← Κύπρος

Ξενοφώντος ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2503/2014, 11/7/2018

Ξενοφώντος ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2503/2014, 11/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A422 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Μεταξύ: Αρ. Αγωγής: 2503/2014 XXXXX Ξενοφώντος Ενάγοντα και

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Κεντρική Τράπεζα Κύπρου Εναγομένων ----------------------------------------------------- Ημερομηνία: 11 Ιουλίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ Πουμπουρίδης με κα Σιαμούτη Για την Εναγόμενη 1: κα Πολυβίου ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 1, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «η Εναγόμενη Τράπεζα»), τις ακόλουθες θεραπείες (παρατίθεται αυτούσια η παράγραφος 22 της Έκθεσης Απαίτησης): «(Α) Διάταγμα ακύρωσης της πώλησης ή/και διάθεσης ή/και παροχής των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου έκδοσης του 2011 στον Ενάγοντα ως και παντός σχετιζόμενου εγγράφου σχετιζόμενου με τις πιο πάνω πράξεις και/ή την επιχειρηθείσα μετατροπή των σε Δικαιώματα Προτίμησης (Rights) ή/και σε μετοχές και διάταγμα ακύρωσης λόγω απάτης και/ή δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης/ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης και/ή λόγω απειλής/εκβιασμού/οικονομικής πίεσης εκ μέρους της Εναγόμενης 1 κατά ή περί τον Μάιο 2011 και έπειτα. (Β) Διάταγμα ακύρωσης της πώλησης ή/και διάθεσης ή/και παροχής των Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου έκδοσης του 2011 στον Ενάγοντα ως και παντός σχετιζόμενου εγγράφου σχετιζόμενου με τις πιο πάνω πράξεις και/ή την επιχειρηθείσα μετατροπή των εν λόγω αξιογράφων σε Δικαιώματα Προτίμησης (Rights) και/ή σε μετοχές λόγω παράβασης εκ μέρους της Εναγομένης 1 της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τις προϋποθέσεις παροχής επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων από τις τράπεζες της 19.1.2007 (ΚΔΠ 557/2007) και της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την ασκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων της 19ης Δεκεμβρίου 2007 (Κ.Δ.Π. 558/2007) σε σχέση με την περίοδο 2011-2013, του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 Ν. 144(Ι)/2007, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων (Markets in Financial Instruments Directive - MIFID), της Οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 2006 για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις οργανωτικές υποχρεώσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων και άλλων σχετικών Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης 1 και/ή για παράλειψη λήψης όλων των αναγκαίων και/ή επαρκών μέτρων για προστασία του Ενάγοντα. (Γ) Ειδικές Αποζημιώσεις εκ €45,000 λόγω παράβασης εκ μέρους της Εναγόμενης 1, της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την ασκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων της 19ης Δεκεμβρίου 2007 (Κ.Δ.Π. 558/2007) σε σχέση με την περίοδο 2011-2013, του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 Ν. 144(Ι)/2007, της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων (Markets in Financial Instruments Directive - MIFID), της Οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 10ης Αυγούστου 2006 για την εφαρμογή της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά τις οργανωτικές υποχρεώσεις και τους όρους λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων και άλλων σχετικών Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης 1 και/ή για παράλειψη λήψης όλων των αναγκαίων και/ή επαρκών μέτρων για προστασία του Ενάγοντα. ..................................................................... (ΣΤ) Ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις για παράβαση καθηκόντων επίδειξης καλής πίστης και επιμέλειας και/ή προστασίας του Ενάγοντα (fiduciary duty) και/ή λόγω σύγκρουσης συμφερόντων. (Ζ) Τόκο προς 5,5% από της εγέρσεως της παρούσης αγωγής και/ή της δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος ή/και της επιδόσεως του κλητηρίου εντάλματος. (Η) Έξοδα και τέλη της παρούσας αγωγής, έξοδα ιδιωτικής επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.» Να σημειωθεί ότι η αγωγή καταχωρήθηκε αρχικά και εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ήτοι της Εναγόμενης 2, πλην, όμως, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο Ενάγοντας απέσυρε ανεπιφύλακτα την αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 και ως εκ τούτου η απαίτηση του περιορίστηκε μόνο σε σχέση με την Εναγόμενη Τράπεζα. Β. ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΩΝ Β.
  3. H Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας ήταν διευθυντής επιχείρησης, χωρίς να διαθέτει γνώσεις σε ό,τι αφορά σε επενδύσεις και/ή επενδυτικά προϊόντα. Κατά τον ίδιο χρόνο ήταν πελάτης της Εναγόμενης Τράπεζας, η οποία είναι δημόσια εταιρεία, αδειούχος τράπεζα και αδειούχο ίδρυμα για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας. Κατά ή περί την 5.4.2011 η Εναγόμενη Τράπεζα προχώρησε στην έκδοση Ενημερωτικού Δελτίου με προσφορά και έκδοση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (στο εξής τα «ΜΑΕΚ») αορίστου διάρκειας με σταθερό επιτόκιο 6,5% για τα πρώτα 5 χρόνια, τα οποία στη συνέχεια θα έφεραν τόκο ίσο με Euribor 6 μηνών πλέον 3%. Η Εναγόμενη Τράπεζα θα είχε υπό προϋποθέσεις τη δυνατότητα εξαγοράς των ΜΑΕΚ στις 30.6.2016 ενώ θα μπορούσε να ανταλλάξει το σύνολο των ΜΑΕΚ με έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ θα είχαν δικαίωμα μετατροπής τους σε μετοχές και πάλι κάτω υπό κάποιες προϋποθέσεις. Κατά ή περί το 2011 ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης Τράπεζας υπ. αρ. 109 επικοινώνησε με τον Ενάγοντα και του σύστησε ένα καταθετικό σχέδιο αξιογράφων διάρκειας 5 ετών που θα του εξασφάλιζε τόκο προς 6,5% και στα 5 χρόνια και/ή στη λήξη τους θα εξαγοράζονταν από την Εναγόμενη Τράπεζα. Στα πλαίσια δε της προσπάθειας του να πείσει τον Ενάγοντα ώστε να προβεί στην αγορά των αξιογράφων, ο εν λόγω διευθυντής του ανέφερε ότι θα μπορούσε να λάβει δάνειο από την Εναγόμενη Τράπεζα για το σύνολο της αξίας των αξιογράφων και το δάνειο αυτό θα μπορούσε να εξοφληθεί από τους τόκους, ενώ θα παρέμενε και ένα επιπλέον ποσό ως περιθώριο κέρδους για τον Ενάγοντα. Κατόπιν περαιτέρω παραστάσεων για τα πλεονεκτήματα της αγοράς αξιογράφων και/ή προτροπών και/ή συστάσεων του πιο πάνω αναφερόμενου διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης Τράπεζας, κατά ή περί τον Μάιο του 2011 ο Ενάγοντας κλήθηκε και υπέγραψε έντυπο αίτησης για την αγορά ΜΑΕΚ αξίας €45,000, το οποίο του υποδείχθηκε, χωρίς να το διαβάσει στη βάση των διαβεβαιώσεων και/ή των συστάσεων των υπαλλήλων της Εναγόμενης Τράπεζας. Οι δε συστάσεις και/ή προτροπές αυτές αφορούσαν τα θετικά χαρακτηριστικά των ΜΑΕΚ χωρίς να δίδεται η παραμικρή εικόνα των κινδύνων που ενείχε η αγορά τους ώστε ο Ενάγοντας να είναι σε θέση να αντιληφθεί σε τι συνίστατο η αγορά των εν λόγω αξιογράφων εκ μέρους του. Κατά την ίδια ημερομηνία, μη πιστοποιημένοι υπάλληλοι της Εναγόμενης Τράπεζας προέβηκαν αυθαίρετα και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του Ενάγοντα σε άνοιγμα χρηματιστηριακού λογαριασμού στο όνομα του στην Κυπριακή Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών The Cyprus Investment and Securities Corporation Ltd, επικαλούμενοι για την αναγκαιότητα της ενέργεια τους, την περίπτωση που ο Ενάγοντας επιθυμούσε να πωλήσει και/ή ανταλλάξει και/ή μετατρέψει στο μέλλον τα ΜΑΕΚ μέσω του ΧΑΚ να μπορεί να το πράξει μόνο μέσω της συγκεκριμένης ΚΕΠΕΥ. Μετά την αγορά των ΜΑΕΚ ο Ενάγοντας έλαβε τόκους μόνο για το δεύτερο εξάμηνο του 2011, ενώ περί τον Ιούνιο του 2012 πληροφορήθηκε μέσω του τύπου για την ακύρωση πληρωμής των τόκων εκ μέρους της Εναγόμενης Τράπεζας. Σύμφωνα με το περί Διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διάταγμα του 2013, το υφιστάμενο κεφάλαιο της Εναγόμενης Τράπεζας σε αξιόγραφα μετατρέπεται σε νέες μετοχές τάξης Γ. Τα δικαιώματα ψήφου και μερίσματος θα μπορούν να ασκηθούν μόνο εφόσον τα συνολικά μερίσματα που θα δοθούν στους κατόχους μετοχών τάξης Α θα φτάσουν την αρχική εισφορά τους συν ετήσιο τόκο με επιτόκιο αναφοράς Euribor - 3 μηνών συν 10%. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται επίσης ότι κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2012, η Εναγόμενη Τράπεζα επιχείρησε και/ή προχώρησε παράνομα με την μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές και/ή δικαιώματα προτίμησης (rights). Αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι: Η Εναγόμενη Τράπεζα μέσω των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτής προέβηκε σε απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή σε μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων ως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, με αποτέλεσμα η αγορά των ΜΑΕΚ να είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρωτέα και ο ίδιος να δικαιούται διάταγμα παραμερισμού και/ή ακύρωσης αυτών και παντός σχετικού με τα πιο πάνω έγγραφα. Η Εναγόμενη Τράπεζα ενήργησε κατά παράβαση των προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου Ν. 144(Ι)/2007και της Οδηγίας που εκδόθηκε για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων με τον τρόπο που καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Μεταξύ άλλων ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο της διάθεσης των ΜΑΕΚ η Εναγόμενη Τράπεζα και/ή οι υπάλληλοι αυτής προέβηκαν στην παροχή της υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής και/ή στην υπηρεσία της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολής για την αγορά χρηματοοικονομικών προϊόντων χωρίς να διαθέτουν τέτοια εξουσία και χωρίς τα πρόσωπα αυτά να είχαν την απαιτούμενη πιστοποίηση δυνάμει του άρθρου 52 του Ν. 144(Ι)/
  4. Ως αποτέλεσμα των εν λόγω πράξεων και/ή παραλείψεων της Εναγόμενης Τράπεζας ο Ενάγοντας έχει υποστεί ζημιά ίση με το ποσό των €45,000 και την απώλεια τόκου προς 6,5%. Για τον λόγο αυτό αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων και την απόδοση θεραπειών ως καταγράφεται στην ενότητα Α πιο πάνω. Β.
  5. Η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης Τράπεζας Στην Έκθεση Υπεράσπισής της η Εναγόμενη Τράπεζα παραδέχεται ότι κατά ή περί τον Μάιο του 2011 ο Ενάγοντας προέβηκε στην αγορά ΜΑΕΚ συνολικής αξίας €45,000, πλην, όμως, αρνείται και απορρίπτει στο σύνολό τους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί απάτης και/ή δόλου και/ή εξαναγκασμού και/ή καταδολίευσης και/ή παραπλάνησης και/ή ψευδών παραστάσεων εις βάρος του προς το σκοπό αγοράς των υπό αναφορά ΜΑΕΚ. Προβάλλει δε τα εξής: - Όλες οι εκδόσεις αξιογράφων προσφέρθηκαν στο επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς η οποία διενεργήθηκε με βάση τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου Ν. 114(Ι)/
  6. - Αναφορικά με την έκδοση των ΜΑΕΚ ετοιμάστηκε Ενημερωτικό Δελτίο με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας όπου παραθέτονταν με λεπτομέρεια οι όροι έκδοσης των αξιογράφων και οι παράγοντες κινδύνου τόσο σε σχέση με τον εκδότη όσο και σε σχέση με το υπό έκδοση χρηματοοικονομικό μέσο. - Το εν λόγω Ενημερωτικό Δελτίο έτυχε της έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ήταν αναρτημένο στην ιστοσελίδα της Εναγόμενης Τράπεζας, του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στο εξής το «ΧΑΚ»), του Χρηματιστηρίου Αθηνών και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Παράλληλα, κάθε ενδιαφερόμενος μπορούσε να το προμηθευτεί από οποιοδήποτε υποκατάστημα της Εναγόμενης Τράπεζας επιθυμούσε. Ως εκ τούτου, υπήρχε πλήρης διαφάνεια καθόλη τη διαδικασία. - Η έκδοση των ΜΑΕΚ είχε εγκριθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως εποπτική αρχή της Εναγόμενης Τράπεζας η οποία ήταν εξ' υπαρχής ενήμερη και σύμφωνη αναφορικά με την έκδοση των ΜΑΕΚ και παρείχε συγκεκριμένα σχόλια σε σχέση με τους όρους έκδοσής τους. Επιπρόσθετα, λήφθηκε η εκ των προτέρων έγκριση του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αθηνών για την εισαγωγή των εν λόγω αξιών προς διαπραγμάτευση. - Από την πλευρά της Εναγόμενης Τράπεζας υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου Ν. 114(Ι)/2005και η διαδικασία που ακολουθήθηκε παρείχε ικανοποιητική πληροφόρηση και διασφάλιζε την προστασία του κάθε ενδιαφερόμενου επενδυτή ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης και/ή την εμπειρία αυτού σε σχέση με επενδυτικά θέματα. - Στην αίτηση που θα έπρεπε να συμπληρωθεί υπήρχε ενυπόγραφη βεβαίωση του πελάτη περί της γνώσης και της ικανότητας του να προβεί σε αξιολόγηση της επένδυσης του σε ΜΑΕΚ, αποδοχής των όρων έκδοσης αυτών και αναγνώρισης των παραγόντων κινδύνου που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο, καθώς επίσης δήλωσή του περί μη παροχής οποιασδήποτε συμβουλής ή παρότρυνσης από την Εναγόμενη Τράπεζα και/ή από οποιοδήποτε αξιωματούχο και/ή υπάλληλο αυτής αναφορικά με την υποβολή της εν λόγω αίτησης. Η Εναγόμενη Τράπεζα αρνείται ότι είχε τις ευθύνες και/ή τις υποχρεώσεις που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι πρόνοιες του Ν. 144(Ι)/2007 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση αφού δεν παρασχέθηκε οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή στον Ενάγοντα. Αντίθετα, η Εναγόμενη Τράπεζα έσπευσε να διασφαλίσει ότι δεν θα παρεχόταν οποιαδήποτε επενδυτική συμβουλή από το προσωπικό της προς οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο επενδυτή, τονίζοντας ότι ο ρόλος των καταστημάτων ήταν περιορισμένος στην παραλαβή των αιτήσεων, την απλή διάθεση του ενημερωτικού υλικού και την επεξήγηση του τρόπου συμπλήρωσης των αιτήσεων. Παράλληλα, η διεύθυνση της Εναγόμενης Τράπεζας τόνισε στους υπαλλήλους της ότι η παροχή επενδυτικής συμβουλής και/ή σύσταση και/ή καθοδήγηση και/ή προτροπή πελατών και/ή πιθανών πελατών δεν ήταν επιτρεπτή και όπως για επίλυση αποριών για τη φύση των ΜΑΕΚ και/ή πληροφόρηση για εξειδικευμένα θέματα οι πελάτες θα έπρεπε να παραπέμπονται στο ειδικό τηλεφωνικό κέντρο, το οποίο ήταν επανδρωμένο με άτομα που κατείχαν τις σχετικές πιστοποιήσεις/άδειες. Σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΕΚ, στις 19.4.2011 πραγματοποιήθηκαν ενημερωτικές παρουσιάσεις στις οποίες κλήθηκαν μεταξύ άλλων και διευθυντές καταστημάτων, ενώ το περιεχόμενο των ερωτοαπαντήσεων ήταν διαθέσιμο στο προσωπικό τόσο σε ηλεκτρονική όσο και σε έντυπη μορφή με τον τίτλο «Ερωτήσεις και Απαντήσεις». Στο εν λόγω έγγραφο τονιζόταν ότι δεν θα έπρεπε να δοθούν συμβουλές στους πελάτες. Αποτελεί, λοιπόν, θέση της Εναγόμενης Τράπεζας ότι από την πλευρά της υιοθετήθηκαν ικανοποιητικές διαδικασίες και δικλείδες ασφαλείας στα εσωτερικά συστήματα ελέγχου της με σκοπό την αποφυγή παροχής οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας προς ενδιαφερόμενους επενδυτές. Τέλος, από την πλευρά της Εναγόμενης Τράπεζας υπάρχει ισχυρισμός επί το ότι ο Ενάγοντας κωλύεται να προωθεί τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης αφού είχε αναγνώσει, υπογράψει και ως εκ τούτου αποδεχθεί τους όρους των αιτήσεων, ενημερωτικών δελτίων και λοιπών σχετικών εγγράφων (estopped by deed). Παράλληλα, είχε επιβεβαιώσει εγγράφως ότι είχε τη γνώση και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης του, ότι δεν του παρασχέθηκε επενδυτική συμβουλή από την Εναγόμενη Τράπεζα και ότι αποδέχθηκε τους σχετικούς όρους έκδοσης των ΜΑΕΚ. Ο Ενάγοντας δεν καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης Τράπεζας. Γ. ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, η πλευρά του Ενάγοντα παρουσίασε τέσσερις μάρτυρες, ενώ εκ μέρους της Εναγόμενης Τράπεζας κατέθεσαν δυο μάρτυρες. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Θα παραθέσω, ωστόσο, μια σύνοψη των θέσεων που κάθε ένας από αυτούς προέβαλε στο Δικαστήριο έτσι ώστε αυτές να γίνουν εύκολα αντιληπτές. Προτού πράξω τούτο κρίνω σκόπιμο να καταγράψω αμέσως πιο κάτω τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος των δυο πλευρών σύμφωνα με τα δικόγραφα και την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου: Κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη Τράπεζα ήταν δημόσια εταιρεία, αδειούχος τράπεζα και αδειούχο ίδρυμα για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας (βλέπε Τεκμήριο 11). Ο δε Ενάγοντας ήταν πελάτης της Εναγόμενης Τράπεζας όπου διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό. Σε συνεδρία του ημερομηνίας 28.2.2011 το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης Τράπεζας αποφάσισε την έκδοση των ΜΑΕΚ με δικαίωμα προτεραιότητας για εγγραφή στους υφιστάμενους μετόχους. Για τον σκοπό αυτό συγκλήθηκε Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της Εναγόμενης Τράπεζας στις 23.3.2011, η οποία ενέκρινε την έκδοση μέχρι 1.342.422.297 ΜΑΕΚ αξίας €1 το κάθε ένα, με δικαίωμα προτεραιότητας για εγγραφή στους υφιστάμενους μετόχους (βλέπε σελίδα 65 του Ενημερωτικού Δελτίου το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Ως τυγχάνει αναφοράς και στο Ενημερωτικό Δελτίο (Τεκμήριο 3), εκδότης των ΜΑΕΚ ήταν η Εναγόμενη Τράπεζα, ενώ Ανάδοχος και Υπεύθυνος Σύνταξης του Ενημερωτικού Δελτίου ήταν η εταιρεία The Cyprus Investment and Securities Corporation Limited (στο εξής «CISCO»), η οποία και ετοίμασε το Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5.4.2011 (στο εξής το «Ενημερωτικό Δελτίο») στα πλαίσια δημόσιας προσφοράς. Ως αναγράφεται στο Ενημερωτικό Δελτίο, αυτό συντάχθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005 Ν. 114(Ι)/
  7. Παράλληλα, το Ενημερωτικό Δελτίο είχε εγκριθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και ήταν διαθέσιμο τόσο στην ιστοσελίδα της Εναγόμενης Τράπεζας όσο και του ΧΑΚ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Με την ολοκλήρωση της έκδοσης, τα ΜΑΕΚ επρόκειτο να εισαχθούν και να τύχουν διαπραγμάτευσης στο ΧΑΚ και το Χρηματιστήριο Αθηνών αφού λαμβάνονταν οι σχετικές εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές. Στα πλαίσια της πρόσκλησης στο κοινό στη βάση του Ενημερωτικού Δελτίου, αίτηση για έγγραφη στην έκδοση των ΜΑΕΚ μπορούσαν να υποβάλουν και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα εφόσον κατέβαλλαν το αντίστοιχο ποσό της απαιτούμενης αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή για ανταλλαγή άλλων αξιογράφων ως καταγράφεται στη σελίδα 61 του Ενημερωτικού Δελτίου. Η διαδικασία των αιτήσεων εγγραφής για την διάθεση των ΜΑΕΚ που τυχόν δεν θα καλυφθούν από τους δικαιούχους κάτοχους δικαιωμάτων προτεραιότητας για εγγραφή καταγράφεται αναλυτικά στις σελίδες 96 - 98 του Ενημερωτικού Δελτίου. Εκεί μεταξύ άλλων τυγχάνει αναφοράς ότι ανέκκλητες αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν σε χωριστό έντυπο αίτησης το οποίο βρισκόταν σε όλα τα καταστήματα της Εναγομένης Τράπεζας. Με την υποβολή της αίτησης θα καταβαλλόταν το αντίστοιχο ποσό αντιπαροχής είτε σε μετρητά είτε με την καταβολή χρεογράφων προηγούμενων εκδόσεων αντίστοιχης αξίας. Επίσης, ότι, για να συμμετέχουν στην έκδοση των ΜΑΕΚ οι επενδυτές θα έπρεπε να τηρούν ενεργό μερίδα επενδυτή και λογαριασμό στο ΧΑΚ προκειμένου να καταχωρηθούν τα ΜΑΕΚ που θα αποκτούσαν. Η περίοδος διάθεσης τυχόν αδιάθετου υπόλοιπου ΜΑΕΚ θα άρχιζε στις 27.4.2011 και θα έληγε στις 17.5.2011 και ώρα 01:30 μ.μ.. Όπως επίσης αναφέρεται στο Ενημερωτικό Δελτίο, τα ΜΑΕΚ αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες, ελάσσονος προτεραιότητας υποχρεώσεις της Εναγόμενης Τράπεζας και κατατάσσονται σε ίση μοίρα μεταξύ τους. Ειδικότερα, τα ΜΑΕΚ είναι έλασσονος προτεραιότητας προς τις αξιώσεις των πιστωτών της Εναγόμενης Τράπεζας ως αυτοί καθορίζονται στη σελίδα 62 αυτού, ενώ είναι ίσης προτεραιότητας προς τις αξιώσεις άλλων εκδόσεων χαμηλότερης ελάσσονος προτεραιότητας που πληρούν τα κριτήρια για περίληψη στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της τράπεζας και έχουν προτεραιότητα έναντι των μετόχων της Εναγόμενης Τράπεζας. Τα ΜΑΕΚ ήταν αξίες αορίστου διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης και θα μπορούσαν κατ' επιλογή της Εναγόμενης Τράπεζας να εξαγοραστούν στο σύνολό τους στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30.6.2016 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και υπό την προϋπόθεση της αντικατάστασής τους με πρωτοβάθμιο κεφάλαιο ίσης ή ψηλότερης διαβάθμισης. Τέλος, τα ΜΑΕΚ θα έφεραν τόκο προς 6,5% ετησίως για τις πρώτες δέκα περιόδους τόκου μέχρι 30.6.2016 και ακολούθως επιτόκιο ίσο με το εκάστοτε Euribor 6 μηνών που θα ίσχυε στην αρχή της κάθε περιόδου τόκου πλέον 3%. Ο τόκος θα ήταν πληρωτέος κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Σύμφωνα δε με το Ενημερωτικό Δελτίο, η Εναγόμενη Τράπεζα είχε το δικαίωμα και, υπό προϋποθέσεις, ήταν υποχρεωμένη να ακυρώσει την πληρωμή τόκου στα ΜΑΕΚ. Πέραν από τα όσα συνοψίζονται πιο πάνω, στο Ενημερωτικό Δελτίο γινόταν αναφορά στους παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με την έκδοση των ΜΑΕΚ. Ειδικότερα, στις σελίδες 16-19 γίνεται συνοπτική αναφορά στους κινδύνους αυτούς ενώ στις σελίδες 28-53 οι κίνδυνοι αυτοί επεξηγούνται αναλυτικά. Στις 16.5.2011 ο Ενάγοντας υπέγραψε αίτηση για την επ' ονόματι του εγγραφή ΜΑΕΚ αξίας €45,
  8. Η αίτηση, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 κατά την ακροαματική διαδικασία, φέρει τίτλο «Έκδοση και Εισαγωγή στο ΧΑΚ /ΧΑ Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου - Ανέκκλητη Αίτηση Εγγραφής Αδιάθετων Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου» με σημείωση «Μη μέτοχος - Μη κάτοχος επιλέξιμων για Ανταλλαγή Αξιών» και σε αυτήν τυγχάνουν αναφοράς, μεταξύ άλλων, τα εξής (παρατίθεται αυτούσιο σχετικό απόσπασμα: «Προς Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ «Αιτούμαι/στε σύμφωνα με τους Όρους Έκδοσης που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5 Απριλίου 2011 την αγορά Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) τα οποία να εγγραφούν στο όνομα μου/μας και αναλαμβάνω/ούμε να δεχθώ/ούμε αυτά ή οποιοδήποτε μικρότερο ποσό το οποίο θα μου/μας παραχωρηθεί. ......................................................................................... Βεβαιώνουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητες να προβώ/ούμε στην αξιολόγηση της επένδυσης μου/μας σε ΜΑΕΚ και δηλώνω/ούμε ότι αποδεχόμαστε τους Όρους Έκδοσης και αναγνωρίζω/ουμε τους Παράγοντες Κινδύνου που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5 Απριλίου
  9. Επίσης δηλώνω/ούμε ότι δεν μου/μας έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιονδήποτε αξιωματούχο, υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικά με τα ΜΑΕΚ της παρούσας έκδοσης και/ή την απόφαση μου/μας για υποβολή της παρούσας Αίτησης για Έγγραφή». (Σημ: Είναι επί της πιο πάνω βεβαίωσης που η πλευρά της Εναγόμενης Τράπεζας επικαλείται κώλυμα εκ μέρους του Ενάγοντα). Το αιτούμενο ποσό των €45,000 θα καταβαλλόταν, σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην αίτηση, από τον λογαριασμό του XXXXX Ξενοφώντος με αρ. XXXXX0630, ενώ οι πληρωτέοι τόκοι θα πιστώνονταν στον λογαριασμό του Ενάγοντα με αρ. XXXXX
  10. Στις 16.5.2011 η Εναγόμενη Τράπεζα εξέδωσε σχετικό έντυπο/απόδειξη αναφορικά με την υποβολή αίτησης εγγραφής από τον Ενάγοντα για το αιτούμενο ποσό των €45,000 (βλέπε Τεκμήριο 1). Ο Ενάγοντας υπέγραψε και τη Συμφωνία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Παρεπόμενων Υπηρεσιών σε Ιδιώτη Πελάτη με την εταιρεία CISCO (Τεκμήριο 2), όπου έχει συμπληρωθεί το Παράρτημα Β/Ερωτηματολόγιο Πελάτη. Η αίτηση του Ενάγοντα εγκρίθηκε και επ' ονόματι του εκδόθηκαν ΜΑΕΚ αξίας €45,
  11. Ο Ενάγοντας έλαβε τόκους μόνο για το δεύτερο εξάμηνο του 2011, ενώ περί τον Ιούνιο του 2012, πληροφορήθηκε μέσω του τύπου για την ακύρωση πληρωμής τόκων από την Εναγόμενη Τράπεζα αναφορικά με τα ΜΑΕΚ. Με επιστολή του ημερομηνίας 31.7.2012 (Τεκμήριο 4) προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (η οποία κοινοποιήθηκε στην Εναγόμενη Τράπεζα και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς), ο Ενάγοντας εξέφραζε τη δυσαρέσκεια του για το γεγονός της μη ενημέρωσής του αναφορικά με τους κινδύνους που ενείχε η αγορά αξιογράφων και απαιτούσε την επιστροφή του αρχικού ποσού του κεφαλαίου του καθότι ουδέποτε ενημερώθηκε ότι τα ΜΑΕΚ αφορούσαν επένδυση και όχι κατάθεση. Με επιστολή της ημερομηνίας 8.8.2013 (Τεκμήριο 5), η Εναγόμενη Τράπεζα πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι με βάση τις πρόνοιες του περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013, εκδόθηκαν επ' ονόματι του 45,000 Μετοχές Τάξης Δ Ονομαστικής Αξίας €1 η κάθε μία, κατόπιν μετατροπής των χρεών και απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης μέχρι και δευτεροβάθμιου κεφαλαίου που κατείχε κατά την 29 Μαρτίου 2013 σε Μετοχές Τάξης Δ. Σύμφωνα δε με το Τροποποιητικό Διάταγμα, το σύνολο των Μετοχών Δ που εκδόθηκαν μετατράπηκαν σε 450 Συνήθεις Μετοχές ονομαστικής αξίας €1 η κάθε μία με ισχύ την 30.7.
  12. Ο Ενάγοντας δεν απάντησε στην εν λόγω επιστολή/Τεκμήριο
  13. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν γεγονότα που δεν αμφισβητούνται από τις δυο πλευρές και συνακόλουθα καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο Ενάγοντας κατέθεσε ως Μ.Ε.1 και σύμφωνα με τα όσα ανέφερε είναι ηλικίας 49 ετών και δεν έχει οποιαδήποτε γνώση ή εμπειρία σχετικά με επενδύσεις και/ή επενδυτικά προϊόντα. Κατά την διάρκεια επίσκεψής του στο υποκατάστημα αρ. 109 της Εναγόμενης Τράπεζας κατά τον Μάιο του 2011, όπου και διατηρούσε τους τραπεζικούς του λογαριασμούς, ο διευθυντής του εν λόγω υποκαταστήματος του παρουσίασε και του σύστησε ως μια λαμπρή ευκαιρία, ειδικά για αυτόν, ένα νέο «καταθετικό» σχέδιο αξιόγραφων διάρκειας 5 χρόνων, που θα του εξασφάλιζε τόκο προς 6.5% και στα 5 χρόνια και/ή στη λήξη του η Εναγόμενη Τράπεζα θα το εξαγόραζε, με ταυτόχρονη επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου στο ακέραιο. Μάλιστα, στην προσπάθεια του να πείσει τον Ενάγοντα να αγοράσει αξιόγραφα, ο εν λόγω διευθυντής του ανέφερε ότι μπορούσε να λάβει δάνειο από την ίδια την Εναγόμενη Τράπεζα για το σύνολο της αξίας των αξιόγραφων, ενώ το δάνειο θα μπορούσε να εξοφλείται σταδιακά από τους τόκους που θα ελάμβανε από τα αξιόγραφα, και ένα επιπλέον ποσό θα παρέμενε ως περιθώριο κέρδους. Στη βάση των πιο πάνω συστάσεων του διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης Τράπεζας, ο Ενάγοντας επισκέφθηκε ξανά την Τράπεζα και κατόπιν περαιτέρω παραστάσεων που αφορούσαν αποκλειστικά στα πλεονεκτήματα από την αγορά των αξιόγραφων και χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε κίνδυνο ώστε να μπορεί να γνωρίζει σε τι συνίστατο η αγορά των ΜΑΕΚ, πείστηκε και υπέγραψε τελικά κατά τον Μάιο του 2011 έντυπο αίτησης που του υποδείχθηκε χωρίς να το διαβάσει στο σύνολο του για την αγορά ΜΑΕΚ αξίας €45,
  14. Η αίτηση συμπληρώθηκε από κάποιο υπάλληλο του υποκαταστήματος με το όνομα Φίλιππος στην παρουσία του διευθυντή. Όπως δε του ανέφερε ο τελευταίος, όλα τα έγγραφα θα έπρεπε να υπογραφούν πριν από τις 12 το μεσημέρι, οπότε και έληγε η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων. Σε ερώτηση του Ενάγοντα κατά πόσον ήταν προτιμότερο να υποβληθεί αίτηση μόνο για το ποσό των €30,000, ο διευθυντής του εισηγήθηκε να υποβάλει αίτηση για όλο το ποσό που είχε στη διάθεση του, ήτοι €45,000, αφού υπήρχε πιθανότητα η αίτηση να μην εγκριθεί εξ ολοκλήρου. Παράλληλα, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι πιο πάνω υπάλληλοι της Εναγόμενης Τράπεζας αυθαίρετα και χωρίς προηγουμένως να τον ενημερώσουν, προέβηκαν στο άνοιγμα χρηματιστηριακού λογαριασμού στο όνομα του στην CISCO, επικαλούμενοι ότι στην περίπτωση που θα επιθυμούσε στο μέλλον να πωλήσει ή ανταλλάξει τα αξιόγραφα του μέσω του ΧΑΚ, αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο μέσω της συγκεκριμένης Κυπριακής Εταιρείας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (η αίτηση ανοίγματος προσωπικού λογαριασμού στην CISCO κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). Η δε γραπτή συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την CISCO υπογράφθηκε από τον Ενάγοντα κενή περιεχομένου, ενώ αργότερα η εν λόγω συμφωνία εντοπίστηκε να φέρει υπογραφή εκ μέρους της CISCO από κάποιο Δρ. XXXXX Σούπασιη, ως υπεύθυνο του Χρηματιστηριακού Τμήματος της CISCO, τον οποίο ο Ενάγοντας ουδέποτε επισκέφθηκε ή συνάντησε. Η αίτηση υπογράφθηκε στα γραφεία της CISCO στην παρουσία μιας κοπέλας που βρισκόταν στην υποδοχή, η οποία και του ζήτησε να συμπληρώσει το έντυπο αναγράφοντας το όνομα, την ηλικία και το επάγγελμα του, καθώς επίσης το μορφωτικό του επίπεδο. Αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι η εν λόγω συμφωνία υπογράφηκε εκ μέρους του όχι για την αγορά των ΜΑΕΚ αλλά με σκοπό να εξαναγκαστεί να καταστεί πελάτης της CICSO, σε περίπτωση μελλοντικής επιθυμίας του για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, κάτι που σαφώς δεν επιθυμούσε. Ενόψει δε του ότι η αγορά των ΜΑΕΚ ήταν αποτέλεσμα εξαπάτησης του ως η παράγραφος 16 της Γραπτής του Δήλωσης και λόγω του ότι η Εναγόμενη Τράπεζα παρέλειψε να τηρήσει τις υποχρεώσεις της δυνάμει της νομοθεσίας που διέπει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, ως περιγράφεται στην παράγραφο 18 της Γραπτής Δήλωσης του, ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη Τράπεζα το πόσο των €45,000 πλέον τόκους. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα η κα Πολυβίου υπέδειξε σε αυτόν ότι ενώ η αίτηση για άνοιγμα λογαριασμού στην CISCO έχει ημερομηνία 13.5.2011, η απόδειξη καταβολής του ποσού των €45,000 έχει ημερομηνία 16.5.2011, με τον ίδιο να επαναλαμβάνει ότι όλες οι από μέρους του ενέργειες έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα. Πάντα κατά την αντεξέταση του και αναφορικά με τους ισχυρισμούς του περί μη ανάγνωσης του περιεχομένου του εντύπου της αίτησης (Τεκμήριο 6), ο Ενάγοντας επεσήμανε ότι η υπογραφή του επί του συγκεκριμένου εγγράφου τέθηκε χωρίς ο ίδιος να το διαβάσει προηγουμένως και τούτο λόγω της πίεσης του χρόνου και όχι λόγω οποιωνδήποτε προς τούτο υποδείξεων των λειτουργών και/ή αντιπροσώπων της Εναγόμενης Τράπεζας. Όπως επίσης διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα, ενώ το Ενημερωτικό Δελτίο όπου περιγράφονται οι κίνδυνοι που προκύπτουν από την αγορά των ΜΑΕΚ, του αποστάληκε ταχυδρομικώς, εντούτοις ο ίδιος δεν διάβασε το περιεχόμενο του. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα, αποτέλεσε θέση της κας Πολυβίου, η οποία και υποβλήθηκε σε αυτόν, ότι δεν έχει δικαίωμα προώθησης της αγωγής καθότι τα χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά των ΜΑΕΚ δεν ανήκαν στον ίδιο αλλά στον πατέρα του, XXXXX Ξενοφώντος. Απορρίπτοντας τη θέση αυτή, ο Ενάγοντας επέμεινε ότι τα χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν δικά του. Ο κ XXXXX Στυλιανού, λειτουργός στην Κεντρική Τράπεζα από το 1987, κατέθεσε ως Μ.Ε.
  15. Όπως ανέφερε, κατά τα έτη 1987 - 2013 εργαζόταν στο Τμήμα Εποπτείας Τραπεζών, ενώ από τον Μάρτιο του 2013 εργάζεται στη Μονάδα Εξυγίανσης και σήμερα κατέχει τη θέση του Βοηθού Διευθυντή. Τα καθήκοντα του στο Τμήμα Εποπτείας Τραπεζών περιελάμβαναν την εποπτεία των τραπεζών τόσο με επιτόπιες επιθεωρήσεις όσο και με παρακολουθήσεις των τραπεζών, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2010 του ανατέθηκε μεταξύ άλλων η εποπτεία των τραπεζών σε σχέση με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Είναι μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών στο Τμήμα Ηνωμένου Βασιλείου. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ο κ Στυλιανού ανέφερε ότι μετά την ανακοίνωση της Εναγόμενης Τράπεζας περί τα μέσα Ιουνίου του 2012 περί αναστολής της καταβολής τόκων στα αξιόγραφα κεφαλαίων που είχαν εκδοθεί τόσο το 2009 όσο και το 2011 λόγω μη συμμόρφωσης της Εναγόμενης Τράπεζας με τους δείκτες φερεγγυότητας που είχε καθορίσει η Κεντρική Τράπεζα, η τελευταία έλαβε εκατοντάδες επιστολές και τηλεφωνήματα από κατόχους αξιογράφων οι οποίοι εξέφραζαν παράπονα για τις διαδικασίες και πρακτικές που είχαν ακολουθηθεί από την Εναγόμενη Τράπεζα κατά την προώθηση και διάθεση τους. Αφού παραλήφθηκαν οι εν λόγω επιστολές, η διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε τη διεξαγωγή ελέγχου προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον κατά την έκδοση και διάθεση των ΜΑΕΚ η Εναγόμενη Τράπεζα είχε εμπλακεί στην παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής. Όπως εξήγησε ο κ Στυλιανού, η έκδοση αξιογράφων από μόνη της δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, ενώ από τα παράπονα που λήφθηκαν διαφάνηκε ότι ενδεχόμενα η Εναγομένη Τράπεζα και/ή οι λειτουργοί αυτής παρείχε/αν την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής προς τα άτομα που προσεγγίζονταν και τελικά προέβηκαν σε αγορά των ΜΑΕΚ. Στα πλαίσια αυτά διενεργήθηκε ειδικός έλεγχος από ομάδα λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας, με υπεύθυνο τον ίδιο τον κ Στυλιανού, που διήρκησε από τα μέσα Ιουνίου του 2012 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2012 οπότε και εκδόθηκε η Έκθεση Ειδικού Ελέγχου ημερομηνίας 17.10.2012 (Τεκμήριο 9). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο έλεγχος επικεντρώθηκε στο ενδεχόμενο της παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής, ως ήταν και οι θέσεις των παραπονουμένων, κατά τη διαδικασία προώθησης και διάθεσης των ΜΑΕΚ γενικά, χωρίς, ωστόσο, να ελεγχθούν συγκεκριμένα παράπονα. Τα παράπονα αποτελούσαν στην ουσία πηγή πληροφόρησης σε σχέση με τις γενικές διαδικασίες και πρακτικές που είχε εφαρμόσει η Εναγόμενη Τράπεζα στα πλαίσια αυτά. Όπως καταγράφεται και στην Έκθεση (Τεκμήριο 9), σκοπός του ελέγχου ήταν να εξεταστεί κατά πόσον η Εναγόμενη Τράπεζα παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση και διάθεση των ΜΑΕΚ που εξέδωσε η ίδια και σε περίπτωση διαπίστωσης τέτοιου γεγονότος, τον βαθμό συμμόρφωσης και κατά πόσον αυτές οι διαδικασίες ήταν συμβατές με τους νόμους της Κεντρικής Τράπεζας σε περίπτωση που διαπιστωνόταν ότι η Τράπεζα εμπλέκετο στην παροχή επενδυτικών συμβουλών κατά την διάθεση αξιογράφων. Στα πλαίσια του ελέγχου ζητήθηκε αρχικά από την Εναγόμενη Τράπεζα να υποβάλει στοιχεία και πληροφορίες αναφορικά με την έκδοση και διάθεση των ΜΑΕΚ. Ταυτόχρονα, έγιναν επισκέψεις σε καταστήματα της Εναγόμενης Τράπεζας και συναντήσεις με διευθυντές και στελέχη αυτής τα οποία εμπλέκονταν στην έκδοση και διάθεση των αξιογράφων, ενώ μελετήθηκαν φάκελοι πελατών. Σύμφωνα με τον κ Στυλιανού, από τον έλεγχο ο οποίος διενεργήθηκε διαπιστώθηκε αφενός ότι η πληροφόρηση που δινόταν στους υποψήφιους αγοραστές ήταν ενδεχομένως μεροληπτική, ήτοι ότι τονίζονταν τα ωφελήματα χωρίς να επεξηγούνται εις βάθος οι κίνδυνοι, αφετέρου ότι η Εναγόμενη Τράπεζα είχε οργανώσει πρόγραμμα προσέγγισης συγκεκριμένων πελατών, δηλαδή υφιστάμενων μετόχων και μεγάλων καταθετών, οι οποίοι προσεγγίζονταν για να τεθεί υπόψη τους ότι η Τράπεζα προχωρούσε σε αυτήν την έκδοση, και ενδεχομένως τα ΜΑΕΚ να παρουσιάζονταν ως χρηματοοικονομικό προϊόν κατάλληλο για όλους. Έτσι, με βάση την Έκθεση Ειδικού Ελέγχου (Τεκμήριο 9), οι ενέργειες της Εναγόμενης Τράπεζας καθώς και τα μέτρα που έλαβε ήταν ανεπαρκή για να διασφαλίσουν, ως ήταν η πρόθεσή της, την μη παροχή είτε άμεσα είτε έμμεσα επενδυτικής συμβουλής στους αγοραστές αξιογράφων, με αποτέλεσμα να εμπλακεί στην παροχή της εν λόγω επενδυτικής υπηρεσίας. Σημειώνεται, επίσης, στην Έκθεση ότι η Εναγόμενη Τράπεζα δεν έθεσε τις κατάλληλες διαδικασίες για να ικανοποιήσει τις πρόνοιες του Ν. 144(Ι)/2007 και της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων, κατά την έκδοση των ΜΑΕΚ. Η Έκθεση Ειδικού Ελέγχου αποστάληκε στον Πρόεδρο της Εναγόμενης Τράπεζας, η οποία με τη σειρά της υπέβαλε τις θέσεις της επί αυτής. Ακολούθως, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας προχώρησε στην έκδοση απόφασης ημερομηνίας 13.9.2013 (Τεκμήριο 10), όπου σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, έκρινε ότι η Εναγόμενη Τράπεζα έλαβε μέτρα ώστε να αποτραπεί η παροχή επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση τους, χωρίς να αποκλείεται η πιθανότητα παροχής τέτοιας συμβουλής σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Ως εκ τούτου, δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε κύρωση σε σχέση με την συγκεκριμένη έκδοση ΜΑΕΚ. Αντεξεταζόμενος ο κ Στυλιανού, τόνισε ότι η έκδοση αξιογράφων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, παρόλο που ο τρόπος προώθησης τους μπορεί να αποτελέσει επενδυτική υπηρεσία. Τούτο, σύμφωνα με τον ίδιο, εξετάζεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Πρόσθεσε ότι σε περίπτωση που τα αξιόγραφα δεν προωθηθούν με τρόπο που αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, τότε δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Ν 144(Ι)/2007 όπως ούτε και των σχετικών οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Κληθείς να τοποθετηθεί επί της υποβολής της κας Πολυβίου επί το ότι οι ενέργειες της Εναγόμενης Τράπεζας, ως εκδότη των ΜΑΕΚ, περιορίζονταν στην παραλαβή των αιτήσεων που υποβάλλονταν και τίποτε περισσότερο, ο μάρτυρας επεσήμανε ότι στα πλαίσια του ελέγχου που διενεργήθηκε δεν εξετάστηκε κατά πόσον η Εναγόμενη Τράπεζα παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολής. Όπως δε διευκρίνισε ο μάρτυρας, ο ίδιος δεν γνωρίζει τον Ενάγοντα, όπως ούτε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτός απέκτησε τα επίδικα ΜΑΕΚ. O κ XXXXX Παυλίδης, ο οποίος είναι κάτοχος πτυχίων στα Οικονομικά και τα Νομικά, κατέθεσε ως Μ.Ε.
  16. Όπως ανέφερε, έχει εργαστεί στο Νομικό Τμήμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από το 2004 έως το
  17. Έκτοτε ασχολείται στον ιδιωτικό τομέα και εξειδικεύεται στην παροχή υπηρεσιών που έχουν σχέση με το δίκαιο της Κεφαλαιαγοράς. Αρκετοί από τους πελάτες του είναι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών τις οποίες συμβουλεύει και όπου παρέχει υπηρεσίες συμμόρφωσης σε σχέση με το κανονιστικό και ρυθμιστικό πλαίσιο της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με βάση την κείμενη νομοθεσία. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας κλήθηκε από τον Ενάγοντα ως εμπειρογνώμονας και ειδικός σε θέματα παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και της νομοθεσίας που διέπει το ζήτημα αυτό. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο κ Παυλίδης αναφέρθηκε στις πρόνοιες του Ν. 144(Ι)/2007, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, καθώς επίσης στις ευρωπαϊκές οδηγίες που αφορούν στον τομέα της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 36 του Ν 144(Ι)/2007 υπέδειξε την υποχρέωση των παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών να:

(1)ενεργούν με εντιμότητα και επαγγελματισμό ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους,
(2)παρέχουν ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές πληροφορίες στους επενδυτές, και
(3)παρέχουν υπηρεσίες λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του επενδυτή και όπως οι επενδύσεις συνάδουν με το επενδυτικό προφίλ του επενδυτή αλλά και τις προσωπικές του απαιτήσεις. Αναφερόμενος στην πιο πάνω νομοθεσία, ο κ Παυλίδης υποστήριξε ότι σύμφωνα με αυτήν, ο πάροχος επενδυτικών υπηρεσιών υποχρεούται να κατηγοριοποιήσει τον πελάτη σε ιδιώτη ή επαγγελματία και μετά σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο υπηρεσίας ή χρηματοοικονομικού μέσου που προσφέρεται ή ζητείται πρέπει σύμφωνα με τη νομοθεσία, να γίνει αξιολόγηση της συμβατότητας και/ή καταλληλότητας του πελάτη και του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου με αυτόν. Η αξιολόγηση της συμβατότητας και καταλληλότητας είναι μια διαδικασία που πρέπει να γίνεται ώστε να διασφαλίζεται ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται και τα χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία προσφέρονται ή ζητούνται είναι συμβατά με ή κατάλληλα για τις ιδιαίτερες περιστάσεις του πελάτη. Σύμφωνα με τον κ. Παυλίδη, με βάση το άρθρο 36
(1)(δ) του Ν. 144(I)/2007, αξιολόγηση συμβατότητας του πελάτη με συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο πρέπει να γίνεται και για τις πιο «απλές» επενδυτικές υπηρεσίες της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολής. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε και κατέθεσε διάφορα έγγραφα/Δηλώσεις Πολιτικής που εκδόθηκαν από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς, γνωστή ως ESMA, σε ό,τι αφορά στα πολύπλοκα και μη πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα (βλέπε Τεκμήριο 12) αλλά και στο τι αποτελεί επενδυτική συμβουλή (βλέπε Τεκμήριο 13). Αναφερόμενος στην παρούσα υπόθεση, ήταν η θέση του κ Παυλίδη ότι: Εκδότρια των ΜΑΕΚ ήταν η Εναγόμενη Τράπεζα. Ταυτόχρονα, η Εναγόμενη Τράπεζα ήταν και είναι αδειοδοτημένη για την παροχή ορισμένων επενδυτικών υπηρεσιών σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ο οποίος βρίσκεται αναρτημένος στον επίσημο ιστότοπο της Κεντρικής Τράπεζας (βλέπε Τεκμήριο 11). Τα ΜΑΕΚ μπορούσαν να αποκτηθούν από το κοινό στα πλαίσια δημόσιας προσφοράς και το Ενημερωτικό Δελτίο απευθυνόταν στο κοινό γενικά και όχι σε συγκεκριμένους επαγγελματίες επενδυτές ή γνώστες του αντικειμένου των αξιογράφων. Τα ΜΑΕΚ ήταν αορίστου διάρκειας και ελάσσονος προτεραιότητας. Με την συμπλήρωση της αίτησης (Τεκμήριο 6), την παραλαβή της και την διαβίβασή της για εκτέλεση και την παραχώρηση των ΜΑΕΚ επ' ονόματι του Ενάγοντα, η Εναγόμενη Τράπεζα παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες και δη τις επενδυτικές υπηρεσίες της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολής. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι οι αιτήσεις παραλαμβάνονταν από τα υποκαταστήματα της Εναγόμενης Τράπεζας, η εντολή διαβιβαζόταν στο Τμήμα Αξιογράφων της Τράπεζας και αφού ελεγχόταν ότι υπήρχε το σχετικό αντίτιμο και ότι υπήρχαν διαθέσιμα ΜΑΕΚ, διεκπεραιωνόταν η εντολή. Πρόσθεσε δε ότι οι εν λόγω υπηρεσίες μπορούσαν να προσφερθούν μόνο από πρόσωπα που ήταν πιστοποιημένα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και όχι από οποιονδήποτε λειτουργό της Εναγόμενης Τράπεζας. Το Τεκμήριο 6 αποτελεί συμφωνία πώλησης χρηματοοικονομικών μέσων και όχι συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, χωρίς, βέβαια, να αποκλείεται η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών χωρίς την υπογραφή γραπτής προς τούτο συμφωνίας. Τα ΜΑΕΚ αποτελούν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα αφού: (α) ενσωματώνουν παράγωγα, δηλαδή παρέχουν επιλογές μετατροπής σε άλλα χρηματοοικονομικά μέσα και μη πληρωμής τόκου (βλέπε άρθρο 36
(1)(ε)(i)), και (β) είναι αορίστου διάρκειας. Ως εκ τούτου, το καθήκον προειδοποίησης του ιδιώτη πελάτη από τον πάροχο επενδυτικών υπηρεσιών είναι αυξημένο αφού ο πρώτος θα πρέπει να αξιολογηθεί με συνέντευξη και ερωτηματολόγιο προκειμένου, πριν παρασχεθεί η υπηρεσία της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολής, να διαπιστωθεί εάν ο πελάτης είναι σε θέση να κατανοήσει τους κινδύνους που ενέχει το πολύπλοκο αυτό χρηματοοικονομικό προϊόν. Σε ό,τι δε αφορά στην παροχή επενδυτικής συμβουλής και διαχείρισης χαρτοφυλακίου, εάν διαφανεί ότι ο πελάτης δεν μπορεί να αντιληφθεί τους κινδύνους ενός χρηματοοικονομικού προϊόντος ή ότι αυτό δεν συνάδει με τους επενδυτικούς του στόχους, τότε ο πάροχος δεν μπορεί να δώσει επενδυτική συμβουλή καταλληλότητας σε σχέση με αυτό. Ταυτόχρονα, εάν μετά την αξιολόγηση των γνώσεων και εμπειρίας του πελάτη ο πάροχος καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη, πρέπει να δώσει προειδοποίηση επί τούτου και μάλιστα σε τυποποιημένη μορφή. Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον μια επικοινωνία συνιστά επενδυτική συμβουλή εξετάζεται καταρχήν εάν υπάρχει σύσταση, δηλαδή έκφραση γνώμης, και ακολούθως εάν στα πλαίσια αυτά μια επένδυση παρουσιάζεται ως κατάλληλη με έμμεσο ή άμεσο τρόπο. Ο κ Παυλίδης τόνισε ότι η απλή παροχή πληροφοριών δεν αποτελεί σύσταση αλλά η μεροληπτική παροχή πληροφοριών μπορεί να αποτελέσει σύσταση εάν για παράδειγμα δίνονται πληροφορίες που αφορούν μόνο τα θετικά ενός χρηματοοικονομικού μέσου. Σε περίπτωση που κάποιο πρόσωπο προβεί σε σύσταση σε ένα πελάτη υπό την ιδιότητα του ως δυνητικού επενδυτή, παρουσιάζει σε αυτόν συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν, επισημαίνει σε πιθανό επενδυτή τα θετικά στοιχεία αυτού χωρίς να κάνει αναφορά στους παράγοντες κινδύνου και όπου το προϊόν αυτό παρουσιάζεται ως κατάλληλο, τότε παρέχεται η επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής.
  1. Η ενυπόγραφη Βεβαίωση του Ενάγοντα επί του Τεκμηρίου 6 δεν είναι ικανή, εάν όντως δόθηκε προσωπική σύσταση για συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν το οποίο παρουσιάστηκε ως κατάλληλο σε πελάτη ή δυνητικό πελάτη, να αναιρέσει την παροχή επενδυτικής συμβουλής (βλέπε παραγράφους 50 και 51 του Τεκμηρίου 13). Επομένως, η συγκεκριμένη αναφορά - βεβαίωση δεν αποσείει την ευθύνη του παρόχου να έχει μηχανισμούς, διαδικασίες και εκπαίδευση ώστε να διασφαλίσει την μη παροχή επενδυτικών συμβουλών εκτός των πλαισίων της κείμενης νομοθεσίας.
  2. Ακόμα και εάν κάποιο πρόσωπο προχωρούσε στην αγορά των ΜΑΕΚ με δική του πρωτοβουλία χωρίς να παρασχεθεί σε αυτόν οποιανδήποτε επενδυτική συμβουλή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν 144(Ι)/2007 θα έπρεπε να γίνει κατηγοριοποίηση του πελάτη σε ιδιώτη ή επαγγελματία και να προηγηθεί αξιολόγηση συμβατότητας και καταλληλότητας του σε ό,τι αφορά στα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα και να του δοθούν οι κατάλληλες προειδοποιήσεις. Ως Μ.Ε. 4 κατέθεσε ο πατέρας του Ενάγοντα κ XXXXX Ξενοφώντος ο οποίος ανέφερε ότι ο λογαριασμός ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για την απόκτηση των ΜΑΕΚ και εμφαίνεται στη σχετική αίτηση (Τεκμήριο 6) ανήκε στον ίδιο. Όπως ανέφερε, λόγω του ότι ο Ενάγοντας χρειαζόταν κάποια χρήματα και το γραμμάτιο το οποίο είχε επ' ονόματι του σε άλλη τράπεζα έληγε λίγες ημέρες αργότερα, μετέβηκε μαζί του στο συγκεκριμένο υποκατάστημα της Εναγόμενης Τράπεζας όπου και υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα. Μετά την υπογραφή της αίτησης ο ίδιος αποχώρησε και έτσι δεν ήταν παρών κατά την ολοκλήρωση της πράξης. Αργότερα, ο Ενάγοντας του επέστρεψε τα χρήματα με τραπεζική επιταγή που εκδόθηκε επ' ονόματί του. Η κα XXXXX Σωφρονίου η οποία εργάζεται στην Εναγόμενη Τράπεζα ως Διευθύντρια της Διεύθυνσης της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ακινήτων κατέθεσε ως Μ.Υ.1 και σκοπός της μαρτυρίας της ήταν αφενός να αντικρουστούν οι θέσεις που προωθήθηκαν από τον κ Παυλίδη, αφετέρου να αναφερθούν τα μέτρα που λήφθηκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα ώστε να αποφευχθεί η παροχή επενδυτικής συμβουλής από υπαλλήλους της Εναγομένης Τράπεζας σε πελάτες στα πλαίσια της έκδοσης των ΜΑΕΚ. Σε σχέση με τα προσόντα και την εμπειρία της, ανέφερε ότι προσλήφθηκε στην εταιρεία CISCO το 1996 όπου εργάστηκε σε διάφορες θέσεις ενώ το 2006 ανέλαβε τη διεύθυνση του οργανισμού, θέση την οποία κατείχε μέχρι τον Απρίλιο του
  3. Έκτοτε εργάζεται στην Εναγόμενη Τράπεζα. Όπως επίσης ανέφερε, ήταν μέλος της ομάδας εργασίας με την οποία η Εναγόμενη Τράπεζα είχε προβεί σε διάφορες εκδόσεις αξιογράφων κεφαλαίου τόσο πρωτοβάθμιου όσο και δευτεροβάθμιου κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένης και της έκδοσης των ΜΑΕΚ. Οι σπουδές της επικεντρώθηκαν στα μαθηματικά και τη διοίκηση ενώ είναι κάτοχος MBA με ειδίκευση στην Χρηματοδότηση (Finance). Είναι πιστοποιημένο άτομο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και γνωρίζει το νομικό πλαίσιο που διέπει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Αναφερόμενη στο ιστορικό και τους λόγους που οδήγησαν την Εναγόμενη Τράπεζα στην έκδοση των ΜΑΕΚ, η μάρτυρας ανέφερε ότι η συγκεκριμένη έκδοση έγινε με δημόσια πρόταση στο ευρύ κοινό, κάτι που προϋποθέτει την έγκριση και δημοσίευση ενημερωτικού δελτίου. Τούτο δε σε αντίθεση με την περίπτωση όπου κάποια έκδοση απευθύνεται σε επαγγελματίες επενδυτές, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση με βάση τον περί Δημόσιας Προφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο Ν 114(Ι)/2005 να εκδοθεί ενημερωτικό δελτίο. Αφού παρέπεμψε στο Τεκμήριο 3, υπέδειξε ότι επρόκειτο για δημόσια προσφορά, ήτοι πρόσκληση στο κοινό/επενδυτές, και εισαγωγή για διαπραγμάτευση στο ΧΑΚ και τόνισε ότι το περιεχόμενο του Ενημερωτικού Δελτίου εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Σύμφωνα με την κα Σωφρονίου τα ΜΑΕΚ αποτελούν περίπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο και δεν μπορούν να θεωρηθούν με οποιοδήποτε τρόπο ως κατάθεση χρημάτων. Όπως εξήγησε η μάρτυρας, η κατάθεση δεν προσφέρεται με ενημερωτικό δελτίο. Στην προκείμενη περίπτωση η έκδοση των ΜΑΕΚ έγινε με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και αφορούσε αξίες αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης, οι οποίες ήταν ελάσσονος προτεραιότητας. Η δε καταβολή τόκων μπορούσε να ακυρωθεί κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Σε σχέση με την διαδικασία απόκτησης των ΜΑΕΚ από ενδιαφερόμενους επενδυτές η μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα: - Η διαδικασία υποβολής αιτήσεων για διάθεση ΜΑΕΚ περιγράφεται στις σελίδες 96-98 του Ενημερωτικού Δελτίου. - Η Εναγόμενη Τράπεζα λειτουργούσε ως εκδότης και υπό αυτά τα δεδομένα η προστασία του επενδυτή ως προς το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο, διέπεται από τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο Ν. 114(Ι)/
  4. Η υλοποίηση οποιασδήποτε έκδοσης είτε μετοχών είτε αξιογράφων από οποιονδήποτε εκδότη, είτε αυτός είναι τράπεζα είτε εταιρεία, ουδόλως συνιστά επενδυτική υπηρεσία. - Κάθε δυνητικός επενδυτής μπορούσε να παραλάβει αντίγραφο αίτησης από τα υποκαταστήματα της Εναγόμενης Τράπεζας και κατόπιν δικής του μελέτης και απόφασης, θα μπορούσε να πληρώσει το τίμημα και να υποβάλει την αίτηση στο υποκατάστημα. Για το λόγο αυτό και δη ότι τη δεδομένη στιγμή η Εναγόμενη Τράπεζα ενεργούσε ως εκδότρια εταιρεία, η παραλαβή των αιτήσεων για εγγραφή (αντίστοιχων με το Τεκμήριο 6) και η είσπραξη του τιμήματος δεν συνιστούσε παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της λήψης και διαβίβασης οποιασδήποτε εντολής για αγορά χρηματοοικονομικού μέσου. Παρομοίως, η έγκριση της αίτησης δεν συνιστούσε εκτέλεση εντολής. - Με βάση τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, λαμβάνοντας την αντιπαροχή αναφορικά με την αξία αγοράς των ΜΑΕΚ, η Εναγόμενη Τράπεζα δεν αναλάμβανε ρόλο διαμεσολαβητή ή παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών έναντι του επενδυτή. Οι κάτοχοι των ΜΑΕΚ δεν θεωρούνταν πελάτες της Εναγόμενης Τράπεζας, οι ενέργειες της οποίας περιορίζονταν στην παραλαβή της αίτησης και την είσπραξη της αντιπαροχής. -Συνακόλουθα, δεν παρασχέθηκε οποιαδήποτε επενδυτική υπηρεσία και ως εκ τούτου οι πρόνοιες του Ν. 144(I)/2007 σε σχέση με την ετοιμασία ερωτηματολογίων, τη διενέργεια τεστ συμβατότητας και/ή καταλληλότητας δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. - Σε κάθε περίπτωση, και προκειμένου να αποφευχθεί η παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας, η Εναγόμενη Τράπεζα ετοίμασε εγκύκλιο όπου καθοριζόταν ο ρόλος των καταστημάτων αυστηρώς σε διαδικαστικά θέματα που έχουν σχέση με την παραλαβή αιτήσεων και διάθεση του ενημερωτικού υλικού και επεξήγηση του τρόπου συμπλήρωσης της αίτησης. Τονιζόταν δε ότι οι υπάλληλοι των υποκαταστημάτων δεν θα έπρεπε να προβαίνουν σε προσωπικές συστάσεις, να παρέχουν επενδυτική συμβουλή, να προτρέπουν τους πελάτες με οποιοδήποτε τρόπο ή να επιλύουν οποιεσδήποτε απορίες σε σχέση με τα ΜΑΕΚ (βλέπε Τεκμήριο 14). Παράλληλα, τη συγκεκριμένη περίοδο υπήρχε τηλεφωνικό κέντρο (call center), επανδρωμένο από άτομα πιστοποιημένα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, το οποίο λειτούργησε καθημερινά από τις 2 Μαΐου μέχρι τις 17 Μαΐου όπου παραπέμπονταν πολλοί ενδιαφερόμενοι για το σκοπό αυτό, ενώ οι συνομιλίες τους ήταν ηχογραφημένες. Τα άτομα αυτά δεν παρείχαν οποιαδήποτε συμβουλή αλλά προέβαιναν σε αντικειμενική παρουσίαση των όρων της έκδοσης των ΜΑΕΚ. - Τα υποκαταστήματα της Εναγόμενης Τράπεζας δεν προωθούσαν τα ΜΑΕΚ και ούτε είχαν οποιοδήποτε κίνητρο να πράξουν κάτι τέτοιο. Προκειμένου, όμως, οι διευθυντές των υποκαταστημάτων και οι τμηματάρχες να ενημερωθούν για τα ΜΑΕΚ, ως ένα προϊόν που ανακοινώθηκε από την Εναγόμενη Τράπεζα, η τελευταία κυκλοφόρησε ένα εσωτερικό σημείωμα με Ερωτήσεις και Απαντήσεις/Ενημερωτικό Υλικό (Τεκμήριο 15). -Η μάρτυρας απέρριψε τη θέση του κ Πουμπουρίδη περί σύγκρουσης συμφερόντων από μέρους της Εναγόμενης Τράπεζας η οποία ενεργούσε την ίδια στιγμή ως εκδότης και πάροχος των ΜΑΕΚ, επαναλαμβάνοντας ότι η υλοποίηση μιας έκδοσης δεν συνεπάγεται, ούτε προϋποθέτει παροχή επενδυτικής υπηρεσίας. Ο διευθυντής του υποκαταστήματος υπ. αρ. 109 της Εναγόμενης Τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο κ XXXXX Ηρακλείδης κατέθεσε ως Μ.Υ. 2 και στα πλαίσια της μαρτυρίας του αναγνώρισε το έντυπο αίτησης (Τεκμήριο 6) ως μία από τις στερεότυπες αιτήσεις που υποβάλλονταν από πελάτες οι οποίοι ενδιαφέρονταν για την αγορά αξιογράφων. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο κ Ηρακλείδης ανέφερε ότι ο Ενάγοντας τον επισκέφθηκε στο γραφείο του αφού υπέβαλε την αίτηση για αγορά των ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 6) στο ταμείο του υποκαταστήματος, και στα πλαίσια της συζήτησης που είχαν, εισηγήθηκε στον Ενάγοντα να προβεί σε άνοιγμα λογαριασμού σε χρηματιστηριακό γραφείο (trading account) γιατί θα ήταν ο μόνος τρόπος να πωλήσει τα αξιόγραφα, εάν το αποφάσιζε σε μεταγενέστερο στάδιο, με κίνδυνο να απωλέσει κάποιο ποσό χρημάτων. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι πρότεινε στον Ενάγοντα με οποιοδήποτε τρόπο να προχωρήσει στην αγορά αξιογράφων, όπως και ότι του ανέφερε ότι επρόκειτο για μια λαμπρή ευκαιρία, τονίζοντας ότι δεν γνώριζε καν ότι ο Ενάγοντας ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είναι κάτοχος άδειας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι είχε διαβάσει το Ενημερωτικό Δελτίο σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΕΚ και είχε παρευρεθεί σε συγκεντρώσεις στελεχών της Εναγόμενης Τράπεζας όπου επεξηγήθηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά των ΜΑΕΚ. Κατέθεσε περαιτέρω ότι προσκλήσεις αγοράς των ΜΑΕΚ είχαν σταλεί ταχυδρομικώς στους υφιστάμενους μετόχους της Εναγόμενης Τράπεζας και τα Ενημερωτικά Δελτία ήταν διαθέσιμα στα διάφορα υποκαταστήματα. Αναφορικά με την ενημέρωση των προσώπων που ενδιαφέρονταν για την αγορά ΜΑΕΚ, ο μάρτυρας τόνισε ότι ο ίδιος δεν εξέφραζε οποιαδήποτε γνώμη αλλά τα άτομα αυτά παραπέμπονταν στην ανοικτή γραμμή όπου υπήρχε εξειδικευμένο και αδειοδοτημένο προσωπικό για περαιτέρω πληροφορίες και/ή τυχόν απορίες. Ερωτηθείς σε σχέση με το πρόσωπο στο οποίο αναφέφθηκε ο Ενάγοντας ως το άτομο που τον βοήθησε να συμπληρώσει την αίτηση, ο κ Ηρακλείδης ανέφερε ότι πρόκειται για τον συνάδελφο του επ' ονόματι XXXXX, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο συγκεκριμένο υποκατάστημα ως Υπεύθυνος Συναλλαγών Ταμείων. Δ. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων οι συνήγοροι των δύο πλευρών υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων που ετοίμασαν προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε εκτενή ανάλυση της. Συνοπτικά, όμως, μπορούν να λεχθούν τα εξής: Από την πλευρά του κ Πουμπουρίδη έγινε καταρχήν αναφορά στον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο Ν. 144(Ι)/2007και υποδείχθηκε ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα διαφάνηκε ότι η Εναγόμενη Τράπεζα παρείχε σε αυτόν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω μη αδειοδοτημένων προσώπων. Ειδικότερα, αποτέλεσε θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα, ότι κατά παράβαση των προνοιών του πιο πάνω Νόμου παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες:
(1)της λήψης και διαβίβασης εντολών κατά την αγορά των ΜΑΕΚ,
(2)της εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό του πελάτη/Ενάγοντα, και
(3)της επενδυτικής συμβουλής. Τούτες, μάλιστα, οι υπηρεσίες, παρασχέθηκαν χωρίς να προηγηθεί αξιολόγηση της συμβατότητας και καταλληλότητας των ΜΑΕΚ για τον Ενάγοντα ως πελάτη, ενώ σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν σε αυτόν, του δόθηκε μεροληπτική, καθοδηγητική και υποκειμενική πληροφόρηση από μη πιστοποιημένο πρόσωπο. Στη βάση δε των προνοιών του άρθρου 143 του Ν. 144(Ι)/2007, δημιουργείται ξεκάθαρη αστική ευθύνη και σύμφωνα με τον κ Πουμπουρίδη, ο Ενάγοντας δικαιούται αποζημίωσης λόγω παράβασης της συγκεκριμένης νομοθεσίας. Παράλληλα, από την πλευρά του Ενάγοντα προωθήθηκε ότι η συμφωνία αγοράς των ΜΑΕΚ είναι ακυρώσιμη και θα πρέπει να ακυρωθεί αφού ήταν αποτέλεσμα απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων με τον τρόπο που ο ίδιος περιέγραψε και συνοψίζεται στις παραγράφους 59-61 της γραπτής αγόρευσης του κ Πουμπουρίδη. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Πολυβίου η οποία επεσήμανε αρχικά ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα αλλά και του Μ.Ε. 4 τα χρήματα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά των ΜΑΕΚ δεν ανήκαν στον Ενάγοντα αλλά στον πατέρα του ο οποίος και υπέγραψε την σχετική αίτηση, και ως εκ τούτου ο Ενάγοντας δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης Τράπεζας αφού δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Επιπρόσθετα, και σε σχέση με την σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (Τεκμήριο 2), υποδείχθηκε ότι αυτή συνομολογήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της CISCO και η Εναγόμενη Τράπεζα ουδεμία σχέση και/ή εμπλοκή έχει. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, η κα Πολυβίου υποστήριξε ότι στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε η Εναγόμενη Τράπεζα, η συμφωνία για την αγορά των ΜΑΕΚ ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης συναίνεσης του Ενάγοντα, ενώ ουδεμία επενδυτική υπηρεσία έχει παρασχεθεί σε αυτόν από την Εναγόμενη Τράπεζα και/ή οποιοδήποτε λειτουργό αυτής. Με αναφορά στη βεβαίωση που υπέγραψε ο Ενάγοντας στην αίτηση (Τεκμήριο 6), από την πλευρά της Εναγόμενης Τράπεζας έγινε επίκληση της υπεράσπισης του κωλύματος λόγω καταχώρησης σε έγγραφα (estoppel by deed) και τονίστηκε ότι σε αυτή τη βάση ο Ενάγοντας δεν μπορεί να προωθεί τους πιο πάνω ισχυρισμούς του. Τούτο δε σε συνδυασμό με την αναφορά και περιγραφή των παραγόντων κινδύνου σχετικά με τα ΜΑΕΚ στο Ενημερωτικό Δελτίο το οποίο εγκρίθηκε στο σύνολό του από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στάληκε στον Ενάγοντα μετά την υποβολή της αίτησης. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχοντας παραθέσει την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από όλες τις πλευρές, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της με βάση το περιεχόμενο και την ποιότητα της προβαίνοντας παράλληλα σε σύγκριση της με την υπόλοιπη ενώπιον μου μαρτυρία και αφού έχω καθοδηγηθεί από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται επίσης υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Επισημαίνεται περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε στη βάση του συνόλου αυτής και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά και στα πλαίσια αυτά λήφθηκαν υπόψη οι αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία ως προς το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας (βλέπε μεταξύ άλλων Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454 και Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173, και Γιώργος Μελάς ν. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Προτού πράξω τούτο κρίνω ορθό να σημειώσω ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης τα αμφισβητούμενα γεγονότα είναι περιορισμένα. Και τούτο γιατί ότι στην ουσία παραμένει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είναι κυρίως οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ενάγοντας απέκτησε τα ΜΑΕΚ, θέμα το οποίο θα κριθεί στη βάση της μαρτυρίας των Μ.Ε. 1 και Μ.Υ.
  1. Όπως θα διαφανεί πιο κάτω, η μαρτυρία του Μ.Ε 2 έχει περιορισμένη σημασία, ενώ η μαρτυρία του Μ.Ε. 4 δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Για λόγους που επίσης θα επεξηγηθούν πιο κάτω, το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας των Μ.Ε. 3 και Μ.Υ. 1 δεν θα ληφθεί υπόψη καθότι αφορά σε νομικά ζητήματα τα οποία καλείται να επιλύσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του Ενάγοντα επί των αμφισβητούμενων σημείων παρουσίαζε ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφεια, υπεκφυγές και αδικαιολόγητη αλλαγή θέσεων σε βαθμό που να αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ως προς τα πραγματικά γεγονότα και γενικά τα γεγονότα που αφορούσαν στην απόκτηση των ΜΑΕΚ από αυτόν. Επιπροσθέτως, σημειώνεται ότι μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα και δη αυτό που αφορούσε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες απέκτησε τα ΜΑΕΚ και δη την απάτη και/ή τις ψευδείς παραστάσεις επί των οποίων στηρίχθηκε για να προβεί στη συγκεκριμένα αγορά δεν συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του. Και εξηγώ: Ενώ στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης υπάρχει ισχυρισμός περί επικοινωνίας του διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης Τράπεζας υπ. αρ. 109 με τον Ενάγοντα ώστε ο πρώτος να του συστήσει ένα καταθετικό σχέδιο αξιογράφων, στα πλαίσια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι ο ίδιος επισκέφθηκε το συγκεκριμένο υποκατάστημα προκειμένου να ενημερωθεί για το επιτόκιο που θα δινόταν σε περίπτωση δημιουργίας καταθετικού λογαριασμού/γραμματίου. Όπως δε διαφάνηκε από την μαρτυρία του Ενάγοντα, η επίσκεψη του στο συγκεκριμένο υποκατάστημα έγινε με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε επικοινωνία του με τον διευθυντή του υποκαταστήματος ως ο ίδιος προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με τις θέσεις που προβάλλονται στις παραγράφους 6 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και των παραγράφων 3 και 5 της Γραπτής Δήλωσης (Έγγραφο Α) από όπου συνάγεται ότι ο Ενάγοντας συνομίλησε και/ή συναντήθηκε με τον διευθυντή του υποκαταστήματος δυο φορές, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι επισκέφθηκε το συγκεκριμένο υποκατάστημα μόνο μια φορά. Παρομοίως, ενώ στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης και στην παράγραφο 6 της Γραπτής Δήλωσης του Ενάγοντα, γίνεται αναφορά σε αυθαίρετες ενέργειες μη πιστοποιημένων υπαλλήλων της Εναγόμενης Τράπεζας, οι οποίοι χωρίς να τον ενημερώσουν προηγουμένως, προέβηκαν σε άνοιγμα χρηματιστηριακού λογαριασμού στο όνομα του στην εταιρεία CISCO, από την προφορική μαρτυρία του Ενάγοντα διαφάνηκε ότι η υπογραφή της Συμφωνίας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Παρεπόμενων Υπηρεσιών σε Ιδιώτη Πελάτη (Τεκμήριο 2) έγινε στα πλαίσια επίσκεψης του ίδιου στα γραφεία της CISCO. Σε σχέση με την εν λόγω Συμφωνία (Τεκμήριο 2) παρατηρείται ότι ενώ ο Ενάγοντας ανέφερε ότι σκοπός της υπογραφής της από μέρους του ήταν να εξαναγκαστεί να καταστεί πελάτης της CISCO, όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του και δη από το περιεχόμενο της Σημείωσης Σύμβασης επ΄ονόματι του Ενάγοντα (Τεκμήριο 8), στις 25.11.2016 ο Ενάγοντας διενήργησε μέσω της CICSO πράξεις αγοράς διάφορων τίτλων, εισηγμένων στο ΧΑΚ, για το ποσό των €5.148,38, με τρόπο ώστε οι θέσεις του επί τούτου να αποδυναμώνονται. Επιπροσθέτως των όσων καταγράφονται πιο πάνω, παρατηρώ ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή λόγω της ασάφειας και σύγχυσης από την οποία αυτή χαρακτηριζόταν. Συναφώς σημειώνεται ότι στα πλαίσια αυτά ο μάρτυρας προέβαλε αντικρουόμενες θέσεις αναφορικά με την προέλευση του ποσού των €45,000 το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την απόκτηση των ΜΑΕΚ και ειδικότερα κατά πόσον αυτά ανήκαν στον ίδιο ή τον πατέρα του. Στα ίδια πλαίσια, μάλιστα, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποδώσει ευθύνη για το ζήτημα αυτό στην Εναγόμενη Τράπεζα ώστε να ενισχύσει τις θέσεις του περί απάτης και ψευδών παραστάσεων, ενώ, όπως διαφάνηκε, οι λειτουργοί της Εναγόμενης Τράπεζας δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στο ζήτημα αυτό. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι ερωτηθείς κατά την έναρξη της αντεξέτασης, αρνήθηκε ότι το ποσό των €45,000 προήλθε από λογαριασμό του πατέρα του και δεν μπορούσε καν να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο η αίτηση (Τεκμήριο 6) φέρει την υπογραφή του πατέρα του και τον αριθμό λογαριασμού του τελευταίου. Στην πορεία, και αφού επέμεινε ότι τα χρήματα ανήκαν στον ίδιο, ισχυρίστηκε ότι η αίτηση ενδεχομένως να υπογράφηκε από τον Μ.Ε. 4 διότι «ίσως να ήθελαν εγγυήσεις επειδή η εταιρεία του πατέρα του ήταν πελάτης τους», θέση η οποία σε κάθε περίπτωση δεν παρουσιάζεται λογική ή πειστική. Συνεχίζοντας, υποστήριξε ότι κατά την επίσκεψή του στο υποκατάστημα της Εναγόμενης Τράπεζας έδωσε τα χρήματά του για κατάθεση, θέση η οποία δεν επιβεβαιώνεται από τον πατέρα του - Μ.Ε.
  2. Όταν δε ερωτήθηκε για το χρονικό σημείο κατά το οποίο υπογράφηκε η αίτηση από τον πατέρα του, ο Ενάγοντας απάντησε ότι «κατά πάσα πιθανότητα θα ενημέρωσαν τον πατέρα μου για να βάλει υπογραφή εν τυφλώ και αυτός σε μετέπειτα στάδιο. Δεν ήταν ο πατέρας μου μαζί μου, δεν έχει καμία σχέση. Απλά επειδή ήταν η τελευταία μέρα υποψιάζομαι ότι θα τα έκαναν κατάθεση στο λογαριασμό του πατέρα μου και μετά έγινε η ..... χωρίς την υπογραφή μου». Παρόλα αυτά, αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι επί του Τεκμηρίου 6 φαίνεται ότι τα χρήματα για την απόκτηση των ΜΑΕΚ θα αποσύρονταν από το λογαριασμό του πατέρα του και οι τόκοι των ΜΑΕΚ θα πιστώνονταν σε δικό του λογαριασμό. Ερχόμενη στο θέμα της ημερομηνίας κατά την οποία υπογράφθηκε το Τεκμήριο 2, παρατηρώ ότι σε αντίθεση με τη θέση του Ενάγοντα περί υπογραφής των σχετικών εγγράφων, ήτοι της Συμφωνίας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Παρεπόμενων Υπηρεσιών σε Ιδιώτη Πελάτη (Τεκμήριο 2) με την CISCO και της αίτησης για απόκτηση των ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 6), την ίδια ημέρα, η ημερομηνία έκδοσης της απόδειξης (Τεκμήριο 1) η οποία εκδόθηκε την ίδια ημέρα με το Τεκμήριο 6, δεν συνάδει με την ημερομηνία υπογραφής του Τεκμηρίου 2, εφόσον το συγκεκριμένο έγγραφο φαίνεται να υπογράφθηκε σε προγενέστερη ημερομηνία, χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση να δώσει κάποια πειστική εξήγηση, αναφέροντας γενικά και αόριστα ότι «ίσως χρησιμοποίησαν τις υπογραφές και τις ημερομηνίες» και ότι «βάζουν ό,τι ημερομηνία θέλουν». Σε ό,τι αφορά στη θέση του Ενάγοντα επί το ότι επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Εναγόμενης Τράπεζας η ώρα 11 το πρωί της τελευταίας ημέρας κατά την οποία ήταν δυνατή η υποβολή αιτήσεων για απόκτηση ΜΑΕΚ, και ως εκ τούτου όλα έπρεπε να «γίνουν βιαστικά», παρατηρώ ότι σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι οι αιτήσεις έπρεπε να υποβληθούν το αργότερο μέχρι τις 12, ενώ αμέσως μετά καθόρισε τη λήξη της συγκεκριμένης προθεσμίας στις 1 το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Με δεδομένη, μάλιστα, την αναφορά του Ενάγοντα επί το ότι η όλη διαδικασία διήρκησε 5 περίπου λεπτά και ο ίδιος επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Τράπεζας η ώρα 11:00, το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδεχθεί τη θέση του περί πίεσης χρόνου υπό τις περιστάσεις. Παρατηρείται επίσης ότι παρά τις πιο πάνω θέσεις του Ενάγοντα, στην αίτηση την οποία υπέγραψε ο ίδιος ο Ενάγοντας (Τεκμήριο 6) αναφέρεται στην 3η σελίδα, και μάλιστα με έντονο φόντο (bold letters) ότι η περίοδος υποβολής των αιτήσεων λήγει στις 17.5.2011 και ώρα 01:30μ.μ.. Σε σχέση με τη θέση του Ενάγοντα περί μη ανάγνωσης του περιεχομένου της αίτησης (Τεκμήριο 6), παρατηρώ ότι ενώ στην Γραπτή του Δήλωση (παράγραφος 5), ο μάρτυρας ανέφερε ότι πείστηκε και υπέγραψε το έντυπο αίτησης που του υποδείχθηκε χωρίς να το διαβάσει στο σύνολό του[1], αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι προχώρησε στην υπογραφή του Τεκμηρίου 6 «εν τυφλώ». Σε κάθε περίπτωση, όμως, αποδέχομαι τη θέση του περί μη ανάγνωσης της αίτησης (Τεκμήριο 6) αφού τούτη έμεινε αναντίλεκτη μιας και δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη θέση του περί μη ανάγνωσης του Ενημερωτικού Δελτίου πριν από την υποβολή της αίτησης για απόκτηση των ΜΑΕΚ (Τεκμήριο 6). Επισημαίνεται περαιτέρω ότι από το σύνολο της μαρτυρίας του Ενάγοντα το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι με την συγκεκριμένη συναλλαγή θα αποκτούσε ΜΑΕΚ και ότι δεν επρόκειτο για καταθετικό σχέδιο. Όπως ο ίδιος δέχθηκε, η λέξη «αξιόγραφα» του είχε λεχθεί από την πρώτη στιγμή, στοιχείο το οποίο σε κάθε περίπτωση προέκυπτε ξεκάθαρα και από την αίτηση την οποία υπέγραψε προκειμένου να αποκτήσει τα ΜΑΕΚ (βλέπε Τεκμήριο 2). Η δε αναφορά του ίδιου του Ενάγοντα στην επιστολή του ημερομηνίας 31.3.2012 (Τεκμήριο 4) σε αξιόγραφα και την δυνατότητα πώλησης τους μέσω του χρηματιστηρίου ουδόλως συνάδει με την κατ' ισχυρισμό αντίληψη του ότι επρόκειτο για ένα καταθετικό προϊόν. Εξετάζοντας, τέλος, τη θέση του Ενάγοντα επί το ότι δεν είχε οποιαδήποτε γνώση ή εμπειρία σχετικά με επενδύσεις και/ή επενδυτικά προϊόντα παρατηρώ ότι αυτή γίνεται αποδεκτή στην έκταση που αφορά σε εξειδικευμένες γνώσεις περί επενδύσεων και/ή επενδυτικών προϊόντων και τούτο γιατί η μαρτυρία του επί τούτου παρέμεινε αναντίλεκτη και δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από την πλευρά της Εναγόμενης Τράπεζας. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια της αντεξέτασής του ο μάρτυρας δέχθηκε ότι κατά το 2011 κατείχε ήδη μερίδα επενδυτή και είχε ασχοληθεί, «χωρίς να γνωρίζει» (όπως είπε), με το χρηματιστήριο και τις μετοχές, «όπως όλος ο κόσμος το '99». Η μαρτυρία του κ XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε. 2) γίνεται αποδεκτή σε ό,τι αφορά μόνο στο γεγονός της διενέργειας του ειδικού ελέγχου από την ομάδα λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας κατά την περίοδο Ιουνίου - Οκτωβρίου 2012, επικεφαλής της οποίας ήταν ο ίδιος. Και τούτο κατόπιν υποβολής μεγάλου αριθμού παραπόνων από κατόχους αξιογράφων στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου περί τον Ιούνιο 2012, οπότε και η Εναγόμενη Τράπεζα ανακοίνωσε την αναστολή καταβολής τόκων στα ΜΑΕΚ. Όπως επεξήγησε ο μάρτυρας, σκοπός του ελέγχου ήταν να εξεταστεί κατά πόσον κατά την προώθηση της διάθεσης των ΜΑΕΚ η Εναγόμενη Τράπεζα παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής και εάν ναι, τον βαθμό συμμόρφωσης της με τις πρόνοιες του Ν. 144(Ι)/2007 και τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας κατά την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας. Η μαρτυρία του κ Στυλιανού αναφορικά με τα πιο πάνω δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση και σε κάθε περίπτωση γίνεται αποδεκτή έχοντας υπόψη την αντικειμενικότητα με την οποία κατέθεσε. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι τα συμπεράσματα τα οποία καταγράφονται στην Έκθεση Ειδικού Ελέγχου η οποία αποστάληκε στην Εναγόμενη Τράπεζα με επιστολή του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 17.10.2012 (Τεκμήριο 9) δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο με οποιοδήποτε τρόπο και ως εκ τούτου δεν χρήζουν οποιασδήποτε αξιολόγησης (βλέπε Γιάλλουρου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1635). Σε κάθε περίπτωση, η σημασία τους είναι περιορισμένη έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τον κ Στυλιανού, αφού λήφθηκαν οι απόψεις της Εναγόμενης Τράπεζας, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας έκρινε και αποφάσισε ότι με την έκδοση των ΜΑΕΚ η Εναγόμενη Τράπεζα είχε λάβει μέτρα ώστε να αποτρέπεται η παροχή επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση διάθεσης τους, χωρίς να αποκλείεται η πιθανότητα παροχής επενδυτικής συμβουλής σε μεμονωμένες περιπτώσεις (επί τούτου σχετικά είναι και τα όσα επίσης καταγράφονται στις σελίδες 47 και 48 πιο κάτω). Όπως, επίσης, τόνισε ο μάρτυρας, ο ίδιος δεν γνωρίζει τον Ενάγοντα, ούτε και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτός εξασφάλισε τα ΜΑΕΚ. Ως εκ τούτου, οι αναφορές/ευρήματα της Επιτροπής αναφορικά με τα ΜΑΕΚ (βλέπε σελίδες 14 και 15 της Έκθεσης) δεν μπορούν να συνδεθούν με οποιοδήποτε τρόπο με την παρούσα υπόθεση και να αποτελέσουν τη βάση για εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Επιπρόσθετα, υποδεικνύεται ότι οι αναφορές στη σελίδα 16 της Έκθεσης περί επικοινωνίας λειτουργών της Εναγόμενης Τράπεζας σε οργανωμένη βάση με μετόχους, μεγαλοκαταθέτες και κατόχους προηγούμενων εκδόσεων αξιογράφων, δεν φαίνεται να αφορά στον Ενάγοντα αφού από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διαφάνηκε ότι αυτός ανήκε στις εν λόγω κατηγορίες προσώπων. Σημειώνεται, τέλος, ότι οι θέσεις του μάρτυρα ως προς το τι συνιστά την επενδυτική υπηρεσία της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολής, δεν θα ληφθούν υπόψη εφόσον πρόκειται για αμιγώς νομικά ζητήματα για τα οποία καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Τα όσα ο κ XXXXX Ξενοφώντος (Μ.Ε. 4) κατέθεσε στο Δικαστήριο δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση και με δεδομένη την ειλικρίνεια η οποία χαρακτήριζε τη μαρτυρία του, η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Ερχόμενη στον Μ.Υ. 2 κ XXXXX Ηρακλείδη, παρατηρώ ότι η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από αμεσότητα και ταυτόχρονα σαφήνεια. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και από τις δυο πλευρές με σταθερότητα και με τρόπο που καταδείκνυε πως έλεγε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα γεγονότα τα οποία αφορούσαν τη συζήτηση που είχε με τον Ενάγοντα αφού ο τελευταίος υπέβαλε την αίτηση του για απόκτηση των ΜΑΕΚ χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Ήταν δε κατηγορηματικός επί το ότι δεν υπήρχε περίπτωση ο ίδιος να είχε αναφέρει την γνώμη του σε σχέση με τα ΜΑΕΚ αφού, σύμφωνα και με τις οδηγίες της Εναγόμενης Τράπεζας, για το σκοπό αυτό υπήρχε ανοικτή γραμμή ενημέρωσης από αδειοδοτημένα άτομα όπου ενδιαφερόμενα πρόσωπα μπορούσαν να αποταθούν και να πάρουν οποιεσδήποτε πληροφορίες. Την ίδια στιγμή με ειλικρίνεια και χωρίς υπεκφυγές ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είχε μελετήσει το Ενημερωτικό Δελτίο σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΕΚ και συμμετείχε σε διάφορες συγκεντρώσεις που έλαβαν χώρα ώστε να επεξηγηθούν στα στελέχη της Εναγόμενης Τράπεζας τα βασικά χαρακτηριστικά των ΜΑΕΚ. Σε ό,τι αφορά στις υποβολές της κας Σιαμούτη κατά την αντεξέταση του μάρτυρα περί επίδειξης εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του από τον Ενάγοντα λόγω της σχέσης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του ίδιου του μάρτυρα και του πατέρα του Ενάγοντα (Μ.Ε. 4), παρατηρώ ότι από την μαρτυρία που προσκομίσθηκε από τους Μ.Ε. 1 και Μ.Ε. 4 δεν προέκυψε κάτι τέτοιο και ως εκ τούτου οι υπό κρίση υποβολές παρέμειναν μετέωρες. Όπως ήδη αναφέρεται και πιο πάνω, ο Μ.Ε. 3 κ XXXXX Παυλίδης κλήθηκε από τον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα στον τομέα της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών λαμβάνοντας υπόψη τις γνώσεις αλλά και την εμπειρία του στο συγκεκριμένο τομέα. Από την άλλη, η κα XXXXX Σωφρονίου (Μ.Υ. 1) κλήθηκε από την υπεράσπιση για να αντικρούσει τις θέσεις που προβλήθηκαν από τον κ Παυλίδη, έχοντας υπόψη την ανάμειξη της στις εκδόσεις αξιογράφων αλλά και την εμπειρία της ως λειτουργός και αργότερα διευθύντρια της εταιρείας CISCO η οποία παρέχει τέτοιου είδους υπηρεσίες. Παράλληλα, η κα Σωφρονίου αναφέρθηκε στα μέτρα που λήφθηκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα ώστε να αποφευχθεί η παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής από τους λειτουργούς της. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (βλέπε Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στις σελίδες 580-586). Με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Στη συνέχεια εξετάζει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, λέχθηκε ότι το κατά πόσον ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (Σιακόλα ν. Αστυνομίας Π.Ε 53/11 24.1.13). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Έχοντας μελετήσει την μαρτυρία του Μ.Ε.3 και της Μ.Υ.1 παρατηρώ τα ακόλουθα: Η μαρτυρία του κ Παυλίδη αφορούσε αποκλειστικά και μόνο στην ερμηνεία των προνοιών του Ν. 144(I)/2007 και της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την εφαρμογή τους στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ως δε ανέφερε, κλήθηκε στο Δικαστήριο ως νομικός εμπειρογνώμονας σε θέματα δικαίου κεφαλαιαγοράς και όχι ως μάρτυρας γεγονότων. Παρόλα αυτά, και ενώ υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας, ο μάρτυρας όφειλε να είναι ανεξάρτητος και αμερόληπτος, παρατηρώ ότι τα στοιχεία αυτά δεν χαρακτήριζαν ην μαρτυρία του. Και τούτο γιατί ο μάρτυρας απέκρυψε από το Δικαστήριο τη συνεργασία του με το δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τον Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή όπως και το ότι εργάζεται στην εταιρεία NAP Regulatory Compliance Services Ltd, η οποία συνδέεται ιδιοκτησιακά με την εταιρεία SFS εναντίον της οποίας εγέρθηκαν αγωγές από την Εναγόμενη Τράπεζα. Παρατηρώ επίσης ότι κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυρας επιμελώς παρέλειψε να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία και αναδείχθηκαν κατά την αντεξέτασή του. Ο δε λόγος που προώθησε περί τούτου, ήτοι ότι είχε ερωτηθεί μόνο σε σχέση με τα προσόντα του και δεν έκρινε σκόπιμο να αναφερθεί στα ζητήματα αυτά, δεν κρίνεται ικανοποιητικός. Η σχέση του μάρτυρα και με τα δυο γραφεία/εταιρείες καταδεικνύει την ύπαρξη συμφέροντος στην παρούσα υπόθεση και την έκβασή της και συνακόλουθα η μαρτυρία του δεν έχει τα αναγκαία χαρακτηριστικά της μαρτυρίας ενός εμπειρογνώμονα. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των όσων αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία του κ Παυλίδη δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση του Ενάγοντα αφού αυτή αφορούσε στα νομικά ζητήματα επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και ως εκ τούτου δεν θα ληφθεί υπόψη. Όπως είναι, άλλωστε, καλά γνωστό, μαρτυρία για νομικά ζητήματα πέραν από θέματα αλλοδαπού δικαίου (βλέπε Williams Glyn's Bank ν. "Ship "Maria"
(1992)1 Α.Α.Δ. 309), δεν είναι επιτρεπτή. Συνεπώς, η μαρτυρία του επί των πιο πάνω ζητημάτων δεν χρήζει οποιασδήποτε συζήτησης και/ή αξιολόγησης. Η μαρτυρία της κας XXXXX Σωφρονίου αναφορικά με το ιστορικό της έκδοσης των ΜΑΕΚ και τα μέτρα και τις ενέργειες που λήφθηκαν από μέρους της Εναγόμενης Τράπεζας ώστε να αποφευχθεί η παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής από το προσωπικό της Τράπεζας γίνεται αποδεκτή έχοντας υπόψη τις λεπτομέρειες που δόθηκαν επί τούτων και το γεγονός ότι δεν αντικρούσθηκαν στην ουσία από την πλευρά του Ενάγοντα. Σε γενικότερο πλαίσιο, η κα Σωφρονίου προέβαλε τις θέσεις της με τρόπο εμπεριστατωμένο παραπέμποντας, εκεί όπου ήταν αναγκαίο, στο περιεχόμενο του Ενημερωτικού Δελτίου. Παρατηρείται, τέλος, ότι οι υποβολές του κ. Πουμπουρίδη στην Μ.Υ.1. περί οργανωμένου σχεδίου προώθησης των αξιογράφων από την Εναγόμενη Τράπεζα δεν βρίσκουν έρεισμα στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον Ενάγοντα και τους μάρτυρες αυτού. Οι δε αναφορές στις σελίδες 14 - 16 της Έκθεσης της Επιτροπής Ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας (Τεκμήριο 9) περί οργάνωσης από μέρους της Εναγόμενης Τράπεζας σχεδίου επαφών με πελάτες για την προώθηση των ΜΑΕΚ παρέμειναν στη σφαίρα της αοριστίας και ως τέτοιες δεν είναι ικανές να αντικρούσουν τη θετική και σαφή επί του προκειμένου μαρτυρία της κας Σωφρονίου αφού:
(1)η Έκθεση αποτελεί έκφραση γνώμης της Επιτροπής,
(2)η οποία Επιτροπή αποτελείτο από πρόσωπα που δεν κατέθεσαν ως μάρτυρες,
(3)για την ετοιμασία της Έκθεσης η Επιτροπή στηρίχθηκε σε θέσεις/μαρτυρία που παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο,
(4)και η οποία είναι μαρτυρία είναι εξ ακοής,
(5)χωρίς ενασχόληση με κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και
(6)τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Επιτροπή δεν υιοθετήθηκαν τελικά από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Ως προς τις θέσεις της μάρτυρος αναφορικά με το κατά πόσον οι πρόνοιες του Ν. 144(Ι)/2007 τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση και κατά πόσον παρασχέθηκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα οποιεσδήποτε επενδυτικές υπηρεσίες, ισχύουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με τη μαρτυρία του κ Παυλίδη και ως εκ τούτου δεν λαμβάνονται υπόψη. Κρίνω, τέλος, ορθό να επισημάνω ότι οι θέσεις που προώθησαν οι Μ.Υ. 1 και 2 αναφορικά με τα μέτρα που λήφθηκαν από την Εναγόμενη Τράπεζα για αποφυγή παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας και γενικότερο τον τρόπο δράσης της Εναγόμενης Τράπεζας σε σχέση με την διάθεση των ΜΑΕΚ δεν αφορούν τα επίδικα θέματα τα οποία περιορίζονται στα γεγονότα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ενάγοντας απέκτησε τα ΜΑΕΚ και ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω το Δικαστήριο. ΣΤ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Με δεδομένα τα όσα καταγράφονται πιο πάνω, το Δικαστήριο εξάγει ευρήματα ανάλογα της αποδεκτής ενώπιον του μαρτυρίας και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων (βλέπε σελίδες 11-16 πιο πάνω). Πιο συγκεκριμένα, και χωρίς περιορισμό, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 16.5.2011 ο Ενάγοντας συμπλήρωσε και υπέγραψε την αίτηση για την απόκτηση των ΜΑΕΚ αξίας €45,000, την οποία υπέβαλε στο ταμείο του υποκαταστήματος με αρ. 109 της Εναγόμενης Τράπεζας (βλέπε Τεκμήριο 6). Για σκοπούς συμπλήρωσης της αίτησης, ο Ενάγοντας έτυχε βοήθειας από τον Υπεύθυνο Συναλλαγών Ταμείων του συγκεκριμένου υποκαταστήματος, κ. XXXXX, με τον οποίο δεν είχε οποιαδήποτε συζήτηση αναφορικά με τα χαρακτηριστικά των ΜΑΕΚ και/ή τη φύση της συναλλαγής. Ο Ενάγοντας προχώρησε στην υποβολή και υπογραφή της αίτησης (Τεκμήριο 6) χωρίς προηγουμένως να διαβάσει το περιεχόμενο της και χωρίς να μελετήσει το περιεχόμενο του Ενημερωτικού Δελτίου που είχε συνταχθεί σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΕΚ και ήταν διαθέσιμο στο κοινό. Ο λογαριασμός ο οποίος χρεώθηκε με το ποσό των €45,000 για την αγορά των ΜΑΕΚ ανήκε στον πατέρα του Ενάγοντα (Μ.Ε. 4), ενώ σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην αίτηση (Τεκμήριο 6), οι τόκοι θα καταβάλλονταν σε λογαριασμό του Ενάγοντα. Στις 16.5.2011 η Εναγόμενη Τράπεζα εξέδωσε σχετικό έντυπο/απόδειξη αναφορικά με την υποβολή αίτησης εγγραφής από τον Ενάγοντα για το αιτούμενο ποσό των €45,000 (βλέπε Τεκμήριο 1). Μετά τη συμπλήρωση της αίτησης ο Ενάγοντας επισκέφθηκε το γραφείο του διευθυντή του υποκαταστήματος κ XXXXX Ηρακλείδη (Μ.Υ. 2) ο οποίος δεν ήταν αδειοδοτημένος για παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Στα πλαίσια της συζήτησης που είχε με τον Ενάγοντα ο Μ.Υ. 2 του ανέφερε πως σε περίπτωση που ήθελε να πωλήσει τα αξιόγραφα θα μπορούσε να το πράξει μέσω ΧΑΚ και ως εκ τούτου ήταν αναγκαίο να ανοιχθεί χρηματιστηριακός λογαριασμός, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στα χαρακτηριστικά των ΜΑΕΚ.. Ο Ενάγοντας δεν παροτρύνθηκε από οποιοδήποτε λειτουργό της Εναγόμενης Τράπεζας προκειμένου να αποκτήσει ΜΑΕΚ και/ή να υποβάλει την σχετική προς τούτο αίτηση. Το άνοιγμα του χρηματιστηριακού λογαριασμού και η υπογραφή της Συμφωνίας Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Παρεπόμενων Υπηρεσιών σε Ιδιώτη Πελάτη (Τεκμήριο 2) με την CISCO, που αποτελεί ξεχωριστή νομική προσωπικότητα, έγινε με πρωτοβουλία του Ενάγοντα χωρίς ανάμειξη οποιουδήποτε λειτουργού ή αντιπροσώπου της Εναγόμενης Τράπεζας. Η αίτηση του Ενάγοντα εγκρίθηκε και επ' ονόματι του εκδόθηκαν ΜΑΕΚ αξίας €45,000. Ο Ενάγοντας έλαβε τόκους μόνο για το δεύτερο εξάμηνο του 2011, ενώ περί τον Ιούνιο του 2012 πληροφορήθηκε μέσω του τύπου για την ακύρωση πληρωμής τόκων από την Εναγόμενη Τράπεζα αναφορικά με τα ΜΑΕΚ. Με επιστολή του ημερομηνίας 31.7.2012 (Τεκμήριο 4) προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ο Ενάγοντας εξέφραζε τη δυσαρέσκεια του για το γεγονός της μη ενημέρωσής του αναφορικά με τους κινδύνους που ενείχε η αγορά αξιογράφων και απαιτούσε την επιστροφή του αρχικού ποσού του κεφαλαίου του καθότι ουδέποτε ενημερώθηκε ότι τα ΜΑΕΚ αφορούσαν επένδυση και όχι κατάθεση. Η εν λόγω επιστολή/Τεκμήριο 4 κοινοποιήθηκε μεταξύ άλλων στην Εναγόμενη Τράπεζα. Μετά την ανακοίνωση της Εναγόμενης Τράπεζας περί τα μέσα Ιουνίου του 2012 περί αναστολής της καταβολής τόκων στα ΜΑΕΚ, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έλαβε εκατοντάδες επιστολές και τηλεφωνήματα από κατόχους αξιογράφων οι οποίοι εξέφραζαν παράπονα για τις διαδικασίες και τις πρακτικές που είχαν ακολουθηθεί από την Εναγόμενη Τράπεζα κατά την προώθηση και διάθεση τους. Ακολούθως, η διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αποφάσισε τη διεξαγωγή ελέγχου προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον κατά την έκδοση και διάθεση των ΜΑΕΚ η Εναγόμενη Τράπεζα είχε εμπλακεί στην παροχή της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής. Στα πλαίσια αυτά διενεργήθηκε ειδικός έλεγχος από ομάδα λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας, με επικεφαλή τον Μ.Ε. 2, ο οποίος διήρκησε από τα μέσα Ιουνίου του 2012 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2012 οπότε και εκδόθηκε η Έκθεση Ειδικού Ελέγχου ημερομηνίας 17.10.2012 (Τεκμήριο 9). Η Έκθεση Ειδικού Ελέγχου αποστάληκε στον Πρόεδρο της Εναγόμενης Τράπεζας, η οποία με τη σειρά της υπέβαλε τις θέσεις της επί αυτής. Ακολούθως, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας προχώρησε στην έκδοση απόφασης ημερομηνίας 13.9.2013 (Τεκμήριο 10), όπου σε σχέση με τα ΜΑΕΚ, έκρινε ότι η Εναγόμενη Τράπεζα έλαβε μέτρα ώστε να αποτραπεί η παροχή επενδυτικής συμβουλής κατά την προώθηση τους, χωρίς να αποκλείεται η πιθανότητα παροχής τέτοιας συμβουλής σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Ως εκ τούτου, δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε κύρωση σε σχέση με την συγκεκριμένη έκδοση ΜΑΕΚ. Ζ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως είναι καλά γνωστό, στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το εάν ο ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης, που είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 A.A.A. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, Πολιτική Εφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω, η αγωγή του Ενάγοντα εγείρεται στη βάση: (
  1. i)Απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (
  2. ii)Παράβασης των προνοιών του Ν. 144(Ι)/2007 και της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που εκδόθηκε για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων. Eιδικότερα, και χωρίς περιορισμό, προβάλλεται θέση περί παροχής της επενδυτικής υπηρεσίας της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολής για την αγορά χρηματοοικονομικών προϊόντων και/ή της επενδυτικής συμβουλής στον Ενάγοντα από λειτουργούς της Εναγόμενης Τράπεζας οι οποίοι δεν ήταν πιστοποιημένα άτομα δυνάμει του άρθρου 52 του Ν. 144(Ι)/2007 και χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατηρήσω ότι οι θέσεις που καταγράφονται στην παράγραφο Α του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος περί:
(1)άσκησης πίεσης/ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης και
(2)απειλής/εκβιασμού/οικονομικής πίεσης, δεν προωθήθηκαν ούτε με ανάλογη δικογράφηση στην Έκθεση Απαίτησης ούτε με την προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας από την πλευρά του Ενάγοντα. Παρομοίως, από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης Τράπεζας με τρόπο ώστε η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης καθήκοντος επίδειξης καλής πίστης, επιμέλειας και/ή προστασίας του Ενάγοντα (βλέπε παράγραφο Στ του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος) να μην χρήζει οποιασδήποτε περαιτέρω συζήτησης. Οι δε υποβολές της κας Σιαμούτη στον Μ.Υ.2 επί τούτου παρέμειναν μετέωρες αφού τέτοια θέση δεν προωθήθηκε από τον Μ.Ε.1 και/ή τον Μ.Ε.
  1. Το ζήτημα της σύγκρουσης συμφερόντων που επίσης εγείρεται στη συγκεκριμένη παράγραφο θα εξεταστεί πιο κάτω. Κρίνω δε σκόπιμο να τονίσω ότι η παρούσα αγωγή δεν εγείρεται στη βάση λανθασμένων και/ή παραπλανητικών και/ή αναληθών στοιχείων και/ή πληροφοριών στο Ενημερωτικό Δελτίο που εκδόθηκε σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΕΚ, ενώ από την πλευρά του Ενάγοντα δεν αμφισβητείται ότι οι παράγοντες κινδύνου περιγράφονται επαρκώς στο Ενημερωτικό Δελτίο. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω και εξετάζοντας τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνάρτηση με τις νομικές αρχές που διέπουν τα επίδικα θέματα στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των δυο πλευρών παρατηρώ τα ακόλουθα: Ζ.
  2. Αγώγιμο Δικαίωμα του Ενάγοντα Όπως ήδη σημειώνεται πιο πάνω, κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα αλλά και στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων αποτέλεσε θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης Τράπεζας ότι ο Ενάγοντας δεν έχει δικαίωμα προώθησης της παρούσας αγωγής καθότι τα χρήματα με τα οποία είχαν αποκτηθεί τα ΜΑΕΚ δεν ανήκαν στον ίδιο τον Ενάγοντα αλλά προήλθαν από λογαριασμό άλλου προσώπου, και δη του κ Ευγένιου Ξενοφώντος (Μ.Ε. 4). Ενόψει της φύσης του ζητήματος, κρίνω ορθό να εξετάσω την συγκεκριμένη εισήγηση προτού προχωρήσω με τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Επί τούτου δεν μπορώ να συμφωνήσω με την κα Πολυβίου. Και τούτο γιατί όπως διαφάνηκε από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και στη βάση των μη αμφισβητούμενων γεγονότων, η αίτηση (Τεκμήριο 6) υπογράφθηκε από τον Ενάγοντα, το όνομα του οποίου παρουσιάζεται να αιτείται την έκδοση ΜΑΕΚ επ' ονόματι του. Είναι δε σαφές από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που συμβλήθηκε με την Εναγόμενη Τράπεζα για σκοπούς απόκτησης των ΜΑΕΚ ήταν ο Ενάγοντας. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, το γεγονός ότι τα χρήματα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν προήλθαν αρχικά από κεφάλαια άλλου προσώπου (και δη υπό τις συνθήκες που περιέγραψε ο Μ.Ε. 4) δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα του Ενάγοντα να αξιώνει ως η αγωγή του. Προχωρώ, λοιπόν, να εξετάσω κατά πόσον ο Ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του. Ζ.
  3. Κατ' ισχυρισμό παράβαση του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 Ν. 144(Ι)/2007και των Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης (σημ: εκ παραδρομής αριθμήθηκαν δυο παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης με τον αριθμό 18 και ως εκ τούτου η παράγραφος που αφορά τα ζητήματα αυτά θα αναφέρεται ως παράγραφος 18Α για σκοπούς της παρούσας), ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά τη διάθεση των ΜΑΕΚ σε αυτόν η Εναγόμενη Τράπεζα παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 144(Ι)/2007 και της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων. Οι θέσεις του Ενάγοντα περί τούτου μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: (α) Η Εναγόμενη Τράπεζα παρείχε στον Ενάγοντα τις επενδυτικές υπηρεσίες της λήψης, διαβίβασης και/ή εκτέλεσης εντολών και σύμφωνα με το άρθρο 36
(1)(δ) του Ν. 144(Ι)/2007 όφειλε να τον προστατεύσει προβαίνοντας σε αξιολόγηση της συμβατότητας του με το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο ως περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης (βλέπε υποπαράγραφο (α) της παραγράφου 18Α). Περαιτέρω, οι πιο πάνω υπηρεσίες της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολής παρασχέθηκαν προς τον Ενάγοντα, χωρίς να ισχύει οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 36
(1)(ε) του Νόμου. (β) Παρασχέθηκαν επενδυτικές υπηρεσίες εκ μέρους της Εναγόμενης Τράπεζας προς τον Ενάγοντα από μη πιστοποιημένα πρόσωπα κατά παράβαση της νομοθεσίας και των κανονισμών της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. (γ) Οι υπηρεσίες της λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, παρασχέθηκαν κατόπιν πρωτοβουλίας της Εναγόμενης Τράπεζας, εφόσον υπήρχαν ισχυρά κίνητρα και σαφείς οδηγίες, για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών για την προσέγγιση πελατών από την πλευρά της Τράπεζας. (δ) Παρασχέθηκε η επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής από πλευράς της Εναγόμενης Τράπεζας προς τον Ενάγοντα, χωρίς να τηρηθούν οι διαδικασίες που επιβάλει το άρθρο 36 του Ν. 144(Ι)/2007, ήτοι η Τράπεζα να προβεί σε αξιολόγηση της καταλληλότητας των ΜΑΕΚ για τον Ενάγοντα ώστε να λάβει από αυτόν τις πληροφορίες που θα της ήταν απαραίτητες προκειμένου να κατανοήσει τα βασικά δεδομένα του Ενάγοντα και να σχηματίσει εύλογα την πεποίθηση ότι η πώληση και διάθεση των ΜΑΕΚ ήταν σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του Ενάγοντα και ήταν τέτοια ώστε ο Ενάγοντας να μπορεί οικονομικά να επωμισθεί το βάρος κάθε σχετικού επενδυτικού κινδύνου συμβατού με τους επενδυτικούς του στόχους. Αποτελεί δε θέση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη Τράπεζα παρείχε επενδυτική συμβουλή εφόσον: (i)Στο εσωτερικό έγγραφο που τιτλοφορείτο «Επιχειρήματα πώλησης Μετατρέψιμου Ομολόγου Τράπεζας Κύπρου», που εκδόθηκε από την Διεύθυνση Χρηματοοικονομικής και Επενδυτικής Διαχείρισης Συγκροτήματος, σε σχέση με την προώθηση των ΜΑΕΚ, αναφέρεται ότι «ο κάτοχος του ομολόγου απολαμβάνει την ασφάλεια της προθεσμιακής κατάθεσης, ενώ ταυτόχρονα επωφελείται από μια πιθανή άνοδο της τιμής της μετοχής σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα». Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα η συγκεκριμένη δήλωση, η οποία επιχειρεί να αναγάγει το επίπεδο ασφάλειας των ΜΑΕΚ σε αυτό της προθεσμιακής κατάθεσης, ιδιαίτερα όταν αντιπαραβληθεί με τους κινδύνους σε σχέση με τα ΜΑΕΚ που επεξηγούνται με λεπτομέρεια στο Ενημερωτικό Δελτίο της 5.4.2011, αποτελούσε μεροληπτική ή καθοδηγητική πληροφόρηση. (ii)Στο εσωτερικό έγγραφο που εκδόθηκε από την Εναγόμενη Τράπεζα σε σχέση με την έκδοση ΜΑΕΚ ημερομηνίας 28 Φεβρουαρίου 2011 (Τεκμήριο 21), και δη στην παράγραφο 21 που τιτλοφορείται «ΜΑΕΚ ν. Κατάθεση», αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα ΜΑΕΚ θα φέρουν τόκο 6,50% (για τα πρώτα 5 χρόνια), μια απόδοση που είναι ψηλότερη από την κατάθεση. Τα ΜΑΕΚ δυνατόν να εξασφαλίσουν στους κατόχους τους αρκετά ψηλότερες αποδόσεις εάν η τιμή της μετοχής στο Χρηματιστήριο είναι ψηλότερη από την τιμή μετατροπής...» Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, η παροχή μονομερούς πληροφόρησης σε τέτοιο βαθμό, και λαμβάνοντας υπόψη ότι στο συγκεκριμένο εσωτερικό έγγραφο δεν γίνεται καμιά ειδική αναφορά στο βαθμό επικινδυνότητας των ΜΑΕΚ σε σχέση με την εμπρόθεσμη κατάθεση ούτε και αντιπαράθεση άλλων βασικών χαρακτηριστικών (διάρκεια, προτεραιότητα κ.ο.κ.), αποτελεί μεροληπτική και καθοδηγητική πληροφόρηση, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη Τράπεζα παρείχε επενδυτικές συμβουλές στο στάδιο διάθεσης των ΜΑΕΚ προς τον Ενάγοντα. (ε) Τα ΜΑΕΚ αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα ως ενσωματωμένα παράγωγα. (στ) Η Εναγόμενη Τράπεζα δεν προχώρησε στην σύναψη γραπτής συμφωνίας με τον Ενάγοντα για την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών, ήτοι της πώλησης και διάθεσης των ΜΑΕΚ. Αντίθετα, απαίτησε από τον Ενάγοντα να συμπληρώσει γραπτή συμφωνία με σκοπό της σύναψης συμφωνίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την CISCO για να μπορέσει στο μέλλον να προχωρήσει στην πώληση/ανταλλαγή/μετατροπή των ΜΑΕΚ, ενώ, σύμφωνα με την πρακτική της τράπεζας, δεν απαιτείτο κάτι τέτοιο κατά την αγορά του επενδυτικού προϊόντος (ΜΑΕΚ). Η ενέργεια αυτή αντιβαίνει με την παράγραφο 8 και 18 της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπομένων υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων της 19ης Δεκ. 2007. (ζ) Η Εναγόμενη Τράπεζα παρέλειψε να δώσει στον Ενάγοντα πληροφορίες αναφορικά με την φύση και τους κινδύνους των ΜΑΕΚ, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την κατηγοριοποίηση του πελάτη ως ιδιώτη ή επαγγελματία πελάτη, με την οποία να εξηγεί τη φύση του εν λόγω χρηματοοικονομικού μέσου και τους ειδικούς κινδύνους που αυτό ενέχει, με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε ο Ενάγοντας να μπορεί να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις βασισμένες σε σωστή ενημέρωση. (η) Η Εναγόμενη Τράπεζα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθρου 29 του Ν. 144(Ι)/2007 και τις υποχρεώσεις της που σχετίζονται με την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων. Και τούτο γιατί κατά τη σύναψη της σύμβασης με τον Ενάγοντα στο στάδιο της διάθεσης των ΜΑΕΚ δρούσε με διπλή ιδιότητα εφόσον ενεργούσε ταυτόχρονα ως εκδότης των ΜΑΕΚ και ως παροχέας επενδυτικών υπηρεσιών προς αυτόν. (θ) Κατά την πώληση και διάθεση των ΜΑΕΚ στον Ενάγοντα η Εναγόμενη Τράπεζα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τα άρθρα 18
(2)(α), 36
(1)(α), (β) και (γ) και 52
(1)του Ν. 144(Ι)/2007 και των άρθρων 6, 10 και 14 της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων, Κ.Δ.Π. 558/2007. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω και στη βάση των προνοιών του άρθρου 143 που καθορίζει την αστική ευθύνη και την υποχρέωση οποιουδήποτε προσώπου να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια που τυχόν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση του Ν. 144(Ι)/2007, απαιτεί το ποσό των €45,000. Προτού προχωρήσω στην εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων επί των πιο πάνω κρίνω ορθό να σημειώσω τα ακόλουθα: ● Ουδεμία μαρτυρία δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τα ισχυρά κίνητρα και τις οδηγίες στις οποίες γίνεται αναφορά στο σημείο (γ) πιο πάνω. ● Το έγγραφο στο οποίο γίνεται αναφορά στο σημείο (ε)(
  1. i)πιο πάνω δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο με τα επίδικα στην παρούσα υπόθεση ζητήματα και δη με τον Ενάγοντα και την σε αυτόν παραχώρηση των ΜΑΕΚ. Ούτε διαδραμάτισε οποιοδήποτε ρόλο στην απόφαση του Ενάγοντα για απόκτηση των ΜΑΕΚ, με τρόπο ώστε η συγκεκριμένη θέση να μην χρήζει οποιασδήποτε περαιτέρω συζήτησης. ● Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το έγγραφο στο οποίο γίνεται αναφορά στο σημείο (ε)(
  2. ii)πιο πάνω το οποίο αποτελεί ένα εσωτερικό σημείωμα και τίποτε περισσότερο. Όπως δε σημειώνεται στο πάνω μέρος της πρώτης σελίδας του εγγράφου, πρόκειται για ένα έγγραφο «Αυστηρά για Εσωτερική Χρήση», το οποίο και δεν υποδείχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο στον Ενάγοντα για σκοπούς απόκτησης των ΜΑΕΚ από αυτόν. ● Η Εναγόμενη Τράπεζα δεν απαίτησε από τον Ενάγοντα να συμπληρώσει και υπογράψει την Συμφωνία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε ιδιώτη πελάτη (Τεκμήριο 2) με την CISCO. Αντίθετα, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η εν λόγω συμφωνία υπογράφθηκε με πρωτοβουλία του Ενάγοντα ενώ η ανάγκη τήρησης μερίδας επενδυτή προκειμένου ένας επενδυτής να συμμετέχει στην έκδοση των ΜΑΕΚ καταγραφόταν στο Ενημερωτικό Δελτίο. Στα πλαίσια εξέτασης των θέσεων των δυο πλευρών επί των πιο πάνω, θα πρέπει να απαντηθούν τα εξής ερωτήματα: 1. Ποιά διαδικασία ακολουθήθηκε κατά την έκδοση των ΜΑΕΚ και ποια προστασία παρέχεται στους επενδυτές στα πλαίσια αυτά; 2. Κατά πόσον ο Νόμος Ν. 144(Ι)/2007τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. 3. Εάν η απάντηση στο ερώτημα υπό στοιχείο
(2)είναι καταφατική, κατά πόσον με την παραλαβή της αίτησης του Ενάγοντα για απόκτηση ΜΑΕΚ και την είσπραξη του ποσού των €45,000 και την προώθηση της αίτησης στο Τμήμα Αξιογράφων, η Εναγόμενη Τράπεζα του παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολής. Περαιτέρω, εάν με την παραχώρηση των ΜΑΕΚ στον Ενάγοντα, παρασχέθηκε σε αυτόν η επενδυτική υπηρεσία της εκτέλεσης εντολής. 4. Εάν η απάντηση στο ερώτημα υπό στοιχείο
(2)είναι καταφατική, κατά πόσον έχει παρασχεθεί στον Ενάγοντα η επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής. Επί των πιο πάνω ερωτημάτων σημειώνονται τα εξής: Ζ. 2.
  1. Έκδοση των ΜΑΕΚ με Δημόσια Πρόσκληση Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, η Εναγόμενη προχώρησε στην έκδοση των ΜΑΕΚ, ενεργώντας ως εκδότης αυτών. Επρόκειτο για δημόσια προσφορά, η οποία απευθύνθηκε στο ευρύ κοινό, και όχι μόνο σε επαγγελματίες επενδυτές, με το Ενημερωτικό Δελτίο το οποίο συντάχθηκε με βάση τον περί Δημοσίας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο Ν. 114(Ι)/
  2. Ο συγκεκριμένος Νόμος θεσπίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση. Όπως τυγχάνει αναφοράς και στο Προοίμιο της Οδηγίας, ένας από τους στόχους της είναι η προστασία των επενδυτών και η λήψη μέτρων για σκοπούς προστασίας των διαφόρων κατηγοριών επενδυτών λαμβάνοντας υπόψη και το επίπεδο γνώσεών τους. Όπως υποδεικνύεται, η γνωστοποίηση µέσω του ενηµερωτικού δελτίου δεν είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις που οι προσφορές περιορίζονται σε ειδικούς επενδυτές. Αντίθετα, για τη µεταπώληση στο κοινό, ήτοι δηµόσια διαπραγµάτευση µέσω εισαγωγής προς διαπραγµάτευση σε οργανωµένη αγορά, απαιτείται η δηµοσίευση ενηµερωτικού δελτίου. Οι δε πληροφορίες που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο πρέπει να είναι επαρκείς και όσο το δυνατόν πιο αντικειµενικές όσον αφορά τη χρηµατοοικονοµική κατάσταση του εκδότη και τα δικαιώµατα που προσαρτώνται στις κινητές αξίες και θα πρέπει να παρέχονται κατά τρόπο που διευκολύνει την κατανόηση και την ανάλυση. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.114(Ι)/2005, «δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή πρόσκληση στο κοινό» σημαίνει ανακοίνωση υπό οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε μέσο, η οποία απευθύνεται σε πρόσωπα και περιέχει επαρκείς πληροφορίες για τους όρους της προσφοράς και τις προσφερόμενες κινητές αξίες, έτσι ώστε να παρέχεται στον επενδυτή η δυνατότητα να αποφασίζει την αγορά ή την εγγραφή για την αγορά των εν λόγω κινητών αξιών, και περιλαμβάνει - (α) Τη συγκέντρωση χρημάτων του κοινού για τη συμμετοχή σε οποιασδήποτε μορφής επένδυση σε κινητές αξίες και (β) τη διάθεση και εν γένει προσφορά κινητών αξιών μέσω Ε.Π.Ε.Υ. κατά την έννοια του περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών Νόμου. Στο ίδιο άρθρο, η έννοια του όρου «εκδότης» ερμηνεύεται να σημαίνει νομικό πρόσωπο που εκδίδει ή προτίθεται να εκδώσει κινητές αξίες και περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο οι κινητές αξίες του οποίου αποτελούν αντικείμενο δημόσιας προσφοράς ή αίτησης εισαγωγής σε οργανωμένη αγορά. Ο Ν. 114(Ι)/2005ρυθμίζει, σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτού, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες διενεργείται στη Δημοκρατία δημόσια προσφορά για επένδυση σε κινητές αξίες και τους όρους κατάρτισης, έγκρισης και δημοσίευσης καθώς και το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου που δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση. Μελετώντας δε τις πρόνοιες του Νόμου Ν. 114(Ι)/2005, διαπιστώνεται ότι η Εναγομένη Τράπεζα δεν εξαιρείτο από την υποχρέωση δημοσίευσης ενημερωτικού δελτίου σε σχέση με την έκδοση των ΜΑΕΚ. Το Μέρος ΙV του Ν. 114(Ι)/2005 καθορίζει όλα όσα σχετίζονται με την κατάρτιση του ενημερωτικού δελτίου. Ειδικότερα, το άρθρο 8 αυτού, προβλέπει ότι «με την επιφύλαξη του άρθρου 15, το ενημερωτικό δελτίο περιέχει όλες τις πληροφορίες, οι οποίες ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκδότη και των κινητών αξιών που αποτελούν το αντικείμενο της δημόσιας προσφοράς ή της εισαγωγής προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, είναι απαραίτητες προκειμένου να παρέχεται στους επενδυτές η δυνατότητα να εκτιμούν με πληρότητα τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τη χρηματοοικονομική κατάσταση, τα κέρδη, τις ζημίες και τις προοπτικές του εκδότη και του τυχόν εγγυητή, καθώς και τα δικαιώματα που ενσωματώνονται σε αυτές τις κινητές αξίες». Στο Μέρος IV του ίδιου Νόμου, περιέχονται πρόνοιες αναφορικά με την μορφή του ενημερωτικού δελτίου (άρθρο 9), το Περιληπτικό Σημείωμα (άρθρο 10) αλλά και το περιεχόμενο του (άρθρο 12). Το άρθρο 20 του Ν. 114(Ι)/2005 προβλέπει ότι εκεί όπου ο προσφέρων τις κινητές αξίες ή ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, τουλάχιστον τρία εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα πρέπει να υπογράφουν το ενημερωτικό δελτίο[2] και τα πρόσωπα που το υπογράφουν ευθύνονται για την ακρίβεια, πληρότητα, σαφήνεια και επικαιρότητά του. Εάν, μάλιστα, διαφανεί ότι το περιληπτικό σημείωμα είναι είτε παραπλανητικό, ανακριβές ή αντιφατικό όταν διαβάζεται με τα άλλα μέρη του ενημερωτικού δελτίου ή δεν παρέχει, όταν διαβάζεται μαζί με τα άλλα μέρη του ενημερωτικού δελτίου, βασικές πληροφορίες που να βοηθούν τους επενδυτές στην απόφαση τους εάν θα επενδύσουν σε αυτές τις κινητές αξίες, τα πρόσωπα που υπογράφουν το ενημερωτικό δελτίο υπέχουν αστική ευθύνη (βλέπε άρθρο 21). Ευθύνη για εσφαλμένη, πλημμελή ή ελλειπή ενημέρωση του ενημερωτικού δελτίου φέρει υπό προϋποθέσεις και ο ανάδοχος - υπεύθυνος σύνταξης του ενημερωτικού δελτίου (βλέπε άρθρο 23). Αναφορά αξίζει, τέλος, να γίνει και στο άρθρο 22 του Ν. 114(Ι)/2005 που προνοεί ότι σε κάθε δημόσια προσφορά που διενεργείται στη Δημοκρατία, συμμετέχει ανάδοχος που είναι υπεύθυνος τουλάχιστον για την είσπραξη της αξίας κτήσης των κινητών αξιών που προσφέρονται. Ο ανάδοχος μεριμνά για την ασφαλή φύλαξη των καταβεβλημένων από τους συμμετέχοντες στη δημόσια προσφορά χρημάτων και διασφαλίζει ότι τα χρήματα αυτά διατίθενται στον προσφέροντα το ενωρίτερο ταυτόχρονα με τη διάθεση των προσφερόμενων κινητών αξιών στους επενδυτές που συμμετείχαν στη δημόσια προσφορά. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Ν. 114(Ι)/2005, το ενημερωτικό δελτίο εγκρίνεται, πριν τη δημοσίευση του, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εφόσον το περιεχόμενο του είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του Νόμου και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η προστασία του επενδυτή σε περίπτωση αγοράς κινητών αξιών στα πλαίσια δημόσιας προσφοράς, όπως είναι και τα ΜΑΕΚ, περιορίζεται στο Ενημερωτικό Δελτίο το οποίο συντάσσεται και ακολούθως εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Ν. 114(Ι)/2005 ως συνοψίζονται πιο πάνω. Στην προκειμένη περίπτωση, το Ενημερωτικό Δελτίο έτυχε της έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και ήταν διαθέσιμο στο κοινό αφού είχε αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Εναγόμενης Τράπεζας, του ΧΑΚ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη σελίδα 2 του Ενημερωτικού Δελτίου η Εναγόμενη Τράπεζα αναφέρει με έντονο (bold) γραφικό χαρακτήρα ότι «το έγγραφο αυτό είναι σημαντικό και απαιτεί την άμεση προσοχή σας». Προτρέπεται, στην ουσία, το κοινό όπως σε περίπτωση που χρειάζεται οποιεσδήποτε διευκρινίσεις ή επεξηγήσεις αποταθεί στον Ανάδοχο - Υπεύθυνο Σύνταξης του Ενημερωτικού Δελτίου, ήτοι την CISCO, ή άλλες ΕΠΕΥ, τραπεζίτες, λογιστές, δικηγόρους ή συμβούλους επενδύσεων. Ο Ενάγοντας επέλεξε να μην διαβάσει το Ενημερωτικό Δελτίο και, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «δεν έκατσε να ασχοληθεί» όταν αυτό του αποστάληκε ταχυδρομικώς. Την ίδια στιγμή δεν αναζήτησε οποιαδήποτε διευκρίνιση ή επεξήγηση από οποιοδήποτε άτομο που εμπίπτει στις πιο πάνω ομάδες επαγγελματιών. Ως δε επισημαίνεται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι αυτός δεν γνώριζε ότι με τη συγκεκριμένη συναλλαγή θα αποκτούσε ΜΑΕΚ και ότι δεν επρόκειτο για καταθετικό σχέδιο. Ακόμα, όμως, και εάν η θέση του αυτή γινόταν αποδεκτή, ευθύνη για αυτό θα είχε ο ίδιος, ο οποίος για δικούς του λόγους, οι οποίοι και δεν έγιναν γνωστοί στο Δικαστήριο, αποφάσισε ή τουλάχιστον παρέλειψε να μελετήσει το περιεχόμενο του Ενημερωτικού Δελτίου, η δημοσιοποίηση του οποίου με βάση τον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο Ν. 114 (Ι)/2005 κύριο σκοπό έχει την ενημέρωση των προτιθέμενων επενδυτών. Ζ. 2.
  3. Οι πρόνοιες του Ν. 144(Ι)/2007 και κατά πόσον αυτές τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυμθιζόμενων Αγορών Νομος Ν. 144(Ι)/2007θεσπίστηκε στις 26.10.2007 για σκοπούς εναρμόνισης του κυπριακού δικαίου με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/39/ΕΚ (γνωστή ως Οδηγία «MIFID Ι»), η οποία αναφέρεται στις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων. Η θέσπιση της MIFID I κατέστη επιβεβλημένη λόγω της αύξησης του αριθμού των επενδυτών που συμμετέχουν ενεργά στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τη διεύρυνση του φάσματος των δραστηριοτήτων που απευθύνονται στους επενδυτές. Κρίθηκε, λοιπόν, αναγκαίο όπως εξασφαλιστεί ο απαιτούμενος βαθμός εναρμόνισης που θα προσφέρει στους επενδυτές ψηλό επίπεδο προστασίας. Σκοπός της συγκεκριμένης οδηγίας ήταν να καλύψει τις επιχειρήσεις των οποίων η συνήθης επιχειρηματική απασχόληση είναι η παροχή/άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών και/ή δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση. Να σημειωθεί ότι η MIFID Ι αντικαταστήθηκε με την Οδηγία 2014/65/ΕE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερομηνίας 15.5.2014 για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων (γνωστή ως «MIFID II») η οποία οδήγησε στην εν πολλοίς κατάργηση του Ν. 144(Ι)/2007 με το Νόμο 87(Ι)/
  4. Για τους σκοπούς της παρούσας θα εξεταστεί ο Νόμος 144(Ι)/2007 ως αυτός ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3[3] του Ν. 144(Ι)/2007, ο Νόμος ρυθμίζει μεταξύ άλλων την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών καθώς και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία. Οι παράγραφοι (α) - (γ) του εδαφίου
(1)του ίδιου άρθρου καθορίζουν τι περιλαμβάνει παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών στη Δημοκρατία. Με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις στο άρθρο 2 του Νόμου 144(Ι)/2007: «επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες» σημαίνουν οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος[4]· «επενδυτική συμβουλή» σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που - (α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, (β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών: (
  1. i)αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, (
  2. ii)άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό· «εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών» σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών∙ «Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «ΕΠΕΥ» σημαίνει πρόσωπο το οποίο λειτουργεί βάσει άδειας λειτουργίας που του χορηγεί η αρμόδια προς τούτο αρχή και παρέχει μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες σε τρίτους ή/και ασκεί μια ή περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες σε επαγγελματική βάση, και περιλαμβάνει ΚΕΠΕΥ αλλά όχι πιστωτικό ίδρυμα∙ «κινητές αξίες» σημαίνει τις κατηγορίες αξιών που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, και ιδίως- (α) Μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιρειών, συνεταιρισμών και άλλων νομικών προσώπων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα μετοχών, (β) ομόλογα ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους καθώς και αποθετήρια έγγραφα τέτοιων αξιών, (γ) κάθε άλλη αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων μεταβιβάσιμων αξιών ή που τυγχάνει δικαιώματος εκκαθάρισης τοις μετρητοίς προσδιοριζόμενου κατ' αναφορά προς αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη· «πελάτης» σημαίνει κάθε πρόσωπο στο οποίο μια ΕΠΕΥ παρέχει επενδυτικές ή/και παρεπόμενες υπηρεσίες∙ «χρηματοοικονομικά μέσα» σημαίνει οποιαδήποτε από τα μέσα τα οποία καθορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος. Στο Μέρος ΙΙΙ του συγκεκριμένου Παραρτήματος περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες, όπως είναι τα αξιόγραφα κεφαλαίου. Τόσο στο Ν.144(I)/2007 όσο και στον περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμο Ν 114(Ι)/2005 αλλά και στον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο Ν. 14(Ι)/1993δεν υπάρχει ερμηνεία του όρου «εντολή». Ανατρέχοντας στο Νεοελληνικό Ερμηνευτικό Λεξικό Πατάκη, η λέξη εντολή ερμηνεύεται ως «διαταγή, παραγγελία, εξουσιοδότηση». Είναι, λοιπόν, κατά την κρίση μου φανερό ότι οι υπηρεσίες της λήψης, διαβίβασης αλλά και εκτέλεσης εντολής παρέχονται εκεί όπου υπάρχει το στοιχείο της διαμεσολάβησης μεταξύ πωλητή και αγοραστή αξιών (ή το αντίστροφο) και δη στην δευτερογενή αγορά και όχι όταν κάποιο πρόσωπο αποτείνεται για απόκτηση κινητών αξιών απευθείας από τον εκδότη τους. Τούτο προκύπτει αβίαστα από τον ορισμό της έννοιας «εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελάτη» (σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν. 144(Ι)/2007) αλλά και από την ίδια την έννοια της λέξης «εντολή» ως πιο πάνω. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 118 του Νόμου 144(Ι)/2007, οι τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα ή από αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών δύνανται να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή/και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες τηρουμένων των διατάξεων της τραπεζικής νομοθεσίας και των άρθρων 77, 78 και 80 του παρόντος Νόμου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 120 του Νόμου 144(Ι)/2007, συγκεκριμένα άρθρα αυτού[5] εφαρμόζονται κατ' αναλογία στις αναφερόμενες στο άρθρο 118 τράπεζες και όπου γίνεται σε αυτά τα άρθρα αναφορά στην Επιτροπή, θεωρείται ότι συνιστά αναφορά στην Κεντρική Τράπεζα, τηρουμένων των αναλογιών. Η δε Κεντρική Τράπεζα ως εποπτική αρχή των τραπεζών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες προχώρησε στην έκδοση της Οδηγίας για τις Προϋποθέσεις Παροχής Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και Άσκησης Επενδυτικών Δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π. 557/2007) και της Οδηγίας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π. 558/2007). Όπως αναφέρεται και στις δυο υπό κρίση Οδηγίες, αυτές τυγχάνουν εφαρμογής κατά την παροχή από τις τράπεζες επενδυτικών και/ή παρεπόμενων υπηρεσιών και/ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων. Μελέτη όλων των πιο πάνω αλλά και του Ν. 144(Ι)/2007 στο σύνολό του δεικνύει ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία εφαρμόζεται μόνο εκεί όπου η ΚΕΠΕΥ και/ή το πιστωτικό ίδρυμα που είναι αδειοδοτημένο να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, παρέχει τέτοιες υπηρεσίες σε επαγγελματική βάση και δη σε πελάτη αυτού. Όπως καταγράφεται και στο Προοίμιο της MIFID I, η εν λόγω Οδηγία σκοπεί να καλύψει τις επιχειρήσεις των οποίων η συνήθης επιχειρηματική απασχόληση είναι η παροχή/άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών ή/και δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση και δεν θα πρέπει να καλύπτει συνεπώς πρόσωπα με άλλη επαγγελματική δραστηριότητα. Ως δε προκύπτει από τις πρόνοιες τόσο του Ν. 144(Ι)/2007, αλλά και της MIFID I, εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του Νόμου μεταξύ άλλων:
(1)τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αμείβονται ειδικά για την παροχή των συμβουλών αυτών (βλέπε άρθρο 3
(2)(ι) του Νόμου) και
(2)τα πρόσωπα των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στη διενέργεια συναλλαγών σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό νοουμένου ότι η εν λόγω εξαίρεση δεν έχει εφαρμογή όταν τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές σε εμπορεύματα ή/και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό ανήκουν σε όμιλο, του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου ή η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών κατά την έννοια της τραπεζικής νομοθεσίας (άρθρο 3
(2)(ια) του Νόμου). Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του Ν. 144(Ι)/2007 είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε επαγγελματική βάση και δη η ύπαρξη σχέσης επενδυτή και παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών. Η παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας έξω από το πλαίσιο αυτό εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής του Νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Εναγόμενη Τράπεζα ενεργούσε ως εκδότης των ΜΑΕΚ στα πλαίσια δημόσιας πρότασης. Η Δημόσια Πρόταση δεν αποτελεί υπηρεσία ή ενέργεια που εμπίπτει στις πρόνοιες του Ν. 144(Ι)/2007 αλλά ρυθμίζεται από τον Ν. 114(Ι)/2005. Από δε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, απουσιάζει το στοιχείο της σχέσης αυτής μεταξύ της Εναγόμενης Τράπεζας (στη βάση της μαρτυρίας του κ XXXXX Ηρακλείδη) και του Ενάγοντα με τρόπο ώστε ο Ν. 144(Ι)/2007να μην τυγχάνει εφαρμογής και η Εναγόμενη Τράπεζα να μην υπέχει τις υποχρεώσεις στις οποίες έκανε αναφορά ο κ Παυλίδης και δη σε συνάρτηση με το άρθρο 36 του Ν. 144(Ι)/2007, οι οποίες αφορούν την περίπτωση όπου παρέχεται επενδυτική υπηρεσία, και επαναλαμβάνω σε επαγγελματική βάση. Αντίθετα, με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο Ενάγοντας επισκέφθηκε το υποκατάστημα της Εναγόμενης Τράπεζας επιδεικνύοντας ενδιαφέρον για απόκτηση των ΜΑΕΚ τα οποία είχαν εκδοθεί από αυτήν, και όχι για να δημιουργήσει σχέση παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες - επενδυτή και/ή για να του δοθεί επενδυτική συμβουλή. Σκοπός της επίσκεψης του ήταν να υποβάλει την αίτηση για απόκτηση των ΜΑΕΚ, όπως και έπραξε, και όχι η εξασφάλιση οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας. Σύμφωνα δε με τα γεγονότα, συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών συνάφθηκε με την CISCO (Τεκμήριο 2), η οποία αποτελεί ξεχωριστή νομική προσωπικότητα από την Εναγόμενη Τράπεζα. Συνακόλουθα, τόσο ο Νόμος Ν. 144(Ι)/2007όσο και οι Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας που αναφέρονται πιο πάνω δεν έχουν εφαρμογή και ο Ενάγοντας δεν δικαιούται σε αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 143
(1)του Ν. 144(Ι)/
  1. Το δε γεγονός της αδειοδότησης της Εναγόμενης Τράπεζας να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με το Τεκμήριο 11 δεν αλλοιώνει την όλη εικόνα αφού τη δεδομένη στιγμή αυτή ενεργούσε ως εκδότης και όχι υπό την ιδιότητα του παροχέα επενδυτικών υπηρεσιών στα πλαίσια του Ν. 144(Ι)/
  2. Αναφορικά με τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας επί των οποίων ο Ενάγοντας στηρίζει, μεταξύ άλλων, την απαίτηση του, παρατηρώ ότι ακόμα και εάν αυτές ετύγχαναν εφαρμογής, η όποια παράβασή τους από την Εναγόμενη Τράπεζα δεν θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση της συμβατικής πράξης που προέκυψε ως αποτέλεσμα της εν λόγω παράβασης της εγκυκλίου. Σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν μεταξύ άλλων στην Γρηγορίου ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 2229 και στην Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ.1131, οι διάφορες εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Παραβάσεις των εγκυκλίων αυτών αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών με ενδεχόμενο την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Επομένως, η αγωγή του Ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει σε αυτή τη βάση. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω θέτουν τέρμα στην όποια συζήτηση περί παράβασης των προνοιών του Ν. 144(Ι)/2007 από την Εναγόμενη Τράπεζα και/ή των σχετικών Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Παρόλα αυτά, θα προχωρήσω να εξετάσω τις θέσεις του Ενάγοντα περί τούτων για σκοπούς πληρότητας σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου κριθεί εσφαλμένη. Ζ. 2.
  1. Επενδυτική Υπηρεσία της Λήψης και Διαβίβασης Εντολής Με δεδομένη την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου περί αναγκαιότητας ύπαρξης διαμεσολάβησης προκειμένου να διαπιστωθεί παροχή επενδυτικής υπηρεσίας, κρίνεται ότι κατά την παραλαβή της αίτησης (Τεκμήριο 6) η Εναγομένη Τράπεζα δεν παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολής. Ό,τι έπραττε η Εναγόμενη Τράπεζα περιοριζόταν στην παραλαβή της αίτησης υπό την ιδιότητα της ως εκδότης των ΜΑΕΚ και τίποτε περισσότερο. Ειδικότερα, κρίνω ότι η αίτηση/Τεκμήριο 6 δεν αποτελεί εντολή προς την Εναγόμενη Τράπεζα και συνακόλουθα η Εναγόμενη Τράπεζα δεν παρείχε στον Ενάγοντα την υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολής. Ζ.
  2. Επενδυτική Υπηρεσία της Εκτέλεσης Εντολής Με το ίδιο σκεπτικό, κατά την παραχώρηση των ΜΑΕΚ στον Ενάγοντα η Εναγόμενη Τράπεζα δεν εκτελούσε οποιαδήποτε εντολή του αλλά διεκπεραίωνε την συγκεκριμένη πράξη της παραχώρησης των ΜΑΕΚ στον Ενάγοντα υπό την ιδιότητα του εκδότη αυτών. Κατά την παραχώρηση των ΜΑΕΚ στον Ενάγοντα από την εκδότρια εταιρεία, ήτοι την Εναγόμενη Τράπεζα, δεν διαβιβάστηκε και ούτε εκτελέστηκε οποιαδήποτε εντολή του Ενάγοντα. Στην ουσία η Εναγόμενη Τράπεζα παρέλαβε την αίτηση του Ενάγοντα και αφού εξέτασε όλες τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν, την αποδέχθηκε στο σύνολο της και παραχώρησε στον Ενάγοντα ΜΑΕΚ αξίας €45,000, ως εκδότης. Ζ. 2.
  3. Επενδυτική Υπηρεσία της Επενδυτικής Συμβουλής Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, o Ενάγοντας ουδέποτε αποτάθηκε και/ή συμβλήθηκε με την Εναγόμενη Τράπεζα για παροχή επενδυτικής υπηρεσίας και δεν υπάρχουν καν περιστάσεις από τις οποίες να προκύπτει ότι έστω εξυπακουόμενα υπήρχε συνενν

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.