← Κύπρος

Μ.Ζ. ν. Α.Χ., Αρ. Αγωγής: 2645/17, 9/7/2018

Μ.Ζ. ν. Α.Χ., Αρ. Αγωγής: 2645/17, 9/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A413 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2645/17 Μεταξύ: Μ.Ζ. Ενάγουσας και Α.Χ. Εναγομένου ------------------ Ημερομηνία: 09 Ιουλίου, 2018. Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κ. Σ. Αγγελίδης, μαζί με κ. Χ. Τοπούζη και κα Μ. Καλαϊντζάκη Για τον Εναγόμενο: καμία Εμφάνιση Απόφαση Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω παραβίασης από τον Εναγόμενο των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τα άρθρα 8, 15 και 35 του Συντάγματος και τα άρθρα άρθρα 3, 8 και 13 της ΕΣΔΑ . Επίσης η Ενάγουσα αξιοί αποζημιώσεις στη βάση των άρθρων 2, 4 και 10 του Περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας των Θυμάτων Νόμου ή/και τα αντίστοιχα άρθρα στον καταργητικό νόμο αυτού, καθώς και δυνάμει του άρθρου 39 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και του Νόμου περί Παιδικής Πορνογραφίας. Επιπρόσθετα η Ενάγουσα αξιοί αποζημιώσεις για άσεμνη επίθεση κατά παράβαση των άρθρων 35, 151, και 154 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154). Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 A.Α.Δ
  1. Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ηλικίας πέραν των 60 ετών, κατά τον ουσιώδη χρόνο, προσπάθησε και πέτυχε να την παρενοχλήσει την σεξουαλικά και να έλθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της, όταν αυτή βρισκόταν στην ηλικία των 16 ετών. Ο Εναγόμενος κατάφερε να έρθει σε συνουσία με την Ενάγουσα κατ' επανάληψιν και παράνομα προφασιζόμενος ότι, εάν η Ενάγουσα αρνείτο, αυτός θα αυτοκτονούσε. Ο Εναγόμενος προσέγγισε την Ενάγουσα κατά η περί το έτος 2009, όταν η Ενάγουσα ήταν ηλικίας μόλις 12 ετών. Ο Εναγόμενος μαζί με τη σύζυγό του χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα κέρδισαν την εμπιστοσύνη της Ενάγουσας. Περί το έτος 2011, όταν η Ενάγουσα επιχείρησε να απεμπλακεί από τον Εναγόμενο και τη σύζυγό του, οι τελευταίοι εξασκούσαν σε αυτή ψυχολογική πίεση και ο Εναγόμενος της έλεγε ότι θα αυτοκτονήσει. Η Ενάγουσα, σταδιακά, λόγω της μεθοδευμένης ψυχολογικής πίεσης και/ή εκβιασμού υπέκυψε στις παράνομες και παιδοφιλικές ορέξεις του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος ασκώντας ψυχολογική πίεση μεταξύ των ημερομηνίων 1.5.2012- 31.12.2012 επιτέθηκε άσεμνα στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία και καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 2554/
  2. Η Ενάγουσα έχει υποστεί ηθική ζημία, προσωπική δυσχέρεια, ανησυχία, ψυχολογικές βλάβες και ειδικές ζημίες. Μαρτυρία Ενόψει της μη εμφάνισης του Εναγομένου στη διαδικασία, η Ενάγουσα προχώρησε με απόδειξη της υπόθεσής της. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Ενάγουσα καταχώρησε ένορκη δήλωση στην οποία επισύναψε 25 Τεκμήρια. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι η σεξουαλική παραπλάνησή της από τον Ενάγοντα ξεκίνησε από την ηλικία των 12 ετών μέχρι και την ηλικία των 16 ετών. Ειδικότερα όμως από την 01 .05.2012 έως και τις 31.12.2012, στην ηλικία των 16 ετών υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης. Ο Εναγόμενος, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα Αγωγή χρόνο, ήταν 60 ετών και διέμενε μαζί με τη σύζυγό του σε γειτονικό σπίτι κοντά στην οικία της Ενάγουσας. Η προσπάθεια του Εναγομένου να πλησιάσει την Ενάγουσα ξεκίνησε περί το 2009, όταν η Ενάγουσα ήταν 12 ετών. Ο Εναγόμενος κατέβαλλε προσπάθειες για να την προσεγγίσει χρησιμοποιώντας τη σύζυγό του. Ο Εναγόμενος μαζί με τη σύζυγό του με τη χρήση διαφόρων τεχνασμάτων και προφάσεων προσπάθησαν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη της Ενάγουσας και μεταξύ άλλων της έδιναν δώρα εκμεταλλευόμενοι την παιδική αφέλεια που χαρακτηρίζει την ηλικία των 12 ετών και την άγνοια κινδύνου. Η σύζυγος του Εναγομένου έπεισε την Ενάγουσα ότι η ίδια ήθελε να πηγαίνει στο σπίτι που διέμενε με τον Εναγόμενο, για να διαπιστώσει εάν αυτός της ήταν πιστός, αλλά και, ως της ανέφερε, για να τον διεγείρει σεξουαλικά. Περαιτέρω η σύζυγός του προσπαθούσε και πάλι να πείσει την Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος την ποθούσε ερωτικά και της ζητούσε να του τηλεφωνεί και να του μιλά με γλυκόλογα, για να δει την αντίδραση του Εναγομένου. Επιπλέον και οι δύο ζητούσαν από την Ενάγουσα να ξαπλώνει δίπλα από τον Εναγόμενο, να τον βλέπει να γδύνεται, να κάνει μπάνιο, να τον χαϊδεύει ερωτικά, να ξαπλώνει μεταξύ τους δημιουργώντας ένα αρρωστημένο τρίγωνο παιδεραστίας με θύμα την Ενάγουσα. Όποτε η Ενάγουσα προσπαθούσε να αποφύγει να πράξει όσα της ζητούσε η σύζυγος του Εναγόμενου, η τελευταία την εκφόβιζε ότι Θα έλεγε στα τέκνα της και κυρίως στους γονείς της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος την ποθούσε ερωτικά και/ή τα μυστικά που είχαν δημιουργηθεί. Με αυτό τον τρόπο η σύζυγος του Εναγομένου και ο Εναγόμενος παρότρυναν, έπειθαν, εξωθούσαν και εξανάγκαζαν την Ενάγουσα να συνομιλεί ερωτικά με τον Εναγόμενο καθώς και να προβαίνει σε ερωτικές ενέργειες και πράξεις με τον Εναγόμενο. Με τον πιο πάνω τρόπο ο Εναγόμενος κατάφερε να δημιουργήσει μια αρρωστημένη και εν γένει μια σχέση που σε καμία περίπτωση, η Ενάγουσα, όντας ανήλικη, δεν θα επιθυμούσε να συνάψει με τον Εναγόμενο ηλικίας 60 ετών. Οι πιο πάνω ενέργειες του Εναγομένου συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια. Περί τον Δεκέμβριο του 2011, όταν προσπάθησε να απομακρυνθεί, ο Εναγόμενος και η σύζυγός του επέτειναν τις προσπάθειές τους να την προσεγγίσουν, ασκώντας σε αυτή ακόμα μεγαλύτερη ψυχολογική πίεση, λέγωντας της ότι ο Εναγόμενος είχε κατάθλιψη, η οποία προκλήθηκε γιατί αυτή τον απέφευγε και ο Εναγόμενος της τηλεφωνούσε συνεχώς και έστελνε συνέχεια μηνύματα στο κινητό της, ερωτικά, απειλητικά και εκβιαστικά. Περαιτέρω ο Εναγόμενος απειλούσε την Ενάγουσα συχνά ότι θα αυτοκτονούσε, εάν δεν υπέκυπτε στα όσα επιθυμούσε ερωτικά και εάν δεν δεχόταν να συνευρεθεί μαζί του ερωτικά. Ο Εναγόμενος απειλούσε επίσης ότι Θα αποκάλυπτε αυτός και η σύζυγός του στους γονείς της Ενάγουσας και στον περίγυρό της τη δική τους εκδοχή των γεγονότων για τα όσα είχαν εξελιχθεί. Αποτέλεσμα του ψυχολογικού εξαναγκασμού και όλων των ανωτέρω, ο Εναγόμενος επιτέθηκε άσεμνα και κατάφερε να εξαναγκάσει την Ενάγουσα να έρθει σε παράνομη συνουσία μαζί της, την εξανάγκασε σε στοματικό έρωτα κατ' επανάληψη, απειλώντας εκβιάζοντας και υποβάλλοντας την Ενάγουσα σε ψυχολογικό και συναισθηματικό εκβιασμό και εκφοβισμό («bullying»). Πρόσθετα η σύζυγος του Εναγομένου, άρχισε να διαβάλλει μέσω ψιθύρων την Ενάγουσα στον τόπο όπου διέμενε, στο χωριό XXXXX της Επαρχίας Λάρνακας. Η Ενάγουσα κατήγγειλε τα όσα συνέβαιναν στην Αστυνομία. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η ποινική δίωξη του Εναγομένου και εν συνεχεία η καταδίκη και φυλάκισή του με την απόφαση στην Ποινική υπόθεση 2554/2013, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας που διεξήχθη κεκλεισμένων των Θυρών ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Στα πλαίσια της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης στις 30.05.2013 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος εμποδίζετο από το να πλησιάζει την Ενάγουσα, αλλά ο τελευταίος παραβίαζε το διάταγμα απαγορευτικών μέτρων. Αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Ένεκα των ανωτέρω η Ενάγουσα πάσχει από χρόνια διαταραχή μετατραυματικού στρες, βιώνει πληθώρα μετατραυματικών εμπειριών και λαμβάνει μέχρι και σήμερα συστηματική ψυχοθεραπευτική στήριξη. Παρουσιάζει δε οξεία αγχώδη συμπτωματολογία με δυσκολία επέλευσης και διατήρησης του ύπνου, εφιάλτες συνδεδεμένους με τραυματικά γεγονότα της παιδικής/εφηβικής ηλικίας, ένταση και δυσκολία συγκέντρωσης, επαναβίωση τραυματικών γεγονότων και αίσθημα ανασφάλειας. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο της ιατρικής βεβαίωσης από την Ειδική Ψυχολόγο Α', κα XXXXX Βυζάκου, ημερομηνίας 20.04.
  4. Περαιτέρω από το 2013 έως και τον Σεπτέμβριο του 2017, η Ενάγουσα πραγματοποίησε 209 συναντήσεις στο Κέντρο Ψυχοθεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, και εντάχθηκε σε πρόγραμμα θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης. Εξακολουθεί, μέχρι και σήμερα, και Θα εξακολουθήσει να χρειάζεται παρακολούθηση από ψυχολόγο, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την τραυματική κατάσταση, η οποία δεν της επιτρέπει μέχρι και σήμερα να έχει μια φυσιολογική ζωή ή να αναπτύξει φυσιολογικές διαπροσωπικές συναισθηματικές σχέσεις. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο σχετικής βεβαίωσης από την Κλινική Ψυχολόγο Α' κα XXXXX Βυζάκου, ημερομηνίας 13.09.2017 . Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 7 δέσμη αντιγράφων βεβαιώσεων της κας XXXXX Βυζάκου από το Κέντρο Ατομικής και Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για την περίοδο 05.03.2013 έως και 29.07.
  5. Δήλωσε επίσης ότι ανέπτυξε και υποφέρει από το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης» και επίσης παρουσιάζει συμπτώματα συμπεριφοράς ατόμου που έχει βρεθεί σε μακροχρόνια υποταγή και σεξουαλική εκμετάλλευση, η οποία προκλήθηκε αποκλειστικά από τις πράξεις και τις ενέργειες του Εναγομένου. Επιπρόσθετα δήλωσε ότι έχει υποστεί προσωπική, ηθική ζημία (moral damage), δυσχέρεια, ταλαιπωρία αισθήματα αδικίας λόγω της απώλειας και της καταρράκωσης της ηθικής υπόστασής της και λόγω της συνεχούς σπίλωσης της προσωπικότητάς και του ονόματός της. Η Ενάγουσα κατέθεσε ως Τεκμήρια 8,9,10 και 11 αποδείξεις καταβολής ιατρικών εξόδων και ως Τεκμήρια 12,13,14,15,16 και 17 αποδείξεις για καταβολή εξόδων για αγορά φαρμάκων. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήρια 17 και 18 αποδείξεις πληρωμής αεροπορικών εισιτηρίων, τα οποία αγόρασε για σκοπούς εμφάνισης της κατά την ακροαματική διαδικασία στην Ποινική υπόθεση υπ αριθμόν 2554/
  6. Ως Τεκμήριο 20 κατέθεσε αποδείξεις για οδοιπορικά έξοδα που καταβλήθηκαν από την οικογένειά της, ενώ ως Τεκμήριο 21 κατέθεσε τιμολόγιο καταβολής δικηγορικών εξόδων. Εισηγήσεις των Διαδίκων Ο κ. Αγγελίδης μέσω εμπεριστατωμένης αγόρευσης εισηγήθηκε ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε επιδίκαση πέραν των γενικών αποζημιώσεων και τιμωρητικών αποζημιώσεων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Τονίζεται ότι στην παρούσα δεν παρουσιάστηκε άλλη εκδοχή πλην της εκδοχής της Ενάγουσας, ώστε να απαιτείται από το δικαστήριο να αξιολογήσει επί διιστάμενων εκδοχών. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Wynne Barry ν. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Kωστάκη Δαυίδ Mαυρονικόλα (ανίκανου προσώπου),
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο» Σχετικές επίσης είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports Ltd. v. Personal Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Π. Ε. 335/2009, ημερ. 17/10/2014. Συνεπώς, αυτό που πρέπει να εξετασθεί στην παρούσα είναι το εάν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τη μαρτυρία της Ενάγουσας και εάν όχι, τότε θα εξεταστεί, εάν η μαρτυρία που προσκομίστηκε μπορεί να αποδείξει την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ενάγουσας Η Ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τη δικογραφημένη της εκδοχή. Η μαρτυρία της συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να εγείρει οποιαδήποτε δυσκολία ως προς την αξιοπιστία της Ενάγουσας Ευρήματα Στη βάση της μαρτυρίας της Ενάγουσας εξάγονται τα ανάλογα ευρήματα, τα οποία, ενόψει της λεπτομερούς παράθεσής τους ανωτέρω, δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Νομική Πτυχή Όπως είναι καλά θεμελιωμένο το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της Ενάγουσας, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου, με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας». Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι το αγώγιμο δικαίωμά της πηγάζει από παραβίαση των Συνταγματικών της δικαιωμάτων, από παραβίαση του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος του 2014 (91(Ι)/2014) και στον Περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας των Θυμάτων Νόμου 87
(1)2007, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, έχει καταργηθεί με τον Ν. 91
(1)/
  1. Η αξίωση της Ενάγουσας στη βάση του Νόμου 91(Ι)/
  2. Πέραν από τα πιο πάνω η Ενάγουσα βασίζει την αξίωσή της και στον Νόμο 91
(1)2014, ο οποίος στο άρθρο 39 αυτού προνοεί για απευθείας αγώγιμο δικαίωμα στο θύμα κατά παντός υπευθύνου, για τα διαπραχθέντα σε βάρος του ποινικά αδικήματα που προβλέπονται στον Νόμο και για παραβιάσεις των ανθρωπίνων του δικαιωμάτων. Το πιο πάνω δικαίωμα χορηγείται εκ του νόμου στο θύμα της παραβίασης. Στο άρθρο 2 του Νόμου 91
(1)2014, ως θύμα ορίζεται το «παιδί σχετικά με το οποίο ξεκινά ή υπάρχει εν εξελίξει διαδικασία σε σχέση με οποιοδήποτε από τα αδικήματα τα οποία περιγράφονται στον παρόντα Νόμο». Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει ξεκινήσει ούτε υφίσταται εν εξελίξει διαδικασία σε σχέση με αδικήματα που προβλέπονται στο παρόντα Νόμο. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος καταδικάσθηκε με βάση τον καταργηθέντα νόμο. Συνεπώς, στην υπό κρίση αγωγή, η Ενάγουσα δεν εμπίπτει στην έννοια του θύματος για σκοπούς του άρθρου 39 του Νόμου ούτε έχουν διαπραχθείς εις βάρος της ποινικά αδικήματα με βάση τον Νόμο 91
(1)20014. Τα ποινικά αδικήματα εναντίον της Ενάγουσας διαπράχθηκαν με βάση τον καταργηθέντα Νόμο. Συνεπώς η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει με βάση την αξίωση του άρθρου 39 του Νόμου 91
(1)2014. Παρά ταύτα στην υπό κρίση αγωγή, η Ενάγουσα βασίζει την αξίωσή της σε ισχυριζόμενη παραβίαση των Συνταγματικών της δικαιωμάτων. Η αξίωση της Ενάγουσας για παραβίαση συνταγματικών της δικαιωμάτων. Όπως έχει διακηρυχθεί στην απόφαση Police v. Georghiades,
(1983)2 CLR 33, τα ατομικά δικαιώματα πρέπει να διασφαλίζονται έναντι κάθε προσβολής, είτε αυτή προέρχεται από το κράτος είτε από άλλα μέρη. Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 558 έχει αναγνωριστεί πως η παραβίαση ατομικού δικαιώματος, κατοχυρωμένου δία του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, θεμελιώνει αφ' εαυτής αγώγιμο δικαίωμα, ανεξάρτητα αν οι εν λόγω παραβιάσεις συνιστούν αστικά αδικήματα με βάση τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148. Συνεπώς η Ενάγουσα, ως φορέας ατομικών δικαιωμάτων, διατηρεί απευθείας αγώγιμο δικαίωμα έναντι του προσώπου, το οποίο τυχόν τα παραβιάζει. Στην υπό κρίση υπόθεση η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι οι ενέργειες του Εναγομένου παραβιάζουν τα άρθρα 3 και 8 της ΕΣΔΑ και τα αντίστοιχα άρθρα 8 και 15του Συντάγματος. Το γεγονός ότι η σεξουαλική παρενόχληση επιφέρει σοβαρότατες επιπτώσεις στο θύμα είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο. Επίσης νομολογιακά αναγνωρισμένο είναι το ότι τα αδικήματα σεξουαλικής φύσης μειώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σχετική είναι η απόφαση Π.Π ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 2000,όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα : «Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ιωάννου άλλως Μανίκα, Αρ. Υπ. 27919/99, το Κακουργιοδικείο Λεμεσού επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 20 ετών για κατηγορίες διαφθοράς νεαρής γυναίκας κάτω των 13 ετών και αναφέρθηκε και στην υπόθεση Theofilou v. Republic
(1984)2 C.L.R. 114, όπου λέχθηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια πρέπει να υποστηρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να τιμωρούν με παραδειγματικό τρόπο πράξεις που μειώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.» Τα έννομα αγαθά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ατομικής αυτονομίας αποτελούν τις αξίες, οι οποίες βρίσκονται στον πυρήνα της προστασίας των άρθρων3 και 8 της ΕΣΔΑ. Στο σύγγραμμα των Beatson, Hickman και Singh Human Rights Judicial Protection In the United Kingdom ( sweet and Maxwell 2008 ) στη σελίδα 89 καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : «Respect of human dignity is most evident in the guarantees of the right to life and the prohibitions on torture of inhuman or degrading treatment or punishment and slavery or forced labour. In relation to these rights, the demands of humanity are at their most stringent, recognized by the absolute and non-derogable nature of arts 3and 4 and the limited scope for derogation from the right to life.» Περαιτέρω στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες στη σελίδα 112 τονίζεται, ότι είναι υπαρκτό το ενδεχόμενο να προκύψουν υποθέσεις όπου η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνουν τα άρθρα 3 της ΕΣΔΑ και 8 του Συντάγματος να προέλθει από ιδιώτες. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι πράξεις που συνιστούν αδικήματα σεξουαλικής φύσης, ιδίως όταν στρέφονται εναντίον ανηλίκων, μειώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ως τέτοιες εμπίπτουν στην έννοια της απάνθρωπης μεταχείρισης. Στην υπό κρίση υπόθεση οι ενέργειες του Εναγόμενου να καταστρώσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αποπλάνησης της ανήλικης και να μετατρέψει την Ενάγουσα σε έρμαιο των ερωτικών του ορέξεων, με τις συνεπακόλουθες ψυχολογικές συνέπειες που επέφεραν σε αυτή, παραβιάζουν τον πυρήνα της έννοιας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, με τρόπο που συνιστούν απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Συνεπώς προκύπτει ότι στην παρούσα έχει θεμελιωθεί η παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και 8 του Συντάγματος. Περαιτέρω η Ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της ότι με τις ενέργειες του Εναγομένου παραβιάσθηκε το δικαίωμα της στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή. Όπως και στην περίπτωση του άρθρου 3 της Σύμβασης έτσι και με το άρθρο 8 αυτής, το έννομο αγαθό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αυτονομίας βρίσκεται στον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Σχετικά Human Rights Judicial Protection In the United Kingdom (ανωτέρω), όπου στη σελίδα 91 καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : « however, it is in relation to the right to respect for private life that the Court has given most weight to the value of human dignity an the associated concepts of self determination, self -development and autonomy» Ως προς το περιεχόμενο και σημασία του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο ( ανωτέρω), σελ. 244, ως ακολούθως : «Όπως γίνεται αντιληπτό το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής είναι θεμελιώδες λόγω της αυτονομίας που επιτρέπει να έχει το κάθε άτομο , το οποίο με τη σειρά του εξασφαλίζει την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου» Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 239, σχολιάζεται, με αναφορά στην απόφαση Police v. Georghiades (ανωτέρω), ότι ο όρος «ιδιωτική ζωή» αντιδιαστέλλεται με τον όρο «δημόσια Ζώη» και δεν έχει την έννοια της «απομονωμένης ζωής». Στην απόφαση το Niemetz v. Germany, Application N. 13710/88, ημερομηνίας 16.12.1992, το ΕΔΑΔ έκρινε τα ακόλουθα, ως προς το εύρος του δικαιώματος στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή: «However, it would be too restrictive to limit the notion to an "inner circle" in which the individual may live his own personal life as he chooses and to exclude therefrom entirely the outside world not encompassed within that circle. Respect for private life must also comprise to a certain degree the right to establish and develop relationships with other human beings.» Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ο όρος ιδιωτική ζωή δεν περιορίζεται μόνο στον εσωτερικό κύκλο του ατόμου αλλά το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής αναπτύσσει αποτελέσματα και στο πεδίο της ελεύθερης ανάπτυξης σχέσεων του ατόμου με άλλα άτομα. Όπως γίνεται δεκτό στη Νομολογία του ΕΔΑΔ, το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή ενσωματώνει το δικαίωμα στη φήμη του ατόμου. Σχετική είναι η απόφαση Case of Cumpana and Mazare v. Romania Application N. 33348/96, ημερ. 10.6.2003, όπου στην κατάληξή του το Δικαστήριο υπέδειξε ότι η φήμη και η τιμή του ατόμου προστατεύονται από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Human Rights Judicial Protection In the United Kingdom (ανωτέρω) σελ 91 καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά : «However, the right to respect for private life clearly extends more widely, encompassing among other things such as recognition of sexual identity and reputation, certain kinds of discrimination, prison conditions and treatment in detention.» Στην υπό κρίση υπόθεση ένεκα της σεξουαλικής παρενόχλησης που δέχθηκε η Ενάγουσα υπέστη σπίλωση της ονόματος της και η φήμη και η προσωπικότητά της δέχθηκαν πλήγμα λόγω των ενεργειών του Εναγόμενου. Περαιτέρω ο Εναγόμενος με το να ασκεί πειθαναγκασμό στην Ενάγουσα, μέσω εκβιασμών, επενέβη στο δικαίωμα της Ενάγουσας, να αναπτύσσει σχέσεις, ελευθέρα, με άλλα άτομα. Στη βάση των ανωτέρω κρίνω ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει παραβίαση του δικαιώματος στην οικογενειακή και προσωπική ζωή. Οι αποζημιώσεις για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων Ως προς το μέτρο των αποζημιώσεων για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων θεμελιακή είναι η απόφαση Γιάλλουρος ν. Νικολάου (ανωτέρω), όπου έχουν κριθεί τα ακόλουθα : «η επανόρθωση - restitutio - εις ακέραιον - in integrum αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή παροχής αποζημιώσεων που ενσωματώνει το Κυπριακό δίκαιο (Livingstone v. Rawyards Coal Co. [1880] 5 App. Cas., 25 at p. 29· Dodd Properties v. Canterbury C.C. [1980] 1 All E.R. 928· Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65), υπό την αίρεση πάντα ότι αυτή πρέπει να είναι δικαία μεταξύ των διαδίκων.» Περαιτέρω στην απόφαση Γιάλλουρου ( ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το μέτρο των αποζημιώσεων : «Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μή υλική ζημία, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο και πολλάκις χαρακτηριζόμενη με αυτό τον όρο από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ως ηθική ζημία (moral damage). Βλ. μεταξύ άλλων Case of Helmers v. Sweden σ.70 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Case of Herczegfalvy v. Austria σ.191 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Η βλάβη την οποία περιλαμβάνει η μή υλική ζημία (non-pecuniary) και για την οποία χωρεί αποζημίωση, περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια. - Pine Valley Developments Ltd v. Ireland A 246-B paras 16-17
(1993)· έννοια συγγενική προς εκείνη της δυσχέρειας - "hardship" στο Αγγλικό δίκαιο. Απώλεια ευκαιριών για ανέλιξη στη ζωή είναι άλλο κεφάλαιο ζημίας που χρήζει αποζημίωσης, Weeks v. UK A 145-A para 13
(1988)(Article 50). Ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, καθώς και αισθήματα αδικίας, ο δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η οδύνη (pain and suffering), κρίθηκε ότι αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων.» Γενικές Αποζημιώσεις Όπως προκύπτει από την απόφαση Γιάλλουρου, η Ενάγουσα δικαιούται σε γενικές αποζημιώσεις και το μέτρο αυτών είναι η εύλογη αποζημίωση. Η έννοια των γενικών αποζημιώσεων έχει ερμηνευθεί κυρίως σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων και όπως έχει υποδειχθεί στη Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, σκοπός τους δεν είναι η τιμωρία του θύτη αλλά η αποκατάσταση του θύματος. Από την πιο πάνω απόφαση αλλά και από την απόφαση Γιάλουρου ( ανωτέρω) προκύπτει ότι η ηθική βλάβη, η προσωπική δυσχέρεια, η ανησυχία - distress, τα ψυχολογικά κατάλοιπα αποτελούν βλάβες, οι οποίες χρήζουν αποζημίωσης. Μέτρο των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος με την παροχή δίκαιης αποζημίωσης, με σκοπό την αποκατάστασή του στον βαθμό που αυτό είναι δυνατόν με χρήμα. Πάντοτε γνώμονας των αποζημιώσεων για παράβαση συνταγματικού δικαιώματος είναι η επανόρθωση, από τον υπαίτιο, της ζημιάς που υπέστη το θύμα από βλάβη που επήλθε ως αποτέλεσμα της παραβίασης του δικαιώματός του και όχι η τιμωρία του Εναγομένου, ο οποίος, στην υπό κρίση υπόθεση, τιμωρήθηκε στην ποινική υπόθεση 2554/13 του Ε/Δ Λάρνακος. Τονίζεται επίσης ότι τυχόν προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο, υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση, γιατί κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με τα ιδιαίτερά της περιστατικά. Σχετική είναι η απόφαση Γιαννάκης Ερωτοκρίτου κ.ά. v. Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Οι Γενικές αποζημιώσεις στην υπό κρίση υπόθεση. Στην υπό κρίση υπόθεση η παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας προέκυψε διαμέσου της σεξουαλικής παρενόχλησης που υπέστη από τον Εναγόμενο. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, η βάση της παραβίασης είναι το γεγονός της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης και διαμέσου αυτών η παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνουν τα άρθρα 3 και 8 της ΕΣΔΑ και τα αντίστοιχα άρθρα 8 και 15 του Συντάγματος. Η σεξουαλική εκμετάλλευση ως πράξη που προκαλεί ηθική ζημία, ως έχει εξηγηθεί ανωτέρω, χρήζει αποκατάστασης μέσω της παροχής γενικών αποζημιώσεων. Διαφωτιστική, ως προς το μέτρο των αποζημιώσεων για την ηθική ζημία και ταλαιπωρία που προκαλεί η σεξουαλική εκμετάλλευση, είναι η Αγγλική απόφαση στην υπόθεση AT v. Dulghieru [2009] EWHC 225 (QB). Η πιο πάνω απόφαση αφορούσε σε αγωγή για αποζημιώσεις για παράνομη εμπορία προσώπων, με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση και παράνομη αποστέρηση ελευθερίας για περίοδο ενός με δύο μηνών. Επίσης στην πιο πάνω υπόθεση, όπως και στην υπό κρίση, οι Εναγόμενοι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης σχετικά με τη διάπραξη σχετικών ποινικών αδικημάτων. Παράλληλα οι ενάγουσες υπέφεραν από μετατραυματικά σύνδρομα και ψυχολογικές βλάβες. Κατά τον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλες τις πτυχές τις υπόθεσης, την εντατική σεξουαλική εκμετάλλευση όσο και τα ψυχολογικά κατάλοιπα και, αφού έλαβε υπόψη τη χρονική διάρκεια της εκμετάλλευσης και της παράνομης αποστέρησης της ελευθερίας μιας εκάστης των Εναγουσών, επεδίκασε σε αυτές γενικές αποζημιώσεις ύψους £125,000.00, £117,000.00, £82,000.00 και £97,000.
  2. Το Δικαστήριο, στην πιο πάνω, επιδίκασε τις γενικές αποζημιώσεις υπό το πρίσμα του τι ήταν δίκαιο και εύλογο, για τον πόνο, ταλαιπωρία και απώλεια ανέσεων που υπέστησαν οι Ενάγουσες. Περαιτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τη προσβολή στη ανθρωπινή αξιοπρέπεια που υπεστήκαν οι Ενάγουσες, τον εξευτελισμό και την ανησυχία που προκάλεσε η εκμετάλλευση, επιδίκασε και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Παρά το ότι η βάση της αγωγής στην απόφαση Dulghieru (ανωτέρω), δεν ήταν η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εντούτοις αυτή δίδει το στίγμα της αντιμετώπισης και του μέτρου υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων για τον πόνο και ταλαιπωρία που προκύπτει από τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Στην Αγγλική υπόθεση Mosley v. News Group Newspapers Ltd, η οποία αφορούσε παραβίαση της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής μέσω δημοσίευσης φωτογραφιών σχετικά με σεξουαλικές πράξεις των Εναγόντων επιδικάστηκε ως αποζημίωση το ποσό των £ 60.
  3. Η πιο πάνω υπόθεση, παρόλο που σε μεγάλο μέρος της διαφοροποιείται από την παρούσα, έχει σημασία, καθότι αφορούσε κατά ένα μέρος παραβίαση της πτυχής του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, που σχετίζεται με τη φήμη και τιμή του ατόμου, αναφορικά με τη σεξουαλική του ζωή. Σχετική αναφορικά με το μέτρο της εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Αδριανής Πάλμα κ.ά Π.Ε 44/13, ημερομηνίας 19.11.2015, η οποία αφορούσε παραβίαση, από τις αρχές της Δημοκρατίας, της διαδικαστικής υποχρέωσης για διεξαγωγή αποτελεσματικής έρευνας, για τη διακρίβωση αγνοούμενου, η οποία απορρέει από το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ. Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη το πόνο και τη ψυχική αναστάτωσης που προκάλεσε η επί 20 και πλέον χρόνια η μη διακρίβωση της τύχης του συζύγου και πατέρα των Εφεσειουσών, επιδίκασε ως εύλογη αποζημίωση, για την πιο πάνω παραβιάση, το ποσό των € 20.000 για τη σύζυγο του αγνοούμενου και από € 10.000 σε έκαστη εκ των θυγατέρων του. Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων της Ενάγουσας, μέσω της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, έλαβε χώρα ενόσω ήταν ανήλικη, διήρκησε για περίοδο 4 ετών και επιτεύχθηκε, αφού ο Εναγόμενος πέτυχε να αναπτύξει σχέση αρχικά εμπιστοσύνης με την Ενάγουσα και ακολούθως σχέση επιρροής, μέσω εκβιασμών, προς αυτή. Περαιτέρω ένεκα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης που υπέστη η Ενάγουσα, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία, καταρρακώθηκε η αξιοπρέπεια και σπιλώθηκε το όνομά της. Τονίζεται ότι στην παρούσα ο Εναγόμενος δεν αποκόμισε οικονομικό όφελος από τη σεξουαλική εκμετάλλευση της ανήλικης. Επιπρόσθετα η υπό κρίση υπόθεση δεν παρουσιάζει το στοιχείο παράνομης κατακράτησης ή εντατικής σεξουαλικής εκμετάλλευσης μέσω εκπόρνευσης, όπως στην απόφαση Dulghieru (ανωτέρω). Το Δικαστήριο λαμβάνει όμως υπόψη το γεγονός ότι η Ενάγουσα ανέπτυξε χρόνια διαταραχή μετατραυματικού στρες και τα υπόλοιπα συνδεδεμένα με τις τραυματικές εμπειρίες ψυχολογικά κατάλοιπα. Άλλωστε τα σεξουαλικά αδικήματα, ως γίνεται δεκτό από τη Νομολογία, δεν στρέφονται απλά κατά των ηθών αλλά κυρίως προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος, ενώ όταν αυτά στρέφονται κατά ανηλίκων, κατά κανόνα, προκαλούν ψυχολογικά προβλήματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259 και η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου Ποινική Έφεση 5/16, ημερομηνίας 1.3.2016. Συγκεκριμένα στην παρούσα, πέραν των δεδομένων, ένεκα της σεξουαλικής παρενόχλησης ψυχολογικών προβλημάτων, η Ενάγουσα, σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία πάσχει από χρόνια διαταραχή μετατραυματικού στρες, βιώνει πληθώρα μετατραυματικών εμπειριών και λαμβάνει μέχρι και σήμερα συστηματική ψυχοθεραπευτική στήριξη. Παρουσιάζει δε οξεία αγχώδη συμπτωματολογία με δυσκολία επέλευσης και διατήρησης του ύπνου, εφιάλτες συνδεδεμένους με τραυματικά γεγονότα της παιδικής/εφηβικής ηλικίας, ένταση και δυσκολία συγκέντρωσης, επαναβίωση τραυματικών γεγονότων και αίσθημα ανασφάλειας. Η πιο πάνω κατάσταση, σύμφωνα με το τεκμήριο 6, χαρακτηρίζεται ως επιμένουσα. Περαιτέρω σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία, που βρίσκεται ενώπιον μου, η Ενάγουσα θα εξακολουθήσει να χρειάζεται παρακολούθηση από ψυχολόγο, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την τραυματική κατάσταση, η οποία δεν της επιτρέπει μέχρι και σήμερα να έχει μια φυσιολογική ζωή ή να αναπτύξει φυσιολογικές διαπροσωπικές συναισθηματικές σχέσεις. Το πιο πάνω στοιχείο της ψυχολογικής αναστάτωσης αποτελεί στοιχείο, το οποίο αναγνωρίζεται από τη Νομολογία, ως στοιχείο δεκτικό αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων. Σχετική είναι η απόφαση Πάλμα (ανωτέρω) και Ιακώβου ν. Παπαδάκη
(2000)1 Α.Α.Δ
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι, από την επέμβαση και η παραβίαση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας, η τελευταία έχει υποστεί μεγάλης έκτασης ηθική βλάβη και ψυχική αναστάτωση, και οι συνέπειες της παραβίασης συνεχίζουν μέχρι σήμερα και θα συνεχίζουν στο μέλλον να την ταλαιπωρούν και να την επηρεάζουν. Στη βάση όλων των ανωτέρω κρίνω ότι το ποσό των €45.000 αποτελεί εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για τη μη υλική ζημία που υπέστη και θα συνεχίσει να υφίσταται η Ενάγουσα από την παραβίαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της. Με την υπό κρίση αγωγή η Ενάγουσα αξιοί πέραν των γενικών αποζημιώσεων και επαυξημένες και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Επαυξημένες και τιμωρητικές αποζημιώσεις Στην απόφαση Γιάλλουρου (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι ο παραδειγματισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός ως μέρος της ηθικής ζημίας. Η αρχή ότι το θύμα που υφίσταται παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του δικαιούται σε τιμωρητικές αποζημιώσεις αναγνωρίστηκε στην απόφαση Πάλμα (ανωτέρω), όπου λέχθηκε ότι το θύμα παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ο Εναγόμενος πέτυχε, εκμεταλλευόμενος την παιδική αφέλεια και απειρία της Ενάγουσας, πρώτα κερδίζοντας την εμπιστοσύνη της και ακολούθως μέσω εκβιασμών, να επενεργήσει επί της βούλησής της, δημιουργώντας μια τέτοια σχέση εξουσίας, που οδήγησε στη σεξουαλική εκμετάλλευση. Επιπρόσθετα λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ο Εναγόμενος ενήργησε με πλήρη αλαζονεία κα αδιαφορία προς τα δικαιώματα της Ενάγουσας, αφού δεν δίστασε να παραβιάζει το διάταγμα περιοριστικών μέτρων που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση είναι τέτοια που χωρεί η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Συνακόλουθα κρίνω ότι μπορεί να επιδικασθεί υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου το ποσό των € 9.000, ως τιμωρητικές αποζημιώσεις. Όπως έχει τονισθεί από τη νομολογία οι τιμωρητικές αποζημιώσεις εμπίπτουν στο κονδύλι των γενικών αποζημιώσεων. Συνεπώς στην παρούσα προσθέτοντας το ποσό που κρίθηκε ως δίκαιη αποζημίωση με το ποσό των τιμωρητικών αποζημιώσεων προκύπτει το συνολικό ποσό των €54.
  2. Ειδικές αποζημιώσεις Στην υπόθεση Γιάλλουρου (ανωτέρω) έγινε δεκτό ότι μπορούν να αποδοθούν αποζημιώσεις για την υλική ζημία νοούμενου ότι αποδεικνύεται άμεση αιτιώδης σχέση μεταξύ βλάβης και ζημίας. Η έννοια της υλικής ζημίας είναι ταυτόσημη με την έννοια της ειδικής ζημίας και ως εκ τούτου εφαρμόζονται οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση εδικών αποζημιώσεων. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Ηρακλέους ν. Σκάφους Νίκη, Αγωγή Ναυτοδικείου 92182
(1994)1 Α.Α.Δ. 510, Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα αξιώνει ως ειδικές ζημίες ποσό εκ € 11.221,
  2. Στη βάση της αναντίλεκτης μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιόν μου κρίνω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει τις ειδικές ζημίες που δικογραφεί. Συνεπώς η Ενάγουσα απέδειξε ειδικές ζημίες ύψους €11.221.
  3. Επιδίκαση Τόκου Το θέμα του καθορισμού του τόκου επί των αποζημιώσεων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σύμφωνα με τη νομολογία υπάρχει διάκριση αναφορικά με τον χρόνο που ξεκινά η επιδίκασή του ανάμεσα στις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Ενδελεχής ανάλυση ως προς τις αρχές που διέπουν την επιδίκαση τόκου περιέχεται στην απόφαση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ
  1. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, ως προς τις ειδικές ζημίες, προκρίνεται η προσέγγιση όπως αυτές φέρουν τόκο από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος μειωμένου, όμως, κατά το ήμισυ, χωρίς να αποκλείεται και διαφορετική προσέγγιση. Ως προς την επιδίκαση τόκου σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις αναφέρθηκε ότι λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση, αφού μια αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθησή της μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Στην υπό κρίση υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα γεννήθηκε την 1.5.2012, ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε την 29.6.2017 Συνεπώς υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης κρίνω ορθότερο όπως οι ειδικές αποζημιώσεις φέρουν τόκο από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι την 1.5.2012, μειωμένες όμως κατά το ήμισυ και οι γενικές αποζημιώσεις φέρουν τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Κατάληξη Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται το ποσό των € 54.000 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, περιλαμβανομένων των τιμωρητικών, και το ποσό των €
  2. 221,86 υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το συνολικό ποσό των € 65.221,86 εκ των οποίων : Α) Το ποσό των € 54.000 φέρει νόμιμο τόκο από 29.6.
  3. Β) Το ποσό των € 11.221,86 φέρει νόμιμο τόκο από 1.05.2012 μειωμένο κατά το ήμισυ. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, ως υπολογισθούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ..................... Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.