← Κύπρος

ΜΑΚΚΙΔΗ ν. REGIS MILK INDUSTRIES LTD, Αρ. Αγωγής: 8783/2012, 17/7/2018

ΜΑΚΚΙΔΗ ν. REGIS MILK INDUSTRIES LTD, Αρ. Αγωγής: 8783/2012, 17/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A425 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 8783/2012 Μεταξύ: XXXXX ΜΑΚΚΙΔΗ Ενάγοντα και THE REGIS MILK INDUSTRIES LTD Εναγόμενων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 8.3.2017 Μεταξύ: XXXXX ΜΑΚΚΙΔΗ Ενάγοντα και REGIS MILK INDUSTRIES LTD Εναγόμενων Ημερομηνία: 17.7.2018 Αίτηση διά κλήσεως των εναγομένων ημερομηνίας 23.2.2018 για ακύρωση και/ή παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης Για τους Αιτητές: κα Αχιλλέως για κ.κ. Μάρκος Π. Σπανός και Σία Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Θεοφάνους για κ.κ. Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 10.12.2012 και όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησής της με αυτή αξιώνονταν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες υπέστη ο ενάγων συνεπεία εργατικού ατυχήματος το οποίο συνέβηκε τον Μάρτιο του 2011. Λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τους εναγόμενους στις 8.3.2017 εκδόθηκε απόφαση από το Δικαστήριο υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €32.800,00 με νόμιμο τόκο από 10.12.2012 μέχρι εξοφλήσεως ως γενικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €53.098,44 με νόμιμο τόκο από 10.12.2012 μέχρι εξοφλήσεως ως ειδικές αποζημιώσεις. Επιπλέον επιδικάσθηκαν υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το δικαστήριο. Οι εναγόμενοι στις 23.2.2018 καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα:

(1)Διάταγμα που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει (set-aside) την διαδικασία και/ή την εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση,
(2)οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις και
(3)τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α. Καταχώρησαν επίσης την ίδια ημέρα μονομερή αίτηση στην οποία εκδόθηκε διάταγμα για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 8.3.2017 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης για παραμερισμό το οποίο με τη συγκατάθεση του ενάγοντα κατέστη απόλυτο και θα ισχύει μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 Θ.11, Δ.17 ΘΘ.3, 5, 7 και 10, Δ.25 ΘΘ.1-5, Δ.26 Θ.14 και Δ.48 ΘΘ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.64, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Πρωτοπαπά η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Ο κ. Πρωτοπαπάς ισχυρίζεται ότι είναι διοικητικός σύμβουλος και μέτοχος των εναγομένων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ήταν μηχανοδηγός φορτηγού τύπου ψυγείου και εργοδοτούμενος των εναγομένων και ότι στις 15.3.2011 ο ενάγων τραυματίστηκε ενώ ασχολείτο με την εκφόρτωση εμπορευμάτων από φορτηγό. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι εναγόμενοι διατηρούσαν ασφάλεια ευθύνης εργοδότη και μετά το ατύχημα ο κ. XXXXX Κνέκνας, διευθυντής του λογιστηρίου των εναγομένων ενημέρωσε προφορικά τους ασφαλιστές τους και βρισκόταν σε επικοινωνία μαζί τους σε σχέση με το ατύχημα που είχε ο ενάγων και την απαίτησή τους ως εργοδότες να τύχουν κάλυψης για το εν λόγω ατύχημα. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι υπέβαλαν γραπτώς την απαίτησή τους προς τους ασφαλιστές τους και αντίγραφο του υποβληθέντος εντύπου Απαίτησης Κλάδου Ευθύνης Εργοδότη ημερομηνίας 29.8.2011 επισύναψε στην ένορκη του δήλωση ως τεκμήριο. Εξ όσων τον πληροφόρησε ο κ. Κνέκνας, η απαίτηση εξεταζόταν και γίνονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ του ενάγοντα και της ασφαλιστικής εταιρείας αναφορικά με το θέμα του ποσού των αποζημιώσεων. Ο ενάγων λόγω του τραυματισμού του παρέμεινε εκτός εργασίας και λόγω του ότι δεν είχε επιστρέψει στην εργασία του μέχρι τις 23.2.2012 οι εναγόμενοι τερμάτισαν τις υπηρεσίες του. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο ενάγων έλαβε από τους εναγόμενους το ποσό των €700,00 στις 11.5.2012 και υπέγραψε δήλωση στην οποία αναγράφεται ότι η λήψη του εν λόγω ποσού αποτελεί πλήρη εξόφληση όλων των οφειλών των εναγομένων προς το άτομό του και ότι ο ίδιος δεν θα είχε οποιαδήποτε άλλη απαίτηση. Όταν στις 18.12.2012 του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής το παρέδωσε στον κ. Κνέκνα από τον οποίο ζήτησε να χειριστεί το θέμα σε συνεννόηση με την ασφαλιστική τους εταιρεία. Το ίδιο έπραξε επίσης και στις 24.4.2013 όταν του επιδόθηκε και η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα καθότι ο ίδιος είχε επικεντρωθεί στα θέματα της διεξαγωγής των εργασιών των εναγομένων και ιδιαίτερα στις συναλλαγές τους με τράπεζες και πελάτες τα οποία ήταν πολύ δυσχερή λόγω και του κουρέματος καταθέσεων το οποίο έλαβε χώρα τον Μάρτιο του
  1. Λόγω των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι το θέμα της αγωγής του ενάγοντος δεν τον απασχόλησε καθόλου αφού ένιωθε σίγουρος ότι ο ενάγων δεν είχε καμιά απαίτηση εναντίον των εναγομένων και ότι η απαίτησή του θα τύγχανε χειρισμού και θα καλυπτόταν από την ασφαλιστική τους εταιρεία. Στις 15.2.2018 όταν βρισκόταν στο εξωτερικό η αδελφή του τον ειδοποίησε ότι στις 13.2.2018 δικαστικός επιδότης επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγομένων για σκοπούς εκτέλεσης εντάλματος κινητών το οποίο εκκρεμούσε εις βάρος τους. Αμέσως έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να ερευνήσουν το θέμα και διαπίστωσαν ότι δεν είχε εμφανιστεί οποιοσδήποτε δικηγόρος εκ μέρους τους στην αγωγή και ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Ο κ. Πρωτοπαπάς ισχυρίζεται ότι από τη νομική συμβουλή την οποία λαμβάνει από τους δικηγόρους των εναγομένων, αυτοί έχουν καλή υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή η οποία βασίζεται στα ακόλουθα: οι εναγόμενοι παρείχαν στον ενάγοντα ένα ασφαλές σύστημα εργασίας το οποίο παρείχε ασφαλή μέσα εργασίας, ασφαλή εξοπλισμό και μηχανήματα για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του, κατάλληλη και ασφαλή μέθοδο εργασίας, κατάλληλη εκπαίδευση και συνθήκες υγιούς και ασφαλούς εργασίας. Ο ενάγων εργοδοτήθηκε σε αυτούς το έτος 2005 και μέχρι τον Μάρτιο του 2011 οι εναγόμενοι δεν εγκατέστησαν νέα μηχανήματα στα οχήματά τους ούτε εφάρμοσαν νέο σύστημα εργασίας όσον αφορά τον ενάγοντα ούτε διαμόρφωσαν τα οχήματά τους με οποιοδήποτε νέο τρόπο. Τα οχήματα των εναγομένων ήταν φορτηγά τύπου ψυγείου στο πίσω μέρος του οποίου υπάρχει υδραυλική πτυσσόμενη εξέδρα. Κατά την φόρτωση ή εκφόρτωση ο οδηγός του οχήματος μαζί με ένα ακόμη υπάλληλο διεξήγαγαν από κοινού την εργασία, παραμένοντας ο μεν οδηγός εντός του ψυγείου του οχήματος ο δε συνεργάτης του στο έδαφος και ανεβοκατέβαζαν την εξέδρα από το ψυγείο στο έδαφος για να φορτώνεται και να ξεφορτώνεται το εμπόρευμα. Ο χειρισμός της εξέδρας γινόταν ανάλογα με τη ροή της εργασίας είτε από τον συνεργάτη του οδηγού είτε από τον οδηγό μέσω τηλεχειριστηρίου. Ο οδηγός πριν κατεβεί από το όχημα έπρεπε να βεβαιώνεται ότι η εξέδρα ήταν στο επίπεδο του ψυγείου οπόταν προχωρούσε έξω από την εξέδρα και την κατέβαζε στο έδαφος χρησιμοποιώντας το τηλεχειριστήριο. Στο πίσω μέρος του ψυγείου υπήρχε διαχωριστική κουρτίνα αποτελούμενη από πλαστικές λωρίδες ώστε να συγκρατείται η ψύξη εντός του ψυγείου η οποία δεν εμπόδιζε την καλή ορατότητα ή την κάθοδο του οδηγού από το όχημα. Όταν η εξέδρα ήταν στο έδαφος ο οδηγός δεν είχε τη δυνατότητα να κατέβει αφού το ύψος του οχήματος ήταν 1,7μ. και κάθοδος υπό αυτές τις συνθήκες συνιστούσε παράβαση των οδηγιών των εναγομένων και της καθιερωμένης διαδικασίας και/ή μεθόδου και/ή συστήματος εργασίας. Ισχυρίζεται επίσης ότι στις 15.3.2011 ο ενάγων εκτελούσε τα συνήθη καθήκοντά του για φορτοεκφόρτωση προϊόντων σε συνεργασία με άλλο υπάλληλο των εναγομένων και βρισκόταν εντός του οχήματός του και ο συνεργάτης του ήταν στο έδαφος. Ενώ η εξέδρα βρισκόταν στο έδαφος μετά που ο συνεργάτης του την κατέβασε για να φορτώσει προϊόντα, ο ενάγων εξήλθε του οχήματος χωρίς να ελέγξει πού βρισκόταν η εξέδρα με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί. Τα γεγονότα αυτά τα πληροφορήθηκε από τον συνεργάτη του ενάγοντα κ. Χαράλαμπο Χαραλάμπους ο οποίος τα είχε καταγράψει και σε σχετική του δήλωση ημερομηνίας 4.4.2011 αντίγραφο της οποίας επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του κ. Πρωτοπαπά. Είναι η θέση του ότι το ως άνω ατύχημα δεν οφείλεται και δεν είναι αποτέλεσμα αμέλειας των εναγομένων αλλά οφείλεται στην αμέλεια την οποία επέδειξε ο ενάγων αφού εξήλθε από το όχημά του χωρίς να ελέγξει πού βρισκόταν η εξέδρα και χωρίς να βεβαιωθεί ότι αυτή βρισκόταν στο επίπεδο του οχήματος. Ο κ. Πρωτοπαπάς ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη ο ενάγων είναι υπερβολικές, προϋπήρχαν του ατυχήματος και δεν προκλήθηκαν από αυτό και προς τούτο επισύναψε ως τεκμήριο σχετική βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ημερομηνίας 15.3.
  2. Σε αυτή φαίνεται ότι ο ενάγων υπέστη τραυματισμούς στην έσω επιφάνεια του άνω χείλους και στον αριστερό μηρό και ποδοκνήμη. Αρνείται επίσης ότι ο ενάγων απώλεσε τα εισοδήματά του για την περίοδο από 15.3.2011 έως 23.2.2012 αφού οι εναγόμενοι του κατέβαλαν μισθούς για τους μήνες Μάρτιο μέχρι Μάιο 2011 και προς τούτο επισύναψε στην ένορκή του δήλωση αντίγραφα των σχετικών εγγράφων. Ενόψει των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή και ότι πως είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση. Ο καθ' ου η αίτηση / ενάγων καταχώρησε ένσταση στην επίδικη αίτηση αποτελούμενη από 11 λόγους η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5, Δ.9 Θ.11, Δ.17 ΘΘ.1-13, Δ.25 ΘΘ.1-5, Δ.26 Θ.14, Δ.33, Δ.51, Δ.59, Δ.39, και Δ.48 ΘΘ. 1-10 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του δικαστηρίου και επί των αρχών του Νόμου και της Νομολογίας. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση του ενάγοντα περιέχονται στην ένορκή του δήλωση η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξή της. Οι λόγοι της ένστασης οι οποίοι προβάλλονται από τον ενάγοντα είναι μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι: η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, η νομική της βάση είναι ελλιπής και/ή εσφαλμένη, δεν συντρέχουν λόγοι έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται και/ή κωλύονται να ζητούν την έκδοση του διατάγματος, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή τείνει να καθυστερήσει την καταβολή των οφειλομένων στον ενάγοντα, η αίτηση είναι αβάσιμη και δεν παρουσιάζει κανένα νόμιμο λόγο για ακύρωση της απόφασης, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και περιέχει ψευδείς, ανακριβείς, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πληροφορίες και τέλος δεν είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ο ενάγων με την ένορκη του δήλωση, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι από τη νομική συμβουλή την οποία λαμβάνει, πληροφορείται ότι η αίτηση των εναγομένων δεν μπορεί να πετύχει αφού οι λόγοι τους οποίους προβάλλουν για τη μη εμφάνισή τους στο Δικαστήριο δεν αποτελούν σοβαρό και εύλογο λόγο για να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Ισχυρίζεται ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας των εναγομένων και της παράλειψής τους να παράσχουν ένα ασφαλές σύστημα εργασίας και οι ισχυρισμοί τους είναι γενικοί και αόριστοι και δεν αποτελούν υπεράσπιση. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται στην αιτούμενη θεραπεία καθότι δεν επεξήγησαν στο Δικαστήριο γιατί άφησαν την υπόθεση να προχωρήσει χωρίς να εμφανιστούν. Η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης αφού οι εναγόμενοι επέδειξαν τέτοια συμπεριφορά που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης και κανένας από τους λόγους που προβάλλουν δεν αποτελεί σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί τη μη εμφάνισή τους. Λόγω των όσων ισχυρίζεται στην ένορκή του δήλωση ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος των εναγομένων. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των καταχωρημένων από τις διάδικες πλευρές ενόρκων δηλώσεων χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των προσώπων τα οποία ορκίστηκαν και οι δικηγόροι τους προσκόμισαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με το οποίο κάθε μία τους υποστηρίζει και προωθεί τις θέσεις των πελατών της με παραπομπή και σε σχετική νομολογία. Η κα Αχιλλέως εισηγήθηκε ότι ο ενάγων με την ένορκή του δήλωση αρνήθηκε μεν τους ισχυρισμούς των εναγομένων αλλά δεν παρέθεσε τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα και ότι απλή υιοθέτηση εκ μέρους του των θέσεων που περιέχονται στα δικόγραφα είτε σε άλλες δηλώσεις, χωρίς να γίνει ρητή αναφορά στα γεγονότα στην ένορκη δήλωσή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι με τα όσα ισχυρίστηκαν με την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτησή τους έχουν καταδείξει ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή και πως η μη εμφάνισή τους είναι δικαιολογημένη και κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης, να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση και να δώσει δικαίωμα στους εναγόμενους να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Η κα Θεοφάνους εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα αποφασίσει την αίτηση αντιπαραβάλλοντας τις καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις αφού δεν υπήρξε αντεξέταση των προσώπων που ορκίστηκαν και για τα ζητήματα για τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση θα πρέπει να αγνοήσει τη μαρτυρία που έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση από τον ενάγοντα και να αποφασίσει την αίτηση στη βάση των γεγονότων τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί αφού οι αιτητές είναι που φέρουν το βάρος απόδειξης και θα πρέπει να αποδείξουν τα αμφισβητούμενα γεγονότα με προφορική μαρτυρία. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής έκανε και αναφορά σε σχετικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εισηγήθηκε επίσης ότι τα όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται δεν αποτελούν υπεράσπιση ούτε καν στο βαθμό που απαιτείται από τη νομολογία σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις όπως η παρούσα, ούτε συνιστούν σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για τη μη εμφάνισή τους στο Δικαστήριο. Εισηγήθηκε τέλος ότι η συμπεριφορά των εναγομένων ήταν τέτοια που υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, ήταν περιφρονητική και ενδεικτική πλήρους παραγνώρισης της δικαστικής διαδικασίας και για αυτό δεν δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η επίδικη αίτηση αποτελεί ενδιάμεση αίτηση και η ακρόασή της, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 (Iacovou Brothers Constructions Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377). Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, στον βαθμό που η εισήγηση της κας Θεοφάνους θέλει την αίτηση να αποτυγχάνει στη βάση της μη προσκόμισης από πλευράς των αιτητών προφορικής μαρτυρίας με την επιπρόσθετη εισήγηση ότι τούτο είναι ο ορθός τρόπος με τον οποίο θα έπρεπε οι αιτητές να ενεργήσουν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Ο παραμερισμός μιας απόφασης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ασκείται σύμφωνα με τη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι». Το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η παρούσα οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης (Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου εξηγούνται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στη Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210: "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen.This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Megaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c-
  1. d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." Μετάφραση στα Ελληνικά (ελεύθερη): "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-
  2. d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω), "Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Αναφορικά με το θέμα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στις πιο κάτω αναφερόμενες αποφάσεις: Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ. 1129, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας». Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, τονίστηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου μία απόφαση μπορεί να παραμεριστεί. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Η απόφαση παραμερίζεται ως οφειλόμενο χρέος (ex debito justiciae) προς τη Δικαιοσύνη (Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247). Η δεύτερη περίπτωση είναι η περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι η μη εμφάνισή του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Η Διαταγή 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίνει εξουσία στο Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια ακυρώνοντας απόφαση που λήφθηκε λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο. Συνιστά κοινό τόπο και για τις δύο πλευρές ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής επιδόθηκε προσωπικά στον διευθυντή των εναγομένων κ. XXXXX Πρωτοπαπά, όπως εξάλλου παραδέχεται και ο ίδιος στην ένορκή του δήλωση. Με αυτό ως δεδομένο προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία η εκδοθείσα απόφαση πρέπει να παραμεριστεί ως οφειλόμενο χρέος προς τη Δικαιοσύνη αφού η επίδοση της αγωγής έγινε νομότυπα και περιήλθε εις γνώση των εναγομένων. Συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για να παραμερισθεί η απόφαση και συγκεκριμένα κατά πόσο οι εναγόμενοι με τα όσα επικαλέστηκαν σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ) (πιο πάνω) κατάφεραν να αποσείσουν το σχετικό βάρος απόδειξης το οποίο έφεραν στους ώμους τους. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ατύχημα στο οποίο τραυματίστηκε ο ενάγων οφείλεται στη δική του αποκλειστική ή/και συντρέχουσα αμέλεια ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς τους, έπεσε από το φορτηγό το οποίο οδηγούσε όταν εξήλθε από αυτό σε χρόνο που η πτυσσόμενη εξέδρα βρισκόταν στο έδαφος. Για να ενισχύσει αυτό τον ισχυρισμό των εναγομένων ο κ. Πρωτοπαπάς επικαλείται τα όσα ο άλλος υπάλληλός τους κ. Χαραλάμπους, ο οποίος κατά την επίδικη ημέρα εργαζόταν με τον ενάγοντα, τους ανέφερε. Κάτι τέτοιο εξάλλου δεν είναι μεμπτό αφού επιτρέπεται σε ενδιάμεση αίτηση να αναφέρονται εξ ακοής ισχυρισμοί νοουμένου ότι αναφέρεται το πρόσωπο το οποία προέβηκε σε αυτούς τους ισχυρισμούς (βλ. Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα ανέφερε στον κ. Πρωτοπαπά ο κ. Χαραλάμπους, ο ενάγων στις 15.3.2011 κατά την εκτέλεση της εργασίας του εξήλθε από το φορτηγό ψυγείο στο οποίο εργαζόταν χωρίς να ελέγξει πού βρισκόταν η πτυσσόμενη εξέδρα του με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί. Κρίνω ότι με αυτό τον ισχυρισμό τους οι εναγόμενοι έχουν αποδείξει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Δεν αρκέστηκαν στην απλή παράθεση της εκδοχής τους αλλά προσκόμισαν μαρτυρία ικανή να την υποστηρίξει στα καθορισμένα βεβαίως πλαίσια της παρούσας αίτησης. Κρίνω ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι αρκετός για να ικανοποιήσει την ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης εκ μέρους των εναγομένων και λόγω τούτου δεν εξυπηρετεί η εξέταση και των υπολοίπων ισχυρισμών των εναγομένων που αφορούν ειδικότερα τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα και τα ποσά τα οποία του επιδικάσθηκαν ως απώλεια εισοδημάτων. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η μη εμφάνιση των εναγομένων ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Ο κ. Πρωτοπαπάς ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι είχαν αναθέσει στον διευθυντή του λογιστηρίου τους κ. Κνέκνα να ενημερώσει τους ασφαλιστές τους σε σχέση με το ατύχημα και ότι στις 29.8.2011 υπέβαλαν γραπτώς την απαίτησή τους προς αυτούς (τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του κ. Πρωτοπαπά). Διαπιστώνω ότι οι εναγόμενοι με σχετική δήλωσή τους η οποία περιέχεται στην τελευταία σελίδα του εν λόγω τεκμηρίου ανέθεσαν στους ασφαλιστές τους τον χειρισμό όλων των απαιτήσεων αναφορικά με το επίδικο ατύχημα. Κρίνω ότι οι εναγόμενοι ενεργώντας ως πιο πάνω ανέφερα έδειξαν ότι πράγματι ενδιαφέρονταν για την υπόθεσή τους και η μη εμφάνισή τους δεν οφείλεται σε αδιαφορία τους. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η εν λόγω δήλωση έγινε σε χρόνο πριν την καταχώρηση και επίδοση της αγωγής προς τους εναγόμενους, κρίνω όμως ότι οι εναγόμενοι, μετά και την γραπτή ενημέρωση προς τους ασφαλιστές τους ημερομηνίας 29.8.2011, δικαιολογημένα θεώρησαν ότι οι ασφαλιστές τους θα επιλαμβάνονταν της απαίτησης του ενάγοντα και συνεπώς η μη εμφάνισή τους είναι δικαιολογημένη. Έχοντας υπόψη μου όσα ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι οι εναγόμενοι με τα όσα έχουν επικαλεστεί ικανοποίησαν τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Ως εκ τούτου η αίτηση των εναγομένων επιτυγχάνει και η απόφαση ημερομηνίας 8.3.2017 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι οι εναγόμενοι - αιτητές θα καταβάλουν στον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση τα έξοδα της παρούσας αίτησης τα οποία, λόγω της φύσης της και παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι έχουν επιτύχει στην αίτησή τους, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται, επομένως, οδηγίες προς την πλευρά του ενάγοντα όπως εντός 30 ημερών από σήμερα υποβάλει σχετικό κατάλογο εξόδων. Τίθεται σαν όρος του παραμερισμού της απόφασης ότι οι εναγόμενοι θα καταβάλουν το ποσό των εγκριθέντων εξόδων προς τον ενάγοντα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία θα γνωστοποιηθεί στους δικηγόρους τους το ποσό αυτό. Ακολούθως, οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης εντός 10 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής των εν λόγω εξόδων. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.