το γράμμα Α η πορεία του οχήματος XXXXX84 και με το γράμμα Β η πορεία του οχήματος XXXXX
  10. Με το γράμμα Α1 και Β2 απεικονίζονται οι τελικές θέσεις των ενεχόμενων αυτοκινήτων, του XXXXX84 και XXXXX21 αντίστοιχα. Στο τεκμήριο 1 περιλαμβάνεται επίσης ένας πίνακας με τίτλο «πίνακας αποστάσεων ακινητοποιήσεως αυτοκινήτων», τον οποίο ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος πρέπει να τοποθέτησε στον φάκελο. Ο εν λόγω πίνακας τον βοήθησε να υπολογίσει την ελάχιστη ταχύτητα την οποία είχε το όχημα XXXXX21 πριν τη σύγκρουση. Μέτρησε το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης τα οποία το όχημα XXXXX21 άφησε στην άσφαλτο και με βάση τον εν λόγω πίνακα υπολόγισε ότι η ελάχιστη ταχύτητα την οποία είχε το όχημα XXXXX21 πριν από τη σύγκρουση ήταν 65 χ.α.ω. Το όριο ταχύτητας στο σημείο όπου έγινε το επίδικο ατύχημα είναι 50 χ.α.ω. αφού πρόκειται για κατοικημένη περιοχή. Αναγνώρισε ότι στη φωτογραφία 12 του τεκμηρίου 7 εμφανίζεται ο ίδιος να βρίσκεται στον χώρο του ατυχήματος. Αναγνώρισε επίσης ότι η φωτογραφία 6 του εν λόγω τεκμηρίου παρουσιάζει τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος XXXXX21 και η φωτογραφία 7 τα ίχνη τροχοπέδησης και τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων αυτοκινήτων. Ισχυρίστηκε ότι η Λεωφ. Τζων Κένεντυ, στην πορεία από την οποία κατευθυνόταν το αυτοκίνητο XXXXX21 από το Σοπάζ, έχει κλίση προς τα αριστερά. Ισχυρίστηκε επίσης πως κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος έλαβε μαρτυρία από τους ενεχόμενους οδηγούς και τα όσα συνοπτικά αναγράφονται στην παράγραφο 9 του τεκμηρίου 1 σε σχέση με τα γεγονότα, τις ζημιές και τους τραυματισμούς είναι με βάση τα στοιχεία τα οποία ο ίδιος είχε λάβει ως μαρτυρικό υλικό. Στο σχεδιάγραμμα το οποίο ετοίμασε φαίνονται με το γράμμα Β1 τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου XXXXX21 τα οποία μέτρησε και ήταν μήκους 23μ. Ισχυρίστηκε επίσης με αναφορά στο σχεδιάγραμμα που περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 1 ότι βάσει του εν λόγω πίνακα η ελάχιστη ταχύτητα την οποία είχε το όχημα XXXXX21 πριν τη σύγκρουση ήταν 65 χιλιόμετρα και ότι το όριο ταχύτητας στη διασταύρωση όπου έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα είναι 50 χ.α.ω. Κατά την αντεξέτασή του είδε τη φωτογραφία 6 του τεκμηρίου 7 και ανέφερε ότι το όχημα το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που δικαιούταν και τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία άφησε στην άσφαλτο στο επίδικο σημείο είναι παράλληλα με τη διαχωριστική συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Σε ερώτηση σε ποιού οχήματος τη λωρίδα κυκλοφορίας βρίσκεται το σημείο σύγκρουσης, απάντησε ότι με βάση τη νοητή ευθεία της νησίδας που υπάρχει πριν την είσοδο στη διασταύρωση ως η πορεία του οχήματος XXXXX21, αυτό φαίνεται στο σχεδιάγραμμα να βρίσκεται σε απόσταση 5,5μ. δεξιότερα από αυτή τη νοητή ευθεία. Σε σχέση με τα ενεχόμενα οχήματα ανέφερε ότι προτεραιότητα μεταξύ τους είχε το όχημα το οποίο στο σχέδιό του σημείωσε με το γράμμα Β, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση το όχημα το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος, νοουμένου ότι θα πήγαινε ευθεία. Με βάση τη νοητή ευθεία της νησίδας η οποία βρίσκεται στα αριστερά και φαίνεται στη φωτογραφία 6 του τεκμηρίου 7, τα ίχνη τροχοπέδησης εκτείνονται από αυτή προς τα πίσω ως η πορεία του οχήματος XXXXX21, σε απόσταση 13,5μ. Με βάση τον πίνακα ο οποίος επισυνάφθηκε στο τεκμήριο 1, ο εναγόμενος 1 από τη στιγμή που αντιλήφθηκε τον κίνδυνο μέχρι να χρησιμοποιήσει τα φρένα του διένυσε 18μ. Συμφώνησε επίσης με υποβολή του κ. Κόκκινου ότι όπως υποδηλώνει ο εν λόγω πίνακας και πρόκειται για αντικειμενικά δεδομένα, ο κίνδυνος φανερώθηκε 31 περίπου μέτρα πριν την επίδικη διασταύρωση. Βλέποντας επίσης την φωτογραφία 1 του τεκμηρίου 7 ανέφερε ότι η επίδικη σύγκρουση ήταν μετωπική. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο η εναγόμενη βρισκόταν ξαπλωμένη στο πεζοδρόμιο ούτε και εάν είχε δει ασθενοφόρο στον χώρο του ατυχήματος. Σε ερώτηση σχετική με τον πίνακα ο οποίος είναι επισυνημμένος στην αστυνομική έκθεση τεκμήριο 1 ισχυρίστηκε ότι οι μετρήσεις οι οποίες φαίνονται στον εν λόγω πίνακα δεν είναι δικές του, ούτε θυμόταν εάν είχε εξετάσει τον παράγοντα τριβής των ελαστικών του οχήματος XXXXX21 για να καταλήξει ο ίδιος σε συμπεράσματα αναφορικά με την ταχύτητα. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο ιατρός Δρ XXXXX Κετώνης, Ορθοπεδικός Χειρουργός. Κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι ιατρός ορθοπεδικός για 45 χρόνια. Σε σχέση με την παρούσα αγωγή αναγνώρισε ότι το τεκμήριο 3 είναι ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 19.9.2011 το οποίο συνέταξε ο ίδιος και αφορά την ενάγουσα κα XXXXX Τουφεξή. Υιοθέτησε το περιεχόμενό του εν λόγω τεκμηρίου στο οποίο αναφέρεται ότι η ενάγουσα τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του στις 30.3.2010 παραπονούμενη για έντονο πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα, με αιμωδίες στα άνω άκρα και ζαλάδες. Ο ίδιος διαπίστωσε ότι η κινητικότητα του αυχένα της ενάγουσας ήταν έντονα περιορισμένη και επώδυνη χωρίς να υπάρχουν νευρολογικές διαταραχές. Της συνέστησε να συνεχίσει να φέρει αυχενικό κολάρο, να λαμβάνει αναλγητικά - αντιφλογιστικά φάρμακα, ανάπαυση και την επανεξέτασε στις 14.4.2010 όπου τα συμπτώματά της (πόνος και δυσκαμψία) παρουσίαζαν βελτίωση και της συνέστησε περιοδική πλέον χρήση του αυχενικού κολάρου και των φαρμάκων. Η γνώμη του ήταν ότι η ενάγουσα υπέστη ένα σοβαρό διάστρεμμα (θλάση) της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και η κάκωση αυτή της προκάλεσε έντονους πόνους, ταλαιπωρίες και δυσχέρειες. Για 2 περίπου εβδομάδες υπέφερε από πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα, με αιμωδίες στα άνω άκρα και ζαλάδες (συμπτώματα αυχενικού συνδρόμου). Χρησιμοποιούσε αυχενικό κολάρο για 2 εβδομάδες και ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή και μετά συνέχισε τη χρήση του κολάρου περιοδικά, ανάλογα με την ένταση των συμπτωμάτων. Βελτίωση των συμπτωμάτων αναμένεται με την πάροδο του χρόνου, όμως οι καιρικές αλλαγές και οι βαριές ή επαναλαμβανόμενες φυσικές δραστηριότητες θα προκαλούν όξυνση των συμπτωμάτων του αυχενικού συνδρόμου με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να χρησιμοποιεί το κολάρο και να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Μπορεί δε να χρειασθεί και φυσιοθεραπεία στο μέλλον για αντιμετώπιση των κρίσεων του αυχενικού κολάρου. Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε ότι η ενάγουσα τον επισκέφθηκε στις 30.3.2010 και πως ο ίδιος διαπίστωσε ότι η κινητικότητα του αυχένα της ενάγουσας ήταν επώδυνη. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε αφού έστριψε την κεφαλή της και της έκανε πλάγιες κάμψεις. Λόγω της ιδιότητάς του ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε προκαλούσε πόνο στην ενάγουσα και πόσο περιορισμένη ήταν η κίνηση του αυχένα της. Αυτή η περιορισμένη και επώδυνη κίνηση του αυχένα ανέφερε ότι μπορεί να προκληθεί και από άλλους λόγους όπως οστεοαρθρίτιδα, μυϊκός σπασμός και από έκθεση στο κρύο ή τον αέρα αλλά στην περίπτωση της ενάγουσας γνώριζε ότι είχε προκληθεί από τροχαίο. Στη βάση των όσων καταγράφονται στην έκθεσή του τεκμήριο 3, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα λίγες μέρες μετά θα ήταν σε θέση να οδηγήσει φέροντας αυχενικό κολάρο όχι όμως για μεγάλες αποστάσεις. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ενάγουσα τις πρώτες 1 - 2 εβδομάδες μετά το ατύχημα δεν θα μπορούσε να κάμει εργασίες, μετά όμως την πάροδο 15 ημερών θα μπορούσε να ασχοληθεί με ελαφρές εργασίες. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα για την ανάρρωση από τον τραυματισμό της θα χρειαζόταν τουλάχιστο 1 μήνα με 6 εβδομάδες και ότι τα συμπτώματα θα συνέχιζαν για κάποια περίοδο. Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε ο σύζυγος της ενάγουσας κ. XXXXX Τουφεξής. Κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι την ημέρα που η σύζυγός του είχε το ατύχημα τον ενημέρωσε για αυτό μια γειτόνισσα και ο ίδιος μετά από αυτό μπήκε στο αυτοκίνητό του και κατευθύνθηκε προς εκείνο το μέρος. Φθάνοντας εκεί εντόπισε την σύζυγό του να κάθεται στο αυτοκίνητο της και να χρειάζεται βοήθεια. Τη βοήθησε να βγει από το αυτοκίνητο και πήρε τη φωτογραφική που είχε στο αυτοκίνητό του και έβγαλε κάποιες φωτογραφίες. Μετά συνόδευσε τη σύζυγό του στο νοσοκομείο. Αναγνώρισε ότι στο τεκμήριο 7 περιλαμβάνονται οι φωτογραφίες τις οποίες ο ίδιος έβγαλε όταν βρισκόταν στον χώρο του ατυχήματος την επίδικη ημέρα τις οποίες αργότερα εμφάνισε ο ίδιος. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η σύζυγός του κατευθυνόταν προς την γκαλερί την οποία ο ίδιος διατηρούσε στην οδό Λόρδου Βύρωνος, περίπου 150μ. από το σημείο όπου έγινε το ατύχημα. Ο μάρτυρας είδε τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 7 και ανέφερε ότι ο δρόμος στο μέρος όπου έγινε το ατύχημα παρουσιάζει μια καμπυλότητα από την κατεύθυνση του κυκλικού κόμβου του Σοπάζ. Όταν βρισκόταν στον τόπο του ατυχήματος είδε ότι στο άλλο ενεχόμενο όχημα επέβαιναν ένας νεαρός και ένας μεσήλικας. Η γυναίκα του όταν βγήκε από το αυτοκίνητο ήταν ζαλισμένη και δεν μπορούσε να περπατήσει και ο ίδιος τη μετέφερε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών. Ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του παρέμεινε κλινήρης περίπου 3 με 4 μήνες και λόγω του ότι είχαν μείνει με ένα αυτοκίνητο δυσκολεύτηκαν με τη μεταφορά των παιδιών τους στα σχολεία και τις άλλες υποχρεώσεις τους και για τον λόγο αυτό αναγκάστηκαν να μισθώσουν υπηρεσίες ταξί και ζήτησαν βοήθεια από γνωστούς και φίλους. Ο ίδιος βοηθούσε κάποιες φορές στις μεταφορές των παιδιών τους, όμως επειδή τότε ήταν απασχολημένος με μια έκθεση ζωγραφικής που θα παρουσίαζε στην γκαλερί του δεν μπορούσε να αφιερώσει όλο τον χρόνο του για τις μεταφορές των παιδιών τους και για αυτό χρησιμοποίησαν υπηρεσίες ταξί. Τις εν λόγω υπηρεσίες ταξί της πλήρωσε η σύζυγός του χρησιμοποιώντας τα χρήματα που λάμβανε ως επίδομα πολυτέκνου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Η πλευρά των Εναγομένων κάλεσε 3 μάρτυρες προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. Ως Μ.Υ.1 κλήθηκε ο εναγόμενος 1 κ. XXXXX Αντωνίου ο οποίος ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του και η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία. Σε αυτή ισχυρίζεται ότι σε κάθε κρίσιμο για την παρούσα αγωγή χρόνο οδηγούσε το όχημα XXXXX21 ιδιοκτησίας του πατέρα του και διέμενε λίγα τετράγωνα μακριά από τη διασταύρωση όπου έγινε το επίδικο ατύχημα και την οποία χρησιμοποιεί αρκετές φορές καθημερινά. Στις 28.3.2010 ημέρα Κυριακή, οδηγούσε το όχημα XXXXX21 με συνοδηγό τον εξάδελφό του κ. XXXXX Μιχαήλ, επί της οδού Τζων Κένεντυ στην Παλλουριώτισσα με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο του Σοπάζ προς την υπεραγορά Αθηαινίτη. Οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα η οποία σε καμιά περίπτωση δεν ήταν άνω των 50 χ.α.ω. και εισήλθε στη διασταύρωση της Λόρδου Βύρωνος και Παναγίας η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας με πράσινο φως. Λίγα μέτρα πριν προσεγγίσει τη διασταύρωση, αντιλήφθηκε ένα άσπρο αυτοκίνητο το οποίο κινείτο με αντίθετη προς αυτόν πορεία, να κάνει απότομη κίνηση προς τα δεξιά χωρίς να σταματήσει και εν πάση περιπτώσει χωρίς να έχει ενεργοποιημένο τον δείκτη πορείας του. Αντέδρασε στιγμιαία και ακαριαία, χρησιμοποιώντας τα φρένα του απότομα, με αποτέλεσμα να κλειδώσουν οι τροχοί του αυτοκινήτου που οδηγούσε και αυτό να κυλιστεί περίπου για 20μ. προτού συγκρουστεί με το άλλο αυτοκίνητο και ακινητοποιηθεί στο μέσο περίπου της διασταύρωσης. Το οδόστρωμα της εν λόγω οδού βρισκόταν σε κακή κατάσταση, υπήρχαν πέτρες και άλλα αντικείμενα στο έδαφος. Αμέσως μετά τη σύγκρουση των οχημάτων τηλεφώνησε στον πατέρα του ο οποίος μετέβη επί τόπου. Ισχυρίστηκε ότι το όχημα της εναγομένης δεν ήταν ακινητοποιημένο εντός της διασταύρωσης και αυτή δεν έδειχνε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα προσπάθησε να στρίψει δεξιά ως η πορεία της, απότομα, απροειδοποίητα, αμελώς και χωρίς να ελέγξει εάν ερχόταν αυτοκίνητο από απέναντί της. Η απότομη κίνηση της ενάγουσας του προκάλεσε αγωνία της στιγμής με αποτέλεσμα να αντιδράσει ακαριαία χρησιμοποιώντας τα φρένα του οχήματος που οδηγούσε. Το όχημά του τον τράβηξε δεξιά και κινήθηκε ελαφρώς δεξιότερα από την πορεία που ήθελε να ακολουθήσει προς την υπεραγορά Αθηαινίτη. Τα ίχνη τροχοπέδησης τα οποία άφησε το όχημά του στην άσφαλτο δεικνύουν την ευθεία πορεία στην οποία κινείτο αφού είναι παράλληλα με την άσπρη γραμμή που σηματοδοτούσε τη λωρίδα στην οποία βρισκόταν. Δεν θυμόταν εάν η ενάγουσα είχε τραυματιστεί ούτε εάν ήταν ξαπλωμένη ή καθισμένη σε κάποιο σημείο. Μέχρι να πάει η αστυνομία επί τόπου η ενάγουσα ήταν όρθια και μιλούσε κανονικά. Ισχυρίστηκε ότι ο αστυνομικός που πήγε στη σκηνή τους ρώτησε εάν υπήρχαν τραυματίες και έλαβε αρνητική απάντηση. Κατά την αντεξέταση του από την κα Παπαμιλτιάδους ισχυρίστηκε ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ήταν ηλικίας 20 ετών και δεν θυμόταν κατά πόσο ο αστυνομικός που μετέβη στη σκηνή του ατυχήματος είχε λάβει από αυτόν οποιανδήποτε κατάθεση. Ούτε θυμόταν αν ο εν λόγω αστυνομικός τον ρώτησε πώς έγινε το δυστύχημα, θυμόταν όμως ότι ο εν λόγω αστυνομικός είχε προχωρήσει σε μετρήσεις αναφορικά με τα φρένα. Αρνήθηκε υποβολή ότι κατευθυνόταν στο σημείο του ατυχήματος με υπερβολική ταχύτητα και ισχυρίστηκε ότι δεν είχε λόγο να κάνει κάτι τέτοιο γιατί η μέρα ήταν Κυριακή. Συμφώνησε με την κα Παπαμιλτιάδους ότι ο δρόμος όπου επεσυνέβη το ατύχημα δεν είναι ευθύς αλλά παρουσιάζει μια καμπυλότητα προς τα αριστερά και πως η κίνησή του έπρεπε να είναι κάπως αριστερόστροφη. Ο λόγος για τον οποίο το όχημά του βρέθηκε να είναι στα δεξιά στην πορεία της ενάγουσας ήταν το γεγονός ότι χρησιμοποίησε απότομα τα φρένα του και κλείδωσε έτσι το τιμόνι με αποτέλεσμα να μην μπορεί να το ελέγξει. Ισχυρίστηκε ότι είδε την ενάγουσα να κάνει κίνηση να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία της και γι' αυτό χρησιμοποίησε τα φρένα του και όταν είχε δει την κίνηση αυτή ο ίδιος πλησίαζε το σημείο που βρίσκονταν τα φώτα τροχαίας στην πορεία του πριν τη διασταύρωση. Ισχυρίστηκε ότι έλαβε άδεια οδήγησης το έτος 2009 αλλά δεν θυμόταν εάν είχε κάμει άλλο ατύχημα εκείνο τον καιρό. Σε ερώτηση της κας Παπαμιλτιάδους απάντησε ότι είχε δει τον σύζυγο της ενάγουσας να φωτογραφίζει τον χώρο χωρίς να είχε συνομιλήσει μαζί του, γνώριζε όμως ότι ήταν ο σύζυγος της ενάγουσας αφού αυτό είχε ακουστεί εκεί. Ως Μ.Υ.2 κλήθηκε η κυρία XXXXX Μακρίδου η οποία εργάζεται στο Τμήμα Απαιτήσεων των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου. Ανέφερε ότι έχει στην κατοχή της τον φάκελο που αφορά το επίδικο τροχαίο αδίκημα στο οποίο περιλαμβάνεται μια έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ινστιτούτου Τροχαίας Χατζηχριστοδούλου. Ο συντάκτης της ήταν ο XXXXX Χατζηχριστοδούλου ο οποίος απεβίωσε. Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο κ. XXXXX Μιχαήλ ο οποίος ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτήν ισχυρίζεται ότι στις 28.3.2010 ημέρα Κυριακή ήταν συνοδηγός στο όχημα XXXXX21 με οδηγό τον ξάδελφό του κ. XXXXX Αντωνίου το οποίο κινείτο επί της οδού Τζων Κένεντυ στην Παλλουριώτισσα με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο του Σοπάζ προς την υπεραγορά Αθηαινίτη. Το αυτοκίνητο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα και σε καμία περίπτωση πάνω από 50 χ.α.ω. Εισήλθαν στη διασταύρωση Λόρδου Βύρωνος και Παναγίας που ελέγχεται με φώτα τροχαίας με πράσινο φως. Λίγα μέτρα πριν πλησιάσουν στη διασταύρωση, είδαν ένα άσπρο αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι να κάνει απότομη κίνηση προς τα δεξιά όπως κινείτο χωρίς να ενεργοποιήσει τον δείκτη πορείας του. Ο ξάδελφός του πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου απότομα μπλοκάροντας τους τροχούς του αυτοκινήτου. Κύλησαν περίπου 20μ. και συγκρούστηκαν με το όχημα XXXXX84 στη μέση της διασταύρωσης. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο το όχημα στο οποίο επέβαινε δεν σταμάτησε αμέσως ήταν η κακή κατάσταση της ασφάλτου αλλά και τα διάφορα αντικείμενα όπως πέτρες, κλαδιά, χαλίκια που υπήρχαν κάτω στην άσφαλτο. Ισχυρίστηκε ότι την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα την φέρει η ενάγουσα η οποία με την απότομη κίνησή της προς τα δεξιά χωρίς να δείξει την πρόθεσή της αυτή τους απέκοψε τον δρόμο και τους πανικόβαλε. Κατά την αντεξέταση του από την κα Παπαμιλτιάδους ανέφερε ότι είναι ξάδελφος με τον εναγόμενο 1 και ήταν συνοδηγός του όταν συνέβη το επίδικο αδίκημα. Όσον αφορά το πώς συνέβη αυτό, ισχυρίστηκε ότι πριν από τα φώτα τροχαίας που βρίσκονται στον χώρο που έγινε το ατύχημα είδε ένα αυτοκίνητο από απέναντι τους το οποίο έκανε μια κλίση προς τα δεξιά και αμέσως πέδησαν τα φρένα του οχήματος τους και όταν ενήργησαν με αυτόν τον τρόπο «έσυρεν» τους το αυτοκίνητο. Σε ερώτηση εάν είχε έρθει αστυνομικός στην περιοχή απάντησε ότι δεν θυμόταν και σε άλλη ερώτηση κατά πόσο ο αστυνομικός τους πήρε κατάθεση απάντησε ότι τους έπιασε κατάθεση αλλά μετά διαφοροποίησε την απάντησή του λέγοντας ότι δεν ήταν σίγουρος εάν πράγματι συνέβη αυτό. Δεν θυμόταν κάτι το σημαντικό από το εν λόγω ατύχημα παρά μόνο ότι κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και ο ξάδερφός του τηλεφώνησε του θείου του να μεταβεί επιτόπου. Ανέφερε επίσης ότι ενώ βρίσκονταν κοντά στα φώτα τροχαίας και είδαν το όχημα της ενάγουσας που έστριβε δεν πρόλαβαν και πάτησαν τα φρένα. Αρνήθηκε υποβολή ότι το όχημα της ενάγουσας ήταν σταματημένο και ισχυρίστηκε ότι την είδε να κάνει κίνηση για να στρίψει και πως καθ' ο χρόνο η ενάγουσα έκανε την κίνηση αυτή ο ξάδελφός του χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος που οδηγούσε και χτύπησαν πάνω της. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι ο εναγόμενος 1 έτρεχε υπερβολικά καθώς επίσης και υποβολή ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Τέλος απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι δεν θυμόταν να είδε κάποιον μετά το ατύχημα να φωτογραφίζει την περιοχή. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου τον οποίο εκπροσωπούσε. Η κα Παπαμιλτιάδους εισηγήθηκε ότι οι μάρτυρες τους οποίους κάλεσε η πλευρά της ενάγουσας ήταν αξιόπιστοι, είπαν στο δικαστήριο την αλήθεια και η μαρτυρία τους πρέπει να γίνει αποδεκτή. Αντιθέτως, εισηγήθηκε οι μάρτυρες των εναγομένων δεν είναι αξιόπιστοι. Εισηγήθηκε επίσης ότι η ενάγουσα απέδειξε πλήρως την υπόθεσή της και ιδιαίτερα ότι αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο ατύχημα έχουν οι εναγόμενοι 1 και
  11. Έκανε επίσης αναφορά σε νομολογία σε σχέση με τις σωματικές βλάβες, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Ο κ. Κόκκινος εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει την απαίτησή της, ούτε την ευθύνη των εναγομένων αλλά ούτε και τα ποσά τα οποία αξιώνει για τις σωματικές βλάβες και τις ειδικές ζημιές τις οποίες δικογράφησε στην έκθεση απαίτησής της. Είναι η εισήγηση του κ. Κόκκινου ότι η μαρτυρία της πλευράς της ενάγουσας διαπνέεται από υπερβολή και ότι η ίδια προσπάθησε να προωθήσει ενώπιον του δικαστηρίου μια υπερβολική εικόνα σε σχέση με τους τραυματισμούς της. Εισηγήθηκε περαιτέρω αναφορικά με το θέμα των ειδικών αποζημιώσεων ότι θα πρέπει να αποδοθεί στην εναγόμενη μόνο το ποσό των €1.600 το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και ότι αυτή δεν απέδειξε με την αυστηρότητα που απαιτείται για τον εν λόγω θέμα, τα υπόλοιπα ποσά τα οποία απαιτεί ως ειδικές αποζημιώσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα αγωγή στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148). Ο ορισμός της αμέλειας σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 51

(1)είναι ο ακόλουθος: Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. Η νομολογία σε σχέση με το αστικό αδίκημα της αμέλειας είναι πολύ πλούσια. Στην υπόθεση Κύπρος Ξενοφώντος ν. K.N. ZOO BAR RESTAURANT LTD κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. 447/11, ημερομηνίας 15.12.2006, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Η αμέλεια ως έννοια είναι νομικά πασίγνωστη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Χάριν υπενθύμισης και μόνο, να λεχθεί ότι στο Κυπριακό σύστημα δικαίου αυτή οριοθετείται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149, όπως έχει βέβαια ερμηνευθεί καθοδηγητικά από τη νομολογία στη βάση της Αγγλικής προσέγγισης του κοινοδικαίου, (Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.ΑΔ. 864 και Καλαθά ν. Πουλλίτα
(2006)1 Α.Α.Δ. 480). Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbor principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας. Οι κατηγορίες ή συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να εγερθεί τέτοιο καθήκον αναγνωρίστηκε ήδη από την Donoghue v. Stevenson, από τον Lord McMillan, ότι δεν είναι ποτέ στεγανοποιημένες. Η αμέλεια ως έννοια μπορεί να επιδεικνύεται σε μια μεγάλη κατηγορία συνθηκών. Δεν είναι αναγκαίο τα εξεταζόμενα γεγονότα να εντάσσονται σε υποθέσεις όπου και προηγουμένως είχε στοιχειοθετηθεί αμέλεια. Το θέμα εξετάζεται, σύμφωνα με την Anns ν. Merton London Borough Council
(1978)AC 728, σε δύο στάδια: Πρώτον, κατά πόσο υπάρχει η αναγκαία γειτνίαση ώστε να εγείρεται το ερώτημα ότι η έλλειψη φροντίδας δυνατόν να προκαλέσει ζημιά ως θέμα εύλογης πρόβλεψης. Δεύτερον, αν η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσον υπάρχουν δεδομένα που αδρανοποιούν ή περιορίζουν την έκταση αυτής της επιμέλειας. Η έννοια της επιμέλειας περιορίστηκε στο χρόνο ώστε να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη επέκταση και ένταξη των διαφόρων περιπτώσεων στην έννοια, ώστε με την έλευση και μόνο της ζημιάς να εγείρεται έστω εκ πρώτης όψεως αναζήτηση αποζημιώσεων από τρίτους, κυρίως ασφαλιστικές εταιρείες και κρατικές ή κοινωφελείς υπηρεσίες, (Stovin v.Wise
(1996)AC 923. Σήμερα, η έννοια της επιμέλειας οριοθετείται από το Caparo test, από την υπόθεση Caparo Industries plc v. Dickman
(1990)1 All E.R. 568 και τη σύγχρονη της, Marc Rich & Co. AG v. Bishop Rock Marine Co Ltd
(1996)1 AC 211, ώστε θα πρέπει:
(1)ο ενάγων να δείξει ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που ευλόγως μπορούσαν να επηρεαστούν, ανάλογα με τη ζημιά που έγινε,
(2)ότι ενάγων και εναγόμενος βρίσκονται σε σχέση γειτνίασης («proximity») και
(3)να είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο («fair, just and reasonable») να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις». Σε μια υπόθεση οδικής αμέλειας, ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε ως συνετός και όχι ως ο τέλειος οδηγός. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και τις υπόλοιπες συνθήκες που οδήγησαν στην οδική σύγκρουση. Σχετική είναι η απόφαση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, τον γείτονα, όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ότι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί: • η φύση του καθήκοντος και • όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο της αμέλειας είναι αντικειμενικό και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια». Τόσο στην Αγγλική Νομολογία όσο και στη Νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου, τονίσθηκε η αρχή ότι αν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι λογικά εμφανής, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός τις αναγκαίες προφυλάξεις συνιστά αμέλεια, αλλά αν η δυνατότητα να προκύψει κίνδυνος είναι μόνο μια απλή πιθανότητα που δεν θα περνούσε από το νου ενός λογικού ανθρώπου, τότε το να μην πάρει ένας οδηγός πρόσθετες προφυλάξεις δεν αποτελεί αμέλεια (Lang v. London Transport Executive
(1959)3 All E.R. 609 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215). Στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, κρίθηκε ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου και όχι του οδηγού που ενέχεται και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη μέτρων προφύλαξης μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη (Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Αναφορικά με το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, ότι η ακολουθητέα διαδικασία είναι να αποφασίζεται πρώτα το κατά πόσο υπάρχει αμέλεια εναντίον του εναγομένου και εάν η απάντηση είναι καταφατική τότε να εξετάζεται με βάση το άρθρο 57 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 κατά πόσο ο ενάγων φέρει συντρέχουσα αμέλεια. Στην υπόθεση Μιχαήλ Θεράπων ν. Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1494, λέχθηκε ότι το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα το φέρει ο εναγόμενος. Το Δικαστήριο μπορεί βέβαια να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως διαπιστώνονται από το Δικαστήριο (βλ. Elliott v. Bax Ironside [1925] 2 K.B.
  1. Sharpe v. Southern Railway [1925] 2 K.B.
  2. Baker v. Longhurst & Sons Ltd [1933] 2 K.B.
  3. βλ. επίσης Clerk & Lindsell on Torts 16th Ed. par. 1-156). Λέχθηκε επίσης ότι όπως και στην περίπτωση της αμέλειας έτσι και στη συντρέχουσα αμέλεια το κριτήριο για την απόδοση ευθύνης στον ίδιο τον ενάγοντα για τη βλάβη την οποία υπέστη συναρτάται με το λογικά προβλεπτό του κινδύνου έναντι του οποίου παρέλειψε να πάρει λογικές προφυλάξεις. Σχετική επίσης με το θέμα της συντρέχουσας αμέλειας είναι και η υπόθεση Νικόλας Γεωργίου Σφυρή ν. Ανδρέα Πολυκάρπου
(2005)1 Α.Α.Δ. 941 στην οποία λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο είναι ένοχο συντρέχουσας αμέλειας αν μπορούσε λογικά να προβλέψει ότι αν δεν ενεργούσε ως ένας λογικός και συνετός άνθρωπος θα μπορούσε να προκαλούσε τραύματα στον εαυτό του. Αναφορικά με το θέμα της εκ προστήσεως ευθύνης προσώπου για τις συνέπειες αστικού αδικήματος που διαπράττεται από άλλο πρόσωπο, αυτό ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Στην υπόθεση Hellenic Mining Co. Ltd v. Galaxy Tours Ltd
(1978)1 C.L.R. 414, αποφασίστηκε ότι για την απόδοση εκ προστήσεως ευθύνης στον ιδιοκτήτη αυτοκινήτου πρέπει να καταδειχθεί ότι ο οδηγός ενεργούσε είτε ως αντιπρόσωπος είτε ως εργοδοτούμενος στο πλαίσιο της εργασίας του. Στην υπόθεση Χριστάκης Ποταμίτης κ.ά. ν. Έλενας Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479, λέχθηκε ότι η εξουσιοδότηση χρήσης κινητού αντικειμένου δεν υποδηλώνει ως θέμα λογικής ή κοινής εμπειρίας και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου αναφορικά με τη χρήση του. Συνεπώς συγκατάθεση για τη χρήση αυτοκινήτου δεν τεκμηριώνει αφ' εαυτής σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου, όπως άλλωστε αποφασίστηκε στη Hellenic Mining. Τέλος, στην υπόθεση Πανίκος Καθητζιώτης ν. Manocas Transport Co. Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 954, λέχθηκε ότι η ύπαρξη ή μη της εκ προστήσεως ευθύνης καταδεικνύεται μετά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η δε πραγματική μαρτυρία, εφόσον δεν είναι ουδέτερη, παρέχει βάση για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας για τις συνθήκες του ατυχήματος (Βάσος Κονναρή ν. Κυριάκου Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267 και Αλέκος Κυριάκου ν. Ευαγγελίας Δημητρίου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1362). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω προχωρώ στη συνέχεια στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Η ενάγουσα Μ.Ε.1 έκανε καλή εντύπωση στο δικαστήριο και κρίνω ότι η μαρτυρία της ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και μπορώ να στηριχθώ σε αυτή. Η παρουσία της ήταν για να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια και η ειλικρίνειά της φάνηκε και από την παραδοχή της ότι το όχημα το οποίο οδηγούσε ανήκε στον σύζυγό της και όχι στην ίδια, αναιρώντας με την παραδοχή της αυτή την αξίωσή της για την απώλεια της αξίας του οχήματος. Ο ισχυρισμός της ότι η ίδια εισήλθε στην επίδικη διασταύρωση, σταμάτησε το αυτοκίνητό της χωρίς να στρίψει δεξιά επιβεβαιώνεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα στις φωτογραφίες 4, 5, 8, 9, 13 και 14 φαίνεται ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην νοητή προέκταση της λωρίδας κυκλοφορίας την οποία τηρούσε η εναγόμενη προτού εισέλθει στην επίδικη διασταύρωση. Στο συμπέρασμα ότι η ίδια είχε ακινητοποιήσει το όχημά της και δεν επιχείρησε την όποια δεξιόστροφη κλίση του, πέραν της πραγματικής μαρτυρίας που ανέφερα πιο πάνω, οδηγεί και η μαρτυρία του εξεταστή του ατυχήματος. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται σε απόσταση 5,5μ. δεξιότερα από τη νοητή ευθεία της νησίδας που υπάρχει πριν την είσοδο στη διασταύρωση ως η πορεία του οχήματος XXXXX
  1. Εάν η ενάγουσα είχε επιχειρήσει κλίση προς τα δεξιά, σε αυτή την περίπτωση το όχημά που οδηγούσε θα βρισκόταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του εναγομένου 1 και όχι στο σημείο που έγινε η σύγκρουση, το οποίο όπως ανέφερα βρίσκεται στην νοητή προέκταση της λωρίδας κυκλοφορίας την οποία τηρούσε η ενάγουσα προτού εισέλθει στη διασταύρωση και αυτό δεν φαίνεται να αποτελούσε κίνδυνο ή εμπόδιο στην πορεία του εναγομένου
  2. Αποδέχομαι ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ίδια οδηγούσε το όχημα XXXXX84 στη Λεωφ. Τζων Κένεντυ στην Παλλουριώτισσα και κατευθυνόταν από την οδό Μάρκου Δράκου προς τη διασταύρωση των οδών Λόρδου Βύρωνος και Παναγίας. Ερχόμενη στη διασταύρωση εισήλθε σε αυτή με πράσινο φως. Βλέποντας από απέναντί της να έρχεται το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1 με μεγάλη ταχύτητα ακινητοποίησε το όχημα το οποίο η ίδια οδηγούσε και χωρίς να επιχειρήσει κλίση προς τα δεξιά, το όχημα το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1 κατευθύνθηκε στο σημείο που αυτή ήταν ακινητοποιημένη και συγκρούστηκε με αυτό. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι για περίοδο 4 μηνών δεν μπορούσε να ασχοληθεί με τις εργασίες του σπιτιού της καθότι αυτός δεν επιβεβαιώνεται από τη δοθείσα ιατρική μαρτυρία του Δρα Κετώνη ο οποίος ανέφερε ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε τις πρώτες 1 με 2 εβδομάδες να ασχοληθεί με αυτές αλλά σταδιακά η κατάστασή της θα βελτιωνόταν και θα ήταν σε θέση να ασχοληθεί με τις συνήθεις ασχολίες του σπιτιού όπως το φαγητό και ότι ο συνήθης χρόνος που απαιτείται για αποθεραπεία τέτοιων τραυματισμών είναι περίπου 1 μήνας με 6 εβδομάδες. Αυτή την υπερβολή την αποδίδω στο πως η ίδια ένιωθε μετά τον τραυματισμό της αλλά δεν κρίνω ότι είναι ένδειξη ότι η ίδια ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει ψέματα. Ο αστυφύλακας κ. Πέτρου Μ.Ε.2 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε κανένα συμφέρον από την έκβαση της δίκης και μέλημά του ήταν να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ο εν λόγω μάρτυρας άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο το οποίο έχει πεισθεί για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία του. Οι προθέσεις του αυτές δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης μιας και δεν του υπεβλήθη καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι σκοπό είχε να βοηθήσει με τη μαρτυρία του την πλευρά του διαδίκου που τον κάλεσε. Ιδιαιτέρα δε ως προς τη θέση του, στη βάση αφενός των μετρήσεών του στη σκηνή και αφετέρου του πίνακα αποστάσεων ακινητοποιήσεως αυτοκινήτων, ότι η ταχύτητα του εναγομένου 1 προ της σύγκρουσης ήταν τουλάχιστο 65 χ.α.ω., ο συνήγορος του εναγομένου 1, στη βάση της ορθότητας αυτής της θέσης του, υπέβαλε σε αυτό περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις και τούτο ώστε να βασίσει υποστηρικτικά για τον εναγόμενο 1 επιχειρήματα. Ο κ. Πέτρου μετέβη στη σκηνή του ατυχήματος και έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις για να συντάξει το πρόχειρο σχεδιαγράφημα το οποίο απεικονίζει την επιτόπου κατάσταση πραγμάτων. Οι μετρήσεις τις οποίες έλαβε δεν αμφισβητήθηκαν. Μετέφερε τα ευρήματά του στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της προφορικής μαρτυρίας του όταν επεξήγησε το εν λόγω σχεδιαγράφημα. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα όσα περιήλθαν στην αντίληψή του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και παρέθεσε στο Δικαστήριο εκείνα τα στοιχεία που άπτονται πρωτίστως της πραγματικής μαρτυρίας διαφωτίζοντας με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο για την εικόνα της σκηνής του ατυχήματος. Η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του και κρίνω ότι αυτή είναι αξιόπιστη και το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί σε αυτή. Ο Δρ Κετώνης Μ.Ε.3, ορθοπεδικός χειρουργός η ειδικότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, εξέτασε την ενάγουσα 2 φορές. Την πρώτη φορά στις 30.3.2010 ήτοι 2 μέρες μετά που συνέβη το επίδικο ατύχημα και τη δεύτερη 2 εβδομάδες αργότερα, στις 14.4.
  3. Είχε την ευκαιρία λόγω του ότι εξέτασε την ενάγουσα 2 φορές και αυτό έγινε σε σύντομο χρόνο μετά τον τραυματισμό της, να διαπιστώσει με μεγάλη ακρίβεια τους τραυματισμούς της. Ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος δεν είχε λόγο να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο ούτε και του υποβλήθηκε ότι η μαρτυρία του σκοπό είχε να εξυπηρετήσει την υπόθεση της ενάγουσας. Λόγω της εγγύτητας της εξέτασής του και συνακόλουθα των ευρημάτων του με τον χρόνο τραυματισμού της ενάγουσας ήταν σε πλεονεκτική θέση να εντοπίσει και να καταγράψει με λεπτομέρεια και ακρίβεια τους τραυματισμούς της. Μετέφερε τα κλινικά του ευρήματα και συμπεράσματα στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε, κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο κ. Τουφεξής Μ.Ε.4 είναι ο σύζυγος της ενάγουσας και το πρόσωπο το οποίο έλαβε αρχικά και στη συνέχεια εκτύπωσε τις φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν τον χώρο του ατυχήματος και τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα. Η θέση του ότι ο ίδιος τράβηξε και στη συνέχεια εκτύπωσε τις φωτογραφίες που αποτελούν το τεκμήριο 7 δεν αμφισβητήθηκε. Κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι βοηθητική στο μέρος εκείνο που αφορά τις φωτογραφίες τις οποίες έλαβε αλλά δεν μπορεί να είναι διαφωτιστική ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα καθότι ο ίδιος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας κατά τον χρόνο που αυτό συνέβη. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι η σύζυγός του παρέμεινε κλινήρης περίπου 3 με 4 μήνες δεν γίνεται αποδεκτός καθότι, όπως ανέφερα και πιο πάνω, ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίζεται από τη δοθείσα ιατρική μαρτυρία. Ο κ. Αντωνίου Μ.Υ.1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο δικαστήριο ως μάρτυρας και κρίνω ότι δεν μπορώ να δεχθώ ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον λόγο ότι έρχεται σε αντίθεση με την πραγματική μαρτυρία η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα είχε κάνει μια απότομη κίνηση να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία της και αυτό του προκάλεσε αγωνία της στιγμής με αποτέλεσμα ο ίδιος να αντιδράσει ακαριαία και να χρησιμοποιήσει τα φρένα του. Η πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα το σημείο σύγκρουσης το οποίο βρίσκεται στην νοητή προέκταση της λωρίδας κυκλοφορίας την οποία διατηρούσε η ενάγουσα προτού εισέλθει στην επίδικη διασταύρωση καθώς και οι ζημιές οι οποίες εντοπίζονται να βρίσκονται στο μπροστινό μέρος των οχημάτων που εμπλέκονται στο ατύχημα δεν επιβεβαιώνουν αυτό τον ισχυρισμό του αλλά είναι απόδειξη ότι το όχημα της ενάγουσας δεν επιχείρησε οποιαδήποτε κλίση προς τα δεξιά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το όχημά του μετά που πέδησε τα φρένα του, σύρθηκε μέχρι του σημείου που συγκρούστηκε με το όχημα της ενάγουσας λόγω της κακής κατάστασης του οδοστρώματος και των ακαθαρσιών που υπήρχαν εκεί. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός επιβεβαιώνεται από τις φωτογραφίες που απεικονίζουν τη σκηνή του ατυχήματος αφού δεν φαίνεται σε αυτές οτιδήποτε όπως λ.χ. λακκούβες ή φθαρμένη επιφάνεια του οδοστρώματος που να μπορεί να στηρίξει αυτό τον ισχυρισμό του. Μερικά χαλίκια τα οποία απεικονίζονται πράγματι στις σχετικές φωτογραφίες δεν είναι εντός της πορείας στην οποία κινείτο το όχημά του και δεν αποδέχομαι ότι μπορούσαν να επηρεάσουν την πρόσφυση του οχήματος που οδηγούσε στην άσφαλτο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε το όχημα XXXXX21 πριν τη σύγκρουση δεν ήταν άνω των 50 χ.α.ω. Αυτός ο ισχυρισμός του όμως έρχεται σε αντίθεση με την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.2 κ. Πέτρου ο οποίος ανέφερε ότι με βάση τον πίνακα αποστάσεων ακινητοποιήσεως αυτοκινήτων η ελάχιστη ταχύτητα την οποία είχε το όχημά του ήταν 65 χ.α.ω. και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Επίσης ο κ. Αντωνίου Μ.Υ.1 κατά την αντεξέτασή του σε πολλές ερωτήσεις απαντούσε ότι δεν θυμόταν, ενδεικτικό κατά την κρίση μου, της φτωχής εικόνας που έχει η ποιότητα της μαρτυρίας του. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο αστυνομικός ο οποίος μετέβη στη σκηνή του ατυχήματος είχε λάβει κατάθεση από αυτό και εάν τον ρώτησε πώς έγινε το ατύχημα. Η παρουσία του αστυνομικού στη σκηνή του ατυχήματος είναι αδιαμφισβήτητη όπως και η θέση του ότι κατά τη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος έλαβε μαρτυρία και από τους 2 οδηγούς των οχημάτων τα οποία εμπλέκονταν σε αυτό. Η αδυναμία του κ. Αντωνίου να θυμηθεί τα πιο πάνω κρίνω ότι αποτελεί ένδειξη ότι η μνήμη του είναι εξασθενημένη και η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για το Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο αστυνομικός που πήγε στη σκηνή τους ρώτησε εάν υπήρχαν τραυματίες και έλαβε αρνητική απάντηση. Αυτός ο ισχυρισμός του καταρρίπτεται από τα όσα σχετικά περιλαμβάνονται στην αστυνομική έκθεση τεκμήριο 1 η οποία ετοιμάστηκε με βάση το μαρτυρικό υλικό το οποίο συνέλεξε ο Μ.Ε.2 και στο οποίο αναφέρεται ότι η ενάγουσα είχε τραυματιστεί καθώς και από τη μαρτυρία του ιατρού Δρα Κετώνη ο οποίος εξέτασε την ενάγουσα μετά το δυστύχημα και διαπίστωσε τους τραυματισμούς της και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Λόγω των όσων ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του είναι αδύνατη και ανεπαρκές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων για τα επίδικα θέματα και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της κας Μακρίδου Μ.Υ.2 κρίνω ότι ήταν τυπική και δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για το δικαστήριο ως προς την επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης για τους λόγους που αναφέρω πιο κάτω. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε την έκθεση του XXXXX Χατζηχριστοδούλου ως τεκμήριο 9 στη διαδικασία χωρίς να υπάρξει αντεξέταση της εν λόγω μάρτυρος από την κα Παπαμιλτιάδους. Όπως προκύπτει από το πρακτικό, κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης που τέθηκε από το Δικαστήριο κατά τον χρόνο απόπειρας εισαγωγής του περιεχομένου της έκθεσης ως εξ ακοής μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές επέδειξαν πρόθεση όπως αυτή η έκθεση κατατεθεί ως τεκμήριο για τον περιορισμένο σκοπό ότι αφορά σε έγγραφο το οποίο βρισκόταν στην κατοχή της Μ.Υ.
  4. Κατά συνέπεια, και εν απουσία άλλης σχετικής με το τεκμήριο αυτό μαρτυρίας, δεν είναι δυνατό το περιεχόμενό του να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει και για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας και μόνο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι πρόκειται για εμπειρογνωμοσύνη, με αποτέλεσμα ο όποιος συνυπολογισμός της από το Δικαστήριο να εξαρτάται από τα όσα η σχετική με το ζήτημα νομολογία επιτάσσει. Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovce v. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στη βάση των ανωτέρω και με γνώμονα το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, ακόμα και στην περίπτωση που αυτή κατατίθετο ως εξ ακοής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και επιβίωνε στη βάσανο των προνοιών του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και να ήταν επομένως δυνατή η πρόσδοση βαρύτητας σε αυτό και πάλι δεν θα βοηθούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο την πλευρά των εναγομένων, μιας και τούτο (το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9) κρίνεται ανεπαρκές στο να ικανοποιήσει της απαιτήσεις της πιο πάνω νομολογίας αφού δεν παρέχει στο Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα στοιχεία, λεπτομέρειες και επιστημονικά κριτήρια ώστε το τελευταίο, στη βάση του, να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα ή συμπεράσματα. Αρκεί να σημειώσω ότι τούτο (το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9) δεν είναι κατατοπιστικό των ακαδημαϊκών ή άλλων εμπειρικών προσόντων του συντάκτη του, με αποτέλεσμα να ελλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο που θα καθιστούσε δυνατή την έκφραση γνώμης. Τέλος, ούτε ο Μ.Υ.3 κ. Μιχαήλ έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επειδή έρχεται σε αντίθεση με την πραγματική μαρτυρία η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα αναφέρω τον ισχυρισμό του ο οποίος είναι ο ίδιος με αυτόν του εναγομένου 1 ότι δηλαδή η ενάγουσα είχε κάνει μια απότομη κίνηση να στρίψει δεξιά σε σχέση με την πορεία της και αυτό ήταν που προκάλεσε αγωνία της στιγμής στον εναγόμενο 1 με αποτέλεσμα ο ίδιος να αντιδράσει ακαριαία και να χρησιμοποιήσει τα φρένα του. Η πραγματική μαρτυρία για τους λόγους που ανέφερα και πιο πάνω, διαψεύδει αυτόν τον ισχυρισμό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ταχύτητα του οχήματος στο οποίο επέβαινε ως συνοδηγός του ξαδέλφου του εναγομένου 1 δεν ήταν μεγαλύτερη των 50 χ.α.ω. αλλά σε ερώτηση πώς το γνώριζε αυτό είπε ότι το συμπέρανε λόγω του ότι εκεί υπήρχαν φώτα τροχαίας και οι ίδιοι δεν είχαν κάποιο λόγο για να είναι βιαστικοί. Αυτός ο ισχυρισμός του όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός γιατί έρχεται και σε αντίθεση με την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.2 κ. Πέτρου ο οποίος ανέφερε ότι με βάση τον πίνακα αποστάσεων ακινητοποιήσεως αυτοκινήτων η ελάχιστη ταχύτητα την οποία είχε το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος 1 ήταν 65 χ.α.ω. Περαιτέρω, κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν φτωχή αφού σε αρκετές ερωτήσεις απαντούσε ότι δεν θυμόταν όπως λ.χ. δεν θυμόταν κατά πόσο στη σκηνή του ατυχήματος είχε έρθει αστυνομικός και εάν τους έλαβε κατάθεση. Κρίνω ότι τα πιο πάνω αποτελούν ενδείξεις ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει ελλείψεις και είναι αδύνατη και ενόψει των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Δεδομένης της αξιολόγησης των μαρτύρων όπως αναφέρθηκε πιο πάνω καθώς και των όσων δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Στις 28.3.2010 και περί η ώρα 13:00 έλαβε χώρα δυστύχημα στη Λεωφ. Τζων Κένεντυ στην Παλλουριώτισσα με ενεχόμενα τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής XXXXX84 το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα και XXXXX21 αντίστοιχα, το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος
  1. Η ζημιά την οποία υπέστη το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX84 ήταν ύψους €1.
  2. Ο καιρός την επίδικη ημέρα ήταν αίθριος. Η ενάγουσα οδηγούσε το όχημα XXXXX84, ιδιοκτησίας του συζύγου της, στη Λεωφ. Τζων Κένεντυ στην Παλλουριώτισσα με κατεύθυνση από την οδό Μάρκου Δράκου προς τη διασταύρωση με τις οδούς Λόρδου Βύρωνος και Παναγίας. Ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα XXXXX21 επί της Λεωφ. Τζων Κένεντυ, με αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με την ενάγουσα, από τον κυκλικό κόμβο Σοπάζ προς την υπεραγορά Αθηαινίτη. Η Λεωφ. Τζων Κένεντυ στην πορεία από την οποία ερχόταν το όχημα XXXXX21 διαγράφει μια στροφή προς τα αριστερά και τα προς αυτή την πορεία κατευθυνόμενα οχήματα πρέπει, αφού διαβούν τη διασταύρωση που προηγείται, να διαγράψουν αριστερόστροφη πορεία για να μπορέσουν να παραμείνουν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας την οποία διατηρούσαν πριν την είσοδό τους στην εν λόγω διασταύρωση. Φθάνοντας στην εν λόγω διασταύρωση η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας, η ενάγουσα εισήλθε σε αυτή με πράσινο φως στην πορεία της με πρόθεση να στρίψει δεξιά προς την οδό Λόρδου Βύρωνος και διατηρήθηκε στη νοητή επέκταση της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία βρισκόταν πριν να εισέλθει στη διασταύρωση. Βλέποντας από απέναντί της να έρχεται το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX21 το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1, ακινητοποίησε το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε προτού επιχειρήσει την όποια δεξιόστροφη κλίση του. Ο εναγόμενος 1, ενώ το όχημα της ενάγουσας ήταν ακινητοποιημένο ως ανωτέρω και η δεξιά του πλευρά ήταν σε απόσταση 5μ., από το όριο της λωρίδας κυκλοφορίας εντός της οποίας σκόπευε να κινηθεί ο ίδιος και σε απόσταση 31μ. περίπου μακριά από το όχημά του, χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματός του αφήνοντας επί του οδοστρώματος ίχνη τροχοπέδησης μήκους 23μ. Ο εναγόμενος, ο οποίος διαμένει κοντά στην εν λόγω διασταύρωση και την χρησιμοποιεί αρκετές φορές την ημέρα, οδηγούσε το όχημα XXXXX21 ακριβώς προ της χρήσεως των φρένων του, με ταχύτητα τουλάχιστο 65 χ.α.ω. Η πέδηση των φρένων του οχήματος από τον εναγόμενο 1 σε συνδυασμό με την ταχύτητά του στο εν λόγω σημείο όπου ο δρόμος μετά τη διασταύρωση διαγράφει αριστερόστροφη πορεία, είχε ως αποτέλεσμα, λόγω μπλοκαρίσματος των τροχών, αυτός να απολέσει τον έλεγχο του οχήματος και αυτό να συρθεί ανεξέλεγκτο πλέον και να συγκρουστεί με το ακινητοποιημένο όχημα το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα. Η εν λόγω σύγκρουση ήταν μετωπική και από αυτή το αυτοκίνητο το οποίο η ενάγουσα οδηγούσε υπέστη ζημιές και η ίδια τραυματίστηκε. Το σημείο σύγκρουσης εντοπίζεται σε χώρο μπροστά της λωρίδας κυκλοφορίας την οποία τηρούσε η ενάγουσα προτού εισέλθει στην επίδικη διασταύρωση και ήταν, κατά πολύ, εκτός της πορείας που αυτό θα ακολουθούσε το όχημα του εναγομένου 1 εάν ο τελευταίος δεν έκανε χρήση των φρένων του. Το σημείο σύγκρουσης ήταν επίσης σε απόσταση 5,5μ. δεξιότερα σύμφωνα με την πορεία του εναγομένου 1 από το αριστερότερο, πάντα σύμφωνα με την πορεία του, όριο του δρόμου που θα έπρεπε να κινηθεί για να κατευθυνθεί ως η πρόθεσή του. Η ενάγουσα τραυματίστηκε και υπέστη σοβαρό διάστρεμμα (θλάση) της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης το οποίο της προκαλούσε πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα με αιμωδίες στα άνω άκρα και ζαλάδες και για περίοδο 2 εβδομάδων χρησιμοποιούσε αυχενικό κολάρο και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Κατέβαλε το ποσό των €85,00 για την ετοιμασία της αστυνομικής έκθεσης, το ποσό των €200,00 ως ιατρικά έξοδα του Δρα Κετώνη και €1.400 ευρώ στην κα XXXXX Αυγουστή για υπηρεσίες ταξί. Μετά την πάροδο 2 εβδομάδων επανεξετάστηκε από τον θεράποντα ιατρό της και η κατάστασή της παρουσιαζόταν βελτιωμένη, η δε χρήση του κολάρου πλέον θα ήταν περιοδική. Η ανάρρωση της ενάγουσας ήταν διάρκειας περίπου 1 μηνός με 6 εβδομάδων και τα συμπτώματα συνέχισαν για αυτή την περίοδο. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ Στην παρούσα υπόθεση, ενόψει των δεδομένων στη σκηνή του ατυχήματος ως αυτά έχουν εκτεθεί πιο πάνω, κρίνω ότι η οδική συμπεριφορά του εναγομένου 1, αποτέλεσε τη μόνη γενεσιουργό αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Αυτό διότι ο εναγόμενος 1 όφειλε να επιδείξει καθήκον επιμέλειας προς την ενάγουσα η οποία επίσης χρησιμοποιούσε τον ίδιο δρόμο. Ο εναγόμενος 1 δεν άσκησε τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα και οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα ιδιαίτερα λόγω της γνωστής σε αυτό ιδιαιτερότητας που παρουσιάζει η διασταύρωση. Λόγω της έλλειψης προσοχής και παρατηρητικότητας, αφενός δεν αντιλήφθηκε ότι το όχημα της ενάγουσας δεν είχε στρίψει δεξιά και δεν αποτελούσε υπαρκτό κίνδυνο έναντι του οποίου θα όφειλε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα και αφετέρου λόγω της υπερβολικής ταχύτητας με την οποία οδηγούσε, κατέστη ανήμπορος να οδηγήσει το αυτοκίνητό του με ασφάλεια αριστερότερα του οχήματος της ενάγουσας όπου υπήρχε αρκετός χώρος για να πράξει τούτο και αντ' αυτού εφάρμοσε τα φρένα του με αποτέλεσμα αυτά να μπλοκάρουν, να απολέσει τον έλεγχο του και μη μπορώντας πλέον να το ελέγξει, εν τέλει, κτύπησε στο όχημα που οδηγούσε η ενάγουσα. Παρά το γεγονός ότι η επίδικη διασταύρωση ήταν κοντά στο σπίτι του και τη διάβαινε πολλές φορές την ημέρα και γνώριζε ότι η πορεία που έπρεπε να διατηρήσει για να παραμείνει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας θα ήταν αριστερόστροφη, αυτός υπήρξε αμελής αφού οδήγησε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα των 65 χ.α.ω. Τηρούσε αυτή την ταχύτητα κατά τον χρόνο που πέδησε τα φρένα του οχήματός του προτού εισέλθει στη διασταύρωση και το έπραξε τούτο χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε πραγματική προς τούτο ανάγκη αφού το όχημα το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα είχε μεν εισέλθει στην εν λόγω διασταύρωση, παρέμεινε όμως σε σημείο που δεν εμπόδιζε την ελεύθερη διέλευση του εναγομένου 1, ούτε και επέδειξε (το όχημα της ενάγουσας) οποιαδήποτε οδική συμπεριφορά που δικαιολογεί κρίση ενός μέσου συνετού οδηγού ότι, τούτο, αποτελούσε υπαρκτό κίνδυνο έναντι του οποίου όφειλε να λάβει αποτρεπτικά μέτρα. Ο εναγόμενος 1 αφού πέδησε τα φρένα του οχήματος που οδηγούσε απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος, διέγραψε ευθεία πορεία και συγκρούστηκε με το όχημα το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα. Εάν είχε την προσοχή του στραμμένη προς την κατεύθυνση στην οποία βρισκόταν η ενάγουσα θα είχε διαπιστώσει ότι αυτή βρισκόταν σε σημείο του δρόμου στο οποίο δεν εμπόδιζε την ελεύθερη διέλευση του οχήματός του και θα μπορούσε να προχωρήσει με ασφάλεια στην λωρίδα κυκλοφορίας του χωρίς να χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει τα φρένα του ούτε να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο αφού υπήρχε αρκετός χώρος για να περάσει αριστερότερά της με ασφάλεια. Συνεπώς κρίνω ότι η πλευρά της ενάγουσας με τη μαρτυρία την οποία προσκόμισε κατόρθωσε να αποδείξει ότι ο εναγόμενος 1 υπό τις περιστάσεις δεν ενήργησε ως ο μέσος συνετός οδηγός, αντιθέτως υπήρξε αμελής και φέρει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται μεταξύ άλλων, ότι συντρέχουσα ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος φέρει η ενάγουσα. Ενόψει αυτού του ισχυρισμού και αφού ήδη το δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπάρχει αμέλεια εκ μέρους του εναγόμενου 1, θα προχωρήσω στη συνέχεια να ερευνήσω κατά πόσο υπό τις περιστάσεις αποδείχθηκε συντρέχουσα αμέλεια της ενάγουσας. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας φέρει η πλευρά του εναγόμενου (Μιχαήλ Θεράπων ν. Ιωάννου & Παρασκευαΐδης Λτδ κ.ά.). Το Δικαστήριο μπορεί βέβαια να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν. Έχοντας υπόψη μου ότι το ατύχημα συνέβη επειδή ο εναγόμενος 1 οδηγούσε με υπερβολική υπό τις περιστάσεις ταχύτητα και ότι αδικαιολόγητα χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος που οδηγούσε με αποτέλεσμα να απολέσει τον έλεγχο του και να κατευθυνθεί προς το όχημα το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα προτού αυτή κάνει οποιαδήποτε ενέργεια να κινηθεί δεξιά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που ο εναγόμενος 1 είχε δικαίωμα να οδηγήσει, κρίνω ότι οι εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους ότι η ενάγουσα φέρει συντρέχουσα αμέλεια για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Η ενάγουσα εισήλθε στη διασταύρωση χωρίς να θέσει το όχημα που οδηγούσε σε σημείο που να αποτελεί κίνδυνο για τον εναγόμενο 1 ο οποίος, χωρίς την ύπαρξη πραγματικής προς τούτο ανάγκης, πέδησε τα φρένα του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτή. Η ενάγουσα, από τη στιγμή που διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος 1 ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα προς το σημείο που η ίδια είχε ακινητοποιήσει το όχημα το οποίο οδηγούσε, δεν είχε χρόνο να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την αυτοπροστασία της και επομένως δεν παρέλειψε υπό τις περιστάσεις να ενεργήσει ως ο μέσος συνετός οδηγός. Συνεπώς κρίνω, ως εξάλλου σημειώθηκε και ανωτέρω, ότι η ενάγουσα δεν φέρει οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια και ότι την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος φέρει ο εναγόμενος
  3. Σε σχέση με την ισχυριζόμενη εκ προστήσεως ευθύνη του εναγομένου 2, πέρα από το γεγονός ότι είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1, η ενάγουσα δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ικανή να αποδείξει τον εν λόγω ισχυρισμό της ότι ο εναγόμενος 2 είναι στην παρούσα περίπτωση εκ προστήσεως υπεύθυνος. Η ύπαρξη απλώς της ιδιοκτησίας του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1 κρίνω, στη βάση της πιο πάνω σχετικής νομολογίας, ότι δεν είναι ικανοποιητική για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου αναφορικά με τη χρήση του οχήματος ΒΑΥ 421 και την εκ προστήσεως ευθύνη του εναγομένου 2 και η αγωγή εναντίον του δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων, του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, της απώλειας των ανέσεων και των απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο ενάγων συνεπεία του τραυματισμού του. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος τους είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Στην υπόθεση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 επισημαίνεται η αναγκαιότητα φιλελευθεροποίησης των αποζημιώσεων και ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερη ευαισθησία. Επίσης οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτουν σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο. Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση του θύματος. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Είναι νομολογημένο ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με το ύψος των γενικών αποζημιώσεων δεν αποτελούν προηγούμενο αλλά είναι μόνο καθοδηγητικές (Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303 και Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460). Στην υπόθεση Γιαννάκης Ερωτοκρίτου κ.ά. ν. Μιχάλη Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ. 445 επισημάνθηκε ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Γρηγόρης Κεζαρίδης ν. Κώστα Κωνσταντίνου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1373 για σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση επιδικάσθηκαν γενικές αποζημιώσεις ύψους ΛΚ6.000. Οι ακτινογραφίες έδειξαν ευθειασμό της σπονδυλικής στήλης και σπονδυλοαρθριτικές αλλοιώσεις στους Α5 και Α6 σπόνδυλους. Οι πόνοι στον αυχένα και την κεφαλή συνεχίστηκαν για 14 μήνες και για όλα αυτό το χρονικό διάστημα ο ενάγων ήταν αναγκασμένος να φέρει αυχενικό κολάρο και να επισκέπτεται τον γιατρό περίπου 2 φορές τον μήνα και για κάποια περίοδο υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία. Χαρακτηρίστηκαν ως πλησιάζουσες στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης που θα μπορούσε δικαίως να επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντος όχι όμως σε βαθμό που να καθιστά την περίπτωση κατάλληλη για παρέμβαση του Εφετείου προς μείωσή τους. Στην υπόθεση Ανδρέας Νεοκλέους ν. Simon John Worley
(2001)1 Α.Α.Δ. 652 για βαρύ διάστρεμμα αυχένα το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε σε ΛΚ3.500 το ποσό των γενικών αποζημιώσεων. Έξι και πλέον μήνες μετά το δυστύχημα, ο ενάγων εξακολουθούσε να παρουσιάζει σε κάποιο βαθμό περιορισμό των κινήσεων του αυχένος λόγω της ευαισθησίας της περιοχής. Στην υπόθεση Αρετούλλα Μερακλή και άλλος ν. Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148, το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε το επιδικασθέν ποσό σε ΛΚ1.500 για θλάση αυχένα και μωλωπισμό του ώμου. Λόγω προϋπαρχόντων οστεοαρθρωτικών αλλοιώσεων επιδεινώθηκαν οι επώδυνες κακώσεις των μαλακών μορίων. Ο εφεσίβλητος αποθεραπεύθηκε πλήρως σε κάπως μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τη συνήθη περίοδο που χρειάζεται για αποθεραπεία παρόμοιων κακώσεων. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αβραάμ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441 η οποία αφορούσε διάστρεμμα αυχένα και τραύμα στη κεφαλή όπου προκλήθηκε εγκεφαλική διάσειση και ανάπτυξη μετατραυματικού συνδρόμου και υπήρξε και παροδική απώλεια συνειδήσεως, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία επιδικάστηκε το ποσό των ΛΚ2.500 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση παρατήρησε ταυτόχρονα ότι το ποσό περιείχε στοιχεία γενναιοδωρίας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα υπέστη σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, ότι για 2 περίπου εβδομάδες υπέφερε από πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα, με αιμωδίες στα άνω άκρα και ζαλάδες και ότι την ίδια περίοδο χρησιμοποιούσε αυχενικό κολάρο και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή καθώς επίσης ότι 15 ημέρες μετά τον τραυματισμό της, ήτοι μέχρι την 14.4.2010 η ιατρική της εικόνα παρουσίασε σημαντική βελτίωση χωρίς να έχουν μείνει οποιαδήποτε κατάλοιπα από τον τραυματισμό του και χωρίς να χρειαστεί να κάνει φυσιοθεραπεία, κρίνω ότι το ποσό των €3.000 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τις σωματικές βλάβες, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη η ενάγουσα. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ: Με βάση την επί του θέματος νομολογία η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα ποσά που διεκδικεί και τα οποία έχει δικογραφήσει. Οι ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Παναγιώτου ν. Φραγκίσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687). Η νομολογία είναι σαφέστατη ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει, όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2012)1 Α.Α.Δ. 753). Στην πιο πάνω υπόθεση Ηρακλέους ν. Πίτρου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Απόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Και τα οποία έχει προηγουμένως συμπεριλάβει στο δικόγραφο του. Τι ακριβώς είναι η ζημιά αυτή και πως διαφοροποιείται από την γενική ζημιά μας διευκρινίζει η κλασσική απόφαση του Λόρδου Goddard στην British Transport Commission v. Gourley [1956] A.C. 185,206. H απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. O ίδιος δικαστής στην Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177, 178 είπε: "Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it." H παρατήρηση αυτή αναφέρθηκε επιδοκιμαστικά στην κατοπινή υπόθεση Domsalla v. Barr [1969] 3 All E.R. 487». Στην παρούσα υπόθεση η ενάγουσα αξιοί ως ειδικές ζημιές τα πιο κάτω ποσά: (α) €85,00 για την αστυνομική έκθεση, (β) €200,00 για ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα XXXXX Κετώνη, (γ) €1.400 για υπηρεσίες ταξί για 4 μήνες, (δ) €1.600 για χρήση φροντίστριας για 4 μήνες, (ε) €4.000 ως αξία αυτοκινήτου και (στ) €6.400 απώλεια από την εργασία της. Αναφορικά με τα κονδύλια που αφορούν το ποσό των €85,00 για την αστυνομική έκθεση και το ποσό των €200,00 ως τα ιατρικά έξοδα του ιατρού Δρα XXXXX Κετώνη, διαπιστώνω ότι η καταβολή τους δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους ούτε με ερωτήσεις προς την ενάγουσα ή τους άλλους μάρτυρες και κρίνω ότι η ενάγουσα με τις αποδείξεις τις οποίες προσκόμισε τα έχει αποδείξει και δικαιούται να της αποδοθούν. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε επίσης ότι λόγω του τραυματισμού της υποχρεώθηκε για περίοδο 4 μηνών να μισθώσει υπηρεσίες ταξί για τις οποίες κατέβαλε το ποσό των €1.400 και προς απόδειξη αυτού του ποσού κατέθεσε ως τεκμήριο 5 στη διαδικασία σχετική απόδειξη που της παρέδωσε η κα XXXXX Αυγουστή. Παρατηρώ ότι στη βάση της ιατρικής μαρτυρίας η οποία έγινε αποδεκτή από το δικαστήριο, η περίοδος αποθεραπείας της ενάγουσας καθορίστηκε το μέγιστο σε 6 εβδομάδες. Συνεπώς στο βαθμό που η αναγκαιότητα μίσθωσης υπηρεσιών ταξί για τις μεταφορές των παιδιών της ενάγουσας στο σχολείο τους και των απογευματινών μαθημάτων και άλλων ασχολιών τους, συνδέεται με την αδυναμία της να αντεπεξέλθει η ίδια σε αυτά τα καθήκοντα λόγω του τραυματισμού της, κρίνω ότι η ενάγουσα δικαιούται να της αποδοθεί το εν λόγω κονδύλι για αυτή την περίοδο αφού είναι το ποσό το οποίο κατέβαλε η ίδια από το επίδομα πολυτέκνου το οποίο λάμβανε. Το ποσό το οποίο κρίνω ότι δικαιούται να της αποδοθεί αφορά περίοδο ενάμιση μηνός (6 εβδομάδων) που η ίδια αδυνατούσε να διεκπεραιώσει αυτά τα καθήκοντα και το εν λόγω ποσό, κάνοντας και τους αναγκαίους υπολογισμούς, διαπιστώνω ότι ανέρχεται στο ποσό των €525,
  1. Η ενάγουσα διεκδικεί περαιτέρω το ποσό των €1.600 το οποίο κατέβαλε για τη χρήση φροντίστριας. Ισχυρίστηκε ότι το πρόσωπο στο οποίο κατέβαλε το εν λόγω ποσό είναι κάποια κοπέλα η οποία ήταν κατά τον επίδικο χρόνο γειτόνισσά της η οποία δεν ήθελε να της δώσει απόδειξη. Ύστερα αυτή μετακόμισε στην Πάφο και η ενάγουσα δεν μπόρεσε να την εντοπίσει. Κρίνω ότι με αυτά τα δεδομένα το εν λόγω κονδύλι δεν μπορεί να αποδοθεί στην ενάγουσα για τους εξής λόγους: πρώτον, η εν λόγω κοπέλα παρέμεινε άγνωστη στο δικαστήριο αφού δεν αναφέρθηκε καν το όνομά της και δεύτερον δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι αυτή για περίοδο 4 μηνών μετά τον τραυματισμό της δεν μπορούσε να ασχοληθεί καθόλου με τις οικιακές της εργασίες. Η ιατρική μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το δικαστήριο παρουσιάζει τους τραυματισμούς της ενάγουσας να αποθεραπεύονται σε περίοδο 1 μηνός με 6 εβδομάδων και την ίδια να μπορεί σταδιακά να ασχοληθεί με τις οικιακές της εργασίες. Συνεπώς κρίνω ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε με την απαραίτητη αυστηρότητα το εν λόγω ποσό και η απαίτησή της για αυτό απορρίπτεται. Δηλώθηκε κατά την πορεία της ακροαματικής διαδικασίας ως παραδεκτό γεγονός ότι η αξία του αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα ήταν €1.
  2. Το εν λόγω ποσό δικογραφείται στην έκθεση απαίτησης και διεκδικείται από την ενάγουσα ως μέρος των ειδικών ζημιών τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη. Η ενάγουσα κατά την αντεξέτασή της σε 2 διαφορετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν απάντησε ότι το όχημα το οποίο οδηγούσε δεν ανήκε στην ίδια αλλά στον σύζυγό της. Με δεδομένη αυτή την παραδοχή της και έχοντας υπόψη μου ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ικανή να αποδείξει ότι η κυριότητα του εν λόγω αυτοκινήτου ανήκε στην ενάγουσα, κρίνω ότι αυτή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι δικαιούται να της αποδοθεί το εν λόγω ποσό. Επισημαίνω ότι το παραδεκτό γεγονός το οποίο δηλώθηκε από τα διάδικα μέρη αναφερόταν στην αξία του οχήματος το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα και όχι στο θέμα της ιδιοκτησίας αυτού και συνεπώς δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου που να αποδεικνύει ότι η ενάγουσα δικαιούται να της επιδικασθεί το εν λόγω ποσό και συνεπώς η απαίτησή της ως προς αυτό το κονδύλι δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η ενάγουσα διεκδικεί τέλος το ποσό των €6.400 το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της υπέστη ως απώλεια εισοδημάτων για περίοδο 4 μηνών μετά τον τραυματισμό της. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν ως διασκεδαστής σε παιδικά πάρτι και εκ της απασχολήσεώς της αυτής είχε μηνιαία εισοδήματα περί τα €1.
  3. Διαπιστώνω ότι δεν παρουσίασε οποιοδήποτε δικαιολογητικό ή βιβλία στα οποία να φαίνονται αυτά τα ποσά ούτε τις φορολογικές της δηλώσεις ούτε και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι για περίοδο 4 μηνών δεν μπορούσε να ασκήσει αυτή την απασχόλησή της. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία το ποσό των €6.400 το οποίο διεκδικεί ως απώλεια εισοδημάτων και το συγκεκριμένο κονδύλι δεν μπορεί να της αποδοθεί και απορρίπτεται. ΤΟΚΟΣ Το θέμα του καθορισμού του τόκου εμπίπτει εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβανομένων υπόψη των όσων σχετικά διαλαμβάνει το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και η σχετική επί του θέματος νομολογία (Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Έχοντας υπόψη μου ότι το επίδικο ατύχημα συνέβη στις 28.3.2010 και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 7.10.2011 χωρίς να έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από την ενάγουσα για την καθυστέρηση αυτή, κρίνω ότι ο τόκος που δικαιούται να της επιδικαστεί επί των γενικών αποζημιώσεων θα πρέπει να ξεκινά από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής και όχι από τον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει μέρος της απαίτησής της εναντίον του εναγομένου 1 στο βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια πολιτικών υποθέσεων (Loizou v. Soleas
(1983)1 C.L.R. 982 και Antoniou v. Anayiotos
(1983)1 C.L.R. 648) και δικαιούται να εκδοθεί απόφαση υπέρ της. Για τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1 για το ποσό των €3.000 ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από 7.10.2011 ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως πλέον για το ποσό των €810,00 ως ειδικές αποζημιώσεις με επιτόκιο το ½ του νόμιμου τόκου από 28.3.2010 ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου 1 στην κλίμακα επιτυχίας της αγωγής ήτοι στην κλίμακα €2.000 - €10.000. Η αγωγή εναντίον του εναγομένου 2 απορρίπτεται. Λόγω του γεγονότος ότι η υπεράσπιση του εναγομένου 2 ήταν κοινή με τον εναγόμενο 1 κρίνω δίκαιο να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ του. ( Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.