Εγγλέζου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 2504/06, 27/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A429 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2504/06 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 19/12/2014 Μεταξύ: Εγγλέζου Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Ιουλίου, 2018. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Ν. Ροτσίδης, για Ν. Ροτσίδης & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ379). Για τον Εναγόμενο: Η κ. Μ. Τσαγκάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Η δικονομική πορεία της παρούσας αγωγής (που καταχωρίστηκε στις 7.4.06), αποδείχθηκε πολυκύμαντος. Ο δικαστηριακός φάκελος μιλά από μόνος του. Οι αλλαγές δικηγόρων από μέρους του ενάγοντα, οι συχνές τροποποιήσεις της δικογραφίας από τον ενάγοντα (τρεις στο σύνολο), οι επακολουθήσασες αναβολές σε ημερομηνίες που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, ο χαρακτήρας και το μάκρος τής μαρτυρίας (αποτελούμενης από εκατοντάδες σελίδες στενοτυπημένων πρακτικών και 117 τόσα ξεχωριστά και πολυσέλιδα), ο αριθμός των μαρτύρων που κατέθεσαν για πληθώρα περίπλοκων ιατρικών θεμάτων, ο χρόνος που δαπανήθηκε για τις αγορεύσεις, σίγουρα δεν επικούρησαν στην ταχύτερη συμπλήρωση της δίκης καίτοι το Δικαστήριο, υπό την παρούσα σύνθεση (και αναλαμβάνοντας την υπόθεση πέραν της μίας δεκαετίας μετά την καταχώριση) και με επίγνωση της σοβαρότητας της, συνεδρίαζε με συναίνεση των συνηγόρων και τα απογεύματα με σκοπό τη συντομότερη τελεσιδικία. Εν είδει παρένθεσης, καταγράφω ότι το Δικαστήριο ενάσκησε την εξαιρετικά σπάνια συμφυή και ευρεία εξουσία του για επανάνοιγμα υπόθεσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυρογένη ν Βουλής των Αντιπροσώπων και Άλλων (Αρ 1)
(1996)1(Α) ΑΑΔ 49, 60, Μαυρογένης ν Βουλής των Αντιπροσώπων και Άλλων (Αρ 2)
(1996)1(Α) ΑΑΔ 134, 137), προχωρώντας αυτεπαγγέλτως στην επιλογή, μετά την επιφύλαξη της απόφασης (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαήλ ν Λαπίθη και Άλλων, ΠΕ 336/11, ημ. 12.1.18), για να δώσει τον λόγο στους δικηγόρους να τοποθετηθούν επί ζητημάτων που εντοπίστηκαν μετά την επιφύλαξη. Ο ενάγων αξιώνει εναντίον του εναγομένου: « Α) Ειδικές Αποζημιώσεις ως εν λεπτομέρεια αναφέρονται στην παράγραφο 21 υπό του τίτλου «Λεπτομέρειες» ανωτέρω. Β) Γενικές αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία. Γ) Γενικές αποζημιώσεις για πιθανές μελλοντικές επεμβάσεις και θεραπείες που πιθανόν να κριθούν αναγκαίες για τον Ενάγοντα. Δ) Γενικές αποζημιώσεις για τη μειονεκτική θέση του ενάγοντα στην αγορά εργασίας και/ή για το ότι ο ενάγοντας είναι ολικά ανίκανος για εργασία. Ε) Γενικές αποζημιώσεις για αναστολή και/ή ανικανότητα προώθησης των σχεδίων του ενάγοντα να ασχοληθεί επαγγελματικά με την ανάπτυξη γης. Ζ) Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για τις ενέργειες και/ή αμελής πράξεις των αρμοδίων γιατρών, λειτουργών και/ή οποιονδήποτε άλλων ήταν υπό την ευθύνη τους ο Ενάγων για την θεραπεία του και/ή λανθασμένες χορηγήσεις, οδηγίες και/ή θεραπείες και/ή φάρμακα και/ή συμπεριλαμβανομένων και των προσπαθειών αλλοίωσης των πραγματικών δεδομένων. Η) Πρόνοια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ρυθμίζεται το θέμα της σύνταξης γήρατος του Ενάγοντος και/ή ειδική ρύθμιση που να διασφαλίζει την είσπραξη σύνταξης του Ενάγοντος σε περίπτωση που ο ίδιος συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους και/ή σε περίπτωση που ο ίδιος αποβιώσει όπως μην στερηθεί η σύζυγος του την σύνταξη του ως χήρα του Ενάγοντος. Θ) Νόμιμο τόκο από τη γέννηση του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού που θα επιδικαστεί. Ι) Άπασαν την δικαστική δαπάνη, έξοδα και ΦΠΑ. Κ) Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο θεωρεί ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις». Είναι εκδοχή του ενάγοντα ότι κατά ή περί την 13.5.03 - σε ηλικία 35 ετών - εισήχθη στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας με συμπτώματα έντονης κεφαλαλγίας, εμετών και δυσκαμψίας του αυχένα. Οι θεράποντες γιατροί διέγνωσαν υπαραχνοειδή εγκεφαλική αιμορραγία, για την οποία τού χορήγησαν, λανθασμένως, στεροειδή φάρμακα («στεροειδή»), με παρεπόμενο να υποστεί πάθει άσηπτη νέκρωση δεξιού ισχίου και δεξιού ώμου («οστεονέκρωση»). Η φαρμακευτική αγωγή που του δόθηκε από τους γιατρούς τού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ήταν ακατάλληλη και αμελής. Αποτέλεσμα της αμέλειας αυτής - με τον εναγόμενο να ενάγεται (παραδεκτώς) «.υπό την ιδιότητα τού αντιπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 172 του Συντάγματος, και/ή το άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, για κάθε ζημιογόνο άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση ασκήσεως των καθηκόντων τους» - ήταν η πρόκληση ζημιών στον ενάγοντα για τις οποίες αξιώνει διά της αγωγής διαφόρων μορφών ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Συνθέτει εκδοχή τού εναγομένου πως τούτος δεν υπέχει ευθύνης για ό,τι του καταλογίζεται. Η χορηγηθείσα δόση στεροειδών για αποιδηματική δράση ήταν χαμηλή και βραχύχρονη (από κατά ή περί την 16.5.03 μέχρι την κατά ή περί την 4.6.03) και μειωνόταν σταδιακώς. Η περίθαλψη του ενάγοντα ήταν η ενδεδειγμένη, με αυτόν να βρίσκεται ασταμάτητα υπό δέουσα παρακολούθηση και φαρμακοθεραπεία και με τρόπο που ποσώς δικαιολογεί την αποδιδόμενη συμπεριφορά. Στη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, κάποια (πολύ περιορισμένα) γεγονότα για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά αυτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου του μαρτυρικού υλικού θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιον μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Για απόδειξη της αξίωσης ο ενάγων - πέραν της δικής του μαρτυρίας (ως ΜΕ4) - παρουσίασε τη μαρτυρία των XXXXX Ιωάννου (ΜΕ1), XXXXX Παντζαρή (ΜΕ2), XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ3) και XXXXX Βαρνάβα (ΜΕ5), ενώ ο εναγόμενος, κάλεσε ως μάρτυρες τούς XXXXX Ζηντίλη (ΜΥ1), XXXXX Συμεωνίδη (ΜΥ2) και XXXXX Ζωδιάτη (ΜΥ3). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων και τα περικλειόμενα στα κατατεθέντα τεκμήρια, αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν εκφράζεται ρητώς στο παρόν σκεπτικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1936-1937), μη χρειώδους της καταγραφής και επανάληψης τους, εκτός μιας περίληψης για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Εκείνο που καθηκόντως επράχθη δικαστικώς είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται εδώ έχουν μεταφερθεί αυτούσιες ως είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά και στη δικογραφία. Όσα τεκμήρια κατατέθηκαν για αναγνώριση και δεν μετατράπηκαν σε κανονικά τεκμήρια αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 AAΔ 120, 122). Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο ειδικός ορθοπεδικός χειρουργός XXXX Ιωάννου (ΜΕ1) - ο οποίος (ως είπε), κατά την τεσσαρακονταετή ιατρική του άσκηση εξέτασε και νοσήλευσε περί τις τριάντα οστεονεκρώσεις τής μηριαίας κεφαλής (με κάποια από αυτά να οφείλονται στη λήψη στεροειδών) - στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), αναφέρθηκε στην ιατρική κατάσταση του ενάγοντα, διερμηνεύοντας τήν οστεονέκρωση και τη συνιστώμενη για αυτή φαρμακευτική αγωγή. Ο νευρολόγος XXXXX Παντζαρής (ΜΕ2) - Διευθυντής της Γ΄ Νευρολογικής Κλινικής και του Εργαστηρίου Νευροαγγειολογίας του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου και Αναπληρωτής Καθηγητής Νευρολογίας στο Saint George Medical School στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, με αναφορά στην κατάθεση/δήλωση του (Έγγραφα Β και Γ), εξήγησε την κατάσταση τού ενάγοντα σε διάφορα χρονικά διαστήματα, διατεινόμενος πως η αντιμετώπιση και η θεραπεία του ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας δεν ήταν η πρέπουσα. Ο δικαστικός γραφολόγος XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ3), στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Δ), έδωσε μαρτυρία για γραφολογική έκθεση που ετοίμασε για την υπόθεση. Ο ενάγων XXXXX Εγγλέζου (ΜΕ4), παρουσίασε τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Ε), την οποία υιοθέτησε και ανέλυσε, περιγράφοντας τα συμβάντα υπό τη δική του σκοπιά. Η XXXXX Βαρνάβα (ΜΕ5), στην κατάθεση/δήλωση της (Έγγραφο ΣΤ), προσέφερε μαρτυρία ως εσωτερική λογίστρια και υπεύθυνη μισθοδοσίας τής Tsircon Construction Co Ltd στην οποία εργαζόταν ο ενάγων μεταξύ 11.3.02 και 20.12.04. Ο παθολόγος-ρευματολόγος XXXXX Ζηντίλης (ΜΥ1), διά της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Η), επεξήγησε τη συμπτωματολογία και φαρμακοθεραπεία του ενάγοντα σε διάφορους χρόνους. Ο νευροχειρουργός XXXXX Συμεωνίδης (ΜΥ2), στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Θ), παρέσχε αποσαφηνίσεις για την κλινική κατάσταση του ενάγοντα πραγματευόμενος θέματα παροχής στεροειδών περαίνοντας πως δεν υπήρξε πλημμέλεια των νευροχειρουργών που περιέθαλψαν τον ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ο ορθοπεδικός-τραυματολόγος XXXXX Ζωδιάτης (ΜΥ3), στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Ι), ξεδίπλωσε τη γνώμη του με επικέντρωση στην οστεονέκρωση και στην προβλεπόμενη θεραπεία και φαρμακολογία. Στις αγορεύσεις, οι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία (και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές), δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιωδών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, μια και κάτι τέτοιο ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να αντανακλούν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι κατ' ανάγκην από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Κατά την αξιολόγηση ήμουν πάρα πολύ προσεκτικός και τελούσα σε εγρήγορση ώστε, σταθμίζοντας τη μαρτυρία, να μην συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν θεώρησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο των άλλων μαρτύρων και τούτο από σαφείς υποδείξεις της νομολογίας επί του θέματος, με ενδεικτική και μόνο την αναφορά στην Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18 και στην Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65, χωρίς να σημαίνει και πάλι πως αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με γνώμονα άλλες από τις καθιερωμένες αρχές, ή ότι τους αντιμετώπισα κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και κάτι τέτοιο θα ήταν, ως αρχή, κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες είδαν το έργο τους, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας τού κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης προσωπικότητας, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντα), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609 - με αυτό να εφαρμόζεται οριζοντίως σε στις ισχύουσες εδώ περιπτώσεις - πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δηλωτική ασυνέπειας στην προώθηση θέσεων τού αντεξετάζοντος και ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγιάζοντας την εκάστοτε παράβλεψη κατά τη σοβαρότητα της (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Ο ειδικός ορθοπεδικός χειρουργός XXXXX Ιωάννου (ΜΕ1), ο νευρολόγος XXXXX Παντζαρής (ΜΕ2), ο γραφολόγος XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ3), ο παθολόγος-ρευματολόγος XXXXX Ζηντίλης (ΜΥ1), ο νευροχειρουργός XXXXX Συμεωνίδης (ΜΥ2) και ο ορθοπεδικός-τραυματολόγος XXXXX Ζωδιάτης (ΜΥ3), γίνονται αποδεκτοί ως πραγματογνώμονες μάρτυρες για πλείστα όσα θέματα κατέθεσαν ως εμπίπτοντα εντός της ειδικότητας τους, χωρίς να εξυπακούεται μ' αυτό η απόδοση οιασδήποτε αποδεικτικής βαρύτητας στη γνώμη τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σάββα ν Α/φοί Κουρίδη Λτδ, ΠΕ 74/12, ημ. 26.2.18, Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημ. 2.5.17, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787). Όπως αυθωρεί θα αναλύσω εκτενέστερα, οι XXXXX Ιωάννου (ΜΕ1), XXXXX Παντζαρής (ΜΕ2) και XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ3) - σε αντίθεση με τους μάρτυρες υπεράσπισης - μου δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Ο ενάγων, αν και κατά βάσιν αξιόπιστος, δεν μου προξένησε την καλυτέρα των εντυπώσεων, σε όλο το πεδίο της μαρτυρίας του και το ίδιο, η XXXXX Βαρνάβα (ΜΕ5). Επεκτείνω. Ο XXXXX Ιωάννου (ΜΕ1), επέμεινε για την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ στεροειδών και οστεονέκρωσης (ή ισχαιμικής νέκρωσης), εμμένοντας πως η διασύνδεση τούτη είναι εναργής ως εκ των επιστημονικών πραγμάτων και ότι η οστεονέκρωση πηγάζει από την έγχυση στεροειδών στο ανθρώπινο σώμα. Είπε ότι τα στεροειδή απαρτίζουν τη συχνότερη αιτία πρόκλησης οστεονέκρωσης σε ποσοστό πέραν του 85% και πως κατά τη δική του εμπειρία από συμβάντα μη τραυματικής οστεονέκρωσης που εξέτασε στην καριέρα του, ποσοστό 80% προήλθε από στεροειδή. Ο μάρτυς δεν παρέθεσε σχετικά στοιχεία, στερώντας (άθελα του) από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να ιχνηλατήσει τούτο τα όσα επιζήτησε να προτάξει προς θεμελίωση της γνώμης του. Το ότι ο μάρτυς δεν προκλήθηκε κατά την αντεξέταση να επεκταθεί σε αυτά, δεν συνθέτει το μοναδικό κριτήριο (ή κέντρισμα) για μια τέτοια επιλογή αφού σκοπός του θα έπρεπε να ήταν η υποβοήθηση τού Δικαστηρίου να καταλήξει σε ευρήματα με την αναμενόμενη για τα ασφάλεια. Σε ένα κάπως προχωρημένο σημείο της αντεξέτασης και μετά που τού τέθηκε τούτο ευθέως από την αντεξετάζουσα, ο μάρτυς παραδέχθηκε πως η θεραπεία με στεροειδή, των παθήσεων που περιέγραψε, δεν περιέρχεται εντός της ειδικότητας και ευθύνης του και πως, εξ' όσων θυμόταν «.τα πλείστα περιστατικά με λήψη στεροειδών εγώ διέγνωσα αυτούς τους αρρώστους ότι πάσχουν από οστεονέκρωση», για να καταλήξει σε μια άλλη, το ίδιο αξιοσημείωτη αντίθεση, πως αν και είχε πει στην κυρίως εξέταση ότι πολλοί πιστεύουν πως η επιπλοκή της οστεονέκρωσης εμφανίζεται μετά από λήψη μικρών δόσεων κορτιζόνης για μακρύ χρονικό διάστημα, τούτη μπορεί να προκύψει (συμφώνως επιστημονικών ερευνών) και μεθύστερα τέτοιων δόσεων για βραχύ χρονικό διάστημα (ακόμη και επταήμερο Δεν μπορούσε να πάρει θέση επακριβώς επί των περιπτώσεων εκείνων με τις οποίες ενασχολήθηκε στο παρελθόν ισχυριζόμενος πως τις πληροφορίες αυτές θα πρέπει να τις κατείχε ο θεράπων γιατρός των ασθενών και πως ο ίδιος ήξερε μόνο την πάθηση και πως παρά το ότι αμέσως πριν είχε παραδεχθεί πως δεν είχε γνώση περί των στεροειδών, οι ασθενείς «.σίγουρα έπαιρναν [στεροειδή] για πολυχρονικό διάστημα», αλλάζοντας την τοποθέτηση του αργότερα υποστηρίζοντας πως η μεταβλητή τού χρόνου ήταν (ανάμεσα σε άλλες), λεπτομέρεια που δεν τον ενδιέφερε και πολύ γιατί «.δεν ήμουν εγώ που έδινα τα στεροειδή. Άλλοι γιατροί τα έδιναν». Ο μάρτυς είπε πως, όταν αποφασιστεί η παροχή στεροειδών σε ασθενή (και τούτο ως ανέφερε ίσχυε και κατά το 2003), θα πρέπει ο γιατρός να διαπιστώσει την όποια ευεργετική δράση στην υγεία τού ασθενούς από τα στεροειδή και να συνομιλήσει το θέμα μαζί του φέροντας εις γνώσιν του επιπλοκές που μπορεί να επέλθουν στην υγεία του από τη χρήση των φαρμάκων αυτών. Παρέλειψε όμως ο μάρτυς (ενώ είχε μελετήσει τον ιατρικό φάκελο (Τεκμήριο 1)) - το περιεχόμενο τού οποίου δεν είναι αμοιβαίως παραδεκτό ούτε και κατατέθηκε για την αλήθεια τού περιεχομένου του αποτελών τουτέστιν εξ ακοής μαρτυρία αξιολογήσιμη κατά το άρθρο 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, C&F Orologas & Sons Ltd ν Μίτας, ΠΕ 366/09, ημ. 30.1.15, Vasiliades ν The Police
(1988)2 CLR 193) - να μνημονεύσει το Δελτίο Συγκατάθεσης για Ιατρική Διερεύνηση, Θεραπεία ή Εγχείρηση το οποίο και διακρίνεται να είχε υπογράψει ο ενάγων στις 16.5.03 (Τεκμήριο 1
(5)) και που περιέχει δήλωση του τελευταίου ότι ο γιατρός τού είχε εξηγήσει λεπτομερώς το καθετί που σχετιζόταν προς τις επεμβάσεις, το όφελος, τις υπαλλακτικές θεραπευτικές λύσεις και άλλα για τη φαρμακολογία και μεταχείριση του ως ασθενούς στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στο μόνο που έκανε αναφορά ο μάρτυς (με τρόπο γενικό και ακαθόριστο), ήταν πως το 2003, προβλεπόταν «.ειδικό δελτίο να συμπληρώνουμε», το οποίο είχε ετοιμάσει προφανώς ο Παγκύπριος Ιατρικός Σύλλογος για τον σκοπό αυτό. Εάν ο μάρτυς εννοούσε με τη μαρτυρία του το Δελτίο Συγκατάθεσης για Ιατρική Διερεύνηση, Θεραπεία ή Εγχείρηση (Τεκμήριο 1
(5)) - το οποίο παρουσιάζεται να εκδόθηκε από τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο - τότε λογικώς διερωτάται κάποιος, για ποιο λόγο δεν ταύτισε το ειδικό αυτό δελτίο με το Δελτίο Συγκατάθεσης για Ιατρική Διερεύνηση, Θεραπεία ή Εγχείρηση (Τεκμήριο 1
(5)), προσέγγιση που θα ταξινομούνταν ως δικαιότερη για τους γιατρούς που περιέθαλψαν τον ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και ιδιαιτέρως, για την παροχή διαφωτιστικών εξηγήσεων προς το Δικαστήριο περί του Δελτίου Συγκατάθεσης για Ιατρική Διερεύνηση, Θεραπεία ή Εγχείρηση (Τεκμήριο 1
(5)). Αν όχι, εξακολουθεί να παραμένει απορίας άξιον για ποιο λόγο ο μάρτυς δεν παρουσίασε το δελτίο για το οποιο μίλησε ώστε να διαφανεί σαφέστερα το τι πραγματικώς ήθελε να περιγράψει. Η ευπαίδευτη δικηγόρος για τον εναγόμενο υπέδειξε πως ενώ ο μάρτυς έμμενε ότι υπήρχε οστεονέκρωση και στο αριστερό ισχίο του ενάγοντα, δεν κατόρθωσε να καταδείξει πειστικώς το ευσταθές τού πορίσματος του γιατί από τη μια, δήλωνε ότι η οστεονέκρωση απέρρευσε διά κλινικής διαπίστωσης, ενώ από την άλλη, ως επακόλουθο μαγνητικής τομογραφίας. Η θέση της συνηγόρου δεν είναι άρτια αφού ο μάρτυς (βλέποντας κανείς μακροσκοπικά και όχι μικροσκοπικά τη μαρτυρία του), μηδέποτε διατύπωσε ότι η περί ης ο λόγος διαπίστωση δεν μπορεί να λάβει χώραν και κλινικώς, παρά μόνο ότι την αδιαμφισβήτητη πληροφόρηση για κάτι τέτοιο τη δίνει πάντοτε η μαγνητική τομογραφία. Παρά ταύτα, ο μάρτυς παραδέχθηκε πως η κατανόηση του περί οστεονέκρωσης στο αριστερό ισχίο δεν ενισχύεται από τη μαγνητική τομογραφία, κάτι που, όπως κι αν έχει, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ή να υποβιβασθεί ως αρνητική απόληξη από μέρους του σε μια τόσο σημαντική υπόθεση. Υποσημειώνω, ως πρόσθετη παρατήρηση, ότι κατά την κυρίως εξέταση ο μάρτυς είχε αναφέρει πως εξ όσων πληροφορήθηκε, ο ενάγων «.κρίθηκε μόνιμα ανίκανος για εργασία.» («.από το αρμόδιο τμήμα των κοινωνικών ασφαλίσεων .»), ενώ αυτό, ως γεγονός, συνθέτει ανακρίβεια κατά το περιεχόμενο τουλάχιστον του Τεκμηρίου 97
(1)που αφορά σε επιστολή του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 24.5.05, με την οποία πληροφορήθηκε ο ενάγων για την απόφαση του αρμόδιου αυτού τμήματος να τον κατατάξει ως ανίκανο (για σκοπούς σύνταξης ανικανότητας), σε ποσοστό 75%. Αργότερα κατά την αντεξέταση, ο μάρτυς αντιλαμβανόμενος πιθανόν την ανακριβολογία, είπε ότι, παρόλο που ο ενάγων δεν μπορεί να εργαστεί πλέον ως οικοδόμος, εντούτοις «. είναι ικανός για κάποια επαγγέλματα καθιστικά . εάν κάθεται κάπου μπορεί . Για λίγες ώρες .. 2-3 τη μέρα». Η διόρθωση της απόκλισης δεν μπορεί να παραθεωρηθεί. Ως επίλογος (και για όσα επιδίκως νοιάζουν), απογράφεται πως ο μάρτυς παρ' όλες τις προλεχθείσες αποκλίσεις, ήταν γνησίως βοηθητικός και λεπτομερής στο πόρισμα του ότι η οστεονέκρωση έχει όλα τα χαρακτηριστικά πρόκλησης της από τη χρήση στεροειδών που δόθηκαν στον ενάγοντα από τον εναγόμενο, αποκλειόμενης άλλης αιτιολογίας, με τον μάρτυρα να εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα κατάλληλα επιστημονικά και ειδικά κριτήρια (και στοιχεία), προς δικαστικό πλέον καθορισμό ενεργώντας προς τούτο (ο μάρτυς) σε εναρμόνιση με τις αντίστοιχες επιταγές τής νομολογίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Παναγρίτη ν Χαραλάμπους
(2012)1(Α) ΑΑΔ 439, 445 και στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νικολάου (Αρ 1)
(2010)2 ΑΑΔ 525, 536-537). Η μαρτυρία του, για τους λόγους που ανέπτυξα, ήταν επί της ουσίας θετική και ασυζητητί έγκυρη και την αποδέχομαι ως έχουσα τα διακριτικά μιας ανυπόκριτης και επιστημονικώς συναρθρωμένης γνώμης. Δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Ιωάννου (ΜΕ1). Ο XXXXX Παντζαρής (ΜΕ2), εξέφρασε με τρόπο απαρασάλευτο και υποδειγματικό τη γνώμη του περί αιτιώδους συνάφειας μεταξύ στεροειδών (ακόμη και για μικρότερο χρονικό διάστημα χορήγησης από εκείνο που τα λάμβανε ο ενάγων) και οστεονέκρωσης, με αμφότερα τα πεδία γνώσης (φαρμακολογικά και νευρολογικά), να ανήκουν στην πραγματογνωμοσύνη του. Ουδόλως η μαρτυρία του κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Εισηγήθηκε η δικηγόρος τού εναγομένου ότι ο μάρτυς επιχείρησε σκοπίμως να παρουσιάσει την «.πλευρά του εναγομένου ως ανίκανη και αμελή, χωρίς ωστόσο η όποια ισχυριζόμενη συμπεριφορά που καταλογίζεται στον εναγόμενο, να έχει οποιαδήποτε σχέση με την οστεονέκρωση». Αφορμή για τούτο έδωσε το σθένος, ως το περιέγραψε η συνήγορος, που επέδειξε ο μάρτυς αναδεικνύοντας την καθυστέρηση στη διενέργεια των αρμοζουσών εξετάσεων στον ενάγοντα άμα τη εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και το ότι θα έπρεπε να είχε διενεργηθεί σε αυτόν παρακέντηση από την πρώτη μέρα νοσηλείας. Η υπόδειξη τής δικηγόρου αδικεί τον μάρτυρα, που δεν ήταν αδιάλλακτος περί του θέματος. Τουναντίον, σχολίασε πως οι πρώτες 72 ώρες από τη διάγνωση υπαραχνοειδούς αιμορραγίας είναι σημαίνουσες για την πραγματοποίηση της παρακέντησης (αλλά και της αγγειογραφίας), ήταν δε εξίσου καθαρός και για το ότι η όποια καθυστέρηση (ή η μη γρηγορότερη διενέργεια αγγειογραφίας), δεν ταυτίζεται με άμεσο και ουσιαστικό τρόπο με την οστεονέκρωση (ως ο τελευταίος ισχυρίζεται), αλλά και για το ότι οι αναφορές του (μάρτυρα) εδράζονταν επί γεγονότων που ο ίδιος είχε αποκομίσει και συναγάγει από μελέτη τού ιατρικού φακέλου (Τεκμήριο 1). Δεν αναδύεται κίνητρο εκ πλευράς μάρτυρα ή άλλες συνθήκες που να αφήνουν αντικειμενικώς οποιοδήποτε ψήγμα στην πραγματογνωμοσύνη του. Μια άλλη γραμμή που προωθήθηκε εκ πλευράς εναγομένου για κατάρριψη του γνωσιολογικού βάθρου πάνω στο οποίο στηρίχθηκε ο μάρτυς, ήταν και το ότι επιστημονικό άρθρο το οποίο ο ίδιος ο μάρτυς κατέθεσε (Τεκμήριο 38), αναφέρει (μακράν προγενέστερων απαντήσεων του), πως (ως το έθεσε η δικηγόρος στην αντεξέταση), η δεξαμεθαζόνη χρησιμοποιείται συχνά στη θεραπεία ασθενών με υπαραχνοειδή αιμορραγία («Corticosteroids, particularly dexamethasone, are commonly used for treating patients with subarachnoid haemorrhage (SAH) and primary intracerebral haemorrhage (PICH) despite their being a lack of insight in the evidence on their efficacy»). Ο μάρτυς απάντησε ότι η συγκεκριμένη αναφορά στη μελέτη συνθέτει το ερώτημα προς απάντησιν δίκην υπόθεσης (hypothesis), ως καθίσταται και απολύτως αντιληπτό από το σύνολο της απάντησης. Ενισχυτικό τούτου είναι και το ότι στα συμπεράσματα της μελέτης (Τεκμήριο 38), καταγράφεται πως δεν υπάρχει απόδειξη συνηγορούσα στην κατά ρουτίναν χρήση κορτικοστεροειδών (όπως η κορτιζόνη, η κορτιζόλη, η πρεντιζόνη και η δεξαμεθαζόνη) σε ασθενείς με υπαραχνοειδή αιμορραγία και πως, αντιθέτως, μια τέτοια θεραπεία μπορεί να συνδέεται και με αυξημένους κινδύνους επιφοράς αρνητικών επιπτώσεων στους ασθενείς. Δεν υφίσταται επομένως ανακολουθία ή αντίφαση του μάρτυρα, παρά μόνον για θεμιτή ερμηνευτικώς ανάλυση από μέρους του, του περιεχομένου συγκεκριμένης επιστημονικής έρευνας. Δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Παντζαρή (ΜΕ2). Η μαρτυρία του XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ3), παρέμεινε σταθερή τόσο σε ό,τι αφορά στη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε για τη γραφολογική εξέταση (Τεκμήριο 66
(1)), όσο και σε ό,τι σχετίζεται με την αλλοίωση του εξιτηρίου από άγνωστο πρόσωπο και σε άγνωστο χρόνο (Τεκμήρια 1
(92), 58
(3)και 58
(4)). Δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ3). Ο ενάγων XXXXX Εγγλέζου (ΜΕ4), έστω και αν ήταν συνεπής στην περιγραφή των συμπτωμάτων του πριν από την εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ήταν υπερβολικός στην περιγραφή των επακόλουθων που λέγει πως έπαθε, με σημείο αναφοράς πάντοτε το τι ο ίδιος κατατάσσει ως αμελή χειρισμό εκ μέρους τού εναγομένου. Ως παράδειγμα θα μπορούσε να αναφερθεί το ότι ενώ κατά την κυρίως εξέταση είχε πει πως εν συνεχεία χειρουργικής επέμβασης στο δεξιό ισχίο του παρέμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι για έξι μήνες, όταν αντεξετάστηκε περί τούτου δεν μπορούσε να θυμηθεί και να επαναλάβει τη χρονική αυτή διάρκεια (και θα ασχοληθώ ξανά με αυτό). Η έλλειψη θυμητικού, ως διακρίβωσα ενώ τον παρακολουθούσα στο εδώλιο, ήταν προσχηματική και σκοπούσα στο πλάσιμο μιας θολερής απεικόνισης παρά μιας πραγματικής παρουσίασης των συμβάντων. Αρκετές ήσαν και οι φόρες που ο μάρτυς εξόγκωσε τα περί αποκατάστασης του και του τρόπου που η οστεονέκρωση επηρέασε την ποιοτική του καθημερινότητα, συγχρωτίζοντας στοιχεία απορρέοντα από ιατρική συμβουλή και παραινέσεις με δικές του προσωπικές αντιλήψεις και φοβίες για το τι θα έπρεπε να πράξει ώστε να γιατρευτεί καλύτερα και γρηγορότερα. Ας πούμε, ενώ δήλωσε πως παρέμεινε κλινήρης για τρεις τόσους μήνες μετά την πρώτη εγχείριση στο δεξιό ισχίο την 3.5.04, επέλεξε να παραμείνει στο κρεβάτι για έξι μήνες «.λόγο φόβου.», υπερτονίζοντας (κατά την κυρίως εξέταση) σαν να μην έφτανε αυτό και το ότι δεν κατέβηκε καν στο ισόγειο της οικίας του για όλη την περίοδο των έξι μηνών, λέγοντας πως η οικία του «.έχει έξι σκαλιά που χωρίζει το κάτω με το πάνω μέρος. Ούτε κάτω δεν μπορούσα να κατεβώ στο σπίτι. Έμεινα πάνω στο σπίτι έξι μήνες. Μετά που ήμουν καλύτερα πάλι δεν κατέβαινα γιατί φοβόμουν να μην κάνω ζημιά στο ισχίο μου». Αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο αντεξέτασης όταν του τέθηκε ότι εντός της εξάμηνης περιόδου που ισχυρίστηκε πως έμενε στο ανώγειο, είχε επισκεφθεί (με πατερίτσες), τον γιατρό XXXXX Μαλίζο στο Ξενοδοχείο Χίλτον στην Λευκωσία (που είχε έρθει από την Ελλάδα), με τον μάρτυρα, φανερά ψευδόμενο (λυπούμαι να πω), να αλλάζει την εκδοχή του και να διατείνεται με τη μεγαλύτερη ευκολία (και σε κάθετη αντίφαση με όσα είχε προγενέστερα πει επί του σημείου), ότι «.οι πρώτοι 3 μήνες ήταν σίγουρα στο κρεβάτι, σίγουρα, το γνωρίζω σίγουρα. Οι επόμενοι 3 μήνες που αναφέρεται η κυρία Τσαγκάρη που είναι τόσο σημαντικό για την υπόθεση, μετακινούμουν με τες πατερίτσες όταν είχα ανάγκη να πάω κάπου, στο αποχωρητήριο για παράδειγμα στο σπίτι, προσπαθούσα να μην μετακινούμαι άσκοπα, έπιανα τις πατερίτσες μου στο πόδι το δεξί και πήγα στο Hilton, γιατί ο κύριος Μαλίζος μου είπε. Τι έπρεπε να κάνω; Να μην πάω; Δεν επιδεινωνόταν το ισχίο όταν ήταν πάνω, δεν φορτιζόταν, αυτά». Λίγο μετά προσπάθησε όψιμα να μετατοπίσει τη χρονική στιγμή επίσκεψης του στο Χίλτον - και πάλι δημιουργώντας κάκιστη εντύπωση - λέγοντας ότι ο χρόνος θα μπορούσε να συγκεκριμενοποιηθεί αν ρωτούσε κανείς τον γιατρό XXXXX Χριστοδούλου «.πότε ήρθε στην Κύπρο ο κύριος Μαλίζος.», αφού κατά τον μάρτυρα (και παραθέτω αυτούσια την απάντηση συμπεριλαμβανομένης και της προηγούμενης περικοπής), «.εγώ δεν επερπάτουν χωρίς πατερίτσες στους 6 μήνες. Επερπάτουν με πατερίτσες και συγκεκριμένα θυμούμαι που πήγα στον κύριο Μαλίζο στο Hilton που με εξέτασε, του είπα" γιατρέ, μπορώ να περπατώ με τες πατερίτσες; " Και μου τις πέταξε και μου είπε "μπορείς να περπατήσεις, να τις αφήσεις και να περπατήσεις". Εγώ τότε φόρτισα το ισχίο μου με εντολή του κυρίου Μαλίζου όταν πήγα στο Hilton, τώρα, πότε πήγα, ήταν στους 2 ή 5 ή 6 μήνες ....μπορεί να υπολογιστεί αφού γνωρίζουμε και να ρωτήσουμε τον XXXXX Χριστοδούλου πότε ήρθε στην Κύπρο ο κύριος Μαλίζος, μπορούμε να υπολογίσουμε». Άλλες φορές - και στερούμενος γνώσεις ειδικού - ο μάρτυς περιέπλεκε στη μαρτυρία του ζητήματα για τα οποία δεν κατείχε εξειδικευμένη παιδεία (και δεν αναφέρομαι στις περιπτώσεις εκείνες που περιέγραφε τη συμπτωματολογία του και τα παρεπόμενα των όσων λέγει πως τού συνέβησαν ή όπου απαντούσε σε ερωτήσεις ή υποβολές ιατρικής μορφής), αλλά σε εκείνες όπου προέβαινε σε συμπερασμούς συνυφασμένους με αξιώσεις στην αγωγή άνευ της απαραίτητης εξειδίκευσης. Ο ενάγων έφτασε σε σημείο να πει πως η απόφαση του Ιατρικού Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων να τον κατατάξει ως ανίκανο για εργασία σε ποσοστό 75% (Τεκμήριο 97
(1)) «.στην πραγματικότητα δεν είναι σωστό.» διότι, ως υπέβαλε ο μάρτυς, η ανικανότητα που έχει δεν του επιτρέπει να δουλεύει στο 100% των δυνατοτήτων του. Η θέση του, πέραν από μη στοιχειοθετηθείσα (αναφορικώς προς το ότι κανείς δεν τον προσλαμβάνει γιατί κουράζεται εύκολα και πρέπει να προσέχει για να μην πονάει και πως ουδείς θέλει να προσλάβει άτομο με αναπηρία και άλλα παρόμοια), στερείτο συνεκτικότητας και πειστικότητας. Αξία έχει, για ό,τι τώρα εξετάζεται, πως ο μάρτυς ήταν και επ' αυτού υπερβάλλων, αντανακλώντας για ακόμη μια φορά διάθεση διόγκωσης της πραγματικότητας αντιμαχόμενος κατ' ουσίαν και το τεκμαρτώς αξιόπιστο μαρτυρίας που ο ίδιος παρουσίασε (διά του Τεκμηρίου 97
(1)), με σκοπό να στηρίξει τα περί αναπηρίας. Η άτεγκτη θέση του μάρτυρα περί ολοκληρωτικής αναπηρίας δεν υιοθετήθηκε ούτε και από μάρτυρες που ο ίδιος παρουσίασε και ιδιαίτερα από τον XXXXX Ιωάννου (ΜΕ1), ο οποίος, παραδέχθηκε ότι ο ενάγων αν και δεν μπορεί να εργαστεί στο μέλλον ως οικοδόμος είναι ικανός για ολιγόωρη καθημερινή καθιστική εργασία. Συνεπώς, με αυτό να μην άπτεται της αξιοπιστία του αυτής καθεαυτής - η θέση που ανέπτυξε αποσταθεροποιεί την εκδοχή του. Συναρμοζόμενο με τα περί ανικανότητας του για εργασία, είναι και το ότι, παρόλο που κατέθεσε αντίγραφο του ασφαλιστικού λογαριασμού που διατηρούσε με τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 84) - έχοντας πει είπε πολλά για την παντελή ανικανότητα του για εργασία μετά την πρώτη εγχείρηση τον Μάιο 2004 - δεν διαφώτισε γιατί στον ασφαλιστικό λογαριασμό (Τεκμήριο 84), παρατηρούνται καταχωρισμένες ασφαλιστέες αποδοχές για το 2005 (ΛΚ706,00/€1.206,27), για το 2008 (€9.294,00) και για το 2011 (€10.308,00), ή ακόμη και για το 2004 (ΛΚ8.821,00/€15.071,57), οι οποίες (για τα έτη 2008 και 2011) είναι στα ίδια περίπου επίπεδα με εκείνες του 2003 (ΛΚ8.939,00/€15.273,19) και του 2002 (ΛΚ8.139,00/€13.906,31). Η δικηγόρος του εναγομένου δεν αντεξέτασε τον μάρτυρα επί των πτυχών αυτών και για τα ερωτήματα που αναδύονται ως προς την ισορροπία των εκδοχών του. Εκτός των άλλων αλλά εντός της ίδιας θεματικής, ο μάρτυς παρότι υπεραμύνθηκε στη μαρτυρία (γραπτή και προφορική), πως παραμένει ανίκανος για εργασία και ότι δεν δούλεψε από τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης που έτυχε στο δεξιό ισχίο στις 3.5.04 (εξαιτίας της οστεονέκρωσης), δεν επέλεξε να καταθέσει αντίγραφο τού ασφαλιστικού του λογαριασμού (αν υπήρχε), για ημερομηνίες μεταγενέστερες τής 17.10.14 (που συντάχθηκε το Τεκμήριο 84 και το οποίο αφορά στις ασφαλιστέες αποδοχές του από το 1983 μέχρι και το 2011). Ούτε και έδωσε κάποια δικαιολογία. Μήτε και σε αυτή την πτυχή αντεξετάστηκε. Μηδέ και συνέθεσε ερέθισμα αντεξέτασης το περιεχόμενο της Βεβαίωσης ημερομηνίας 21.3.16 (Τεκμήριο 97
(9)), που πληροφορεί ότι τούτος «.λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας από 1.2.05 σε ποσοστό 75%» και αυτό, όχι προς αμφισβήτηση τού τι δηλώνεται εκεί, αλλά σαν εφαλτήριο προς ανίχνευση τού κατά πόσον ο ασφαλιστικός λογαριασμός διατηρούνταν στο όνομα του μάρτυρα και μετά το 2011, για να εξεταστούν τα πράγματα σφαιρικώς και με εμβρίθεια, δοσμένου τού συνόλου των στοιχείων που καταγράφονται εκεί. Παράγεται προσέτι από τα προλεχθέντα και αναντιστοιχία μεταξύ της αξίωσης του ενάγοντα για επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων για απώλεια απολαβών μέχρι (τουλάχιστον) και την 20.12.04 (ημερομηνία κατά την οποία σταμάτησε να εργάζεται στην Tsircon Construction Co Ltd) και αυτών που είπε και επιχείρησε να θεμελιώσει προσκομίζοντας τις ασφαλιστέες αποδοχές του για το 2004 (Τεκμήριο 84), από τα οποία εξάγεται ότι τα εισοδήματα του παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα. Όλα τούτα συνηγορούν πως ο μάρτυς δεν ήταν απολύτως ειλικρινής για τις επιπτώσεις που επήλθαν σε αυτόν από την οστεονέκρωση (επί οικονομικού και σωματικού επιπέδου) και επ' αυτού δεν δέχομαι τη μαρτυρία του. Στο ίδιο μοτίβο, εντάσσω και τα περί αναγκαιότητας μελλοντικών φυσιοθεραπειών και φαρμακευτικής αγωγής - η οποία κατά τον Νίκο Ιωάννου (ΜΕ1), προσδιορίζεται στη λήψη αντιαρθριτικών και αντιφλεγμονωδών φαρμάκων - με τον ενάγοντα/μάρτυρα να παραδέχεται ότι από την μέρα που έπαθε την οστεονέκρωση δεν πήγε ποτέ σε φυσιοθεραπεία. Δεν παραβλέπεται φυσικά πως ως αιτιολογία για την επιλογή ο μάρτυς έβαλε εμπρός την οικονομική του δυσχέρεια η οποία τον ώθησε στην εξεύρεση άλλων μεθόδων (όπως το θαλάσσιο κολύμπι και η ποδηλασία) για «.βελτίωση της κυκλοφορίας του αίματος για να μεν καταρρεύσει εντελώς η οστεονέκρωση» (ως δήλωσε στην αντεξέταση). Η εντύπωση που προσέδωσε ο μάρτυς στο Δικαστήριο κατά τις αναφορές του αυτές ήταν πάρα πολύ αρνητική και φανερώς αμυντική και πολύ απέχουσα από την αλήθεια, ως διαπίστωσα από τη γενικότερη του συμπεριφορά στο εδώλιο, η οποία ναι μεν εμπεριέχει σύμφυτους κινδύνους ως αξιολογική μεταβλητή, πλην όμως σε περιπτώσεις όπως η περιγραφόμενη δεν μπορεί να είναι διαφορετική όσο και αν το στεγνό πρακτικό της διαδικασίας δεν μπορεί να απηχήσει ό,τι δικαστικώς επιχειρείται να περιγραφθεί. Όμοια σχόλια και δικαστικός λόγος εκφράζονται και για τις αναφορές του ότι δεν παίρνει φάρμακα αφού του προκαλούν παρενέργειες, κι όμως επιζητεί αποζημιώσεις για μελλοντική φαρμακευτική αγωγή (και φυσιοθεραπεία), σχηματίζοντας με αυτό τον τρόπο μια αμφίσημη τακτική που και αυτή προσθέτει στις παλινδρομήσεις. Η μαρτυρία του ενάγοντα μερικώς αξιόπιστη ως κρίνεται (απορριπτέα ωστόσο για τις επιπτώσεις των σωματικών, των οικονομικών και των εργοδοτικών βλαβών του στο βάθος που έτυχε εντρύφησης) - με την εν μέρει αποδοχή να είναι απολύτως πρόσφορη ως δικαστική επιλογή κατά τη νομολογία μας (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαήλ ν Λαπίθη και Άλλων, ΠΕ 336/11, ημ. 12.1.18, Μιχαήλ και Άλλου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 145/14, ημ. 15.4.16, Φάρμα Ρένος Χ″ Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χίννη
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1331, 1333-1335, Βαριάνου ν Δρ Ανδρέα Π Βορκά
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1541, 1570) - γίνεται αποδεκτή υπό τους προρρηθέντες περιορισμούς μια και τα εκφρασθέντα του ενάγοντα επί της εξεταζόμενης ενότητας συγκεντρώνουν κατά τα άλλα τα απαραίτητα (ελάχιστα) στοιχεία αξιοπιστίας (για λόγους που προείπα). Η υπερβολή που επέδειξε ο μάρτυς δεν ακυρώνει απαρεγκλίτως και ως ζήτημα αρχής το σύνολο της μαρτυρίας του (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Στυλιανού και Άλλων
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1727, 1736-1738), έστω και αν θα μπορούσε αν οι υπερβολές του κρίνονταν πως επιμόλυναν αθεράπευτα το όλον της μαρτυρίας του αυτής (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου ν Hoffer, ΠΕ 263/12, ημ. 11.1.18). Δέχομαι μερικώς τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Εγγλέζου (ΜΕ4). Η XXXXX Βαρνάβα (ΜΕ5), επιχειρώντας, υποτίθεται, να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τα περί των απολαβών τού ενάγοντα στην Tsircon Construction Co Ltd - και ενώ το εγχείρημα της αναμενόταν εκ των πραγμάτων να είναι απλό από τη φύση του - κατόρθωσε να θολώσει την κατάσταση φθάνοντας και σε σημείο να συμπλέξει σε ένα συνονθύλευμα μαρτυρίας εκφάνσεις περί εισοδηματικών αποδοχών τού ενάγοντα με γενικότερες αναφορές περί του εργοδοτικού εταιρικού κόστους της Tsircon Construction Co Ltd και τι στοίχιζε στην εταιρεία η εργοδότηση του. Η παραπομπή τής μάρτυρος στις Αναλύσεις Μισθού τού ενάγοντα για τα έτη 2002 και 2003 (Τεκμήρια 85 και 86), με τον τρόπο που τις παρουσίασε - και που πολύ απείχε από το να επεξηγήσει κατανοητώς το περιεχόμενο τους από απόψεως δομής και ουσίας - συνέτεινε ομολογουμένως στον προκύψαντα συμφυρμό ο οποίος έτεινε να εξογκώσει κιόλας τις απολαβές του ενάγοντα (προς όφελος του), παρά να αντικαθρεφτίσει με αντικειμενικότητα το πραγματικό εργοδοτικό απείκασμα, με την πρώτη ύλη να βρίσκεται μπροστά της και στο Δικαστήριο ως έγγραφη μαρτυρία καλώντας σε ένα απλούστατο ξεδιάλυμα. Δήλωσε η μάρτυς (με αναφορά στο Τεκμήριο 85) - άνευ επικέντρωσης στη λεπτομέρεια που ενδιέφερε - ότι οι ακάθαρτες απολαβές του ενάγοντα για το 2002, ήσαν ΛΚ7.308,44/€12.487,
- Το άθροισμα υπολογίστηκε επί τη βάση ποσού ΛΚ2.033,50/€3.474,44 (ως βασικού μισθού τού ενάγοντα) συν ποσού ΛΚ4.628,36/€7.908,02 (τιμαριθμικό) πλέον ποσό ΛΚ321,18/€548,77 (ως «επιπρόσθετες ώρες») και ΛΚ325,40/€555,98 (ως «αναδρομικά»). Από τις ολικές ακάθαρτες απολαβές μετά από αποκοπές για κοινωνικές ασφαλίσεις, ταμείο προνοίας, ταμείο συνοχής, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, φόρο εισοδήματος, συνδρομές σε συντεχνία και άλλες εισφορές, συνολικού ύψους ΛΚ1.011,03/€1.727,45, η μάρτυς απέληξε στο καθαρό ποσό εισοδημάτων για (μέρος) τού 2002, ύψους ΛΚ6.297,41/€10.759,
- Για το 2003 και με την μάρτυρα να μην δίνει αρκούσες εξηγήσεις, ο βασικός μισθός (με παραπομπή στο Τεκμήριο 86), μειώθηκε σε ΛΚ1.987,63/€3.396,07, ενώ το τιμαριθμικό αυξήθηκε σε ΛΚ4.690,89/€8.014,86, όπως έγινε και σε σχέση προς τις «επιπρόσθετες ώρες» (ΛΚ435,17/€743,53). Από τις ακάθαρτες απολαβές για το 2003 (ΛΚ7.113,69/€12.154,46), αφαίρεσε ποσό ΛΚ815,82/€1.393,91 (για κοινωνικές ασφαλίσεις και ταμείο προνοίας), όχι όμως άλλα ποσά που είχε αφαιρέσει από τις απολαβές του ενάγοντα για το 2002 (ταμείο συνοχής, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, φόρος εισοδήματος, συνδρομή σε συντεχνία και άλλες αποκοπές), με απότοκο οι καθαρές απολαβές για το 2003 να ανέλθουν (κατά τους λογαριασμούς της), σε ΛΚ6.297,87/€10.760,
- Είναι αξιοπρόσεκτο ότι για το 2003 (και σε αντίθεση με τις απολαβές του ενάγοντα για το 2002), υπάρχουν καταχωρισμένες στην Ανάλυση Μισθού (για το 2003), εισφορές για κοινωνικές ασφαλίσεις, ταμείο προνοίας, ταμείο συνοχής, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, πλεονασμό και βιομηχανική κατάρτιση (όχι όμως φίσιες/stamps), παράσταση που έμεινε αδιευκρίνιστη και απροσδιόριστη εν σχέσει προς την ακρίβεια τού τρόπου υπολογισμού των απολαβών όπως τις εξέθεσε η μάρτυς. Σε ό,τι αφορά στις φίσιες/stamps, η μάρτυς ανέφερε πως αυτές «.συμπεριλαμβάνουν το 13ο μισθό και τις αργίες .» και ότι αγοράζονταν «.από τις συντεχνίες και τις δίναμε στους υπαλλήλους». Η θέση της ήταν και εδώ αξεκαθάριστη μια που δεν εξειδίκευσε τι ακριβώς περιελάμβαναν οι φίσιες αυτές δοσμένου πως από την απάντηση της φαίνεται ότι καταριθμούνταν και μεταβλητές πέραν του 13ου μισθού και αργιών. Παρέλειψε να εξειδικεύσει ικανοποιητικώς τις ακριβείς λεπτομέρειες πίσω από τις επιπρόσθετες ώρες εργασίας του ενάγοντα (όπως το φάσμα τους και το αποδιδόμενο ποσό αμοιβής), μ' όλο που κατά την αντεξέταση προσπάθησε να υπολογίσει το ακάθαρτο και καθαρό ανά ώραν ποσό αμοιβής του για το 2002 και 2003, προβαίνοντας σε μετρήσεις (με άγνωστες για το Δικαστήριο μεταβλητές και σταθερές), με την μάρτυρα να καθορίζει, ως εξάγεται, την τιμή βάσει τού τελικού αθροίσματος των ωρών απασχόλησης επιλέγοντας να μην αναφέρει την ανά ώραν σταθερή τιμή και το αν τούτη διαφέρει όταν κατατάσσεται ως «επιπρόσθετη». Για το 2002, περιέλαβε στο μέτρημα της (ως μέρος των απολαβών για τη χρονιά εκείνη) και ποσό ΛΚ325,40/€555,98, το οποίο προσδιορίζεται στο Τεκμήριο 85 ως «αναδρομικά», κάτι που δεν συνέβη για το 2003 για το οποίο ενώ το συνολικό ποσό των απολαβών ήταν μικρότερο από εκείνο για το 2002 (και δεν γνωρίζουμε εάν στους υπολογισμούς περιέλαβε τα αναδρομικά), το καθαρό ωριαίο ποσό αμοιβής ήταν ΛΚ4.42/€7,55, σε αντιστοιχία ποσού ΛΚ4.08/€6,97, για το
- Εκείνο που αναδύεται από την Ανάλυση Μισθού για το 2002, είναι ότι οι βασικές απολαβές ήσαν ΛΚ2.033,50/€3.474,44, με τιμαριθμικό ύψους ΛΚ4.628,36/€7.908,02, το οποίο όμως (τιμαριθμικό), δεν αποσαφηνίστηκε από την μάρτυρα εάν εμπερικλείει και τις επιπρόσθετες ώρες εργασίας και αναδρομικά στα οποία γίνεται αναφορά στην Ανάλυση Μισθού για το αφορών έτος. Η κατάσταση δεν διαλευκάνθηκε ούτε και από την Ανάλυση Μισθού για το 2003, όπου (υπό τους περιορισμούς που προαναφέρθηκαν), οι βασικές απολαβές ανέβησαν, με το αυξημένο τιμαριθμικό και τις επιπρόσθετες ώρες εργασίας, σε ΛΚ1.987,63/€3.396,
- Η μάρτυς, που δεν αμφισβητήθηκε για τον χρόνο εργοδότησης τού ενάγοντα στην Tsircon Construction Co Ltd (11.3.02-20.12.04) - και δέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της επί αυτής της πτυχής - ουδέποτε ισχυρίστηκε πως τούτος δεν είχε πληρωθεί τα αναλογούντα μέχρι την ημέρα εκείνη, ανεξαρτήτως τού ότι (ως είπε η μάρτυς κατά την κυρίως εξέταση), ο ενάγων «.απουσίαζε αρκετές εβδομάδες από την εργασία του . για λόγους της ασθενείας του», χωρίς να διευκρινίσει τι ακριβώς είναι που εννοούσε (ή υπονοούσε) με την τοποθέτηση και για το αν, παρά την όποια απουσία του ενάγοντα από την εργασία του, τούτος δεν είχε πληρωθεί για τις όποιες υπηρεσίες προσέφερε στην εταιρεία (ή δεν είχε αποζημιωθεί με άλλο τρόπο από αυτήν), ιδιαίτερα με αφορμή καταχωρίσεις στον ασφαλιστικό λογαριασμό του ενάγοντα (Τεκμήριο 84), για το σύνολο των ασφαλιστέων αποδοχών του για το 2004, αν και η μάρτυς είχε παραπεμφθεί κατά την αντεξέταση στο υπό ανάλυσιν τεκμήριο δίχως να θεωρήσει πρέπον να εκφέρει κάτι σχετικό. Η μάρτυς δεν ήταν λοιπόν καθόλου διαφωτιστική για ό,τι κλήθηκε να πει για τις Αναλύσεις Μισθού (Τεκμήρια 85-86), που (όπως και ο ασφαλιστικός λογαριασμός Τεκμήριο 84), παρέμειναν ασφαλώς ως αποτιμήσιμη μαρτυρία και αξιολογήθηκαν (βλ. κατ' αναλογίαν, Κολάνη ν Ταμπούρα
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1108, 1124) - με τις γενικολογίες της μάρτυρος και τα έτερα μειονεκτήματα που έδειξε, να οφείλονται περισσότερο σε αδυναμία της να μεταφέρει εναργώς όσα έπρεπε παρά σε ελατήρια ψεύδους και αποπροσανατολισμού - και να μην οδηγούν και δεν οδήγησαν αγογγύστως σε σωρευτική αναξιοπιστία της (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ismail, Ποιν. Έφ. 228/15, ημ. 17.10.16, Φάρμα Ρένος Χ″ Ιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν Χίννη
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1331, 1333-1335). Δέχομαι μερικώς τη μαρτυρία της XXXXX Βαρνάβα (ΜΕ5). Για τον XXXXX Ζηντίλη (ΜΥ1), εκείνο που χρήζει έμφασης ως προς την αξιολόγηση του είναι το ότι, ως μέρος της ιατρικής ομάδας που περιέθαλψε τον ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, δεν αναφέρθηκε σε ύπαρξη εγκεφαλικού οιδήματος στον ενάγοντα κατά την κυρίως εξέταση, επιλέγοντας να πει πως η σύσταση για τη χορήγηση στεροειδών έγινε από τον γιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, νευροχειρουργό Διέτη στις 19.5.03 (Τεκμήριο 1
(13)). Ανέφερε ότι η διά ιατρικής χορηγήσεως λήψη τής δεξαμεθαζόνης (είδος κορτιζόνης) από τον ενάγοντα ήταν για σύντομο χρονικό διάστημα (19.5.03-4.6.03), με σταδιακή μείωση της δόσης, ενώ στο σύνολο της η δοσολογία ήταν μικρή και δοσμένου πως (ως δήλωσε στην κατάθεση/δήλωση του-Έγγραφο Η) «.η δράση της κορτιζόνης δεν διαρκεί πάνω από 12 ώρες..» είναι απίθανο «.η άσηπτη νέκρωση στο ισχίο που παρουσιάστηκε στον [ενάγοντα] μετά το πέρας των 6 μηνών, να ήταν αποτέλεσμα της χορήγησης της δεξαμεθαζόνης. Πόσο μάλλον η παρουσία άσηπτης νέκρωσης του ώμου μετά από 3 χρόνια από τη νοσηλεία του στο Γ.Ν. Λευκωσίας». Η απόλυτη τοποθέτηση τού μάρτυρα περί τού απίθανου οστεονέκρωσης ένεκα στεροειδών τροποποιήθηκε μετέπειτα στην αντεξέταση ώστε να υποδηλοί παραδοχή του πως υφίστατο πάρα πολύ μικρή πιθανότητα - η οποία μετέστη μετά σε «.απειροελάχιστη.» - πρόκλησης οστεονέκρωσης από στεροειδή, με αυτόν να λέγει ειδικότερα ότι «.η άσηπτη νέκρωση με τη χορήγηση αυτής της δόσης και το διάστημα που το πήρε [ο ενάγων] είναι πάρα πολύ μικρή η πιθανότητα να πάθει κάποιος άσηπτη νέκρωση.». Το ασυμβίβαστο των δηλώσεων του μάρτυρα το σταχυολογεί σε ουσιώδες. Περιπλέον, ο μάρτυς παραδεχόμενος ότι είχε χορηγηθεί κορτιζόνη στον ενάγοντα κατά τους συνδεόμενους χρόνους, προσέθεσε πως η οστεονέκρωση δεν μπορούσε να επέλθει «.ειδικά 11 μήνες μετά τη χορήγηση της κορτιζόνης», αφού μετά «.από 11 μήνες φεύγει η δράση του φαρμάκου. Εάν ήταν να συμβεί κάτι θα συνέβαινε νωρίτερα». Ουδέ και αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του διαπνέεται από συνέπεια και τούτο λόγω του ότι η θέση του για τον χρονικό αυτό ορίζοντα έμεινε ανυποστήρικτη επιστημονικού υποβάθρου και σε φαινομενική σύγκρουση με το Τεκμήριο 14 («Multifocal Avascular Necrosis after Short-Term High-Dose Steroid Therapy: A Report of Three Cases»), το οποίο τέθηκε σε αυτόν υστερότερα κατά την αντεξέταση, με τον μάρτυρα να μην αδράχνει την ευκαιρία για να καταθέσει επί του περιεχομένου του αυθημερόν, ή ακόμη στην επόμενη δικάσιμο (μια που η αντεξέταση δεν συμπληρώθηκε και μετατέθηκε σε άλλη ημερομηνία). Από το τεκμήριο αυτό συνάγεται ότι οι επιπτώσεις τής κορτιζόνης είναι δυνατόν να εμφανιστούν πολύ μετά τους έντεκα μήνες, σε δύο, τρία ή και έξι ακόμη έτη. Δεν έδωσε εξήγηση ο μάρτυς ή επεκτάθηκε, ως όφειλε, έτσι που να επιβοηθήσει το Δικαστήριο στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Απαράλλαχτα, ο μάρτυς έκανε μνεία (για τις δοσολογίες των στεροειδών), πως οι μικρές (ως τις χαρακτήρισε) διακυμάνσεις των δόσεων θεωρούνται ως ιατρικώς ασήμαντες («.εδώ που ασχολούμαστε και μετρούμε τα milligram εάν είναι 99 ή 115 εγώ το θεωρώ λίγο αστείο από νευρολογικής άποψης. Είναι μικρή η διαφορά 130 ή 150. Ιατρικά ασήμαντη η διαφορά να κάθεσαι να τα μετράς. Δεν μπορείς να πεις στα 99 θα πάθεις επιπλοκή και στα 150 δεν θα πάθεις ή αντίστροφα. Είναι μικρές δόσεις αυτές). Δεν θα ασχολούμαστε με λεπτομέρειες και να χάνουμε την ουσία της υπόθεσης». Μολαταύτα - εκτός τού ότι η θέση αυτή ήχησε ανελαστική - συγκρούεται με το Τεκμήριο 14, στο οποίο αποτυπώνονται ως αξιοπρόσεκτες οι διακυμάνσεις ανάμεσα σε παρόμοιας απόκλισης δοσολογίες (επί παραδείγματι 328mg/380mg και 148mg/274mg δεξαμεθαζόνης) ή και με τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 15 («Multiple Joint Osteonecrosis following Short-Term Steroid Therapy») - που και αυτό τέθηκε στον μάρτυρα για σχολιασμό αργότερα, με τον τελευταίο να μην επανέρχεται επί αυτού - σύμφωνα με το οποίο δοσολογία 80mg κορτιζόνης χαρακτηρίζεται ως μεγάλη και δοσολογία 16mg πρεντιζόνης ως μέτρια (με 5mg πρεντιζόνης να αναλογούν σε 0,75mg δεξαμεθαζόνης). Κατά συνέπειαν, θα περίμενε κανείς, μια και τα προέταξε όλα αυτά ο μάρτυς ως μέρος της (φερόμενης) πραγματογνωμοσύνης του, πως θα τα ενέτασσε σε ένα πιο ορθολογικό πλαίσιο διασαφηνίζοντας συν τω χρόνω προς το Δικαστήριο τις όποιες άλλες γνώμες φέρεται να ισχύουν (ή να μην ισχύουν) στην επιστημονική κοινότητα. Απέτυχε. Αποκορύφωμα ήταν και το ότι, τελικώς, παραδέχθηκε πως δεν είναι «.εμπειρογνώμονας της άσηπτης νέκρωσης.» και ότι τις απαντήσεις για αυτά τα ζητήματα θα μπορούσε να τις δώσει ένας «.ορθοπεδικός . κάτι που δεν το ξέρω εκατό τοις εκατό να μην βάλω το χέρι μου στο Ευαγγέλιο. Αφού το έβαλα». Σε άλλη στιγμή, υπήγαγε στην ενότητα περί πραγματογνωμοσύνης, τη γνώση του περί στεροειδών λέγοντας πως για αυτά έχει «.γνώμη και γνώση, ανήκει εις τη σφαίρα της ειδικότητας της ρευματολογίας και τα χρησιμοποιώ κατά κόρον στη ρευματοειδή αρθρίτιδα», αρχίζοντας να εκφράζει άποψη για άλλη μια φορά για τη σχέσης στεροειδών και οστεονέκρωσης. Σε προσομοιάζουσες παραμέτρους κατατάσσονται απόψεις τού μάρτυρα που αυτοακυρώθηκαν (ή αυτοαναιρέθηκαν) με διευκρινίσεις που έδωσε ακολουθουμένων αντίστοιχων θέσεων του, όπως έγινε για το αν τα στεροειδή μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση ή θεραπεία εγκεφαλικών επεισοδίων, με τον μάρτυρα να λέγει πως τα στεροειδή βοηθούν και πως είναι υπέρ της αξιοποίησης τους σε τέτοιες περιπτώσεις και ύστερα να προτάσσει (σε υποβολή ότι τα στεροειδή δεν βοηθούν σε τέτοιες περιπτώσεις), πως ο ίδιος δεν είναι εξειδικευμένος για να εκφράσει βαρύνουσα άποψη και πως κατ' ουσίαν το τι επεδίωξε απαντώντας σε προηγούμενο στάδιο ήταν να μεταφέρει γνώση (που ισχυρίστηκε ότι έχει), με υποστήριγμα πως «.έχει περιστατικά που χορηγούνταν στεροειδή σε εγκεφαλικά επεισόδια και είναι και η κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, η νευροχειρουργική κλινική που τα χρησιμοποιούσε σε περιπτώσεις εγκεφαλικών επεισοδίων. Ήταν η πραχτική της κλινικής να τα χρησιμοποιεί, βασιζόμενη σε κάποια δεδομένα για τα οποία μπορείτε να ρωτήσετε . θα τα πουν, αυτοί που τα σύστησαν». Η μαρτυρία του δεν απέληξε να έχει εκείνα τα γνωρίσματα για να μπορεί να συνδράμει στη διάπλαση εύλογων δικαστικών συμπερασμάτων επί πλείστων όσων πτυχών στις οποίες τούτος αναφέρθηκε. Δεν δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Ζηντίλη (ΜΥ1). Ο XXXXX Συμεωνίδης (ΜΥ2), αναφερόμενος στο περιεχόμενο τού ιατρικού φακέλου (Τεκμήριο 1), παρέθεσε τη δική του ερμηνευτική περί των όσων επισυνέβησαν. Είπε ότι από τα περιεχόμενα στον ιατρικό φάκελο, η δεξαμεθαζόνη ίσως και να δόθηκε στον ενάγοντα «.για το οίδημα.», θέση που αλλοίωσε κατά την αντεξέταση αρνούμενος την αρχική του τοποθέτηση προτάσσοντας πως «.σε περίπτωση κεφαλαλγίας, υπινιακής κεφαλαλγίας, υπάρχει περίπτωση χορήγησης κορτιζόνης, δεξαμεθαζόνης. Στην προκείμενη θα μπορούσε να βοηθήσει στην απάλειψη της κεφαλαλγίας, δεν ξέρω γιατί η νευροχειρουργική κλινική προχώρησε σε χορήγηση κορτιζόνης στον συγκεκριμένο ασθενή, γι' αυτό πρέπει να ρωτήσετε τους παραπέμποντες ιατρούς, όχι εμένα, εάν είναι για οίδημα ή εάν δεν είναι για οίδημα εάν είναι για την κεφαλαλγία ή εάν δεν είναι κεφαλαλγία, αυτό μόνο αυτοί μπορούν να το τεκμηριώσουν για ποιον λόγο δόθηκε. Ακαδημαϊκά ξέρω ότι θα μπορούσε να δοθεί κορτιζόνη σε περίπτωση κεφαλαλγίας, ίσως και να βοηθά» και επισημαίνοντας την ίδια στιγμή (εξ αφορμής άλλης αντεξεταστικής ερώτησης), πως από τις παρατηρήσεις του στον ιατρικό φάκελο (Τεκμήριο 1), δεν μπορούσε να πει «.καθόλου για ποιον λόγο συγκεκριμένα χορηγήθηκε κορτιζόνη» στον ενάγοντα. Η απάντηση του ανέδειξε και μια δεύτερη αντίφαση - καθότι περί αντιφάσεων ο λόγος - αξιοσημείωτη για την ουσία των επίδικων. Ενώ στην κατάθεση/δήλωση (Έγγραφο Ι) αποτυπώνει πως δεν διακρίνει «.οποιαδήποτε πλημμελή συμπεριφορά των νευροχειρουργών στο σύνολο της.» και πως «.η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ήταν η ενδεδειγμένη», δεν ήταν σε θέση να πει για ποιο λόγο είχε δοθεί κορτιζόνη στον ενάγοντα στη βάση όσων αντιμετώπιζε ιατρικώς ο τελευταίος (ζήτημα που θίχθηκε πιο πάνω και συζητείται τώρα υπό ελαφρώς διαφορετική γωνία). Όταν προκλήθηκε αντεξεταστικώς για την μαρτυριακή ασυνέπεια απάντησε με τον ίδιο τρόπο (αντιτάσσοντας με άλλα λόγια ως αιτιολογία και δικαιολογία το ζητούμενο), ήτοι «.γιατί δεν γνωρίζω για ποιο λόγο δόθηκε», για να πει ότι η κορτιζόνη θα μπορούσε να είχε δοθεί «.για τον πονοκέφαλο, αλλά δεν μπορώ να ξέρω εκ των προτέρων για ποιον λόγο, ίσως εάν ρωτούσατε τους ίδιους, να μπορούσαν να σας το ξεκαθαρίσουν» (εννοώντας τους νοσοκομειακούς γιατρούς που περιέθαλψαν τον ενάγοντα). Στην εκτύλιξη της μαρτυρίας (για το εγκεφαλικό οίδημα ούτω καλούμενο), είπε ότι η επιστημονική τάση δεν προβλέπει την επιστράτευση κορτιζόνης για οιδήματα, αλλά για «.την κεφαλαλγία της υπαραχνοειδούς αιμορραγίας, για την δυσκαμψία του αυχένα η οποία δεν είναι απότοκος του οιδήματος, είναι απότοκος της αιμορραγίας της ίδιας, του ερεθισμού των μηνίγγων», τροποποιώντας μετά την απάντηση του στο ότι η κορτιζόνη δεν είναι το ενδεδειγμένο φάρμακο για την κεφαλαλγία και πως «.ένα πολύ καλό παυσίπονο.» είναι η κωδεΐνη, υπονοώντας πως κάλλιστα θα μπορούσε να είχε χορηγηθεί αυτή η ουσία στον ενάγοντα αντί η κορτιζόνη και τονίζοντας ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει γιατί θα έπρεπε να χορηγηθεί κορτιζόνη στον ενάγοντα για την κεφαλαλγία και πως στο τέλος για την επιλογή αυτή θα έπρεπε «.να ρωτήσετε τους θεράποντες γιατρούς, δεν ήμουν παρών, δεν ξέρω», για να τελεύσει με το ότι σε υπαραχνοειδή αιμορραγία (σε εξαιρετικές περιπτώσεις), θα μπορούσαν να είχαν δοθεί στον ενάγοντα στεροειδή για το οίδημα. Οι αμφιταλαντεύσεις του μάρτυρα δεν εντυπωσίασαν από απόψεως της επικουρικής δυναμικής που θα μπορούσε να έχει η μαρτυρία του για τη δικαστική διεργασία απόφανσης. Είπε πως κατά το 2003, η επιστημονική κοινότητα ήταν πιο ελαστική στη χορήγηση κορτιζόνης ενώ υπήρχαν στοιχεία που δεν την επικροτούσαν για οιδήματα από υπαραχνοειδή αιμορραγία «.αλλά υπήρχαν πάρα πολλές σχολές, πάρα πολλά νοσοκομεία τα οποία έδιναν». Παρόλα αυτά, δεν μπορούσε να πει εάν το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ακολουθούσε οποιεσδήποτε κατευθυντήριες οδηγίες για τη χρήση κορτιζόνης ή στεροειδών κατά το 2003, αν και συγκεκριμενοποίησε ότι η κορτιζόνη για αποιδηματική δράση αποτελούσε λανθασμένη πρακτική και πως (σε ό,τι αφορά στον ενάγοντα) - επανέλαβε ο μάρτυς - εάν «.υπάρχει άλλος λόγος, θα πρέπει να ρωτήσετε τους ίδιους» (τους γιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας που ασχολήθηκαν με τον ενάγοντα). Αλλού στην αντεξέταση, ο μάρτυς παραδέχθηκε ότι η δεξαμεθαζόνη και η κορτιζόνη που χορηγήθηκαν στον ενάγοντα είχαν προκαλέσει σε αυτόν την οστεονέκρωση, έχοντας λίγο πριν παραδεχθεί (στα πολλά), πως «.δεν είναι η αρμόδια μου ειδικότητα.» (η διαπίστωση άσηπτων νεκρώσεων οστών από κορτιζόνη), μόλο που, ως δήλωσε (και όχι μια φορά ως καθίσταται πλέον αντιληπτό), τα στεροειδή δόθηκαν στον ενάγοντα άνευ τεκμηρίωσης περί του οφέλους τους. Η μαρτυρία του XXXXX Συμεωνίδη (ΜΥ2), δεν βοήθησε το Δικαστήριο και ήταν σε ασυμμετρία με όσα απαιτεί η νομολογία από πραγματογνώμονες μάρτυρες (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787). Δεν δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Συμεωνίδη (ΜΥ2). Ο XXXXX Ζωδιάτης (ΜΥ3), προσπάθησε να στρέψει την προσοχή προς άλλες αιτίες (ή και άλλες αιτίες) πρόκλησης της οστεονέκρωσης - πέραν δηλαδή της χρήσης στεροειδών - εγχείρημα απολύτως θεμιτό κατ' αρχήν νοουμένου πως θα συνοδευόταν και από την κατάλληλη εδραίωση, ή τέτοιας εμβέλειας πληροφόρηση, ώστε, συναρτώμενης τούτης με την εφαρμοζόμενη ιατρική γνώση και γνώμη, να συνθέσει στήριγμα για τη μόρφωση δυνατότητας εξαγωγής ανεξάρτητων δικαστικών ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ο μάρτυς δεν πέτυχε στο έργο του μια και η μαρτυρία του ήταν περισσότερο γενικευτική και συν τοις άλλοις έωλη ερεισμάτων. Εκεί που είχε πει στην αντεξέταση (συμφωνώντας με τον αντεξετάζοντα), ότι ο ενάγων δεν είχε τραυματιστεί, μετά, σε συνδεδεμένη ερώτηση περί αποκλεισμού «.τραυματικής προελεύσεως οστεονέκρωση», ανέφερε πως δεν ήταν γνώστης για το αν πράγματι ο ενάγων είχε τραυματιστεί ή όχι. Η αλληλοαναίρεση (ή το διιστάμενο τής τοποθέτησης), μπορεί να οράται από μια πρώτη ανάγνωση ως αμελητέα ή ως μικρής βαρύτητας, αλλά η στάση αυτή τού μάρτυρα ήταν δεικτική και τούτη μιας πλατύτερης και μεθοδευμένης (υπό την καλή και αποδεκτή έννοια του όρου), τακτικής επί σκοπώ σχηματισμού αμφιβολιών ως προς τις πιθανές καταβολές της οστεονέκρωσης, με τις τοποθετήσεις του να μην εκπηγάζουν από απτά γεγονότα και στοιχεία που σε συνδυασμό με άλλες σταθερές (επί παραδείγματι επιστημονικά δεδομένα), να διαμορφώνουν άλλη εντύπωση. Σε αυτή την πτυχή θα επανέλθω. Ο μάρτυς ενώ άφηνε να νοηθεί ότι οι καταγραφές στο έντυπο Αξιολόγησης Εισαγωγής Ασθενούς (Τεκμήριο 1
(3)-
(4)) - στην έκταση που τούτες προήλθαν από δηλώσεις του ενάγοντα - μπορεί και να ήσαν ανακριβείς ή διεπόμενες από ιδιοτελή ελατήρια του ιδίου, όταν κλήθηκε στην αντεξέταση να εκφραστεί συγκεκριμένως επί ειδικών αναφορών στην Αξιολόγηση Εισαγωγής Ασθενούς (Τεκμήριο 1
(3)-
(4)), δεν απέδωσε δόλιες προθέσεις στον ενάγοντα ή δήλωσε πως ο τελευταίος είχε λόγους να ψευσθεί, σε χρόνο μάλιστα που, σύμφωνα με τον ενάγοντα, δεν είχε εισέτι δεχθεί θεραπευτική αγωγή στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στη συνέχεια της αντεξέτασης είπε ότι οι εξετάσεις που χρειάζονταν για διαπίστωση ύπαρξης μεταβλητών ή παθήσεων από τις οποίες μπορούσε να επακολουθήσει η οστεονέκρωση θα έπρεπε να είναι εξειδικευμένες και στοχευόμενες - κάτι που ο μάρτυς δεν είχε εντοπίσει πως έγινε ή σημειώθηκε στον ιατρικό φάκελο (Τεκμήριο 1) έτσι που να ανιχνευθεί κάποιος αιτιολογικός παράγοντας συσχετιζόμενος με την οστεονέκρωση - και όχι γενικές, ως ήσαν εκείνες που διενεργήθηκαν με την εισαγωγή τού ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κατέγραψε στην κατάθεση/δήλωση του (Έγγραφο Ι), πως δεν υπάρχει «.πουθενά απόδειξη ότι ο ασθενής ελέχθηκε για το σύνδρομο υπερπηκτικότητας και άλλες νόσους, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με την οστεονέκρωση». Είπε πως από τις εξετάσεις που είχαν διενεργηθεί στον ενάγοντα, το σύνδρομο υπερπηκτικότητας δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο ενάγων προέβη στις απαραίτητες εξετάσεις βάσει των οποίων «.ουδέποτε παρουσίαζε οτιδήποτε παθολογικό που να έχει συσχετιστεί με την πρόκληση οστεονέκρωσης, εκτός από τη λήψη στεροειδών κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο», με τον μάρτυρα να αμφισβητεί την εκτέλεση των εξετάσεων αυτών εγείροντας εκ νέου ζήτημα για το αν ο ενάγων «.ελέγχθηκε για σύνδρομο υπερπηκτικότητας.» και αυτό αφού (κατά τον μάρτυρα), δεν «.βρέθηκε κάτι τέτοιο στον φάκελο του ασθενούς». Με αυτούς τους συνειρμούς (και κάποιους άλλους που συμπαρατίθενται στην ίδια παράγραφο αλλά και αλλαχού στην κατάθεση/δήλωση του), ο μάρτυς ισχυρίστηκε πως «.δεν μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι [ο ενάγων] υπέστη οστεονέκρωση στο δεξιό ισχίο και στο δεξί βραχιόνιο, λόγω της βραχυχρόνιας χορήγησης της δεξαμεθαζόνης». Εκεί που παρουσιαζόταν ως επαΐων στην αιματολογική και διαγνωστική ερμηνεία της οστεονέκρωσης υπό το μελετώμενο φάσμα ακυρώνοντας ή και αποδοκιμάζοντας τοιουτοτρόπως προηγηθείσες εξετάσεις που έγιναν στον ενάγοντα (αιματολογικές και άλλες), όταν κλήθηκε αντεξεταστικώς (με εφαλτήριο το Τεκμήριο 1
(45)), να πει αν είχε γίνει ή αν φαινόταν να είχε γίνει «.εξέταση για τη θρομβοφιλία για την υπερπηκτικότητα», είπε ότι ως ορθοπεδικός δεν μπορούσε να απαντήσει «.σε αυτήν την ερώτηση.» και πως «.θα ήταν πιο κατανοητό να υπήρχε μια γνωμάτευση παθολόγου ή αιματολόγου.». Έτσι, ο μάρτυς περιθωριοποίησε την όποια βαρύτητα μπορούσε κρισίμως να έχει η μαρτυρία του επαναλαμβάνοντας και στην επανεξέταση πως το σύνδρομο υπερπηκτικότητας καλεί σε πολύ συγκεκριμένες «.εξετάσεις και γονιδιακές εξετάσεις, η Ηπατίτιδα Β ή C πρέπει να πάμε να τα ψάξουμε συγκεκριμένα, δεν έχουν συμπτωματολογία ούτε οι άλλες οι ασθένειες έχουν συμπτωματολογία αλλά ναι μπορούν να βρεθούν εφόσον γίνει ο έλεγχος», θέτοντας πάλι την προηγηθείσα μαρτυρία του υπό αμφιβολίαν για τον λόγο ότι αυτός δεν κατείχε προς τούτο ειδική γνώση. Ο μάρτυς είπε πως αν και η μακροχρόνια χρήση κορτικοστεροειδών έχει ταυτιστεί με πιθανότητα ανάπτυξης οστεονέκρωσης σε ποσοστό 5-35%, δεν υπάρχουν μελέτες κύρους που να αναφέρονται σε οστεονέκρωση προερχόμενη από βραχεία θεραπεία με στεροειδή (και σε αυτή την κατηγορία ενέταξε και την επίμαχη). Μολοντούτο, στην αντεξέταση συμφώνησε ότι ένας ασθενής «.μπορεί να λάβει ποσότητες ίδιες με αυτές που έλαβε ο Ενάγων και να πάθει οστεονέκρωση.», αναιρώντας κατ' ουσίαν την προηγούμενη του θέση, εκτός και αν πλέον θα πρέπει να θεωρηθεί πως παραδέχθηκε ότι ανεξαρτήτως διαβάθμισης τής δοσολογίας των στεροειδών που χορηγήθηκαν στον ενάγοντα, οι ποσότητες αυτές ήσαν ικανές να προκαλέσουν τα όσα ο ενάγων λέγει πως του προκλήθηκαν. Πιο μετά, ο μάρτυς αμφισβητώντας πως είχε ποτέ απαντήσει με τον προειρημένο τρόπο, συνηγόρησε για τα αντίθετα, για να περάνει κατοπινά (σε ερώτηση για την πιθανότητα ο ενάγων «.να είναι λόγω της κορτιζόνης που έπαθε την οστεονέκρωση»), πως θεωρούσε «.πολύ-πολύ πιο πιθανόν να μην έχει σχέση με την οστεονέκρωση» και να κατατάσσεται η περίπτωση του ενάγοντα στην κατηγορία εκείνη όπου η οστεονέκρωση ανακύπτει άνευ αιτιολογίας (να είναι δηλαδή ιδιοπαθής). Δεν είναι ανάγκη να αναφερθούν άλλα πολλά για το συνολικώς προκύπτον μαρτυριακό σχήμα του XXXXX Ζωδιάτη (ΜΥ3), πλην μιας άλλης μικρής ενότητας που άπτεται τής απόπειρας του να μειώσει την αξία επιστημονικών δημοσιεύσεων που δεικνύουν σε εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις από τις δικές του. Ο μάρτυς, με τρόπο πιο πολύ ισοπεδωτικό και στερημένο θα έλεγα ικανοποιητικών εξηγήσεων, είπε ότι οι δημοσιεύσεις αυτές που ομιλούν για οστεονέκρωση μετά από σύντομη χρήση στεροειδών δεν έχουν κάποια σπουδαιότητα και δεν αποτελούν αφετηρία για ιατρική προσοχή, πρακτική και προβληματισμό. Ο μάρτυς διά του Τεκμήριου 109 («Avascular Necrosis»), υπέβαλε πως ως έγγιστα 20% (το τεκμήριο αναφέρεται σε περίπου 25%) «.των ανθρώπων που παρουσιάζουν άσηπτη νέκρωση δεν βρίσκεται ποτέ, δεν συσχετίζεται με αιτιολογικό παράγοντα, είναι δηλαδή άγνωστης αιτιολογίας». Παρέλειψε όμως, κάτι το ανεπιθύμητο για πραγματογνώμονα, να παρουσιάσει το σύνολο της δημοσίευσης, αφήνοντας εκτός αναφοράς άλλη προτροπή στο ίδιο δημοσίευμα για το ότι οι ψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών (όπως η πρεντιζόνη), συγκροτούν τη συχνότερη αιτία οστεονέκρωσης μη τραυματικής αιτιολογίας (Τεκμήριο 114). Δύο τινά φύονται από το χειρισμό του μάρτυρα. Πρώτον, πως δεν μερίμνησε να διασαφηνίσει πως το αναφερόμενο ποσοστό (25%) αφορά στα τραυματικής και στα μη τραυματικής αιτιολογίας επεισόδια οστεονέκρωσης, με το δημοσίευμα να μην απαρτίζει μελέτη ή ακόμη και έκθεση περιστατικών (case report) περί των οποίων τόσα πολλά αρνητικά απέδωσε στη μαρτυρία του. Δεύτερον, ότι η θεώρηση του μάρτυρα για ό,τι προκρίνεται ως σημαντικό στην υπόθεση είναι εξόχως μονοσήμαντη και στοχευμένη στην ενίσχυση υπέρ πάντων, τής εκδοχής του εναγομένου με τρόπο αποκλίνοντα από εκείνο που θα ανέμενε κανείς από πραγματογνώμονα. Ο μάρτυς κατέθεσε ως Τεκμήριο 110 δημοσίευμα με τίτλο «Osteonecrosis of the Hip» για να στηρίξει τη θέση ότι η οστεονέκρωση τού ισχίου μπορεί να συσχετιστεί και με τη χρόνια χρήση στεροειδών, με την οστεονέκρωση να αναπτύσσεται σταδιακώς και να μπορεί να διαρκέσει από μερικούς μήνες μέχρι και ένα έτος (σε αντίθεση με άλλη ανάστροφη θέση του μάρτυρα). Αναφέρεται στο τεκμήριο πως η οστεονέκρωση μπορεί να προκύψει και από αρτηριακή εμβολή (arterial embolism), θρόμβωση (thrombosis) και αγγειίτιδα (vasculitis) - ό,τι και να υποδηλώνουν τούτα στην απουσία μαρτυρίας πραγματογνώμονα αφού το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να ενεργεί ως πραγματογνώμονας (βλ. κατ' αναλογίαν, Νεάρχου ν Στεφανίδη και Άλλων
(2003)1(Α) ΑΑΔ 351, 359-360) - χωρίς ο μάρτυς να διασαφήσει ή να επεκταθεί επί αυτών, όπως συνέβη και με τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον εναγόμενο (ή τον ενάγοντα), πόσω δε μάλλον να τα συναρτήσει με την κατάσταση του τελευταίου στους χρόνους που εν προκειμένω ενδιαφέρουν. Η δημοσίευση (Τεκμήριο 110), δεν είναι πρόσφορη ως βάση για να μπορέσει το Δικαστήριο να εντρυφήσει απ' αυτής και να αποκομίσει ό,τι είναι που μπορεί να αποκομισθεί με αναφορά στα επίδικα. Το μόνο που παρέχει το τεκμήριο είναι απαρίθμηση στοιχείων ή και καταστάσεων απουσιαζούσης επεξήγησης και ανάπτυξης. Ο μάρτυς παρέπεμψε και στο Τεκμήριο 111 που μοιάζει διαδικτυακό δημοσίευμα με τίτλο «Incidence of osteonecrosis associated with corticosteroid therapy among different underlying diseases: prospective MRI study», το οποίο, υπό την τηλεγραφική του μορφή, δεν μπορεί να παράσχει υποβοήθηση για οτιδήποτε και μπορεί να μην είναι και τυχαίο που ούτε ο ίδιος ο μάρτυς αποτόλμησε να πράξει κάτι τέτοιο κατά τη μαρτυρία του. Δεν δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Ζωδιάτη (ΜΥ3). Κατά σύνοψιν (και με δοσμένες τις αναλυθείσες αποκλίσεις), δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή του ενάγοντα και απορρίπτω εκείνη του εναγομένου. Η απόρριψη της μαρτυρίας και εκδοχής τού εναγομένου (εν αντιθέσει εκείνης του ενάγοντα), δεν αποδεικνύει την τελευταία άνευ ετέρου και δεν απαρτίζει στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικής αυτής, με τον ενάγοντα να συνεχίζει να βαρύνεται με απόδειξη της αξίωσης σε όλο της το εύρος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269). Πριν καταγράψω τα επιπρόσθετα ευρήματα μου, επιβάλλονται τέσσερεις ακόμη αναφορές για την προσαχθείσα μαρτυρία και τις εκδοχές. Πρώτον, το ότι έχει χαθεί ο πρωτότυπος (και πλήρης) ιατρικός φάκελος του ενάγοντα (παρά τις προσπάθειες εντοπισμού του στο Αρχείο τού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας) - και αυτό (κατά συνεπή και δίκαιη παραδοχή τής ευπαίδευτης δικηγόρου του εναγομένου στη γραπτή της αγόρευση) - «.δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι δημιουργεί προβλήματα στην παρουσίαση της υπόθεσης τόσο από πλευράς των διαδίκων, αλλά και από πλευράς του Δικαστηρίου.». Σε εφάμιλλη παραδοχή προέβη και ο XXXXX Ζηντίλης (ΜΥ1) εναντίον του συμφέροντος του, στην αντεξέταση (ως εκ του σχολιαζόμενου γεγονότος), πως «.[τ]ώρα ταλαιπωρούμαστε γιατί δεν υπάρχει ο αυθεντικός φάκελος». Από την αξιόπιστη μαρτυρία, δεν αναφύεται ότι ο ιατρικός φάκελος (Τεκμήριο 1) - στην αρχική πρωτότυπη και πλήρη του μορφή - απωλέσθηκε ή καταστράφηκε εσκεμμένως από τον εναγόμενο, ως η θέση του ενάγοντα. Καμιά μαρτυρία άμεση ή περιστατική, αξιολογούμενη μεμονωμένως ή και ολικώς, κατατείνει στην κατηγορηματική αυτή θέση. Διόλου έχει εδώ δημιουργηθεί μαχητό τεκμήριο ότι το περιεχόμενο του ιατρικού φακέλου δεν θα βοηθούσε υπερασπιστικώς τον εναγόμενο «.που ήταν υπεύθυνος για την καταστροφή.» του (ή και την απώλεια του), όπως υπέβαλε ο συνήγορος του ενάγοντα με οδηγό την O'Mahony (An Infant) v Tyndale
(2001)IESC 62, δοσμένου πως τα γεγονότα στην υπόθεση εκείνη ήταν παντελώς διαφορετικά από αυτά στην παρούσα, εκτός τού ότι ουδεμία σκόπιμη ενέργεια εκ πλευράς ή από μέρους του εναγομένου έχει καταδειχθεί από τον ενάγοντα για να παρίσταται ανάγκη ή να παρέχεται πεδίο για άλλους λογισμούς. Πέραν τούτου, η δικαιοαποδεικτική οπτική του συνηγόρου εμπεριέχει - και αυτό σε ένα γενικότερο επίπεδο ανάλυσης που δεν είναι ανάγκη να προεκταθεί για τις ανάγκες της ετυμηγορίας - συνταγματικές και άλλες εκτροπές που δεν μπορούν να παραγνωριστούν (βλ. AC Casamassima, «Spoliation of Evidence and Medical Malpractice»
(1994)14 Pace Law Review 235-299). Η μη προσέλευση ως μαρτύρων στη δίκη, της XXXXX Λοϊζίδου (ή άλλως XXXXX Λοϊζίδου, η οποία ανακύπτει πως περιέθαλψε ως ειδικευόμενη γιατρός τον ενάγοντα στους σχετικούς χρόνους και σε αυτήν θα επανέλθω κατοπινά), του νευροχειρουργού Διέτη (που και σε αυτόν θα ξαναγυρίσω), των υπευθύνων του Αρχείου του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και του Λειτουργού τού Υπουργείου Υγείας που συνέταξε έκθεση (Τεκμήριο 58), δεν συνδέθηκαν διά ικανοποιητικής μαρτυρίας με το χάσιμο τού ιατρικού φακέλου. Ούτε και η μη κλήση/κλήτευση τους από τον εναγόμενο μπορούσε να αποδοθεί λελογισμένως σε συνωμοτική συμπεριφορά οιουδήποτε εξ αυτών (ή όλων αυτών μαζί), για συγκάλυψη τού φερόμενου γεγονότος, για ό,τι είναι που περιλαμβάνεται στον Περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμο 1(Ι)/05, οι πρόνοιες του οποίου δεν αποδείχθηκε πως εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση επειδή ο ενάγων απέτυχε να παρουσιάσει πειστική και βαρύνουσα μαρτυρία για το πότε είναι που χάθηκε ο ιατρικός φάκελος (με υπαιτιότητα υποτιθέστο του εναγομένου). Κάποιες αναφορές του ενάγοντα ότι «.ο φάκελος υπήρχε ο αυθεντικός το 2007.», εκπορεύονται από απλές εικοτολογίες και αυθαίρετους υπολογισμούς βασιζομένους σε δευτερογενή ή και τριτογενή μαρτυρία που δεν αποδείχθηκε ως ευσταθούσα. Το ότι ο πρωτότυπος ιατρικός φάκελος δεν παρουσιάστηκε στη δίκη ανέγγιχτος και με το περιεχόμενο του αυτούσιο και ασπίλωτο δεν μπορεί παρά να προξενεί ανησυχία, προπαντός εάν υπολογιστεί και η παραδοχή τού XXXXX Ζηντίλη (ΜΥ1), ότι δεν «.είναι η πρώτη φορά που χάθηκαν φάκελοι στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Υπάρχει πρόβλημα. Προσπαθούν να το μηχανογραφήσουν για να μην χάνουμε και να μην έχουμε τις ελλείψεις των φακέλων. Γιατί καμιά φορά πιάνουν τους φακέλους οι ασθενείς από μόνοι τους ή πάνε σε άλλο γιατρό και έχουμε αυτήν τη δυσλειτουργία. Οφείλω να το πω γιατί είναι η πραγματικότητα». Ο μάρτυς δεν αντεξετάστηκε επί αυτής της πτυχής. Ξενίζει και το ότι ο ιατρικός φάκελος (στην ελλιπώς αναδομημένη μορφή του), συγκρότησε σημείο εκκίνησης δύο ξεχωριστών ιατρικών εκθέσεων τις οποίες συνέταξε ο XXXXX Ζηντίλης (ΜΥ1) στις 30.5.06 και 22.6.07 (Τεκμήρια 80
(1)και 81
(1), αντιστοίχως), για την κλινική κατάσταση και χειρισμό τού ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, τις οποίες (εκθέσεις) ο μάρτυς (εις πίστην του και ευθέως) παραδέχθηκε στην αντεξέταση πως «.ήταν λανθασμένες το παραδέχομαι, γιατί δεν είχα τα στοιχεία όλα», όπως και δέχθηκε ότι κάποια στοιχεία που είχε καταγράψει στις εκθέσεις, τα «.συμπέρανα εμμέσως. Εμμέσως από κάποια έγγραφα δεν ξέρω. Το συμπέρανα εμμέσως. Εμμέσως για να γράψω την απάντηση. Δεν είχα πρόθεση να παραπλανήσω κάποιον. Το σωστό είναι αυτό που λέω τώρα.». Η δικαστική εντύπωση που περιγράφω, υπό όποιο πρίσμα και να ειδωθεί, δεν παύει από το να αντανακλά μια κατάσταση πραγμάτων καθόλου ιδεώδη, με τον μηχανισμό διερεύνησης τού συγκεκριμένου περιστατικού να εγείρει κάποια γενικότερα ζητήματα και προβληματισμούς, επί των οποίων η εμβάθυνση, ως εκ των ευρημάτων, δεν απαιτείται εδώ για επίλυση οιουδήποτε αμφισβητούμενου θέματος. Εκπλήσσει και το ότι το αντίγραφο τού εξιτηρίου τού ενάγοντα ημερομηνίας 2.6.03, ως με πειστικότητα και ικανότητα ανέπτυξε ο XXXXX Παναγιώτου (ΜΕ3), με παραπομπή και στα Τεκμήρια 61 και 66, υπέστηκε (σε χρόνο που δεν μπορεί να καθοριστεί), αδικαιολόγητες παραποιήσεις και απαλείψεις (σε συσχετισμό με το πρωτότυπο που είχε δοθεί στον ενάγοντα (ως διαφαίνεται) από την ειδικευόμενη τότε γιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας XXXXX Λοϊζίδου), με τη μέθοδο της πολλαπλής φωτοτύπησης έτσι που να μην καταρτίζει ακριβές αντίγραφο του πρωτότυπου. Ο μάρτυς πήρε θέση και επί των εξηγήσεων που είχε δώσει για το ζήτημα το Υπουργείο Υγείας στις 7.9.10, ως το Τεκμήριο 58
(1), αποφαινόμενος ότι οι επισημάνσεις του Υπουργείου Υγείας για τη χρήση λαδόκολλας και τη δικαιολόγηση των διαφοροποιήσεων στο εξιτήριο αποτελεί ανυπόστατη δικαιολογία «.γιατί η λαδόκολλα κανένα ρόλο έχει να παίξει αναφορικά με τις διαφοροποιήσεις» και πως αυτό «.οφείλεται στη μη ακριβή τοποθέτηση των δύο ιατρικών πιστοποιητικών του ενός κάτω από το άλλο, δηλαδή παρατηρείται προχειρότητα και ανευθυνότητα. Έστω και με αυτή τη δικαιολογία έπρεπε τα δύο έγγραφα να περιέχουν τις ίδιες ακριβώς πληροφορίες πράγμα που δεν συμβαίνει. Δεν συμφωνώ επίσης με τον ισχυρισμό του Υπουργείου Υγείας ότι πολλές φορές στο εξιτήριο σημείωναν και άλλοι γιατροί. Η έκδοση τέτοιου πιστοποιητικού πρέπει να γίνεται με την αναγκαία φροντίδα και επιμέλεια διότι αφορά το μέλλον της υγείας του κάθε προσώπου και δεν πρέπει να περιέχει ανακρίβειες. Ούτε συμφωνώ επίσης ότι ο ιατρός άρχιζε να συμπληρώνει το έντυπο χωρίς λαδόκολλα και ύστερα την χρησιμοποιούσε. Δηλαδή δεν υπάρχει ενιαία πολιτική ως προς τη διαδικασία συμπλήρωσης των ιατρικών πιστοποιητικών . συμφωνώ επίσης στην περίπτωση που το αντίγραφο θα θεωρηθεί ότι είναι φωτοτυπία του πρωτοτύπου τότε και τα δύο έγγραφα πρέπει να περιέχουν τις ίδιες πληροφορίες στην ίδια ακριβώς θέση . κατά την άποψη μου οι διαφοροποιήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν γιατί ένα επίσημο έγγραφο από αρμόδιο Κυβερνητικό Τμήμα δεν μπορεί να συμπληρώνεται σε διαφορετικούς χρόνους, από διαφορετικά πρόσωπα, κάποτε με την χρήση λαδόκολλας και κάποτε χωρίς τη χρήση λαδόκολλας». Επικροτώ. Με πλεοναστικό τον όποιο πρόσθετο σχολιασμό. Δεύτερον, δεν εφαρμόζεται ο κανόνας res ipsa loquitur, ως δικογραφεί ο ενάγων στην παράγραφο 16 τής Έκθεσης Απαίτησης, μια που προσδιορίζεται εκεί ευνόητα (όπως και στη μαρτυρία) το αίτιο των βλαβών/ζημιών του ως προερχόμενο από συγκεκριμένη αμέλεια του εναγομένου (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδης ν Καλλία ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Intercosmetics Ltd
(2011)1(B) ΑΑΔ 1522, 1532, Αθανασίου και Άλλης ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 628-631). Τρίτον, για την εξ ακοής μαρτυρία που δόθηκε στη δίκη (δίχως να δικαιολογηθεί ή και να αιτιολογηθεί αρκούντως η παράθεση της), δυνάμει των (ουχί περιοριστικών) προνοιών του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 (βλ. κατ' αναλογίαν, ΑΚ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 177/13, ημ. 14.5.15), λέγω ότι αποδίδω σε αυτή μηδενική αποδεικτική βαρύτητα αφού κανενός τέτοιου προσώπου η απουσία από το εδώλιο αιτιολογήθηκε και δικαιολογήθηκε ικανοποιητικώς με αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Aeacus Holding Limited και Άλλων ν Dehtor, ΠΕ 84/13, ημ. 26.6.14, Δημητρίου ν Νικολάου
(2012)1(Γ) ΑΑΔ 2714, 2722-2724). Στην κατηγορία αυτή ταξινομούνται και οι ιατρικές εκθέσεις του Λοΐζου Χριστοδούλου (Τεκμήριο 6), με μόνη εξαίρεση το ότι μέρος αυτών θεωρήθηκε πασιφανώς ως αποδεκτό από τον εναγόμενο στην αντεξέταση τού ενάγοντα και κάποιων μαρτύρων του, στο βαθμό, μόνο, που αυτά αφορούσαν στην ύπαρξη (αλλά όχι στα αίτια πρόκλησης) της οστεονέκρωσης αλλά και στις εγχειρητικές παρεμβάσεις τις οποίες ο ίδιος ο XXXXX Χριστοδούλου διενήργησε στον ενάγοντα κατά τον τρόπο που ο τελευταίος περιέγραψε. Ασχέτως τούτων, όλοι οι πραγματογνώμονες μάρτυρες μπορούσαν (και ορθώς έπραξαν όσοι το επέλεξαν), να στρατολογήσουν γραπτή μαρτυρία (απόντων συντακτών) - και όχι μόνο του XXXXX Χριστοδούλου - ως υπόστυλο για τη δική τους πραγματογνωστική ανάλυση (βλ. κατ' αναλογίαν, ΓΧ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 140/10, ημ. 14.9.15), κατά μια έννοια που προσομοιάζει με την αναφορά μαρτύρων σε ακαδημαϊκά συγγράμματα (και αυτό επράχθη κατά κόρον στην ακρόαση), τα οποία αν και κατατεθέντα δεν συνθέτουν μαρτυρικό υλικό προς απόδειξη της όποιας αλήθειας εκφέρουν (βλ. κατ' αναλογίαν, Darby v Ouseley
(1856)1 H & N 1, 6). Τέταρτον, ο εναγόμενος θα μπορούσε να παρουσιάσει μάρτυρες (ή άλλη αποδεκτή μαρτυρία), για επίρρωση τής εκδοχής που προέβαλε (και δεν το έπραξε), όπως - με το θέμα αυτό να έχει τύχει ανάλυσης και πιο πάνω υπό διαφορετική αντίκριση και στόχευση - διά της κλήτευσης του νευροχειρουργού Διέτη και της Αγγέλας Λοϊζίδου αλλά και άλλων γιατρών ή και νοσηλευτών που περιέθαλψαν τον ενάγοντα ως μέρος της ιατρικής ομάδας που συστάθηκε, ακόμη και τού υπεύθυνου του Αρχείου τού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για να καταθέσει για τον μη εντοπισμό του ιατρικού φακέλου. Δεν δόθηκε εξήγηση (ή ικανοποιητική τοιούτη) από μέρους του εναγομένου για την μη παρουσίαση των προσώπων αυτών ως μαρτύρων. Για τον νευροχειρουργό Διέτη λέχθηκε, ως συναφής αιτιολογία, το εξής από την δικηγόρο του εναγομένου: « Ο τρίτος μάρτυρας κύριε Πρόεδρε, είναι ο Δρ. Διέτης όμως είναι αυτός κύριε Πρόεδρε που στην ουσία είχε συστήσει τη δεξαμεθαζόνη, που είναι και η ουσία της υπόθεσης. Έχω έρθει σε συνάντηση μαζί του, τον έχω συναντήσει, αλλά έχει αφυπηρετήσει από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας εδώ και αρκετά χρόνια. Εκ πρώτης όψεως, δεν ήταν πρόθυμος να μαρτυρήσει, αλλά δεν είναι πρόθυμος να μαρτυρήσει από τη στιγμή που υπάρχει ο κύριος Συμεωνίδης ως εμπειρογνώμονας, ως νευροχειρουργός και είμαι αναγκασμένη να φέρω ενώπιον Δικαστηρίου τον κύριο Συμεωνίδη και ίσως να μην έρθει ως μάρτυρας ο κύριος Διέτης, ενώ αυτή ήταν η δική μου πρόθεση». Με αυτά, η μη κλήση/κλήτευση του νευροχειρουργού Διέτη δεν κρίνεται εύλογη, λογική, αποδεκτή και αναμενόμενη δοσμένης και της ιατρικής ιδιότητας που τον συνόδευε (ή και τον συνοδεύει), η πεμπτουσία της οποίας (ιδιότητας) δεν μπορεί να αποτμηθεί από τα καθήκοντα του έναντι των ατόμων, όπως ο ενάγων, που έτυχε να περιθάλψει ως δημόσιος ιατρικός λειτουργός Είναι χαρακτηριστικό ότι (πέραν από τους μάρτυρες του ενάγοντα, όπως του XXXXX Ιωάννου (ΜΕ1)), κάποιοι από τους μάρτυρες παρέπεμπαν για εξηγήσεις - ως προς τα περί της ακριβούς διάγνωσης τής κατάστασης του ενάγοντα και της χορήγησης σε αυτόν στεροειδών (για να αναφέρω σε μια των πτυχών) - στον νευροχειρουργό Διέτη. Ο XXXXX Ζηντίλης (ΜΥ1), αντεξεταζόμενος για το αν ο Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής τού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (ο νευροχειρουργός Διέτης ως άνευ αμφισβήτησης ελέχθη από τον XXXXX Παντζαρή (ΜΕ2)), ήταν «. υπεύθυνος για τη χορήγηση της κορτιζόνης .», ο XXXXX Ζηντίλης (ΜΥ1), απάντησε «Να πας να βρεις τον Διέτη να τον ρωτήσεις, εγώ δεν ξέρω». Ομοίως, ο XXXXX Συμεωνίδης (ΜΥ2), απαντώντας για τα περί των διαγνώσεων για την κατάσταση του ενάγοντα και τη σύνδεση τους με τη χορήγηση των στεροειδών αλλά και για το αν η διαχείριση των πραγμάτων, ως πρακτική, ήταν ορθή ή προέκυπτε από κατευθυντήριες γραμμές, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει αφού «.δεν ήμουν εγώ ο θεράπων ιατρός, δεν ήμουν εκεί, δεν ξέρω, πρέπει να ρωτήσετε τον γιατρό τον Διέτη». Κατ' ακολουθίαν, φως για τα πώς και τα γιατί στον χειρισμό της κατάστασης του ενάγοντα (με την εισαγωγή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας), θα μπορούσε να ρίξει αποφασιστικώς ο νευροχειρουργός Διέτης, που ήταν εκείνος που αποφάσιζε για το είδος της ιατρικής προσέγγισης και της θεραπευτικής αγωγής. Μόνο αυτός, στην απουσία άλλης μαρτυρίας, μπορούσε να εξηγήσει τα όποια διλήμματα παρουσιάστηκαν (αν παρουσιάστηκαν) μεταξύ της λήψης μέτρων για την αποφυγή πολύ χειρότερων επιπτώσεων στον ενάγοντα συνεπεία του εγκεφαλικού επεισοδίου και εν τέλει της χορήγησης στεροειδών (για ό,τι είναι που ο γιατρός αυτός παρατήρησε και έκρινε πως θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με τον τρόπο που αποφάσισε). Η μη κλήση/κλήτευση τού νευροχειρουργού Διέτη ως μάρτυρα (και των υπολοίπων που προαναφέρθηκαν, προστιθέμενου σε αυτούς και του ιδιώτη νευρολόγου «.Δόκτωρ Κυριαλλή», περί του οποίου προβαίνω σε αναφορά λίγο πιο κάτω), σίγουρα δεν καθιστά αυταπόδεικτη την αξίωση (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λίμιτεδ ν Ματσούκα και Άλλου, ΠΕ 91/10, ημ. 3.7.14, Demchenko και Άλλου v Nassar
(2007)1(B) ΑΑΔ 1342, 1345, Παναγιώτου ν Ιωάννου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 917, 920). Απεναντίας, ο ενάγων εξακολουθεί να βαρύνεται με απόδειξη της στην κάθε έκφανση της (Baloise Insurance Co Ltd ν Κατωμονιάτη και Άλλων
(2008)1(Β) ΑΑΔ 1275, 1292). Όμως η επιλογή του εναγομένου όσο δεκτή και σεβαστή κι αν είναι (και είναι ως δικαίωμα), άφησε δυσαναπλήρωτα κενά, καίρια θα έλεγα, στην όλη υπερασπιστική άποψη (βλ. κατ' αναλογίαν, Kabbara v Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 177, 189, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410), αφού παρέμειναν σκοτεινές, ουσιώδεις πτυχές τής υπόθεσης που θα μπορούσαν να φωτιστούν, κατά πρώτο λόγο, από τη μαρτυρία του νευροχειρουργού Διέτη (βλ. κατ' αναλογίαν, Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143, 160 [με τη δικονομικοαποδεικτική διαφοροποίηση που επιτάσσει η ποινική ιδιαιτερότητα της αυθεντίας]). Τα ίδια, εφαρμόζονται και για τα περί του ιδιώτη νευρολόγου Κυριαλλή για τα οποία αντεξέτασε τον ενάγοντα η δικηγόρος του εναγομένου υποβάλλοντας σε αυτόν πως με βάση καταχωρίσεις στον ιατρικό φάκελο Τεκμήριο 1
(14)«.φαίνεται ότι υπήρχε τηλεφωνική επικοινωνία .» μαζί του και πως ο νευρολόγος αυτός «.συμφώνησε στην χορήγηση κορτικοστεροειδών φαρμάκων». Αν ήταν τόσο μεγάλης σπουδαιότητας το προτασσόμενο αυτό γεγονός εκ πλευράς εναγομένου, τότε θα έπρεπε να επιδιωκόταν ενδεχομένως η κλήση/κλήτευση του ατόμου αυτού για να δώσει μαρτυρία, ή να επεξηγηθεί (κατά τη διακριτική ευχέρεια του εναγομένου), ο περί του αντιθέτου χειρισμός. Δεν έγινε αυτό και σίγουρα δεν υπάρχει βαρύνουσα (και αξιόπιστη) μαρτυρία με βάση την οποία θα μπορούσε να διατυπωθεί με ασφάλεια πως μια τέτοια επικοινωνία έγινε πράγματι με τον ιδιώτη αυτόν νευρολόγο είτε από τον νευροχειρουργό Διέτη είτε από άλλον γιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Προχωρώ στη διατύπωση των πρόσθετων ευρημάτων μου, μέρος των οποίων αποτελούν και τα όσα προκύπτουν ως παραδεκτά από τη δικογραφία και τη μαρτυρία των αξιόπιστων μαρτύρων ως καταγράφεται στα πρακτικά (υπό τις επισημάνσεις πάντοτε που προηγήθηκαν εδώ), αλλά και τα όσα αναπτύσσονται στη μαρτυριακή αξιολόγηση. Ο ενάγων γεννήθηκε στην Λευκωσία την 3.11.67 και είναι σήμερα 50½ ετών. Τον Μάιο 2003, ήταν 35 ετών. Διαμένει με την σύζυγο του στο Πέρα Χωριό Νήσου. Έχουν μαζί πέντε παιδιά, ηλικίας 5 μέχρι 20 ετών. Στις 13.5.03, ο ενάγων επισκέφθηκε γιατρό/παθολόγο στο Πέρα Χωριό Νήσου με συμπτώματα αιφνίδιας και ισχυρής κεφαλαλγίας, εμετό και ζαλάδα. Η γιατρός τον προέτρεψε να μεταβεί σε νοσοκομείο για εξετάσεις, δίνοντας του και σχετικό παραπεμπτικό (Τεκμήριο 1
(1)). Ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Υποβλήθηκε σε επείγουσα αξονική τομογραφία εγκεφάλου η οποία κατέδειξε ευρήματα συμβατά με ήπιας σοβαρότητας υπαραχνοειδή αιμορραγία στην περιοχή τής τέταρτης κοιλίας (Τεκμήρια 1
(6), 1
(68), 23). Η υπαραχνοειδής αιμορραγία συνθέτει μομφή αιμορραγίας στον εγκέφαλο που παρατηρείται σε τμήμα αυτού, ανατομικώς προσδιοριζόμενου ως υπαραχνοειδής χώρος. Η αιμορραγία αυτή, ως οξύ γεγονός και περιστατικό χειρισμού, ανήκει στο πεδίο ενέργειας νευρολόγων και νευροχειρουργών, με την μεταχείριση να είναι κατά το πλείστον κοινή για το καλόν του ασθενούς αφού υπάρχει πιθανότητα νευροχειρουργικής επέμβασης εκεί όπου εντοπίζεται ανεύρυσμα ή άλλη παθολογική αιτία για την αιμορραγία. Έντεκα πάνω κάτω ώρες μετά την εισαγωγή, ο ενάγων αξιολογήθηκε νευροχειρουργικώς, με φυσιολογικά αποτελέσματα. Ακολούθησε οσφυονωτιαία παρακέντηση στις 14.5.03, η οποία επιβεβαίωσε την παρουσία αίματος στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Στις 16.5.03, διενεργήθηκε αγγειογραφία εγκεφαλικών αρτηριών (Τεκμήριο 1
(13)και Τεκμήριο 24). Για την εξέταση αυτή δεν υπάρχει στον ιατρικό φάκελο (Τεκμήριο 1), γνωμάτευση και τούτο κατά παρέκκλιση και της τότε ακολουθητέας πρακτικής. Στις 17.5.03, έγινε στον ενάγοντα αξονική τομογραφία εγκεφάλου (Τεκμήριο 1
(7)), η οποία έδειξε απορρόφηση του αίματος από την τέταρτη κοιλία και τον υπαραχνοειδή χώρο (Τεκμήριο 25). Ο ενάγων παρουσίαζε σταδιακή βελτίωση και ήταν απύρετος με πονοκέφαλο (Τεκμήριο 1
(69)). Στις 19.5.03, εξακολουθούσε να έχει κεφαλαλγία και δυσκαμψία αυχένα (Τεκμήριο 1
(13)). Ως κρίθηκε, πιθανώς να έπαθε διαχωρισμό τού τοιχώματος της δεξιάς σπονδυλικής αρτηρίας κάτι που ως διαγνωστική πιθανότητα δεν θα μπορούσε να είναι παντελώς αβάσιμη, έστω και αν υπήρχε μέθοδος να διακριθεί αν επρόκειτο όντως για διαχωρισμό ή για αγγειοσπασμό (που ήταν πιθανότερη διάγνωση με βάση το ιστορικό του ασθενούς). Αυτό θα μπορούσε να γίνει με τη χρήση υπερήχων με υπάρχουσα και τότε τη δυνατότητα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (μέσω του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου). Δεν έγινε τέτοια εξέταση. Στις 20.5.03, ο ενάγων τέθηκε υπό θεραπεία με χορήγηση δεξαμεθαζόνης και ασπιρίνης από του στόματος (Τεκμήρια 1
(14), 1
(15), 1
(59), 1
(60), 1
(70), 1
(71)και 1
(72)). Του δόθηκε σε κάποια στιγμή (σε απροσδιόριστο χρόνο μετά την εισαγωγή του) και υδροκορτιζόνη, η δοσολογία τής οποίας δεν καταδείχθηκε αφού το μόνο που αποτυπώνεται στον ιατρικό φάκελο (Τεκμήριο 1), είναι ότι η χορήγηση του στεροειδούς είχε τερματιστεί («.hydrocortisone off») την 23.5.03 (Τεκμήριο 1
(71)), ως καθαρώς καταγράφεται στο τεκμήριο. Ο ιατρικός φάκελος (Τεκμήριο 1), δεν αναφέρει οτιδήποτε άλλο για τη χορήγηση υδροκορτιζόνης. Τηρουμένων των δυσκολιών των μαρτύρων για ανάγνωση και ξεψάχνισμα του ελλιπούς ιατρικού φακέλου (Τεκμήριο 1), διαπιστώνεται πως μέχρι και την 22.5.03, δόθηκαν στον ενάγοντα (και αυτός έλαβε), συνολικώς 36mg δεξαμεθαζόνης (4mg x 3 ημερησίως), από 22.5.03 μέχρι 23.5.03, 16mg δεξαμεθαζόνης (4mg x 2), από 23.5.03 μέχρι 26.5.03, 27mg δεξαμεθαζόνης (9mg x 3), από 26.5.03 μέχρι 2.6.03, 42mg δεξαμεθαζόνης (6mg x 7) και από 2.6.03 μέχρι 5.6.03 4,5mg δεξαμεθαζόνης (1,5mg x 3). Εν όλω, δόθηκε στον ενάγοντα (για την περίοδο 19.5.03 - 5.6.03), ποσότητα 125,5mg δεξαμεθαζόνης και άγνωστη ποσότητα υδροκορτιζόνης. Η κλινική κατάσταση και σημειολογία του δεν συνηγορούσαν στη χορήγηση στεροειδών. Στις διαδοχικές αξονικές τομογραφίες εγκεφάλου που του έγιναν δεν παρατηρήθηκε εγκεφαλικό οίδημα, γιατί τέτοιο δεν υπήρχε και δεν είχε δημιουργηθεί ποτέ. Δεικτικό της διαπίστωσης είναι και το ότι δεν παρατηρήθηκε μετακίνηση εγκεφαλικών δομών λόγω τοπικής διόγκωσης (mass effect). Δεν κατατασσόταν η κατάσταση του σε εκείνες όπου θα μπορούσε να αναπτυχθεί εγκεφαλικό οίδημα ένεκεν βαριάς και ευρείας υπαραχνοειδούς αιμορραγίας ή εγκεφαλικών όγκων, αποστημάτων ή λοιμώξεων. Άρα, έλειπε η ανάγκη για αποιδηματική αγωγή και δράση. Ακόμη και μικρό οίδημα να υπήρχε, που δεν υπήρξε, η χορήγηση κορτιζόνης σε οιανδήποτε ποσότητα (μικρή, μέτρια ή μεγάλη), δεν ήταν αποδεκτή ως ιατρική επιλογή, ως θα ήταν η κρανιακή αποσυμπίεση που μπορούσε να επιχειρηθεί από τους θεράποντες γιατρούς ή έστω η χορήγηση άλλων ενδεδειγμένων μη στεροειδών φαρμάκων. Η χρήση κορτικοστεροειδών, όπως η δεξαμεθαζόνη, δεν είναι ωφέλιμη στη μείωση των εγκεφαλικών οιδημάτων και μπορεί να βλάψει τον ασθενή, με τούτο να είναι σαφώς διευκρινισμένο πολύ πριν από το 2003 (Τεκμήρια 36, 37
(1), 37
(2), 37
(3), 37
(4), 38, 42, 44 και 47) και να συνιστά διαπίστωση ακόμη και των κατασκευαστών των στεροειδών αυτών, ως το Τεκμήριο 45
(3)(«Corticosteroids should not be used for the management of head injury or stroke because it is unlikely to be of any benefit and may even be harmful»). Μπορούσαν τα στεροειδή να προξενήσουν οστεονέκρωση, η οποία, ως μυοσκελετική επίπτωση, χαρακτηρίζεται ως παθολογική κατάσταση και απόρροια διαταραχής στην αιμάτωση της κεφαλής του μηριαίου οστού (και άλλων οστών), η οποία καταλήγει σε ισχαιμία και νέκρωση. Η χορήγηση στεροειδών (αν στόχευση τού νευροχειρουργού Διέτη ήταν η πρόληψη οιδήματος), θα ήταν και πάλι ανεπίτρεπτη γιατί, ως τόνισε και ο XXXXX Παντζαρής (ΜΕ2) και συμφωνώ «[δ]εν υπάρχει πρωτόκολλο, ούτε μελέτη προληπτικής θεραπείας με κορτιζόνη. Είναι τόσο απαίσιο φάρμακο, όσο καλό αποτελεσματικό λόγω των παρενεργειών του που μπαίνει μόνο όταν χρειάζεται. Ποτέ δεν μπαίνει κορτιζόνη προληπτικά». Εάν υπήρχε το ενδεχόμενο οιδήματος, ο ενάγων θα παρουσίαζε πιθανότατα διαφορετική κλινική όψη κατά τη νοσοκομειακή εισαγωγή και διάφορη εξέλιξη αφού η ανάπτυξη οιδήματος μετά από υπαραχνοειδή αιμορραγία απαρτίζει ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για θνησιμότητα και πτωχή κλινική έκβαση. Τα στεροειδή, υπό τις συνθήκες που περιγράφηκαν δεν είχαν θέση στη θεραπεία και διαχείριση της υπαραχνοειδούς αιμορραγίας είτε η τελευταία προερχόταν από διαχωρισμό σπονδυλικής αρτηρίας είτε από απόφραξη ή από ανεύρυσμα. Τα στεροειδή, στις ως άνω καταγραφείσες ποσότητες, έθεσαν την υγεία του ενάγοντα σε αχρείαστο κίνδυνο, με σαφή και αναντίρρητη την ιατρική θέση του XXXXX Παντζαρή (ΜΕ2), ότι αν «.δεν υπάρχει ένδειξη και χορηγάς οποιοδήποτε φάρμακο σε έναν άνθρωπο, τον υποβάλλεις σε όλους τους κινδύνους και τις πιθανές παρενέργειες ενός φαρμάκου χωρίς κανένα όφελος. Είναι ανήθικο». Όχι μόνο τα στεροειδή διακινδύνεψαν την υγεία του ενάγοντα, αλλά του προκάλεσαν και την οστεονέκρωση. Δεν υπάρχει συναρμογή μεταξύ των χορηγούμενων δόσεων κορτικοστεροειδών και των όποιων επακόλουθων πυροδοτούνται στον λήπτη, με το μόνο δοσμένο να είναι το ότι (ως υπέδειξε και ο XXXXX Παντζαρής (ΜΕ2)) «.όταν χρονίζει η χρήση της κορτιζόνης αυξάνονται οι παρενέργειες. Είναι για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά», με τον ίδιο γιατρό να λέγει προηγουμένως κατά την αντεξέταση (και με αυτά να συνθέτουν εύρημα μου), πως σημασία έχει κατ' ουσίαν ο οργανισμός του ασθενούς και η εξατομικευμένη αντίδραση του στα στεροειδή («Α. Εφόσον δεν γνωρίζετε πώς μου υποβάλλετε ένα ερώτημα. Μπορώ να σας χορηγήσω 5mg prednisone για άσθμα και να κάνετε μια θανατηφόρα νεκρολογία. Και έχει ασθενείς που παίρνουν 60mg γιατί έχουν αρθρίτιδα. Είναι άσχετα»). Έτσι κι αλλιώς - κατά το περιεχόμενο της αξιόπιστης εδώ μαρτυρίας ειδικών - οστεονέκρωση μπορεί να επισυμβεί και μετά τη χορήγηση (για σύντομο διάστημα), μειωμένης δοσολογίας κορτικοστεροειδών. Το κάθε τέτοιο συμβάν πρέπει - όπως έγινε εδώ - να τυγχάνει ανάλογης δικαστικής πραγματείας βάσει της μαρτυρίας. Η φαρμακευτική και ιατρική φροντίδα του ενάγοντα από τον εναγόμενο δεν ήταν η ενδεδειγμένη και αναμενόμενη από τον μέσο ικανό νευρολόγο και νευροχειρουργό κατά το 2003 και αυτά που έλαβαν χώραν (και δεν έπρεπε να γίνουν), αποτελούσαν βασική νευροχειρουργική και νευρολογική γνώση για την εποχή. Ο εναγόμενος υπέχει πλήρους και αποκλειστικής ευθύνης για την αμέλεια αυτή (περί αμέλειας πρόκειται), που επέδειξαν οι γιατροί και νοσηλευτές του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας προς τον ενάγοντα περιθάλποντας τον και χορηγώντας σε αυτόν ακατάλληλη υπό τις περιστάσεις φαρμακευτική αγωγή στεροειδών, κατά παράβασιν κάθε αποδεκτής (εύλογης και υπεύθυνης) ιατρικής πρακτικής και δίχως να τον πληροφορήσουν για τους σημαντικούς κινδύνους τής ενέργειας τους ως είχαν υποχρέωση να πράξουν και για την οποία (ενέργεια) ο εναγόμενος - που δεν θα συναινούσε αν ήταν ορθώς πληροφορημένος κατά τους κρίσιμους χρόνους (όπως σαφώς δήλωσε) - ως λογικός μέσος ασθενής είχε το δικαίωμα να γνωρίζει προτού συγκατατεθεί (βλ. κατ' αναλογίαν, Βαριάνου ν Δρ Ανδρέα Π Βορκά
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1541,1568-1581). Επ' αυτού του τελευταίου, υποδεικνύω πως η θέση τούτη του ενάγοντα είχε προβληθεί ευθύς εξ αρχής στη μαρτυρία του, παρέμεινε όμως ουσιαστικώς αναμφισβήτητη από τον εναγόμενο, με τον ενάγοντα να μην αντεξετάζεται. Άμεσο συνεπόμενο της αναφερόμενης αμέλειας του εναγομένου ήταν (ως άνευ διαθλάσεων και συμπαγώς απέδειξε ο ενάγων), η πρόκληση σε αυτόν ζημιάς και βλάβης, ήτοι οστεονέκρωσης (ισχαιμικής νέκρωσης) στο δεξιό του ισχίο και δεξιό ώμο (όχι όμως στο αριστερό ισχίο), από την οποία ο ενάγων παρουσίασε και παρουσιάζει (στο δεξί πόδι και χέρι), μόνιμο πόνο, αδυναμία, ατροφία, χωλότητα και οστεοαρθρικές αλλοιώσεις. Βαδίζει με μερική φόρτιση του σκέλους και αντιμετωπίζει κίνδυνο κατάρρευσης του αρθρικού χόνδρου στο δεξί πόδι και χέρι. Η οστεονέκρωση δεν θα επισυνέβαινε αν δεν ήταν για την αμέλεια του εναγομένου, με την οστεονέκρωση να μην εκκινεί από τραυματική ή από άλλη μη τραυματική αιτιολογία (πλην της χορήγησης των στεροειδών), με τον τρόπο που ειπώθηκε. Δεν προτάχθηκε θέση στην αντεξέταση τού ενάγοντα (ή των μαρτύρων του), πως τούτος από δική του αμέλεια ή χειρισμούς έλαβε τα στεροειδή κατά παράβασιν οδηγιών γιατρών ή παραϊατρικού προσωπικού τού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ή ότι η οστεονέκρωση προκλήθηκε κατά τον προοδευτικό τρόπο που περιγράφηκε (ως δικογραφείται στις παραγράφους 9(γ) και 9(δ) της Υπεράσπισης) «.από διάφορες αιτίες όπως παραδείγματος χάριν λόγω αλκοολισμού, υποθυρεοειδισμού, ακτινοβολίας, σακχαρώδους διαβήτη, συριγγομυελίας, αμυλοείδωσης, συστηματικού ερυθηματώδη λύκου, ετερόπλευρης άρσης μεγάλου βάρους, αγγειϊτιδας κ.α., συχνά δε, δεν ανευρίσκεται η αιτία της οστεονέκρωσης», ή από «.παθολογικά και/ή κληρονομικά και/ή άλλα αίτια και για την ανάπτυξη της πάθησης αυτής και/ή των αποτελεσμάτων αυτής ουδόλως έχει ευθύνη ο εναγόμενος και/ή οι υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι αυτού». Δεν προωθήθηκε ποτέ θέση από τον εναγόμενο (ή αντικείμενο αντεξέτασης τού ενάγοντα ή των μαρτύρων του), πως ο ενάγων προέβη σε πράξεις που διέσπασαν την αλυσίδα γεγονότων αιτίου και αιτιατού (στεροειδών και οστεονέκρωσης), ή ότι η οστεονέκρωση (στους χρόνους που εντοπίστηκε) προϋπήρχε τής εισαγωγής του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Το ότι τέτοιες αξιώσεις κατατάσσονται συνήθως ως εγχείρημα αποδεικτικώς πολυσύνθετο (και ενίοτε δαιδαλώδες) - με αυξημένη τη σημαντικότητα της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων (βλ. MA Jones, Medical Negligence, Sweet & Maxwell, 4η έκδ. 2008, παρ. 13-097 μέχρι 13-112) - δεν σημαίνει ότι θέτει τον ενάγοντα (ή τον εναγόμενο), σε μια εξ ορισμού δυσχερέστερη (ή ευχερέστερη αναλόγως) κατάσταση αφού κατά γενικό κανόνα οριζόντιας εφαρμογής (βλ. κατ' αναλογίαν, Αλέκου ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ΠΕ 98/14, ημ. 4.4.18) - αλλά και επί το ειδικότερον με κεντρική αναφορά στην οστεονέκρωση από στεροειδή - το κάθε κρούσμα αποφασίζεται (για καλούς λόγους), σύμφωνα με τα γεγονότα (βλ. κατ' αναλογίαν, Decision No 1260/17 Workplace Safety and Insurance Appeals Tribunal
(2017)ONWSIAT 1352 (CanLII), Williams v The Bermuda Hospitals Board
(2016)UKPC 4, Meiklejohn v St George's Healthcare NHS Trust and Others
(2014)EWCA Civ 120, Chapman v Caska
(2005)NSWCA 113, Huynh v Austrim Nylex Limited
(2003)SAWCT 76, Levitt v Carr
(1992)12 BCAC 27, Graham and Others v Persyko and Others
(1986)55 OR
(2d)- Στις 29.5.03, νέα αξονική τομογραφία εγκεφάλου δεν παρουσίασε αιμορραγικό υλικό στον εγκέφαλο του ενάγοντα (Τεκμήριο 26). Ο ενάγων έλαβε εξιτήριο την 2.6.
- Είχε θεραπευτεί. Η αποθεραπεία της υπαραχνοειδούς αιμορραγίας συνέβη φυσιολογικώς και προοδευτικώς από μόνη της. Το αίμα που είχε διοχετευθεί στον υπαραχνοειδή χώρο απορροφήθηκε και χάθηκε. Κατά την έξοδο του ενάγοντα από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, συνεστήθη σε αυτόν άδεια ανάπαυσης από 2.6.03 μέχρι 17.6.03 (Τεκμήριο 68) και λήψη 1,5mg (ενός δισκίου) δεξαμεθαζόνης καθημερινώς για τρεις μέρες. Ο ενάγων υπάκουσε στις οδηγίες και έλαβε τη σχετική δοσολογία ως και την 5.6.
- Παρέμεινε στην οικία του για τρεις μήνες, επισκεπτόμενος σποραδικώς το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στα Εξωτερικά Ιατρεία όταν τον καλούσαν οι γιατροί. Ένοιωθε καλά και προγραμμάτιζε συνέχιση των σχεδιασμών του για ανάπτυξη γης όπως τους είχε δρομολογήσει πριν από το περιστατικό. Πιο συγκεκριμένα, είχε αγοράσει χωράφι στον Καταλιόντα για να δημιουργήσει και κατασκευάσει εκεί (ο ίδιος) κέντρο δεξιώσεων με πισίνα, με βλέψη είτε να το πουλήσει είτε να το λειτουργήσει (Τεκμήρια 91
(1)-95
(6)). Προς τούτο, στις 20.10.03, υπέβαλε αίτηση για δανειοδότηση στην ΣΠΕ Πέρα Χωρίου Νήσου ύψους ΛΚ20.000,00/€34.172,03 (Τεκμήριο 88
(1)), το οποίο μαζί με άλλο ποσό ΛΚ10.000,00/€17.086,01, που είχε αποκτήσει πουλώντας κληρονομικό του οικόπεδο στα Καμπιά την 12.2.04 (Τεκμήριο 89), θα το επιστράτευε για την προσδοκώμενη επιχειρηματική του δραστηριότητα, για την υλοποίηση της οποίας είχε αρχίσει να αφιερώνει χρόνο και ενέργεια. Όταν έληξε η άδεια ασθενείας στις 31.8.03 και ενώ πίστευε πως βρισκόταν σε καλή κατάσταση, ο ενάγων ξεκίνησε και πάλι την εργασία του ως οικοδόμος στην Tsircon Construction Co Ltd, η οποία τον εργοδοτούσε από την 11.3.
- Τα καθήκοντα του περιστρέφονταν σε οικοδομικές εργασίες, επιδιορθώσεις σχολείων, εκκλησιών και άλλων μεγάλων έργων. Γνώριζε καλώς το αντικείμενο του. Εργαζόταν αδιαλείπτως στις οικοδομές από 25 ετών διατηρώντας και σχετικό ασφαλιστικό λογαριασμό με τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 84, που αφορά στην περίοδο 1983-2011). Το καθημερινό ωράριο εργασίας του στην Tsircon Construction Co Ltd ήταν από τις 07:00 μέχρι την 15:00 (Δευτέρα-Παρασκευή). Όποτε υπήρχε ανάγκη, εργαζόταν και υπερωρίες και έτσι τα εισοδήματα του αυξάνονταν. Οι ακάθαρτες ετήσιες απολαβές του για το 2002 από τη μέρα έναρξης της εργοδότησης του (11.3.02) και όσο μπορούν να συναχθούν (στο περίπου) από τη μαρτυρία, ήσαν της τάξης των €12.487,21 ή €10.760,55 (καθαρά), ενώ για το 2003, της τάξης των €12.154,46 ή €10.760,55 (καθαρά), εξαρτωμένου τού τι δέχεται κανείς ανά περίπτωσιν από αυτά που δήλωσε η XXXXX Βαρνάβα (ΜΕ5) ή και ο ενάγων. Για τους λόγους που παρέθεσα, τα ποσά τούτα (καθαρά, ακάθαρτα, μηνιαία, ετήσια ή ωριαία), πρέπει να προσεγγιστούν με προσοχή επειδή όσα τα συναριθμούν δεν αποδείχθηκαν ως έπρεπε. Στις 23.9.03, ο ενάγων υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου στο Ακτινολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας η οποία δεν έδειξε κάτι το ανησυχητικό (Τεκμήριο 27). Στις 20.10.03, μετέβηκε στα Εξωτερικά Ιατρεία. Εκείνη τη μέρα, διακόπηκε και η λήψη ασπιρίνης. Τον Ιανουάριο 2004, άρχισε να νοιώθει πόνο στο δεξί ισχίο χωρίς να έχει κτυπήσει. Όταν φορτιζόταν το ισχίο, έχανε την ισορροπία του. Με το πέρασμα του χρόνου, ο πόνος γινόταν εντονότερος. Στις 27.2.04, είχε συνάντηση με τον XXXXX Ζωδιάτη (ΜΥ3), που ήταν ένας από τους γιατρούς που συνάρθρωσαν την ιατρική ομάδα που τον περιέθαλψε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας τον Μάιο
- Τον πληροφόρησε για τους ξαφνικούς και ανεξήγητους πόνους που ένιωθε, με τον γιατρό να τον προτρέπει να υποβληθεί σε ακτινογραφίες στο δεξιό ισχίο και στον σπόνδυλο (Τεκμήριο 69). Επέστρεψε στον XXXXX Ζωδιάτη (ΜΥ3), στις 5.3.04, οπόταν και ο γιατρός δεν διέγνωσε, όπως είχε πει στον ενάγοντα, κάποια πάθηση και του συνέστησε ξεκούραση δύο εβδομάδων από την 5.3.04 μέχρι 19.3.04 (Τεκμήριο 71). Εξακολουθούσε να υποφέρει από πόνους. Στις 19.3.04, επισκέφθηκε τον ιδιώτη χειρουργό ορθοπεδικό/τραυματολόγο XXXXX Χριστοδούλου (που δεν κλήθηκε θυμίζω να δώσει μαρτυρία στη δίκη) και ο οποίος τον συμβούλευσε να μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και να υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία (MRI). Του χορήγησε άδεια ασθενείας για την χρονική περίοδο 20.3.04-2.4.04 (Τεκμήριο 96
(5)). Στις 2.4.04 (με τη λήξη της άδειας ασθενείας), επισκέφθηκε τον XXXXX Ζωδιάτη (ΜΥ3). Πονούσε και δεν μπορούσε να περπατήσει. Ο XXXXX Ζωδιάτης (ΜΥ3), του ενέκρινε νέα άδεια ασθενείας για την περίοδο 3.4.04-9.4.04 (Τεκμήριο 72). Στις 23.4.04, υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία (MRI). Ανακαλύφθηκε ότι υπέφερε από άσηπτη νέκρωση του δεξιού ισχίου (Τεκμήρια 2 και 21). Στις 3.5.04, μετά από ιατρική προτροπή υποβλήθηκε στο Απολλώνειο Νοσοκομείο, σε χειρουργική επέμβαση τρυπανισμού της μηριαίας κεφαλής στο δεξιό ισχίο. Άρχισε να κινείται μετά πάροδο τριών μηνών από την εγχείρηση, γύρω στον Αύγουστο 2008. Κυκλοφορούσε με πατερίτσες εκτός οικίας κατά βούλησιν. Ήθελε να αναρρώσει. Ταλαιπωρούνταν. Άρχισαν και τα οικονομικά προβλήματα. Μετά από μαγνητική τομογραφία (MRI) στις 3.8.04 (Τεκμήριο 3), άρχισε να νοιώθει πιο αισιόδοξος αφού η εξέταση έδειξε βελτίωση. Με προτροπές τού XXXXX Χριστοδούλου, επισκέφθηκε γιατρό στην Ελλάδα για σχετικές εξετάσεις. Με την επιστροφή του, άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι πολύ πιο σοβαρό συνέβαινε και επιζήτησε νομική συμβουλή. Στις 13.1.05, υπέβαλε αίτηση για σύνταξη ανικανότητας προς το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το αίτημα πλαισιώθηκε και από ιατρική έκθεση του XXXXX Χριστοδούλου (Τεκμήριο 73). Στις 25.1.05, κλήθηκε να παρουσιαστεί σε ιατροσυμβούλιο για να εξεταστεί το αν θα αποστελλόταν στην Λάρισα για εξέταση από τον γιατρό XXXXX Μαλίζο με ιατρικά έξοδα του κράτους (Τεκμήριο 74). Όπερ και εγένετο. Στις 24.5.05 (με ημερομηνία ισχύος την 1.2.05), το αίτημα του προς το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων εγκρίθηκε για ποσοστό ανικανότητας 75% (Τεκμήριο 97
(1)). Η κρίση του Ιατρικού Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων συναποτελεί αξιολογήσιμο στοιχείο και ποσώς παραγνωρίστηκε ως τέτοιο (βλ. κατ' αναλογίαν Αντωνίου ν Νικολάου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 136, 142), εντασσόμενο δε μαζί με όλα τα άλλα που έγιναν αποδεκτά ως αξιόπιστα, με οδηγούν σε εύρημα πως κατά τους κρίσιμους χρόνους ο ενάγων ήταν (και εξακολουθεί να είναι) ανίκανος για εργασία σε ποσοστό 75% (ουχί όμως ολοκληρωτικώς ανίκανος για επικερδή εργασία). Το ποσό σύνταξης του ενάγοντα (καταβλητέο με επιταγή στο τέλος κάθε μήνα), προσδιορίστηκε σε ΛΚ276,35/€472,17. Σε αυτό το ποσό συμπεριλαμβανόταν και ποσό ύψους ΛΚ72,93/€124,61, ως αύξηση για τρία εξαρτώμενα. Για τη χρονική περίοδο 1.2.05-31.12.05, το συνολικό ποσό παροχής που δόθηκε στον ενάγοντα ήταν ΛΚ3.039,85/€5.193,89 (Τεκμήριο 97
(2)), μεταξύ 01.01.06 και 31.12.06, ήταν ΛΚ3.701,48/€6.324,35 (Τεκμήριο 97
(3)), μεταξύ 01.01.07 και 31.12.07, ήταν ΛΚ3.821,37/€6.529,20 (Τεκμήριο 97
(4)), μεταξύ 01.01.08 και 31.12.08, ήταν €6.880,65 (Τεκμήριο 97
(5)), μεταξύ 01.01.09 μέχρι 31.12.09, ήταν €7.108,27 (Τεκμήριο 97
(7)) και από 01.01.16 ήταν €609,31 μηνιαίως (Τεκμήριο 97
(9)). Αρχές 2006, ο ενάγων άρχισε να έχει έντονους πόνους στον δεξιό ώμο, με περιορισμό των κινήσεων. Έπεφτε το χέρι του. Ο πόνος που ένιωθε ομοίαζε με εκείνον που χαρακτήριζε την οστεονέκρωση στο δεξιό ισχίο. Επιδίωξε ιατρική συμβουλή και στις 17.2.06, εντοπίστηκε άσηπτη νέκρωση του δεξιού ώμου (Τεκμήριο 17). Στις 8.3.06, χειρουργήθηκε με τρυπανισμό στον δεξιό ώμο (Τεκμήριο 6). Αποτέλεσμα ήταν η ακινητοποίηση τού δεξιού χεριού για περίοδο 6-8 μηνών. Σήμερα, ο ενάγων πάσχει από αυξομειούμενο πόνο συνεπεία δυσκαμψίας στο δεξιό ισχίο και στον δεξιό ώμο και είναι αδύνατον να επιτελέσει διάφορες λειτουργίες, όπως το βαθύ κάθισμα ή την τοποθέτηση τού δεξιού ακρόποδα επί του αριστερού γονάτου και να δυσκολεύεται να βάζει τις κάλτσες του και να ανυψώνει αντικείμενα για τοποθέτηση. Πολλές φορές η ακινησία δημιουργεί επιδείνωση της δυσκαμψίας. Αποτέλεσμα των βλαβών είναι η χειροτέρευση της λειτουργίας των αρθρώσεων, κάτι που, με την καταπόνηση που παρατηρείται, θα επισπεύσει την εμφάνιση οστεοαρθρίτιδων, μολονότι δεν αναμένεται η εμφάνιση οστεονέκρωσης σε άλλες αρθρώσεις αφού πέρασε έκτοτε καιρός. Δεν μπορεί να παραμένει ιστάμενος για ώρα. Μήτε να χορεύει. Μπορεί να περιπατεί για μικρές αποστάσεις μα όχι διαρκώς. Υπάρχουν στιγμές που μπορεί να σηκώνει βάρη (όπως φιάλες υγραερίου βάρους 10-12 κιλών), πονώντας τον δεξιό του ώμο μόνο όταν η κίνηση που κάνει είναι πάνω από 90 μοίρες. Η κοινωνική του ζωή, αν και περιορισμένη στα απαραίτητα, συνεχίζεται αφού δεν είναι καθηλωμένος. Δεν μπορεί πάντως να δουλέψει ως οικοδόμος, με αποτέλεσμα τα οικονομικά προβλήματα να έχουν χειροτερέψει. Ο ενάγων κατέδειξε όπως εκτενώς παρατέθηκε, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των παραβιάσεων του καθήκοντος επιμέλειας που ο εναγόμενος είχε έναντι του ενάγοντα και της ζημιάς/βλάβης που προέκυψε στον τελευταίο ως εξ αυτής της αμέλειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Αλέκου ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ΠΕ 98/14, ημ. 4.4.18, Μιχαήλ ν Λαπίθη και Άλλων, ΠΕ 336/11, ημ. 12.1.18, Βαριάνου ν Δρ Ανδρέα Π Βορκά
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1541, 1581-1588). Έπονται τα περί των αποζημιώσεων. Τα από τούδε καταγραμμένα θα παραπέμπουν, εκτός και αν οριστεί διαφορετικώς, στην τελευταία τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης (ημερομηνίας 12.1.15), η οποία καταχωρίστηκε διά δικαστικού διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 19.12.14. Επιλαμβανόμενος των αξιώσεων δεν θα ακολουθήσω την αριθμητική σειρά δικογράφησης τους στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά εκείνη που θα κρίνω αρμόζουσα κατά νομολογιακή και δικαιϊκή τάξη. Ο ενάγων δικαιούται στην επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για τον πόνο και την ταλαιπωρία του (ως η παράγραφος 23(Β) τής Έκθεσης Απαίτησης). Η αποζημίωση αντιπροσωπεύει εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση τού ενάγοντα με σκοπό να τον φέρει στην ίδια κατάσταση που θα βρισκόταν αν δεν είχε πάθει τις βλάβες για τις οποίες παραπονείται. Δεν είναι δυνατή η πλήρης χρηματική αποκατάσταση του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι γενικές αποζημιώσεις πρέπει να είναι λιγότερο από ικανοποιητικές ή, αντιστρόφως, υπέρμετρες. Οι αποζημιώσεις αρμόζει να είναι επαρκείς (και κοινωνικώς αποδεκτές) και να μη στοχεύουν στην τιμωρία του εναγομένου (βλ. γενικώς, Φ. Νικολαΐδης, Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες, 1996, παρ, 1-05). Ο υπολογισμός των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να είναι λελογισμένος. Ως τονίστηκε στην Φοινικαρίδης & Άλλη ν Γεωργίου και Άλλων
(1991)1(Α) ΑΑΔ 475, 489 (η οποία καθοδηγεί και ως προς τον τοκισμό των αποζημιώσεων ευρύτερα), όσο και αν προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις προσφέρουν καθοδήγηση ως αποκαλυπτικές επικρατούσας τάσης, δεν είναι δεσμευτικές. Είναι αναγκαίο να γίνονται οι προσήκουσες προσαρμογές με κατά νουν τα ιδιαίτερα γεγονότα και το συνυπολογισμό τής μείωσης στην αξία του χρήματος. Δεδομένο είναι πως πρέπει να προσδίδεται μεγαλύτερο περιεχόμενο στον ανθρώπινο πόνο και στην αγωνία που προκαλεί η ανικανότητα που εκδηλώνεται, με την επιδίκαση πιο γενναιόδωρων αποζημιώσεων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδου ν Αναστασίου, ΠΕ 15/11, ημ. 11.9.17). Μελέτησα τη νομολογία στην οποία παραπέμφθηκα από τους δικηγόρους και διά της οποίας καθορίστηκαν ποσά γενικών αποζημιώσεων για παρόμοιες σωματικές βλάβες με αυτές που απασχολούν εδώ, προβαίνοντας συν το χρόνω στους κατάλληλους παραλληλισμούς γεγονότων. Διασαφηνίζω. Στην Σαρρής ν Κατσετζίδη
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 2120, ο εφεσείων (ηλικίας 72 ετών), υπέστη κάταγμα ακρωμίου και αριστερής ωμογλήνης, σοβαρού βαθμού θλάση του δεξιού γόνατος με ανάλογου βαθμού αίμαρθρο, θλάση αυχένα και ελαφρά εγκεφαλική διάσειση. Η θεραπευτική αγωγή συνίστατο σε ακινητοποίηση του αυχένα με κολάρο, ακινητοποίηση του αριστερού ώμου με κρεμαστήρα, παγοθεραπεία στο δεξιό γόνατο και πλήρη ανάπαυση. Το κάταγμα στον ώμο ανέπτυξε μόνιμη ψευδάρθρωση. Σημειώθηκε επιδείνωση με την εμφάνιση οστεοαρθρίτιδας και ανάγκη για αρθροπλαστική εγχείρηση. Η εγχείρηση θα ήταν δύσκολη και μεγάλη και θα απαιτούσε μήνες ανάρρωσης. Έτσι είναι που θα αντιμετωπιζόταν το πρόβλημα του πόνου και η ικανοποιητική επαναφορά των κινήσεων του ώμου. Ο εφεσείων υπέφερε από πόνους που τον δυσκόλευαν «σε κινήσεις καθημερινότητας όπως ξύρισμα, χτένισμα μαλλιών, επαφή του ώμου με άλλα αντικείμενα π.χ. κρεβάτι κλπ.». Μόνιμα κατάλοιπα άφησε και η θλάση στο γόνατο. Ο ενάγων παρουσίαζε συχνώς ύδραρθρα. Υπεβλήθη σε παρακέντηση για αφαίρεση υγρού. Δυσκολευόταν σοβαρά στις καθημερινές μετακινήσεις. Καταστράφηκαν οι επιφάνειες της άρθρωσης. Θα χρειαζόταν και για αυτό τον λόγο χειρουργική επέμβαση (αρθροπλαστική αντικατάσταση). Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε γενικές αποζημιώσεις ύψους ΛΚ15.000,00/€25.629,02, με το Ανώτατο Δικαστήριο να τις αυξάνει σε ΛΚ25.000,00/€42.715,04. Στην Βαλανίδης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2007)1(Α) ΑΑΔ 801, ο ενάγων (ηλικίας 13 ετών), είχε διακομιστεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και του παρασχέθηκαν πρώτες βοήθειες και περίθαλψη μετά από δυστύχημα. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής του στο νοσοκομείο ήταν ξαπλωμένος, υπέφερε από δυνατούς πόνους και δεν μπορούσε να σηκώσει το πόδι του. Μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο, παρέμεινε περιορισμένος στο σπίτι για 2½ μήνες. Ενώ βρισκόταν στο σπίτι χρειαζόταν συνεχώς βοήθεια. Δεν μπορούσε να ντυθεί μόνος. Η μετακίνηση του γινόταν δύσκολα και με πατερίτσες. Δεν μπορούσε να τρέξει ή να περπατήσει. Καθόταν και σηκωνόταν με δυσκολία και δυσκολευόταν να σκύψει. Έμενε ξαπλωμένος ανάσκελα γιατί δεν μπορούσε να γυρίσει στη μια ή στην άλλη πλευρά. Ένα έτος περίπου μετά την πρώτη εγχείρηση, υποβλήθηκε και σε δεύτερη εγχείρηση. Η κατάσταση της υγείας του δεν παρουσίασε βελτίωση. Είχε φανεί άσηπτη νέκρωση της κεφαλής του μηριαίου οστού. Αν και η αγωγή απορρίφθηκε, το Δικαστήριο υπολόγισε τις γενικές αποζημιώσεις (που θα δικαιούνταν ο ενάγων), σε ΛΚ40.000,00/€68.344,06. Στην Συκοπετρίτης ν Χριστοδούλου
(2004)1(Α) ΑΑΔ 218, ο ενάγων (ηλικίας 47 ετών κατά το δυστύχημα), έπαθε εγκεφαλική διάσειση και σοβαρή μορφή υποκεφαλικού κατάγματος τού δεξιού μηριαίου οστού. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για ολική αρθροπλαστική τού δεξιού ισχίου. Βάδιζε με βακτηρίες μετά την επέμβαση. Ως οριστικά παρεπόμενα διαπιστώθηκαν η περιορισμένη ικανότητα εργασίας, που οδήγησε τον ενάγοντα σε υποχρεωτική αλλαγή επαγγέλματος (από αποθηκάριος σε κλητήρα), η ελαφρά χωλότητα, ο μερικός και σε μικρός περιορισμός των κινήσεων τού δεξιού ισχίου και η πρόκληση ενοχλήσεων από τις καιρικές αλλαγές. Ήταν αναγκαία και μια επιπρόσθετη αρθροπλαστική επέμβαση. Επιδικάστηκαν γενικές αποζημιώσεις ΛΚ35.000,00/€59.801,05. Στην Σολομωνίδης ν Ζεβλού και Άλλου
(2000)1(Α) ΑΑΔ 228, ο ενάγων επιπλοποιός (ηλικίας 12 ετών κατά το δυστύχημα), υπέστηκε ανοικτό κάταγμα και επιφυσιόλυση κάτω επίφυσης δεξιού μηριαίου με εκτεταμένη κάκωση μαλακών μορίων, ανοικτό συντριπτικό κάταγμα έσω σφυρού και πρόσθιας αρθρικής επιφάνειας τής κνήμης δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης ως και ρακοποίηση δέρματος και μαλακών μορίων της περιοχής τού έξω σφυρού δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης, με βράχυνση, βλαισιογονία και εκφυλιστικές αλλοιώσεις και ουλές από τις πολλαπλές εγχειρήσεις. Βάδιζε με χωλότητα και εξωτερική στροφή τού δεξιού σκέλους. Προκλήθηκε βλαισογονία 15 μοίρες δεξιά, μείωση της κάμψης του δεξιού γόνατος, επιμήκης ουλή 25 εκατοστών στην πρόσθια μηριαία επιφάνεια και του γόνατος, μετατραυματική υπερτροφία των μαλακών μορίων πέριξ της αρθρώσεως στη δεξιά ποδοκνημική άρθρωση, χειρουργικά τραύματα στο έσω και έξω σφυρόν και συνολική βράχυνση κατά 3 εκατοστά του δεξιού σκέλους. Οι γενικές αποζημιώσεις αυξήθηκαν από το Εφετείο σε ΛΚ30.000,00/€51.258,04 (από ΛΚ20.000,00/€34.172,03). Στην Χριστοφόρου ν Χαραλάμπους και Άλλου
(1993)1 ΑΑΔ 560, ο ενάγων (41 ετών), ήταν αυτοεργαζόμενος λογιστής (Book-Keeper). Έπαθε σοβαρό κάταγμα τής άρθρωσης τού δεξιού ισχίου και τραύμα στην δεξιά παρειά το οποίο συρράφτηκε, με αποτέλεσμα τη δημιουργία αμυδρώς ορατής και μη παραμορφωτικής ουλής στο πρόσωπο. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για τη στερεοποίηση τής δεξιάς μηριαίας άρθρωσης με την ένθεση όστιων ενώσεων (bone screws). Παρέμεινε στο νοσοκομείο για έξι εβδομάδες μετά την εγχείρηση. Μετά την απόλυση του από το νοσοκομείο, μπορούσε να κινηθεί υποβασταζόμενος σε δεκανίκια και για περίοδο πεντέμισι μηνών ήταν εντελώς ανίκανος για εργασία. Επήλθε μόνιμη βράχυνση τού δεξιού ποδιού κατά ενάμισι εκατοστό που επέφερε χωλότητα, οστεοαρθρίτιδα της κεφαλής του μηριαίου οστού και σοβαρό περιορισμό των κινήσεων τού δεξιού ποδιού, με περιοδικούς πόνους ιδιαίτερα κατά τη μεταβολή των καιρικών συνθηκών. Μελλοντικώς θα χρειαζόταν αρθροπλαστική εγχείρηση για διόρθωση τής αναμενόμενης επιδείνωσης της κατάστασης του ποδιού του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε γενικές αποζημιώσεις στις οποίες συμπεριέλαβε και την απώλεια μελλοντικών απολαβών, ύψους ΛΚ8.000,00/€13.668,81. Το Εφετείο κρίνοντας ότι η τραυματική και μετατραυματική κατάσταση του εφεσείοντα ήταν πολύ επώδυνη και τα κατάλοιπα του τραύματος θα τον συνόδευαν για πάντα, αύξησε το ποσό σε ΛΚ12.000,00/€20.503,22. Πραγματεύθηκα τα των γενικών αποζημιώσεων για οστεονεκρώσεις από στεροειδή με αναφορά και στην Rhine v Millan and Others
(2000)ABQB 212 (στην οποία παρέπεμψε ο κ. Ροτσίδης), καταλήγοντας πως αυτή και όσες άλλες αποφάσεις μνημονεύονται εκεί (που εκδόθηκαν σε καναδικά δολάρια) - και τις οποίες διάβασα με την κατάλληλη περίσκεψη που η νομολογία μας ορίζει για προηγούμενα αλλοδαπών δικαιοδοσιών, λόγω, πρωτίστως, των πολυεπίπεδων κοινωνικοοικονομικών διαφορών μεταξύ Κύπρου και άλλων χωρών (βλ. κατ' αναλογίαν, Σπύρου ν Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298, 312, Polycarpou and Another v Adamou
(1988)1 CLR 727, 738) - αφορούν σε σοβαρότερα περιστατικά. Έχοντας υπόψιν όλα τα πιο πάνω και όσα έτερα η νομολογία οριοθετεί ως σχετικά και εφαρμοζόμενα (καθώς και τα ευρήματα μου) - και προβαίνοντας στις κατάλληλες παραβολές γεγονότων, με επίγνωση την ηλικία του ενάγοντα σε σύγκριση εκείνης των εναγόντων στις άλλες υποθέσεις που προανέφερα, τη βλάβη και ζημιά του, τις επιπτώσεις, την αδυναμία του να απολαμβάνει τις ανέσεις της ζωής, τη φύση των βλαβών, τη διάρκεια της θεραπείας του, τα προβλήματα υγείας που δυνατόν να παρουσιαστούν στο μέλλον και γενικότερα τον πόνο και την ταλαιπωρία του (βλ. γενικώς, Φ. Νικολαΐδης, Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες, 1996, παρ. 1-16 μέχρι 1-17) - κρίνω πως ποσό ύψους €50.000,00, αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τον ενάγοντα. Επιδικάζω υπέρ του ενάγοντα και ποσό ύψους €7.000,00, ως γενικές αποζημιώσεις για μελλοντική αρθροπλαστική εγχείρηση στον δεξιό του ώμο (ως αξιώνεται στην παράγραφο 22 της Έκθεσης Απαίτησης), μια και δεν θα γίνει δεύτερη εγχείρηση στο δεξιό ισχίο του ενάγοντα αφού κάτι τέτοιο μπορεί να αποβεί επικίνδυνο και να επιδεινώσει την κατάσταση του στο σημείο αυτό (ως αναφέρθηκε στην αξιόπιστη μαρτυρία). Ο ενάγων δικαιούται και σε ειδικές αποζημιώσεις ύψους €13.559,90, με τα διάφορα ποσά να είναι εύλογα και εντός αναλογικού μέτρου. Το ποσό αυτό (εν μέρει παραδεκτό από τον εναγόμενο στη γραπτή του αγόρευση), προκύπτει από την επιτυχία (ή μερική επιτυχία) της αγωγής για τις αξιώσεις στην παράγραφο 21(Γ) τής Έκθεσης Απαίτησης ύψους €2.221,16 (Τεκμήρια 83
(1), 83
(5), 83
(7), 83
(9), 83
(12), 83
(16)και 83
(18)), στην παράγραφο 21 (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Η), (Θ), (Ξ), (Ο), (Π), (Ρ), (Τ) και (Υ)) τής Έκθεσης Απαίτησης ύψους €5.188,74, στην παράγραφο 21(Χ) τής Έκθεσης Απαίτησης ύψους €150,00 (Τεκμήριο 83
(35)) και στην παράγραφο 21(Ω1) τής Έκθεσης Απαίτησης ύψους €6.000,00 (Τεκμήρια 83
(38)και 83
(42)). Ο ενάγων αξιώνει διά της παραγράφου 21(Α) τής Έκθεσης Απαίτησης ποσό €268.763,00, ως ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια απολαβών από τον Ιανουάριο 2004 έως την καταχώριση τής Έκθεσης Απαίτησης (στις 12.1.15) και ακολούθως (διά της παραγράφου 21(Β) της Έκθεσης Απαίτησης), απώλεια απολαβών (αγνώστου ύψους), από την ημερομηνία καταχώρισης της Έκθεσης Απαίτησης μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης απόφασης. Απέτυχε. Επεξηγώ. Κατ' αρχάς κι αν ακόμη δικαιούνταν ο ενάγων στην επιδίκαση τέτοιων ειδικών αποζημιώσεων (για απώλεια παρελθουσών απολαβών), ο χρόνος υπολογισμού τους θα άρχιζε από 3.5.04 (οπόταν και εγχειρίστηκε για πρώτη φορά) και όχι από τον Ιανουάριο 2004, που αποτελεί αδικαιολόγητο χρονικό ορόσημο για την πτυχή αυτή των επιδιωκομένων. Εν πάση περιπτώσει, η ως κατά το πλείστον συγκεχυμένη και αόριστη μαρτυρία που προσέφερε ο ενάγων και η Τασούλα Βαρνάβα (ΜΕ5), για τις απολαβές του (που αμφισβήτησε ο εναγόμενος) - και από την οποία μαρτυρία μόνο μια χαλαρώς γενική και ασαφής εικόνα συνάγεται για τη μισθοδοσία - η έλλειψη επαρκούς ταύτισης των εισοδημάτων του ενάγοντα από την Tsircon Construction Co Ltd με όσα εκτίμησαν οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για καθορισμό των ασφαλιστέων του αποδοχών, η μη σταθερά εισοδηματική του κατάσταση στην εταιρεία με αυξομειούμενες τις απολαβές του και όλα τα άλλα που συζητήθηκαν, κατατάσσουν την περίπτωση σε εκείνες που απέχουν από το να ικανοποιούν την αυστηρότητα που απαιτεί συναφώς η νομολογία (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντωνίου ν Κυριάκου, ΠΕ 363/11, ημ. 4.7.16, Πίριλλος ν Κονναρή
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1153, Σολέας ν Σολέα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 904, 915). Οι όποιοι υπολογισμοί εισοδημάτων όφειλαν να γίνονταν με την αναμενόμενη επιμέλεια και προσοχή από ή εκ μέρους του ενάγοντα δίχως να αναμένεται η μετατροπή του Δικαστηρίου σε μάρτυρα επωμισμένου με την αποσαφήνιση αριθμών, στοιχείων, αποκοπών, ποσοστιαίων προσαρμογών και ούτω καθεξής, τη στιγμή που τούτα θα μπορούσαν να τύχουν επεξεργασίας διά της σωστής μεθοδολογίας εντός των αποδεικτικών κανόνων και δικονομίας που περιβάλλουν το αντιπαραθετικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης (βλ. κατ' αναλογίαν, ΜΣ Ιακωβίδης & Σια και Άλλοι ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ΠΕ 378/09, ημ. 10.7.15, Ασπίς Πρόνοια Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής ν Γρηγορίου και Άλλης
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1357, 1362-1364). Άλλη προσέγγιση, θα ήταν καταχρηστική και θα επηρέαζε σοβαρά τα δικαιώματα του εναγομένου, ο οποίος αμφισβήτησε τη σχετική μαρτυρία από μέρους του ενάγοντα και την παράγωγη διαπίστωση πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να καλύπτει τυχόν ατέλειες ή παραλείψεις στη μαρτυρία εκείνων που είναι επωμισμένοι με απόδειξη της αξίωσης τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στυλιανού και Άλλων
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1718, 1739, Παναγή ν Κακόψιτου
(2001)1(Α) ΑΑΔ 839, 873-874 ). Ως κρίθηκε και στην Κολάνη ν Ταμπούρα
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1108, 1116): « Αναφορικά με τον επιδικασμό αποζημιώσεων για απώλεια μέχρι τη δίκη, με δεδομένο ότι αυτές συνιστούν ζημιά η οποία έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί, αποτελούν στοιχείο ειδικών αποζημιώσεων και επομένως θα πρέπει τα διεκδικούμενα ποσά να αποδεικνύονται με την απαιτούμενη ακρίβεια, βεβαιότητα και αυστηρότητα. Όπως δε έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι ελλείπουν τα αναγκαία εκείνα στοιχεία που θα βοηθούσαν το Δικαστήριο να καταλήξει σε κάποιο ακριβές ποσό, δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιδικάζεται κατ' αποκοπή ή κατά προσέγγιση οποιοδήποτε ποσό που αντιπροσωπεύει απώλεια εισοδημάτων μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. (Βλ. π.χ. Κουμπαρή κ.ά. v. Φούτρη (2001 1(Β) Α.Α.Δ 921)». Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτά. Οι αξιώσεις στις παραγράφους 21(Α) και 21(Β) τής Έκθεσης Απαίτησης (ως συζητήθηκε πιο πάνω), απορρίπτονται. Ο ενάγων δικαιούται σε αποζημιώσεις για την απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων, μια που έχει καταδείξει αποδεκτώς όσα όφειλε για την επιδίωξη (βλ. κατ' αναλογίαν, Κολάνη ν Ταμπούρα
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1108, 1116), με την μερική απόρριψη της μαρτυρίας που παρουσίασε να μην αίρει δίχως άλλο το υπόβαθρο για τέτοια αποζημίωση (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Στυλιανού και Άλλων
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1727, 1736-1738). Η υπόθεση δεν προσφέρεται - και τούτο εκπηγάζει ευκόλως από τα προηγούμενα που αναλύθηκαν - για υπολογισμό των αποζημιώσεων με τη μέθοδο πολλαπλασιαστή/πολλαπλασιαστέου. Η αποζημίωση θα ενταχθεί στην κατηγορία των γενικών αποζημιώσεων και θα επιδικαστεί κατ' αποκοπήν (βλ. κατ' αναλογίαν, Ερωτοκρίτου και Άλλου ν Φουτρή
(2001)1(Β) ΑΑΔ 921, 927). Βάσει της μαρτυρίας και ευρημάτων μου, την ηλικία του ενάγοντα, το ποσοστό ανικανότητας του για εργασία (75%), το ότι δεν θα μπορέσει να εργαστεί ως οικοδόμος ποτέ και όσα άλλα η νομολογία αναγνωρίζει ως αποτιμώμενες μεταβλητές καθορίζω το κατ' αποκοπήν και σφαιρικό αυτό ποσό γενικών αποζημιώσεων σε €30.000,00 (βλ. γενικώς, P Barrie, Personal Injury Law: Liability, Compensation and Procedure, 2η έκδ., 2005, Oxford University Press, παρ. 24.11-24.18, Φ. Νικολαΐδης, Αποζημιώσεις για Σωματικές Βλάβες, 1996, παρ, 1-18). Τα υπόλοιπα κονδύλια ειδικών αποζημιώσεων (ως τούτα δικογραφούνται στην παράγραφο 21 τής Έκθεσης Απαίτησης) - και για τους λόγους που ικανώς ανέπτυξε η δικηγόρος του εναγομένου στις σελίδες 42-44 τής γραπτής της αγόρευσης (τα οποία μετατρέπω σε αναπόσπαστο μέρος του σκεπτικού μου) - πόρρω απέχουν από το να έχουν αποδειχθεί με την αυστηρότητα που η νομολογία υπαγορεύει (βλ. κατ' αναλογίαν, Ηρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, 243), ή ακόμη και από το να έχουν συσχετιστεί αρκούντως με τα όσα αποτυπώνονται στη δικογραφία, που αυτονοήτως δεν θεωρούνται (ελλείψει αντίστοιχων παραδοχών), ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Δημητρίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ΠΕ 167/10, ημ. 21.10.15, Μαυρομιχάλη ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 ΑΑΔ 530, 533). Κανένα άλλο ποσό αποζημιώσεων αποδείχθηκε στο απαιτούμενο μέτρο και αναφέρομαι στις αντίστοιχες αξιώσεις στην παράγραφο 21(Ζ), (Ι), (Κ) (Κ1), (Λ), (Μ), (Ν), (Σ), (Φ), (Ψ), (Ω), (Ω2), (Ω3), (Ω4) και στην παράγραφο 23(Δ), (Ε), (Ζ) και (Η) τής Έκθεσης Απαίτησης, οι οποίες και απορρίπτονται, μια και η μαρτυρία που δόθηκε σχετικώς - όπου δόθηκε - κρίνεται ως ατελέσφορη και αποδεικτικώς απαράδεκτη για τη συγκεκριμένη επιδίωξη. Σημειώνεται λόγου χάριν ότι οι απορριφθείσες απαιτήσεις περιέχουν χρεώσεις (όπως για σύνταξη ιατρικών εκθέσεων που δεν κατατέθηκαν στη δίκη (Τεκμήρια 83
(27)και 83
(37)), για ποσά που δεν δικογραφούνται (ας πούμε το ποσό των €1.000,00, ως το Τεκμήριο 83
(41)), ή το ποσό των €5.000,00 (κατά την παράγραφο 21(Ω2) τής Έκθεσης Απαίτησης), για την οποία δεν δόθηκε ικανοποιητική μαρτυρία και τα ίδια αφορούν στα περί επιδίκασης ποσού €18.000,00 (ως η παράγραφος 21(Ω3) τής Έκθεσης Απαίτησης), διά την οποία η προσκομισθείσα μαρτυρία μόνο κρίνεται απρόσφορη. Οι αξιώσεις στην παράγραφο 21(Ζ), (Ι), (Κ) (Κ1), (Λ), (Μ), (Ν), (Σ), (Φ), (Ψ), (Ω), (Ω2), (Ω3), (Ω4) και στην παράγραφο 23(Δ), (Ε), (Ζ) και (Η) τής Έκθεσης Απαίτησης, απορρίπτονται. Πριν το διά ταύτα, ένα σχόλιο με το δικό του νόημα. Ο ενάγων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης και οι λόγοι έχουν σκιαγραφηθεί στην εισαγωγή (με στόχευση όχι την προκαταρτική διατύπωση ευρήματος αλλά την περιγραφή των όσων αναδύονται επί τούτω από τον φάκελο της αγωγής). Ενεστώτως, η επαναφορά του ζητήματος έγκειται στο ότι αποκτά πλέον σχετικότητα η τοκοφορία επί των αποζημιώσεων που θα αποδοθούν διά του επικείμενου διατακτικού της απόφασης και η οποία (τοκοφορία) δεν μπορεί να παραβλέψει την περιγραφόμενη δικονομική συμπεριφορά του ενάγοντα, στην έκταση που οι αξιώσεις σχετίζονται με την επιδειχθείσα αργοπορία (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Χριστοδούλου ν Hoffer, ΠΕ 263/12, ημ. 11.1.18). Ο τοκισμός, ως απόσταγμα ενάσκησης δικαστικής διακριτικής ευχέρειας, θα τύχει αντανάκλασης στο διατακτικό που ακολουθεί, με σημείο αναφοράς για τις γενικές αποζημιώσεις (για πόνο και ταλαιπωρία), την ημερομηνία καταχώρισης της πρώτης Έκθεσης Απαίτησης (14.3.07) και για τις ειδικές αποζημιώσεις, την ημερομηνία καταχώρισης της τελευταίας τροποποιηθείσας Έκθεσης Απαίτησης (12.1.15). Ο ενάγων, στην έκταση που αναφέρθηκε, απέδειξε την αγωγή εναντίον του εναγομένου στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων βάσει του άρθρου 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148. Εκδίδεται