← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος ν. Λοΐζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2735/1991, 9/7/2018

Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος ν. Λοΐζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2735/1991, 9/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A412 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2735/1991 Μεταξύ Εθνικής Τράπεζας Της Ελλάδος Ενάγουσας- Αιτήτριας -Και-

  1. XXXXX Λοΐζου
  2. XXXXX Αλεξάνδρου
  3. XXXXX Γαβριήλ
  4. XXXXX Χρίστου Εναγόμενων- Καθ΄ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας
  5. 11.2017 για άδεια εκτέλεσης της απόφασης Ημερομηνία : 09.07.2018 Εμφανίσεις : Για Ενάγουσα - Αιτήτρια : κ. Νικολάου Για Εναγόμενο 1- Καθ' ου η αίτηση : κ. Γρηγορίου Για Εναγόμενο 3- Καθ' ου η αίτηση: κα Κουππάρη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση της Ενάγουσας Αιτήτριας, ημερομηνίας 8.11.2017, για λήψη άδειας προς εκτέλεση της απόφασης, λόγω παρέλευσης δέκα ετών από την έκδοση της απόφασης, εναντίον των Εναγόμενων 1,3 και 4 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Η αίτηση ερείδεται ουσιαστικά επί της Δ.48 θ 8 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κωνσταντίνου, υπαλλήλου των Εναγόντων. H υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, αλλά το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια διέταξε την επίδοσή της. Η αίτηση επιδόθηκε στους Εναγομένους 1,3 και 4 και στην ενώπιόν μου διαδικασία εμφανίστηκαν μόνο οι Εναγόμενοι 1 και
  6. Ο Εναγόμενος 3 την 17.04.2018 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω : «Α) Το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένορκης Δήλωσης που την συνοδεύει δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Β) Κ έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και κατ' επέκταση η ανανέωση της απόφασης παραβιάζει τη συνταγματικά καταχωρημένη αρχή της δίκαιας δίκης η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. Γ) Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που έδειξαν οι Ενάγοντες/Αιτητές σε σχέση με την ανανέωση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να προωθήσουν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Δ) Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την στηρίζει δεν περιέχουν τα εξής στοιχεία, ως είναι αναγκαίο: (α) την ημερομηνία, (β) το αρχικό ποσό της απόφασης, (γ) το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (δ) ότι οι Αιτητές δικαιούνται εκτέλεση της απόφασης και (ε) αιτιολόγηση της καθυστέρησης στην εκτέλεση της απόφασης. Ε) Η καταχώριση της Αίτησης συνιστά κατάχρηση του διακιώματος των Εναγόντων/Αιτητών για εκτέλεση απόφασης η οποία πριν 20 χρόνια, ήτοι το
  7. ΣΤ) Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν καταδεικνύουν ειδικό λόγο δια τον οποίο να γίνει παρέκκλιση του γενικού κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός 10 ετών. Ζ) Οι Ενάγοντες/Αιτητές παραλείπουν να αιτιολογήσουν την καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων για εκτέλεση της απόφασης και είσπραξης του οφειλομένου από τους Εναγόμενους/ Καθ' ων η Αίτηση για σχεδόν 27 χρόνια από την έκδοσή της Η) Η Αίτηση είναι καταχρηστική λόγω της παρέλευσης 27 ετών από την έκδοση της απόφασης και οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έλαβαν τα δέοντα ενδεικνυόμενα μέτρα εκτέλεσης με αποτέλεσμα το αρχικό ποσό να έχει επιβαρυνθεί με υπέρογκο ποσό τόκων. (Θ) Ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση αρ. 3 έχει επηρεαστεί δυσμενώς από την καθυστέρηση των Αιτητών και θα επηρεαστεί ακόμα περισσότερο αν επιτραπεί η ανανέωση της απόφασης μετά την πάροδο σχεδόν 27 χρόνων από την έκδοσή της. (Ι) Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασυνήθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης. Κ) Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει στοιχεία ούτε έχουν καταδείξει με την αίτηση τους και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει ότι η ανανέωση της απόφασης θα ήταν εμφανώς δίκαιη και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης μετά την πάροδο 27 σχεδόν ετών από την έκδοσή της.» H ένσταση του Εναγομένου 3 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου, στην οποία αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης, O Εναγόμενος 1 την 11.5.2018 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω: «
  8. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η εν λόγω οφειλή είναι διογκωμένη και/ή μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια.
  9. Το περιεχόμενο της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν στοιχειοθετεί και δεν Θεμελιώνει τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  10. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ' επέκταση η άδεια εκτέλεσης της απόφασης παραβιάζει τη συνταγματικά καταχωρημένη αρχή της δίκαιης δίκης, η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης.
  11. Η πολυετής αδράνεια και αδιαφορία που έδειξαν οι Αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης είναι τέτοια που τους στερεί το δικαίωμα να προωθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  12. Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα.
  13. Το αιτούμενο διάταγμα δεν είναι δίκαιο, ούτε ορθό να εγκριθεί.
  14. Η καταχώρηση της Αίτησης συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος των Εναγόντων/Αιτητών για εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση 10 ετών αφού η αίτηση έχει καταχωρηθεί 17 χρόνια μετά.
  15. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν καταδεικνύουν ειδικό λόγο δια τον οποίο να γίνει παρέκκλιση του γενικού κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός 10 ετών.
  16. Η εκδοθείσα απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί καθότι δεν εκδόθηκε νομότυπα και δεν ακολουθήθηκε η ορθή και νομότυπη διαδικασία και δεν φαίνεται να πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για παραχώρηση άδειας εκτέλεσης απόφασης λόγω παρέλευσης άνω των 10 ετών και δεν παρουσιάζονται σοβαροί και/ή επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομολογία επί του θέματος
  17. Οι Ενάγοντες δεν καταδεικνύουν ειδικό λόγο για το γεγονός ότι η τελευταία προσπάθεια για εκτέλεση της απόφασης έγινε την 01/11/2000 ήτοι σχεδόν 18 χρόνια μετά αφού δεν προέβηκαν στα δέοντα για εκτέλεση της απόφασης.
  18. Οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθότι η εν λόγω οφειλή έχει εξοφληθεί.
  19. Οι Ενάγοντες δεν καταδεικνύουν ειδικό λόγο για αλλαγή της οικονομικής κατάστασης του καθ ου η αίτηση 1 ουτωσώστε να ζητούν την εκτέλεση της απόφασης εναντίον του.» Η ένσταση του Εναγομένου 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου στην οποία αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Διαδικασία Σημειώνεται ότι η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ

(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α Messios & Sons Ltd κ.α v Ανδρέας Λεωνίδα Π.Ε 277/2007 ημερομηνίας, 18.2.2010. Νομική πτυχή - Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά στη Δ.40,Θ.8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό της σχετικής Δικονομικής διάταξης η χορήγηση άδειας για εκτέλεση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει νομολογηθεί, η χορήγηση τέτοιας άδειας δεν είναι αυτόματη αλλά τελεί υπό τον έλεγχο και επίβλεψη του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση Panaou v. Christofi
(1963)2 CLR 19, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control, and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest, or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control.» Ως προς τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψιν το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θεμελιακή είναι η απόφαση στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Μιχαήλ κ.ά.
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1604, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider [1948] 2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v. Metalexportimport SA [2003] Q.B. 471, Duer v. Frazer
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v. Singh [2002] EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης.» Περαιτέρω στην απόφαση Κτωρίδη ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Εφ. 290/10 ημερ. 19.6.14, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Όπως προκύπτει από την αγγλική νομολογία, η λυδία λίθος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, και το πιο σημαντικό κριτήριο, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του εξ αποφάσεως χρεώστη (βλ. Westacre Investments Inc. v. Yugoimport SDPR [2008] EWHC 801 και Good Challenger Navegante SA v. Mineralexportimport SA [2004] 1 Lloyd΄s Rep. 67).» Στην πιο πρόσφατη απόφαση Ανδρέα Τρύφωνος ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A373, Πολ. Εφε. 206/12, ημερομηνίας 26.10.2017, αφού υιοθετήθηκαν οι αρχές των πιο πάνω αποφάσεων λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Kαι αυτό για να επισημάνουμε ότι εάν το αντικείμενο της έφεσης δεν είχε εκλείψει, η έφεση θα επετύγχανε στη βάση της λανθασμένης άσκησης από το πρωτόδικο Δικαστήριο της διακριτικής του ευχέρειας λόγω του ότι η Τράπεζα, για πάρα πολλά χρόνια, δεν έλαβε κανένα μέτρο εκτέλεσης, χωρίς προς τούτο να αιτιολογήσει την καθυστέρηση πλην της γενικής αναφοράς περί ικανοποίησης αιτημάτων του εφεσείοντα για πίστωση χρόνου στην διευθέτηση του χρέους.» Επιπλέον στην απόφαση Εύζονος ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A430, Πολ. Έφ. 284/11, ημερομηνίας 15.9.2016, τέθηκαν οι παράμετροι τις οποίες σταθμίζει το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπό τη Δ.40 θ 8, ως ακολούθως : «Το δικαστήριο εξετάζοντας αίτηση δυνάμει της Δ.40 θ.8, λαμβάνει υπόψη από τη μια ότι μια απόφαση δεν μπορεί να παραμένει ανεκτέλεστη για απεριόριστο χρόνο, με αποτέλεσμα ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να παραμένει υπόλογος για ανάλογο απεριόριστο χρόνο και από την άλλη, ότι η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας................................ Βέβαια, σύμφωνα με καλά εδραιωμένη νομολογιακή αρχή, το δικαστήριο προτού παρατείνει την περίοδο για εκτέλεση δικαστικής απόφασης, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι εμφανώς δίκαιο (βλ. Duer v. Frazer [2001] 1 WLR 919).» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι για την έγκριση παρόμοιας φύσης αιτήσεων το Δικαστήριο σταθμίζει μεταξύ της υποχρέωσης να μην παραμένει μια δικαστική απόφαση ανεκτέλεστη επί μακρόν και της υποχρέωσης για διαφύλαξη του κύρους της δικαστικής διαδικασίας, το οποίο διαφυλάσσεται με την εκτέλεση των αποφάσεων. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το προεξάρχον κριτήριο είναι η κρίση περί του δυσμενούς ή όχι επηρεασμού του χρεώστη. Έτσι στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής επί μακρόν δεν έλαβε μέτρα εκτέλεσης και δεν παρέχει επαρκή εξήγηση σχετικά, η πλάστιγγα γέρνει προς τη μη ικανοποίηση του αιτήματος. Στην υπό κρίση υπόθεση διαπιστώνω ότι η Ενάγουσα- Αιτήτρια απέδειξε τα τυπικά στοιχεία για χορήγησης άδειας εκτέλεσης ήτοι, την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, το αρχικό ποσό της απόφασης, το οφειλόμενο ακόμα ποσό και το ότι δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης. Το κύριο ζήτημα που προκύπτει στην υπό κρίση υπόθεση είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα - Αιτήτρια αιτιολόγησε την καθυστέρηση και το εάν η τυχόν έγκριση του αιτήματος οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των εξ αποφάσεως οφειλετών. Ως προς το τελευταίο αυτό κριτήριο διαπιστώνω ότι ενώ η απόφαση εκδόθηκε την 20.6.1991, η Ενάγουσα έλαβε μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Εναγομένων μόνο μέχρι το έτος
  1. Συγκεκριμένα για τον Εναγόμενο 1 το τελευταίο μέτρο εκτέλεσης που λήφθηκε ήταν την 22.5.2000, για τον Εναγόμενο 3 ήταν 21.3.2000 και για τον Εναγόμενο 4, ήταν την 2.5.
  2. Έκτοτε, η Ενάγουσα δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης εναντίον των Εναγομένων. Περαιτέρω η Ενάγουσα παρέλειψε να αποταθεί στο Δικαστήριο για λήψη διατάγματος για άδεια εκτέλεσης της απόφασης από τις 20.6.2001 μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας. Προκύπτει συνεπώς ότι η Ενάγουσα -Αιτήτρια άφησε να παρέλθει άπρακτο το διάστημα από έτος 2001 μέχρι το 2017, χρονικό διάστημα στο οποίο ούτε καν αποτάθηκε για λήψη άδειας προς εκτέλεση της απόφασης. Ο ομνύων, για την Ενάγουσα, στην ένορκή του δήλωση συναρτά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος με τον ισχυρισμό ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 έχουν ακίνητη περιουσία επί της οποίας μπορεί να εγγραφεί ΜΕΜΟ. Επισύναψε σχετικά, ως Τεκμήρια 15 και 16 έρευνα από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Ο ομνύων για την Ενάγουσα, όμως, δεν δίδει καμιά εξήγηση γιατί η σχετική έρευνα έλαβε χώρα το έτος 2017 και όχι προγενέστερα, ώστε να διαφωτιστεί το Δικαστήριο σχετικά με την ανάγκη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η παράλειψη των αιτητών να προβούν σε ενέργειες για άδεια εκτέλεσης και λήψη οποιουδήποτε μέτρου ή ακόμα και έρευνας μεταξύ ετών 2001 και 2017, χωρίς την προβολή οποιασδήποτε δικαιολογίας ή εξήγησης καθιστά την αίτηση απορριπτέα. Το γεγονός ότι μόλις πρόσφατα η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι οι Εναγόμενοι 3 και 4 διαθέτουν ακίνητη περιουσία, χωρίς άλλη εξήγηση, δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει τη μακρά καθυστέρηση που παρατηρείται. Παράλληλα τυχόν έγκριση της αίτησης, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, θα είχε ως αποτέλεσμα να παρέμεναν οι Καθ' ων η αίτηση- Εναγόμενοι υπόλογοι επί μακρόν στην επίδικη δικαστική απόφαση, χωρίς να υπάρχει προς τούτο επαρκής λόγος ή να δίδεται επαρκής αιτιολογία, αφού η Ενάγουσα Αιτήτρια άφησε δεκαεφτά έτη χωρίς να πράξει οτιδήποτε προς τον σκοπό της εκτέλεσης της απόφασης. Στη βάση των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για χορήγηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Με δεδομένο το πιο πάνω συμπέρασμα η αίτηση θα πρέπει απορριφθεί συνολικά για όλους του Εναγόμενους είτε εμφανισθήκαν είτε όχι στη διαδικασία. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση Εναγομένων 1 και 3, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............. Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Ε,Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.