Σιάμισιη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 2198/12, 20/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A379 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2198/12 Μεταξύ: XXXXX Σιάμισιη Ενάγοντα και
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 15.3.17 υπό Ενάγοντος για Τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Α. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ου 1: κα Χριστοδούλου για Γενικόν Εισαγγελέα Για Καθ΄ ης 2: κα Ν. Χ" Iωάννου για Α.Κ. Χατζηϊωάννου & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση του ο Ενάγων-Αιτητής αιτείται άδειας για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του ημερ. 29.3.
- Η αίτηση του βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25 κ.1-6 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του, στην οποίαν αναφέρει τα εξής στην §2: «
- Όπως με συμβουλεύει ο εκ των δικηγόρων μου Αλέξανδρος Κληρίδης η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης κρίνεται απαραίτητη για τους πιο κάτω λόγους: - Αν και έρχεται σε αργοπορημένο στάδιο της αγωγής εν τούτοις καταχωρείται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. - Λόγο (sic) πρόσφατης αλλαγής δικηγόρου κρίθηκε αναγκαία λόγο (sic) της σωστής προώθησης της υπόθεσης μου. - Η αίτηση αυτή θα βοηθήσει στην σωστή αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων. - Οι Εναγόμενοι δεν θα πάθουν την οποιαδήποτε ζημιά από αυτήν μου την αίτηση αλλά αντίθετος (sic) θα μπορέσουν να ετοιμαστούν καλύτερα για την υπεράσπιση τους σε όλα τα σημεία που προτίθεμαι να παρουσιάσω κατά την ακρόαση. - Είναι λεπτομέρειες των γεγονότων που εκ παραδρομής δεν έχουν συμπεριληφθεί από τον προηγούμενο Δικηγόρο που χειριζόταν την υπόθεση. - Δεν επιχειρείται να γίνει η οποιαδήποτε αλλαγή όσον αφορά την βάση της αγωγής. - Με την τροποποίηση μου ξεκαθαρίζει η θέση μου ακόμα καλύτερα ως προς τα επίδικα ζητήματα και βοηθά στην όλη διεξαγωγή της διαδικασίας παρουσιάζοντας μια ολοκληρωμένη και σωστή εικόνα των επιδίκων. - Οι λεπτομέρειες που προστίθενται με την τροποποίηση είναι αναγκαίες για την απόδειξη της υπόθεσης μου». Ένσταση Εναγομένου 1 Ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας 10 λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι: (α) Η αίτηση είναι αβάσιμη. (β) Η τροποποίηση δεν δικαιολογείται. (γ) Η αίτηση είναι αόριστη και γενική. (δ) Επιχειρείται προσθήκη νέας βάσης. (ε) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση. (στ) Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση. (ζ) Η αίτηση έγινε κακόπιστα. (η) Επηρεάζεται δυσμενώς ο Εναγόμενος
- (θ) Θα δοθεί μια ριζικά διαφορετική μορφή στην έκθεση απαίτησης. (ι) Προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της η λειτουργός της Νομικής Υπηρεσίας κα Ναυσικά Πιρόκκα τονίζει πως ο Ενάγων προέβη πρώτα σε διορισμό νέου δικηγόρου και στη συνέχεια σε καταχώριση της αίτησης. Στο υπόλοιπο της δήλωσης της επαναλαμβάνει, επεξηγεί και αναλύει τους λόγους ένστασης του Καθ΄ ου
- Ένσταση Εναγομένης 2 Στη δική της ένσταση η Εναγομένη 2 προέβαλε επίσης 10 λόγους για την απόρριψη της αίτησης, εν πολλοίς παρόμοιους με τους πιο πάνω ή και επαναλαμβανόμενους μεταξύ τους, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
- Η αίτηση υπεβλήθη με καθυστέρηση πέντε ετών.
- Όλα τα προτεινόμενα γεγονότα ήταν γνωστά από την καταχώριση της αγωγής.
- Η 5ετής καθυστέρηση δεν εξηγείται.
- Προστίθενται νέα γεγονότα τα οποία ήταν εις γνώσιν του Ενάγοντος πριν την αγωγή.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
- Το αιτητικό Α(στ) είναι δυσνόητο.
- Δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
- Η τροποποίηση αλλάζει άρδην την εικόνα της απαίτησης.
- Η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί καλό λόγο για τροποποίηση.
- Η αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα και είναι καταχρηστική. Νομική Πτυχή Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζονται παρόμοιες αιτήσεις είναι πολύ καλά γνωστές και προκύπτουν μέσα από πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά τις Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704, Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.1092). Για τις ανάγκες της παρούσας θεωρώ πως είναι αρκετό να παραπέμψω στην Clive Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 στην οποία, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις, οι βασικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονή τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης"». Στην παρούσα περίπτωση το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρίστηκε στις 29.3.12 από τους αρχικούς δικηγόρους του Ενάγοντος (Δικηγορικές Εταιρείες Φλουρέντζου-Πική). Μεταξύ των ισχυρισμών οι οποίοι παρατίθενται στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης είναι πως εντός του 2005 η Αστυνομία χωρίς δικαστικό διάταγμα αιτήθηκε από την Εναγομένη 2 την αποκάλυψη ταυτότητας χρήστη συγκεκριμένης «δημόσιας IP διεύθυνσης πρωτοκόλλου διαδικτύου» ατόμου το οποίο είχε παρενοχλήσει ηλεκτρονικά τρίτο πρόσωπο. Η Εναγόμενη 2 παράνομα και αντισυνταγματικά αποκάλυψε στην Αστυνομία την «ιδιωτική IP διεύθυνση πρωτοκόλλου διαδικτύου» του Ενάγοντος, ως αυτή που αντιστοιχούσε στην υπό διερεύνηση δημόσια διεύθυνση, όπως και τον αριθμό σταθερής τηλεφωνίας και τα προσωπικά στοιχεία του Ενάγοντος (όνομα, διεύθυνση), τα οποία συνιστούσαν προσωπικά δεδομένα του. Σύμφωνα με τη θέση του Ενάγοντος οι πιο πάνω πράξεις των Εναγομένων συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου της επικοινωνίας βάσει των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος αντίστοιχα, καθώς και παραβίαση της υποχρέωσης για προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο Ενάγων προβάλλει ότι συνεπεία των ενεργειών αυτών ζημιώθηκε και περαιτέρω και ή διαζευκτικά προβάλλει ότι διώχθηκε ποινικά και καταδικάστηκε σε 4ετή φυλάκιση στις 31.7.
- Όμως αθωώθηκε κατ΄ έφεσιν στις 21.7.11 αφού διαπιστώθηκε ότι η διεργασία που είχε γίνει, μέχρι την κατάληξη στο σταθερό τηλέφωνο του, παραβίαζε τα δικαιώματα των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος. Συνεπεία της παραβίασης αυτών ο ίδιος υπέστη πρωτοδίκως και κατ΄ έφεσιν δικηγορικά έξοδα ύψους €31.
- Στη βάση των πιο πάνω αξίωνε γενικές, ειδικές (€31.687) και τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα για τις παράνομες και αντισυνταγματικές πράξεις των Εναγομένων 1 και
- Στο σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρων ο Ενάγων είχε εξουσιοδοτήσει την λήψη δικαστικών μέτρων για την είσπραξη αποζημιώσεων για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προσωπικών δεδομένων. Σημειώματα εμφανίσεων είχαν καταχωριστεί από τους Εναγομένους 1 και 2 στις 18.4.12 και 11.7.12 ενώ Υπερασπίσεις τους στις 10.7.12 και 27.3.14 αντίστοιχα, ενώ ο Ενάγων καταχώρισε την Απάντηση του στις 3.4.15 (αφού εξασφάλισε παράταση). Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες βάσει της Δ.30 στις 28.5.15, στις 14.9.15 και για ακρόαση στις 21.3.16 και στις 22.11.16, οπότε και εμφανίστηκαν για πρώτη φορά οι νυν δικηγόροι του Ενάγοντος, οι οποίοι ζήτησαν να οριστεί στις 20.12.16 και στις 6.2.17 για μελέτη των δικογράφων. Τόσο κατ΄ αυτή τη δικάσιμο όσο και κατά την επόμενη, ήτοι στις 15.3.17 δήλωσαν ότι θα προχωρούσαν με αίτηση τροποποίησης την οποίαν εν τέλει καταχώρισαν αυθημερόν. Η μελέτη της αίτησης καταδεικνύει ότι το πρώτο το οποίο ζητά ο Ενάγων είναι την αντικατάσταση του αιτητικού μέρους, δηλαδή των αξιώσεων του στην έκθεση απαίτησης, με τις ακόλουθες παραγράφους: «Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο Ενάγων αξιώνει: Α. Γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις για παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα και ιδιαίτερα για παραβίαση του δικαιώματος προστασίας του απορρήτου της επικοινωνίας όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 17 του Συντάγματος και ή της προστασίας της ιδιωτικής ζωής όπως κατοχυρώνεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος ως επίσης και των αντιστοίχων διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και συγκεκριμένα του άρθρου 8 ως επίσης και για παραβίαση της Αρχής της Ισότητας και Δικαίας Δίκης Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος και της σχετικής Νομοθεσίας Διαφύλαξη Απορρήτου της Επικοινωνίας ως επίσης και για παράνομη και αντισυνταγματική έρευνα στην κατοικία και χώρου εργασίας του Ενάγοντα αλλά και εξασφάλιση παράνομης μαρτυρίας και χρήσης εις βάρος του κατά ή περί το
- Β. Τιμωρητικές και/η παραδειγματικές αποζημιώσεις. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία παρεμφερή και ή δικαία ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει κάτω από τις περιστάσεις. Δ. Νόμιμο τόκο ως το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει προς 8% και ή 5,5%. Ε. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α (Αρ. Εγγραφής XXXXX50R)». Διαπιστώνεται ευθέως από τις ως άνω παραγράφους πως διεκδικούνται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παραβιάσεις των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος αλλά προστίθενται αξιώσεις: - για παραβιάσεις των άρθρων 28 και 30, ήτοι της αρχής της ισότητας και της δίκαιης δίκης - για παράνομη και αντισυνταγματική έρευνα οικίας και εργασίας - για εξασφάλιση παράνομης μαρτυρίας και χρήση της Τα επόμενα αιτητικά της αίτησης υπ΄ αρ. Α(β)-(ιγ) αφορούν στην πραγματικότητα διευκρινιστικά στοιχεία για τον Ενάγοντα και επουσιώδεις μικροαλλαγές ή μικροδιορθώσεις προς βελτίωση του νοήματος των ισχυρισμών του. Θα μπορούσε να λεχθεί πως οι ουσιώδεις και εκτενέστερες προσθήκες περιέχονται στα αιτητικά Α(ιδ) και εντεύθεν της αίτησης, με κάποιες εξαιρέσεις οι οποίες επισημαίνονται κατωτέρω. Με την §Α(ιδ) της αίτησης επιθυμεί να προσθέσει αναφορές του για την πορεία της ποινικής διερεύνησης και δίκης, επικαλούμενος ουσιαστικά ότι η χρήση των προσωπικών δεδομένων του ήταν αντίθετη με το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη, ισχυρισμούς τους οποίους συμπληρώνει και στην §Α(ιστ) της αίτησης του. Η §Α(ιε) αφορά απλώς αναρίθμηση παραγράφων. Με τις §Α(ιζ)-(ικ) της αίτησης ουσιαστικά ζητά να προσθέσει: - Λεπτομέρειες παραβίασης του δικαιώματος σεβασμού ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (§ιζ). - Λεπτομέρειες περαιτέρω ζημιών που προκλήθηκαν από τις αυθαίρετες και κακόβουλες ενέργειες των Εναγομένων (§ιη). - Λεπτομέρειες παράνομων και αντισυνταγματικών πράξεων των Εναγομένων 1 και 2 βάσει των άρθρων 15 και 17 (§ικ). - Λεπτομέρειες κακοβουλίας των Εναγομένων εναντίον του Ενάγοντος (§ικ). Όσον αφορά την εις βάρος του ποινική δίωξη ο Ενάγων είχε ήδη προβεί σε σχετική αναφορά και στην υφιστάμενη §
- Με τις νέες παραγράφους 22Α-22Ε [του αιτητικού §Α(ιδ)] ουσιαστικά επεξηγεί τη χρήση των προσωπικών του δεδομένων στη δίκη αυτή καθώς και στην προανακριτική διαδικασία για να καταλήξει ότι αυτή η χρήση αποσκοπούσε στη δημιουργία αρνητικής εικόνας η οποία αντέβαινε το δικαίωμα δίκαιης δίκης. Κανένας από τους Εναγομένους δεν εγείρει οποιονδήποτε λόγο ένστασης από νομικής πλευράς για την προσθήκη ζητημάτων εν σχέσει με την κατ΄ ισχυρισμόν παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης ή με τυχόν προσθήκη νέας βάσης αγωγής για το ζήτημα αυτό. Ούτως ή άλλως όμως το θέμα αυτό εντάσσεται στην ευρύτερη θέση του Ενάγοντος για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων του και δεν θα μπορούσε με ευκολία να χαρακτηριστεί ως νέα βάση αγωγής. Με τα αναφερόμενα στα αιτητικά Α(ιζ) έως (ικ) ο Ενάγων επεξηγεί τις ενέργειες των Εναγομένων τις οποίες θεωρεί ότι παραβιάζουν τα δικά του συνταγματικά δικαιώματα βάσει των άρθρων 15 και 17, καθώς και τις συνέπειες των ενεργειών αυτών για τον ίδιο. Ούτε για αυτές τις παραγράφους εγείρεται ζήτημα προσθήκης νέας βάσης αγωγής. Επισημαίνεται πως η αγόρευση της Εναγομένης 2 εστιάζεται βασικά στην προβολή επιχειρημάτων ότι γίνεται προσθήκη γεγονότων καθυστερημένα καθότι αυτά ήταν γνωστά προ πολλού και ότι θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο αρχικό δικόγραφο του Ενάγοντος. Η Εναγόμενη 1 εγείρει μεν ειδικότερα θέμα προσθήκης νέας βάσης αγωγής, πλην όμως όλη η επιχειρηματολογία της εστιάζεται στην προτεινόμενη υποπαράγραφο της §Α(ικ) υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες κακοβουλίας των Εναγομένων εναντίον του Ενάγοντα», εισηγούμενη ότι τα αναφερόμενα συνιστούν «. τη νέα βάση της κακόβουλης δίωξης .». Το θέμα αυτό αποτέλεσε και τη βασική εισήγηση στην αγόρευση της Εναγόμενης 1, χωρίς να εξειδικεύεται οποιοδήποτε άλλο ζήτημα από τα αναφερθέντα στους λόγους ένστασης της. Βέβαια, ως προς το τελευταίο να σημειωθεί για ό,τι αξίζει πως σε κανένα σημείο των προτεινόμενων προσθηκών ο Ενάγων δεν αναφέρει ότι επιθυμεί ή ότι στηρίζεται στο αυτοτελές αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης (του άρθρου 32 του Κεφ. 148) και πολύ περισσότερο δεν αναφέρει ρητώς κάτι τέτοιο στην προτεινόμενη νέα παράγραφο με τις αξιώσεις του [(§Α(κγ)]. Δεν αναφέρει δηλαδή ότι διεκδικεί αποζημιώσεις για ένα τέτοιο αστικό αδίκημα. Περαιτέρω είναι ενδεικτικό πως επιχειρεί να προσθέσει λεπτομέρειες κακοβουλίας όχι μόνον για τον Εναγόμενο 1 (στον οποίο αποδίδει την ποινική δίωξη του) αλλά και στην Εναγόμενη 2, (η οποία δεν εμπλέκεται στη δίωξη) και στην οποίαν ο Ενάγων αποδίδει κακοβουλία στην αποκάλυψη των προσωπικών δεδομένων. Είναι προς αυτό ενδεικτική η προτεινόμενη νέα §27 δια της οποίας επιθυμεί να ισχυριστεί ότι βάσει των πιο πάνω παραλείψεων, παρανόμων, αντισυνταγματικών και «κακόβουλων ενεργειών των Εναγομένων» (ο Ενάγων) «. αξιώνει αποζημιώσεις για τη ζημιά την ποία υπέστη και την επαναφορά της δικαιοσύνης όπως αυτή προστατεύεται μέσα από τα προαναφερόμενα Άρθρα του Συντάγματος .». Εν πάση όμως περιπτώσει το θέμα δεν θα απασχολήσει περαιτέρω καθότι γενικά και υπό προϋποθέσεις δεν απαγορεύεται ακόμα και η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή και ο ανασχηματισμός ή αναδιαμόρφωση του δικογράφου ενός διαδίκου ούτως ώστε να αναδείξει την πραγματική αμφισβητούμενη διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Η δυνατότητα αυτή επιβεβαιώνεται από τα παρατιθέμενα στο σύγγραμμα των Bullen and Leake and Jacob's PRECEDENTS OF PLEADINGS, 2η έκδοση, σελ. 127 ως εξής: "Thus, before the trial, leave to amend is readily granted on the usual terms that the costs of and occasioned by the amendment, including the costs of the application, are to be paid by the party amending in any event. So, the plaintiff may add a new cause of action and the defendant a new ground of defence or either party may re-frame or re-formulate his case so as to bring out the real question in controversy between them". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην παρούσα περίπτωση με τις επιχειρούμενες τροποποιήσεις επεξηγούνται τα γεγονότα στα οποία θα στηριχθεί ο Ενάγων και ουσιαστικά προστίθεται ο ισχυρισμός ότι οι διάφορες ενέργειες των Εναγομένων έγιναν κακόβουλα, στοιχείο το οποίο θα έχει τη σημασία του (εάν καταδειχθεί) δεδομένου ότι ο Ενάγων διεκδικεί με την προτεινόμενη αξίωση του όχι μόνο γενικές αλλά και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Κρίνεται ότι από πλευράς περιεχομένου οι επιχειρούμενες αλλαγές εμπίπτουν στην επιτρεπόμενη, με βάση τις ως άνω αρχές αναδιαμόρφωση και ή ανασχηματισμό δικογράφου, αφού πραγματικά αναδεικνύει και τροχιοδρομεί προς εκδίκαση τα πραγματικά επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων. Ακόμα όμως και αν τα πιο πάνω θεωρηθούν ως προσθήκη νέας βάσης, θεωρώ πως ευρίσκονται εντός των επιτρεπτών ορίων από πλευράς δικογραφικών κανόνων. Καθίσταται περαιτέρω σαφές πως τα ουσιώδη ερωτήματα, όσον αφορά την αίτηση, είναι αφενός κατά πόσον το εγχείρημα του Ενάγοντος είναι ανέντιμο ή ότι μέσω αυτού σκοπείται η εξαπάτηση του αντιδίκου ή ότι έχει προωθηθεί με αλλότρια κίνητρα ή ότι είναι αβάσιμο ή άσχετο με τα επίδικα θέματα και αφετέρου κατά πόσον το Δικαστήριο ικανοποιείται ως προς τη βασιμότητα και ουσιαστικότητα της επιδιωκόμενης τροποποίησης. Θα πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί πως παρά τις όποιες πιθανές δικογραφικές αδυναμίες της έκθεσης απαίτησης όπως προτείνεται, εντούτοις αποδίδει τις θέσεις του Ενάγοντος και δεν στοιχειοθετεί κάποιον από τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Αναμφίβολα από τα πιο πάνω δεν προκύπτει κάτι το οποίο να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι παρέλειψε σκόπιμα ο Ενάγων είτε να συμπεριλάβει στο αρχικό δικόγραφο τα όσα προβάλλει είτε να προωθήσει νωρίτερα την αίτηση του. Η αναβολή της ακρόασης δεν προκλήθηκε από τον ίδιο και δεν φαίνεται να είναι υπεύθυνος άλλης καθυστέρησης στην υπόθεση. Ειδικότερα η αγωγή είχε οριστεί πρώτη φορά για οδηγίες στις 28.5.15, οι επόμενες ημερομηνίες για οδηγίες ήταν στη βάση κοινών αιτημάτων και τέλος η αναβολή της ακρόασης στις 21.3.16 οφείλετο σε έλλειψη χρόνου του Δικαστηρίου, οπότε προέκυψε η αλλαγή δικηγόρου. Ούτε έχει υπάρξει μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι σκοπίμως διόρισε επιπρόσθετο δικηγόρο στο στάδιο που το έπραξε και όχι νωρίτερα αποβλέποντας σε καθυστέρηση. Είναι θέμα κοινής λογικής πως ο Ενάγων δεν είχε οποιοδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθεί από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης του. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη». Είναι όμως γεγονός πως οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί, καθώς και οι διαμορφωθείσες αξιώσεις θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί και στην αρχική έκθεση απαίτησης, δεδομένου ότι τα γεγονότα όντως ήταν γνωστά. Δεν έχει διαφανεί βέβαια ότι ο Ενάγων κατά τη σύνταξη του είχε σχετική ειδική γνώση και ενέκρινε τη μη συμπερίληψη των θέσεων αυτών στο αρχικό δικόγραφο του. Αντιθέτως η εικόνα η οποία δίδεται από την ένορκη δήλωση και την αγόρευση του Ενάγοντος και αυτό το οποίο εμμέσως πλην σαφώς αφήνεται να νοηθεί είναι πως η μη συμπερίληψη αυτών οφείλεται στην κρίση των αρχικών δικηγόρων. Οι νέοι δικηγόροι διαπίστωσαν την ανάγκη για τροποποίηση περί τις αρχές του 2017 και προχώρησαν στις 15.3.17 στην παρούσα αίτηση, δηλαδή σύντομα μετά τη διαπίστωση των αδυναμιών και ελλείψεων. Ο βασικός λόγος ένστασης είναι σαφέστατα η 5ετής και πλέον καθυστέρηση από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την καταχώριση της παρούσας. Ανεξαρτήτως του ότι στις 29.11.16 είχαν αναλάβει οι νέοι δικηγόροι, είναι γεγονός πως υπήρξε αδράνεια για τέσσερα και πλέον έτη τουλάχιστον από τον αρχικό δικηγόρο, ήτοι από την έκθεση απαίτησης μέχρι την παρούσα αίτηση, η οποία (καθυστέρηση) βεβαίως ορθώς αποδίδεται στον Ενάγοντα. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα δεν έχει δοθεί εξήγηση άλλη εκτός από την παράλειψη δικηγόρου να προβάλει τα θέματα όπως στην πραγματικότητα θα επιθυμούσε ο Ενάγων και όπως επιζητείται σήμερα. Σχετικά έχει αναφερθεί στην Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.α., Πολ. Έφ. 137/13 κ.α., ημ. 20.3.14 ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και ότι δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Από την άλλη πλευρά όμως, όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί ακόμα και αν, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες εναγόντων στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1(Α) Α.Α.Δ 543. Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των καθ΄ ων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Έχω τη γνώμη πως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται ουσιωδώς από την Ikos (ανωτέρω) στην οποίαν κρίθηκε πως τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ ολοκλήρου τον χαρακτήρα της αφού υπήρχε παλαιότερη προσθήκη διαδίκων, και με την αίτηση προέκυπτε νέα βάση αγωγής και δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, ενώ παράλληλα παρέμενε ανεπίδοτη η αγωγή σε κάποιους, παρέμεναν σε ισχύ ενδιάμεσα διατάγματα, οπότε υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς στην άλλη πλευρά και εν τέλει ήταν προσφορότερο τα νέα αγώγιμα δικαιώματα να εκδικάζοντο στα πλαίσια άλλων αγωγών. Καθοδηγητικά είναι τα αναφερθέντα στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα, Πολ. Έφ. Ε5/14, ημ. 24.3.14, η οποία οδήγησε σε διαταγή επανεκδίκασης αίτησης τροποποίησης με την οποία ζητείτο η προσθήκη στην υπεράσπιση ισχυρισμού για novus actus interveniens πέντε έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και ενώ η ακρόαση της είχε ήδη αρχίσει (και είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο μέχρι την εκδίκαση της έφεσης). Λέχθηκαν τα εξής: «Εξάλλου, η υπεράσπιση, αν και η ίδια καταχωρημένη με καθυστέρηση, επεδιώχθη να τροποποιηθεί αμέσως μόλις ανεκαλύφθη, όπως είναι ο ισχυρισμός, η εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς στη διάσταση αυτή. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την ίδια την αίτηση, έστω και αν το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί προηγουμένως. Εν πάση όμως περιπτώσει, λανθασμένη είναι και η άλλη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι προέκυπτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Είναι γεγονός ότι η ακρόαση είχε αρχίσει και δεν επρόκειτο για αγωγή για την οποία δεν είχε ακόμα αρχίσει η ακρόαση. Αλλά προφανώς βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της υπόθεσης με μαρτυρία του ίδιου του εφεσιβλήτου και χωρίς καν να είχε εισαχθεί ιατρική μαρτυρία, η οποία ήταν και το ουσιαστικό ζητούμενο στην όλη υπόθεση». Στη βάση των πιο πάνω αρχών αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως το βασικό και ουσιώδες κριτήριο είναι άλλο και πως η παρούσα δεν θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ανεξήγητης καθυστέρησης, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν πως η ακρόαση δεν έχει ακόμα αρχίσει, ότι οι Εναγόμενοι δύνανται δεόντως να αποζημιωθούν λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι δεν υπήρξε κακοπιστία και ότι με την επιχειρούμενη τροποποίηση τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για προώθηση της εκδοχής του Ενάγοντος. Ως προς το αιτητικό Α(στ) σημειώνεται πως όντως τίθεται δικαιολογημένα κάποιο ζήτημα κατανόησης, πλην όμως είναι εμφανές κατά την άποψη μου πως αυτό δημιουργείται από την εσφαλμένη χρήση του ρήματος «τροποποιηθεί» αντί του ορθού «προστεθεί». Δεν θεωρώ ότι είναι λόγος για να απορριφθεί το συγκεκριμένο αιτητικό αφού δύναται να διορθωθεί στο διάταγμα με τις κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και χωρίς οποιαδήποτε ζημιά στους Εναγόμενους. Το ίδιο, πρέπει να πω, ισχύει και για ορισμένα άλλα σημεία των αιτητικών, τα οποία κρίνεται ορθό να διευκρινιστούν βάσει της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου για την καλύτερη και σαφέστερη διατύπωση του εκδοθησομένου διατάγματος, ως κατωτέρω, αφού διαπιστώνεται ότι παρεισέφρησαν κάποια γραφικά λάθη. Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και ασκώντας τη δικαστική ευχέρεια κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί με κάποιες όμως διευκρινίσεις όσον αφορά τα αιτητικά. Ως εκ τούτου εκδίδονται διατάγματα ως οι §Α(α) έως (κγ) της αίτησης, αλλά με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις: (i) Στο αιτητικό Α(β) και συγκεκριμένα στην προτεινόμενη §2(β) μετά τη λέξη «Εναγόμενος» να προστεθεί ο αριθμός «1». (ii) Στο αιτητικό Α(στ) η λέξη «τροποποιηθεί» αντικαθίσταται με τη λέξη «προστεθεί». (iii) Στο αιτητικό Α(ιδ) και συγκεκριμένα στην πρώτη γραμμή του, μετά τον αριθμό «22Δ» προστίθεται ο αριθμός «22E». (iv) Στο αιτητικό Α(ιε) και συγκεκριμένα στη δεύτερη γραμμή του, μετά τη λέξη «και» προστίθεται η λέξη «μετά». Νέο κλητήριο με την τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένες Υπερασπίσεις να καταχωριστούν εντός περαιτέρω 30 ημερών από την παραλαβή της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης όσο και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντος ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η αγωγή παραμένει για προγραμματισμό στις 8.10.18 και ώραν 9π.μ., χωρίς έξοδα. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο