← Κύπρος

Αίτηση της Εταιρείας ΒΜ - ΒΑΝΚ JOINT STOCK COMPANY (ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK «ΒΑΝΚ OF MOSCOW» (OPEN JOINT - STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ

Αίτηση της Εταιρείας ΒΜ - ΒΑΝΚ JOINT STOCK COMPANY (ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK «ΒΑΝΚ OF MOSCOW» (OPEN JOINT - STOCK COMPANY) ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ DRIMACO LIMITED, Γενική Αίτηση Αρ. 146/2017, 27/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A433 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ. 146/2017 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ DRIMACO LIMITED, από την Λευκωσία. ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 Αίτηση της Εταιρείας ΒΜ - ΒΑΝΚ JOINT STOCK COMPANY (ΠΡΩΗΝ JOINT - STOCK COMMERCIAL BANK «ΒΑΝΚ OF MOSCOW» (OPEN JOINT - STOCK COMPANY), από την Ρωσία ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 27 Ιουλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Drimaco Ltd - Αιτήτρια στη υπό εξέταση αίτηση: κα. Στυλιανού Για την Bank of Moscow - Καθ' ης η Αίτηση στην υπό εξέταση αίτηση: κα. Χριστοφή ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κυρίως αίτηση Η εταιρεία Bank of Moscow ‑ Bank Joint Stock Company (στο εξής "η Bank of Moscow"), στις 13/02/17, καταχώρησε αίτηση (στο εξής "η κυρίως αίτηση"), με την οποία επιδιώκει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την εκκαθάριση της εταιρείας Drimaco Ltd (στο εξής"Drimaco"). Αρχική αντίδραση της Drimaco Η Drimaco, αντί να καταχωρήσει Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην κυρίως αίτηση, στις 23/05/17, καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση με την οποία επιδίωξε τον παραμερισμό της. Η ενδιάμεση αυτή αίτηση της Drimaco προχώρησε σε ακρόαση και το Δικαστήριο, με απόφαση του ημερομηνίας 18/01/2018, απέρριψε τούτη για τους λόγους που αναφέρονται στη ρηθείσα απόφασή του. Κατόπιν της πιο πάνω αναφερόμενης κρίσεως του Δικαστηρίου επί της ενδιάμεσης αίτησης της Drimaco, η τελευταία καταχώρησε, στις 06/03/18, την Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ένστασής της στην κυρίως αίτηση (στο εξής "η ένσταση στην κυρίως αίτηση"). Οι ομνύοντες των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την κυρίως αίτηση και την, έναντι της, ένσταση. Την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και κατ' επέκταση υποστηρίζει την κυρίως αίτηση, ορκίζεται ο XXXXX Sergeevich, κάτοικος Ρωσίας, ενώ την ένορκη δήλωση που συνοδεύει και κατ' επέκταση υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, ο Γιώργος Φιλιππίδης. Η επίδικη αίτηση Στις 02/05/18, η Drimaco καταχώρησε αίτηση με την οποία επιζητεί την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει και να διατάσει την αντεξέταση του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση επί του περιεχομένου των παραγράφων 7, 8, 10 και 11 της εν λόγω ενόρκου δηλώσεώς του. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και συγκεκριμένα στην Δ.39 Θ. 1, και Δ.48 Θ. 1‑ 9, στον Περι Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 2, 37, 203, 209, 211, 212 (α ‑ γ), 213 και 214, στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς, κανονισμός 92, στους περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς, κανονισμοί 3 και 4, στην εν Αγγλία ακολουθητέα, πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Την επίδικη αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Φιλιππίδη (ομνύοντα και της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτηση), στην οποία αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί δικαιολογημένη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, εκείνο που αιτιάται μέσω της ρηθείσας ένορκης του δήλωσης είναι ότι, μεταξύ των δύο πλευρών υπάρχει εμφανής διαφωνία και ότι τούτη, προκύπτει αβίαστα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την κυρίως αίτηση και την επί αυτής ένσταση. Με αναφορά σε διάφορες θέσεις που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση και με επανάληψη διάφορων θέσεων που προβάλλονται μέσω της ενόρκου δηλώσεως του που υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, επιχειρεί να υποδείξει τις διαφορές των δύο πλευρών επί συγκεκριμένων ζητημάτων. Στα πλαίσια δε της ενόρκου, αυτής, δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, ο ομνύοντάς της, αναλώνοντας το μεγαλύτερο μέρος τούτης, επαναλαμβάνει την όλη εκδοχή της Drimaco ως προς τους λόγους που ενστεί στην κυρίως αίτηση. Εκείνο που στην ουσία επαναλαμβάνεται είναι ότι, η Bank of Moscow δεν δικαιολογείται να επικαλείται οφειλόμενο από την Drimaco χρέος ως βάση για την προώθηση της κυρίως αίτησης, καθότι, συνεπεία γεγονότων που έλαβαν χώρα μεταξύ του 2006 και του 2011, το ισχυριζόμενο χρέος της Drimaco προς την Bank of Moscow έχει διευθετηθεί μέσω μεταβίβασης, από την πρώτη προς την τελευταία, συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων. Ότι άλλο προβάλλεται μέσω της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, αφορά στις θέσεις του κύριου Φιλιππίδη ως προς τα κίνητρα της Bank of Moscow για την προώθηση της κυρίως αίτησης, καθώς επίσης και στις διάφορες ενέργειες της Drimaco, αλλά και άλλων εταιρειών που βρίσκονται στη ίδια θέση με αυτή, ώστε να επιτευχθεί, μεταξύ άλλων, η δικαστική αναγνώριση της διευθέτησης του επικαλούμενου από την Bank of Moscow χρέους. Στη βάση της θέσης ότι υπάρχει «μεγάλη διάσταση απόψεων[1]», μεταξύ των δύο πλευρών, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, εισηγείται ότι «χρειάζεται να γίνει αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα (που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση) και να δώσει μαρτυρία και εξηγήσεις σε σχέση με τη γνώση του για τα επίδικα θέματα, αν έχει ίδια γνώση, σε σχέση με τα έγγραφα μεταβίβασης μετοχών, καθώς και σε σχέση με τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων να ερωτηθεί και να θέσει τη θέση του επί των συμφωνιών που έγιναν για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και των πραγματικών κινήτρων για την προώθηση της αίτησης εκκαθάρισης[2]». Τέλος, αφού αρχικά προβάλλει τη θέση ότι η Bank of Moscow με τις ενέργειές της επιβεβαιώνει τη θέση της Drimaco ότι ορθώς αμφισβητεί την επικαλούμενη από την πρώτη οφειλή της, προβάλλει τη θέση ότι, το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει και εξυπηρετείται με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο και ζητά όπως εκδοθεί στη βάση των όσων ισχυρίζεται στην ένορκή του δήλωση. Κρίνεται επίσης σημαντικό, πάντα σε σχέση με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, να σημειωθεί ότι, για κάθε επιχείρημα που εκεί αναπτύσσεται, γίνεται ειδική παραπομπή, είτε στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, είτε στο περιεχόμενο των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σ' αυτή. Η Ένσταση Στις 25.6.2018, η Bank of Moscow καταχώρισε την Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Υποβολής Ένστάσης στην επίδικη αίτηση (στο εξής «η Ένσταση»). Η ένσταση, εν πολλοίς, έχει την ίδια νομική βάση με αυτή της επίδικης αίτησης. Επί του κυρίως σώματος της, ως λόγοι ένστασης προβάλλουν οι ακόλουθοι: «

  1. Το Δικαστήριο στερείται υπό τις περιστάσεις και/ή επί της νομικής βάσης στην οποία η Αίτηση στηρίζεται εξουσία/δικαιοδοσία έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος αντεξέτασης Μάρτυρα και/ή Μάρτυρα που διαμένει εκτός δικαιοδοσίας.
  2. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή των Δικονομικών Κανονισμών για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος αντεξέτασης.
  3. (α) Τα θέματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση του Ενόρκως Δηλούντος Gurin Pavel είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα και/ή με τα θέματα που το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει προκειμένου να εκδώσει Απόφαση επί της πιο πάνω Αίτησης Εκκαθάρισης και/ή με το Δικαστικό έργο. (β) Τα συγκεκριμένα γεγονότα και/ή ισχυρισμοί επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση του Ενόρκως Δηλούντος, καλύπτονται από δεδικασμένο και/ή δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως αμφισβητούμενα και/ή αποτελούν αμιγώς νομικά ζητήματα και/ή επιχειρήματα και/ή ερμηνείες και/ή συμπεράσματα ως προς τα οποία δεν υπάρχει ανάγκη να γίνουν ευρήματα από το Δικαστήριο. (γ) Δεν υπάρχουν οποιαδήποτε ουσιώδη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων να μπορεί ή να χρειάζεται να γίνει εύρημα, προκειμένου να κριθεί η Αίτηση Εκκαθάρισης και επί των οποίων να είναι αναγκαία ή χρήσιμη η αντεξέταση του Ενόρκως Δηλούντος και/ή όλα τα ουσιώδη για την διάγνωση της Αίτησης γεγονότα είναι παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα.
  4. Δεν συντρέχουν επαρκείς λόγοι να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος αντεξέτασης και/ή συντρέχουν λόγοι απόρριψης του και/ή τυχόν απόρριψη του αιτήματος δεν θα επηρεάσει τα νόμιμα δικαιώματα της Αιτήτριας, ενώ τυχόν έγκριση του θα πλήξει τα δικαιώματα και/ή τα έννομα συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση αδικαιολόγητα και/ή χωρίς να συντρέχει καλός λόγος και/ή χωρίς να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και θα υποβάλει την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση σε αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή έξοδα.
  5. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση δεν είναι επαρκή για να δικαιολογήσουν έγκριση της και/ή Αίτηση στηρίζεται σε ανεπαρκή πραγματική βάση που δεν δικαιολογεί/στοιχειοθετεί επαρκώς και/ή καθόλου το αίτημα αντεξέτασης.
  6. Η Αίτηση υποβάλλεται και/ή προωθείται υπό τις περιστάσεις καταχρηστικά και αποσκοπεί στην καταπίεση της Καθ' ης η Αίτηση και/ή προκαλεί καθυστέρηση και/ή εκτροχιασμό της διαδικασίας και/ή στην διεξαγωγή της εκτός των ορθών δικονομικών πλαισίων και/ή την παρακώλυση της και/ή την πρόκληση ταλαιπωρίας και/ή εξόδων και/ή πλήττει τα έννομα συμφέροντα και/ή τα νόμιμα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση και/ή τα συνταγματικά της δικαιώματα για διάγνωση των δικαιωμάτων της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
  7. Η Αίτηση καταχωρείται και/ή προωθείται με υπερβολική και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση.» Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Αγάθης Ζερβού, η οποία δηλώνει δικηγόρος στο δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Bank of Moscow, καθώς επίσης και ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να προβεί σ' αυτή. Δηλώνει ακόμα ότι είναι γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση, καθότι μελέτησε το φάκελο της υπόθεσης και γενικότερα το περιεχόμενο των εγγράφων που κατέχουν οι συνήγοροι της Bank of Moscow. Κατά τα λοιπά, στην ένορκη δήλωση της, η κυρία Ζερβού επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω, ειδικώς και αυτουσίως παρατεθέντες, λόγους ένστασης. Η ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Κατά την ημέρα ακρόασης της επίδικης αίτησης, η συνήγορος που παρουσιάστηκε εκ μέρους της Bank of Moscow ζήτησε και της παραχωρήθηκε άδεια για να τονίσει συγκεκριμένα σημεία της αγόρευσής της, χωρίς ωστόσο να μεταβάλλει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το περιεχόμενό της. Διεξήλθα τόσο της αίτησης, όσο και της ένστασης, όπως επίσης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν, έχοντας συνέχεια κατά νου τις θέσεις και επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, ως αυτά προβάλλουν μέσα από τις αγορεύσεις τους. Νομική Πτυχή Όπως προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς επίσης και από σχετική αγγλική βιβλιογραφία, το κατά πόσο ένα Δικαστήριο θα εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει την αντεξέταση ενός ομνύοντα, είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική του εξουσία. Τούτο θα πρέπει να εξετάζεται με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και το Δικαστήριο, θα πρέπει να συνυπολογίζει και το κατά πόσο, με την τυχόν έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, δυνατό να προκληθεί καθυστέρηση. Σημαντικό επίσης κρίνεται, και το κατά πόσο, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής μαρτυρία για κρίση επί της επίδικης διαφοράς, ώστε να κρίνεται μη αναγκαία η αντεξέταση του οποιουδήποτε ομνύοντα. Εν πάση περιπτώσει, ένα τέτοιο αίτημα, θα πρέπει να προωθείται με τρόπο, που να προσδιορίζονται με κάθε σαφήνεια, αφενός οι ισχυρισμοί του ομνύοντα επί των οποίων επιθυμεί ο αιτητής να αντεξετάσει και αφετέρου ο σκοπός για τον οποίο επιζητείται η αντεξέταση. Στο τέλος της ημέρας, εκείνο που υπέχει σημασίας και το οποίο αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο της κρίσης του Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο, η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης, εξυπηρετεί το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης ή αν προκύπτει, ως ανάγκη, λόγω κάποιας εξαιρετικής περίστασης, πάντα όμως στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Έχει ακόμα αποφασιστεί ότι, τέτοιο αίτημα, που έχει ως νομική βάση τις πρόνοιες της Δ.39, Θ. 1, θα πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλέπε Αναφορικά με την Αίτηση του Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοίζου

(2008)1Α.Α.Δ. 280, Rana Wahed Ali (Αρ. 1),
(2004)1Α.Α.Δ. 1660, Halsbury's Laws of England s Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, παρα. 878, σελ. 418-419). Επομένως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγκρίνει αίτηση, ως η υπό εξέταση, ασκείται στη βάση της κρίσης ως προς την ανάγκης ή μη διευκρίνισης υπαρκτών ήδη ενώπιον του ισχυρισμών και τούτο με γνώμονα τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να κρίνει την κυρίως διαδικασία. Εκεί δηλαδή που το Δικαστήριο θα κρίνει ότι το ήδη ενώπιον του μαρτυρικό υλικό επαρκεί για να είναι δυνατή η απόφανση του επί της κυρίως διαδικασίας, κατά κανόνα, δεν θα εγκρίνει αίτημα ως το υπό εξέταση. Είμαι της γνώμης ότι, η ασυμφωνία μεταξύ των μερών ή η μη αποδοχή από το ένα μέρος των όσων αιτιάται το άλλο ή η προσπάθεια μείωσης της αξιοπιστίας του μάρτυρα της μιας πλευράς και κατ' επέκταση η ενίσχυση της αξιοπιστίας του μάρτυρα της άλλης, δεν αποτελούν λόγους για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης μιας αίτησης ως η υπό εξέταση, εκτός εάν με την επιζητούμενη αντεξέταση εξυπηρετούνται οι ανάγκες του Δικαστηρίου για κρίση επί της κυρίως αίτησης. Είναι γι' αυτό το λόγο, που τέτοιου είδους διατάγματα εκδίδονται σε εξαιρετικές περιστάσεις και εντελώς περιορισμένα, τόσο ως προς τη συχνότητα έκδοσής τους, όσο και αναφορικά με την εμβέλεια εφαρμογής τους και δη το εύρος των ισχυρισμών επί των οποίων δυνατόν να αντεξεταστεί ο ομνύοντας μιας ενόρκου δηλώσεως. Υπαγωγή Γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο. Στη βάση των ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας. Όπως πολύ ορθά σημειώνει και η συνήγορος της Bank of Moscow (στην αγόρευσή της), θέση που προβάλλεται και από την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, οι διαφωνίες των μερών που αιτιάται η Drimaco (μέσω της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση), δεν αμφισβητούνται από την Bank of Moscow. Πρόκειται ωστόσο για διαφωνίες επί απόψεων των δύο μερών και/ή επί των επιπτώσεων ή συνεπειών των γεγονότων και πεπραγμένων της επίδικης διαφοράς τους και όχι διαφωνίες επί αυτών, τούτων, των γεγονότων, τα οποία κρίνονται σημαντικά για την έκβαση της κυρίως αίτησης. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση είναι ότι η Drimaco θεωρεί τη δική της εκδοχή, όχι απλά ως ορθή, αλλά και ως πλήρως επιβεβαιωμένη από τα τεκμήρια, τόσο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, όσο και της επ' αυτής ενστάσεως που καταχώρησε η ίδια. Τούτου δοθέντος, και εν απουσία απαντητικής ενόρκου δηλώσεως από πλευράς της Bank of Moscow στα πλαίσια της κυρίως διαδικασίας, αν τα όσα η Drimaco προβάλλει προς υποστήριξη της ένστασης της στην κυρίως αίτηση είναι αδιαμφισβήτητα και αιτιολογούν την απόρριψη της κυρίως αίτησης, τότε διερωτάται κανείς, ποια η ανάγκη αντεξέτασης του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει τούτη. Ας μη λησμονείται ότι η Drimaco καταχώρησε την ένσταση στην κυρίως αίτηση, ένα και πλέον χρόνο μετά την επίδοση προς αυτή της κυρίως αίτησης και ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει τούτη (την ένσταση στην κυρίως αίτηση), δεν προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό περί αδυναμίας τοποθέτησής του επί των ισχυρισμών του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Με δεδομένη, από τη μια, την απουσία επίκλησης τέτοιας αδυναμίας από πλευράς της Drimaco, και από την άλλη, τη διάχυτη σιγουριά (αφενός ως προς την ορθότητα και αφετέρου, ως προς την επάρκεια) της δικής της εκδοχής, ως τούτη προβάλλει, τόσο από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, όσο και από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, κανένας λόγος δεν φαίνεται να υπάρχει που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην μόλις πιο πάνω εξίσωση προστίθεται και το γεγονός ότι η κυρίως αίτηση προωθείται στη βάση απόφασης Διαιτητικού Δικαστηρίου της Ρωσίας, η οποία και ενεγράφη στο μητρώο των αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ώστε να μπορεί τούτη να εκτελεστεί στην Κύπρο. Τόσο η διαιτητική απόφαση στη Ρωσία, όσο και η εγγραφή της στα μητρώα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, έλαβαν χώρα, χρονικά, μετά τα όποια επικαλούμενα από πλευράς της Drimaco γεγονότα επί των οποίων, ως επί το πλείστον, επιθυμεί να αντεξετάσει τον ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Νοιώθω επίσης την ανάγκη, για σκοπούς περαιτέρω αιτιολογίας της ήδη πιο πάνω εκφρασθείσας θέσης μου, να υπομνήσω, στο σημείο αυτό, ότι η Drimaco, με τη μαρτυρία που υποστηρίζει την ένστασή στην κυρίως αίτηση, είχε την ευκαιρία και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κάθε λογής λεπτομερή μαρτυρία επί όλων των θεμάτων, περιλαμβανομένων και των θέσεων της περί δόλιων και παράνομων ενεργειών, καθώς επίσης και αλλότριων κινήτρων της Bank of Moscow, θέσεις, που κατά τον ομνύοντα των ενόρκων δηλώσεων εκ μέρους της Drimaco, είναι αδιαμφισβήτητες και πλήρως επιβεβαιωμένες από τα διάφορα έγγραφα/τεκμήρια που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτησης. Με βάση τα ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και κατ' επέκταση, τυχόν αντεξέταση του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, όχι απλά δεν θα βοηθήσει στην απόφανση επί της κυρίως διαδικασίας, αλλά, τουναντίον, θα απολήξει, ενδεχομένως, στο να εκτροχιαστεί η πορεία της κυρίως αίτησης, η οποία, ίσως φορτικά, επαναλαμβάνω, εδράζεται επί ισχυριζόμενης οφειλής της Drimaco προς την Bank of Moscow, στη βάση διαιτητικής απόφασης Ρωσικού Δικαστηρίου, η οποία ενεγράφη, κατόπιν σχετικής έκδοσης απόφασης, στο μητρώο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, σε χρόνο μεταγενέστερο των ισχυριζόμενων γεγονότων επί των οποίων οικοδομείται το επιχείρημα για διευθέτηση του επικαλούμενου από την Bank of Moscow χρέους της Drimaco. Παρά τη πιο πάνω κρίση μου ως προς την τύχη της ουσίας της αίτησης, νιώθω την ανάγκη, για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας και μόνο, να σημειώσω ότι η θέση της Bank of Moscow ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, στη βάση του γεγονότος ότι ο ΧΧΧΧΧ Sergeevich είναι κάτοικος εξωτερικού και κατά συνέπεια πρόσωπο που διαμένει εκτός δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου[3], δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είμαι της γνώμης ότι το άρθρο 48 του Ν.14/1960 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το πρόσωπο που θα κληθεί στη βάση των προνοιών του, δεν είναι ήδη μάρτυρας στη, ενώπιον του Δικαστηρίου, διαδικασία, και δη πρόσωπο που δεν έθεσε, οικιοθελώς, εαυτό στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αυτό θέλει και η λογική των πραγμάτων. Δεν θα ήταν λογικό να επιτρέπεται σε ένα πρόσωπο να παρουσιάζεται ως μάρτυρας προς υποστήριξη μιας δικαστικής διαδικασίας και την ίδια στιγμή το Δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας να διατάξει την αντεξέτασή του. Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο ΧΧΧΧΧ Sergeevich έθεσε εαυτό στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δια της ετοιμασίας της ενόρκου δηλώσεως του που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση. Η οικιοθελής υπαγωγή του στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, του στερεί το δικαίωμα να επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 48 του Ν.14/1960 για να προβάλει θέση περί μη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την αντεξέτασή του. Ως εκ των ανωτέρω, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης, η οποία, κατά συνέπεια, απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, μη έχοντας λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Bank of Moscow και εναντίον της Drimaco, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της κυρίως διαδικασίας. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Αυτούσια αναφορά από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. [2] Αυτούσια αναφορά από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση. [3] Το όλο επιχείρημα εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 48 του Περι Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, οι οποίες θέλουν τα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να έχουν εξουσία να καλούν πρόσωπα για να δώσουν μαρτυρία ή να παρουσιάσουν έγγραφα, νοουμένου ότι τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται εντός της επικράτειας της Δημοκρατίας ή των Κυρίαρχων Περιοχών των Βάσεων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.