ADALENE LTD κ.α. ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4279/17, 18/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A375 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4279/17 Μεταξύ:
- ADALENE LTD
- BAGUERA LTD
- AREF HOLDINGS LTD
- BELLAVEN LTD
- XXXXX ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ
- XXXXX ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ
- XXXXX ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
- S.P.F. NOMINEES LTD
- FIDESCORP LTD
- FIDESCORP SERVICES LTD Ενάγοντες και ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 20.11.17 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Σιαξατέ Για Καθ' ης η αίτηση - Εναγόμενη: κα Μ. Τριανταφυλλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.11.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αξιώνοντας αριθμό διαταγμάτων. Παράλληλα με την αγωγή, οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρισαν την ίδια ημέρα μονομερή αίτηση, αποβλέποντας στην έκδοση πέντε ενδιάμεσων διαταγμάτων εναντίον της Εναγόμενης (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση). Με οδηγίες του Δικαστηρίου, η παρούσα Αίτηση επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση, η οποία καταχώρισε ένσταση. Μετά από σχετική δήλωση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου στις 21.12.17, ότι η Καθ' ης η αίτηση μέσω των δικηγόρων της παρέδωσε στις 6.12.17 στους δικηγόρους των Αιτητών, αντίγραφα όλων των σχετικών με την παρούσα Αίτηση εγγράφων που παραδόθηκαν από αυτήν προς την αρμόδια εποπτική αρχή της Ταϊλάνδης (Securities and Exchange Commission Thailand - SECT), η πλευρά των Αιτητών απέσυρε ανεπιφύλακτα τα αιτούμενα Διατάγματα υπό παράγραφο Α και Β της Αίτησης, εφόσον το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal ικανοποιήθηκε. Ως εκ τούτου παρέμειναν προς εκδίκαση τα αιτούμενα Διατάγματα υπό παράγραφο Γ, Δ και Ε της Αίτησης. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 1Α, 12, 15, 17, 25, 28, 30, 33 και 35 του Συντάγματος, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3 και 7-9, Δ.64 ΘΘ. 1 και 2, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 21
(1), 29, 31 και 32, στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο 2001 (Ν.138(Ι)/2001)άρθρα 2, 3, 9, 10-13, 16 και 17, 21, 23, 23Α, 24 και 26, στον περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο του 2009 (Ν.73(Ι)/2009)ΜΕΡΟΣ II, ΜΕΡΟΣ IV, ΜΕΡΟΣ V, ΜΕΡΟΣ VI , στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997 μέχρι 2000 (Ν.66(Ι)/1997), άρθρα 28, 28Α, 28Β, 28Γ, 28Δ, 28Ε, 28Στ και 28Ζ, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία του Ατόμου από την Αυτοματοποιημένη Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα όπως αυτή κυρώθηκε από τον Ν. 28(ΙΙΙ)/2001 και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο όπως αυτό κυρώθηκε από τον Ν. 30(ΙΙΙ)/2003, στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 95/46/ΕΚ, στο Κοινοδίκαιο συμπεριλαμβανομένων και των σχετικών αρχών για την έκδοση των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και στις αρχές τις Επιείκειας, στις Νομικές Αρχές που διέπουν τη σχετική επί του θέματος νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στη διακριτική ευχέρεια, πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Πογιατζή, ενάγοντα 5, ημερομηνίας 20.11.
- Ο ενάγοντας 5 είναι διευθυντής των Αιτητών 3 και 9 ως και των Αιτητών 10, οι οποίοι είναι διευθυντές των Αιτητών
- Είναι επαγγελματίας ελεγκτής/λογιστής και είναι αδειούχος παροχέας διοικητικών υπηρεσιών, δεόντως εγγεγραμμένος στο Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών. Ισχυρίστηκε ότι στις 16.10.17, ενώ βρισκόταν σε επαγγελματικό ταξίδι στη Ρωσία, περιήλθε στην προσοχή του δημοσίευμα (τεκμήριο Α) στο διαδίκτυο, το οποίο ανέφερε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ταϊλάνδης, άρχισε διερεύνηση εναντίον του κ. XXXXX Konoshita και εταιρειών συνδεδεμένων με αυτόν. Σύμφωνα με το εν λόγω δημοσίευμα, διερευνώνται αδικήματα ξεπλύματος βρώμικού χρήματος και άλλα παρόμοιας οικονομικής φύσης αδικήματα, τα οποία πιθανόν να δημιουργήσουν σχετική διερεύνηση στην Κύπρο. Αναφέρεται επίσης ότι η Καθ' ης η αίτηση βοήθησε την αντίστοιχη Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ταϊλάνδης στη διερεύνηση της υπόθεσης και παρείχε σε αυτήν σημαντικά γεγονότα και στοιχεία τα οποία βοήθησαν στη στοιχειοθέτηση των κατ' ισχυρισμόν αδικημάτων. Επειδή ο κ. Konoshita είναι πελάτης του, έκανε περισσότερη έρευνα στο διαδίκτυο και διαπίστωσε ότι γινόταν αναφορά και στους Αιτητές 10 ως και ότι το σύνολο των Αιτητών εμπλέκεται σε σκάνδαλο για το οποίο οι Αιτητές δεν είχαν γνώση ή εμπλοκή. Σύμφωνα με το εν λόγω δημοσίευμα, η Καθ' ης η αίτηση παρείχε συνδρομή στην αρμόδια χρηματιστηριακή αρχή της Ταϊλάνδης με την παροχή πληροφοριών και στοιχείων. Στις 19.10.17, αφού επέστρεψε από τη Ρωσία, οι δικηγόροι του απέστειλαν επιστολή στην Καθ' ης η αίτηση (τεκμήριο Β), με την οποία την ενημέρωσαν για το εν λόγω δημοσίευμα ημερομηνίας 6.10.17 ως και για σχετική ανακοίνωση ίδιας ημερομηνίας η οποία εκδόθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Ταϊλάνδης (SEC) με αρ. 95/17 (τεκμήριο Γ). Με το τεκμήριο Β, οι δικηγόροι του κάλεσαν την Καθ' ης η αίτηση να τερματίσει τη διερεύνηση και να αρνηθεί την αποστολή οποιωνδήποτε πληροφοριών στην Κύπρο ή στην αλλοδαπή. Στις 20.10.17, η Καθ' ης η αίτηση απάντησε με το τεκμήριο Δ, στο οποίο έγινε αναφορά σε μνημόνιο συνεργασίας το οποίο συνυπόγραψαν η Κύπρος και η Ταϊλάνδη ως μέλη του Οργανισμού «International Organization of Securities Commissions» (IOSCO) (τεκμήρια Ε και Στ). Από το τεκμήριο Δ προκύπτει ότι η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε στη συλλογή πληροφοριών που αφορούσαν τους Αιτητές και από τρίτα πρόσωπα και ακολούθως παρείχε τις εν λόγω πληροφορίες στην αλλοδαπή, σε αρχή τρίτης χώρας, χωρίς ο ίδιος ή άλλος εκ των Αιτητών να λάβει γνώση. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση με το τεκμήριο Δ αρνήθηκε να παρέχει πληροφορίες για τα δεδομένα που συνέλλεξε και έστειλε στην Ταϊλάνδη. Ανέφερε επίσης ότι Τράπεζα με την οποία συνεργάζονται οι Αιτητές, κλήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση και παρέδωσε σ' αυτήν διάφορα έγγραφα τραπεζικής φύσεως. Από την λήψη του τεκμηρίου Δ, έχουν δημοσιευθεί σωρεία δημοσιευμάτων που αναφέρονται στη συνεργασία της Καθ' ης η αίτηση με τις αρμόδιες αρχές της Ταϊλάνδης (τεκμήριο Ζ) και είναι προφανές ότι έχει αρχίσει ποινική διαδικασία εναντίον της εκεί υπό έρευνα εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι η Καθ' ης η αίτηση αρνείται την παροχή συγκεκριμένης λεπτομερούς πληροφόρησης αν όντως συνέλλεξε ή όχι δεδομένα των Αιτητών. Λόγω της εν λόγω άρνησης της Καθ' ης η αίτηση να παρέχει σχετική πληροφόρηση, οι δικηγόροι του απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 9.11.17 στην Καθ' ης η αίτηση (τεκμήριο Η) με την οποία ζήτησαν από αυτήν την παροχή εντός 2 ημερών οποιωνδήποτε πληροφοριών είχαν σταλεί στην αρμόδια αρχή της Ταϊλάνδης ή σε άλλη χώρα ή αρχή. Σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αρνείται να υπογράψει το Μνημόνιο IOSCO λόγω του στρατιωτικού καθεστώτος στην Ταϊλάνδη (τεκμήριο Θ). Μετά το τεκμήριο Η, η Καθ' ης η αίτηση αρνείται να δώσει οποιαδήποτε σχετική πληροφόρηση και ως απάντηση έστειλε στον δικηγόρο του το email ημερομηνίας 15.11.17 (τεκμήριο Ι), από το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν επρόκειτο να παρέχει πληροφόρηση ως προς το ποιά προσωπικά δεδομένα των Αιτητών απέστειλε σε τρίτη χώρα και μάλιστα δικτατορία. Ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξαναγκάσει την Καθ' ης η αίτηση να παρέχει τις αιτούμενες με την Αίτηση πληροφορίες σε σχέση με τα δεδομένα και πληροφορίες που δόθηκαν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Ταϊλάνδης, αφού υπάρχουν πιθανότητες καταχώρισης πιθανής δικαστικής διαδικασίας εναντίον της Καθ' ης η αίτηση η οποία αυθαίρετα και/ή αντινομικά συνέλλεξε και παρέδωσε πληροφορίες σε τρίτους, προκαλώντας ζημιά, πραγματική και ηθική και/ή ζημιά στη φήμη και πελατεία των Αιτητών. Οι Αιτητές τυγχάνουν αναφοράς σε δημοσιεύματα τα οποία τείνουν να τους δημιουργήσουν ζημιά σε σχέση με την προσωπική τους υπόσταση και λόγω ενεργειών της Καθ' ης η αίτηση, οι Αιτητές ίσως να βρεθούν να αντιμετωπίζουν κατηγορίες στην αλλοδαπή (τεκμήριο Κ). Επισημαίνει επίσης ότι έχει ήδη αναγνωριστεί ότι το Μνημόνιο IOSCO έχει ελλείψεις σε σχέση με την προστασία των προσωπικών δεδομένων προσώπων (τεκμήριο Λ). Μετά την ανεπιφύλακτη απόσυρση των Αιτητικών Α και Β της Αίτησης, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση με την οποία εγείρει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων.
- Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή βάση αγωγής εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και δεν έχουν οποιοδήποτε έννομο συμφέρον να προωθούν την παρούσα διαδικασία.
- Η Καθ' ης η αίτηση ενήργησε νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή σύμφωνα με τις εξουσίες και/ή υποχρεώσεις της δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας και/ή του μνημονίου συνεργασίας που υπογράφθηκε με την αρμόδια εποπτική αρχή της Ταϊλάνδης.
- Η παράδοση και/ή αποκάλυψη των επίδικων πληροφοριών και/ή εγγράφων από την Καθ' ης η αίτηση προς την αρμόδια εποπτική αρχή της Ταϊλάνδης, δεν παραβιάζει τον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο του 2001 (Ν. 138(Ι)/2001)και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 του Ν. 138(Ι)/2001, ενώ τυγχάνουν εφαρμογής οι εξαιρέσεις στα άρθρα 5
(2)και 16
(2)του Ν. 138(Ι)/
- Η παράδοση και/ή αποκάλυψη των επίδικων πληροφοριών και/ή εγγράφων από την Καθ' ης η αίτηση προς την αρμόδια εποπτική αρχή της Ταϊλάνδης δεν παραβιάζει τη νομοθεσία προστασίας προσωπικών δεδομένων και/ή το επαγγελματικό και/ή τραπεζικό απόρρητο και /ή το Σύνταγμα και/ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία του Ατόμου από την Αυτοματοποιημένη Επεξεργασία Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, όπως αυτή κυρώθηκε με το Ν. 28(ΙΙΙ)/2001, ούτε το Πρόσθετο Πρωτόκολλο όπως αυτό κυρώθηκε από το Ν. 30(ΙΙΙ)/2000, ούτε και την Ευρωπαϊκή Οδηγία 95/46/ΕΚ.
- Δεν στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία των κατ' ισχυρισμόν διαπραχθέντων αδικημάτων.
- Οι Αιτητές δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική διότι τα αιτούμενα διατάγματα ζητούνται για αλλότριους σκοπούς, ενώ με την έκδοση τους ουσιαστικά αποφασίζεται, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, εξολοκλήρου η ουσία της υπόθεσης.
- Η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή δεν αποτελεί το ορθό και έννομο δικονομικό μέσο διεκδίκησης των αιτούμενων θεραπειών. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Ιωάννου, Προϊσταμένης του Νομικού Τμήματος της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 29.1.
- Αναφέρει ότι η Καθ' ης η αίτηση αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και λειτουργεί με βάση τις διατάξεις του Περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου, Ν. 73(Ι)/
- Αναφέρθηκε στις εξουσίες της Καθ' ης η αίτηση για συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με αρμόδιες εποπτικές αρχές του εξωτερικού, με βάση το άρθρο 29 του Ν. 73(Ι)/2009, στον εμπιστευτικό χαρακτήρα των ανταλλασσόμενων πληροφοριών, ως και στο άρθρο 30 του Ν. 73(Ι)/2009 με βάση το οποίο τέτοια ανακοίνωση πληροφοριών εμπιστευτικής φύσης σε αρμόδιες εποπτικές αρχές της αλλοδαπής, δεν συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης προς εχεμύθεια και προς τήρηση του επαγγελματικού απόρρητου. Ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει λάβει την έγκριση της Επιτρόπου Προσωπικών Δεδομένων αναφορικά με τη διενέργεια της ανταλλαγής των πληροφοριών (τεκμήριο 1). Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση, ασκώντας την εξουσία που της παρέχεται από το άρθρο 29
(2)του Ν. 73(Ι)/2009, στις 22.10.09 υπέγραψε το Μνημόνιο Συνεργασίας του Διεθνούς Οργανισμού Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς (INTERNATIONAL ORGANIZATION OF SECURITIES COMMISSIONS - IOSCO) (τεκμήριο 2), στο οποίο η Ταϊλάνδη ήταν υπογράφον μέλος από τις 19.6.
- Στη βάση του εν λόγω Μνημονίου, η αρμόδια εποπτική αρχή της Ταϊλάνδης, δηλαδή η Securities and Exchange Commission Thailand (SECT) απέστειλε αίτημα ημερομηνίας 6.6.17 (τεκμήριο 3) προς την Καθ' ης η αίτηση για να προβεί σε συλλογή πληροφοριών εκ μέρους της, αναφορικά με έρευνα που διεξήγαγε σε σχέση με την Εταιρεία Group Lease Public Company Ltd. Η SECT ζητούσε από την Καθ' ης η αίτηση να συλλέξει πληροφορίες και τραπεζικά αρχεία τα οποία τηρούνταν στην Τράπεζα Κύπρου από τον Ιανουάριο του 2015, αναφορικά με αριθμό εταιρειών που είχαν σχέση με την εν λόγω Εταιρεία Group Lease Public Company Ltd, μεταξύ των οποίων και οι Αιτητές 1, 2, 3 και
- Η Καθ' ης η αίτηση σε συνεδρία της ημερομηνίας 3.7.17 προέβηκε στις αναγκαίες διευθετήσεις, ορίζοντας δυνάμει του άρθρου 32
(4)του Ν. 73(Ι)/2009, τα εντεταλμένα πρόσωπα τα οποία θα εξασφάλιζαν τις αιτούμενες πληροφορίες (τεκμήρια 4, 5). Στις 22.8.17 η Καθ' ης η αίτηση με επιστολή της προς την Τράπεζα Κύπρου, την ενημέρωσε για το αίτημα της SECT (τεκμήριο 6) και της ζήτησε να ετοιμάσει τα αιτούμενα στοιχεία για τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Αιτητών 1-4, εντός 8 ημερών. Στις 31.8.17, η Καθ' ης η αίτηση, αφού έλαβε τις πληροφορίες από την Τράπεζα Κύπρου, τις προώθησε στην SECT με επιστολή της ημερομηνίας 31.8.17 (τεκμήρια 7, 8). Στη βάση αυτών των πληροφοριών, η SECT στις 16.10.17 προέβηκε σε ποινική καταγγελία εναντίον του κ. XXXXX Konoshita, εκτελεστικού στελέχους της Group Lease Public Company Ltd, η οποία αφορά τα αδικήματα της απάτης, παράνομης ιδιοποίησης περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και πλαστοποίηση λογιστικών λογαριασμών μέσω της απόκρυψης συναλλαγών (τεκμήριο 9). Οι Αιτητές, μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν επιστολή στην Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 19.10.17 και την κάλεσαν να τερματίσει την όποια διερεύνηση αναφορικά με τους Αιτητές, ως και την αποστολή πληροφοριών διότι, όπως ισχυρίστηκαν, παραβιάζει την υποχρέωση για εχεμύθεια και τήρηση του επαγγελματικού απόρρητου (τεκμήριο 10). Προς απάντηση, η Καθ' ης η αίτηση απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 20.10.17 (τεκμήριο 11) με την οποία ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε οποιαδήποτε εκκρεμότητα ή συνεχιζόμενη διερεύνηση αναφορικά με τους Αιτητές. Οι Αιτητές απέστειλαν εκ νέου επιστολή ημερομηνίας 9.11.17 (τεκμήριο 12) και ζήτησαν από την Καθ' ης η αίτηση όπως εντός 2 ημερών τους ενημερώσει ποιες πληροφορίες είχε αποστείλει στην SECT και για ποιους Αιτητές. Στις 15.11.17 η Καθ' ης η αίτηση απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 13) και ανέφερε στους Αιτητές ότι το αίτημα τους δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί διότι με βάση το άρθρο 30 του Ν. 73(Ι)/2009, δεσμεύεται από την υποχρέωση τήρησης εμπιστευτικότητας και απορρήτου. Μετά την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, η Καθ' ης η αίτηση ζήτησε και έλαβε την άδεια και συγκατάθεση της SECT για να παραδώσει στους Αιτητές τα έγγραφά που παρείχε σ' αυτήν στα πλαίσια ικανοποίησης του αιτήματος της SECT για συνεργασία. Στις 6.12.17 η Καθ' ης η αίτηση, μέσω των δικηγόρων της, παρέδωσε στους δικηγόρους των Αιτητών, αντίγραφα όλων των σχετικών με την παρούσα Αίτηση εγγράφων, τα οποία παραδόθηκαν από αυτήν προς την SECT, ικανοποιώντας έτσι το αίτημα των Αιτητών αναφορικά με το διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal (τεκμήρια 3-8). Έχω μελετήσει με προσοχή την Αίτηση και την Ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, καθώς επίσης και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν ή έθεσαν με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι Αιτητές, όπως αναφέρεται και στη νομική βάση της Αίτησης, αιτούνται την έκδοση Διαταγμάτων εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, τύπου Norwich Pharmacal. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του Ν.14/60, τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το άρθρο 32, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τους (βλ. Parico v. Muskita
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές του Δικαίου της επιείκειας εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, εφόσον δεν γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου (βλ. Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Τα αιτούμενα διατάγματα είναι διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 94 και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1247. Κατ' επέκταση, διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Τα γεγονότα της υπόθεση Norwich, ήταν κατ' ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι' αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ' ακολουθία τούτου, οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer.» Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Norwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R.
(1998)Can L.H.9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy
(2000)A.B.Q.B. 575 (CanLII). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. AXA Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 στη σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Οι πιο πάνω νομικές αρχές υιοθετήθηκαν και από την Κυπριακή Νομολογία στην υπόθεση Avila Management Services Ltd και άλλων ν. Frantisek Stepanek κ.ά Πολ. Έφεση 54/12 ημερ. 27.6.12, από την οποία παραθέτω και το ακόλουθο απόσπασμα: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» (βλ. επίσης και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Melouskia Commercial Ltd κ.ά v. Chumachenko Alisa κ.ά Πολ. Εφ. Ε71/13 ημερ. 30.9.14). Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 267 του Συγγράμματος Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη «Διατάγματα Injunction»: «Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και ιδιαίτερα το λόγο για τον οποίο ζητείται το διάταγμα και η εμπλοκή του τρίτου προσώπου. Θα πρέπει να πληροφορεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας κατέβαλε κάθε προσπάθεια να συλλέξει τις πληροφορίες από άλλες νόμιμες πηγές, χωρίς όμως αποτέλεσμα και ως εκ τούτου η δικαστική οδός είναι η μόνη που του παρέμεινε. Θα πρέπει επίσης να διευκρινίζει πώς προτίθεται ο ενάγων να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που θα εξασφαλίσει και ταυτόχρονα να εκφράζει την ετοιμότητα του να παράσχει εγγύηση για αποζημιώσεις, σε περίπτωση που το τρίτο πρόσωπο υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ως αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος». Όπως προκύπτει με ξεκάθαρο τρόπο από τις πιο πάνω νομικές αρχές, τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal είναι υποβοηθητικής φύσεως και εκδίδονται με σκοπό να προσφερθεί στον ενάγοντα η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της επιδιωκόμενης αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου ή για να εξακριβωθεί η ταυτότητα του αδικοπραγούντα. Ο αιτητής είναι αναγκαίο να καταδείξει ότι οι αιτούμενες πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας στην έγερση της αγωγής, ως και ότι οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές. Συνεπώς, η αγωγή η οποία καταχωρείται με σκοπό την εξασφάλιση αποκάλυψης πληροφοριών με βάση τις αρχές της Norwich Pharmacal, έχει αποκλειστικό σκοπό την συλλογή των πληροφοριών τις οποίες ο αιτητής κατά την καταχώριση της αγωγής δεν γνωρίζει και δεν κατέχει. Στα πλαίσια τέτοιας αγωγής για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, το Δικαστήριο περιορίζεται στο να εξετάσει μόνο κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich και δεν υπεισέρχεται ούτε και εξετάζει οποιαδήποτε ζητήματα άπτονται της ουσίας της κυρίως διαφοράς μεταξύ των μερών, εφόσον στο στάδιο αυτό δηλαδή προτού λάβει χώρα η αιτούμενη αποκάλυψη, ο ενάγοντας δεν γνωρίζει και δεν κατέχει τις πληροφορίες που επιδιώκει να αποκαλυφθούν. Συνεπώς, κατά την καταχώριση της αγωγής τύπου Norwich Pharmacal, ελλείπει το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο για τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του ενάγοντα εναντίον των επικείμενων αδικοπραγούντων. Με αυτά τα δεδομένα, έχω την άποψη ότι στα πλαίσια αγωγής για έκδοση Διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, δεν επιτρέπεται να ζητούνται θεραπείες που άπτονται της κυρίως διαφοράς μεταξύ των μερών, ούτε και το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάσει τέτοιες θεραπείες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η Καθ' ης η αίτηση στις 6.12.17 και μετά την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, μέσω των δικηγόρων της, παρέδωσε στους δικηγόρους των Αιτητών αντίγραφα όλων των σχετικών με την παρούσα Αίτηση εγγράφων, τα οποία είχαν παραδοθεί από αυτήν προς την SECT. Ενόψει τούτου, το αιτούμενο Διάταγμα ένορκης αποκάλυψης πληροφοριών και στοιχείων υπό παράγραφο Α (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ) της Aίτησης, ως και το αιτούμενο Διάταγμα (Gagging Order) υπό παράγραφο Β της Aίτησης ικανοποιήθηκαν, γι' αυτό και αποσύρθηκαν ανεπιφύλακτα από τους Αιτητές και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Ωστόσο, οι Αιτητές αιτούνται επιπρόσθετα και τα ακόλουθα Διατάγματα υπό Παράγραφο Γ, Δ και Ε της Αίτησης, τα οποία αποτελούν και τις αιτούμενες θεραπείες στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα υπό παράγραφο Ε, Στ και Ζ: «Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη και/ή στους αντιπροσώπους της και/ή τους υπηρέτες αυτής και/ή σε οποιοδήποτε άτομο εργάζεται και/ή λειτουργεί υπό τη νομική στέγη που διέπει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου από το να προβούν σε έρευνα και/ή περαιτέρω έρευνα και/ή να συλλέξουν στοιχεία και/ή να ανταλλάξουν πληροφορίες που αφορούν το σύνολο των Εναγόντων μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής και/ή οδηγίας του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η Εναγόμενη όπως τα όποια στοιχεία και/ή πληροφορίες και/ή έγγραφα έχει συλλέξει από τρίτα πρόσωπα και/ή οργανισμούς επιστραφούν στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα από τα οποία έχουν παραληφθεί τα δε αντίγραφα να καταστραφούν και τα όποια ηλεκτρονικά αρχεία να διαγραφούν. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττει και/ή απαγορεύει στην Εναγόμενη να αποστείλει και/ή μεταφέρει και/ή παραδώσει σε οιονδήποτε νομικό και/ή φυσικό πρόσωπο τα όποια στοιχεία και/ή πληροφορίες και/ή έγγραφα έχει συλλέξει από τρίτα πρόσωπα και/ή οργανισμούς μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της ακρόασης της παρούσας αγωγής και/ή νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν τις αγωγές τύπου Norwich Pharmacal, έχω την άποψη ότι τα αιτούμενα Διατάγματα υπό παράγραφο Γ, Δ, Ε της Αίτησης (ως ανωτέρω) αφορούν και άπτονται της κυρίως διαφοράς μεταξύ των Αιτητών και της Καθ' ης η αίτηση, η οποία συνίσταται στο κατά πόσο η Καθ' ης η αίτηση με τη συμπεριφορά, ενέργειες και παραλείψεις της και ειδικότερα με την παροχή πληροφοριών και στοιχείων προς την SECT, έχει όντως παραβιάσει τα δικαιώματα των Αιτητών. Ειδικότερα, η θέση των Αιτητών όπως προβάλλεται μέσα από τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους είναι ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει παραβιάσει την ημεδαπή νομοθεσία παρερμηνεύοντας τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και κυρίως αγνοώντας εντελώς την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και την εφαρμογή της στο εσωτερικό όπως απορρέει από την υποχρέωση της Κύπρου ως Κράτος μέλος. Η Καθ' ης η αίτηση χειρίστηκε την όλη κατάσταση με τρόπο δικτατορικό και χωρίς να γίνει η σωστή έρευνα στο πλαίσιο του Νόμου και κυρίως χωρίς σεβασμό σε βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των Αιτητών. Συνεπώς, κρίνω ότι τα εν λόγω ζητήματα και κατ' επέκταση τα πρόσθετα αιτούμενα διατάγματα υπό παράγραφο Γ, Δ και Ε της Αίτησης, δεν μπορούν να εξεταστούν τα πλαίσια της παρούσας αγωγής, αλλά ενδεχομένως θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής αγωγής των Αιτητών, στη βάση των στοιχείων που έχουν αποκαλυφθεί σ' αυτούς από την Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι Αιτητές, κατά την καταχώριση της παρούσας αγωγής και αίτησης, δεν γνώριζαν ποιες πληροφορίες και στοιχεία η Καθ' ης η αίτηση είχε παραδώσει στη SECT, γι' αυτό και ο σκοπός της παρούσας αγωγής και αίτησης ήταν η αποκάλυψη τους. Συνεπώς η ισχυριζόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων των Αιτητών και κατ' επέκταση τα αιτούμενα Διατάγματα υπό παράγραφο Γ, Δ και Ε της Αίτησης ως και οι αντίστοιχες με την αγωγή θεραπείες, θα έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής αγωγής. Τονίζεται ότι αυτός ήταν και ο σκοπός των Αιτητών κατά την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, εφόσον ο ενόρκως δηλών για τους Αιτητές ρητά ανέφερε στην παράγραφο 25 της ένορκης δήλωσης του ότι οι πληροφορίες που δόθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση στην SECT ήταν αναγκαίες διότι «πληρούνται οι προϋποθέσεις για καταχώριση πιθανής δικαστικής διαδικασίας εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων που αυθαίρετα και αντινομικά συνέλλεξαν και παρέδωσαν πληροφορίες σε τρίτους». Προς τεκμηρίωση της πιο πάνω θέσης του Δικαστηρίου, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι από την ένορκη δήλωση των Αιτητών αλλά και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σ' αυτήν δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τις ισχυριζόμενες παραβάσεις εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Ειδικότερα, από τα τεκμήρια Α, Γ και Ζ της Αίτησης προκύπτει ότι καμιά αναφορά γίνεται στα ονόματα των Αιτητών. Ονομαστική αναφορά γίνεται μόνο στην εταιρεία GL και στον κ. XXXXX Konoshita που αποτέλεσαν το αντικείμενο της έρευνας της SECT, ως γενική αναφορά περί εμπλοκής 4 κυπριακών Εταιρειών, χωρίς οποιαδήποτε λεπτομέρεια που να τις κατονομάζει ή υπονοεί οτιδήποτε σχετικά με αυτές. Η αναφορά του ενόρκως δηλούντα για τους Αιτητές σε σωρεία δημοσιευμάτων που περιήλθαν σε γνώση του μέσω διαδικτύου, χωρίς αυτά να έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, δεν κρίνεται ως επαρκής μαρτυρία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του περί παράβασης των δικαιωμάτων των Αιτητών από μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Ούτε και η αναφορά του ότι από έρευνα στο διαδίκτυο διαπίστωσε ότι γίνεται αναφορά και στους 10 Αιτητές, δεν κρίνεται ως επαρκής μαρτυρία εφόσον παρέλειψε να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα αποτελέσματα της έρευνας του ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό σημείωμα. Ως εκ τούτου, η ένορκη δήλωση των Αιτητών δεν περιλαμβάνει το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων υπό παράγραφο Γ, Δ και Ε της Αίτησης. Με αυτά τα δεδομένα, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα μόνα Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal που οι Αιτητές νομιμοποιούντο να αιτηθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και της παρούσας Αίτησης και στη βάση της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, είναι αυτά των παραγράφων Α και Β της Αίτησης ώστε οι Αιτητές να λάβουν τις αιτούμενες πληροφορίες και να εξακριβωθεί σε κατοπινό στάδιο κατά πόσο πράγματι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα τους από την παροχή των συγκεκριμένων πληροφοριών εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση προς την SECT. Μόνο τότε οι Αιτητές θα είναι σε θέση να στοιχειοθετήσουν ξεχωριστή αγωγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, τα εν λόγω διατάγματα υπό παράγραφο Α και Β της Αίτησης, έχουν ήδη ικανοποιηθεί από την Καθ' ης η αίτηση. Εναπόκειται στους Αιτητές να αποφασίσουν πλέον εάν πράγματι με βάση τις εν λόγω πληροφορίες, η Καθ' ης η αίτηση έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο παραβιάσει τα δικαιώματα τους και οι σχετικές θεραπείες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής αγωγής. Κατ' επέκταση, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι σε σχέση με τα αιτούμενα Διατάγματα υπό παράγραφο Γ, Δ και Ε της Αίτησης, η παρούσα Αίτηση είναι πρόωρη, κατάληξη που οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη της. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές έχουν καταδείξει ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη (βλ. Karydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 321 Papastratis v Pierides
(1979)1 C.L.R 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Είναι επίσης νομολογημένο ότι στο στάδιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της σωρευτικής ικανοποίησης των κριτηρίων, το Δικαστήριο εξετάζει το δικόγραφο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ώστε να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις (βλ. Recnex Trading Ltd κ.ά ν Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/11 ημερομηνίας 16.4.2014). Σε ό,τι αφορά τις δύο πρώτες προϋποθέσεις, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο οι Αιτητές έχουν παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το απαραίτητο μαρτυρικό υλικό ως το αναγκαίο υπόβαθρο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων υπό παράγραφο Γ, Δ και Ε της Αίτησης (βλ. Hadjikyriakos Co. v United Biscuits
(1979)1 CLR 689). Το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ως για τους λόγους που έχει επεξηγήσει ανωτέρω, ότι οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και έκρινε ότι η παρούσα Αίτηση είναι πρόωρη. Επαναλαμβάνω και τονίζω ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση ως και στα συνημμένα σε αυτήν τεκμήρια, δεν περιλαμβάνεται ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι εκ πρώτης όψεως η Καθ' ης η αίτηση έχει παραβιάσει τα δικαιώματα των Αιτητών. Οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση τους, ποιες είναι οι συγκεκριμένες πληροφορίες και στοιχεία που η Καθ' ης η αίτηση έχει παρουσιάσει στην SECT και οι οποίες αποτελούν το υπόβαθρο του παραπόνου τους για ισχυριζόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων τους. Συνεπώς, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές δεν παρέχουν το αναγκαίο και επαρκές υπόβαθρο της μαρτυρίας για τη στοιχειοθέτηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Τέλος, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ούτε και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 πληρείται. Και τούτο γιατί η μη ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, αναπόφευκτα συμπαρασύρει και την τρίτη προϋπόθεση. Πέραν τούτου σημειώνεται ότι η γενική αναφορά των Αιτητών, χωρίς να παρουσιάζονται οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν τη φήμη ή την πελατεία τους ή την επαγγελματική τους εδραίωση, δεν κρίνεται επαρκής ώστε να ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Για όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο, η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο