← Κύπρος

Izzet ν. T?RK BANKASI LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1252/16, 8/6/2018

Obsah (6)§9§4§7§8§18§12

Izzet ν. T?RK BANKASI LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1252/16, 8/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικω

οποία μεταξύ άλλων αναφέρει στις §2-4 και 6-8 τα εξής (σε μετάφραση από την Τουρκική γλώσσα): «2. Στις 20/06/2017 έμαθα την ύπαρξη της παρούσας αγωγής με το φαξ που λάβαμε

τράπεζα και αμέσως ενημέρωσα τον δικηγόρο μας. Επίσης, εξουσιοδότησα τον δικηγόρο μας να ερευνήσει την υπόθεση. Στο φαξ που λάβαμε στις 20/06/2017 αναφερόταν ότι είχε εκδοθεί μια απόφαση εναντίον της Εναγόμενης και η αίτηση για πώληση του ακινήτου της Εναγόμενης ήταν ορισμένη στις 23/06/2017. 3. Ο δικηγόρος μας εμφανίστηκε στο δικαστήριο στις 23/06/2017 και

συνέχεια μελέτησε τον φάκελο της αγωγής. Ως αποτέλεσμα της έρευνας του δικηγόρου μας αποκαλύφθηκε ότι στο περιεχόμενό του Κλητηρίου Εντάλματος, στο τούρκικο κείμενο, παραβιάζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας διότι στο σφραγισμένο κλητήριο ένταλμα η Εναγόμενη διατάσσεται να καταχωρήσει υπεράσπιση εντός 10 ημερών. Ενώ, οι σχετικοί θεσμοί πολιτικής δικονομίας δίνουν δικαίωμα

Εναγόμενη να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός 10 ημερών και

συνέχεια δικαίωμα καταχώρισης υπεράσπισης εντός 14 ημερών. Επομένως, το σφραγισμένο κλητήριο ένταλμα του Ενάγοντα παραβιάζει το δικαίωμα υπεράσπισης της Εναγόμενης που προστατεύεται από το Σύνταγμα και τους σχετικούς νόμους. 4. Στο φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι ο Ενάγοντας ως αποτέλεσμα της μονομερούς αίτησης του, στις 14/04/2016 εξασφάλισε διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο επιτρέπεται η υποκατάστατη επίδοση

ηλεκτρονική διεύθυνση "info@turkishbank.net" και στο φαξ "0090-

(392)227 94 47". Η επίδοση πιθανό να φτάσει στις διευθύνσεις αυτές αλλά λόγω του ότι δεν μπορεί να διαβαστεί το περιεχόμενό της από τον υπάλληλο που την παρέλαβε αφού δεν κατάλαβε το περιεχόμενό και/ή δεν κατάλαβε την σημασία της και λόγω αυτού δεν ενημέρωσε τους διευθυντές του και λόγω αυτού δεν εμφανιστήκαμε στο δικαστήριο πράγμα που διέφυγε από την γενική τακτική της τράπεζας. Επιθυμώ να επισημαίνω ότι η κατάσταση αυτή δεν προέρχεται από ασέβεια προς το δικαστήριο. 5. ................................ 6. Σε κάθε περίπτωση ισχυρίζομαι ότι ο Ενάγοντας δεν επέδωσε οποιοδήποτε έγγραφο

εναγόμενη τράπεζα πριν τις 20/06/2017. Τα e-mail που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έστειλε ουδέποτε στάληκαν

τράπεζα και/ή δεν έφτασαν στα αρμόδια πρόσωπα και/ή αρχές της τράπεζας. Και σε κάθε περίπτωση ισχυρίζομαι ότι ακόμα και αν τα έστειλε (πράγμα που απορρίπτουμε) δεν περιείχαν επισυνάψεις και/ή οποιοδήποτε δικαστικό διάταγμα και/ή δεν επιδόθηκε οποιοδήποτε δικαστικό διάταγμα σύμφωνα με το νόμο. Επομένως, δεν έγινε επίδοση σύμφωνα με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και/ή δεν έφτασαν στα αρμόδια πρόσωπα και/ή αρχές τις τράπεζας και για το λόγο αυτό δεν προέβηκε την υπεράσπιση του. 7. Επίσης, επιθυμώ να επισημαίνω ότι η Εναγόμενη/Αιτήτρια τράπεζα σέβεται τις κλήσεις και αποφάσεις των δικαστηρίων και τα εφαρμόζει ανελλιπώς. Ένα παράδειγμα για το γεγονός αυτό είναι η υπόθεση υπ' αριθμό 7676/2002 (Πολίτικη Έφεση 68/2008).

υπόθεση αυτή, μετά την επίδοση του κλητηριου εμφανιστήκαμε και στο πρωτόδικό δικαστήριο και στο Εφετείο μαζί με το δικηγόρο μας και εφαρμόσαμε τα διατάγματα του δικαστηρίου ανελλιπώς. Επομένως και σε αυτή την υπόθεση, αν μας είχαν επιδώσει τα δικόγραφα θα εμφανιζόμασταν στο δικαστήριο για να δώσουμε την υπεράσπιση στα δικαιώματα μας. Όπως αναφερόμαστε

παρούσα αίτηση έχουμε σοβαρούς λόγους υπεράσπισης αναφορικά με το περιεχόμενό της αγωγής. Ο μόνος λόγος που δεν καταχωρίσαμε εμφάνιση μέχρι σήμερα είναι ότι η παρούσα αγωγή δεν ήρθε εις γνώση μας και δεν είχαμε πρόθεση να δείξουμε ασέβεια στα διατάγματα του δικαστηρίου. Επίσης, μόλις η αγωγή ήρθε εις γνώση μας στις 20.06.2017, εμφανιστήκαμε στο δικαστήριο στις 23.06.2017 και δηλώσαμε την επιθυμία μας να χρησιμοποιούμε το δικαίωμα υπεράσπισης μας. 8. Όσον καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, ο Ενάγοντας εξασφάλισε την απόφαση ημερ.08/07/2016 με εξαπάτηση του δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας, το 2013 ήρθε

τράπεζα και ζήτησε πληρωμή του επίδικου γραμματίου. Ενημερώσαμε τον Ενάγοντα ότι το γραμμάτιο είχε παραγραφεί. Επίσης, επιστήσαμε την προσοχή του στο ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του γραμματίου, είχε συμφωνηθεί πως προϋπόθεση πληρωμής του γραμματίου είναι όπως παρουσιαστεί το πρωτότυπο του γραμματίου

τράπεζα. Ενώ ο Ενάγοντας ουδέποτε παρουσίασε το πρωτότυπο γραμμάτιο».

§9

προβάλλεται ότι με το Τεκμήριο 10 των AA Zittis Accounting & Auditing Ltd εφαρμόστηκε επιτόκιο στο ποσό του γραμματίου από το 1983 μέχρι σήμερα και όχι μέχρι τη λήξη του στις 15.11.83 ενώ περαιτέρω ο Ενάγων εξαπάτησε το Δικαστήριο ότι έχει δικαίωμα να παίρνει επιτόκιο 7% ετησίως, δηλαδή για όλα τα χρόνια. Ένσταση Ο Ενάγων με την ένσταση του προέβαλε επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:

  1. Θα ήταν αντισυνταγματικό να ακυρωθεί το κλητήριο.
  2. Το κλητήριο καταχωρίστηκε σύμφωνα με τους Θεσμούς.
  3. Η Εναγόμενη δεν έχει δικαίωμα να ζητά ακύρωση της απόφασης καθότι αυτή πληροί όλους τους νόμους και κανονισμούς.
  4. Η Εναγόμενη ήταν πολύ καλά ενήμερη για τη διαδικασία αλλά επέλεξε να μην παρουσιαστεί επιδεικνύοντας περιφρόνηση και ασέβεια.
  5. Η Εναγόμενη δεν μπορεί να ζητά ακύρωση της επίδοσης διότι αυτή έγινε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου.
  6. Οποιαδήποτε ακύρωση απόφασης πρωτόδικου Δικαστηρίου γίνεται κατόπιν αίτησης προς το Ανώτατο Δικαστήριο. Ένορκη Δήλωση Ένστασης Στη συνοδεύουσα ένορκη του δήλωση ο Ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς του κ. Ραΐφ και προβάλλει μεταξύ άλλων ότι: - Η Εναγόμενη γνώριζε για την καταχώριση της αγωγής και μάλιστα βρισκόταν σε επιφυλακή για να μην παραλάβει το κλητήριο. - Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ημερ. 14.4.16 η επίδοση έγινε μέσω τηλεομοιοτύπου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. - Μετά την έκδοση της απόφασης λειτουργός της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (Κ.Τ.Κ.) ενημέρωσε από την πρώτη στιγμή υπαλλήλους της Εναγομένης. - Λειτουργός της Κ.Τ.Κ. ενημέρωσε σχετικά την Εναγομένη και αργότερα όταν ο Ενάγων καταχώρισε την αίτηση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου ημερ. 14.7.
  7. Λειτουργός της Κ.Τ.Κ. δύναται να μαρτυρήσει για την ακριβή ημερομηνία που ενημέρωσε. - Στις 3 και 4.5.16 ο ίδιος (ο Ενάγων) είχε επικοινωνία με υπαλλήλους της Εναγόμενης. - Στις 13.8.17 η Εναγόμενη τον κάλεσε στα γραφεία της και εκπρόσωποι της τού υπέβαλαν πρόταση για εξώδικη διευθέτηση, παρουσία και του ενόρκως δηλούντος κ. Ραΐφ. - Είναι αλήθεια ότι (ο Ενάγων) πήγε

Εναγόμενη το 2013 και ζήτησε τα χρήματα του αλλά ο κ. Ραΐφ τότε του είχε πει ότι λόγω της παρέλευσης μακρού χρόνου αυτά είχαν «διαγραφεί». Ο δε λόγος που ο ίδιος δεν έπαιρνε μαζί του το πρωτότυπο έγγραφο του γραμματίου ήταν επειδή μερικές φορές προηγουμένως είχαν προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αρπάξουν από τα χέρια του το εν λόγω έγγραφο, οπότε αποφάσισε να μην το παίρνει μαζί του κατά τις επισκέψεις του. - Στη συνάντηση του με τον Βοηθό Γενικό Διευθυντή της Εναγομένης (13.8.17) ο τελευταίος ανησυχούσε μήπως ακούσουν και άλλοι καταθέτες για την επιτυχία του Ενάγοντος και ζητήσουν και εκείνοι τα χρήματα τους. Νομική Πτυχή Πριν την ειδικότερη ενασχόληση με τη νομική πτυχή να σημειωθεί ότι οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς να προχωρήσουν σε αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα. Θα πρέπει δε να σημειωθεί επίσης πως το βάρος απόδειξης παραμένει στον αιτητή στις περιπτώσεις που υπάρχει διαφωνία (βλ. Σεβαστού v. Σεβαστού

(2002)1 Α.Α.Δ 1980). Όπως έχει λεχθεί στη Thinking Steel International ΒV v. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1460, τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται. Όταν υπάρχουν αναντίλεκτες θέσεις του καθ' ου και αντικρουόμενες εκδοχές δημιουργείται κενό, το οποίο οφείλει να συμπληρώσει ο αιτητής, όπως εξηγείται

ίδια υπόθεση (βλ. και Rashid v. Παπόρη

(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2710). Ως προς το ειδικότερο θέμα παραμερισμού, με βάση τη Δ.17 θ.10 όταν εκδοθεί απόφαση κατόπιν παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης το δικαστήριο δύναται «

κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι». Όπως έχει αναφερθεί

υπόθεση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd

(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 647: «είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση».

ίδια υπόθεση παρατέθηκε με επιδοκιμασία το ακόλουθο απόσπασμα από τη Siberia Air. v. Πούλλικα

(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 893: «Είναι γεγονός ότι το σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε

απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί η ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία

προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό».

παρούσα εγείρονται και δύο ζητήματα αντικανονικότητας του κλητηρίου και στη βάση αυτών ζητείται επίσης η ακύρωση της απόφασης και του ίδιου του κλητηρίου. Θεωρώ ορθότερο όπως εξεταστούν σε κατάλληλο σημείο μετά την εξέταση των γεγονότων που αφορούν την επίδοση. Μη εμφάνιση - Καταχώριση Αίτησης Παραμερισμού Η Εναγόμενη έχει το βάρος να καταδείξει ότι είχε μια σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για την παράλειψη της να εμφανιστεί, καθώς και ότι επέδειξε την ανάλογη επιμέλεια στον χειρισμό της υπόθεσης της μετά την έκδοση της απόφασης και την ενημέρωση της για την ύπαρξη της (Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ

(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Κωνσταντίνου v. Ουρπάνκοβα
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 308). Η αίτηση παραμερισμού είναι δυνατόν να απορριφθεί (ακόμα και αν αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπεράσπιση) στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία, η οποία ισοδυναμεί με περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. (Milouca Motor Trading v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941).

παρούσα περίπτωση το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 7.3.16 χωρίς τη βοήθεια δικηγόρου, προσωπικά από τον Ενάγοντα, ο οποίος και το υπογράφει. Ως διεύθυνση της Εναγομένης αναφερόταν η «οδός Kyrenia Αρ. 92, Λευκωσία». Το κλητήριο το οποίο υπέγραψε ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής ήταν

Ελληνική γλώσσα πλην όμως σε αυτό είχε επισυναφθεί και κλητήριο

Τουρκική γλώσσα, το οποίο επίσης υπέγραφε ο Ενάγων. Κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησης του και επικαλούμενος την αδυναμία μετάβασης επιδοτών στις Κατεχόμενες Περιοχές, ο Ενάγων εξασφάλισε στις 14.4.16 δικαστικό διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου με δύο τρόπους σωρευτικά, ήτοι: - μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση "info@turkishbank.net", και - μέσω τηλεομοιοτύπου στο "Fax no: 0090-

(392)2279447". Με το ίδιο διάταγμα δόθηκε το δικαίωμα

Εναγομένη να καταχωρίσει εμφάνιση εντός 30 ημερών από την επίδοση που θα γινόταν με τους πιο πάνω τρόπους και διατάχθηκε όπως οποιαδήποτε περαιτέρω αίτηση θεωρείτο επιδοθείσα κατόπιν ανάρτησης επί πενθήμερον στον Πίνακα του Δικαστηρίου. Παρελθούσης της ταχθείσας προθεσμίας μετά τις κατ΄ ισχυρισμόν επιδόσεις και συγκεκριμένα στις 6.6.16 ο Ενάγων καταχώρισε αίτηση για την έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης της Εναγομένης να καταχωρίσει εμπρόθεσμα σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση στις 8.7.16 και προκύπτει από την ένορκη δήλωση του επιδότη (XXXXX Ιωάννου) πως αυτή όντως αναρτήθηκε, σύμφωνα με το Διάταγμα, στον Πίνακα του Δικαστηρίου στις 6.6.16 και για περίοδο τουλάχιστον πέντε ημερών. Σε σχετική ένορκη δήλωση του, η οποία συνόδευε την αίτηση για απόφαση, ο Ενάγων ανέφερε ότι είχε γίνει η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου τόσο με τηλεομοιότυπο όσο και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, όπως είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο και προς επιβεβαίωση επισύναψε σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 1-14. Ειδικότερα είχε επισυνάψει: (α) Ως Τεκμήρια 1-9, εννέα αποδεικτικά αποστολής εγγράφων δια τηλεομοιοτύπου από τα οποία συνάγεται ότι απέστειλε στις 4.5.16 στον αριθμό που καθορίστηκε στο διάταγμα τα εξής: Τεκμήριο 1 Συνοδευτική δίγλωσση επιστολή του ημερ.4.5.16 προς την Εναγομένη, τον Πρόεδρο και άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (κ. XXXXX Rahmioglu και κ. XXXXX Bortecene) ενημερώνοντας ότι απέστελλε συνολικά 38 σελίδες, και στις δύο επίσημες γλώσσες (Ελληνικά-Τουρκικά) και συγκεκριμένα το Διάταγμα, την ex parte αίτηση και έκθεση απαίτησης (εννοώντας προφανώς το κλητήριο).

επιστολή επισυνάπτετο το διάταγμα ημερ. 14.4.16, συνταχθέν

Τουρκική γλώσσα και δεόντως σφραγισμένο και υπογραμμένο από τον Πρωτοκολλητή. Τεκμήριο 2 Την αίτηση και ένορκη δήλωση ημερ. 16.3.16 μεταφρασμένες

Τουρκική γλώσσα. Τεκμήρια 3, 4, 5 Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής μεταφρασμένο

Τουρκική γλώσσα. Τεκμήριο 6 Την αίτηση και ένορκη δήλωση ημερ. 16.3.16

Ελληνική γλώσσα με το Διάταγμα ημερ. 14.4.16 επίσης

Ελληνική. Τεκμήριο 7, 8, 9 Το κλητήριο ένταλμα

Ελληνική γλώσσα. (β) Ως Τεκμήρια 10-14 αποδεικτικά αποστολής εγγράφων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τα οποία συνάγεται ότι στις 3 και 4.5.16 απέστειλε, στη διεύθυνση που είχε καθοριστεί στο διάταγμα, τα εξής: Τεκμήριο 10 Ηλεκτρονική επιστολή ημερ. 3.5.16 από προσωπική ηλεκτρονική διεύθυνση του Ενάγοντος με σκοπό να υπάρξει ανταπόκριση της Εναγομένης, δηλαδή μια επιστολή με την οποία ζητούσε γενικά συνάντηση, χωρίς να προσδιορίζει κάποιο θέμα. Τεκμήριο 11 Απάντηση ημερ. 4.5.16

πιο πάνω επιστολή από κάποιο λειτουργό της Εναγομένης ονόματι XXXXX Dervis ο οποίος απάντησε από την ηλεκτρονική διεύθυνση g.dervis@turkishbank.net, επί εγγράφου το οποίο περιείχε την επωνυμία και το λογότυπο της Εναγομένης. Τεκμήριο 12 Ηλεκτρονική επιστολή ημερ. 4.5.16 και ώρα 12:01 του Ενάγοντος προς την Εναγομένη

οποία (επιστολή) αναφέρεται ότι αποστέλλονται και στις δύο γλώσσες το διάταγμα για επίδοση, το κλητήριο και η ex parte αίτηση, όλα σε μορφή PDF. Τεκμήριο 13 Δεύτερη ηλεκτρονική επιστολή του Ενάγοντος ημερ. 4.5.16 και ώρα 12:20

οποία και πάλι επισυνάπτονται τα ίδια πιο πάνω έγγραφα σε μορφή PDF. Ο υπέρτιτλος της επιστολής, σε κεφαλαία γράμματα είναι «ΔΙΑΤΑΓΜΑ-ΜΟΝΟΜΕΡΗ ΑΙΤΗΣΗ-ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ-ΑΓΩΓΗ ΕΠΙΔΟΣΗ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ» και το περιεχόμενο της (σε μετάφραση) είναι: «Προς το Διοικητικό Συμβουλίου της Türk Bankasi, Με βάση το Διάταγμα του Δικαστηρίου Λευκωσίας σας έχει γίνει επίδοση κλητήριου. Σε πέντε διαφορετικά Φαϊλ που εσωκλείονται σας αποστέλλονται όλα τα στοιχεία εν σχέση με την Αγωγή. Με εκτίμηση Σας Ευχαριστούμε για την συνεργασία σας, σας ευχόμαστε μια επιτυχημένη και επικερδής ημέρα Yusuf Izzet Kufioğlu» Τεκμήριο 14 Ηλεκτρονική επιβεβαίωση ("Successful Mail Delivery Report") ημερ. 4.5.16 (και ώρας 12:21) από την υπηρεσία mailer-daemon@yantex.ru της Yandex.Mail προς τον Ενάγοντα για την παραλαβή της δεύτερης επιστολής (Τεκμηρίου 13) του Ενάγοντος

οποίαν μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: "This is the system at host yandex.ru. Your message was successfully delivered to the destination(s) listed below. If the message was delivered to mailbox you will receive no further notifications. Otherwise you may still receive notifications of mail delivery errors from other systems. «g.dervis@turkishbank.net»: delivery via mail.turkishbank.net[185.102.36.10]:25:250 ok: Message 3994832 accepted «info@turkishbank.net»: delivery via mail.turkishbank.net[185.102.36.10]:25:250 ok: Message 3994832 accepted" Αναμφίβολα το πιο ουσιώδες από την ένορκη δήλωση του κ. Ραΐφ είναι πως σε κανένα σημείο δεν αρνείται ότι οι δύο αναφερόμενες στο διάταγμα ημερ. 14.4.16 διευθύνσεις (ήτοι η ηλεκτρονική και η τηλεομοιοτυπική) ανήκουν πράγματι

ίδια την Εναγομένη. Αντιθέτως μάλιστα, εμμέσως πλην σαφώς, αποδέχεται ότι ανήκουν

ίδια με την αναφορά του ότι τα έγγραφα είναι δυνατό να φθάσουν σε λειτουργό της Εναγομένης Στη βάση των πιο πάνω στοιχείων και για λόγους που εξηγούνται κατωτέρω δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ότι δεν έχουν επιδοθεί τα έγγραφα της αγωγής. Κατ΄ αρχάς, όπως ήδη έχει λεχθεί, δεν υπάρχει άρνηση περί της ορθότητας των διευθύνσεων και κατά δεύτερο, ο Ενάγων έχει επισυνάψει ολόκληρη σειρά αποδεικτικών στοιχείων για την αποστολή των εγγράφων. Η γενικόλογη άρνηση παραλαβής δεν είναι δυνατό να υπερισχύσει των συγκεκριμένων στοιχείων και θέσεων του Ενάγοντος. Επισημαίνεται δε πως ο Ενάγων απέστειλε τρεις φορές τα ίδια έγγραφα, ήτοι δύο φορές σε ηλεκτρονική διεύθυνση και μια σε τηλεομοιότυπο. Η τυχόν αποδοχή της θέσης του κ. Ραΐφ, ότι δεν έχουν σταλεί τα έγγραφα θα ισοδυναμούσε με ισχυρισμό ότι ο Ενάγων έχει κατασκευάσει ψευδώς τις βεβαιώσεις αποστολής των εγγράφων. Ένας τέτοιος ισχυρισμός όμως παραμένει χωρίς στοιχεία ή έστω ενδείξεις για τη βασιμότητα του και δεν γίνεται δεκτός. Σημειώνεται πως η μεταγενέστερη αίτηση του Ενάγοντος για εκποίηση του ακινήτου της Εναγομένης επιδόθηκε δια της αποστολής στον ίδιο αριθμό τηλεομοιοτύπου, πράγμα παραδεκτό από την Εναγόμενη, η οποία αναφέρεται σε σύντομη έρευνα στον φάκελο. Η θέση του κ. Ραΐφ ότι στις 23.6.17 δικηγόρος της Εναγομένης ερεύνησε τον δικαστικό φάκελο επιβεβαιώνεται από σχετικό αίτημα της ίδιας ημερομηνίας (Έντυπο Γ.Λ.168 υπ΄ αρ. 699027). Σε άλλο σημείο ο κ. Ραΐφ προβάλλει πως κατά την αποστολή δεν έχουν επισυναφθεί τα δικαστικά έγγραφα. Όπως όμως έχει καταδειχθεί πιο πριν υπάρχουν τα αποδεικτικά και στις δύο μεθόδους αποστολής τα οποία καταδεικνύουν ότι είχαν επισυναφθεί όλα τα σχετικά έγγραφα της διαδικασίας στη βάση της άδειας που είχε δοθεί από το Δικαστήριο. Αναμφίβολα βέβαια, η βασική θέση του κ. Ραΐφ είναι άλλη, εξ ου και προβάλλεται πρώτη (

§4

). Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι τα σχετικά έγγραφα δεν μπορούσαν να διαβαστούν και να γίνουν κατανοητά από τον υπάλληλο που τα παρέλαβε ο οποίος δεν κατάλαβε το περιεχόμενο ή τη σημασία τους και γι΄ αυτό δεν ενημέρωσε τους διευθυντές του. Προφανώς ο κ. Ραΐφ εννοεί τον κ. Gulfem, δηλαδή τον υπάλληλο ο οποίος παρέλαβε τα έγγραφα. Βέβαια σε όποιο βαθμό ο κ. Ραΐφ εννοεί πως ο πιο πάνω υπάλληλος δεν μπορούσε να τα διαβάσει λόγω γλώσσας σύνταξης των εγγράφων, κάτι τέτοιο επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτό αφού έχει καταδειχθεί πως όλα τα έγγραφα είχαν σταλεί και μεταφρασμένα

Τουρκική γλώσσα. Συνεπώς παραμένει βασικά η θέση του πως λόγω μη συνειδητοποίησης ή αντίληψης της σημασίας των εγγράφων ο συγκεκριμένος υπάλληλος δεν ενημέρωσε τους προϊσταμένους του ούτως ώστε τα έγγραφα να φθάσουν στους αρμοδίους διευθυντές, οι οποίοι θα χειρίζοντο το θέμα εκ μέρους της Εναγομένης. Να σημειωθεί πως από πλευράς Ενάγοντος δεν έχει προσκομιστεί οποιουδήποτε είδους αντικρουστική μαρτυρία ως προς αυτή τη θέση του κ. Ραΐφ ούτε και έχει αντεξεταστεί ο ίδιος επ΄ αυτής. Παρότι από τη μια πλευρά φαίνεται κάπως δύσκολο να δεχθεί κάποιος ότι ο εν λόγω υπάλληλος κράτησε για τον εαυτό του τόσα έγγραφα τα οποία είχε παραλάβει εντούτοις από την άλλη θα ήταν εξίσου παράδοξο και πολύ πιο ριψοκίνδυνο να είχαν ενημερωθεί οι αρμόδιοι προϊστάμενοι και να είχαν επιλέξει συνειδητά να μην πράξουν οτιδήποτε, ουσιαστικά περιφρονώντας τη διαδικασία. Με τις σκέψεις αυτές δέχομαι ότι η μη εμφάνιση της Εναγομένης δεν οφείλεται σε ασυγχώρητη περιφρονητική συμπεριφορά μέχρι βαθμού καταφρόνησης αλλά σε μη εσκεμμένη παράλειψη ή και μη κατανόηση από κάποιον κατώτερο υπάλληλο της. Περαιτέρω δεν θεωρώ ότι τίθεται βάσιμα ζήτημα υπερβολικής καθυστέρησης ή κωλυσιεργίας ως προς την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού. Είναι δεκτό πως η Εναγόμενη παρέλαβε την αίτηση για εκποίηση στις 20.6.17, ότι προχώρησε σε έρευνα στον φάκελο στις 23.6.17 και ότι αυθημερόν εμφανίστηκε στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης στο Δικαστήριο και ενημέρωσε σχετικά, καταχωρώντας τη δική της αίτηση (παραμερισμού) στις 25.7.17, δηλαδή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Αντικανονικότητα Απόφασης Σε σχέση με τα ζητήματα αντικανονικότητας, τα οποία εγείρει η Εναγομένη, σημειώνεται πως κάποια απόφαση δυνατό να ακυρωθεί εάν έχουν υπάρξει παρατυπίες με συνέπεια να συνιστά αντικανονική απόφαση, οπότε ακυρώνεται ex debito justitiae. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958 (σελ. 615): "Irregular Judgment.—If it is desired to set the judgment aside for irregularity, the irregularity must be specified in the summons or notice of motion (O. 70, r. 3). The affidavit in support should also state the circumstances under which the default has arisen, and should disclose the nature of the defence, see Chitty F. 122; Chitty Arch., 333. Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justitiae to have it set aside (Anlaby v. Praetorious, 20 Q. B. D. 764)". Ο όρος «αντικανονική» χρησιμοποιείται με την έννοια ότι συνιστά σφάλμα (wrong) και απόφαση την οποία δεν έπρεπε ποτέ να εκδώσει κάποιο Δικαστήριο, εξ ου και διατάσσεται η ex debito justitiae ακύρωση της (βλ. Ban Hin Lee Bank Berhad v. Sonali Bank

(1988)WL 622778 C.A.).

παρούσα περίπτωση η Εναγόμενη εγείρει δύο σημεία σχετιζόμενα με το κλητήριο ένταλμα και συγκεκριμένα: (

  1. i)Το ότι στο Τουρκικό κείμενο του κλητηρίου αναφέρεται προθεσμία 10 ημερών για υπεράσπιση αντί 14 ημερών όπως επιτάσσουν οι Θεσμοί και το προβλεπόμενο έντυπο (Δ.2 κ.6) και (
  2. ii)Το γεγονός ότι στο κλητήριο αναφέρεται διεύθυνση επίδοσης του Ενάγοντος εκτός των δημοτικών ορίων της πόλης που ευρίσκεται το Πρωτοκολλητείο. Με όλο τον σεβασμό δεν συμφωνώ με την εισήγηση ότι τα πιο πάνω είναι στοιχεία τα οποία επηρεάζουν την κανονικότητα της ίδιας της απόφασης. Κατ΄ αρχάς πρέπει να σημειωθεί πως το επίσημο καταχωρισθέν κλητήριο ήταν το Ελληνικό κείμενο στο οποίο δεν παρατηρείται οποιοδήποτε σφάλμα στις αναφερόμενες προθεσμίες. Το Τουρκικό κείμενο επισυνάφθηκε ως μετάφραση. Το παράπονο ότι στο τουρκικό κείμενο του κλητηρίου αναφέρονται ως προθεσμία καταχώρισης υπεράσπισης οι 10 ημέρες αντί οι 14 ημέρες είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας κατά κύριο λόγο διότι ο χρόνος για εμφάνιση είχε παραταθεί από το Δικαστήριο σε 30 ημέρες, κατά δεύτερο επειδή ούτως ή άλλως το θέμα υπεράσπισης ρυθμίζεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τέλος επειδή ούτως ή άλλως

παρούσα δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα συνεπειών λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης αφού η διαδικασία προχώρησε

απουσία της Εναγομένης βάσει της Δ.17 λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης.

πραγματικότητα καμιά συνέπεια δεν υπήρξε και κανένα δικαίωμα της Εναγομένης δεν είχε επηρεαστεί από την αναφορά σε 10 αντί 14 ημέρες. Αυτονόητο είναι πως εάν ασκούσε το δικαίωμα της για εμφάνιση θα άρχιζε η προθεσμία των Θεσμών για υπεράσπιση και αν υπήρχε πρόβλημα θα μπορούσε να θέσει το θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου και σίγουρα θα εξασφάλιζε όχι μόνον τον προβλεπόμενο από τους Θεσμούς χρόνο για υπεράσπιση αλλά και περισσότερο εάν κρινόταν αναγκαίο. Παρότι το δεύτερο σημείο δεν έχει προωθηθεί με την αγόρευση θεωρώ πως τα πιο πάνω ισχύουν κατ΄ αναλογίαν και ως προς το θέμα της διεύθυνσης επίδοσης. Η Εναγόμενη παρέλειψε να καταχωρίσει εμφάνιση για λόγους που αφορούν την ίδια και εξ αυτού δεν τέθηκε οποτεδήποτε ζήτημα για παράδοση σημειώματος εμφάνισης σε διεύθυνση του Ενάγοντος είτε εντός είτε εκτός δημοτικών ορίων Λευκωσίας. Βασικά, τα δύο εγειρόμενα ζητήματα συνιστούν θέματα τα οποία θα μπορούσαν να τεθούν μετά την εμφάνιση της και δεδομένης της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει το Δικαστήριο βάσει της νέας Δ.64 δεν θεωρώ ότι είναι ζητήματα τα οποία επηρεάζουν ή δύνανται να προβάλλονται στο παρόν στάδιο βάσιμα ως αντικανονικότητες οι οποίες επηρεάζουν την ίδια την απόφαση. Συζητήσιμη Υπεράσπιση Σύμφωνα με τη Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ

(2000)1 (Β) ΑΑΔ 1101: «... το δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται

ουσία της υπεράσπισης». Βασικά απαιτείται από τον Εναγόμενο - Αιτητή σε τέτοιες περιπτώσεις να δώσει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης (βλ. Orams v. Αποστολίδη

(2006)1(B) A.A.Δ. 1402). Όπου μάλιστα είναι δυνατό απαιτείται και η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων που να δικαιολογούν το συμπέρασμα περί συζητήσιμης υπεράσπισης. Όπως έχει αναφερθεί

υπόθεση Τεγκεράκης v. Δήμου Λευκωσίας

(2005)1 Α.Α.Δ. 289: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του Αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του Αιτητή». Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958 (σελ. 615): "Regular Judgment.—If the judgment is regular, then it is an (almost) inflexible rule that there must be an affidavit of merits, i.e., an affidavit stating facts showing a defence on the merits (Farden v. Richter
(1889), 23 Q. B. D. 124. "At any rate where such an application is not thus supported, it ought not to be granted except for some very sufficient reason", per Huddleston, B., at p. 129, approving Hopton v. Robertson, [1884] W. N. 77, reprinted 23 Q. B. D. p. 126 (n.); and see Richardson v Howell, 8 T. L. R. 445)". Τα πιο πάνω δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι το δικαστήριο θα αξιολογήσει μαρτυρία σε ένα τέτοιο στάδιο ή ότι θα υπεισέλθει

ουσία της υπεράσπισης. Όμως θα ερευνήσει τα στοιχεία που παρουσιάζονται με αποκλειστικό σκοπό να διαγνώσει κατά πόσον υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο (βλ. Νεάρχου v. Χαραλάμπους

(1991)1 Α.Α.Δ. 954 και Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118). Όπως περαιτέρω αναφέρεται στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Ζωής Νικολαϊδου Ευσταθίου κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 130/12, ημερ. 10.10.17 (με αναφορά στη βασική επί του θέματος αυθεντία Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 404, το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης συνιστά πρωταρχικό παράγοντα και το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο

αποστέρηση του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί

υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.

παρούσα περίπτωση με την αγωγή του ο Ενάγων προέβαλε ότι κατά το 1968 είχε ανοίξει προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό (υπ΄ αρ. XXXXX1903) καταθέτοντας κάποιο ποσό, το οποίο αργότερα μετέτρεψε σε προθεσμιακή κατάθεση, δηλαδή γραμμάτιο (υπ΄ αρ. 097397) και το οποίο ανανέωνε από το 1968 και μετέπειτα μέχρι και το 1982 που το ανανέωσε για ένα περαιτέρω έτος για Λ.Κ.14.487,29 συν 7% τόκους. Όπως ισχυριζόταν, όταν κατά το 1983 η Εναγόμενη τον πληροφόρησε ότι θα μετέτρεπε το γραμμάτιο σε ξένο νόμισμα αυτός αρνήθηκε και ζήτησε να του επιστραφούν τα χρήματα του πλην όμως η Εναγόμενη δεν τα επέστρεψε αλλά αντίθετα τα οικειοποιήθηκε. Έκτοτε ο Ενάγων κατέβαλε πολλές προσπάθειες να εξασφαλίσει τα χρήματα του αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Διευθυντικά στελέχη της Εναγομένης τον είχαν ενημερώσει ότι δεν μπορούσαν να του επιστρέψουν τα χρήματα του επειδή τα είχαν μεταφέρει στα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας τους στο Λονδίνο και πως όποιο δικηγόρο και να διόριζε η υπόθεση του δεν θα εκδικαζόταν ποτέ από Δικαστήριο. Αργότερα έμαθε πως τα εν λόγω Διευθυντικά στελέχη έκλεισαν και διέγραψαν κάθε λογαριασμό του. Ακολούθησαν επισκέψεις του (Ενάγοντος) στο Λονδίνο όπου ο εκεί Διευθυντής υποσχόταν επιστροφή των χρημάτων αλλά και πάλι χωρίς αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο στις 8.7.16 είχε κρίνει πως, με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος ημερ. 5.7.16 και τα Τεκμήρια 1-24Α, μεταξύ των οποίων ήταν και η τελευταία ανανέωση του γραμματίου ημερ. 15.10.82 (Τεκμήριο 5.α), καθώς και κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο 16.11.83-15.11.15 από τους ορκωτούς λογιστές AA Zittis Accounting & Auditing Ltd, είχε αποδειχθεί η απαίτηση για Λ.Κ.14.487,29 συν συσσωρευθέντες τόκους Λ.Κ.111.773,37 μέχρι 15.11.15, ήτοι σύνολο Λ.Κ.126.260,66, οπότε εξέδωσε απόφαση για το ισόποσο σε Ευρώ, ήτοι €215.729, συν νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής, ήτοι 4% από 7.3.16 και χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Η πρώτη αναφορά του κ. Ραΐφ σχετικά με το θέμα υπεράσπισης είναι

§7

όπου αναφέρει ότι έχουν σοβαρούς λόγους υπεράσπισης αναφορικά με το περιεχόμενο της αγωγής, χωρίς όμως να επεξηγεί κάτι πέραν αυτού. Σε άλλο σημείο (

§8

) αφού πρώτα προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγων εξαπάτησε το Δικαστήριο στη συνέχεια δέχεται ότι (ο Ενάγων) επισκέφθηκε την Τράπεζα κατά το 2013 και ζήτησε πληρωμή και προσθέτει πως τον ενημέρωσαν αφενός ότι το γραμμάτιο είχε παραγραφεί και αφετέρου ότι βάσει του περιεχομένου του είχε συμφωνηθεί ως προϋπόθεση πληρωμής η παρουσίαση του πρωτότυπου γραμματίου, πράγμα που ο Ενάγων δεν έπραξε. Πιο κάτω (

§9

) εγείρει το θέμα των υπερβολικών τόκων που έχουν επιδικαστεί ισχυριζόμενος ότι έχει εξαπατηθεί το Δικαστήριο και τέλος προβάλλει ότι η Εναγόμενη υποχρεούται να τηρεί «τους νόμους και ή κανόνες της διοίκησης των περιοχών που δραστηριοποιείται», (εννοώντας τις Κατεχόμενες Περιοχές), χωρίς και πάλι να προβάλλει κάτι συγκεκριμένο το οποίο να έχει σχέση με την υποχρέωση επιστροφής χρημάτων στον Ενάγοντα. Ουσιαστικά αυτό το οποίο δύναται να γίνει αντιληπτό με τον τρόπο με τον οποίο παρέθεσε τις θέσεις της η Εναγόμενη είναι πως παρουσιάζει ως θέσεις που θα μπορούσαν να της δώσουν δικαίωμα υπεράσπισης τις εξής: (α) Το ότι ο Ενάγων δεν παρουσίασε το πρωτότυπο όταν τους επισκέφθηκε το

  1. (β) Το ότι έχει παραγραφεί το γραμμάτιο, όπως τον ενημέρωσαν και οι λειτουργοί της από το
  2. (γ) Το ότι δόθηκαν τόκοι 7% για όλα τα έτη από το 1983 έως το 2015 χωρίς να είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων κάτι τέτοιο. Είναι αυτονόητο πως το ότι ο Ενάγων δεν παρουσίασε σε επίσκεψη του το πρωτότυπο γραμμάτιο δεν είναι ικανοποιητικό στοιχείο για να κριθεί ως συζητήσιμη υπεράσπιση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση είχε ενώπιον του σχετική μαρτυρία και στη βάση αυτής δέχθηκε την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου στα πλαίσια των αποδεικτικών κανόνων και του Κεφ.
  3. Η Εναγόμενη δεν θέτει οποιοδήποτε ζήτημα ούτε για την συνομολόγηση γραμματίου ούτε για τη γνησιότητα του εγγράφου το οποίο είχε παρουσιαστεί ως το γραμμάτιο αυτό. Αντιθέτως, μάλιστα (χωρίς καν να το έχει επισυνάψει η ίδια

ένσταση της) επικαλείται και η ίδια πρόνοιες του εγγράφου που είχε παρουσιαστεί από τον Ενάγοντα κατά την απόδειξη της υπόθεσης του, προς υποστήριξη άλλων δικών της επιχειρημάτων (όπως το θέμα των τόκων) για να καταδείξει καλή υπεράσπιση. Ούτε βέβαια οι αναφορές περί παραγραφής συνιστούν συζητήσιμη υπεράσπιση. Η Εναγόμενη κατ΄ αρχάς δεν έχει συγκεκριμενοποιήσει τι εννοεί με την αναφορά της περί παραγραφής.

ένορκη δήλωση αναφέρεται σε παραγραφή του ίδιου του γραμματίου χωρίς να εξηγεί τι εννοεί ενώ

αγόρευση της εγκατέλειψε εντελώς το θέμα και κρίνεται εν πρώτοις ότι δεν το προωθεί. Αλλά ακόμα και εάν εννοεί ότι το γραμμάτιο είχε ανανεωθεί μόνο μέχρι το 1983 και ότι έφερε ημερομηνία λήξης (15.11.83) ούτε αυτό συνιστά συζητήσιμη υπεράσπιση. Η Εναγόμενη δεν προβάλλει ότι ο Ενάγων δεν ήταν ο δικαιούχος της προθεσμιακής αυτής κατάθεσης. Είναι δε γνωστή η αρχή ότι η νομική σχέση μεταξύ τράπεζας και πελάτη είναι συμβατική, η δε απαίτηση του πελάτη καθιστά την ίδια υπόλογη για οφειλή προς τον πελάτη (βλ. Karayiannis Brothers & Co. Ltd ν. Τράπεζας Κύπρου ν. Καραγιάννη, Πολ. Έφ. 367/08, ημερ. 26.10.17). Συνεπώς δεν θα συνιστούσε συζητήσιμη υπεράσπιση η θέση ότι το γραμμάτιο είχε λήξει. Εάν από την άλλη με τη συγκεκριμένη θέση (περί παραγραφής) η Εναγομένη εννοεί παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος αρκεί να υπενθυμίσω πως ο χρόνος παραγραφής για χρέος από ή προς πιστωτικό ίδρυμα είναι έξι έτη με βάση τον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Ν.66

(1)/12 αλλά στη βάση του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου ο χρόνος αυτός αρχίζει να προσμετράται από την 1.1.16, οπότε δεν τίθεται θέμα προς συζήτηση. Θεωρώ πως δεν απαιτείται καν αναφορά στο άρθρο 23(β) του Νόμου το οποίο προνοεί την αναστολή του χρόνου παραγραφής όταν η αγωγή συνδέεται με κινητή περιουσία ευρισκόμενη σε μη ελεγχόμενη περιοχή. Καταλήγω πως ούτε η θέση περί παραγραφής συνιστά συζητήσιμη υπεράσπιση. Έχω την άποψη πως το μόνο συζητήσιμο σημείο υπεράσπισης από όσα προέβαλε η Εναγόμενη είναι το θέμα των τόκων. Στο γραμμάτιο του 1982 (Τεκμήριο 5α κατά την απόδειξη) αναγράφεται η φράση (σε μετάφραση): «Το ποσό αυτό θα υπόκειται για ΔΕΚΑ ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ σε 7% (ΕΦΤΑ) τόκο». Θεωρώ πως τα πιο πάνω συνιστούν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση για την Εναγόμενη και συζητήσιμο σημείο υπό την έννοια ότι η συμβατική ρύθμιση μεταξύ των διαδίκων παρουσιάζεται να είχε καλύψει, ως προς το θέμα των τόκων, μόνο την περίοδο μέχρι τη λήξη του γραμματίου προσδιορίζοντας ότι θα ήταν 7%. Είναι δε ενδεικτικό πως απουσιάζει από το λεκτικό του γραμματίου η λέξη «ετησίως» την οποίαν ο Ενάγων είχε χρησιμοποιήσει

§18της Έκθεσης Απαίτησης του.

Η μονοετής περίοδος ισχύος του γραμματίου σε συνδυασμό με το τελευταίο αυτό στοιχείο καθιστά συζητήσιμο το κατά πόσον μετά τη λήξη του γραμματίου οφείλετο τόκος και αν ναι με ποιο επιτόκιο ή κατά πόσον οφείλονται αποζημιώσεις και πώς αυτές αποδεικνύονται. Τα πιο πάνω θεωρώ πως δίδουν το δικαίωμα

Εναγομένη να υπερασπιστεί ως προς το σημείο αυτό προβάλλοντας τις θέσεις της ως προς τον τόκο που ενδεχομένως οφείλεται για την περίοδο από 16.11.83 και μέχρι την καταχώριση της αγωγής στις 7.3.

  1. Ενόψει της κατάληξης μου και του σημείου το οποίο έχει γίνει δεκτό ως συζητήσιμη υπεράσπιση, κρίνω ότι η ορθότερη και δικαιότερη επιλογή υπό τις περιστάσεις είναι η ακύρωση του μέρους της απόφασης το οποίο αφορά τους τόκους μετά τη λήξη του γραμματίου και μέχρι τις 15.11.
  2. Το ποσό των τόκων για την εν λόγω περίοδο προκύπτει εάν από το ποσόν για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση αφαιρεθεί το αρχικό κεφάλαιο συν το ποσό των τόκων προς 7% για ένα έτος, ήτοι: Σε Λ.Κ. θα είναι: 126.260,66 - (14.487.29 + 1.014,11) = £110.759,26 και Σε Ευρώ θα είναι: 215.729 - (24.745,64 + 1.732,19) = €189.251,
  3. Εννοείται βέβαια πως δεν έχει τεθεί θέμα για τους τόκους της περιόδου 1982-1983 τους οποίους δικαιούται ο Ενάγων (Λ.Κ.1.014,11 ή €1.732,19 βάσει της κατάστασης Ζίττη,

οποία είχε στηριχθεί το εκδικάσαν Δικαστήριο). Συνεπώς κρίνεται ότι το ποσόν της απόφασης θα πρέπει να μειωθεί κατά €189.251,17 και το διατακτικό της μέρος να αφορά πλέον το ποσόν των €26.477,83 συν νόμιμο τόκο από την καταχώριση. Σημειώνεται ότι η Εναγόμενη δήλωσε έτοιμη (

§12της Ένορκης Δήλωσης) να πληρώσει τα έξοδα του Ενάγοντος.

Θεωρώ πως η πιο πάνω πορεία καλύπτεται από τις πρόνοιες της Δ.17 κ.10 η οποία προβλέπει ότι σε περιπτώσεις ερήμην απόφασης το Δικαστήριο δύναται σε κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση υπό όρους ως θα είναι δίκαιο ή όπως αναφέρεται στο πρωτότυπο κείμενο ". it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just". Στο Annual Practice 1958 (σελ. 617) και σε σχετικό σχόλιο για την αντίστοιχη O.13 r.10 γίνεται σύντομη αναφορά σε Απόφαση Μερικώς Παραμερισθείσα ("Judgment Partly Sed Aside") με παραπομπή

παλαιά υπόθεση Re Mosenthal

(1910)54 S.J. 751, C.A. Πρόκειται για απόφαση από την οποία αντλήθηκε καθοδήγηση

Αγγλική υπόθεση National Westminster Bank Ltd v. Paul Ronald Humphrey

(1983)WL 880417 C.A., όπου σε σχέση με τη μεταγενέστερη αντίστοιχη με τις πιο πάνω Διαταγές O.19 r.9 λέχθηκαν τα εξής: "No authority was cited to us relevant to the construction of R.S.C. Order 19 r.9 but, in the absence of authority, my opinion is that the construction which Mr. Falconer seeks to place upon the Rule is too narrow and that
(1)the words "set aside" themselves are capable of referring to a partial setting aside, as much as to a total setting aside;
(2)the word "vary" is wide enough to cover an alteration of the provisions of a judgment, whether by the subtraction of old ones or the addition of new ones, including a provision for a temporary stay of execution". .................................... A prudent defendant who is applying for relief under R.S.C. Order 19 r. 9 will no doubt offer the Court his explanation why judgment was allowed to go by default. However, once the Court is satisfied that there is a reasonable explanation, as the Master was satisfied in the present case, I can see no reason why the Court, in exercising its discretionary jurisdiction under Order 19 r. 9 should not (mutatis mutandis) apply the same principles as it applies in exercising its powers to give defendants leave to defend, on applications for summary judgment under R.S.C. Order 14". Να σημειωθεί επίσης πως οι αρχές επί αιτήσεων για συνοπτική απόφαση, για τις οποίες γίνεται λόγος περί εφαρμογής τους mutatis mutandis, έτυχαν όντως εφαρμογής και από το Ανώτατο Δικαστήριο

Αγάπιος Καμένος κ.α. ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφ. 102/11, ημερ. 22.7.14, η οποία αφορούσε αίτηση για συνοπτική απόφαση και

οποία δόθηκε κατ΄ έφεσιν άδεια υπεράσπισης μόνο για το θέμα της χρέωσης επιτοκίου με ανάλογη τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης. Θεωρώ πως οι εν λόγω αρχές δύνανται κατ΄ αναλογίαν να τύχουν εφαρμογής και

παρούσα περίπτωση. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω εκδίδονται διατάγματα βάσει των οποίων: Α. Το μέρος της απόφασης το οποίο αφορά την απόδοση τόκων ύψους €189.251,17 για την περίοδο 16.11.83 - 15.11.15 ακυρώνεται. Β. Η απόφαση διαφοροποιείται αναλόγως ούτως ώστε να αφορά το ποσό των €26.477,83 με νόμιμο τόκο από 7.3.16 μέχρι εξόφλησης, Γ. Τα πιο πάνω διατάγματα τελούν υπό τον όρο ότι η Εναγόμενη θα καταβάλει εντός 15 ημερών από σήμερα στον Ενάγοντα τα πραγματικά έξοδα της αγωγής και της ένστασης, ήτοι το συνολικό ποσόν των €268. Σε περίπτωση κατά την οποίαν τηρηθεί ο πιο πάνω όρος τότε η Εναγόμενη θα έχει το δικαίωμα εντός περαιτέρω 10 ημερών να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης και ακολούθως υπεράσπιση σύμφωνα με τους Θεσμούς μόνο ως προς το επίδικο θέμα των τόκων. Σε περίπτωση μη τήρησης του πιο πάνω όρου τα πιο πάνω διατάγματα υπό Α και Β καθίστανται αυτοδικαίως άκυρα και τερματίζεται η ισχύς τους, οπότε θα συνεχίζει να ισχύει η αρχική απόφαση. Δ. Καμιά περαιτέρω διαταγή όσον αφορά τα έξοδα. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.