← Κύπρος

Παναγή ν. Charilaos Apostolides Public Ltd, Αγωγή αρ. 4822/2011, 27/6/2018

Παναγή ν. Charilaos Apostolides Public Ltd, Αγωγή αρ. 4822/2011, 27/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A396 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4822/2011 Μεταξύ: XXXXX Παναγή Ενάγων και Charilaos Apostolides Public Ltd Εναγόμενοι 27 Ιουνίου, 2018. Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται ο κ.Λ.Γ.Λουκαϊδης Για τους εναγομένους, εμφανίζεται ο κ.Α.Παναγιώτου για τους κ.κ. Παναγιώτου & Πελεκάνος Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων, υπήρξε υπάλληλος των εναγομένων και δια της αγωγής του, την οποίαν κατεχώρισε στις 08.07.2011, εγκαλεί τους πρώην εργοδότες του για ειδικές ζημίες και σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστηκε συνεπεία τραυματισμού του εν ώρα εργασίας και κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Διεκδικεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ενάγων εργοδοτείτο από τους εναγομένους για να εκτελεί εργασίες σιδερά στις εγκαταστάσεις του αερολιμένος Λάρνακος. Κύριο καθήκον του ήταν η λειτουργία ηλεκτρικού μηχανήματος κοπής σιδήρου («το μηχάνημα»), του οποίου ιδιοκτήτες και υπεύθυνοι ήσαν οι εναγόμενοι. Για την έναρξη της λειτουργίας του μηχανήματος έπρεπε να πιεστεί ένα κουμπί. Το πρωί της 29.10.2007 ο ενάγων απλώς άγγιξε το μηχάνημα στην προσπάθειά του να το καθαρίσει. Εκείνη την ώρα το μηχάνημα ήταν εκτός λειτουργίας, ο δε ενάγων δεν πίεσε το κουμπί το οποίο θα το έθετε σε λειτουργία. Παρά ταύτα, αυτό «.ξεκίνησε απότομα από μόνo (του) κατά τρόπο ανεξήγητο και το μαχαίρι (του)... που έκοβε σίδερα απέκοψε τον δεξιό αντίχειρα του ενάγοντα». Ο ενάγων μετεφέρθηκε σε ιδιωτικό νοσοκομείο όπου «με επέμβαση κάποιου χειρουργού επανακολλήθηκε ο αντίχειρας του με 75% ανικανότητα χρήσης του όπως αποφάνθηκε το κυβερνητικό ιατρικό συμβούλιο». Το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια των εναγομένων οι οποίοι δεν προσέφεραν στον ενάγοντα ένα ασφαλές σύστημα εργασίας και οι οποίοι του ανέθεσαν να χρησιμοποιεί το μηχάνημα το οποίο ήταν ελαττωματικό. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι (α) δεν συντηρούσαν αποτελεσματικά το μηχάνημα, με επακόλουθο αυτό να καταστεί επικίνδυνο και να τίθεται σε λειτουργία χωρίς προηγουμένως να έχει πιεστεί το κατάλληλο κουμπί, (β) παρέλειψαν να ειδοποιήσουν τον ενάγοντα για την επικίνδυνη και ελαττωματική κατάσταση του μηχανήματος, (γ) διατηρούσαν το μηχάνημα σε επικίνδυνη κατάσταση και (δ) επέδειξαν αδιαφορία για την ασφαλή λειτουργία του μηχανήματος καθώς και για το ασφαλές σύστημα εργασίας του ενάγοντος. Συνεπεία του ατυχήματος, ο ενάγων υπέστηκε αιμορραγία και πόνο, ο οποίος, σε κάποιο βαθμό, συνεχίζεται έως και σήμερα. Υπέστηκε, επίσης, αναπηρία του δεξιού αντίχειρα κατά 75%. Επιπλέον της σωματικής αυτής βλάβης, ο ενάγων υπέστηκε, και συνεχίζει να υφίσταται, ειδικές ζημιές. Κατά τις 14.10.2011 (ημερομηνία σύνταξης της έκθεσης απαίτησης), οι ειδικές αυτές ζημίες υπολογίζονται στις €106.308 εφ΄όσον ο ενάγων αδυνατεί πλέον να εργάζεται ως σιδεράς, απώλεσε τη δυνατότητα λήψης μηνιαίου μισθού ύψους €2.221 (ως ο μισθός του κατά τον ουσιώδη χρόνο) και αναγκάζεται να λαμβάνει δημόσιο επίδομα ύψους €600 μηνιαίως. Αυτή η ειδική ζημιά του ενάγοντος θα συνεχίσει έως και την ηλικία της συνταξιοδότησής του, δηλαδή έως και την ηλικία των 65 ετών. Κατά τον Μάιο του έτους 2010 ο ενάγων απετάθηκε σε δικηγόρο για να εγείρει αγωγή εναντίον των εναγομένων. Πλην όμως, ο δικηγόρος καθυστέρησε να εγείρει την αγωγή και παρεπλάνησε τον ενάγοντα ισχυριζόμενος ότι αδυνατούσε να εντοπίσει τους εναγομένους. Εν τέλει, ο δικηγόρος επαρουσίασε στον ενάγοντα ένα πλαστό έγγραφο ημερ. 20.02.2008, το οποίο αναφέρει πως αυτός (ο ενάγων) εισέπραξε από τους εναγομένους το ποσόν των Λ.Κ.1.135 προς πλήρη διευθέτηση και ικανοποίηση των απαιτήσεών του. Ο ενάγων έλαβε, πράγματι, τμηματικώς το συνολικό ποσόν των Λ.Κ.1.135, όμως, ως συμπλήρωμα του δημοσίου βοηθήματος που ελάμβανε για δώδεκα

(12)εβδομάδες, όντας ανίκανος για εργασία. Ο ενάγων ουδέποτε υπέγραψε το έγγραφο ημερ. 20.02.
  1. Μάλιστα, ο ίδιος προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία για το αδίκημα της πλαστογραφίας (δείτε στην παρα. 8 της έκθεσης απαίτησης). Υπό τις περιστάσεις δεν πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις περί παραγραφής. Διά της υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι εγείρουν δύο προδικαστικές ενστάσεις: πρώτον, εγείρεται ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος και, δεύτερον, εγείρεται ζήτημα κωλύματος του ενάγοντος να εγείρει την προκείμενη αγωγή εφ΄όσον αυτός, με ενυπόγραφη δήλωσή του ημερ. 20.02.2008, απήλλαξε τους εναγομένους από οιανδήποτε ευθύνη εν σχέσει με το ατύχημα. Επί της ουσίας, οι εναγόμενοι δέχονται ότι ο ενάγων υπήρξε υπάλληλός τους και δέχονται ότι στις 29.10.2007, εν ώρα εργασίας, αυτός τραυματίσθηκε. Δέχονται, επίσης, πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ενάγων εργαζόταν ως σιδεράς στα υποστατικά του αερολιμένος Λάρνακος και είχε, ως κύριο καθήκον του, την χρήση του μηχανήματος. Όμως, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως το ατύχημα συνέβηκε λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντος. Αυτός υπήρξε απρόσεκτος, εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο και δεν συνεμορφώθηκε με τις υποδείξεις και τις οδηγίες τους για την ασφαλή χρήση του μηχανήματος. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ο ενάγων υπέστηκε τις σωματικές βλάβες και τις ειδικές ζημίες, ως ισχυρίζεται, και αρνούνται τους ισχυρισμούς του περί πλαστογραφίας του εγγράφου ημερ. 20.02.
  2. Ο ενάγων επεχείρησε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που φέρει προσφέροντας μόνον τη δική του ένορκη μαρτυρία. Εξ αρχής υποδεικνύεται πως, σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων οφείλει, πρωτίστως, να τεκμηριώσει την συνδρομή των συστατικών στοιχείων του αγώγιμου δικαιώματος το οποίο επικαλείται. Οφείλει, επίσης, να στηρίζεται στη δύναμη της δικής του υπόθεσης και όχι στην αδυναμία της υπόθεσης του αντιδίκου του (Νικόλα v. Κονναρή κ.α.
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1785, 1797). Για τους σκοπούς της υπεράσπισης κατέθεσαν ενόρκως η Άντρη Μακρή (Μ.Υ.1), Πρωτοκολλητής, η οποία υπηρετεί στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο XXXXX Αγγελίδης (Μ.Υ.2), ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργοδοτείτο από τους εναγομένους ως Λειτουργός Ασφάλειας και Υγείας, ο Σωτήρης Δράκος (Μ.Υ.3), δικηγόρος, ο οποίος ασκεί το επάγγελμά του στη Λευκωσία, ο αστυφύλακας XXX4 XXXXX Νικολάου (Μ.Υ.4), ο οποίος υπηρετεί ως δικαστικός γραφολόγος, και η XXXXX Αυγουστίνου (Μ.Υ.5), η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργοδοτείτο από τους εναγομένους ως λογιστικός λειτουργός. Επιπλέον της προφορικής κατετέθηκε και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν αντίγραφα των εξής εγγράφων: εγγράφου με τίτλο «Απόδειξη Είσπραξης - Δήλωση Απαλλαγής και Υποκατάστασης», ημερ. 20.02.2008 (τεκμήριο 2), επιταγών εκδοθεισών από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με δικαιούχο τον ενάγοντα (τεκμήριο 3), εντύπου με τίτλο «Στοιχεία Εργοδοτουμένου», ημερ. 02.02.2007 (τεκμήριο 4), απόφασης στην υπόθεση αρ. 23164/2012 (Ε.Δ.Λευκωσίας) Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας v. Αβραάμ Παναγή, ημερ. 14.12.2015 (τεκμήριο 5) και επιστολής ημερ. 02.12.2010, υπογεγραμμένης από το δικηγόρο Σωτήρη Δράκο (τεκμήριο 17). Κατετέθηκαν, επίσης, εικόνες που παρουσιάζουν μηχάνημα κοπής βεργών σιδήρου με ενδείξεις για τα βασικά τμήματά του και οδηγίες χειρισμού του (τεκμήρια 9, 13 έως και 15) προειδοποιητική επιγραφή (τεκμήριο 16) καθώς και έντυπο με τίτλο «Αριθ.4 - Τύπος διορισμού δικηγόρου υπό του ενάγοντος (Ο.2 r.14)», υπογεγραμμένο από τον ενάγοντα (τεκμήριο 18). Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας και η έγγραφη μαρτυρία είναι κατατεθειμένη ως τεκμήρια. Η παρουσίαση και ο σχολιασμός του κρίσιμου μέρους της μαρτυρίας θα γίνει τμηματικά κατά τη συζήτηση των επίδικων ζητημάτων που ακολουθεί: Μελετήθηκαν τα επίδικα θέματα υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπεστήριξαν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)(α) Στις αστικές διαδικασίες το ζήτημα της παραγραφής του εκάστοτε αγώγιμου δικαιώματος είναι ζήτημα δικαιοδοτικό και άπτεται της εξουσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αποτελεί ζήτημα κορυφαίας σημασίας και εφ΄όσον εγείρεται δια των δικογράφων πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Μάλιστα, το ζήτημα της παραγραφής δύναται να εξετασθεί και αυτεπαγγέλτως. Επιτυχής προβολή της ένστασης περί παραγραφής του εκάστοτε αγώγιμου δικαιώματος οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας (Φεσσάς κ.α. v. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, 340 και Χατζηστυλλής v. Papadema κ.α.
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 551, 560-1). Στην προκείμενη υπόθεση ζήτημα παραγραφής προβάλλεται από τους εναγομένους δια της παρα.1 της υπεράσπισής τους.
(1)(β) Το ζήτημα θα εξετασθεί επί τη βάσει των σχετικών προνοιών των περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης της Ευθύνης των Εργοδοτών Νόμων (Ν.174/1989, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και του περί Παραγραφής Νόμου (Κεφ. 15, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Και αυτό γιατί «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (Δημητρίου άλλως Στυλιανού ν. Δημητρίου,
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 834, 842). Στις 08.07.2011, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ισχύον δίκαιον αποτελούσαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 19 του Ν.174/1989, περί τριετούς παραγραφής, καθώς, επίσης, και οι διατάξεις του άρθρου 8Α του Κεφ.15, οι οποίες πραγματεύονταν την εξαίρεση από τη παραγραφή σε ορισμένες περιπτώσεις. Σημειώνεται πως τόσον το άρθρο 19 του Ν.174/1989 όσον και ολόκληρο το Κεφ.15 κατηργήθηκαν την 01.07.2012 όταν τέθηκε σε ισχύ ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος (Ν.66(Ι)/2012, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Την κατάργηση, από την 01.07.2012, του άρθρου 19 του Ν.174/1989 καθώς και ολόκληρου του Κεφ.15 ορίζουν τα άρθρα 28 και 29 του Ν.66(Ι)/2012 καθώς και το Παράρτημα αυτού. Σημειώνεται, επίσης, πως το γεγονός ότι, κατά το χρόνο εκδήλωσης της εγκαλούμενης αδικοπραξίας, δηλαδή στις 29.10.2007, ισχύουσες ήσαν οι διατάξεις περί διετούς παραγραφής είναι αδιάφορο. Οι διατάξεις του άρθρου 19 του Ν.174/1989 αποτελούν διατάξεις διαδικαστικής/δικονομικής φύσης εφ' όσον καθορίζουν την προθεσμία καταχώρισης ένδικου βοηθήματα. Ως τέτοιες, οι διατάξεις του τροποποιηθέντος άρθρου 19 του Ν.174/1989 έχουν αναδρομική ισχύ, δηλαδή εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου η εγκαλούμενη αδικοπραξία εξεδηλώθηκε σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας έναρξης ισχύος τους (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, American Express v. Pavemar Hotels Limited
(1992)1 C.L.R. 1204, Χριστοφίδης ν. Παττίχη
(2002)1 Α.Α.Δ. 245). Η αναδρομική ισχύς των τροποποιηθεισών διατάξεων του άρθρου 19 του Ν174/1989 περί τριετούς παραγραφής είναι εφικτή εφ' όσον ο νόμος αυτός δεν προβλέπει το αντίθετο και εφ' όσον ουδείς λόγος συντρέχει για το αντίθετο (Πετρίδου ν. Δημοκρατίας
(2005)3 Α.Α.Δ. 293). Εν πάση περιπτώσει, ευθεία απάντηση στο ζήτημα δίδει η απόφαση Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities and Financial Services Ltd,
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 636, 639. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο ερμήνευσε σωστά το νόμο και κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα. Όπως ορθά σημειώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής. Κατά κανόνα, η περίοδος παραγραφής αρχίζει να μετρά από τη στιγμή που προκύπτει η αιτία της αγωγής. Ωστόσο, διαφορετική ρύθμιση του θέματος μπορεί να γίνει δια νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, το κρίσιμο χρονικό σημείο έναρξης της περιόδου παραγραφής είναι, σύμφωνα με το νόμο, η ημέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή και αυτό βεβαίως, σε συνάρτηση με την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί. Αν η διαπίστωση είναι ότι η συγκεκριμένη απαίτηση όντως έχει παραγραφεί τότε σαφώς δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα προς διεκδίκηση της παραγεγραμμένης απαίτησης. Κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αγωγή βρισκόταν σε ισχύ το άρθρο 26 του νόμου με το οποίο, καθώς έχει ειπωθεί, τροποποιήθηκε ο χρόνος παραγραφής απαίτησης που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή έτσι ώστε αυτή να παραγράφεται μετά πάροδο οκτώ ετών από τη μέρα που καταρτίστηκε η συναλλαγή. Για να διαπιστωθεί λοιπόν κατά πόσο έχει ή όχι παραγραφεί η συγκεκριμένη απαίτηση ο χρόνος θα πρέπει να υπολογιστεί με αφετηρία τη μέρα κατάρτισης της συναλλαγής και τέρμα το χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Με βάση τα αναντίλεκτα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν στο χρόνο κατάρτισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής, ο κατά τα ανωτέρω υπολογισμός του χρόνου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κρίσιμη χρονική περίοδος είναι μικρότερη των οκτώ ετών και συνεπώς δεν υπήρχε κώλυμα για τους εφεσίβλητους να διεκδικήσουν δι' αγωγής την απαίτηση τους.» Παρατηρείται πως επί τη βάσει των διατάξεων του άρθρου 19 του Ν.174/1989, ως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής (στις 08.07.2011), και εφ΄όσον το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος γεννήθηκε στις 29.10.2007, αυτό παρεγράφηκε στις 28.10.2010, δηλαδή οκτώ
(8)και πλέον μήνες πριν από την καταχώριση της αγωγής. Παρατηρείται, επίσης, πως επί τη βάσει των διατάξεων του άρθρου 8Α του Κεφ.15, οι οποίες ίσχυαν κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής, και εφ΄όσον οι επίδικες αξιώσεις αφορούν σε αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ένεκα του αστικού αδικήματος της αμέλειας, θα ήταν δυνατή η εξαίρεση από την εφαρμογή της παραγραφής. Η σχετική διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται στις κατάλληλες περιπτώσεις και εφ΄όσον τέτοια εξαίρεση κριθεί δίκαιη και ορθή. Οι διατάξεις του άρθρου 8Α του Κεφ.15, ως αυτές ίσχυαν στις 08.07.2011 (ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής), διελάμβαναν τα εξής: «Μη εφαρμογή της παραγραφής σε ορισμένες περιπτώσεις 8Α. Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει, ότι είναι δίκαιο και ορθό, να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις, αφού λάβει υπόψη (α) τους λόγους και το (β) το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και τη (γ) διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα να χειριστεί την υπόθεσή του, περιλαμβανομένου και του αποβιώσαντα, εάν η αγωγή αφορά θάνατο, τη συμπεριφορά του ενάγοντα στην προσπάθεια για εξασφάλιση των απαραίτητων σχετικών στοιχείων και του εναγομένου σ΄αυτή την προσπάθεια και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας: Νοείται ότι η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία παραγραφής της αξίωσης.» Κατ΄εφαρμογήν αυτών των διατάξεων, το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και να επιληφθεί της ουσίας της αγωγής, παρά το ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει ήδη παραγραφεί, αφού λάβει υπ΄όψιν και συνεκτιμήσει τους εξής παράγοντες: (α) τους λόγους που συνέβαλαν στην καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής, (β) τη χρονική διάρκεια της καθυστέρησης αυτής, (γ) τη χρονική διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντος να χειριστεί την υπόθεσή του, (δ) τη συμπεριφορά του ενάγοντος στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει τα απαραίτητα στοιχεία, (ε) την αντίστοιχη συμπεριφορά του εναγομένου και (στ) τις τυχόν συνέπειες της καθυστέρησης εν σχέσει με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας. Ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1), ανέλαβε να πείσει για τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την εξαίρεση της υπόθεσής του από τον κανόνα της παραγραφής ισχυριζόμενος τα εξής: Ο ίδιος απετάθηκε εγκαίρως, και συγκεκριμένα τον Μάιο του έτους 2010, σε δικηγόρο για να εγείρει αγωγή εναντίον των εναγομένων δίδοντας του αμέσως τα απαραίτητα στοιχεία. Πλην όμως, ο δικηγόρος καθυτέρησε να εγείρει την αγωγή και τον παρεπλάνησε λέγοντάς του ότι αδυνατούσε να εντοπίσει τους εναγομένους. Εν τέλει, ο δικηγόρος του επαρουσίασε ένα πλαστό έγγραφο ημερ 20.02.
  1. Κατ΄ακολουθίαν, η αγωγή του δεν κατεχωρίστηκε έως και τις 28.10.2010 για να δύναται να θεωρείται ως εμπρόθεσμη. Η προσπάθεια του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) να πείσει για την αλήθεια αυτής της εκδοχής γεγονότων απέτυχε για τους εξής λόγους: (α) Ενώπιον του Δικαστηρίου ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) παρουσιάσθηκε ως πρόσωπο το οποίο προβάλλει ισχυρισμούς και αξιώσεις χωρίς πληρότητα, χωρίς συνοχή, χωρίς σταθερότητα, χωρίς τεκμηρίωση και, εν τέλει, χωρίς αξιοπιστία. Το μεγαλύτερο μέρος της κυρίως εξέτασής του διεξήχθηκε με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ.1), ως το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Η γραπτή αυτή κατάθεση, η οποία επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες θέσεις του, χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα λόγου. Ανεγνώσθηκε δε από τον ίδιο χωρίς καμία δυσκολία. Διεπιστώνεται, συνεπώς, πως ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) διαθέτει ικανοποιητικές γραμματειακές γνώσεις, αφού μπορεί να διαβάζει ένα γραπτό κείμενο, να το αντιλαμβάνεται και να επαναλαμβάνει το περιεχόμενό του. Παρά το ότι, ως ο ίδιος εδήλωσε, έτυχε μόνον δημοτικής εκπαίδευσης, η δε επαγγελματική του πείρα υπήρξε μόνον αυτή ενός χειρωνάκτη (ειδικευμένος και έμπειρος σιδεράς), εντούτοις, ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) δεν υπολείπεται αντίληψης και ικανοτήτων. Ως εκ τούτου, η ανήσυχη συμπεριφορά, οι απότομες και γεμάτες ένταση αντιδράσεις του, στο εδώλιο του μάρτυρος, κατά την αντεξέτασή του, ο σχηματικός του λόγος και η συχνή αδυναμία του να είναι συγκεκριμένος, δεν υποβαθμίζονται ως η, κατ΄ουσίαν, εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του, εξ αιτίας της περιορισμένης εγκύκλιας μόρφωσης που έλαβε και εξ αιτίας της αποκλειστικώς χειρωνακτικής εργασιακής του εμπειρίας. Κατά την αντεξέτασή του ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) επαρουσίασε, ενώπιον του Δικαστηρίου τη συγκεκριμένη εικόνα γιατί ακριβώς πρόκειται για πρόσωπο το οποίο για να επιτύχει το σκοπό του είναι έτοιμο να ισχυρισθεί ο,τιδήποτε, ανεξαρτήτως της αλήθειάς του και του ειρμού του, και γιατί ακριβώς η προσπάθεια του να αποκρύψει την αλήθεια τον φέρνει σε δεινή θέση. (β) Η έλλειψη συνοχής και η προχειρότητα με την οποίαν ο ενάγων χειρίζεται τις υποθέσεις του επιμαρτυρείται και από τα γεγονός της διαφοροποίησης του ονόματος και της ημερομηνίας γέννησής του σε έγγραφα τα οποία ο ίδιος κατέθεσε ή ανεγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου: Στις επιταγές που έλαβε από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως το επίδομα σωματικής βλάβης (τεκμήριο 3), και τις οποίες εξαργύρωσε, παρουσιάζεται ως «Πάμπης Αβραάμ» και όχι ως «XXXXX Παναγή». Επίσης, στο έντυπο με τα «Στοιχεία Εργοδοτουμένου», το οποίο τηρούσαν οι εναγόμενοι και το οποίο ο ενάγων υπέγραψε (τεκμήριο 4), καταγράφεται, ως ημερομηνία γέννησής του, η 03.11.1958, ενώ στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 21.03.2012 (τεκμήριο 1) καταγράφεται ως τέτοια ημερομηνία η 03.04.
  2. (γ) Κατά την αντεξέτασή του, ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) ύψωνε τον τόνο της φωνής του και ήταν, συχνά, ερειστικός. Όταν δε ένοιωθε πως οι ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων τον έθεταν σε δυσχερή θέση, αρνείτο να απαντήσει, επικαλούμενος εγκεφαλικά επεισόδια που υπέστηκε, και προσποιούμενος πως οι ερωτήσεις ήσαν αχρείαστες, καταπιεστικές και άσχετες με την υπόθεσή του. Αυτά τα χαρακτηριστικά του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) κλονίζουν δραστικά την αξιοπιστία του. (δ) Κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία έλαβε χώρα στις 06.11.2017, ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) εδήλωσε πως το έγγραφο με τίτλο «Απόδειξη Είσπραξης-Δήλωση Απαλλαγής και Υποκατάστασης», ημερ. 20.02.2008 (τεκμήριο 2) είναι πλαστογραφημένο, πως κατάγγειλε το γεγονός στην Αστυνομία και πως η υπόθεση ακόμη εξετάζεται (δείτε στην παρα.7 του εγγράφου αρ.1). Όμως, στη συνέχεια, και απαντώντας σε ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) απεκάλυψε πως η εκ μέρους της Αστυνομίας διερεύνηση της καταγγελίας περατώθηκε προ πολλού, πως κατάληξή της ήταν να καταχωριστεί εναντίον του ποινική υπόθεση, να καταδικαστεί και να του επιβληθεί χρηματική ποινή. Επί του ζητήματος τούτου, κατά την αντεξέταση, διευκρινίστηκαν τα εξής: Εν σχέσει με την εκ μέρους του ενάγοντος καταγγελία στην Αστυνομία περί πλαστογράφησης του τεκμηρίου 2, κατεχωρίστηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση αρ. 23164/2012 (Ε.Δ.Λευκωσίας) Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας v. XXXXX Παναγή για το αδίκημα της δημόσιας βλάβης κατά παράβασιν του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ως λεπτομέρειες του αδικήματος εδόθηκαν, από την κατηγορούσα αρχή, οι εξής: «..ο Κατηγορούμενος στις 07.05.2011 εν γνώσει του έδωσε ψευδή κατάθεση στην αστυνομία σχετικά με φανταστικό αδίκημα, δηλαδή κατέθεσε ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του στη θέση υπογραφής και το πλήρες όνομα του σε Απόδειξη Είσπραξης/Δήλωση Απαλλαγής της εταιρείας Charilaos Apostolides Puplic Ltd..ημερ. 20.02.2008, ενώ γνώριζε ότι η υπογραφή ήταν δική του και δεν είχε πλαστογραφηθεί από κανένα» (τεκμήριο 5). Στις 14.12.2015 εξεδόθηκε καταδικαστική απόφαση εναντίον του ενάγοντος (τεκμήριο 5). Παρενθετικώς σημειώνεται, ως δικαστική γνώση, πως με απόφασή του στην Ποινική Έφεση αρ. 2/2016 XXXXX Παναγή v. Aστυνομία, ημερ. 28.03.2018, το Ανώτατο Δικαστήριο επεκύρωσε την πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση (ε) Ενώ ο ενάγων Αβραάμ Παναγή (Μ.Ε.1) εδήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή του, πως επεσκέφθηκε τον προηγούμενο δικηγόρο του το Μάιο του έτους 2010, κατά την αντεξέτασή του εδήλωσε πως νομίζει πως τον επεσκέφθηκε το έτος 2010, και πως δεν θυμάται ποιά ακριβώς ημερομηνία. Κατά την αντεξέταση διεμοίφθηκαν τα εξής: «............................... Ε. Τώρα, στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης όπως και στην παράγραφο 7 της ένορκης γραπτής δήλωσης της μαρτυρίας σου αναφέρεις πως πήγες προηγουμένως και σε άλλο δικηγόρο; Α. Ναι. Ε. Μπορείς να μας πεις πότε πήγες; Α. Το 2010 νομίζω. Ε. Πότε; Α. Δεν θυμάμαι την ημερομηνία κύριε. .............................» (στ) Κεντρική θέση του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) είναι ότι το αγώγιμο δικαίωμα του παρεγράφηκε γιατί, ενώ ο ίδιος απευθύνθηκε στον πρώην δικηγόρο του Σωτήρη Δράκο (Μ.Υ.3) τον Μάιο του έτους 2010, τον εφοδίασε με τα απαραίτητα στοιχεία και του έδωσε οδηγίες για την καταχώριση αγωγής εναντίον των εναγομένων, αυτός «καθυστέρησε να προχωρήσει την υπόθεση παραπλανώντας (τον) ότι δεν μπορούσε να (τους) εντοπίσει» (δείτε στην παρα.7 του εγγράφου αρ.1). Όμως, κατά την αντεξέτασή του, του υπεδείχθηκε σχετική επιστολή ημερ. 02.12.2010 (τεκμήριο 17), την οποίαν ο πρώην δικηγόρος του Σωτήρης Δράκος (Μ.Υ.3) απηύθυνε , εκ μέρους του, προς τους εναγομένους. Τότε ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) εδέχθηκε πως εφοδίασε το δικηγόρο του με τα απαραίτητα, για τη σύνταξη της επιστολής αυτής (τεκμήριο 17), στοιχεία κατά την περίοδο της αποστολής της. Διεμοίφθηκαν σχετικώς τα εξής: «Ε. Τώρα κύριε μάρτυς, αυτή η επιστολή φέρει ημερομηνία 02.12.10...Την έστειλε ο κύριος Δράκος..Και εκείνες τις μέρες πήγες στον κύριο Δράκο και του έδωσες και τα στοιχεία; Α. Ορίστε; Ε. Αυτή η επιστολή έχει ημερομηνία 02.12.
  3. Εντάξει; Α. Ναι που με έβγαλαν. Ε. Ένα λεπτό κύριε μάρτυς, άκουσε την ερώτηση και μην βιάζεσαι. Για να την στείλει στις 02.12.10, εκείνες τις μέρες πήγες και του είπες τα στοιχεία. Α. Μάλιστα.» Αυτά τα μειονεκτήματα της μαρτυρίας του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) δεν είναι επουσιώδη για να αγνοηθούν. Στον αντίποδα της κλονισμένης αξιοπιστίας του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) βρίσκεται η πλήρης, συνεκτική, θετική, λογική, τεκμηριωμένη και, εν τέλει, αξιόπιστη μαρτυρία του πρώην δικηγόρου του Σωτήρη Δράκου (Μ.Υ.3). Εν σχέσει με το ζήτημα της παραγραφής, ο Σωτήρης Δράκος (Μ.Υ.3) εδήλωσε τα εξής: Στο γραφείο του διατηρεί ιδιαίτερο φάκελο για κάθε υπόθεση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου που τηρήθηκε για την υπόθεση του ενάγοντος, αυτός τον επεσκέφθηκε στις 04.11.2010, του ανέφερε περί του ατυχήματος και περί της επιθυμίας του να κινήσει αγωγή εναντίον των εναγομένων και υπέγραψε σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου (τεκμήριο 18). Όμως, κατά την πρώτη τους συνάντηση ο ενάγων δεν εγνώριζε να του πει το πλήρες όνομα των πρώην εργοδοτών του, δηλαδή των εναγομένων, δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία του ατυχήματος και δεν είχε μαζί του την ιατρική βεβαίωση ημερ. 24.08.2009 (τεκμήριο 7). Οι πληροφορίες αυτές του εδόθηκαν από τον ενάγοντα μόλις στις 23.11.
  4. Τότε ο ίδιος αντελήφθηκε πως το αγώγιμο δικαίωμα είχε ήδη παραγραφεί. Όμως, εισηγήθηκε στον ενάγοντα να επιχειρήσουν να διαπραγματευθούν με τους εναγομένους για εξώδικη διευθέτηση. Τακτική του ιδίου, σε παρόμοιες περιπτώσεις, είναι να εξαντληθεί κάθε πιθανότητα αποζημίωσης των πελατών, ακόμη και εάν το αγώγιμο δικαίωμα τους έχει παραγραφεί. Στο πλαίσιο αυτό εξήγησε στον ενάγοντα τις συνέπειες της παραγραφής και απέστειλε προς τους εναγομένους την επιστολή ημερ. 02.12.2010 (τεκμήριο 12). Στις 03.01.2011 οι εναγόμενοι του απήντησαν πως ο ενάγων είχε υπογράψει, στις 20.02.2008, έγγραφο για την απαλλαγή τους από οιανδήποτε ευθύνη (τεκμήριο 2). Ενημέρωσε σχετικώς τον ενάγοντα, προφορικώς και γραπτώς, και ακολούθησε συνάντησή μαζί του την 01.02.
  5. Κατά τη συνάντηση αυτή εξήγησε στον ενάγοντα τις συνέπειες της υπογραφής του εντύπου ημερ. 20.02.2008 (τεκμήριο 2). Ο ενάγων δέχθηκε ότι υπέγραψε το έντυπο αυτό (τεκμήριο 2), όμως, ισχυρίσθηκε πως το υπέγραψε με μοναδικό σκοπό να λάβει μέρος της αποζημίωσης που εδικαιούτο και όχι για σκοπούς πλήρους διευθέτησης. Λαμβανομένων υπ΄όψιν όλων των πιο πάνω και, ιδίως, της διαπίστωσης πως τα κρίσιμα, για την παραγραφή, γεγονότα εξελίχθηκαν ως τα περιέγραψε ο Σωτήρης Δράκος (Μ.Υ.3), κρίνεται πως ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) απέτυχε να αποδείξει πως συντρέχει καλός λόγος για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για εξαίρεση της υπόθεσής του από την παραγραφή. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί την αγωγή σε αποτυχία.
(2)(α) Σύμφωνα με τον κανόνα του κωλύματος (estoppel), υπό ορισμένες συνθήκες, ένας διάδικος εμποδίζεται να εγείρει ένα γεγονός ή να αρνηθεί την ύπαρξή του. Το κώλυμα δυνατόν να οφείλεται σε δεδικασμένο (κώλυμα λόγω δεδικασμένου- estoppel by record) ή σε καταχώριση σε έγγραφο (κώλυμα λόγω καταχώρισης σε έγγραφο - estoppel by deed) ή σε συμπεριφορά (κώλυμα λόγω συμπεριφοράς - estoppel by conduct or estoppel in pais). Ειδικότερα, το κώλυμα λόγω δήλωσης σε έγγραφο βασίζεται στην αρχή πως μία σαφής δήλωση ή μια σαφής ανάληψη υποχρέωσης, η οποία καταγράφεται, είναι δεσμευτική και, κατ΄αρχήν, δεν υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησής της. Στην απόφαση Χατζηστυλλή v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1 (Β) Α.Α.Δ. 989,993, αναφέρονται τα εξής: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182).»
(2)(β) Οι εναγόμενοι επικαλούνται κώλυμα του ενάγοντος να προβάλλει τις επίδικες αξιώσεις του εν όψει της εκ μέρους του υπογραφής εντύπου για την είσπραξη αποζημιώσεων και για την απαλλαγή των εναγομένων. Πρόκειται για έντυπο υπό τον τίτλο «Απόδειξη Είσπραξης - Δήλωση Απαλλαγής και Υποκατάστασης», το οποίο φέρεται να υπεγράφηκε από τον ενάγοντα στις 20.02.2008 (τεκμήριο 2). Η άρνηση του ενάγοντος να αναγνωρίσει ως δικό του το έγγραφο αυτό επέβαλε στους εναγομένους το βάρος να αποδείξουν την ορθή εκτέλεσή του. Η αποδεικτική δύναμη ιδιωτικού εγγράφου, ως το τεκμήριο 2, προϋποθέτει την απόδειξη της ορθής εκτέλεσής του. Προϋποθέτει, δηλαδή, την απόδειξη του γεγονότος ότι το έγγραφο, πράγματι, υπογράφεται από το πρόσωπο το οποίο φέρεται ως ο υπογράφων. Παρατίθεται σχετικώς το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Cypromix Concetrates Co Ltd v. Vitafor N.Y.
(2001)1 (A) A.A.Δ. 676, 682-3: «Διαπιστώνουμε την ύπαρξη εσφαλμένης καθοδήγησης σε σχέση με το βάρος της απόδειξης που αφαιρεί το υπόβαθρο της κρίσης σε σχέση με την αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας που προσάχθηκε. Σε συμφωνία με την εισήγηση των εναγόντων, κρίνουμε πως, στο πλαίσιο των δεδομένων, ήταν οι εναγόμενοι που όφειλαν να αποδείξουν πως τα έγγραφα που εκείνοι επικαλέστηκαν και προσήγαγαν είχαν εκτελεστεί δεόντως, πως δηλαδή, κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, προέρχονταν από τους ενάγοντες. Η απόφαση στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ε.Τ. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 AAA 843, είναι σχετική. Οι ενάγοντες εκεί είχαν διεκδικήσεις στηριγμένες σε γραπτή συμφωνία, την οποία όμως οι εναγόμενοι αρνούνταν ως πλαστογραφημένη. Προσάχθηκε ως τεκμήριο η γραπτή συμφωνία και τίποτε άλλο. Ήταν η άποψη των εναγόντων πως, με την προσαγωγή της, θεμελίωσαν όσα χρειάζονταν και, όπως υποστήριξαν, από εκεί και πέρα ήταν ευθύνη των εναγομένων να αποδείξουν την πλαστογραφία. Δεν έγινε δεκτή αυτή η θέση. Απορρίφθηκε η εισήγηση πως η κατάθεση του εγγράφου χωρίς ένσταση σήμαινε παραδοχή οποιασδήποτε φύσης και κρίθηκε ότι, ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν, ήταν οι ενάγοντες που είχαν το βάρος της απόδειξης. Είναι επίσης σχετική η Doe d. Devine v. Wilson [1855] 10 Moo. P.C.C. 502 (βλ. και English & Empire Digest τόμος 22 (I) σελ. 33 παρ. 319). Στην υπόθεση εκείνη διατάχθηκε επανεκδίκαση γιατί ήταν λανθασμένη η καθοδήγηση προς τους ενόρκους ότι ο διάδικος που ισχυρίζεται πλαστογραφία είχε βάρος απόδειξης, όπως στην περίπτωση ποινικής δίκης. Όπως εξηγήθηκε, στην ποινική δίκη πράγματι ο κατήγορος έχει το βάρος της απόδειξης της πλαστογραφίας που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο αλλά στην αστική δίκη το βάρος απόδειξης της γνησιότητας εγγράφου το φέρει εκείνος που το προσάγει και που επικαλείται την εγκυρότητα του..» Στην προκείμενη περίπτωση, η πλευρά των εναγομένων προσεκόμισε επαρκή σχετική μαρτυρία εφ΄όσον επαρουσίασε, ως μάρτυρες, αφ΄ενός πρόσωπο το οποίο αναφέρει πως είδε τον ενάγοντα να γράφει ο ίδιος το πλήρες όνομά του επί του τεκμηρίου 2 και να το υπογράφει και αφ΄ετέρου γραφολόγο (Γενικός Εισαγγελέας v. Hρακλέους
(2005)2 Α.Α.Δ.1). Ως αυτόπτης μάρτυς της εκ μέρους του ενάγοντος χειρόγραφης καταγραφής του ονόματός του και της υπογραφής του επί του τεκμηρίου 2 παρουσιάσθηκε η XXXXX Αυγουστίνου (Μ.Υ.5), η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργοδοτείτο από τους εναγομένους ως λογιστικός λειτουργός. Η XXXXX Αυγουστίνου (Μ.Υ.5), γυναίκα ώριμης ηλικίας, με λόγο θετικό, σαφή, διαυγή και σταθερό, επεβεβαίωσε το γεγονός πως ο ενάγων έγραψε ο ίδιος το πλήρες όνομα του επί του τεκμηρίου 2, δίπλα από την ένδειξη «Πλήρες Όνομα:.» και, ακολούθως, υπέγραψε το έντυπο αυτό ενώπιόν της. Επιβεβαίωσε, επίσης, το γεγονός πως ο ενάγων αντελήφθηκε πλήρως το περιεχόμενο και τη σημασία του τεκμηρίου 2 εφ΄όσον αυτός το ανέγνωσε και οι δύο τους συνομίλησαν σχετικώς. Παρά την έντονη αντεξέταση στην οποίαν υπεβλήθηκε, η XXXXX Αυγουστίνου (Μ.Υ.5) παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της. Ήταν δε γνήσια και ειλικρινής η έκπληξη και η έντονη αντίδρασή της όταν ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος της υπέβαλε πως η ίδια συνεργάστηκε με τους εναγομένους για να στερηθεί ο ενάγων των δικαιωμάτων του. Η μάρτυς απέρριψε με σθένος την υποβολή αυτή. Επιπλέον της επάρκειάς της, η μαρτυρία της XXXXX Αυγουστίνου (Μ.Υ.5) κρίνεται και ως αξιόπιστη. Ανεφέρθηκαν ήδη τα θετικά γνωρίσματα του λόγου και της εν γένει στάσης της στο εδώλιο του μάρτυρος. Περαιτέρω, η μαρτυρία της Αστέρως Αυγουστίνου (Μ.Υ.5) είναι ευθυγραμμισμένη με την μαρτυρία του αστυφύλακα 3284 Σταύρου Νικολάου (Μ.Υ.4). Ο αστυφύλακας XXX4 XXXXX Νικολάου (Μ.Υ.4), ο οποίος υπηρετεί ως δικαστικός γραφολόγος και τα προσόντα και η εμπειρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, εδήλωσε τα εξής: Κατά τη γνώμη του, η χειρόγραφη καταγραφή ολογράφως του πλήρους ονόματος «Αβραάμ Παναγή» επί του τεκμηρίου 2, η οποία υπάρχει δίπλα από τη ένδειξη «Πλήρες Όνομα:...», έγινε από τον ίδιον τον ενάγοντα. Για την φερόμενη ως υπογραφή του ενάγοντος επί του τεκμηρίου 2 δεν δύναται να εκφέρει γνώμη. Αυτό που παρουσιάζεται ως υπογραφή του ενάγοντος αποτελεί γραφική παράσταση την οποίαν ο ίδιος αδυνατεί να εξετάσει γιατί δεν έχει επαρκή δείγματα για σύγκριση. Ας σημειωθεί πως ο αστυφύλακας XXX4 XXXXX Νικολάου (Μ.Υ.4) δεν αντεξετάσθηκε επί της πεποποίθησής του πως ο ίδιος ο ενάγων κατέγραψε ολογράφως το όνομά του δίπλα από την ένδειξη «Πλήρες Όνομα:..» επί του τεκμήριου 2. Εφ΄όσον γίνεται δεκτή, ως αληθής, η κεντρική θέση της XXXXX Αυγουστίνου (Μ.Υ.5) σύμφωνα με την οποίαν ενώπιον της ο ενάγων έλαβε γνώση του περιεχομένου του τεκμηρίου 2, το κατενόησε και ακολούθως κατέγραψε ολογράφως το πλήρες όνομά του, δίπλα από τη σχετική ένδειξη, και το υπέγραψε, διαπιστώνεται πως η πλευρά των εναγομένων επέτυχε να αποδείξει και την υπεράσπιση του κωλύματος λόγω της καταχώρισης σε έγγραφο. Παρά την επιτυχή προβολή των δύο προκαταρκτικών υπερασπίσεων περί παραγραφής και κωλύματος λόγω καταχώρισης σε έγγραφο, η οποία καθορίζει και την τύχη της αγωγής, θα ακολουθήσει η συζήτηση και επί της ουσίας της:
(3)(α) Οι αξιώσεις για αποζημιώσεις, οι οποίες πηγάζουν από αμέλεια, συμπεριλαμβανομένης και της αμέλειας εργοδότη, επιλύονται εφ' όσον καθορισθεί η ευθύνη των εμπλεκομένων και η ζημία του ενάγοντος (Πάφος Στόουν Σ. Εστέϊτς Λτδ κ.α. ν. Βαλαωρίτη κ.α.
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 220, 225). Το αστικό αδίκημα της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) συνίσταται στη ζημιογόνα παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον αυτό περιλαμβάνει την επιμέλεια την οποίαν, καθ' υπόθεσιν, θα κατέβαλλε ο μέσος συνετός άνθρωπος για να αποφύγει να προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του, υπό συνθήκες ίδιες με αυτές υπό τις οποίες ενήργησε ο εναγόμενος. Εάν, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου ήταν ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 484). Αναμένεται από τον κάθε ένα να προγραμματίζει τις πράξεις του και να εκτελεί τις δραστηριότητές του επιδεικνύοντας ανθρωπιστική συμπεριφορά προς τον πλησίον του (Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) ltd
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 918). Ειδικότερα, το καθήκον επιμέλειας του εργοδότη έναντι υπαλλήλου του περιλαμβάνει αφ' ενός την παροχή ασφαλούς χώρου και ασφαλούς συστήματος εργασίας και αφ' εταίρου την κατάλληλη εποπτεία για την εφαρμογή του συστήματος αυτού (Μεταφορική Εταιρεία Γ. και Μ. Περικλέους Λτδ ν. Μιχαήλ
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1661, 1665). Στην απόφαση L. P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 304, 313 αναφέρονται τα εξής: «Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύ­λογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που εί­ναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργα­σίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας.» Η νομολογία τείνει να εμπεδώσει την ανάγκη προστασίας των εργαζομένων (Κυριάκου ν. Caramondani Bros Ltd
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 219, 223, United Bricks Works Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123, 128). Το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη έναντι του υπαλλήλου του δεν εντοπίζεται στην πιθανότητα εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στην δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου αυτού καθώς και στη δυνατότητα αποτροπής του με τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα. «Ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τους εργαζομένους από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί και ο οποίος με τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα μπορεί να αντιμετωπιστεί». (Λαμπής ν. Shiptrans Shipping and Trading Agency Ltd,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 370, 374). Και ακόμη, «Αποτελεί ... καθήκον του εργοδότη .. να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενό του σε «περιττούς» κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος .. ο οποίος είναι αφενός προβλεπτός και αφετέρου, αποφευκτός, με την λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων .. με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την ανατροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωσή τους» (Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd (ανωτέρω), 926). Επιλαμβανόμενο αξίωσης για αποζημιώσεις λόγω αμελούς συμπεριφοράς, «Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα εάν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ εναγομένων, από την μια, και ενάγοντα από την άλλη, και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα.» (Φοίβος Μαυρίδης ν. I. Dharghgi κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013, 1023 - 4).
(3)(β) Ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) ανέλαβε να πείσει για την ευθύνη των εναγομένων, ως εργοδοτών, για τον επίδικο τραυματισμό του ισχυριζόμενος τα εξής. Το πρωί της 29.10.2007, εν ώρα υπηρεσίας και ενώ το μηχάνημα ήταν εκτός λειτουργίας, το «άγγιξε απλώς» για να το καθαρίσει. Δεν «πίεσ(ε) το σχετικό κουμπί για να ...θέσ(ει) (το μηχάνημα) σε λειτουργία». Παρά ταύτα το μηχάνημα «ξεκίνησε απότομα από μόν(ο) (του) κατά τρόπο ανεξήγητο και το μαχαίρι της μηχανής που έκοβε σίδερα απέκοψε το δεξιό αντίχειρα (του)...» (δείτε στην παρα.3 του εγγράφου αρ.1). Το ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια των εναγομένων οι οποίοι δεν του προσέφεραν ένα ασφαλές σύστημα εργασίας και οι οποίοι του ανέθεσαν να χρησιμοποιεί το μηχάνημα το οποίο ήταν ελαττωματικό. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι (α) δε συντηρούσαν αποτελεσματικά το μηχάνημα, με επακόλουθο αυτό να καταστεί επικίνδυνο και να τίθεται σε λειτουργία χωρίς προηγουμένως να έχει πιεστεί το κατάλληλο κουμπί, (β) παρέλειψαν να ειδοποιήσουν τον ενάγοντα για την επικίνδυνη και ελαττωματική κατάσταση του μηχανήματος, (γ) διατηρούσαν το μηχάνημα σε επικίνδυνη κατάσταση και (δ) επέδειξαν αδιαφορία για την ασφαλή λειτουργία του μηχανήματος καθώς και για το ασφαλές σύστημα εργασίας του ενάγοντος. Η προσπάθεια του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) να πείσει για την αλήθεια αυτής της εκδοχής γεγονότων αποτυγχάνει εφ΄όσον και αυτό το μέρος της μαρτυρίας του χαρακτηρίζεται από απουσία συνοχής και ειρμού, από ένταση και απότομες και εριστικές αντιδράσεις. Επιπλέον, καταθέτοντας για την ευθύνη των εναγομένων, ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) απεκάλυψε πως ο ίδιος ήταν ο επιστάτης ομάδας εργατών, στους οποίους έδιδε οδηγίες, και ήταν υπεύθυνος για τη λειτουργία του μηχανήματος. Δέχθηκε, επίσης, πως το μηχάνημα λειτουργούσε με ηλεκτρισμό, τον οποίον του παρείχε καλώδιο συνδεδεμένο με σημείο λήψης (μπρίζα). Προσέθεσε πως το καλώδιο αυτό ήταν μονίμως συνδεδεμένο αφ΄ενός με το μηχάνημά και αφ΄ετέρου με το σημείο λήψης του ηλεκτρικού ρεύματος γιατί «ήταν διαταγή που τους πιο μεγάλους». Πρόκειται για θέση εκτός των ορίων της λογικής. Το κάτωθι απόσπασμα από τα διαμοιφθέντα κατά την αντεξέταση του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) αποκαλύπτουν την πτωχή παρουσία του ως μάρτυρος καθώς και τη δική του αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα: «.............................. A. Δεν είμαι εγώ που έκοβα σίδερα, εγώ έβαλα τους να κόβουν σίδερα. Εγώ ήμουν υπεύθυνος του γκρουπ τζιαμέ. E. Ακόμα χειρότερα. A. Υπεύθυνος του γκρουπ. E. Ήσουν μόνος σου ή με ομάδα που δούλευες; A. Με ομάδα, όχι μόνος μου. Είχα ανθρώπους της εταιρείας και εκεί. E. Μάλιστα. A. Και έβαλα τους δουλειά, είχα άλλους που δούλευαν τζιαμέ, είχα άλλους που δούλευαν πάνω στις πλάκες. E. Ώστε εφόσον ήσουν υπεύθυνος, εσύ τους έδιδες οδηγίες; A. Βεβαίως τους έδινα οδηγίες εγώ. E. Έδωσες τους οδηγίες όταν θα πιάσουν δουλειά πώς να βάλουν το σύρμα και όταν θα φεύγουν πώς να αφαιρούν το σύρμα του ρεύματος; A. Το σύρμα δεν το φεύγαμε ποτέ που πάνω στην πρίζα, το σύρμα ήταν ενωμένο πάντα. Ποτέ μας. E. Και το δεχόσουν εσύ; A. Ήνταλως «το δεχόσουν», ήταν διαταγή που τους πιο μεγάλους μας. E. Από ποιον ήταν διαταγή κύριε μάρτυς; A. Δεν θυμάμαι, που τους μεγάλους τέλεια. E. Και ασχολούνται ‑‑ A. Πήγαινε να τους βρεις και ρώτα τους. E. Και ασχολούνται με αυτά τα πράγματα οι μεγάλοι τέλεια; A. Με ούλλα ασχολούνται. E. Έγινε. A. Έχει 10 χρόνια που κάθομαι και μπακίρα δεν κρατώ μέσα στην πούγκα μου, θα μου πουλήσει το σπίτι η Συνεργατική. E. Γνωρίζεις ότι είναι η πρίζα που δίνει ρεύμα; A. Μεν με απασχολείς με έτσι πράγματα σε παρακαλώ. Μεν με απασχολείς σε παρακαλώ, τι γνωρίζω, εάν η πρίζα, εάν τζείνο, τι εν τούτο; Εσύ γνωρίζεις πού πάνε και βόσκουν τις τσούρες; ....................................» Στον αντίποδα της κλονισμένης αξιοπιστίας της μαρτυρίας του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1), όσον αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το ατύχημα και την ευθύνη των εναγομένων, βρίσκεται η πλήρης, συνεκτική, κατατοπιστική και, εν τέλει, αξιόπιστη μαρτυρία του XXXXX Αγγελίδη (Μ.Υ.2). Ο μάρτυς αυτός, παραπέμποντας στα τεκμήρια 9, 13 έως και 15, εξήγησε τα μέρη από τα οποία αποτελείται το μηχάνημα και τον ασφαλή τρόπο λειτουργίας του από τον εκάστοτε χειριστή του. Εξήγησε πως για να ενεργοποιηθεί το μηχάνημα απαιτούνται τρεις
(3)σωρευτικές ενέργειες εκ μέρους του χειριστή: Να πιεστεί το πράσινο κουμπί, να σηκωθεί το καπάκι ασφαλείας και να κρατηθεί ο μοχλός. Ο μάρτυς ανεφέρθηκε, επίσης, στο γεγονός πως εδόθηκαν σαφείς και ρητές οδηγίες προς τους χειριστές του μηχανήματος για την ανάγκη απενεργοποίησής του και αποσύνδεσης του καλωδίου μεταφοράς ηλεκτρισμού, από το σημείο λήψης, μετά το πέρας κάθε εργασίας. Εδόθηκαν, επίσης, σαφείς και ρητές οδηγίες προς τους χειριστές πως ο καθαρισμός του μηχανήματος έπρεπε να γίνεται μετά το πέρας της εργασίας, αφού το μηχάνημα απενεργοποιηθεί και αφού το καλώδιο αφαιρεθεί από το σημείο παροχής ηλεκτρισμού. Άλλωστε, επί του μηχανήματος υπήρχε επικολλημένη επιγραφή με το εξής περιεχόμενο: «Switch off machine when not in use and before cleaning! Παρακαλώ όπως σβήνετε το μηχάνημα όταν δεν χρησιμοποιείται και όπως το καθαρίζετε!» (τεκμήριο 16).Ο μάρτυς ανέφερε πως, μετά από έλεγχο, διεπιστώθηκε πως, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, το μηχάνημα βρισκόταν σε άριστη κατάσταση και λειτουργούσε ως οι προδιαγραφές του. Τέλος, ο μάρτυς απέκλεισε το ενδεχόμενο τα γεγονότα πριν από τον επίδικο τραυματισμό να εξελίχθηκαν ως ο ενάγων XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) περιγράφει. Η αξιόπιστη μαρτυρία του XXXXX Αγγελίδη (Μ.Υ.2) οδηγεί στις εξής διαπιστώσεις: Οι εναγόμενοι, ως εργοδότες του ενάγοντος, επέδειξαν την αναμενόμενη επιμέλεια και ουδεμία ευθύνη φέρουν για τον επίδικο τραυματισμό του ενάγοντος. Οι εναγόμενοι παρέσχαν στον ενάγοντα ένα ασφαλές περιβάλλον εργασίας, έδωσαν σε αυτόν οδηγίες για μίαν ασφαλή μέθοδο εκτέλεσης των καθηκόντων του και, κατά τον ουσιώδη χρόνο, έθεσαν στην διάθεσή του ένα μηχάνημα το οποίο ήταν σε άριστη κατάσταση και λειτουργούσε εντός των προδιαγραφών του. Εφ΄όσον ο εκάστοτε χειριστής του μηχανήματος ακολουθούσε τις δοθείσες, από τους εναγομένους οδηγίες, θα ήταν ασφαλής. Καταληκτικά διαπιστώνεται πως οι αδυναμίες στη μαρτυρία του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1), σε αντιδιαστολή με την επάρκεια και την αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσέφεραν οι εναγόμενοι, αφήνουν μετέωρες όλες τις αιτιάσεις του πρώτου εναντίον των δευτέρων. Οι αδυναμίες στην μαρτυρία του ενάγοντος XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1) αναπόδραστα εκθεμελιώνουν το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα και τις επίδικες αξιώσεις. Δεν είναι αρκετό για τον ενάγοντα να αποδίδει συγκεκριμένες παράνομες συμπεριφορές στους εναγομένους και να αναμένει ότι αυτές θα αναγνωρισθούν από το Δικαστήριο. Ο ενάγων φέρει το βάρος να παρουσιάσει θετική, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για να τεκμηριώσει τις δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις του (Αντωνιάδης v. Σταύρου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1171, Πιτάλλης κ.α. v. Savina Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827). Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντος. (Υπ) ............ Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.