← Κύπρος

Νικολάου ν. Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 4398/2017, 18/7/2018

Νικολάου ν. Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 4398/2017, 18/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A426 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4398/2017 Μεταξύ: XXXXX Νικολάου Ενάγοντα και XXXXX Νικολάου Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 29.11.2017 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 18 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Λιβέρας για κα Γεωργίου Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κα Ανδρέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση του Ενάγοντα στην αγωγή Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε δια Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη τις ακόλουθες θεραπείες (παρατίθεται αυτούσια η παράγραφος 18 της Έκθεσης Απαίτησης): «(Α) Διάταγμα απαγορεύον στην Εναγόμενη από του να παρεμποδίζει τον Ενάγοντα να εξασκεί το δικαίωμα επικαρπίας στην οικία επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 6/1XX4, Φύλλο 30, Σχέδιο 04 Ε1, Τμήμα 6, Τεμάχιο 1XX6, Μερίδιο ½ ή/και να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην εξάσκηση του ρηθέντος δικαιώματος. (Β) Ειδικές Αποζημιώσεις €8,

  1. (Γ) Γενικές Αποζημιώσεις. (Δ) Οποιαδήποτε περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη υπό τας περιστάσεις. (Ε) Νόμιμο Τόκο. (Στ) Έξοδα.» Η παρούσα αίτηση Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.11.2017 και την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων (παρατίθεται αυτούσιο το αιτητικό): «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, εμποδίζον ή και απαγορεύον στην Εναγομένη από τού να παρεμποδίζει την απρόσκοπτη είσοδο, διαμονή, εκμετάλλευση ή και καθ' οιονδήποτε τρόπο χρήση της οικίας ευρισκόμενης επί του ακινήτου αρ. εγγραφής 6/1XX4, Φύλλο 30, Σχέδιο 04 Ε 1 Τμήμα 6, Τεμάχιο 1XX6, Μερίδιο 1/2, στον Ενάγοντα. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, εμποδίζον ή και απαγορεύον στην Εναγομένη από τού να εισέρχεται, παρίσταται ή και καθ' οιονδήποτε τρόπο να επεμβαίνει επί της οικίας ευρισκόμενης επί του ακινήτου αρ. εγγραφής 6/1XX4, Φύλλο 30, Σχέδιο 04 Ε 1, Τμήμα 6, Τεμάχιο 1XX6, Μερίδιο 1/2 στον Ενάγοντα άνευ της ρητής προς τούτο άδειας του Ενάγοντα. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, που να προστάζει την Εναγομένη όπως παραχωρήσει πλήρη και ελεύθερη κατοχή της οικείας ευρισκόμενης επί του ακινήτου αρ. εγγραφής αρ. εγγραφής 6/1XX4, Φύλλο 30,Σχέδιο 04 Ε 1 , Τμήμα 6, Τεμάχιο 1XX6, Μερίδιο ½, στον Ενάγοντα.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1-13 και Δ.55, στα άρθρα 32 και 35 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4,5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση του Ενάγοντα υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωσή του όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας είναι πατέρας της Εναγόμενης και είναι ηλικίας 72 ετών. Περί τον Απρίλιο του 2015 η σύζυγός του τον εκδίωξε από την οικογενειακή τους οικία και έκτοτε βρίσκονται σε διάσταση. Τότε ο Ενάγοντας μετακόμισε στην οικία της Εναγόμενης στον Στρόβολο με αρ. εγγραφής 6/1XX4, Φύλλο 04 Ε1, Τμήμα 6, Τεμάχιο 1XX6, Μερίδιο ½ (στο εξής η «Οικία»). Ο ίδιος είχε μεταβιβάσει το ½ μερίδιο της Οικίας στην Εναγόμενη στις 27.9.2007, διατηρώντας, ωστόσο, το δικαίωμα επικαρπίας εφ' όρου ζωής (ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου αρ. εγγραφής 6/1XX4, Φύλλο 30, Σχέδιο 04 Ε 1 Τμήμα 6, Τεμάχιο 1XX6, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Η Εναγόμενη ζει μόνη της στην Οικία και κατά τη διαμονή του εκεί ο Ενάγοντας διέμενε σε παρακείμενους - βοηθητικούς εντός της Οικίας χώρους. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του εκεί, ο Ενάγοντας αποφάσισε όπως καταθέσεις του σε γραμμάτια ύψους €200,000 μεταφερθούν σε κοινό λογαριασμό του ίδιου και/ή του γιού του XXXXX Νικολάου και/ή της Εναγόμενης, όπως και έγινε περί τον Μάιο και Ιούνιο του
  2. Επρόκειτο περί κοινού λογαριασμού με δικαίωμα υπογραφής για τις όποιες συναλλαγές και/ή πράξεις στο λογαριασμό σε οποιωνδήποτε εκ των τριών συνιδιοκτητών αυτού. Τα ποσά αυτά ήταν της αποκλειστικής ιδιοκτησίας του Ενάγοντα, γεγονός που γνώριζαν και αποδέχθηκαν τόσο ο γιός του όσο και η Εναγόμενη. Η Εναγόμενη περιλήφθηκε ως συνιδιοκτήτρια στα εν λόγω γραμμάτια υπό τον όρο της παροχής φροντίδας στον Ενάγοντα για το υπόλοιπο της ζωής του στην Οικία. Δυστυχώς, αμέσως μετά το γεγονός αυτό, η συμπεριφορά της Εναγόμενης άλλαξε αφού δημιουργούσε συνεχώς προστριβές μεταξύ τους και τον εκμεταλλευόταν οικονομικά χωρίς να τον φροντίζει. Λόγω του ότι η κατάσταση έγινε αφόρητη, ο Ενάγοντας ζήτησε από τον γιο του XXXXX Νικολάου και τη σύζυγό του, οι οποίοι διαμένουν στην Πάφο, να τον φιλοξενήσουν προσωρινά και έτσι περί την 29.10.2015 αναγκάστηκε να φύγει από την Οικία. Τα πράγματα όμως χειροτέρεψαν αφού η Εναγόμενη δεν του επέτρεψε να επιστρέψει και για το λόγο αυτό ο Ενάγοντας υποχρεώθηκε να ενοικιάσει διαμέρισμα κοντά στο σπίτι του γιού του, καταβάλλοντας το ποσό των €230 μηνιαίως για ενοίκιο, σκύβαλα και νερό (σχετικές αποδείξεις είσπραξης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2). Έκτοτε η Εναγόμενη του αποστερεί παράνομα το δικαίωμα επικαρπίας επί της Οικίας, ενώ σύμφωνα με ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 3), λόγω της κατάστασης της υγείας του ο ίδιος χρειάζεται βοήθεια και φροντίδα. Λόγω, όμως, του περιορισμένου χώρου στο διαμέρισμα το οποίο ενοικιάζει και του κόστους ενοικίασης σε συνάρτηση με την οικονομική του κατάσταση δεν υπάρχει δυνατότητα εργοδότησης φροντίστριας από αυτόν. Συνεπεία των πιο πάνω πράξεων της Εναγόμενης, ο Ενάγοντας έχει υποστεί ζημιές αφού: (α) εξαναγκάστηκε να ενοικιάσει διαμέρισμα για δυο έτη, καταβάλλοντας το ποσό των €230 μηνιαίως, (β) εξαναγκάστηκε να μετακομίσει την Πάφο με επίπτωση στην υγεία και την ψυχολογία του με αποτέλεσμα να ξοδέψει το ποσό των €3,000 για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Στη βάση των πιο πάνω, αιτείται την έκδοση των υπό αναφορά διαταγμάτων. Επιλαμβανομένο της αίτησης το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στην Εναγομένη. Αυτή εμφανίστηκε στη διαδικασία και δια του δικηγόρου της έφερε ένσταση στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η Ένσταση της Εναγόμενης Στην Ένσταση της η Εναγόμενη προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  3. Ο Ενάγοντας απέκρυψε και/ή παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιαστικά γεγονότα και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) για να δικαιούται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  4. Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στο παρόν στάδιο εφόσον ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι έχει δικαίωμα επικαρπίας μόνο επί του οικοπέδου και όχι επί της Οικίας που ανεγέρθηκε εντός αυτού θα πρέπει να κριθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο στα πλαίσια της ουσίας της αγωγής.
  5. Τα αιτούμενα διατάγματα επηρεάζουν τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα της Εναγομένης και συνεπώς δεν δύναται να εκδοθούν.
  6. Ο Ενάγοντας ουδεμία απολύτως μαρτυρία έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου που να ικανοποιεί το κριτήριο του κατεπείγοντος αλλά ούτε έδειξε ιδιάζουσες περιστάσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς.
  7. Η Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα που υποστηρίζει την αίτηση αποτελείται από αόριστους και ασαφείς ισχυρισμούς.
  8. Με την Ένορκη Δήλωσή του που υποστηρίζει την αίτηση ο Ενάγοντας δεν ικανοποιεί καμία εκ των προϋποθέσεων για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ειδικότερα, όμως, ο Ενάγοντας δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60και δη ότι εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο λαμβάνοντας υπόψη την ίδια την φύση της αγωγής.
  9. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αλλάξει ουσιωδώς την κατάσταση πραγμάτων (status quo), η οποία δεν θα δύναται να επανέλθει με την κρίση του Δικαστηρίου υπέρ της Εναγομένης, κατά την εκδίκαση της αγωγής. Η ένσταση της Εναγομένης βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ. 1-4, στα άρθρα 32 και 35, του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 23, 30.1 και 30.2 του Συντάγματος, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία που διέπει το θέμα και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης όπου η τελευταία προβάλλει ότι τα όσα ο Ενάγοντας αναφέρει στην Ένορκη Δήλωσή του προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι ψευδή και παραπλανητικά. Ειδικότερα, τα όσα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται σε σχέση με την εκδίωξη του από την συζυγική οικία δεν είναι αληθή αφού ο ίδιος άσκησε σωματική βία κατά της μητέρας της και καταγγέλθηκε σχετικά στην Αστυνομία. Αμέσως μετά το συμβάν ο Ενάγοντας την παρακάλεσε να τον φιλοξενήσει προσωρινά, αναφέροντάς της ψευδώς ότι ο αδελφός της, XXXXX Νικολάου, τον είχε χτυπήσει και έτσι αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι του. Η ίδια δέχθηκε και έτσι ο Ενάγοντας διέμενε σε βοηθητικούς χώρους της Οικίας οι οποίοι έχουν άμεση επικοινωνία με αυτήν. Σύμφωνα με την Εναγόμενη το δικαίωμα επικαρπίας το οποίο εμφαίνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας αφορά μόνο το οικόπεδο και όχι την Οικία, η οποία ανεγέρθηκε με αποκλειστικά δικά της έξοδα. Η δε μεταφορά των χρημάτων του Ενάγοντα σε κοινό λογαριασμό με την Εναγόμενη και τον αδελφό της έγινε για προσωπικούς λόγους του Ενάγοντα λόγω της διάστασής του με τη σύζυγό του κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου του. Η Εναγόμενη ουδέποτε τον εκμεταλλεύθηκε οικονομικά, ενώ αντίθετα τον φρόντιζε, χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα. Τα όσα δε προβάλλει ο Ενάγοντας στην Ένορκη Δήλωσή του αποτελούν προϊόν δεύτερων σκέψεων προκειμένου αυτός να δικαιολογήσει την αποχώρησή του από την Οικία. Ο Ενάγοντας αποφάσισε μόνος του να εγκαταλείψει την Οικία, χωρίς να ενημερώσει σχετικά την Εναγόμενη, ενώ η ίδια ουδέποτε του απαγόρευσε να επιστρέψει σε αυτή. Η δε μη επιστροφή του οφείλεται στο ότι η Εναγόμενη προχώρησε σε παγοποίηση των κοινών λογαριασμών όταν πληροφορήθηκε ότι ο Ενάγοντας και ο αδελφός της επιχείρησαν να αφαιρέσουν το όνομά της ως συνιδιοκτήτριας αυτών. Ως η Εναγόμενη περαιτέρω ισχυρίζεται, οι οικονομικές δυνατότητες του Ενάγοντα είναι αρκετές ώστε να εξυπηρετεί τις βασικές του ανάγκες και να έχει βοηθό/φροντίστρια εφόσον λαμβάνει σύνταξη ύψους €1,250 μηνιαίως. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα Μετά την καταχώρηση της Ένστασης ο Ενάγοντας αιτήθηκε και ακολούθως έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Σε αυτήν απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης στην παράγραφο 2.3.1 της Ένορκης Δήλωσης της Εναγομένης και αναφέρει ότι η Οικία αποπερατώθηκε περί τα τέλη του 1997 ενώ η Εναγόμενη αποφοίτησε από σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το ίδιο έτος. Επομένως, ως μαθήτρια δεν είχε οποιαδήποτε έσοδα για να προχωρήσει σε ανέγερση της Οικίας, ως η ίδια ισχυρίζεται. Τον δε Ιούνιο του 1998 ακολούθησε ο γάμος της Εναγόμενης, οπότε η ίδια ξεκίνησε να διαμένει με τον σύζυγο και εν συνεχεία με το παιδί τους στην Οικία, μέχρι το διαζύγιο της. Το ακίνητο μεταβιβάστηκε από τον Ενάγοντα στην Εναγόμενη το 2007 μετά από απαίτηση της τελευταίας και έγινε καλή τη πίστη με όρο την επικαρπία, ως ξεκάθαρα προκύπτει από τον τίτλο ιδιοκτησίας που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωσή του ημερομηνίας 29.11.
  10. Μάλιστα, στο διπλανό οικόπεδο υπήρχε σε σκελετό ανεγειρόμενη οικία η οποία σήμερα είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της θυγατέρας της Εναγομένης, XXXXX Νικολάου, και της παραχωρήθηκε από την γιαγιά της XXXXX Νικολάου, που ήταν ιδιοκτήτρια του άλλου ½ μεριδίου. Η Εναγόμενη ενδεχομένως να συνέδραμε οικονομικά στην εν λόγω οικία, όχι όμως στην ανέγερση της επίδικης Οικίας. Απαντητική Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης Ακολούθως, η Εναγόμενη έλαβε άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης, η οποία και καταχωρήθηκε στις 5.6.
  11. Σύμφωνα με τα όσα εκεί καταγράφονται, το οικόπεδο στο οποίο βρίσκεται η Οικία αγοράστηκε περί τον Νοέμβριο του 1986 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 14,000, το οποίο και εξοφλήθηκε από την μητέρα της Εναγόμενης, ενώ στη συνέχεια μεταβιβάστηκε ανά ½ μερίδιο στους γονείς της. Ακολούθως, οι τελευταίοι έλαβαν δάνειο ύψους €20,000 για την κατασκευή σκελετωμάτων της Οικίας, τα οποία ολοκληρώθηκαν περί το έτος 1993, αλλά και της οικίας η οποία βρίσκεται στο άλλο μισό του οικοπέδου και ανήκει στην θυγατέρα της Εναγομένης, XXXXX Γεωργίου. Ακολούθως, περί το έτος 1997 ξεκίνησε το κτίσιμο των τούβλων και το σοβάτισμα της Οικίας, με δάνεια που εξασφάλισαν οι γονείς της Εναγόμενης για αυτό το σκοπό. Η Εναγόμενη αποφοίτησε από το Λύκειο τον Ιούνιο του 1997 και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ξεκίνησε να εργάζεται, ενώ τον Ιανουάριο του 1997 αρραβωνιάστηκε, οπότε ο Ενάγοντας προχώρησε στην μεταβίβαση της Οικίας επ' ονόματι της δυνάμει δωρεάς, η οποία σε εκείνο το στάδιο ήταν ημιτελής. Έτσι, η Εναγόμενη επωμίσθηκε διάφορα έξοδα για τον εξοπλισμό της Οικίας όπως κουζίνα, είδη υγιεινής, πατώματα υπνοδωματίων, οικιακές συσκευές, αγορά υλικών οικοδομής, ενώ όταν η Εναγόμενη μετακόμισε εκεί με τον πρώην σύζυγό της τον Ιανουάριο του 1998, προέβηκαν σταδιακά μαζί σε όλα τα απαιτούμενα για σκοπούς αποπεράτωσης τόσο του εσωτερικού όσο και του εξωτερικού της Οικίας, όπως κάγκελα, θέρμανση, κλιματισμό, έπιπλα, φωτιστικά, κουρτίνες, ψησταριά, πέργολα, υπόγειο, κήπο, βοηθητικούς χώρους κ.α. Η Οικία μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της Εναγόμενης από τον Ενάγοντα περί το έτος 2007 με δικαίωμα επικαρπίας του τελευταίου εφ' όρου ζωής για το 1/2 του ακινήτου, το οποίο, ως συμφωνήθηκε μεταξύ τους, αφορούσε επικαρπία μόνο επί του οικοπέδου και όχι επί της Οικίας. Η οικία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της θυγατέρας της Εναγόμενης, παραχωρήθηκε σε αυτήν από την γιαγιά της και ολοκληρώθηκε περί το έτος 2004 με έξοδα της Εναγόμενης. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των δυο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και δεν προέβηκαν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Τα όσα αμφότεροι υποστήριξαν στα πλαίσια των αγορεύσεων τους είναι καταγεγραμμένα και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών ενδιάμεσων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
  12. Σύμφωνα με αυτό, η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος έχουν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ. 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων v. Παραρλάμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051) Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της αξίωσης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηνορίου κ.α. ν Χριστίνας Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το πιο πάνω εγχείρημα γίνεται μόνο για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει το αναγκαίο υλικό για τη διαπίστωση ύπαρξης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60(βλέπε C.T. Tobacco Ltd ν. Εκδόσεις Αρκτίνος κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 853). Όπως, μάλιστα, υποδείχθηκε στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Τα δικαιώματα των διαδίκων θα αποφασιστούν μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από το μόνο αρμόδιο σώμα που δεν είναι άλλο από το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει την ουσία της υπόθεσης. Η πρώτη προϋπόθεση ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης, με αναφορά πάντοτε στα καταχωρημένα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο, το οποίο είναι σε κάποια έκταση αλληλένδετο με το πρώτο, ικανοποιείται εάν καταδεχθεί ότι ο αιτητής έχει πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη (βλέπε Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255). Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά ανάλογα με τις συγκεκριμένες παραμέτρους της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου (βλέπε μεταξύ άλλων Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523 και Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 304/2008, απόφαση ημερομηνίας 21.10.2011). Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οdysseos (πιο πάνω), ακόμα και εάν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ζήτημα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων (σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Βασίλη (πιο πάνω), Παλιομυλίτου ν. Παναγιώτου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 407, K. Christodoulides Land and Building Developments Ltd v. Φιλόκυπρου Γεώργιου Ματθαίου
(2005)1 Α.Α.Δ. 310 και Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Πέραν από το άρθρο 32, τo Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα με βάση τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. ΑΒΡ Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστόφορου κ.ά. (πιο πάνω)). Με δεδομένη τη φύση των αιτούμενων διαταγμάτων κρίνω ότι τα προαναφερόμενα άρθρα του Κεφ. 6 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση αίτηση εφόσον δεν αξιώνεται η έκδοση διατάγματος για μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη ή κατακράτηση περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής ή για την παρεμπόδιση ζημιάς σε αυτήν (βλέπε άρθρο 4) ούτε για παρεμπόδιση της Εναγομένης από του να αποξενώσει ακίνητη ιδιοκτησία για σκοπούς εξασφάλισης και/ή ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα (βλέπε άρθρο 5). Μελετώντας το λεκτικό των αιτουμένων διαταγμάτων διαπιστώνεται ότι τα μεν διατάγματα υπό (Α) και (Β) είναι απαγορευτικά (παρόλο που με βάση το λεκτικό τους λειτουργούν στην ουσία προστατικά), το δε διάταγμα υπό (Γ) είναι ξεκάθαρα προστακτικό. Σύμφωνα με τη νομολογία, προστακτικά διατάγματα εκδίδονται σπάνια και αυτό μόνο όταν από την αξίωση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση και σε περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο αισθάνεται σε μεγάλο βαθμό βεβαιότητα ότι κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής θα διαφανεί ότι ορθά εκδόθηκε το προστακτικό διάταγμα (βλέπε Κατερίνα Τσιερκέζου ν. Draqon Tourist Enterpries Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 και Shepherd Homes Ltd v. Sandham
(1971)Ch. 340). Σύμφωνα δε με τα όσα υποδεικνύονται στο σύγγραμμα Διατάγματα των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 88 με αναφορά, μεταξύ άλλων, στην Σχίζας ν. Αδάμου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 395 και R.K.B. Leathergoods Ltd v. Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια εξέτασης ενός τέτοιου αιτήματος περιλαμβάνουν: (α) ισχυρή πιθανότητα ο ενάγων να υποστεί ζημιά στο μέλλον, (β) οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία (βλέπε Redland Bricks v. Morris [1969] 1 All ER 576 HL), (γ) η δαπάνη στον εναγόμενο για συμμόρφωση σε συνδυασμό με την αρνητική ή θετική συμπεριφορά του, ανάλογα με την περίπτωση, (δ) κατά πόσον αυτό που καλείται ο εναγόμενος να εκτελέσει είναι παράνομο, και (ε) ότι με την έκδοση του διατάγματος ο εναγόμενος θα γνωρίζει επακριβώς τι θα πρέπει να πράξει. Διαπιστώνεται επίσης ότι με την παρούσα αίτηση επιδιώκονται διατάγματα, τα οποία είναι σχεδόν ταυτόσημα και/ή αντίστοιχα προς τη θεραπεία που ζητείται με την παράγραφο 18(Α) της Έκθεσης Απαίτησης. Ασφαλώς η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος δεν αποκλείεται (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG (πιο πάνω) και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ 169). Είναι όμως καλά γνωστό ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα αν η έκδοσή τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής (βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. Koykkoyris Trading Co Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 149 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572, Ηλιάδη - Καλησπέρα κ.ά. ν. Ακίνητα Σ.Ζ. Ηλιάδης Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 1076 και Penderhill Holdings Ltd v. Abramchyk κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση αρ. 319/11, απόφαση ημερομηνίας 13.1.2014). Τέτοια διατάγματα εκδίδονται μόνο σε πολύ καθαρές και ισχυρές περιπτώσεις όπου το νομικό δικαίωμα είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο και το δικαίωμα σε τελική θεραπεία είναι κρυστάλλινα καθαρό. Εφαρμογή των νομικών αρχών στα γεγονότα της υπόθεσης Με υπόβαθρο και γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση, υποδεικνύοντας εκ νέου ότι δεν θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό ποια από τις δυο εκδοχές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς γίνεται μόνο για τους σκοπούς που επιτρέπονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και δεν προκαταβάλλει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής. Προτού πράξω τούτο κρίνω ορθό να παρατηρήσω ότι το αίτημα του Ενάγοντα για την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων δεν περιορίζεται χρονικά μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, παρόλο που συνήθως η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος συναρτάται με την διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι με την προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας (βλέπε Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά. (πιο πάνω)). Σημειώνεται επίσης ότι οι λόγοι ένστασης της Εναγόμενης σε σχέση με την μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και την μη ύπαρξη ιδιάζουσων περιστάσεων και/ή του στοιχείου του κατεπείγοντος δεν χρήζουν οποιασδήποτε εξέτασης έχοντας υπόψη ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς διαδικασίας αλλά αντίθετα διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης (ως προς το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων σχετικές είναι οι υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 350, M & Ch. Mitsingas Trading Ltd και άλλων ν. Timberland Co of USA
(1997)1 A.Α.Δ. 1791 και Κατερίνα Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd (πιο πάνω)). Επανερχόμενη στην εξέταση των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 του Ν. 14/60 θέτει παρατηρώ τα εξής: Από την φύση των δύο πρώτων προϋποθέσεων διαφαίνεται ότι αυτές είναι, μέχρι ενός σημείου, αλληλένδετες. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της οποίας μαρτυρίας έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή, θεωρώ, πληρείται. Μελετώντας, λοιπόν, το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, διαπιστώνεται ότι ο Ενάγοντας εγείρει απαίτηση για παραβίαση του συνταγματικού του δικαιώματος του στην ιδιοκτησία και σε αυτή τη βάση και έχοντας υπόψη ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα, αποτελεί κρίση μου ότι ο Ενάγοντας έχει αποκαλύψει στο δικόγραφό του σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί το μαρτυρικό υλικό το οποίο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο από πλευράς Ενάγοντα όσο και από πλευράς Εναγόμενης. Οι θέσεις των δυο πλευρών αναφορικά με την ουσία της αξίωσης έχουν παρατεθεί πιο πάνω και προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση. Σύμφωνα δε με τη νομολογία που συνοψίζεται πιο πάνω, είναι αρκετό ο ενάγοντας να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Στην Odysseos ν. Pieris Estates & Others (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η έννοια της "πιθανότητας" (probability) στο άρθρο 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει ορατή ευκαιρία να επιτύχει. Στη σελίδα 569 της απόφασης τονίζονται τα εξής: «The standard required for the plaintiff to overcome the evidential hurdle is not very high; he is only required to establish "a probability" of success. The concept of "a probability" imports something more than a mere possibility but something much less than the "balance of probabilities", the standard required for proof of a civil action. A legal probability is something different from a mathematical probability as the Court explained in Re IS. (a minor) [1980] 1 All E.R. 1061 (C.A.). "A probability", in the context of the proviso to s. 32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success.» Έχοντας υπόψη τα όσα καταγράφονται στις Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τις δυο πλευρές και επαναλαμβάνοντας ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και ούτε πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε τελικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα αντικρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, αλλά απλά να διαπιστώσει κατά πόσον οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται, το Δικαστήριο αποφεύγει επιμελώς να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Υπό το φως των όσων συνοψίζονται πιο πάνω σε σχέση με την μαρτυρία που επικαλούνται οι δυο πλευρές, αποτελεί κρίση μου ότι τα όσα ο Ενάγοντας έχει επικαλεσθεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Προς τούτο περιορίζομαι να σημειώσω ότι σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η Εναγομένη τον παρεμποδίζει από την άσκηση του δικαιώματος επικαρπίας που ο ίδιος έχει επί της Οικίας και όχι επί του οικοπέδου (ως η Εναγομένη ισχυρίζεται), με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιές τις οποίες αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσον ο Ενάγοντας έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και δη κατά πόσον ο Ενάγοντας κατάφερε να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει καταρχήν το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Papastratis ν. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, οι θέσεις του Ενάγοντα επί του συγκεκριμένου ζητήματος μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Είναι ηλικίας 72 ετών και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας τα οποία λόγω της κατάστασης αυτής έχουν επιδεινωθεί. - Αναγκάστηκε να μετακομίσει στην επαρχία Πάφου, χάνοντας τους φίλους του και ζώντας στην απέραντη μοναξιά. - Τούτο δε είχε ως αρνητικές επιπτώσεις και στην ψυχική του υγεία με αποτέλεσμα να ξοδέψει τουλάχιστον €3,000 για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. - Αναγκάστηκε να ενοικιάσει διαμέρισμα καταβάλλοντας το ποσό των €230 μηνιαίως. - Λόγω της στενότητας του χώρου και με δεδομένες τις οικονομικές του δυνατότητες δεν υπάρχει ευχέρεια για εργοδότηση φροντίστριας, η οποία υπό τις περιστάσεις είναι απαραίτητη. Οι πιο πάνω θέσεις του Ενάγοντα σε συνδυασμό με την αξίωση του στην παράγραφο 18(Β) της Έκθεσης Απαίτησης οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι αποζημιώσεις αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, συνεπεία της αποστέρησης του δικαιώματος του για επικαρπία από την Εναγόμενη, έχει υποστεί ζημιές, οι οποίες είτε έχουν υπολογιστεί (όπως το ενοίκιο και τα υπόλοιπα έξοδα σε σχέση με το διαμέρισμα) είτε μπορούν να υπολογιστούν υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων (όπως η ταλαιπωρία και απομόνωση του και η απώλεια των φίλων του). Αναφορικά, τώρα, με τα προβλήματα υγείας τα οποία επίσης προβάλλει, παρατηρώ ότι στο ιατρικό πιστοποιητικό που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 29.11.2017, δεν αναφέρεται η φύση αυτών (σημ: σε αυτό γίνεται μια γενική αναφορά «σε επιδείνωση της κατάστασης της υγείας, με αποτέλεσμα να χρήζει φροντίδας»), όπως ούτε και το είδος της φροντίδας που σύμφωνα με την ιδιώτη ιατρό, χρειάζεται ο Ενάγοντας, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να προσδώσει στο στοιχείο αυτό οποιαδήποτε βαρύτητα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επομένως, στη βάση όλων όσων αναφέρονται πιο πάνω κρίνω ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 δεν ικανοποιείται και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Με δεδομένη την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, παρατηρώ ότι ακόμα και εάν ικανοποιείτο και η τρίτη προϋπόθεση, εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα δικαιολογείτο η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Και τούτο γιατί από την πλευρά του Ενάγοντα υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, στοιχείο το οποίο δεν κρίνεται βέβαια υπό την έννοια του κατεπείγοντος στα πλαίσια μονομερούς αίτησης, αλλά υπό την έννοια της καθυστέρησης στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. Όπως προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις του Ενάγοντα, ο ίδιος εγκατέλειψε την Οικία περί την 29.10.2015 και όταν, σύμφωνα με τον ίδιο η κατάσταση χειροτέρεψε, αναγκάστηκε να ενοικιάσει διαμέρισμα στην Πάφο (σημ: η πρώτη απόδειξη καταβολής ενοικίου αφορά τον Δεκέμβριο του 2015). Παρόλα αυτά, καταχώρησε την παρούσα αγωγή δυο χρόνια μετέπειτα, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση και ενώ η κατάσταση αυτή έχει πλέον παγιωθεί. Με τούτο ως δεδομένο και έχοντας υπόψη ότι η διαμονή του Ενάγοντα στην Οικία μόνο για την περίοδο Απριλίου - Οκτωβρίου 2015, η ανάγκη διατήρησης του status quo που και η συνήγορος του Ενάγοντα επικαλείται στην αγόρευση της (βλέπε σελίδα 5 αυτής), συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Στα ίδια πλαίσια, στοιχείο το οποίο σε συνάρτηση με τα πιο πάνω θα λειτουργούσε ως λόγος απόρριψης της αίτησης αποτελεί και το ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα ισοδυναμούσε με την ουσιαστική ικανοποίηση της θεραπείας που κατά κύριο λόγο επιδιώκεται με την αγωγή, πράγμα που θα μπορούσε να γίνει μόνο επ' ακροάσει των θέσεων των μερών επί της ουσίας. Τελική Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνακόλουθα απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.