Χαραλάμπους ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση/Έφεση: 471/16, 29/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A400 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση: 471/16 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 Μεταξύ: XXXXX Χαραλάμπους Αιτήτριας/Εφεσείουσας -και-
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
- M.N.T. ESTATES LTD
- GEVOREST SLEEP DESIGNS LTD Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων Αίτηση ημ. 18.1.17 υπό Εφεσείουσας για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Εφεσείουσα: κα Π. Ζαχαριάδη για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εφεσίβλητο 1: κα Μ. Τσαγκάρη για Γενικόν Εισαγγελέα Για Εφεσίβλητη 2: κα. Χ. Βασιλείου για Καρύδης & Καρύδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εφεσίβλητη 3: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση της η Εφεσείουσα αιτείται άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της (εφεξής «η σ.ε.δ.») σε σχέση με την αρχική ένορκη δήλωση της, η οποία συνοδεύει την κυρίως αίτηση της. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στον κ.10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου κας Παναγιώτας Ζαχαριάδη στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει στην §3 τα εξής: «
- Ως κάλλιον πιστεύω και πληροφορούμαι, η καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως είναι απαραίτητη δια το λόγο ότι θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι αναγκαία προς αποκρυστάλλωση των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Όλα όσα αναφέρονται στην Ένορκο Δήλωση της κας XXXXX Χαραλάμπους για την καταχώρηση της οποίας γίνεται η παρούσα αίτηση, δεν ήταν γνωστά στην κα Χαραλάμπους και περιήλθαν εις γνώση της μετά την καταχώρηση της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση αρ.
- Αν και πρόκειται για στοιχεία και γεγονότα τα οποία υπήρχαν στο παρελθόν, δεν ήταν δυνατό για την αιτήτρια να τα γνωρίζει καθότι δεν προέκυπταν είτε αττό πληροφορία είτε από κάποιο έγγραφο το οποίο να είχε ενώπιον της ή εγνώριζε εν πάση περιπτώσει την ύπαρξη του. Δεν πρόκειται δηλαδή για γεγονότα και ισχυρισμούς που προκύπτουν από τα ίδια τα Τεκμήρια που είναι ήδη κατατεθειμένα. Συνεπώς είναι αναγκαία η καταχώρηση συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως για προώθηση των ισχυρισμών της αιτήτριας». Η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α το κείμενο της προτεινόμενης σ.ε.δ. καθώς και τα Τεκμήρια Α-Δ τα οποία θα επισυνάπτονται, εάν εγκριθεί το αίτημα. Ένσταση Ένσταση στην αίτηση καταχώρισε μόνον η Εφεσίβλητη 2, προβάλλοντας επτά λόγους προς απόρριψη της οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
- Οι νέοι ισχυρισμοί είναι άσχετοι και προσθέτουν νέα βάση.
- Η αίτηση είναι παράτυπη.
- Δεν υπάρχει καλός λόγος.
- Δεν προβλήθηκε κάτι νέο στην Έφεση με την ένσταση της Εφεσίβλητης
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση.
- Δεν επισυνάπτεται η προτεινόμενη σ.ε.δ.
- Θα προκληθεί σημαντική καθυστέρηση. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο εκ των διευθυντών της Εφεσίβλητης 2 κ. XXXXX Τσιάκκας υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, ενώ παράλληλα παραθέτει τη θέση του για διάφορα γεγονότα, τα οποία αφορούν την κυρίως αίτηση. Νομική Πτυχή Η κυρίως αίτηση στην παρούσα υπόθεση συνιστά έφεση δυνάμει του άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65 για την οποίαν εφαρμόζονται mutatis mutandis τα άρθρα 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, καθώς και οι περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμοί του 1956 (εφεξής «οι Κανονισμοί»). Σύμφωνα με τον κ.10
(3)των Κανονισμών η ακρόαση τέτοιας αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ενώ περαιτέρω, το Δικαστήριο μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα δύναται για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Βασικά με τον πιο πάνω κ.10
(3)τίθεται η ίδια προϋπόθεση την οποία θέτει και η Δ.48 κ.4
(2)και κατά συνέπειαν η σχετική νομολογία τυγχάνει επίσης εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών. Το θέμα ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος δικαστηρίου και εξαρτάται από την ύπαρξη "καλού λόγου" (βλ. Αναφορικά με αίτηση Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1(A) 510). Δεν μπορεί βεβαίως να εξαχθεί συμπέρασμα ότι σκοπός της τροποποίησης ήταν να απαγορευθεί η απάντηση σε ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, αφού μάλλον στο αντίθετο απέβλεπε η συγκεκριμένη ρύθμιση. Απλώς δεν απαιτείται όπως το μέρος που έχει το βάρος απόδειξης ενός ισχυρισμού σε αίτηση να το αποσείσει με προφορική μαρτυρία, αλλά δύναται να το πράξει με ένορκη δήλωση, (ενώ γενικότερα διατηρεί και το δικαίωμα αντεξέτασης για ισχυρισμούς της άλλης πλευράς). Σχετικά με τον πιο πάνω κανονισμό είναι τα εξής από την Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα,
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Να σημειωθεί πως στην πιο πάνω υπόθεση επιτράπηκε η καταχώριση δύο συμπληρωματικών δηλώσεων, εκ των οποίων η μια προερχόμενη από άλλο πρόσωπο και όχι την αρχικώς ενόρκως δηλούσα. Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημερ. 3.11.16, αναφέρθηκαν σχετικά με το ίδιο θέμα τα εξής: ««Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Γενικότερα, η προτεινόμενη να παρουσιαστεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση μαρτυρία δεν θα πρέπει να είναι ανεπίτρεπτη ή αχρείαστη μαρτυρία ή επανάληψη αρχικών ισχυρισμών ή στις περιπτώσεις διαταγμάτων εκδοθέντων μονομερώς να επιχειρείται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα κατά τρόπο που να μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται η εικόνα που δόθηκε αρχικά στο Δικαστήριο (Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976). Πριν από οτιδήποτε άλλο θεωρώ ορθό να σημειώσω ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αίτηση όντως συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου συνεργαζομένου με τους δικηγόρους της Εφεσείουσας και ατυχώς της δικηγόρου η οποία εμφανίστηκε κατά τις αγορεύσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία, είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι που εκπροσωπούν διάδικο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ως ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ahapittas ν. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Alexander v. Alexander
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1093. Όπως όμως αποφασίστηκε στην υπόθεση Rybolovlev ν. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, «... μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος». Στην παρούσα περίπτωση η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της. Τα ζητήματα στα οποία αναφέρεται αφορούν τη διαδικασία από την καταχώριση της έφεσης, τα οποία ούτως ή άλλως ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και τεκμήρια της ένστασης, δηλαδή θέματα για τα οποία έχουν γνώση και οι αντίδικοι. Πέραν αυτών όμως η ένορκη της δήλωση αφορά και διερεύνηση στην οποία προέβη η Εφεσείουσα ή και άλλο πρόσωπο εκ μέρους της, με βάση την οποία διαπίστωσε κάποια γεγονότα για τα οποία θα αναμένετο να ορκιστεί η ίδια η διάδικος. Παρατηρείται το ανεπιθύμητο φαινόμενο να χειρίζεται την παρούσα αίτηση ο δικηγόρος που έχει ορκιστεί, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο και ενδεχομένως συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με την Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589. Παρόλα αυτά και έχοντας υπόψιν ότι η κα Ζαχαριάδη εμφανίστηκε μόνο στην τελευταία δικάσιμο και τούτο απλώς για να παραδώσει τη γραπτή αγόρευση την οποίαν ετοίμασε άλλη δικηγόρος, ήτοι η κα Ασπασία Ευσταθίου, δεν θα θεωρήσω ότι δημιουργείται οποιοδήποτε ανυπέρβλητο κώλυμα. Ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν θα πρέπει να αγνοηθεί η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Όπως έχει αναφερθεί στην Investylia Public Company Ltd ν. Γαβριηλίδου
(2013)1(B) Α.Α.Δ. 1202: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση». Πριν την ενασχόληση με την ουσία της αίτησης και επειδή έχει εγερθεί σχετικός λόγος ένστασης, θα πρέπει να σημειώσω ότι η προτεινόμενη σ.ε.δ. της Εφεσείουσας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της κας Ν. Ζαχαριάδη παρά το ότι ακόμα και οι συνήγοροι της (Εφεσείουσας) στην αγόρευση τους θεωρούν ότι εκ παραδρομής δεν είχε επισυναφθεί. Σε σφάλμα όμως σχετικά με το θέμα περιέπεσε και ο Εφεσίβλητος 2, ο οποίος εξέλαβε την προτεινόμενη δήλωση ως συνοδεύουσα την αίτηση για σ.ε.δ. με αποτέλεσμα να παρουσιάζει και τις δύο ένορκες δηλώσεις ως δηλώσεις «που συνοδεύουν την αίτηση» και να απαντά, εκτενώς μάλιστα, σε αυτό το στάδιο επί της ουσίας των ισχυρισμών τους οποίους θα ήθελε να προσθέσει η Εφεσείουσα, πράγμα βεβαίως πρόωρο και αχρείαστο. Συνεπώς ούτε ο σχετικός λόγος ένστασης ευσταθεί. Όσον αφορά την ουσία του αιτήματος και στα πλαίσια σύντομης αναδρομής στο ιστορικό της υπόθεσης θα πρέπει να σημειωθεί πως η Εφεσείουσα, πρώην εργοδοτούμενη στην Εφεσίβλητη 3, στις 25.5.15 ενέγραψε στο Κτηματολόγιο την προς όφελος της δικαστική απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (εφεξής «το Δ.Ε.Δ.») ημερ. 23.1.15 στην Αίτηση υπ΄ αρ. 593/10 για ποσόν €33.975 (παρότι μέρος αυτού επιδικάστηκε εις βάρος του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού) συν τόκους και έξοδα, επιβαρύνοντας έτσι 13 ακίνητα της Εφεσίβλητης 3 (Memo EB2619/15). Μεταξύ των ακινήτων είχαν επιβαρυνθεί και τα οικόπεδα υπ΄ αρ. εγγρ. 7650 και 7651 τα οποία ήταν ήδη επιβαρυμένα με Πωλητήρια Έγγραφα τα οποία είχαν συνάψει μεταξύ τους οι Εφεσίβλητες 2 και 3 ως αγοράστρια και πωλήτρια αντίστοιχα (ΠΩΕ 1801/11 και 1802/11). Στις 30.5.16 και μετά από σχετικές αιτήσεις της αγοράστριας-Εφεσίβλητης 2, ο Διευθυντής Κτηματολογίου εξέδωσε δύο Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΕ προς την Εφεσείουσα κοινοποιώντας της την πρόθεση του να εγγράψει τα ακίνητα στην Εφεσίβλητη 2 και να ακυρώσει την εγγραφή της απόφασης (memo) εις βάρος των εν λόγω οικοπέδων. Σχετικές ενστάσεις της Εφεσείουσας απερρίφθησαν από τον Διευθυντή με απόφαση του ημερ. 20.9.16 όσον αφορά το υπ΄ αρ. εγγρ. 7651 οπότε και ακολούθησε στις 10.11.16 η κυρίως Αίτηση-Έφεση στην οποία η Εφεσείουσα αιτείται την ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Προς υποστήριξη του αιτήματος για σ.ε.δ. η κα Ζαχαριάδη εξηγεί ότι η αναγκαιότητα αυτή προέκυψε μετά την καταχώριση της ένστασης από την Εφεσίβλητη 2 και τα όσα η Εφεσείουσα διαπίστωσε μετά από σχετική έρευνα για την ανάμειξη του κ. XXXXX Τσιάκκα, καθώς και για το σύνολο των διαδραματισθέντων σχετικά με την υπογραφή του πωλητηρίου και την κατάθεση του στο Κτηματολόγιο, με προεξάρχοντα τρία στοιχεία ως εξής: (
- i)Την ύπαρξη του ονόματος και την υπογραφή του συμβολαίου εκ μέρους της αγοράστριας Εφεσίβλητης 2 από τον κ. XXXXX Τσιάκκα. (
- ii)Την κατάθεση του πωλητηρίου στο Κτηματολόγιο στις 20.12.11, δηλαδή σε ημερομηνία κατά την οποία εκκρεμούσε στο Δ.Ε.Δ. η αίτηση υπ΄ αρ. 593/10, στην οποία δεν εμφανίζετο η Εφεσίβλητη 3. (iii) Ότι ο συνδυασμός των πιο πάνω στοιχείων οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι πρόκειται για δόλια συμφωνία και σκόπιμη μεταβίβαση με αποκλειστικό σκοπό η Εφεσίβλητη 3 να αποφύγει την εξ αποφάσεως οφειλή της προς την Εφεσείουσα. Σύμφωνα με την κα Ζαχαριάδη τα πιο πάνω είναι στοιχεία τα οποία η Εφεσείουσα διαπίστωσε μετά την ένσταση της Εφεσίβλητης 2 στην κυρίως αίτηση, τα οποία όμως είχε στη διάθεση του ο Διευθυντής εκ των προτέρων και θα έπρεπε να τα συνεκτιμήσει. Όντως η Εφεσείουσα στην προτεινόμενη σ.ε.δ. της επιθυμεί να αναφερθεί σε τέτοια γεγονότα, ως ανωτέρω, προσθέτοντας ως βάση της υπόνοιας της τη θέση της ότι ο κ. XXXXX Τσιάκκας υπήρξε διευθυντής της Εφεσίβλητης 3 για την περίοδο 16.9.83-21.12.07, καθώς και μέτοχος της Gevo Ltd η οποία κατείχε μετοχές στην Εφεσίβλητη 3 μέχρι τις 21.12.07, όταν η Gevo Ltd τις μεταβίβασε στην άλλη μέτοχο, τη Bluego Holdings Ltd. Ο δε κ. Τσιάκκας εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτης 100 μετοχών τάξης Α (του 50%) στην Gevo Ltd, καθώς και Διευθυντής και Γραμματέας της ενώ ιδιοκτήτης των 250.000 μετοχών τάξης Β στην Gevo Ltd είναι η Εφεσίβλητη 2, στην οποία είναι επίσης ο κύριος μέτοχος. Εν ολίγοις, αυτό το οποίο επιθυμεί να προβάλει η Εφεσείουσα είναι πως στις 19.5.05, ημερομηνία κατά την οποία υπεγράφη το πωλητήριο έγγραφο, η Εφεσίβλητη 3 είχε ως μέτοχο και διευθυντή τον κ. Τσιάκκα και μέσω της Gevo Ltd είχε ως μέτοχο την Εφεσίβλητη 2, η οποία είχε ως μέτοχο και διευθυντή και πάλι τον κ. Τσιάκκα, δηλαδή ότι πωλήτρια και αγοράστρια ελέγχοντο από το ίδιο πρόσωπο, ήτοι τον κ. Τσιάκκα ο οποίος ενήγησε δολίως ώστε να αποξενώσει περιουσία της Εφεσίβλητης 3 και να χάσει η Εφεσείουσα το λαβείν της. Όπως έχει προαναφερθεί, η διαπίστωση «καλού λόγου» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επιδίκων ζητημάτων της διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Δεν θα συμφωνήσω όμως ότι υφίσταται τέτοια ανάγκη στην παρούσα περίπτωση για τους ακόλουθους λόγους: (
- i)Όπως και η ίδια η Εφεσείουσα δέχεται, το πωλητήριο έγγραφο είχε υπογραφεί στις 19.5.05 και προσθέτω ότι έχει χαρτοσημανθεί στις 3.12.07, όπως εκ πρώτης όψεως προκύπτει από σχετική σφραγίδα του Εφόρου Τελών Χαρτοσήμου. (
- ii)Στην απόφαση του Δ.Ε.Δ. την οποίαν η ίδια η Εφεσείουσα επισυνάπτει στην κυρίως αίτηση, αναφέρεται ότι η εργοδότηση της τερματίστηκε στις 2.7.10 δηλαδή πέντε περίπου έτη μετά την υπογραφή του πωλητηρίου, χωρίς η Εφεσείουσα να αφήνει να νοηθεί ότι ήταν προβλεπτή από το 2005 η απόλυση της. (iii) Το πωλητήριο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 20.12.11 προφανώς δυνάμει της παράτασης η οποία είχε χορηγηθεί τότε από τον αρχικό περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν.81
(1)/11 και συγκεκριμένα από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 16, το οποίο προέβλεπε τη δυνατότητα κατάθεσης παλαιάς σύμβασης εντός έξι μηνών από τη θέσπιση του Νόμου, δηλαδή το αργότερο μέχρι τις 29.12.11. Δηλαδή χωρίς τη θέσπιση του Νόμου το πωλητήριο δεν θα είχε κατατεθεί. (
- iv)Η Εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι η Εφεσίβλητη δεν εμφανίζετο στη διαδικασία του Δ.Ε.Δ. πλην όμως στην απόφαση αναφέρεται ότι η εργοδότρια, δηλαδή η Εφεσίβλητη 3 εμφανίζετο μέχρι και τις 19.12.14 οπότε και απεσύρθη ο δικηγόρος της και μόνον τότε η διαδικασία προχώρησε ερήμην, οπότε στις 23.1.15 εκδόθηκε η απόφαση του Δ.Ε.Δ. (
- v)Η κυρίως αίτηση-έφεση στην παρούσα προσβάλλει την απόφαση του Διευθυντή να εφαρμόσει κάποια άλλη νομοθεσία (περί «εγκλωβισμένων αγοραστών»). Η Εφεσείουσα με την ενδιάμεση αίτηση της για σ.ε.δ. επιχειρεί να εισαγάγει ισχυρισμούς περί της κυριότητας μετοχών στις εμπλεκόμενες καθώς και άλλες εταιρείες με απώτερο στόχο να καταδείξει ότι το 2005, δηλαδή πέντε έτη πριν απολυθεί από την εργασία της κατά το 2010, κάποιοι συνωμότησαν να υπογράψουν δολίως πωλητήρια έγγραφα, τα οποία χαρτοσήμαναν το 2007, δηλαδή τρία έτη πριν την απόλυση της, τα οποία (παρά τη δολιότητα τους) δεν κατέθεσαν κατά το 2005 στο Κτηματολόγιο, αλλά τα κατάφεραν το 2011 (όταν ψηφίστηκε ο Ν.81
(1)/11), δηλαδή τέσσερα έτη πριν να γνωρίζουν το αποτέλεσμα της αίτησης αρ. 593/10 στο Δ.Ε.Δ. το οποίο αποτέλεσμα έμαθαν εν τέλει στις 23.1.15, με απώτερο στόχο να μην εισπράξει το λαβείν της. Έχοντας υπόψιν όλα τα ανωτέρω και ειδικότερα τη μαρτυρία την οποία επιθυμεί να προσθέσει η Εφεσείουσα σε συνδυασμό με τη φύση της υπόθεσης καταλήγω ότι το αίτημα αφορά μη αναγκαία μαρτυρία προς επίλυση των πραγματικών επίδικων ζητημάτων στη διαδικασία, τα οποία είναι όσα έχει επαρκώς στην αρχική έφεση της η Εφεσείουσα. Με όλο τον σεβασμό θεωρώ πως είναι εντελώς αχρείαστο και άσκοπο να εγκριθεί η αίτηση και να περιπλακεί η παρούσα διαδικασία με ζητήματα όπως αυτά που εγείρει η Εφεσείουσα στην προτεινόμενη σ.ε.δ. της, τα οποία αναπόφευκτα θα επιφέρουν άσκοπη κατασπατάληση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και αύξηση των δικηγορικών εξόδων εις βάρος όλων των πλευρών. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €700 υπέρ της Εφεσίβλητης 2 και εις βάρος της Εφεσείουσας συν Φ.Π.Α. Καμιά διαταγή εξόδων εν σχέσει με τους υπόλοιπους εφεσίβλητους. (Υπ.) ................... Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο