M. I. Maritime Ltd ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 569/2014, 8/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A366 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 569/2014 Μεταξύ: M. I. Maritime Ltd Ενάγουσα -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 06.04.2017 για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 08.06.2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Μ. Ψάλτη για κ. Χρ. Κληρίδη. Για Εναγόμενη 3- Καθ' ης η Αίτηση: κα Τ. Χλωρακιώτου για κ. Α. Τριανταφυλλίδη. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 30.01.2014, με την καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, δρομολογήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Στις 23.02.2015, καταχωρήθηκε από την πλευρά της τελευταίας η σχετική έκθεση απαίτησης, ενώ κατά την πρόοδο της διαδικασίας οι εναγόμενοι προχώρησαν, ο κάθε ένας ξεχωριστά, στην καταχώρηση της υπεράσπισής τους. Σε κάθε μια από τις ως άνω υπερασπίσεις, η ενάγουσα καταχώρησε την απάντηση της. Η πλευρά της εναγομένης αρ.3, με αίτησή της, ημερομηνίας 02.12.2016, ζήτησε τη διαγραφή μέρους της απάντησης της ενάγουσας στην υπεράσπιση της πλευράς της. Το δικαστήριο με απόφασή του, ημερ. 30.03.2017, έκανε αποδεκτό το αίτημα, κρίνοντας ότι με τους διάφορους ισχυρισμούς που προκρίνονταν στην ως άνω απάντηση στην υπεράσπιση της εναγομένης αρ. 3, δημιουργείτο και καταγραφόταν μια νέα βάση αγωγής, δυνατότητα που ως υπέδειξε δεν παρέχεται μέσω του συγκεκριμένου δικογράφου παρά μόνο μέσω της τροποποίησης. Διέταξε την διαγραφή, ως η αίτηση, υποδεικνύοντας ότι: «Το σύνολο των επίμαχων παραγράφων από την απάντηση της ενάγουσας που επιδιώκεται η διαγραφή τους, κρίνεται ότι συνιστούν απόκλιση από την αξίωση και ως τέτοια είναι εκτός δικονομικής τάξης». Την έκδοση της ως άνω ενδιάμεσης απόφασης, ακολούθησε η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, μέσω της οποίας η ενάγουσα αιτείται άδειας όπως της επιτραπεί να τροποποιήσει την ως άνω έκθεση απαίτησης της. Όπως εξηγεί, για να ενσωματώσει στο ως άνω δικόγραφό της ότι επιχείρησε να θέσει υπόψη του δικαστηρίου μέσω της απάντησής της στην υπεράσπιση της εναγομένης αρ.
- Ειδικότερα, επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να της επιτρέπεται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη σε αυτή, αμέσως μετά την παράγραφο 11, της παραγράφου 11Α, στην οποία θα περιλαμβάνονται τα εξής: «Περαιτέρω οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η έκδοση των σχετικών ως άνω αναφερομένων διαταγμάτων έγινε δολίως ή και παρανόμως και με την μετοχή των Εναγομένων 3 ή και εκπροσώπων ή και αντιπροσώπων ή και άλλως πως προσώπων ενεργούντων εκ μέρους αυτών με σκοπό την αισχροκέρδεια ή και προστασία των Εναγομένων 3 και δη των Ελληνικών Τραπεζών ή και των καταθέσεων ή και περιουσιακών στοιχείων εν Ελλάδι, εις βάρος και των Εναγόντων - προσώπων με καταθέσεις στην Κύπρο. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΔΟΛΟΥ Ή ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 3 Α) Οι Εναγόμενοι 3 εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο την κατάσταση Μαρτίου του 2013 και την οικονομική ανάγκη τότε της Κύπρου. Β) Μεθόδευσαν την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 - Κυπριακών Τραπεζών - σε εξευτελιστική τιμή ή και άκρως χαμηλή τιμή εις βάρος των Εναγόντων. Γ) Δολίως, εφόσον εγνώριζαν την πραγματική αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων, την υπερ-υποτίμησαν αποκομίζοντας οφέλη δισεκατομμυρίων ευρώ εις βάρος και των Εναγόντων. Δ) Οι Ενάγοντες θα ισχυριστούν πως άμεσα μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 ή και εντός τριμήνου από το Μάρτιο του 2013, οι Εναγόμενοι 3 που τότε ήτο σε κατάσταση ουσιαστικά πτώχευσης, παρουσίασαν κέρδη δισεκατομμυρίων και, έγιναν ξανά φερέγγυοι και μετατράπηκαν στη μεγαλύτερη ελληνική τράπεζα. Η τιμή δε της μετοχής των ανέβηκε στο 400% ή και σε άλλο υψηλό ποσοστό. Ε) Οι Ενάγοντες θα ισχυριστούν ότι όλες οι ως άνω πράξεις των Εναγομένων 3 έγιναν δόλια και επί σκοπώ ήτοι, την παράνομη μεταβίβαση εις αυτούς περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και 2 τραπεζών, την αποκόμιση υπερκερδών εις βάρος αυτών και, εις βάρος και των Εναγόντων - πιστωτών των Εναγόμενων 1 και 2 τραπεζών. Με την υποτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των Κυπριακών Τραπεζών, αποτέλεσμα ήτο οι Εναγόμενοι 3 να τα αποκτήσουν σε υπερβολικά χαμηλή ή και εξευτελιστική τιμή εις βάρος των Εναγόντων. Αποτέλεσμα περαιτέρω ήτο οι Εναγόμενοι 3 να αποκομίσουν κέρδη δισεκατομμυρίων ευρώ εις βάρος και των Εναγόντων κατά δόλιο ή και παράνομο τρόπο. ΣΤ) Τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στις αποφάσεις Μαρτίου του 2013 είναι απόρροια των πράξεων ή και παραλείψεων και των Εναγομένων 3 οι όποιοι αλληλεγγύως ή και κεχωρισμένως ομού με τους λοιπούς Εναγομένους, φέρουν ευθύνη για τις ζημίες των Εναγόντων. Ζ) Οι Εναγομένοι 3 έπραξαν παντελώς αμελώς και προκάλεσαν ή και συνέδραμαν ομού με όλους τους λοιπούς Εναγομένους στα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 ενώ, φέρουν επίσης ευθύνη και δια τις πράξεις των ως αυτές έλαβαν χώρα περί το Μάρτιο του
- Η) Οι Εναγόμενοι 3 πέτυχαν μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων των κυπριακών τραπεζών - Εναγομένων 1 και 2 - στην Ελλάδα και στους ίδιους κατά παράνομο ή και μη έγκυρο τρόπο αποκομίζοντας εκ των αναφερομένων παράνομων πράξεων όλων των Εναγομένων - Μαρτίου του 2013 - παράνομα οφέλη εις βάρος και των Εναγόντων. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι υπο- αξιολογήθηκε σε μια νύχτα η αξία του ενεργητικού των Εναγομένων 1 και 2 τραπεζών - υποκαταστήματα και περιουσιακά των στοιχείων - στην Ελλάδα και, μεθοδεύθηκε η μεταβίβαση τους σε βάρος των πιστωτών τους μεταξύ των οποίων και οι Ενάγοντες ενώ, ευεργετήθηκε έτσι δυσανάλογα και αδικαιολόγητα η Τράπεζα Πειραιώς - Εναγομένοι 3 εις βάρος των Εναγόντων. Πρόσθετα, οι Ενάγοντες ζημιώθηκαν υπέρμετρα και άνισα σε σχέση με τους μετόχους ή και καταθέτες ή και πιστωτές της Εναγομένης 3, η οποία, κατά τον τρόπο αυτό και πάλιν απεκόμισε δυσανάλογα και άδικα ή και παράνομα οφέλη εις βάρος των Εναγόντων. Θ) Οι Ενάγοντες περαιτέρω θα ισχυριστούν ότι οι Εναγομένοι 3 εισέπραξαν ουσιαστικά ως κέρδη, τις ζημιές των Κυπριακών Τραπεζών - Εναγομένων 1 και 2 όπου περιλαμβάνονται και οι ζημιές που υπέστησαν οι Ενάγοντες. I) Πρόσθετα, οι Εναγόμενοι 3 ενήργησαν κατά των συμφερόντων των Εναγόντων απλά και μόνο διότι οι Ενάγοντες είχαν τις καταθέσεις τους στην Κύπρο. Είναι ισχυρισμός των Εναγόντων ότι τα περιουσιακά στοιχεία που παράνομα εισέπραξαν οι Εναγόμενοι 3 από τις Κυπριακές Τράπεζες, εισεπράξαν και ως αντιστάθμισμα στις καταθέσεις προσώπων εν Ελλάδι στα υποκαταστήματα των Κυπριακών Τραπεζών εκεί. Καθ' αυτό τον τρόπο και δια άνισης μεταχείρισης και άλλων παράνομων πράξεων, απεκόμισαν τα εν λόγω οφέλη οι Εναγόμενοι 3 και παράλληλα, προξένησαν ζημία εις τους Ενάγοντες παραβιάζοντας και θεμελιώδη δικαιώματα των εφόσον, καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου και Λαϊκής στα υποκαταστήματα αυτών στην Ελλάδα, δεν απώλεσαν τις καταθέσεις τους. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν κουρεύτηκαν οι εν λόγω καταθέσεις, το ποσό στο οποίο αντιστοιχούσαν υφαρπάχθηκε από τους Ενάγοντες. Στην πραγματικότητα, οι Εναγόμενοι 3 όχι μόνο απεκόμισαν εκ των ως άνω δυσανάλογα οφέλη αλλά, παράλληλα, μετέφεραν το ποσό που θα αντιστοιχούσε στο κούρεμα καταθέσεων στα υποκαταστήματα των Κυπριακών Τραπεζών εν Ελλάδι, στο κούρεμα καταθέσεων εν Κύπρω αυξάνοντας το ποσοστό κουρέματος των καταθέσεων των Εναγόντων ή και αυξάνοντας την υποτίμηση των μετοχών των Εναγομένων 1 και 2 Τραπεζών στην Κύπρο ως αυτές άνηκαν σε διάφορα πρόσωπα- πιστωτές τους. Κ) Ανεξάρτητα, οι Ενάγοντες θα ισχυριστούν ότι ούτως ή άλλως, αφ' ης στιγμής που δια των παράνομων πράξεων Μαρτίου του 2013 οι Εναγόμενοι 3 απεκόμισαν όφελος, είναι υπόλογοι ή και φέρουν ευθύνη δια τις ζημιές των εναγόντων. Πρόσθετα, τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στις αποφάσεις Μαρτίου του 2013 είναι απόρροια των πράξεων ή και παραλείψεων των Εναγομένων 3 οι όποιοι αλληλεγγύως ή και κεχωρισμένως ομού με τους λοιπούς Εναγομένους, φέρουν ευθύνη για τις ζημίες των Εναγόντων. Οι δε Εναγομένοι 3, αλληλεγγύως με τους λοιπούς Εναγομένους ή και κεχωρισμένα, επέδειξαν εγκληματική αμέλεια ή και δόλο ή και παραβίασαν θεμελιώδη καθήκοντα των εις βάρος των Εναγόντων και εις ζημία αυτών. Δεν δύνανται δε οι Εναγόμενοι 3 ουσιαστικά να αισχροκερδούν εκ της όλης κατάστασης και, δια της υπεράσπισης των να αποποιούνται κάθε ευθύνης έναντι των Εναγόντων και γενικώς έναντι της Κύπρου δια την καταστροφή της οικονομίας της. Λ) Περαιτέρω λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Επιζητεί επίσης: « Οποιαδήποτε άλλη νόμιμη/ δίκαια ή παρεμπίπτουσα διαταγή ή οδηγία. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Η αίτηση στηρίζεται στους σχετικούς με το ζήτημα Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, στο Σύνταγμα, τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, ως επίσης στην συμφυή εξουσία και πρακτική του δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων, προς υποστύλωση του αιτήματος, τίθεται με την ένορκη δήλωσης της Χρίστιας Πολυβίου, ημερ. 06.04.2017, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την ενάγουσα - αιτήτρια. Στα πλαίσια της ως άνω δήλωσης της, η ομνύουσα, αφού αναφέρεται στην προηγηθείσα απόφαση του δικαστηρίου ημερ. 30.03.2017 για διαγραφή συγκεκριμένων ισχυρισμών από την απάντηση των εναγόντων στην υπεράσπιση της εναγομένης αρ. 3 και στο χρόνο ο οποίος παρήλθε για την προώθηση του υπό συζήτηση αιτήματος, προκρίνει ότι η κύρια και ουσιαστική πληροφόρηση κατά την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, αφορούσε τους εναγομένους αρ. 1, 2, 4 και 5, υποδεικνύοντας ότι οι ισχυρισμοί για τους οποίους ζητείται η άδεια να εισαχθούν μέσω της τροποποίησης, αποτελούν προϊόν κατοπινής ενημέρωσης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, υποστηρίζει, προέκυψαν από καλόπιστο λάθος και παράλειψη, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι επιχειρήθηκε ανεπιτυχώς και λανθασμένα να παρατεθούν μέσω της απάντησης στην υπεράσπιση της εναγομένης αρ. 3, εγχείρημα που ανακόπηκε με σχετική απόφαση του δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, τονίζει, η όποια καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, δεν μπορεί να υπερισχύσει της ανάγκης για απόδοση δικαιοσύνης. Σημειώνοντας το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, υποστηρίζει ταυτόχρονα ότι η οποιαδήποτε δυσχέρεια δυνατόν να προκληθεί εξαιτίας της υπό συζήτηση αίτησης, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η παραχώρηση σχετικής άδειας, υποδεικνύει, θα επιτρέψει όπως τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα της υπόθεσης, εξέλιξη που είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αντίθετα, μη έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα του ενάγοντα, αποστερώντας από τον ίδιο το δικαίωμα να παρουσιάσει την υπόθεσή του με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει, οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις εξυπηρετούν ταυτόχρονα και τα συμφέροντα των εναγομένων, καθ' ην έκταση παρέχει στους τελευταίους τις ορθές λεπτομέρειες όσον αφορά την απαίτηση της αγωγής. Η εξυπηρέτηση της αρχής της δίκαιης δίκης και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, καταλήγει, αποτελούν παράγοντες που θα πρέπει να οδηγήσουν στην έγκριση του αιτήματος, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι όσα διαδραματίστηκαν το Μάρτιο του 2013 στην Κύπρο και το κούρεμα καταθέσεων αποτελούν παγκόσμια πρωτοτυπία, γεγονός που από μόνο του αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει να οδηγήσει το δικαστήριο στην έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης, κατά τρόπο που το τελευταίο να αποφασίσει για το καινοφανές αυτό ζήτημα, που άπτεται και επηρεάζει το δημόσιο συμφέρον, έχοντας υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα. Η εναγόμενη αρ. 3, στις 28.06.2017, προχώρησε στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην υπό συζήτηση αίτηση. Η ένσταση, εδράζεται επίσης στους σχετικούς με το ζήτημα Διαδικαστικούς Κανονισμού περί Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, (Ν.14(Ι)/1960)ως αυτός τροποποιήθηκε, στον περί Ερμηνείας Νόμο, (Κεφ. 1) στον περί Αποδείξεως Νόμο, (Κεφ.9) στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, (Κεφ. 148) στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και/ή η νομολογία του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση δικογράφων και/ή σε σχέση με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και/ή δεν είναι δυνατόν να επιτραπούν στην προκειμένη περίπτωση οι αιτούμενες από πλευράς της Ενάγουσας, αξιούμενες τροποποιήσεις.
- Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το κατάλληλο υπόβαθρο γεγονότων και/ή δεν υπάρχει στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση κανένας επαρκής λόγος ο οποίος να δικαιολογεί την αναγκαιότητα του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης ως η παράγραφος «Α» της αίτησης ημερ.6/04/2017 (εφεξής «αίτηση») σε αυτό το στάδιο. 3 Η προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης γίνεται σε πάρα πολύ καθυστερημένο στάδιο. 4 Όλα τα σχετικά γεγονότα με αφορμή τα οποία έχει καταχωρηθεί η προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης, ήταν γνωστά από την αρχή στην Ενάγουσα και/ή θα μπορούσαν να είχαν διαπιστωθεί με εύλογη επιμέλεια και/ή σε κάθε περίπτωση, ήταν γνωστά στην Ενάγουσα τουλάχιστον από τις 23/02/15, ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης. 5 Η προτεινόμενη αίτηση τροποποίησης γίνεται κακόπιστα, είναι επιπόλαια και ενοχλητική, αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης και/ή περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της πολιτικής αγωγής, προκαλεί αμηχανία στην Εναγόμενη 3 και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. 6 Με το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος «Α» της αίτησης, η Ενάγουσα επιχειρεί να αναπροσαρμόσει τη θέση της και/ή επιχειρεί να διαφοροποιήσει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασιζόταν η Έκθεση Απαίτησης και/ή σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα επιχειρεί να εισάγει νέα βάση αγωγής και νέους ισχυρισμούς. 7 Η Ενάγουσα επιχειρεί να εισάγει το αγώγιμο δικαίωμα του δόλου το οποίο έχει παραγραφεί. 8 Η Ενάγουσα επεκτείνει την αρχική της απαίτηση και αξιώνει περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία αλλάζοντας τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής χωρίς να αιτείται την τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος. 9 Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί προς όφελος της Ενάγουσας με βάση το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης». Για το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η ένσταση, οι καθ' ων η αίτηση παραπέμπουν σε όσα εμφαίνονται στο φάκελο της διαδικασίας. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες φρόντισαν να καταγράψουν και να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Το δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αυτοί αναφέρθηκαν, ως και άλλες, σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Στόχος και σκοπός της παρεχόμενης δυνατότητας για τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεων κάθε πλευράς, είναι για να δοθεί η δυνατότητα επίλυσης του συνόλου των επιδίκων θεμάτων που κάθε φορά απασχολούν τους διαδίκους στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης αντιδικίας και ασφαλώς, η δημιουργία και η προσφορά δικονομικού πλαισίου, εντός του οποίου ο εκάστοτε διάδικος θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση του στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης του. Στη νομική σειρά συγγραμμάτων Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, στην παράγραφο 272, αναφέρονται και τα πιο κάτω σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την τροποποίηση ενός δικογράφου: «... this power maybe exercised for the purpose of determining the real question in controversy correcting any defect or error in the proceedings. The power provides the guiding principle of cardinal importance on the question of amendment on which the general practice of the court is founded that an amendment will be allowed if it can be made without injustice to the opposite party, and if it can be compensated for by costs. Lift to amend may be refused in there is or maybe prejudicial delay in making the application, or if the application is not made in good faith». Οι διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες αναφέρονται στη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, έχουν καταστεί αντικείμενο ανάλυσης και προβληματισμού σε πληθώρα αποφάσεων. Έχουν, συνακόλουθα, καθιερωθεί γενικές αρχές στη βάση των οποίων το δικαστήριο μπορεί και πρέπει να καθοδηγείται στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παραπέμπω ενδεικτικά στις σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των υποθέσεων: Saba & Co (T.M.T.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και άλλης
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα τέως από τον Πομό
(1992)1 ΑΑΔ 704, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 AAΔ (E) 33, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 ΑΑΔ 1608, Geto Ltd v. Πλοίου Μ/V Vladimir Vaslyayev
(1993)1 ΑΑΔ 714, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1050, Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου 2011 1(Γ) ΑΑΔ 2138, Κώστας Παφίτης και Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα 2012 (1Α) ΑΑΔ 745 και Αντώνης Ανδρέου ν. Adboard Media Ltd κ.α. Αγωγή Αρ. 4/2011 ημερ. 16.09.2014. Αισθάνομαι πραγματικά ότι παρέλκει η ανάγκη για αυτούσια επανάληψη του λόγου τους στα πλαίσια της παρούσας. Από τις ως άνω αναφερόμενες αποφάσεις αλλά και το σύνολο των νομικών αυθεντιών που αφορούν το υπό συζήτηση ζήτημα, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη. Προσεγγίζοντας αιτήματα ως το υπό συζήτηση, δεν διαλανθάνει εξάλλου της προσοχής του δικαστηρίου η πιο κάτω αναφορά του Δικαστή Bowen, στην πολύ παλαιά υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D. 700, η οποία επαναλήφθηκε - διαχρονική ως αναγνωρίστηκε ότι είναι - σε σειρά άλλων, νεότερων αποφάσεων για το ζήτημα: «It is a well-established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. ... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace». Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου, (ανωτέρω) η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Όπως επισημάνθηκε άλλωστε και στην υπόθεση Geto Ltd, (ανωτέρω) κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του δικαστηρίου και η δυνατότητα στους διαδίκους να θέσουν ενώπιων του δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, είναι ορθό και δίκαιο, στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσφαλμένη ή ελλειμματική παρουσίαση των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου να παρέχεται η δυνατότητα δικογραφικής αναδίπλωσης. Ακόμα, η τροποποίηση είναι επιτρεπτή, όταν στα πλαίσια της επιχειρείται ουσιαστικά να τεθούν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης (βλ. Alexandra Rent Car v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Το ζήτημα, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όπως χαρακτηρίστηκα υπέδειξε ο σεβαστός τέως πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κος Αρτέμης, (Δικαστής ως ήταν τότε) στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Νικολάου (ανωτέρω): «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων».» Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα ότι η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων είναι επιτρεπτή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι η ανεπανόρθωτη ζημιά δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την καταβολή εξόδων βάση διαταγής του δικαστηρίου. Η τροποποίηση δεν επιτρέπεται από το Δικαστήριο, αν το τελευταίο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα, ή στην περίπτωση που επιτραπεί θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκλησης μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Γεγονός παραμένει, επίσης, ότι σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στις περιπτώσεις που δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία μίας υπόθεσης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα δικαστήρια δεν επιτρέπουν με την ίδια ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν πασιφανής από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. (Βλ. Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση του υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρετη αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται με την τροποποίηση να εισαχθεί νέα βάση αγωγής, τούτο δεν οδηγεί, αναπόφευκτα, σε απόρριψη της σχετικής αίτησης. Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα, μόνο στην περίπτωση που με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. {Βλ. επίσης Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) και Κώστας Παφίτης και Υιοί Λτδ (ανωτέρω) και Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958 σελ 657}. Στην απόφασή του, στα πλαίσια της υπόθεσης IKOS CIF LTD v MARTIN COWAD κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.3.2014, ο σεβαστός Δικαστής Λιάτσος, επαναλαμβάνοντας τη σταθερή γραμμή της νομολογίας ότι η τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, αναφερόμενος ειδικότερα στο πιο πάνω ζήτημα, υπέδειξε πως: « ....Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης, συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση». Για να συμπληρώσει πιο κάτω στην ίδια απόφαση, πως: « ... Η επιδίωξη ενάγοντα για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο παράγοντας αυτός συναρτάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης, προκειμένου να διαμορφωθεί η τελική κρίση του Δικαστηρίου. Κυρίαρχο στοιχείο και γνώμονας είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης». Η σημασία του παράγοντα του χρόνου σε αιτήσεις όπως η υπό συζήτηση, έχει διατυπωθεί ως εξής, από τον σεβαστό Δικαστή Κωνσταντινίδη, στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 730: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.....». Σε σχέση με τον παράγοντα χρόνο και την επιβαλλόμενη φιλελεύθερη προσέγγιση του ζητήματος, σκόπιμη κρίνεται η παραπομπή επίσης στον λόγο της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1Α ΑΑΔ σελ. 44. Στην εν λόγω υπόθεση επιδιώχθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και απάντησης στην υπεράσπιση μετά από περίπου 12 χρόνια που εκκρεμούσε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση κάνοντας σαφή αναφορά στον παράγοντα του χρόνου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, επέτρεψε την τροποποίηση, τονίζοντας μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εντέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση 9520, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ' εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση». Σπεύδω να σημειώσω ότι ζητήματα που προκύπτουν και εγείρονται στο πλαίσιο της υπό συζήτηση αίτησης, απασχόλησαν το δικαστήριο και στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 575/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας - ομοειδούς φύσης και χαρακτήρα με την παρούσα αγωγή - όπου και πάλι προωθήθηκε αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του εκεί ενάγοντα (τον οποίο εκπροσωπεί ο ίδιος δικηγορικός οίκος που εκπροσωπεί την ενάγουσα στην παρούσα αγωγή) στην οποία επίσης έφερε ένσταση η εναγόμενη αρ. 3 στην παρούσα αγωγή, εναγόμενη επίσης στην ως άνω υπ' αριθμό 575/2014 αγωγή (την οποία επίσης εκπροσωπεί ο ίδιος δικηγορικός οίκος που την εκπροσωπεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής). Προκρίνεται από την πλευρά των ενιστάμενων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ουσιαστικά η ενάγουσα επιχειρεί κατά τρόπο ανεπίτρεπτο να αναπροσαρμόσει τη θέση της, εισάγοντας το αγώγιμο δικαίωμα του δόλου χωρίς να αιτείται μάλιστα, ταυτόχρονα, την τροποποίηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής της. Ως πιο πάνω έχει σημειωθεί, η εισαγωγή μέσω τροποποίησης νέας βάσης αγωγής, δεν είναι καταδικασμένη εκ προοιμίου σε αποτυχία. Συναρτάται πάντα με τα υπόλοιπα στοιχεία και περιστάσεις που περιβάλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, με κυρίαρχο γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Απόρριψη αίτησης του είδους, δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Εξετάζοντας την έκθεση απαίτησης της πλευράς της ενάγουσας, διαπιστώνεται ότι στην παράγραφο 7 του ως άνω δικογράφου, αποδίδεται ήδη στην εναγομένη αρ. 3, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και δόλος. Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, δεν προκρίνεται ως ειδικότερη αιτία των αξιώσεων της ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης αρ. 3, ο δόλος. Η μη λήψη οποιουδήποτε διαβήματος σε προγενέστερο στάδιο σε σχέση με την ενσωμάτωση του περί ου ο λόγος ισχυρισμού στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, καθ' ην έκταση δεν περιλαμβάνεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, δεν φαίνεται εν πάση περιπτώσει να εμποδίζει την εξέταση του ζητήματος σε αυτό το στάδιο. Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Vasiliko Cem. Works Ltd & Others v. World Tide Ship Co. & Others,
(1996)1 Α.Α.Δ. 389, αποτελεί ζήτημα που το δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα να εξετάσει αυτεπάγγελτα. Όπως είχα την ευκαιρία να σημειώσω στην απόφασή μου, ημερ. 06.03.2018, εξετάζοντας αίτησης τροποποίησης στο πλαίσιο της ως άνω αναφερόμενης αγωγής υπ' αριθμό 575/2014, Ε.Δ. Λευκωσίας, στην υπόθεση Vasiliko Cem. Works Ltd & Others v. World Tide Ship Co. & Others (ανωτέρω) συζητείται ανάμεσα σε άλλα, η δυνατότητα ή μη επέκτασης - μέσω της έκθεσης απαίτησης - σε αιτίες αγωγής που δεν περιλαμβάνονται στην γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Μεταφέρω αυτούσιο το απόσπασμα από την ως άνω τοποθέτηση του δικαστηρίου, την οποία υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας: «Είναι γεγονός ότι στην υπόθεση Vasiliko Cem. Works Ltd & Others v. World Tide Ship Co. & Others, (ανωτέρω) στο λόγο της οποίας παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, συζητείται ανάμεσα σε άλλα και η δυνατότητα ή μη επέκτασης - μέσω της έκθεσης απαίτησης - σε αιτίες αγωγής που δεν περιλαμβάνονται στη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος. Στην εν λόγο απόφαση, χωρίς να παραγνωρίζεται η Δ.20 θ1Α, σύμφωνα με την οποία «Whenever a statement of claim is delivered the plaintiff may therein alter, modify, or extend his claim without any amendment of the indorsement of the writ.», αφού προηγήθηκε παραπομπή στην ετήσια Αγγλική δικαστηριακή πρακτική του 1960 (Annual Practice) και ανάλυση σχετικής νομολογίας, ειδικότερα Αγγλικών δικαστηρίων, υπεδείχθη τελικά πως δυνάμει του ως άνω κανονισμού, ότι εκτίθεται υπό μορφή πυρήνα στη γενική οπισθογράφηση μιας αγωγής, μπορεί στην έκθεση απαίτησης να προσλάβει επεκτάσεις οι οποίες να αναλύονται σε διάφορες αιτίες αγωγής, απορρέουσες από ό,τι είχε διατυπωθεί ως πυρήνας της γενικής οπισθογράφησης. Ομοίως, στην υπόθεση Μούρτζινος v. Πλοίου "Galaxias" κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80, 128 σημειώθηκε, ανάμεσα σε άλλα πως: «« .... Η πρόνοια αυτή μας οδηγεί στη Δ.20 θ.4 της αγγλικής πρακτικής, την οποία μεταφέρω εδώ: "20.4 Whenever a statement of claim is delivered the plaintiff may therein alter, modify, or extend his claim without any amendment of the indorsement of the writ." Παρενθεντικά, μπορούμε να σημειώσουμε ότι την ίδια πρόνοια περιέχει ο περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός. Βλέπε Δ.20 θ.1Α και την υπόθεση Socrates Nearchou v. Maria Theodoulou
(1961)C.L.R.
- Επίσης την απόφαση στις Π.Ε. 7727 και 7731 Vassiliko Cement Works Ltd v. World Tide Shipping Corporation, ημερομηνίας 5/4/
- Το βασικό είναι πως δεν χρειάζεται να περιγράψει ο ενάγων στο κλητήριο την αιτία αγωγής επακριβώς. Το ίδιο ισχύει και για την αιτούμενη θεραπεία. Δεν πρέπει όμως να μεταβληθεί πλήρως η αιτία αγωγής ή να προστεθεί νέα που δεν είναι βολικό να συνεκδικαστεί με την αρχική. Στο παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice 1959, στη σελίδα 493 αναφέρεται και η αγγλική νομολογία που υποστηρίζει τις θέσεις αυτές. "This Rule applies only where the writ has been generally indorsed, and duly served, and the defendant has appearred thereto, and a statement of claim, separate from the writ, has been delivered to the defendant or his solicitor. In a general indorsement it is "not essential to set forth the precise ground of complaint, or the precise remedy or relief to which the plaintiff considers himself entitled" (O.3 r.2). Hence the plaintiff is permitted in his subsequent statement of claim, to alter, modify, or extend his original claim to any extent and to claim further or other relief, without amending his writ (Large v. Large [1877] W.N. 198; Johnson v. Palmer, 4 C.P.D. 258); provided he does not completely change the cause of action indorsed on the writ without amending the latter (Cave v. Crew,62 L. J.Ch. 530; Ker v. Williams, 30 S.J. 238); or introduce an entirely new and additional cause of action which cannot be conveniently tried with the original claim (United Telephone Co. v. Tasker, 59 L.T. 852) or introduce a claim which the Court has no jurisdiction to entertain - e.g., a claim which, if indorsed upon a writ, would not have been allowed to be served out of the jurisdiction; Waterhouse v. Reid
(1938), 54 T.L.R. 332». Στην υπό συζήτηση περίπτωση, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, παρά το γεγονός ότι επιχειρείται να εισαχθούν στις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα το στοιχείο του δόλου και της αισχροκέρδειας, είναι φανερό ότι δεν επιχειρείται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Ούτε διαφοροποιείται εντελώς η αιτία και το έναυσμα για την δρομολόγηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, όπως αυτά προκρίνονται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, πάντα κατά τον γενικό τρόπο που προβλέπεται στο σχετικό διαδικαστικό κανονισμό, (βλ. Δ.2 κ.3) κατά τρόπο που εκ των πραγμάτων θα επέβαλλε και την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Με την αιτούμενη τροποποίηση, οι προτεινόμενοι προς ενσωμάτωση στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμοί και θέσεις, όχι μόνο δεν έρχονται σε αντίφαση μεταξύ των όσων αναφέρονται και διεκδικούνται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να μην αποτελούν στοιχεία εντελώς ασύνδετα με τον πυρήνα της υπόθεσης που εκτίθεται κατά τρόπο γενικό στη γενική οπισθογράφηση. Δεν διαλανθάνει άλλωστε τις προσοχής ότι οι απαιτήσεις - αξιώσεις του ενάγοντα, ως έχουν οριοθετηθεί και καθοριστεί στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, παραμένουν οι ίδιες. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενες μέσω της αιτούμενης τροποποίησης νέες βάσεις αγωγής, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, φαίνεται πραγματικά, όχι μόνο να είναι ευχερές αλλά και βολικό να εκδικαστούν στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, εξυπηρετώντας παράλληλα το συμφέρον της δικαιοσύνης, μέσω της αποτροπής της πολλαπλότητας και του κατακερματισμού των νομικών διαδικασιών». Εξετάζοντας το ζήτημα του χρόνου ο οποίος έχει παρέλθει από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων στις 23.02.2015, μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης στις 06.04.2017, χωρίς να διαλανθάνει της προσοχής ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής καταχωρήθηκε στις 30.12.2014, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο μεσοδιάστημα, ειδικότερα στις 03.11.2016, επιχειρήθηκε να εισαχθούν οι πιο πάνω θέσεις της ενάγουσας μέσω της απάντησης στην υπεράσπιση της εναγομένης αρ. 3, προσπάθεια που ανακόπηκε μετά από αίτηση της πλευράς της εναγομένης αρ. 3 και σχετική απόφαση του δικαστηρίου επί του ζητήματος. Επτά περίπου μέρες μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου επί του θέματος, η πλευρά των εναγόντων επανήλθε, προωθώντας την υπό συζήτηση αίτηση τροποποίησης της απαίτησής της. Η πιο πάνω εξέλιξη των γεγονότων, δεν διαφοροποιεί ασφαλώς την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από την πλευρά της αιτήτριας να προωθήσει την υπό συζήτηση αίτηση, «διασκεδάζει» ωστόσο, σε κάποιο βαθμό, την αδιαμφισβήτητη καθυστέρηση που εντοπίζεται, αποκαλύπτουσα ταυτόχρονα την «αυθεντικότητα» του αιτήματος. Στην ως άνω απόφασή μου, ημερ. 06.03.2018, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης τροποποίησης της απαίτησης του ενάγοντα που προωθήθηκε στην αγωγή υπ' αριθμό υπόθεση 575/2014, Ε.Δ. Λευκωσίας, ομοειδούς χαρακτήρα και φύσης με την παρούσα αγωγή ως έχει ήδη αναφερθεί, είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω και να σημειώσω για το ζήτημα της καθυστέρησης τα πιο κάτω, τα οποία επαναλαμβάνονται ως ισχύοντα και στην υπό συζήτηση περίπτωση: «Παραμένοντας στο ζήτημα του χρόνου ο οποίος αδιαμφισβήτητα παρήλθε μέχρι την προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός, ως τουλάχιστον αναδύεται από τα δικόγραφα που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας, ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά πρωτότυπα και καινοφανή ζητήματα, τόσο στο ουσιαστικό τους μέρος όσο και στη νομική πρόσληψη, διάσταση και κατάταξή τους. Γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στη δύνη των εξελίξεων που αφορούσαν τον χρηματοπιστωτικό τομέα στην Κυπριακή Δημοκρατία το 2013. Ως τέθηκε εξάλλου από την ομνύουσα Πολυβίου[1], χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση, η κύρια και ουσιαστική πληροφόρηση κατά την καταχώρηση της αγωγής αφορούσε τους εναγομένους 1, 2, 4 και 5 που εδρεύουν στην Κυπριακή Δημοκρατία και όχι την εναγόμενη αρ. 3 που έχει την έδρα της στην Ελλάδα. Τόσο ο εντοπισμός των σχετικών γεγονότων όσο και η αναγκαία νομική εκτίμηση και αξιολόγηση τους για σκοπούς αποσαφήνισης, κωδικοποίησης και προώθησής τους στο πλαίσιο ενός δικαστικού αγώνα, υπό τις περιστάσεις που φέρονται να περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, είναι φανερό ότι δεν αποτελεί έργο απλό και σύνηθες, παράγοντας ασφαλώς που δεν μπορεί να αγνοηθεί από το δικαστήριο. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που κάποιος παραγνώριζε τα ως άνω γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και τα οποία φαίνεται να οδήγησαν στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης μόλις σε αυτό το στάδιο, αποδίδοντας στην πλευρά του ενάγοντα, όπως ήταν ουσιαστικά η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου που εκπροσώπησε την εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία, αμέλεια όσον αφορά την υποχρέωση της πλευράς του να προβεί έγκαιρα σε σχετική έρευνα για γεγονότα που θα μπορούσαν να εντοπιστούν, ο ως άνω χειρισμός και συμπεριφορά, από μόνη της και υπό την προϋπόθεση πάντα ότι συντρέχουν και ικανοποιούνται όλοι οι άλλοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση, δεν θα μπορούσε να αποκλείσει, εκ προοιμίου, την αιτούμενη θεραπεία. Όπως κατ' επανάληψη έχει υποδειχτεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας, στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις και νοούμενου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, ακόμη και εάν μπορεί να αποδοθεί το στοιχείο της αμέλειας εκ μέρους των συνηγόρων κάποιου αιτητή στην προώθηση αιτήματος ως το υπό συζήτηση, δεδομένου ότι η πλευρά του καθ' ου η αίτηση, παρά την όποια καθυστέρηση μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα χωρίς να υποστεί περαιτέρω και ανεπανόρθωτη ζημιά, το γεγονός τούτο, από μόνο του, δεν φαίνεται να ορθώνει τέτοια δικονομικά και ουσιαστικά εμπόδια ικανά να εμποδίσουν την θετική αντίκριση της αίτησης. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, η όποια καθυστέρηση παρατηρείται από την ημερομηνία καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να αποβεί καταλυτική για την τύχη του αιτήματος. Δεν πρέπει ποτέ να διαλανθάνει της προσοχής ότι το συνταγματικό δικαίωμα που περιγράφεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, κατοχυρώνει την εξασφάλιση μιας δίκαιης δίκης και όχι την παρεμπόδισή της. Άλλωστε, στην υπό συζήτηση περίπτωση το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει, αποτελεί παράγοντα ο οποίος εκ των πραγμάτων ενδυναμώνει το αίτημα». Πέραν των όσων πιο πάνω έχουν σημειωθεί για το ζήτημα, έχοντας υπόψη τον λόγο της απόφασης στην υπόθεση IKOS CIF LTD, (ανωτέρω) με τον οποίο επιβεβαιώνεται η σταθερή γραμμή της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου, υποδεικνύοντας ότι είναι μεν παράγοντας σχετικός όχι όμως εξ' αρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, ως επίσης ότι η δικαιολόγηση και η σημασία καθυστέρησης που οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης, αλλά και ότι η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης, αισθάνομαι ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση, υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, το συμφέρον της δικαιοσύνης, πέραν και ανεξάρτητα από την όποια διαπιστωμένη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, φαίνεται να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση Υπό το σύνολο πάντα όσων περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, η προώθηση από την πλευρά των εναγόντων της παρούσας αίτησης και η αναζήτηση σχετικής θεραπείας, δεν φαίνεται εξάλλου να μπορεί να ενταχθεί στα όρια και την έννοια της κατάχρησης, κατά τον τρόπο που θα επέβαλλε την παρέμβαση του δικαστηρίου. Ακόμα και η υιοθέτηση της θέσης ότι υπήρξε καθυστέρηση ή και αμέλεια από την πλευρά της ενάγουσας να εντοπίσει τα γεγονότα που ήταν γνωστά ή μπορούσαν να εντοπιστούν σε προγενέστερο στάδιο, τα οποία θα δικαιολογούσαν την υποβολή αιτήσεως ως η υπό συζήτηση σε προγενέστερο στάδιο, στη συμπεριφορά της τελευταίας, όπως αυτή αναδύεται από το φάκελο της δικογραφίας και όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου - αναντίλεκτα ως παρέμειναν - δεν φαίνεται να υφέρπουν στοιχεία κακοπιστίας. Σημειώνεται ότι το ζήτημα, πέραν από την λεκτική προβολή του στους λόγους ένστασης δεν απασχόλησε καν κατά το στάδιο της ανάπτυξης των θέσεων της πλευράς της εναγομένης αρ. 3 - καθ' ης η αίτηση. Σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, καταλήγοντας ότι η όποια διαπιστωμένη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος δεν φαίνεται, στις δοσμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, να επηρεάζει τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, κατά τρόπο που να υπαγορεύει την απόρριψη του αιτήματος, ούτε και προκύπτει ότι η ενιστάμενη - εναγόμενη αρ. 3 κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, τέτοια που δεν θα μπορούσε να καλυφθεί με επιδίκαση εξόδων, το δε στοιχείο της κακοβουλίας φαίνεται να ελλείπει από τη συμπεριφορά της ενάγουσας - αιτήτριας, συνολικά πάντα θεωρούμενης στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου υπέρ της αίτησης θα πρέπει να θεωρείται αρκούντος αιτιολογημένη. Συνακόλουθα, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση θα έχει επιτυχή κατάληξη. Εκδίδεται διάταγμα ως το «Α» της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στους δικηγόρους όλων των εναγομένων, εντός δώδεκα
(12)ημερών από σήμερα. Τυχόν τροποποιημένες υπερασπίσεις εκ μέρους των εναγομένων, να καταχωρηθούν εντός είκοσι ημερών από την καταχώρηση και παράδοση κατά τον πιο πάνω τρόπο της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών. Όλα τα έξοδα που θα χαθούν εξαιτίας της τροποποίησης, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρούσας αίτησης, επιδικάζονται σε βάρος της ενάγουσας - αιτήτριας και υπέρ των εναγομένων - στο βαθμό ασφαλώς που αυτά αφορούν κάθε ένα από αυτούς - όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή του δικαστηρίου. Να καταβληθούν δε στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] πρόκειται προφανώς για την ίδια ομνύουσα, δικηγόρο στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί και την ενάγουσα στην υπό συζήτηση αγωγή, η οποία με την ένορκη δήλωση της, υποστηρίζει και την υπό συζήτηση αίτηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο