← Κύπρος

Δανιήλ ν. XO-ME LIMITED υπό εκκαθάριση από τη Λευκωσία, μέσω του προσωρινού Εκκαθαριστή της, Αγωγή αρ. 8453/2010, 21/6/2018

Δανιήλ ν. XO-ME LIMITED υπό εκκαθάριση από τη Λευκωσία, μέσω του προσωρινού Εκκαθαριστή της, Αγωγή αρ. 8453/2010, 21/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A383 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 8453/2010 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 06.02.2013 Μεταξύ: XXXXX Δανιήλ Ενάγων και

  1. XO-ME LIMITED
  2. XXXXX Ερωτοκρίτου
  3. XXXXX Δημοσθένους Εναγόμενοι Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 22.06.2015 Μεταξύ: XXXXX Δανιήλ Ενάγων και
  4. XO-ME LIMITED υπό εκκαθάριση από τη Λευκωσία, μέσω του προσωρινού Εκκαθαριστή της
  5. XXXXX Ερωτοκρίτου
  6. XXXXX Δημοσθένους Εναγόμενοι 21 Ιουνίου,
  7. Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται η κα Στ.Οδ.Χατζηστεφάνου για τους κ.κ.Χριστόδουλος Γ.Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.1, καμία εμφάνιση. Για τους εναγομένους αρ.2 και 3, εμφανίζεται ο κ.Κ.Ορφανίδης για τους κ.κ. Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων εγκαλεί τους εναγομένους αρ.1, μεταξύ άλλων, για παράνομο τερματισμό απασχόλησης, για καταστροφή και/ή απώλεια σταδιοδρομίας, καθώς και για παράβαση γραπτής σύμβασης εργασίας ημερ. 01.07.
  8. Διεκδικεί από αυτούς το ποσόν των €30.000, ως γενικές αποζημιώσεις, το ποσόν των €25.460, ως ειδικές αποζημιώσεις, και το ποσόν των €14.276,96 ως οφειλόμενους μισθούς. Ο ενάγων εγκαλεί τον εναγόμενο αρ.2 για παράβαση προφορικής συμφωνίας μεταβίβασης μετοχών ημερ. 30.06.2007, για αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε, για δόλο και για απάτη (ή ψευδείς παραστάσεις). Διεκδικεί από αυτόν το ποσόν €23.920-, επιπλέον τόκους, ως αποζημιώσεις, την ακύρωση της συμφωνίας ημερ. 30.06.2007 καθώς και την ακύρωση της επ΄ονοματί του μεταβίβασης 7.000 μετοχών, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 18.05.
  9. Τέλος, ο ενάγων εγκαλεί τον εναγόμενο αρ.3 για παράβαση προφορικής συμφωνίας πώλησης μετοχών ημερ. 05.05.2009, για αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε, για δόλο και για απάτη (ή ψευδείς παραστάσεις). Διεκδικεί από αυτόν το ποσόν των €34.172-, επιπλέον τόκους, ως αποζημιώσεις, την ακύρωση της προφορικής συμφωνίας ημερ. 05.05.2009 καθώς και την ακύρωση της επ΄ονόματί του μεταβίβασης 10.000 μετοχών, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 18.05.
  10. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Ο ενάγων υπήρξε αδειούχος εργολήπτης οικοδομικών έργων και άσκησε προσωπικώς το επάγγελμα από το έτος 1993 έως και τον Ιούλιο του έτους
  11. Το καλοκαίρι του έτους 2006 ο εναγόμενος αρ.2, εκ των ιδρυτικών μελών και εκ των μετόχων της εταιρείας «ΧΟ-ΜΕ Limited» («η ΧΟ-ΜΕ) προσήγγισε τον ενάγοντα, του εζήτησε να εργοδοτηθεί στην εταιρεία, έτσι ώστε αυτή να μπορεί να εκτελεί οικοδομικές εργασίες, και του υπεσχέθηκε την απόκτηση μετοχών της. Τον Ιούλιο του έτους 2006 συνήφθηκε, μεταξύ του ενάγοντος και της «ΧΟ-ΜΕ», σύμβαση επί τη βάσει της οποίας ο πρώτος εργοδοτήθηκε ως τεχνικός διευθυντής, με μεικτό μηνιαίο μισθό ύψους €2.221,18 (Λ.Κ.1.300) και άλλα ωφελήματα. Επί τη βάσει αυτής της σύμβασης ο ενάγων, ως τεχνικός διευθυντής της «ΧΟ-ΜΕ», θα ασκούσε καθήκοντα και αρμοδιότητες αυξημένης ευθύνης. Περί τον Ιούνιο του έτους 2007 οι μέτοχοι της «ΧΟ-ΜΕ» ανεκοίνωσαν στο προσωπικό της ότι κατέστη μέτοχος και ο εναγόμενος αρ.
  12. Έκτοτε, ο εναγόμενος αρ.3 παρουσιαζόταν και ενεργούσε ως μέτοχος, διευθυντής και υπάλληλος της «ΧΟ-ΜΕ», με καθήκοντα και αρμοδιότητες διευθυντικά και διοικητικά. Κατά την ίδιαν περίοδο, δηλαδή περί τον Ιούνιο του έτους 2007, ο ενάγων άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα στην εργασία του εφ΄όσον ιθύνοντες της «ΧΟ-ΜΕ» τον υπέσκαπταν. Ο ενάγων πληροφόρησε σχετικώς τον εναγόμενο αρ.2 και ζήτησε αύξηση του μισθού του, αφού ο αριθμός των εργοταξίων αυξήθηκε. «Περαιτέρω ζήτησε όπως του πωληθούν μετοχές της εταιρείας «ΧΟ-ΜΕ Limited», ως του είχε υποσχεθεί, για να καταστεί μέτοχος ..και να μπορεί να έχει λόγο στη διαχείριση και/ή στη διοίκηση της εταιρείας ...και ..να ελέγχει και τους εργάτες ...αλλά και για να έχει μερίδιο από τα κέρδη της εταιρείας..προειδοποιώντας τον Εναγόμενο αρ.2, ότι εάν τα πιο πάνω δεν διευθετούνταν θα αναγκαζόταν να τερματίσει την εργασία του προς την εταιρεία...» (δείτε στην παρα.10 της ειδικής οπισθογράφησης). Τότε ο εναγόμενος αρ.2 προσέφερε στον ενάγοντα 7.000 μετοχές της «ΧΟ-ΜΕ», οι οποίες αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 7% του μετοχικού της κεφαλαίου και των οποίων ιδιοκτήτης ήταν ο ίδιος, έναντι του ποσού των €23.920- (Λ.Κ.14.000). Η προσφορά αυτή αποσκοπούσε στο να καταστεί ο ενάγων μέτοχος και να αποκτήσει λόγο στη διοίκηση της εταιρείας. Η πώληση των 7.000 μετοχών πραγματοποιήθηκε στις 30.07.
  13. «..Ο Εναγόμενος αρ.2, τότε υποσχέθηκε στον Ενάγοντα πως θα προβεί στα ανάλογα διαβήματα δια την μεταβίβαση των 7.000 μετοχών στο όνομα του ...σε σύντομο χρονικό διάστημα, κάτι που επαναλάμβανε κάθε φορά που ο Ενάγοντας ζητούσε από αυτόν εξηγήσεις γιατί δεν ενεγράφησαν οι μετοχές στο όνομα του» (δείτε στην παρα.13 της ειδικής οπισθογράφησης). Μετά την πώληση των 7.000 ο ενάγων «λάμβανε μέρος στις συνεδριάσεις των μετόχων και ο Εναγόμενος αρ.2 τον παρουσίασε κατά την πρώτη συνεδρίαση στους υπόλοιπους μετόχους ως ο ιδιοκτήτης του 7% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας...» (δείτε στην παρα.13 της ειδικής οπισθογράφησης). Περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2007 ο εναγόμενος αρ.2 πληροφόρησε τον ενάγοντα πως ο μισθός του θα εμειώνετο αφού, ως μέτοχος πλέον της «ΧΟ-ΜΕ», θα ελάμβανε μέρισμα. Τούτου δεδομένου ο ενάγων δέχθηκε τη μείωση στο μισθό του. Ακολούθως, περί τις αρχές του έτους 2008 και επειδή δεν έλαβε μέρισμα, τα δε προβλήματα στην άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του επιδεινώθηκαν, ο ενάγων εξέφρασε εκ νέου παράπονο στο διευθυντή της «ΧΟ-ΜΕ» XXXXX Αποστόλου και ζήτησε να ελέγξει τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας. Δεν υπήρξε ανταπόκριση. Περί τις αρχές του έτους 2009 ο ενάγων εξέφρασε παρόμοια παράπονα και στους υπόλοιπους μετόχους της «ΧΟ-ΜΕ». Τότε ο εναγόμενος αρ.3 προέτεινε στον ενάγοντα να του πωλήσει 10.000 μετοχές της εταιρείας, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 10% του μετοχικού της κεφαλαίου και των οποίων ιδιοκτήτης ήταν ο ίδιος, έναντι του ποσού των €34.172,03 (Λ.Κ.20.000). Αυτή η πρόταση έγινε «έτσι ώστε (ο ενάγων) να καταστεί μεγαλομέτοχος της εταιρείας ...και ...να μπορεί να ελέγχει τις εργασίες της...». Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρ.3 ζήτησε από τον ενάγοντα «να μην ενημερώσει τους άλλους μετόχους δια την συμφωνία αυτή και την υλοποίηση της...Ο Ενάγοντας συμφώνησε και στις 5 Μαΐου 2009 κατέβαλε το ποσό των €34.172,03 σεντ προς τον Εναγόμενο αρ.3, έναντι ων 10.000 μετοχών της εταιρείας ...» (δείτε στις παρα. 19 και 20 της ειδικής οπισθογράφησης). Τα προαναφερθέντα προβλήματα εξακολουθούσαν. Από δε τον Οκτώβριο του έτους 2009 ο ενάγων έπαυσε να λαμβάνει μισθό. Για τους λόγους αυτούς, περί το έτος 2010 ο ενάγων, ως ιδιοκτήτης πλέον του 17% των μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ», ζήτησε από τον εναγόμενο αρ.2 να του παραδώσει τα λογιστικά της βιβλία. Ο εναγόμενος αρ.2 αρνήθηκε και ανέφερε στον ενάγοντα πως ούτε ο ίδιος ούτε η «ΧΟ-ΜΕ» αποδέχονται την εκ μέρους του απόκτηση του 10% του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας. Ο εναγόμενος αρ.2 προσέθεσε ότι το ποσόν των €34.172,03, το οποίο αυτός (ο ενάγων) κατέβαλε στον εναγόμενο αρ.3, κατεβλήθηκε ως παροχή δανείου. Αμέσως, ο ενάγων εγκατέλειψε την εργασία του ως τεχνικός διευθυντής της «ΧΟ-ΜΕ» αφού αυτή και/ή ο εναγόμενος αρ.2 και/ή ο εναγόμενος αρ.3 τον εξανάγκασαν σε παραίτηση. Στις 10.05.2010 ο ενάγων απέστειλε σχετική ειδοποίηση στο Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων («το Συμβούλιο») και ανέστειλε την ισχύ της άδειάς του ως εργολήπτης οικοδομικών έργων. Όταν ζήτησε από το Συμβούλιο την ανανέωση της άδειάς του αυτής, πληροφορήθηκε πως, μεταξύ άλλων, απαιτείτο η εκ μέρους του απόκτηση νέων μηχανημάτων αξίας €25.460 εφ΄όσον «τα παλαιά μηχανήματα για τα οποία είναι ιδιοκτήτης δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς ανανέωσης της άδειας του» (δείτε στην παρα. 25 της ειδικής οπισθογράφησης). Περαιτέρω, ο ενάγων, διαμέσου των δικηγόρων του, προέβηκε σε έρευνα στο μητρώο που τηρείται στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη («ο Έφορος») «και ανακάλυψε ότι οι μέτοχοι της εταιρείας ..παρέμειναν ως ήσαν τον Ιούλιο του έτους 2006.» (δείτε στην παρα.26 της ειδικής οπισθογράφησης). Διαμέσου επιστολών του ημερ. 22.07.2010, απευθυνομένων προς τους εναγομένους αρ.1, 2 και 3, ο ενάγων κατήγγειλε τη γραπτή σύμβαση εργασίας καθώς και τις προφορικές συμφωνίες πώλησης μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ» ημερ. 30.07.2007 και 05.05.2009 και ζήτησε αποζημιώσεις. Ο ενάγων απέστειλε, προς τους εναγομένους αρ.1, 2 και 3, παρόμοιες επιστολές ημερ. 25.08.
  14. Νέα έρευνα στο μητρώο του Εφόρου κατέδειξε πως ο ενάγων κατέστη μέτοχος της «ΧΟ-ΜΕ», ως ιδιοκτήτης 17.000 μετοχών της, στις 18.05.
  15. Εκκρεμούσης της αγωγής, η «ΧΟ-ΜΕ» τέθηκε υπό το καθεστώς εκκαθάρισης. Ακολούθησε η ανάλογη τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και η καταχώριση, στις 28.07.2015, σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους του Εφόρου. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 04.12.2015 η εκπρόσωπος του Εφόρου εδήλωσε πως δεν θα καταχωρούσε υπεράσπιση. Στις 14.01.2016 κατεχωρίστηκε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων αρ.1 λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης. Κατ΄ακολουθίαν, όσον αφορά στους εναγομένους αρ.1, η αγωγή προχώρησε σε απόδειξη. Οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 κατεχώρισαν κοινή υπεράσπιση δια της οποίας αρνούνται όσα ο ενάγων τους καταλογίζει και απορρίπτουν τις αξιώσεις του. Όσον αφορά στα ουσιώδη γεγονότα, οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 δικογραφούν τα εξής: Περί τον Ιούλιο του έτους 2006 ο ενάγων εζήτησε από τον εναγόμενο αρ.2, ιδρυτικό μέλος και μέτοχο της «ΧΟ-ΜΕ», να εργοδοτηθεί στην εταιρεία αυτή. Ο εναγόμενος αρ.2 συνεφώνησε και ο ενάγων εργοδοτήθηκε ως τεχνικός διευθυντής και επιστάτης με μεικτό μηνιαίο μισθό ύψους Λ.Κ.1.300 (€2.221,18). Το καλοκαίρι του έτους 2007, και αφού προηγουμένως έλαβε γνώση της οικονομικής κατάστασης της «ΧΟ-ΜΕ», ο ενάγων ζήτησε και απέκτησε 7.000 μετοχές της, οι οποίες ανήκαν στον εναγόμενο αρ.2, έναντι του ποσού των Λ.Κ.14.000- (€23.920). Περί τον Αύγουστο του έτους 2007 συνεφωνήθηκε μείωση του μισθού του ενάγοντος στο ποσόν των Λ.Κ.1.
  16. Ως μέτοχος της «ΧΟ-ΜΕ», ο ενάγων συμμετείχε στις συνεδριάσεις και τις συναντήσεις των μετόχων της, είχε πλήρη γνώση και ενημέρωση για όσα αφορούσαν στις εργασίες της και ελάμβανε μέρος στη λήψη αποφάσεων. Περί τις αρχές του έτους 2009 ο ενάγων ζήτησε να αυξήσει το ποσοστό της συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο της «ΧΟ-ΜΕ» και στις 05.05.2009 αγόρασε, από τον εναγόμενο αρ.3, 10.000 δικές του μετοχές έναντι του ποσού των €34.172,
  17. Οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 ουδέποτε έλαβαν επιστολές ημερ. 22.07.
  18. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του έτους 2010 ο εναγόμενος αρ.2 έλαβε επιστολή ημερ. 25.08.2010, ενώ στις 18.10.2010 ο εναγόμενος αρ.3 έλαβε επιστολή ημερ. 25.08.
  19. Ο ενάγων επεχείρησε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που φέρει και να αποδείξει τα αγώγιμα δικαιώματα και τις αξιώσεις που προβάλλει προσφέροντας τη δική του ένορκη μαρτυρία και καλώντας, ως μάρτυρα του, τον XXXXX Εκκέσιη (Μ.Ε.2), προσοντούχο επαγγελματία Ορκωτό Λογιστή. Οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 προώθησαν τις υπερασπίσεις τους καταθέτοντας και οι ίδιοι ενόρκως. Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας, τα μέρη επαρουσίασαν και έγγραφη. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας και η έγγραφη μαρτυρία είναι κατατεθειμένη ως τεκμήρια. Παρέλκει η πλήρης απόδοση της μαρτυρίας. Η παρουσίαση και ο σχολιασμός του κρίσιμου μέρους της μαρτυρίας θα γίνει τμηματικά, κατά τη συζήτηση των επίδικων ζητημάτων που ακολουθεί. Μελετήθηκαν τα επίδικα θέματα και εξετάστηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέφεραν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής:

(1)Η δικογράφηση διαζευκτικών αγώγιμων δικαιωμάτων είναι δικονομικώς αποδεκτή εάν αυτά θεμελιώνονται επί του ίδιου πραγματικού υποβάθρου (Δρυάδης κ.α. v. Καλησπέρας
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 881, 889). Όμως, η μαρτυρία η οποία πρόκειται να παρουσιασθεί, προς το σκοπό τεκμηρίωσης των αγώγιμων δικαιωμάτων και των αξιώσεων, οφείλει να είναι θετική ως προς τα γεγονότα. Διαζεύξεις ως προς το τι, πράγματι, συνέβηκε δεν συγχωρούνται. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 41, 54: «Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει».
(2)Κατ΄αρχήν, στις αστικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή του επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην απόφαση Σοφοκλέους v. Κυριάκου
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 665, 675-7 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003), όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» Η στην πράξη εφαρμογή του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δόθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948, όπου λέχθηκε ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν και δεν ήταν υποχρεωμένο να επιλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι προωθήθηκε κάποια εξήγηση ως προς την πιθανή αιτία της βλάβης που είχε εκεί παρουσιαστεί στο πλοίο. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: «The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side.» (δέστε και την απόφαση στην Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 1275, όπου τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν με επιδοκιμασία). Τα ίδια κατ' ουσίαν λέχθηκαν όσον αφορά το τι συνιστά απόδειξη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στην απόφαση Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858, όπου εξηγήθηκε στη σελ. 1868, ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.)»
(3)Όσον αφορά στα αγώγιμα δικαιώματα και τις αξιώσεις που ο ενάγων προβάλλει εναντίον των εναγομένων αρ.1, μια εταιρεία η οποία «αποτελεί αυτοτελή οντότητα ανεξάρτητη από τους μετόχους και διευθυντές της - (Salomon v. Salomon
(1897)A.C. 22, Michaelides v. Gavrielides
(1980)1 C.L.R. 244, Bank of Cyprus (Holdings) v. Republic
(1983)3 C.L.R. 636 και κατ΄έφεση Bank of Cyprus (Holdings) v. Republic
(1985)3 C.L.R. 1883)» (Καλησπέρας v. Δρυάδη κ.α.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 867, 878), σημειώνονται τα ακόλουθα:
(3)
(1)Δυνάμει των άρθρων 3 και 7 των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων (Ν.24/1967, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), όταν εργοδοτούμενος τερματίζει νομίμως την απασχόλησή του λόγω της μεμπτής συμπεριφοράς του εργοδότη του, τότε ο τερματισμός αυτός θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότη. Εφ΄όσον δε ο εργοδοτούμενος συνεπλήρωσε, τουλάχιστον, είκοσι-έξι
(26)εβδομάδες συνεχούς απασχόλησης, στο συγκεκριμένο εργοδότη, αυτός δικαιούται αποζημίωση. Η μεμπτή συμπεριφορά του εργοδότη, η οποία δύναται να δικαιολογήσει την παραίτηση του εργοδοτουμένου και να θεμελιώσει την τεκμαρτή απόλυσή του (constructive dismissal) εμφανίζεται υπό διάφορες μορφές. Την παραίτηση του εργοδοτουμένου δύναται να δικαιολογήσει και την τεκμαρτή απόλυσή του δύναται να θεμελιώσει, μεταξύ άλλων, η αλλαγή στα συμφωνηθέντα καθήκοντα και τις συμφωνηθείσες αρμοδιότητές του ως, επίσης, και η παραβίαση του εξυπακουόμενου, στις συμβάσεις εργασίας, όρου περί σεβασμού και εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα αποχώρησης από την εργασία του εφ΄όσον η μεμπτή συμπεριφορά του εργοδότη του είναι σοβαρή. Όμως, η απόφαση του εργοδοτουμένου να τερματίσει την εργασία του λόγω της μεμπτής συμπεριφοράς του εργοδότη του, πρέπει να ληφθεί εγκαίρως. Εάν ο εργοδοτούμενος παραλείψει να ενεργήσει εγκαίρως και, παρά τη μεμπτή συμπεριφορά του εργοδότη του, αυτός παραμείνει στην εργασία του, τότε θεωρείται ότι έχει αποδεκτεί αυτή την κατάσταση (Interamerican Insurance (Cyprus) Ltd v. Μιχαηλίδη
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 951, 959-61, Χριστοφίδης v. Deloite & Touch κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1241, 1247-8). Σε περιπτώσεις, ως η προκειμένη, όπου ο ενάγων, δυνάμει του άρθρου 30
(2)του Ν.24/1967, προσφεύγει ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου (αντί του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών) επειδή οι αξιώσεις του για αποζημιώσεις υπερβαίνουν αυτές οι οποίες δύνανται να διεκδικηθούν δυνάμει του νόμου αυτού, χρήσιμη καθοδήγηση για τις παραμέτρους υπολογισμού των αποζημιώσεων για απώλεια σταδιοδρομίας δύναται να αποτελέσει η νομολογία που αφορά σε ατυχήματα. Η απώλεια σταδιοδρομίας και, κατ΄επέκτασιν, η απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων, πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με κάθε παράγοντα, ευνοϊκό ή δυσμενή, ο οποίος είναι δυνατόν να επηρεάσει τις πιθανότητες του ενάγοντος να εξασφαλίσει εργοδότηση. Επιδικάζονται αποζημιώσεις για απώλεια σταδιοδρομίας και, κατ΄επέκτασιν, για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων όταν ο ενάγων, πράγματι, απώλεσε την εισοδηματική του ικανότητα ή όταν ο κίνδυνος απώλειας της ικανότητας αυτής είναι ουσιαστικός ή πραγματικός και όχι απλώς απομακρυσμένος. Ο υπολογισμός του ύψους των αποζημιώσεων δεν μπορεί να είναι μαθηματικός. Εάν, όμως ο κίνδυνος αδυναμίας εξασφάλισης άλλης απασχόλησης ή άλλης εξ ίσου καλής και προσοδοφόρας εργασίας είναι μικρός, τότε επιδικάζεται χαμηλή αποζημίωση. Κρίσιμοι παράγοντες για τον υπολογισμό αποζημιώσεων λόγω απώλειας σταδιοδρομίας είναι, μεταξύ άλλων, η ηλικία και τα προσόντα του ενάγοντος καθώς και ο εναπομείνας χρόνος έως την συνταξιοδότησή του (Χρίστου v. Χριστοφή κ.α.
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 503, 507-8).
(3)
(2)Δυνάμει του άρθρου 75 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια), σε περίπτωση που συμβαλλόμενος παραβιάζει συμβατικό όρο, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να τερματίσει/αποκηρύξει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστηκε λόγω της παράλειψης εκπλήρωσής της [Καλησπέρας v. Δρυάδη κ.α. (ανωτέρω)]. Σε τέτοια περίπτωση, ο αντισυμβαλλόμενος, ο οποίος διεκδικεί αποζημιώσεις, δεν δικαιούται να διατηρεί τα ωφελήματα που του παρέχονται επί τη βάσει της ισχύος της σύμβασης και μόνον (Μ. Loizides Syrimis & Co κ.α. v. L.K. Glοbalsoft Com. Limited
(2007)1 (A) A.A.Δ. 54, 64). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ.149 το μέτρο της αποζημίωσης, την οποίαν δικαιούται να λάβει το μέρος της σύμβασης το οποίο δεν ευθύνεται για τη διάρρηξή της, συνίσταται στο λογικώς προβλεπτό της ζημίας του. Κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της ζημίας αυτής είναι, κατ΄αρχήν, ο χρόνος διάρρηξης της σύμβασης (Καλησπέρας v. Δρυάδης (ανωτέρω), 880-1).
(3)
(3)Προς το σκοπό απόδειξης των αγώγιμων δικαιωμάτων και αξιώσεών του εναντίον των εναγομένων αρ.1, ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) και ο μάρτυς του XXXXX Εκκέσιης (Μ.Ε.2) εδήλωσαν τα ακόλουθα, τα οποία ενίσχυσαν με την κατάθεση και έγγραφης μαρτυρίας: Ο ενάγων, αδειούχος και έμπειρος εργολήπτης οικοδομικών έργων, συνήψε, την 01.07.2006, γραπτή σύμβαση εργασίας με την «ΧΟ-ΜΕ» («η σύμβαση εργασίας ημερ. 01.07.2006» - τεκμήριο 3) στο πλαίσιο της οποίας προσελήφθηκε ως τεχνικός διευθυντής της και έθεσε την επαγγελματική άδειά του στη διάθεση της εταιρείας για να μπορεί αυτή να δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικό τομέα. Δυνάμει της σύμβασης εργασίας ημερ. 01.07.2006 τα καθήκοντα και οι ευθύνες του ενάγοντος χαρακτηρίζονται ως καθήκοντα και ευθύνες διευθυντικής φύσης και αυξημένης ευθύνης και καθορίζονται ως εξής: υπεύθυνος ασφάλειας εργοταξίου, υπεύθυνος για τον έλεγχο εκτέλεσης των έργων, των προσφορών, του προγραμματισμού και της γενικής παρακολούθησης των έργων, υποβολή απολογισμού προς τον εργοδότη. Περαιτέρω, δυνάμει της σύμβασης εργασίας ημερ. 01.07.2006, η «ΧΟ-ΜΕ» ανέλαβε να καταβάλλει στον ενάγοντα και/ή προς όφελός του μηνιαίο μισθό ύψους Λ.Κ.1.300 (€2.221), 13ο μισθό καθώς και διάφορες οφειλές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Κατά την διάρκεια της εργοδότησης του ενάγοντος σημειώθηκαν οι εξής διαφοροποιήσεις στους όρους εργασίας του: (α) Κατόπιν συμφωνίας των μερών, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2007 ο μισθός του ενάγοντος εμειώθηκε στο ποσόν των Λ.Κ.1.250 (€2.135,75), από δε τον Φεβρουάριο του έτους 2008 ο μισθός αυτός εμειώθηκε περαιτέρω στο ποσόν των €1.823,
  1. (β) Η «ΧΟ.ΜΕ» παρέλειψε να καταβάλει δεδουλευμένους μισθούς του ενάγοντος. (γ) Ο ενάγων συστηματικά και κατ΄εξακολούθησιν παρεμποδιζόταν να ασκεί τα συμβατικά, διευθυντικά καθήκοντα και τις συμβατικές, διευθυντικές αρμοδιότητές του. Οι ιθύνοντες της «ΧΟ-ΜΕ» συστηματικά υπεβάθμιζαν το καθεστώς του ενάγοντος. Για το λόγο αυτό, στις 10.05.2010 ο ενάγων υπέβαλε την παραίτησή του, εξαναγκασθείς προς τούτο, και ενημέρωσε σχετικώς το Συμβούλιο. Συνεπεία της παραίτησής του, ο ενάγων εζήτησε από το Συμβούλιο την αναστολή της άδειάς του ως εργολήπτης (τεκμήρια 8 και 9). Όταν μεταγενέστερα ο ενάγων ενδιαφέρθηκε να ανανεώσει την άδειά του ως εργολήπτης οικοδομικών έργων τάξης Δ΄, το Συμβούλιο τον επληροφόρησε πως τέτοια ανανέωση προϋπέθετε, μεταξύ άλλων, την εκ μέρους του ιδιοκτησία και κατοχή σχετικού μηχανικού εξοπλισμού συνολικής αξίας €25.205 - (τεκμήριο 10). Ο ενάγων δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να αγοράσει τον εξοπλισμό αυτό, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να επαναδραστηριοποιηθεί στον κατασκευαστικό/οικοδομικό τομέα. Επί τη βάσει καταστάσεων ασφαλιστικών λογαριασμών του ενάγοντος για τα έτη 2007 έως και 2010 (τεκμήριο 6), ως αυτές προέκυψαν από την πληροφόρηση της «ΧΟ-ΜΕ» προς το αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα, και επί τη βάσει της πληροφόρησης που έλαβε από τον ενάγοντα, όσον αφορά στη μισθοδοσία του, ο XXXXX Εκκέσιης (Μ.Ε.2) υπελόγισε πως, καθ΄όλην την διάρκεια της εργοδότησής του, η «ΧΟ-ΜΕ» όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των €79.282,
  2. Αντί τούτου, η «ΧΟ-ΜΕ» κατέβαλε στον ενάγοντα μειωμένο ποσόν ύψους €65.005,
  3. Άρα, η «ΧΟ-ΜΕ» οφείλει στον ενάγοντα, ως δεδουλευμένους μισθούς, ποσόν ύψους €14.276,96 (τεκμήριο 18). Εξέταση της ως άνω μαρτυρίας οδηγεί στη διαπίστωση πως αυτή είναι θετική και ευθυγραμμισμένη με τις σχετικές δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντος. Χαρακτηρίζεται δε από λογική συνοχή. Ως εκ τούτου, το μέρος αυτό της μαρτυρίας, την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά του ενάγοντος, κρίνεται ως αξιόπιστο. Όσον αφορά στην αξιοπιστία αυτού του μέρους της μαρτυρίας, σημειώνεται πως τόσον ο ενάγων Κωνσταντίνος Δανιήλ (Μ.Ε.1) όσον και ο XXXXX Εκκέσιης (Μ.Ε.2) εδημιούργησαν θετική εντύπωση. Αξιολογούνται ως πρόσωπα τα οποία μετέφεραν στο Δικαστήριο την αλήθεια όσον αφορά στις επίδικες αξιώσεις εναντίον των εναγομένων αρ.
  4. Εν πάση περιπτώσει, το μέρος της μαρτυρίας που προσεκόμισε η πλευρά του ενάγοντος προς το σκοπό τεκμηρίωσης της υπόθεσης εναντίον των εναγομένων αρ.1 παρέμεινε αναντίλεκτο. Παρατίθεται σχετικώς το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Σοφοκλέους v. Κυριάκου (ανωτέρω), 678: « Όπως αναφέρεται και στην απόφαση Sea Island Travel & Tours Ltd κ.α. v. Αγαθαγγέλου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1687, η κατάληξη ενός Δικαστηρίου με την οποία γίνεται αποδεκτή η ένορκη εκδοχή ενός των διαδίκων εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη ένορκη εκδοχή, δεν είναι εύκολο να ανατραπεί από τη στιγμή βέβαια που η μαρτυρία είναι εκείνου του επιπέδου που ικανοποιεί το Δικαστήριο, τόσο ως προς την αξιοπιστία της, όσο και ως προς το λογική της συνοχής της. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυϊδ Μαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου)
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, επαναβεβαιώθηκε ότι όπου υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, εξετάζεται κατά πόσο αυτά «...είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο», στην απουσία βέβαια εγγενών δυσκολιών στην παρουσιαζόμενη από το μάρτυρα εκδοχή και αξιοπιστία του.» Επιπλέον της αξιοπιστίας της, η μαρτυρία αυτή επαρκεί για να τεκμηριώσει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, αφ΄ενός τα αγώγιμα δικαιώματα της παράβασης γραπτής σύμβασης εργασίας και της τεκμαρτής απόλυσης εργοδοτουμένου, τα οποία ο ενάγων προβάλλει εναντίον των εναγομένων αρ.1, και αφ΄ετέρου τις χρηματικές αποζημιώσεις, τις οποίες αυτός διεκδικεί. Η ως άνω αναντίλεκτη, θετική, με λογική συνοχή και αξιόπιστη μαρτυρία, επαρκεί για να αποδείξει τα εξής: (α) Η «ΧΟ-ΜΕ» παρεβίασε τη σύμβαση εργασίας ημερ. 01.07.2006, την οποία συνήψε με τον ενάγοντα, εφ΄όσον τον παρεμπόδισε να ασκεί τα συμβατικά, διευθυντικά καθήκοντα και τις συμβατικές, διευθυντικές αρμοδιότητές του και υπέσκαψε το συμβατικό, διευθυντικό του καθεστώς. Περαιτέρω, η «ΧΟ-ΜΕ» παραβίασε τη σύμβαση εργασίας ημερ. 01.07.2006 εφ΄όσον δεν του κατέβαλε συμφωνηθέντες και δεδουλευμένους μισθούς. (β) Τούτων δεδομένων, ο ενάγων, ο οποίος ουδέποτε απεδέκτηκε αυτή την κατάσταση, δικαιολογημένα τερμάτισε τη σύμβαση εργασίας ημερ. 01.07.2006, παραιτούμενος από την εργασία του. (γ) Πρόκειται για τεκμαρτή απόλυση του ενάγοντος συνεπεία της οποίας αυτός απώλεσε τη σταδιοδρομία του. Εφ΄όσον η επαναδραστηριοποίησή του ενάγοντος, ενός έμπειρου, πρώην αδειούχου εργολήπτη οικοδομικών έργων, προϋπέθετε την εκ μέρους του αγορά τεχνικού εξοπλισμού αξίας €25.460 και εφ' όσον αυτός αδυνατούσε να καταβάλει τέτοιο ποσόν, αυτός παρέμεινε χωρίς εργασία. (δ) Η εκ μέρους της «ΧΟ-ΜΕ» συγκεκριμένη μεμπτή και αντισυμβατική συμπεριφορά προεκάλεσε στον ενάγοντα γενικές και ειδικές ζημίες, για τις οποίες δικαιούται αποζημιώσεις, ως εξής: (Ι) €30.000, για απώλεια σταδιοδρομίας, (ΙΙ) €25.460, ως η αξία του απαιτούμενου, για την επαγγελματική επαναδραστηριοποίησή του, τεχνικού εξοπλισμού, ως ειδικές αποζημιώσεις και (ΙΙΙ) €14.276,96, ως οι μη καταβληθέντες δεδουλευμένοι μισθοί του. Επί τη βάσει των ανωτέρω, η αγωγή, σε όση έκταση αφορά στους εναγομένους αρ.1, επιτυγχάνει.
(4)Όσον αφορά στα αγώγιμα δικαιώματα και τις αξιώσεις του ενάγοντος εναντίον των εναγομένων αρ.2 και 3 σημειώνονται τα εξής:
(4)
(1)Ο όρος «δόλος» αναφέρεται σε συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορές οι οποίες είναι κακές, ανέντιμες και ηθικώς ανάρμοστες. Συνήθως, ο δόλος αφορά σε απόκτηση χρηματικού ή άλλου υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Εάν η αγωγή βασίζεται στο «δόλο» πρέπει να δίδονται ακριβείς λεπτομέρειες αυτού, οι δε σχετικοί ισχυρισμοί πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Πάγια νομολογία αναφέρεται στον υψηλό βαθμό απόδειξης, ο οποίος απαιτείται για την στοιχειοθέτηση ισχυρισμών περί δόλου, καθώς και στην αρχή πως, εν σχέσει με τους ισχυρισμούς περί δόλου, το βάρος απόδειξης είναι μεγαλύτερο εκείνου που αφορά στην στοιχειοθέτηση ισχυρισμών περί άλλων αγώγιμων δικαιωμάτων (Bater v. Bater
(1950)2 All E.R. 458, 459, Hornal v. Neuberger Products Ltd
(1956)3 All E.R. 970, 976-8, Whitehouse v. Jordan and Another
(1980)1 All E.R. Mούρτζινος v. Toυ πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80). Είναι, όμως, αρκετό να αποδειχθούν μερικές από τις, κατ΄ισχυρισμόν, λεπτομέρειες του δόλου (Ιακώβου v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 992). Το αστικό αδίκημα της απάτης (ή ψευδών παραστάσεων - άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια), συντρέχει όταν ο ενάγων ζημιώθηκε γιατί ενήργησε επί τη βάσει μίας παράστασης την οποίαν ο εναγόμενος σκοπίμως του επαρουσίασε ως αληθή, ενώ αυτός γνώριζε πως ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση πως αυτή ήταν αληθής. Δυνάμει της Δ.19 θ.5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, απαίτηση βασιζομένη σε δόλο ή απάτη (ή ψευδείς παραστάσεις) πρέπει να καταγράφει πλήρεις σχετικές λεπτομέρειες. Εσφαλμένη ή ελλιπής δικογράφηση των λεπτομερειών για τον αποδιδόμενο, στον εναγόμενο, δόλο και/ή την αποδιδoμένη, στον εναγόμενο, απάτη (ή ψευδείς παραστάσεις) καθιστά τις σχετικές αξιώσεις ανεπίδεκτες δικαστικής κρίσης (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1238, 1258).
(4)
(2)Δυνάμει του άρθρου 55 του Κεφ. 149 εάν συμβαλλόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να διεκπεραιώσει ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να το πράξει και εφ΄όσον ο χρόνος αυτός αποτελεί ουσιώδη όρο της σύμβασης, τότε η σύμβαση ή το μέρος της το οποίο δεν εξεπληρώθηκε, αναλόγως, καθίστανται ακυρώσιμα κατ΄επιλογήν του αντισυμβαλλόμενου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Cybarco Ltd v. Guest κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 2071, 2079: «Κατά πόσο ο χρόνος εκπλήρωσης είναι ουσιώδης ή όχι, εξαρτάται από τους όρους της σύμβασης, τη φύση της συναλλαγής, την πρόθεση των μερών και γενικά τις συνθήκες που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση...ο χρόνος είναι ουσιώδης όταν υπάρχει περί τούτου ρητή πρόνοια στη σύμβαση, ή όταν εξ αιτίας των συνθηκών ή της φύσης της συναλλαγής, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πρόθεση των μερών ήταν όπως ο χρόνος εκπλήρωσης τηρηθεί επακριβώς (βλ. G. Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 199, 205)».
(4)
(3)Επί τη βάσει των αρχών του δικαίου των συμβάσεων, χρηματικό ποσόν το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος το οποίο, εν τέλει, δεν παρέχεται, μπορεί να ανακτηθεί (money had and received). Εφ΄όσον η απουσία ανταλλάγματος είναι πλήρης, ανάλογη είναι και η υποχρέωση του αντισυμβαλλόμενου να επιστρέψει το ποσόν που εισέπραξε, προς το σκοπό της αποκατάστασης (Kαλησπέρας v. Δρυάδη κ.α. (ανωτέρω), 879, Marketrentures Ltd v. Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 383, Μarfin Popular Bank Public Co. Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 41, 59).
(4)
(4)Επειδή τα αγώγιμα δικαιώματα και οι αξιώσεις που ο ενάγων προβάλλει εναντίον των εναγομένων αρ.2 και 3 σχετίζονται με τη μεταβίβαση μετοχών, σημειώνονται και τα εξής: (Ι) Το άρθρο 71 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ.113, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) ορίζει πως οι μετοχές ή άλλο συμφέρον οιουδήποτε μέλους εταιρείας αποτελεί προσωπική, κινητή ιδιοκτησία και δύναται να μεταβιβαστεί ως το καταστατικό της εταιρείας ορίζει. (ΙΙ) Το άρθρο 73 του Κεφ.113 ορίζει πως, ανεξαρτήτως των προνοιών του καταστατικού εταιρείας, «δεν είναι νόμιμη για την εταιρεία η καταχώριση μεταβίβασης ή χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας εκτός αν παραδοθεί κατάλληλο μεταβιβαστικό έγγραφο στην εταιρεία». Το άρθρο 73 του Κεφ. 113 εξετάζεται στην απόφαση Παναγιώτου κ.α. v. Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Westside Engineering Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2222 και διαπιστώνεται πως η απουσία έγκυρου μεταβιβαστικού εγγράφου καθιστά παράνομη τη μεταβίβαση μόνον όσον αφορά στην εταιρεία. Η απουσία έγκυρου μεταβιβαστικού εγγράφου αφ΄εαυτής δεν καθιστά παράνομη οιανδήποτε συμφωνία πώλησης μετοχών. Συγκεκριμένα, στην απόφαση αυτή αναφέρονται και τα εξής: «Το Άρθρο 73 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, είναι πανομοιότυπο με το Άρθρο 75 του Companies Act
  1. Στο σύγγραμμα Bucley on the Companies Acts 14η έκδοση σελίδες 212 και 213, αναλύεται ο σκοπός της θέσπισης του συγκεκριμένου άρθρου, που ήταν η αποφυγή χρήσης προφορικών μεταβιβάσεων και η συνακόλουθη παράλειψη πληρωμής φόρου για κάθε μεταβίβαση. Βεβαίως η "απλή" υπογραφή συμφωνίας πώλησης μετοχών δεν επιφέρει και την "μεταβίβαση" των μετοχών γιατί απαιτείται η εγγραφή των νέων αγοραστών στο μητρώο. (Βλέπε Langen v. Wind [1972] 1 All E.R. 296). Η ιδιοκτησία μεταφέρεται από τον πωλητή προς τον αγοραστή ανεξαρτήτως της εγγραφής, παρόλο που ο αγοραστής δεν καθίσταται μέλος της εταιρείας μέχρι της εγγραφής του. Βλέπε Gower's Principles of Modern Company Law (άνω) σελ. 449 και 455 και Hawks v. McArthur [1951] 1 All E.R.
  2. ................................ Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες του Άρθρου 73, είναι πως η απουσία έγκυρου μεταβιβαστικού εγγράφου καθιστά παράνομη μόνο για την εταιρεία (όχι για οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, είτε αυτό είναι ο πωλητής είτε ο αγοραστής των μετοχών), και μόνο την καταχώριση της μεταβίβασης στο μητρώο της εταιρείας και όχι τη συνομολόγηση οποιασδήποτε έγκυρης συμφωνίας πώλησης μετοχών, πολύ δε περισσότερο την ειδική εκτέλεση της ως αποτέλεσμα της έκδοσης δικαστικού διατάγματος. Μια τέτοια συμφωνία βρίσκεται εκτός εμβέλειας του εν λόγω άρθρου. Με άλλα λόγια, είναι ένα πράγμα η συνομολόγηση συμφωνίας πώλησης μετοχών και άλλο η καταχώριση της μεταβίβασης των μετοχών που πωλήθηκαν δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας στο μητρώο της εταιρείας. Η υλοποίηση συμφωνίας για πώληση μετοχών επιτυγχάνεται με την καταχώριση του ονόματος του αγοραστή ως μετόχου στο μητρώο της εταιρείας. Το κατά πόσο όμως η εν λόγω συμφωνία είναι νόμιμη και εκτελεστή δεν εξαρτάται και ουδόλως επηρεάζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 73, οι οποίες έρχονται στο προσκήνιο στο στάδιο καταχώρισης του αγοραστή στο μητρώο και όχι προηγουμένως. Άλλωστε οι πρόνοιες για ύπαρξη έγκυρου μεταβιβαστικού εγγράφου ως προϋπόθεση νόμιμης καταχώρισης στο μητρώο, αντανακλώνται και στη διατύπωση του πρώτου σκέλους του Άρθρου 13 του Πίνακα Α του Κεφ. 113, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου, για να υλοποιηθεί η πώληση από την εταιρεία μετοχών επί των οποίων η εταιρεία έχει δικαίωμα επίσχεσης, οι σύμβουλοι δύνανται να εξουσιοδοτήσουν τρίτο πρόσωπο να μεταβιβάσει τις μετοχές που πωλήθηκαν, στον αγοραστή. Με λίγα λόγια, το Άρθρο 73 στην ουσία υπέχει χαρακτήρα ακυρωτικό σε σχέση με καταχωρίσεις που έγιναν στο μητρώο,..........»(σελ.2239-40). (ΙΙΙ) Για την ακύρωση εγγραφής μετοχών στο μητρώο μελών μίας εταιρείας δεν είναι αρκετή η παράλειψη υπογραφής του σχετικού μεταβιβαστικού εγγράφου, Απαιτείται, επιπλέον, η παράλειψη παράδοσης τέτοιου εγγράφου στην εταιρεία καθώς και η απουσία ανταλλάγματος (Χατζηγαβριήλ κ.α. v. Ξενοφώντος κ.α.
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 55, 62 και Παναγιώτου κ.α. v. Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Westside Engineering Ltd (ανωτέρω), 2239). (ΙV) Λαμβανομένων υπ΄όψιν των προνοιών του άρθρου 75 του Κεφ. 113 προκύπτει, εξ αντιδιαστολής, πως δεν υφίσταται νομοθετική υποχρέωση του εκχωρητή μετοχών να προβεί ο ίδιος στα δέοντα για την εγγραφή των πωληθεισών κλπ μετοχών στο νέο ιδιοκτήτη. Το άρθρο 75 προβλέπει τα εξής:«
  1. Καταχώριση μεταβίβασης μετά από αίτηση εκχωρητή: Με την αίτηση του εκχωρητή οποιασδήποτε μετοχής ή συμφέροντος στην εταιρεία, η εταιρεία καταχωρεί στο μητρώο μελών της το όνομα του εκδοχέα με τον ίδιο τρόπο και με τους ίδιους όρους ωσάν η καταχώρηση της αίτησης γινόταν από τον εκδοχέα». (V) Λαμβανομένων υπ΄όψιν των προνοιών του άρθρου 76 του Κεφ. 113 προκύπτει πως, για την μεταβίβαση μετοχών επ΄ονόματί του, ενεργό ανάμειξη έχει ο ίδιος ο αγοραστής. Το άρθρο 76 προβλέπει τα εξής:«
  2. Ειδοποίηση άρνησης καταχώρισης μεταβίβασης.
(1)Αν η εταιρεία αρνηθεί να καταχωρίσει μεταβίβαση μετοχών ή χρεωστικών ομολόγων, η εταιρεία πρέπει, μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία που κατατέθηκε στην εταιρεία η μεταβίβαση, να αποστείλει στον εκδοχέα ειδοποίηση για την άρνηση.
(2)Αν γίνει παράλειψη συμμόρφωσης με το άρθρο αυτό, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της που ευθύνεται για παράλειψη υπόκειται σε πρόστιμο παράλειψης».
(4)
(5)Πραγματική βάση των αγωγίμων δικαιωμάτων και των αξιώσεων που ο ενάγων προβάλλει εναντίον των εναγομένων αρ.2 και 3 αποτελούν οι εξής ισχυρισμοί: Στις 30.06.2007 ο εναγόμενος αρ.2 του επώλησε, επί τη βάσει προφορικής συμφωνίας και έναντι του ποσού των €23.920, 7.000 μετοχές της «ΧΟ-ΜΕ», των οποίων ήταν ιδιοκτήτης, αναλαμβάνοντας τη σαφή και ρητή συμβατική υποχρέωση να διενεργήσει αμέσως τα δέοντα αφ΄ενός για να μεταβιβαστούν οι μετοχές επ΄ονόματί του και αφ΄ετέρου για να καταστεί ο ίδιος (ο ενάγων) μέτοχος της «ΧΟ-ΜΕ» με αποφασιστικές αρμοδιότητες και με εξουσίες ελέγχου και διοίκησης. Υπό τους ίδιους ακριβώς συμβατικούς όρους, στις 05.05.2009 ο εναγόμενος αρ.3 του επώλησε 10.000 μετοχές της «ΧΟ-ΜΕ», των οποίων επαρουσιάσθηκε ως ιδιοκτήτης, έναντι του ποσού των €34.172. Η εκ μέρους των εξαγομένων αρ.2 και 3 άμεση διευθέτηση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν αποτελούσε ουσιώδεις όρους των επίδικων προφορικών συμφωνιών. Ο ίδιος κατέβαλε αμέσως τα συμφωνηθέντα τιμήματα πώλησης των μετοχών. Πλην όμως, οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 δεν εξεπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Μάλιστα, εκ των υστέρων απεκαλύφθηκε πως, κατά το χρόνο πώλησης των 10.000 μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ», ο εναγόμενος αρ.3 δεν ήταν ιδιοκτήτης αυτών. Οι πωληθείσες 17.000 μετοχές μετεβιβάστηκαν επ΄ονόματί του μόλις στις 18.05.2010, όταν αυτός είχε ήδη τερματίσει τη σύμβαση εργασίας ημερ. 01.07.2006, εξαναγκασθείς προς τούτο. Περαιτέρω, καθ΄όλην τη διάρκεια της εργοδότησής του, οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 ουδόλως συνέβαλαν ώστε αυτός να καταστεί μέτοχος με αποφασιστικές αρμοδιότητες και με εξουσίες ελέγχου και διοίκησης. Αντιθέτως, καθ΄ολην τη διάρκεια της εργοδότησής του οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 υπέσκαψαν τη θέση του ως τεχνικός διευθυντής και μέτοχος της «ΧΟ-ΜΕ», με αποτέλεσμα αυτός να ασκεί καθήκοντα και να έχει καθεστώς υποδεέστερα. Ως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 παρεβίασαν ουσιώδεις όρους των προφορικών συμφωνιών πώλησης μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ», μετήλθαν δόλο για να αποκτήσουν, με τρόπο ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο, χρηματικό όφελος, εζημίωσαν τον εναγόμενο παριστάνοντας του ψευδώς μία κατάσταση πραγμάτων ως αληθή και εισέπραξαν χρηματικά ποσά χωρίς να δώσουν αντάλλαγμα.
(4)
(6)Εφ΄όσον, δεν υφίσταται νομοθετική υποχρέωση των εναγομένων αρ.2 και 3, ως εκχωρητών των 17.000 μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ», να προβούν οι ίδιοι στις δέουσες ενέργειες για την άμεση εγγραφή τους επ΄ονόματι του ενάγοντος (δείτε ανωτέρω υπό
(4)
(4)(ΙV) και (V) ως, επίσης, και τα άρθρα 75 και 76 του Κεφ.113) και εφ΄όσον η πλευρά του ενάγοντος δεν επαρουσίασε μαρτυρία περί των σχετικών προνοιών του καταστατικού της «ΧΟ-ΜΕ» (δείτε ανωτέρω υπό
(4)
(4)(Ι) ως, επίσης, και το άρθρο 71 του Κεφ.113), η επιτυχία της υπόθεσής του εναντίον των εναγομένων αρ.2 και 3 εξαρτάται από την απόδειξη του πλαισίου των γεγονότων που καταγράφεται αμέσως προηγουμένως [υπό
(4)
(5)]. Υποδεικνύεται πως, σε κάθε περίπτωση, ο ενάγων οφείλει, πρωτίστως, να τεκμηριώσει την συνδρομή των συστατικών στοιχείων των αγώγιμων δικαιωμάτων τα οποία επικαλείται. Οφείλει, επίσης, να στηρίζεται στη δύναμη της δικής του υπόθεσης και όχι στην αδυναμία της υπόθεσης του αντιδίκου του (Νικόλα v. Κονναρή κ.α.
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1785, 1797). Ας σημειωθεί πως, κατά την ακρόαση, ρητή, σαφής, σταθερή και ευθυγραμμισμένη, με το δικόγραφό τους, θέση του εναγομένου αρ.2 XXXXX Ερωτοκρίτου (Μ.Υ.1) και του εναγομένου αρ.3 XXXXX Δημοσθένους (Μ.Υ.2, υπήρξε η εξής: Οι επίδικες προφορικές συμφωνίες πώλησης των 17.000 μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ» στον ενάγοντα είναι καθόλα έγκυρες και οι ίδιοι εξεπλήρωσαν όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Οι συμφωνίες αυτές δεν περιελάμβαναν όρο για την εκ μέρους τους άμεση διενέργεια των απαιτουμένων για την επ΄ονόματι του ενάγοντος εγγραφή των μετοχών αυτών. Ο ίδιος ο ενάγων όφειλε να επιδείξει τη σχετική, απαιτούμενη πρωτοβουλία και να προχωρήσει στην εγγραφή εφ΄όσον οι ίδιοι του είχαν δώσει τα αντίστοιχα έγγραφα μεταβίβασης. Περαιτέρω, για την όποιαν αδυναμία του ενάγοντος να ασκήσει τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές του τεχνικού διευθυντή και μετόχου της «ΧΟ-ΜΕ» δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Άλλωστε και οι ίδιοι, ως μέτοχοι και/ή ως υπάλληλοι της «ΧΟ-ΜΕ», αντιμετώπισαν προβλήματα.
(4)
(7)Η κυρίως εξέταση του ενάγοντος XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) διεξήχθηκε, κατά βάσιν, με τη κατάθεση και ανάγνωση γραπτής δήλωσης, ως το άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει (έγγραφο αρ.1). Τα όσα ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) εδήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή του και προς το σκοπό απόδειξης των αγώγιμων δικαιωμάτων και των αξιώσεών του εναντίον των εναγομένων αρ.2 και 3, συνοψίζονται ως εξής: Από τις 07.04.1993 έως και τις 10.05.2010 ο ίδιος υπήρξε αδειούχος εργολήπτης οικοδομικών έργων, δεόντως εγγεγραμμένος στο σχετικό μητρώο του Συμβουλίου. Έως και τον Ιούλιο του έτους 2006 άσκησε το επάγγελμα αυτό ατομικώς. Από τον Ιούλιο του έτους 2006 έως και το Μάιο του έτους 2010 εργοδοτήθηκε από την «ΧΟ-ΜΕ» ως τεχνικός διευθυντής και έθεσε την επαγγελματική του άδεια στη διάθεσή της για να είναι δυνατή η εκ μέρους της εκτέλεση οικοδομικών εργασιών (δείτε στην παρα.
  1. του εγγράφου αρ.1). Η σύμβαση εργασίας ημερ. 01.07.2006 συνήφθηκε μεταξύ του ιδίου και της «ΧΟ-ΜΕ» αφού «ο XXXXX Ερωτοκρίτου (εναγόμενος αρ.2) (του) πρότεινε ..όπως αναλάβει τα καθήκοντα του Τεχνικού Διευθυντή» (δείτε στην παρα.6 του εγγράφου αρ.1). Η σύμβαση εργασίας ημερ. 01.07.2006 όριζε, μεταξύ άλλων, ως μηνιαίο μισθό του το ποσόν των Λ.Κ.1.300, τα δε καθήκοντα και τις αρμοδιότητές του ως διευθυντικά και αυξημένης ευθύνης. Περί τον Ιούνιο του έτους 2007 οι μέτοχοι της «ΧΟ-ΜΕ» ανακοίνωσαν στο προσωπικό της πως ο XXXXX Κοραής, εκ των μετόχων, πώλησε τις μετοχές του στον εναγόμενο αρ.
  2. Έκτοτε, ο εναγόμενος αρ.3 παρουσιαζόταν και ενεργούσε ως μέτοχος και διευθυντής της «ΧΟ-ΜΕ». Αντιθέτως, την περίοδο εκείνην ο ίδιος εμποδιζόταν να ασκεί τα συμβατικά, διευθυντικά καθήκοντα και αρμοδιότητές του εφ΄όσον οι εναγόμενοι αρ.2 και 3 και ο XXXXX Αποστόλου, διευθυντής της «ΧΟ-ΜΕ», παρενέβαιναν στο έργο του με διάφορους τρόπους και ανέτρεπαν τις οδηγίες του. Εξ αιτίας όλων αυτών, το καλοκαίρι του έτους 2007 επληροφόρησε τον εναγόμενο αρ.2 πως αδυνατεί να συνεχίσει να εργάζεται υπό αυτές τις συνθήκες. Τότε, ο εναγόμενος αρ.2, μέτοχος της «ΧΟ-ΜΕ», του προέτεινε να του πωλήσει μετοχές της εταιρείας ώστε να αποκτήσει έλεγχο και να δυνηθεί να ασκεί τα καθήκοντά του (δείτε στις παρα.11 και 12 του εγγράφου αρ.1). Συνεφωνήθηκε η εκ μέρους του αγορά 7.000 μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ», ιδιοκτησίας του εναγομένου αρ.2, έναντι του ποσού των Λ.Κ.14.000 (€23.920) καθώς και η εκ μέρους του εναγομένου αρ.2 άμεση μεταβίβαση των μετοχών αυτών επ΄ονόματί του (δείτε στην παρα.14 του εγγράφου αρ.1). Ο ίδιος κατέβαλε στον εναγόμενο αρ.2 το συμφωνηθέν ποσόν των Λ.Κ.14.000- και «καλοπροαίρετα θεώρησ(ε) ότι και (αυτός) είχε προχωρήσει, με βάση τα όσα (είχαν) συμφωνήσει στην μεταβίβαση των 7.000 μετοχών επ΄ονόματί (του), δεδομένου μάλιστα και του γεγονότος ότι (τον) είχε παρουσιάσει στους λοιπούς μετόχους της «ΧΟ-ΜΕ» ...ως το νέο μέτοχο αυτής. Σε αυτήν τη συνάντηση ο XXXXX Αποστόλου είχε αντιδράσει και είχε πει ότι δεν (τον) αναγνώριζε ως μέτοχο της «ΧΟ-ΜΕ»..και ορθώς όπως αποδείχθηκε αφού, όπως διαπίστωσ(ε) 3 χρόνια αργότερα, οι εν λόγω μετοχές δεν είχαν μεταβιβαστεί επ΄ονόματι (του) παρά μόνο τις 18.05.2010, δηλαδή 3 χρόνια μετά την αγορά των μετοχών...»(δείτε στην παρα.14 του εγγράφου αρ.1). Περί τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2007 ο εναγόμενος αρ.2 δολίως του ανέφερε πως ο μηνιαίος μισθός του θα εμειωνόταν στο επίπεδο του μισθού των άλλων μετόχων της «ΧΟ-ΜΕ» αφού πλέον ο ίδιος, ως μέτοχος, θα ελάμβανε και μέρισμα. Κατά το έτος 2008 ο μισθός του μειώθηκε περαιτέρω, χωρίς ποτέ να λάβει οιονδήποτε μέρισμα. Τα προβλήματα και οι δυσχέρειες του, ως τεχνικός διευθυντής της «ΧΟ-ΜΕ», συνεχίστηκαν. Κατά τους πρώτους μήνες του έτους 2008 εξέφρασε τα παράπονά του στον διευθυντή της «ΧΟ-ΜΕ» XXXXX Αποστόλου και ζήτησε απ΄αυτόν να του παρασχεθούν οι οικονομικές καταστάσεις της για να τις ελέγξει. Το αίτημα του απερρίφθηκε. Ένα έτος αργότερα, και συγκεκριμένα κατά τους πρώτους μήνες του έτους 2009, ο εναγόμενος αρ.3 του προέτεινε να αγοράσει 10.000 δικές του μετοχές της «ΧΟ-ΜΕ» έναντι του ποσού των Λ.Κ.20.000- (€34.172,03). «..έχοντας πιστέψει τις ψευδείς παραστάσεις του εναγομένου αρ.3 αναφορικά με την δήθεν κατοχή εκ μέρους των μετοχών της εταιρείας «ΧΟ-ΜΕ» και την ισχυριζόμενη ιδιότητά του ως μετόχου, συμφώνησ(ε) με την προϋπόθεση της άμεσης μεταβίβασης στο όνομα (του) των μετοχών καθότι, όπως είχ(ε) σκεφτεί, με την απόκτηση των επιπρόσθετων 10.000 μετοχών θα κατείχ(ε) πλέον 17.000 μετοχές της εταιρείας και θα μπορούσ(ε) έτσι να αποκτήσ(ει) δύναμη στην εταιρεία «ΧΟ-ΜΕ»»(δείτε στην παρα.18 του εγγράφου αρ.1). Στις 05.05.2009 κατέβαλε στον εναγόμενο αρ.3 το ποσόν των €34.172,03 σεντ. Από τον Οκτώβριο του έτους 2009 τα προβλήματα όσον αφορά στην καταβολή του μισθού του και την άσκηση των συμβατικών, διευθυντικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του επιδεινώθηκαν. Ανέφερε το ζήτημα στον εναγόμενο αρ.2, η αντίδραση του οποίου υπήρξε αρνητική. Κατά το έτος 2010 εζήτησε εκ νέου από τον εναγόμενο αρ.2 και τον Αντώνη Αποστόλου τις οικονομικές καταστάσεις της «ΧΟ-ΜΕ» για να τις ελέγξει. Αυτοί αρνήθηκαν αναφέροντάς του πως δεν ήταν μέτοχος της «ΧΟ-ΜΕ» και πως η μόνη σχέση που τον συνέδεε με την εταιρεία αυτή ήταν η σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου (δείτε στην παρα.20 του εγγράφου αρ.1). Στις 10.05.2010, και εξ αιτίας αυτής της κατάστασης, υπέβαλε την παραίτησή του, κατήγγειλε τη «ΧΟ-ΜΕ» στο αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα, λόγω μη καταβολής μισθών, και ειδοποίησε το Συμβούλιο ότι έπαυσε να εκπροσωπεί την «ΧΟ-ΜΕ» ως εργολήπτης. Στις 11.05.2010, δηλαδή μίαν
(1)ημέρα μετά την υποβολή της παραίτησής του, απετάθηκε στους δικηγόρους του οι οποίοι προέβηκαν σε έρευνα στο αρχείο του Εφόρου. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής του «προκάλεσαν σοκ και τεράστια έκπληξη» εφ΄όσον απεκαλύφθηκε πως, έως και την ημέρα εκείνη, ουδεμία μετοχή της «ΧΟ-ΜΕ» είχε μεταβιβαστεί επ΄ονόματί του και πως ο εναγόμενος αρ.3 ουδέποτε περιελαμβάνετο μεταξύ των μετόχων της εταιρείας αυτής (δείτε στην παρα.22 του εγγράφου αρ.1). Με επιστολές του προς τους εναγομένους αρ.2 και 3 ημερ. 22.07.2010 τερμάτισε τις προφορικές συμφωνίες πώλησης των μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ» και ζήτησε επιστροφή των ποσών που τους είχε καταβάλει. Παρόμοιες επιστολές έστειλε και στις 25.08.
  1. Στις 06.12.2011 οι δικηγόροι του προέβηκαν σε νέα έρευνα στο αρχείο του Εφόρου και διεπίστωσαν ότι στις 18.05.2010, δηλαδή λίγες ημέρες μετά από την παραίτησή του, μεταβιβάστηκαν, επ΄ονόματί του, 17.000 μετοχές της «ΧΟ-ΜΕ». Μετεβιβάστηκαν, επίσης, 5.000 μετοχές της εταιρείας αυτής στον εναγόμενο αρ.
  2. Εξετάσθηκαν τα όσα ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) εδήλωσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την κυρίως εξέτασή του. Διαπιστώνεται πως αυτά στερούνται της ποιότητας, της συνέπειας και της λογικής συνοχής του απαιτούνται για την τεκμηρίωση, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, του πλαισίου γεγονότων ως αυτό συνοψίζεται πιο πάνω [υπό
(4)
(5)]. Κατ΄επέκτασιν, διαπιστώνεται πως παραμένει ατεκμηρίωτη η συνδρομή των συστατικών στοιχείων των αγώγιμων δικαιωμάτων. Παρενθετικώς αναφέρεται πως, παρά το ότι η ειδική οπισθογράφηση δεν χαρακτηρίζεται από υποδειγματική δικογράφηση των λεπτομερειών του δόλου και της απάτης (ή των ψευδών παραστάσεων), εντούτοις, η εξέταση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας που ακολουθεί αφορούν και στα αδικήματα αυτά. Η αρνητική αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντος XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) βασίζεται στη διαπίστωση πως σημαντικοί ισχυρισμοί, τους οποίους αυτός προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του, είναι αντίθετοι με δικογραφημένες θέσεις του ή ανετράπηκαν κατά την αντεξέτασή του ή είναι αντίθετοι με τα όσα η ανθρώπινη εμπειρία και λογική ορίζουν. Συγκεκριμένα σημειώνονται τα εξής:
(1)Ενώ σύμφωνα με δικογραφημένη θέση του, ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) έλαβε υπόσχεση, από τον εναγόμενο αρ.2, για απόκτηση μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ» ήδη από το καλοκαίρι του έτους 2006, ταυτοχρόνως με την προσφορά εργασίας στην εταιρεία αυτή, κατά την κυρίως εξέτασή του αυτός διαφοροποιήθηκε και ισχυρίσθηκε πως η πρόταση για την απόκτηση τέτοιων μετοχών του έγινε σχεδόν ένα
(1)έτος αργότερα, και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του έτους 2007, όταν ο ίδιος εργαζόταν ήδη ως τεχνικός διευθυντής της εταιρείας. Μάλιστα, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) ισχυρίσθηκε πως η πρόταση αυτή έγινε τον Ιούνιο του έτους 2007 ακριβώς για να αρθούν προβλήματα και δυσκολίες τις οποίες αντιμετώπιζε ως εργοδοτούμενος (από τον Ιούλιο του έτους 2006) της «ΧΟ-ΜΕ».
(2)Στην παρα.13 της ειδικής οπισθογράφησης καταγράφεται πως «..Ο Εναγόμενος αρ.2..υποσχέθηκε στον Ενάγοντα πως θα προβεί στα ανάλογα διαβήματα για την μεταβίβαση των 7.000 μετοχών στο όνομα του..σε σύντομο χρονικό διάστημα, κάτι που επαναλάμβανε κάθε φορά που ο Ενάγοντας ζητούσε από αυτόν εξηγήσεις γιατί δεν ενεγράφησαν οι μετοχές στο όνομα του». Η δικογραφημένη αυτή θέση δηλώνει την εξ αρχής γνώση του ενάγοντος για το γεγονός πως ο εναγόμενος αρ.2 παρέλειπε να προβεί σε ενέργειες εγγραφής, επ΄ονόματί του, των μετοχών που του επώλησε. Δηλώνει, επίσης, τις σχετικές οχλήσεις του ενάγοντος προς τον εναγόμενο αρ.2. Όμως, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) διαφοροποιείται και ισχυρίζεται πως έμαθε για το γεγονός αυτό μόλις στις 11.05.2010, όταν τον επληροφόρησαν σχετικώς οι δικηγόροι του. Ισχυρίζεται, μάλιστα, πως η πληροφόρηση αυτή του προεκάλεσε «σοκ και τεράστια έκπληξη» (δείτε στη σελ.22 του εγγράφου αρ.1). Κατά δε την αντεξέτασή του, ο ενάγων Κωνσταντίνος Δανιήλ (Μ.Ε.1) διαφοροποιείται και πάλιν, ισχυριζόμενος πως μία
(1)ημέρα πριν από την έρευνα στο αρχείο του Εφόρου, την οποίαν διενήργησαν οι δικηγόροι του, και συγκεκριμένα στις 10.05.2010 προέβηκε ο ίδιος σε «έλεγχο» και διεπίστωσε πως δεν υπήρχαν μετοχές της «ΧΟ-ΜΕ» εγγεγραμμένες είτε επ΄ονόματί του ιδίου είτε επ΄ονόματι του εναγομένου αρ.3.
(3)Στην παρα.14 της ειδικής οπισθογράφησης καταγράφεται πως, μετά από την αγορά των 7.000 της «ΧΟ-ΜΕ», ο ενάγων «λάμβανε μέρος στις συνεδριάσεις των μετόχων», ο δε εναγόμενος αρ.2 «τον παρουσίασε κατά την πρώτη συνεδρίαση στους υπόλοιπους μετόχους ως ιδιοκτήτης του 7% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας». Η δικογραφημένη αυτή θέση δηλώνει αφ΄ενός πως η συμμετοχή του ενάγοντος στις συνεδριάσεις των μετόχων της «ΧΟ-ΜΕ» ήταν εξακολουθητική και αφ΄ετέρου πως ο εναγόμενος αρ.2 πληροφόρησε αμέσως τους υπόλοιπους μετόχους για την νέα, πρόσθετη ιδιότητα του ενάγοντος. Όμως, κατά την αντεξέτασή του ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) επεχείρησε να περιορίσει τη συμμετοχή του στις συνεδριάσεις των μετόχων της «ΧΟ-ΜΕ» και να υποβαθμίσει τη σημασία της. Ανέφερε χαρακτηριστικά πως συμμετέσχε στις συνεδριάσεις αυτές «Μια-δυο φορές» και μάλιστα ότι «αυτές δεν ήταν ενημερωτικές, ασχολούνταν με άλλα θέματα..». Ακολούθως, ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) παλινδρόμησε και εδήλωσε πως από τον Ιούνιο του έτους 2007, οπότε αγόρασε τις πρώτες 7.000 μετοχές της «ΧΟ-ΜΕ», ελάμβανε μέρος στις συνεδριάσεις της και αυτές ήσαν «αρκετές».
(4)Ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1), δια της ειδικής οπισθογράφησης και της μαρτυρίας του, εκφράζει έντονα παράπονα για τη συμπεριφορά μετόχων και αξιωματούχων της «ΧΟ-ΜΕ» οι οποίοι, εξ αρχής δεν ανεγνώριζαν την νέα, πρόσθετη ιδιότητά του ως μετόχου και υπέσκαπταν το καθεστώς του. Όμως, ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) ουδεμία εξήγηση δίδει και, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία πειστική εξήγηση δίδει για την δική του παράλειψη να ενεργήσει, ως ο νόμος του επιτρέπει, για την αποκατάσταση της θέσης του. Σημειώνεται πως ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) ομολογεί πως ο αξιωματούχος της «ΧΟ-ΜΕ» XXXXX Αποστόλου εξ αρχής «δεν (τον) αναγνώριζε ως μέτοχο της «ΧΟ-ΜΕ» (δείτε στην παρα.14 του εγγράφου αρ.1). Και η αμφισβήτηση αυτή εξεδηλώθηκε και στις αρχές του έτους 2008 όταν ο XXXXX Αποστόλου αρνήθηκε να του παραδώσει τις οικονομικές καταστάσεις της «ΧΟ-ΜΕ» για να τις ελέγξει. Η ανθρώπινη εμπειρία και λογική ορίζουν πως εφ΄όσον υπήρχε αυτή η συμπεριφορά από πλευράς μετόχων και αξιωματούχων της «ΧΟ-ΜΕ», ο ενάγων όφειλε να αντιδράσει, να διερευνήσει αμέσως το ζήτημα της επ΄ονόματί του εγγραφής των 7.000, τις οποίες αγόρασε από τον εναγόμενο αρ.2 στις 30.07.2007, και να προστατεύσει τα συμφέροντά του. Αντί τούτου, ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) παρέμεινε αδρανής, ισχυριζόμενος πως άλλοι όφειλαν να ενεργήσουν προς όφελός του. Μάλιστα, ενώ εγνώριζε για την αμφισβήτηση της ιδιότητάς του ως μετόχου, της «ΧΟ-ΜΕ», ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) προέβηκε, στις 05.05.2009, στην αγορά άλλων 10.000 μετοχών της, συμφωνώντας με τον πωλητή των μετοχών αυτών «να μην ενημερώσ(ουν) τους άλλους μετόχους δια την συμφωνία αυτή και την υλοποίηση της» (δείτε στις παρα. 19 και 20 της οπισθογράφησης). Όμως, πώς ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) ανέμενε την «υλοποίηση» της προφορικής συμφωνίας πώλησης των 10.000 μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ» και την επ΄ονόματί του εγγραφή των μετοχών αυτών αφού ο ίδιος συνεφώνησε να μην ενημερωθούν σχετικώς οι υπόλοιποι μέτοχοι;
(5)Ο ίδιος ο ενάγων XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) αναφέρει πως, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, και χωρίς να είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ», ο εναγόμενος αρ.3 αντιμετωπιζόταν, από άλλους ιθύνοντες της εταιρείας, ως μέτοχος και ενεργούσε ως τέτοιος. Το γεγονός αυτό αφαιρεί από την κεντρική του θέση του πως η παράλειψη εγγραφής των 17.000 μετοχών επ΄ονόματί του υπήρξε καθοριστική για το υποβαθμισμένο καθεστώς του στη δομή και τη διοίκηση της εταιρείας.
(6)Η κεντρική θέση του ενάγοντος XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) σύμφωνα με την οποίαν μόλις στις 10.05.2010 ο ίδιος έμαθε για το γεγονός πως οι 17.000 μετοχές της «ΧΟ-ΜΕ» (τις οποίες αγόρασε από τους εναγομένους αρ.2 και 3 στις 30.07.2007 και στις 05.05.2009), δεν είχαν μεταβιβαστεί επ΄ονόματι του αμέσως μετά την πώληση, ανατρέπεται από την η ακόλουθη στιχομυθία, η οποία έλαβε χώραν κατά την αντεξέτασή του: «............................ Α. Μου έγραψε στις 5/5 τις μετοχές; όχι. Ε. Τι θα άλλαζε εάν σας τις μεταβίβαζε εκείνη την ημερομηνία; Α. Εγώ δεν θα απέσυρα την άδεια μου, θα παρέμενα εκεί, θα πίεζα τα πράγματα για να αναγκαστούν να δουλέψει η εταιρεία όπως πρέπει, τα οικονομικά εντάξει να ελέγξουμε, να ξέρω τι γίνεται. Ε. Γιατί δεν το κάνατε προηγουμένως; Α. Αφού δεν δέχονταν να κάνω έλεγχο γιατί δεν ήμουν συνέταιρος είπε ο XXXXX ο Αποστόλου. ............................». Οι απαντήσεις αυτές του XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) δηλώνουν πως αυτός είχε επαρκή σχετική πληροφόρηση πολύ προηγουμένως.
(5)Αυτές οι αντιφάσεις, οι ασυνέπειες, τα κενά και τα λογικά ατοπήματα στην μαρτυρία του ενάγοντος XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) δεν είναι επουσιώδη για να αγνοηθούν. Δημιουργούν δε αβεβαιότητα ως προς την ικανότητα του ενάγοντος XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) να πληροφορήσει όσον αφορά στο τι ακριβώς συνεφωνήθηκε μεταξύ του ιδίου και των εναγομένων αρ.2 και 3 εν σχέσει με τις ενέργειες μεταβίβασης των πωληθεισών 17.000 μετοχών της «ΧΟ-ΜΕ» καθώς και εν σχέσει με το καθεστώς του στη δομή και τη διοίκηση της εταιρείας. Αυτά τα μειονεκτήματα της μαρτυρίας του ενάγοντος XXXXX Δανιήλ (Μ.Ε.1) αφήνουν μετέωρες όλες τις αιτιάσεις και τις μομφές του εναντίον των εναγομένων αρ.2, και
  1. Οι αδυναμίες στην μαρτυρία αυτή αναπόδραστα εκθεμελιώνουν όλα τα επίδικα αγώγιμα δικαιώματα και όλες τις επίδικες αξιώσεις όσον αφορά στους εναγομένους αρ.2 και
  2. Δεν είναι αρκετό για τον ενάγοντα να αποδίδει συγκεκριμένες παράνομες συμπεριφορές στους εναγομένους αρ.2 και 3 και να αναμένει ότι αυτές θα αναγνωρισθούν από το Δικαστήριο. Ο ενάγων φέρει το βάρος να παρουσιάσει θετική, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για να τεκμηριώσει τις δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις του (Αντωνιάδης v. Σταύρου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1171, Πιτάλλης κ.α. v. Savina Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827). Καταληκτικά, διαπιστώνεται πως ο ενάγων προσέφυγε στο Δικαστήριο εναντίον των εναγομένων αρ.2 και 3 αποδίδοντας τους παράβαση προφορικής συμφωνίας, δόλο, απάτη (ή ψευδείς παραστάσεις) και αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε χωρίς να είναι σε θέση να παρουσιάσει, ενώπιον του Δικαστηρίου, πλήρη, θετικά, συνεκτικά και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία. Οι ως άνω διαπιστώσεις καθιστούν αχρείαστη τη συζήτηση των υπολοίπων υπερασπίσεων που προεβλήθηκαν εκ μέρους των εναγομένων αρ.2 και
  1. Για όλους τους πιο πάνω λόγους: Η αγωγή επιτυγχάνει σε όση έκταση αφορά στους εναγομένους αρ.
  2. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων αρ.1 (α) για το ποσόν των €30.000, επιπλέον νόμιμο τόκο από τις 10.05.2010 έως και την εξόφλησή του, ως γενικές αποζημιώσεις, (β) για το ποσόν των €25.460, επιπλέον νόμιμο τόκο από τις 11.10.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, έως και την εξόφλησή του, ως ειδικές αποζημιώσεις και (γ) για το ποσόν των €14.276,96, επιπλέον νόμιμο τόκο από τις 11.10.2010, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, έως και την εξόφλησή του, ως μη καταβληθέντες δεδουλευμένοι μισθοί. Όσον αφορά στον ενάγοντα και τους εναγομένους αρ.1, τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του πρώτου και εναντίον των δευτέρων. Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται όσον αφορά στους εναγομένους αρ.2 και
  3. Όσον αφορά στον ενάγοντα και τους εναγομένους αρ.2 και 3, τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των δευτέρων και εναντίον του πρώτου. (Υπ) .............. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.