Χρίστου ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, Γενική Αίτηση - Έφεση αρ. : 64/2015, 21/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A382 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση - Έφεση αρ. : 64/2015 Επί τοις αφορώσι των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, Άρθρο 52, και τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, Άρθρο
- Μεταξύ:
- XXXXX Χρίστου
- XXXXX Χρίστου
- XXXXX Χρίστου
- XXXXX Κακούρης Εφεσείοντες-Αιτητές και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ Εφεσίβλητοι-Καθ΄ων η αίτηση 21 Ioυνίου,
- Για τους εφεσείοντες αρ.1 έως και 4 - αιτητές, εμφανίζεται ο κ.Α.Γεωργίου για τους κ.κ.Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες Για τους εφεσιβλήτους - καθ΄ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Μ.Παπαευσταθίου για τους κ.κ.Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 19.01.2018 (αίτημα για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) ------ Δια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο έφεσης οι εφεσείοντες αρ.1 έως και 4 - αιτητές («οι αιτητές», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) επιδιώκουν τον παραμερισμό διαιτητικής απόφασης εκδοθείσας εναντίον τους στις 03.02.2015 («η διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015»). Η έφεση καταγράφει, ως νομική της βάση, μεταξύ άλλων, το άρθρο 52
(4)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων (Ν.22/1985, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τους θεσμούς 78 και 79 και των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (« το Σύνταγμα») και τη Δ.40 θ.8, τη Δ.48 και τη Δ.49 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Οι αιτητές επικαλούνται, ως λόγους παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης ημερ. 03.02.2015, τους εξής:
(1)Η διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015 παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της δίκαιης δίκης καθώς και το Κεφ.4 αφού οι αιτητές δεν έλαβαν μέρος στο διορισμό του διαιτητή.
(2)Η διαιτητική διαδικασία είναι παράνομη και στερείται νομίμου αποτελέσματος γιατί είναι αντίθετη με το Σύνταγμα, το Ν.22/1985και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς.
(3)«Η όλη διαδικασία και χειρισμός της υπόθεσης υποδηλώνουν αντικειμενική και/ή υποκειμενική αμεροληψία από τον διαιτητή και άρα στερείται κάθε εννόμου αποτελέσματος» (δείτε στους «Λόγους Έφεσης», υπό 3), στο σώμα της έφεσης).
(4)Η διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015 ελήφθηκε κατά παράβαση των αρχών του κοινοδικαίου εν σχέσει με τον εγγυητή και τη ψυχική πίεση.
(5)Η διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015 ελήφθηκε υπό το καθεστώς πλάνης περί το νόμο, τις αρχές του κοινοδικαίου και τις αρχές της επιείκειας όσον αφορά στην εξέταση και την ερμηνεία των όρων της σύμβασης δανείου.
(6)Η διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015 ελήφθηκε υπό το καθεστώς πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, αφού ελήφθηκαν υπ΄όψιν λανθασμένοι παράγοντες και αγνοήθηκαν σχετικοί.
(7)Η διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015 είναι αναιτιολόγητη αφού ο διαιτητής απλώς υιοθετεί τη γραπτή αγόρευση που κατεχωρίστηκε εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση. Η έφεση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της εφεσείουσας αρ.1 - αιτήτριας XXXXX Χρίστου ημερ. 24.02.2015 στην οποίαν επισυνάπτονται, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα. Η μάρτυς επαναλαμβάνει τους λόγους έφεσης και προσθέτει τα εξής: Της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης ημερ. 03.02.2015 (τεκμήριο 1) δεν προηγήθηκε νόμιμη κλήση (τεκμήριο 2). Δια της επιστολής του συνηγόρου τους ημερ. 01.03.2013 (τεκμήριο 3) οι αιτητές αμφισβήτησαν τη νομιμότητα του διορισμού του διαιτητή. Η αμφισβήτηση αυτή προεβλήθηκε και δια της υπεράσπισης που κατεχωρίστηκε στο πλαίσιο της διαιτητικής διαδικασίας (τεκμήριο 4). Η διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015 (τεκμήριο 1) ελήφθηκε χωρίς να ληφθούν υπ΄όψιν τα όσα ο συνήγορος των αιτητών υπεστήριξε, δια της αγόρευσής του (τεκμήριο 5), εν σχέσει με τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για τον εγγυητή και την ψυχική πίεση. Η έφεση αντιμετωπίζει την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση η οποία κατεχωρίστηκε στις 04.11.2015 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η έφεση είναι παράτυπη και αντικανονική και στερείται νομικής βάσης.
(2)Η έφεση είναι επί της ουσίας αβάσιμη. Δεν πληρούνται οι νόμιμες και πραγματικές προϋποθέσεις παροχής της επιδιωκόμενης θεραπείας.
(3)Η έφεση είναι καταχρηστική, παραπλανητική και παρελκυστική.
(4)Η επίδικη διαιτητική διαδικασία υπήρξε καθόλα νόμιμη και νομότυπη.
(5)Η διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015 είναι καθόλα νόμιμη, νομότυπη και ορθή.
(6)Ο διαιτητής υπήρξε αμερόληπτος και ουδέποτε υπερέβηκε και ούτε κατεχράστηκε τις εξουσίες του. Ο διαιτητής δεν επέδειξε κακή συμπεριφορά και ούτε χειρίστηκε κακώς τη επίδικη διαφορά.
(7)Η διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015 είναι αιτιολογημένη και λήφθηκε επί τη βάσει και κατόπιν μελέτης των γραπτών αγορεύσεων των μερών.
(8)Παροχή της επιδιωκόμενης θεραπείας θα έπληττε ανεπανόρθωτα το κύρος, τη χρησιμότητα και την αξιοπιστία του θεσμού της διαιτησίας.
(9)Παροχή της επιδιωκόμενης θεραπείας θα αδικούσε τους καθ΄ων η αίτηση εφ΄όσον θα τους εμπόδιζε να εγγράψουν τη διαιτητική απόφαση ημερ. 03.02.2015 για σκοπούς εκτέλεσής της. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX Μαρδαπήττα, λειτουργού στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των καθ΄ων η αίτηση. Τα όσα η μάρτυς αναφέρει συνοψίζονται ως εξής: Στις 20.02.2008 υπεγράφηκε η συμφωνία δανείου υπ΄αριθμόν 30744 μεταξύ των καθ΄ων η αίτηση, ως δανειστών, και των εφεσειόντων αρ.1, 2 και 3 - αιτητών, ως δανειοληπτών. Τις υποχρεώσεις των δανειοληπτών εγγυήθηκε γραπτώς ο εφεσείων αρ.4 - αιτητής. Κατά παράβασιν των συμβάσεων δανείου και εγγύησης υπήρξαν «σημαντικές και αδικαιολόγητες καθυστερήσεις» στην αποπληρωμή του δανείου. Οι αιτητές ειδοποιήθηκαν σχετικώς και επανειλημμένως. Στις 29.07.2011 οι καθ΄ων η αίτηση τερμάτισαν τη λειτουργία του σχετικού λογαριασμού υπ΄αριθμόν 7230744-7 και απαίτησαν εξόφληση του δανείου και των τόκων, εντός τακτής προθεσμίας. Στις 14.11.2011, και κατόπιν αίτησης των εφεσειόντων αρ.1, 2 και 3 - αιτητών και του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών, και με τη σύμφωνη γνώμη του εφεσείοντος αρ.4 - αιτητή, υπεγράφηκε δήλωση η οποία, μεταξύ άλλων, προέβλεπε την αποπληρωμή των οφειλομένων με μηνιαίες δόσεις. Οι αιτητές παρέλειψαν να συμμορφωθούν και με τα συμφωνηθέντα στις 14.11.2011. Εξ ου και η διαφορά παρεπέμφθηκε σε διαιτησία ως ο νόμος προβλέπει. Όσα ακολούθησαν είναι νομότυπα και νόμιμα. Νομότυπη, νόμιμη και ορθή είναι και η απόφαση ημερ. 03.02.2015. Στις 19.01.2018 κατεχωρίστηκε η υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση») δια της οποίας οι αιτητές επιδιώκουν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς τον σκοπό κατάθεσης, ως τεκμηρίων, τεσσάρων
(4)εγγράφων: των επίδικων συμβάσεων δανείου και εγγύησης, της επιστολής τερματισμού, ημερ. 29.07.2011 και εγγράφου υπό τον τίτλο «Δήλωση Πρωτοφειλέτη», ημερ. 14.11.
- Η αίτηση καταγράφει, ως νομική της βάση τη Δ.38 θ.θ. 1 έως και 3 και 9, τη Δ.39 θ.1, τη Δ.48 θ.θ.1 έως και 3 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει σύντομη ένορκη δήλωση της Λίας Δήμου, δικηγόρου συνεργαζομένης με τους συνηγόρους των αιτητών, ημερ. 19.01.
- Η Λία Δήμου δηλώνει πως σκοπός της επιδιωκόμενης, να καταχωριστεί, συμπληρωματικής ένορκης είναι για να παρουσιαστούν, ως τεκμήρια, τα προαναφερθέντα τέσσερα
(4)έγγραφα «ώστε να υπάρχει ολοκληρωμένο υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου για ορθή και αποτελεσματική κρίση της επίδικης διαιτητικής απόφασης...» και για να έχει «το Δικαστήριο ...πλήρη εικόνα για να μπορέσει να προβεί στην ορθή απονομή της Δικαιοσύνης» (δείτε στις παρα.2 και 5 της ένορκης δήλωσης της Λίας Δήμου, ημερ. 19.01.2018). Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, η οποία κατεχωρίστηκε στις 11.04.2018 και οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
(2)Δεν επιτρέπεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης.
(3)Δεν συντρέχει και/ή δεν αποκαλύπτεται «καλός λόγος» για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
(4)Η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης γίνεται από αναρμόδιο πρόσωπο και/ή αυτή είναι ανεπαρκής.
(5)Η επιδιωκόμενη να καταχωριστεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι αχρείαστη. Ιδίως, τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να προστεθούν ήσαν γνωστά στους αιτητές από τις 24.02.2015.
(6)Η αίτηση υπεβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και είναι κακόπιστη, καταχρηστική και παρελκυστική. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Φρίξου Νικολάου, δικηγόρου συνεργαζομένου με τους συνηγόρους των καθ΄ων η αίτηση. Κατ΄ουσίαν, ο μάρτυς επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε κατά τη δικάσιμο ημερ. 23.04.2018, με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπεστήριξαν. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Το άρθρο 52
(1)του Ν.22/1985 προβλέπει τη δυνατότητα επίλυσης διαφορών που προκύπτουν μεταξύ μίας συνεργατικής εταιρείας και των μελών της καθώς και διαφορών που προκύπτουν μεταξύ μίας συνεργατικής εταιρείας και των εγγυητών των μελών της διαμέσου διαιτησίας. Περαιτέρω, το άρθρο 52
(4)του Ν.22/1985 προβλέπει τη δυνατότητα καθ΄ενός ο οποίος θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από απόφαση οιουδήποτε διαιτητή «να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μίας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποίησης της απόφασης». Το προβλεπόμενο από το άρθρο 52
(4)του Ν.22/1985 ένδικο μέσο της έφεσης αποτελεί πρωτογενή εναρκτήρια κλήση (originating summons).
(2)Σύμφωνα με την παραδοσιακή αντίληψη, σκοπός της παραπομπής μίας διαφοράς σε διαιτησία είναι η ταχεία και τελεσίδικη επίλυσή της. Εξ ου και ο νομοθέτης προβλέπει περιορισμένα ένδικα μέσα κατά των διαιτητικών αποφάσεων, τα δε δικαστήρια παρεμβαίνουν στο έργο των διαιτητών με ιδιαίτερη προσοχή και με τάσεις περιοριστικές όσον αφορά στις περιπτώσεις τέτοιας παρέμβασης (Σολωμού v. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 (A) A.A.Δ. 687, 696-701, P.N.P. Constructions Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2012)1 (Β) Α.Α.Δ. 1395, 1400-1). Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν είναι πρόθυμο να ακυρώσει μια διαιτητική απόφαση με ευκολία. Το Δικαστήριο ασκεί τον εποπτικό του ρόλο μόνον όπου η ανάγκη ορθής απονομής της δικαιοσύνης το επιβάλλει (Α.Ν.Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 (Γ) A.A.Δ. 2006, 2010-1). Το άρθρο 20
(2)του Κεφ.4 αναφέρει περιοριστικά τους λόγους για τους οποίους μια διαιτητική απόφαση δύναται να αμφισβητηθεί, ενώπιον του Δικαστηρίου, και να ακυρωθεί. Το άρθρο διαλαμβάνει τα εξής: «20. Εξουσία για ακύρωση διαιτητικής απόφασης....
(2)Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.»
(3)Η Δ.48 διαγράφει το πλαίσιο εντός του οποίου υποβάλλεται και εκδικάζεται μια ενδιάμεση αίτηση (application), δηλαδή μια αίτηση η οποία παρεμβάλλεται κατά την εκδίκαση διαδικασίας που εγείρεται δια κλητηρίου εντάλματος (writ of summons) ή μιας άλλης πολιτικής διαδικασίας που εγείρεται με καθορισμένο εναρκτήριο τύπο (originating summons). Κατ' αρχήν, οι ενδιάμεσες αιτήσεις έχουν, ως νομικό υπόβαθρο, ειδική νομοθετική διάταξη την οποία και καταγράφουν στο σώμα τους. Κατ' εξαίρεσιν, ενδιάμεσες αιτήσεις δύνανται να στηριχθούν μόνον επί της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου εάν η τυχόν άρνηση της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση δικαιώματος διαδίκου συνταγματικώς κατοχυρωμένου [Χαραλαμπίδη ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 Α.Α.Δ. 724, Evand Promotions Ltd κ.ά
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 736 και Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν. Dynacon Ltd
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ 1978]. Η καταχώριση και εκδίκαση μίας ενδιάμεσης αίτησης ρυθμίζεται από τη Δ.48. Ιδίως, όσον αφορά στην ακρόαση τέτοιας αίτησης, ο θ.4
(2)της Διαταγής ορίζει πως αυτή «διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Αναφερόμενος σε ένορκες δηλώσεις, ο θεσμός εννοεί αυτές που καταχωρούνται εξ αρχής μαζί με την ενδιάμεση αίτηση και την ένσταση καθώς και αυτές που καταχωρούνται στη συνέχεια ως συμπληρωματικές (επιπρόσθετες) των αρχικών, εφ΄ όσον δοθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Ο ίδιος θεσμός ορίζει πως «το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων». Κατά κανόναν, η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καθώς και η δυνατότητα αντεξέτασης του αντιδίκου προσφέρεται, στις κατάλληλες περιπτώσεις, στον διάδικο ο οποίος βαρύνεται να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έγκριση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησής του (Κώστα v. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269).
(4)Παρά το ότι «Η Δ.48 είναι κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων» [Τράπεζα Κύπρου Λτδ. ν. Dynacon Ltd (ανωτέρω) 1982], εντούτοις, αυτή εφαρμόζεται και κατά την υποβολή και εκδίκαση εναρκτήριων πρωτογενών αιτήσεων, τηρουμένων των αναλογιών. Στην προκείμενη περίπτωση, ορθά οι καθ΄ων η αίτηση, στους οποίους επεδόθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο έφεση, χρησιμοποίησαν την ένσταση ως το διαδικαστικό μέσο για την υποβολή της υπεράσπισής τους [Δ.48 θ. 4
(1)].
(5)Όμως, η κατ' αναλογίαν εφαρμογή της Δ.48 επί εναρκτήριων πρωτογενών αιτήσεων, ως η υπό του ως άνω αριθμό και τίτλο έφεση, δεν σημαίνει και την εξομοίωσή τους με τις ενδιάμεσες αιτήσεις. Μια εναρκτήρια πρωτογενής αίτηση παραμένει πρωτίστως μια πολιτική διαδικασία δια της οποίας αξιώνεται, και στην κατάλληλη περίπτωση παρέχεται, ουσιαστική και τελική θεραπεία. Απόρροια τούτου είναι και το γεγονός πως, για σκοπούς καταχώρισης έφεσης, οι αποφάσεις επί εναρκτήριων πρωτογενών αιτήσεων ταξινομούνται ως αποφάσεις επί αγωγών (Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1992)1 Α.Α.Δ. 379 και Worthham κ.ά. ν. Τσιμόν κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1442). Η διάκριση μεταξύ πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης (originating summons) και ενδιάμεσης αίτησης (application) είναι σαφής (Hjichambis v. Attorney General οf the Republic and others
(1986)1 C.L.R. 386). Παρά την ταχύτητα και την απλότητα που χαρακτηρίζει τη χρήση της πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης και παρά το γεγονός ότι, στο πλαίσιο της εκδίκασής της, δεν καταχωρούνται δικόγραφα και, κατά κανόναν, δεν προσφέρεται προφορική μαρτυρία (απόφαση στην Πολιτική Αίτηση αρ. 115/2017 Junportinternational Limited κ.α., ημερ.. 15.09.2017), εντούτοις, αυτή δεν αποτελεί ενδιάμεση αίτηση. Κατά συνέπειαν, τα όσα σχετικά ισχύουν για την ακρόαση ενδιάμεσων αιτήσεων (applications), δηλαδή για τις αιτήσεις που καταχωρούνται στο πλαίσιο εκκρεμούντος κλητηρίου εντάλματος (writ of summons) ή στο πλαίσιο εκκρεμούσας πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης (originating summons), δυνάμει της Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, δεν ισχύουν απαρεγκλίτως για την ακρόαση της ουσίας της ίδιας της πρωτογενούς εναρκτήριας κλήσης. Εάν δεν υπάρχει νομοθετική διάταξη που να το επιβάλλει, η ακρόαση μιας εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης δεν μπορεί να περιορίζεται από τα όσα η Δ.48 θ. 4
(2)διαλαμβάνει για την ακρόαση των ενδιάμεσων αιτήσεων. Κατ' αρχήν, η ακρόαση μιας εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης ακολουθεί το πρότυπο της ακροαματικής διαδικασίας σε αγωγή και δεν χωρεί διαδικαστικό διάβημα για την προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας με τη μορφή συμπληρωματικής γραπτής ένορκης δήλωσης. Λαμβανομένων υπ΄όψιν των πιο πάνω, διαπιστώνεται πως η αίτηση ημερ. 19.01.2018 είναι αβάσιμη. Οι σχετικοί λόγοι ένστασης επιτυγχάνουν. Η κατάληξη αυτή καθιστά αχρείαστη της συζήτηση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Η αίτηση ημερ. 19.01.2018 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 19.01.2018, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εφεσιβλήτων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εφεσειόντων αρ.1 έως και 4 - αιτητών. Τα έξοδα αυτά ορίζονται καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ) ............ Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο