← Κύπρος

Πίττας ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 453/09, 31/7/2018

Πίττας ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 453/09, 31/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A436 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 453/09 Μεταξύ: XXXXX Πίττας Ενάγοντος και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Θ. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Δ. Χατζηνέστωρος Για Εναγόμενη: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγων κτηματομεσίτης αξιώνει €279.356,33 (Λ.Κ.163.500) συν Φ.Π.Α. ως «κερδιθείσα» προμήθεια ύψους 3% δυνάμει κατ΄ ισχυρισμόν προφορικής συμφωνίας του με την Εναγόμενη κατά ή περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2005 και την επακολουθήσασα βάσει αυτής μεσολάβηση του στην εξεύρεση αγοραστή και την πώληση ακινήτου της Εναγομένης έναντι ποσού €9.311.877,80 (Λ.Κ.5.450.000). Η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση της παραδέχεται: - Ότι ο Ενάγων ήταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης κατέχοντας άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος. - Ότι η ίδια ήταν εμπορική τράπεζα. - Ότι το επίμαχο ακίνητο ήταν υποθηκευμένο στην ίδια προς εξασφάλιση χρεών της Emelcold Cyprus Ltd (εφεξής "η Emelcold"). - Ότι κατά ή περί τα τέλη του 2004 και κατά ή περί τις αρχές του 2005, από επαφές που είχε ο Ενάγων με την ίδια, τού έγινε σαφές, από αξιωματούχους και ή από πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την Εναγομένη να ενεργούν ως αντιπρόσωποι της, ότι το ακίνητο θα περνούσε στην κυριότητα της στο προσεχές μέλλον και η Εναγόμενη υπέδειξε στον Ενάγοντα ότι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις ήθελαν λάβει χώρα σε σχέση με το ακίνητο θα έπρεπε να γίνουν λαμβάνοντας υπόψιν τη μελλοντική κυριότητα και ή κατοχή και ιδιοκτησία του ακινήτου από την Εναγόμενη. - Ότι γνωστοποίησε στον Ενάγοντα πως το ακίνητο (εργοστάσιο) θα ερχόταν στην ιδιοκτησία της. - Ότι ο Ενάγων απέστειλε επιστολή ημερ. 30.9.05 σε υψηλόβαθμο στέλεχος της Εναγομένης (κ. XXXXX Χ" Θωμά, αργότερα κληθέντα ως Μ.Υ.). - Ότι κατά ή περί τις 31.1.06 το ακίνητο πωλήθηκε δυνάμει γραπτής συμφωνίας από την Emelcold στην Aurigal Ventures Ltd (εφεξής «η Aurigal»), η οποία ανήκε εξ ολοκλήρου στην Εναγομένη, για το ποσό των €6.834.405,70 (Λ.Κ.4.000.000). - Ότι οι μετοχές της πιο πάνω θυγατρικής Aurigal πιο ύστερα πωλήθηκαν στη Cyprus Radioeletrix Company Ltd (εφεξής «η CRC») για το ποσό των €9.311.877,80 (Λ.Κ.5.450.000). Εκτός από τις πιο πάνω παραδοχές της, η Εναγόμενη αρνείται το υπόλοιπο μέρος της έκθεσης απαίτησης και ειδικά ότι εξουσιοδότησε γραπτώς ή προφορικώς τον Ενάγοντα να εξεύρει αγοραστή για το επίμαχο ακίνητο. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση του ο Ενάγων κατέθεσε ο ίδιος ως Μ.Ε.1 και κάλεσε περαιτέρω τον κ. XXXXX Πρωτοπαπά ως Μ.Ε.

  1. Η Εναγόμενη κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα τον κ. XXXXX Χατζηθωμά ως Μ.Υ. Ο Ενάγων παρουσίασε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του σχετική γραπτή δήλωση του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, μέσω της οποίας παρουσίασε σειρά εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1-
  2. Στο Έγγραφο Α ο Ενάγων παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης αρχίζοντας από την εξουσιοδότηση την οποία αρχικά έλαβε από την Emelcold το 2001 για την εξεύρεση αγοραστή για το εργοστάσιο της επί του ακινήτου, μέχρι και το 2005 που ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Ε.
  3. Εξηγεί περαιτέρω ότι λόγω της υποθήκης, είχε επαφές και με την Εναγόμενη περί τις αρχές του
  4. Συγκεκριμένα ο Μ.Υ. του είχε αναφέρει πως επειδή το ακίνητο θα «περνούσε» στην ιδιοκτησία της τράπεζας, οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις σε σχέση με αυτό θα έπρεπε να γίνουν λαμβάνοντας υπόψιν την μελλοντική κυριότητα από την Εναγόμενη. Είπε περαιτέρω, ότι στη βάση της πιο πάνω υπόδειξης είχε αλληλογραφία με τον Μ.Ε.2 εντός Ιανουαρίου του 2005 ενώ αργότερα τον Σεπτέμβριο του 2005 είχε συνάντηση και με τον Μ.Υ. κατά την οποία του ζητήθηκε να συνεχίσει τις προσπάθειες για εξεύρεση αγοραστή. Αργότερα, περί τις 29-30 Σεπτεμβρίου του 2005 στο γραφείο του Μ.Υ. συμφώνησαν όπως ο Ενάγων ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος κτηματομεσίτης για λογαριασμό της Εναγομένης έναντι προμήθειας ύψους 3%. Στις 30.9.05 κατόπιν οδηγιών του Μ.Υ. ο Ενάγων απέστειλε και επιστολή ως επιβεβαίωση της συμφωνίας. Ο ίδιος είχε εισηγηθεί και τον τρόπο αγοράς μέσω θυγατρικής εταιρείας και ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Ε.2, ο οποίος συμφώνησε. Εντός Φεβρουαρίου του 2006 μέσω άλλης επιστολής διαμαρτυρήθηκε προς την Εναγομένη όταν έμαθε πως εκπρόσωποι της με τον Μ.Ε.2 επισκέφθηκαν το εργοστάσιο χωρίς να ενημερώσουν τον ίδιο. Αναμένοντας απάντηση πληροφορήθηκε από την Emelcold ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε στην Εναγομένη στις 31.1.
  5. Είναι η θέση του πως με την πώληση από την Emelcold στην Aurigal και την ενεργοποίηση της συμφωνίας του με την Εναγομένη η μετέπειτα πώληση από την Aurigal στη CRC εσήμαινε την ουσιαστική πώληση του ακινήτου, δηλαδή την επιτυχή διαμεσολάβηση του στην επίτευξη της πώλησης. Παρά δε την αρνητική στάση της Εναγομένης ο ίδιος συνέχισε τη διαμεσολάβηση για την ολοκλήρωση της αγοράς από τη CRC, πράγμα το οποίο επετεύχθη περί τα τέλη του 2007 και αρχές του
  6. Κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε στην εξουσιοδότηση από την Emelcold, στη σχέση του με τον Μ.Ε.2 και τη CRC, καθώς και στις επαφές του με αξιωματούχους της Εναγομένης. Ειδικά για τη συνάντηση του με τον Μ.Υ. είπε πως ίσως να είχε αναφέρει σε εκείνον το όνομα του αγοραστή αλλά δεν ήταν βέβαιος αν το έπραξε. Προσέθεσε πως σε εκείνη τη συνάντηση ο Μ.Υ. του είπε ότι το ακίνητο θα το έπαιρνε η Εναγόμενη και γι΄ αυτό να διαπραγματευτεί μαζί τους και όχι με τον Ηλιάδη (της Emelcold). Στην ίδια συνάντηση συζήτησαν για το ποιος ήταν ο ενδιαφερόμενος αγοραστής και ο Μ.Υ. του είχε πει να στείλει επιστολή για να είναι «καλυμμένος» με την προμήθεια του, για την οποίαν ο ίδιος (Ενάγων) είχε δηλώσει εκεί πως ήταν 3%, οπότε μετά έστειλε και την επιστολή. Σε άλλη σχετική ερώτηση διευκρίνισε πως είχε βρει ήδη τον αγοραστή αλλά δεν τον αποκάλυψε εκείνη τη μέρα στον Μ.Υ. Υποστήριξε ότι όταν κατά τον Ιανουάριο του 2005 είχε εξεύρει αγοραστή, δεν ενεργούσε πλέον για την Emelcold και την οικογένεια Ηλιάδη, καθότι είχε τηλεφωνήσει στον Μ.Υ. και τον ρώτησε με ποιον έπρεπε να διαπραγματευτεί, αν και δέχθηκε ότι ευρίσκοντο ακόμα σε ισχύ οι οδηγίες της Emelcold. Δεν γνώριζε αν ο Μ.Ε.2 είχε μιλήσει με εκπροσώπους της Εναγομένης πριν τη συνάντηση ημερ. 30.9.
  7. Ήταν η θέση του πως τόσο ο Μ.Ε.2 (CRC) όσο και η Εναγόμενη ήταν πελάτες του. Επέμεινε δε ότι την πρόταση για εξόφληση της αμοιβής του με ποσό Λ.Κ.10.000 την είχε υποβάλει στον ίδιο ο Μ.Υ. Δέχθηκε ότι ακόμα και μετά την άρνηση της Εναγομένης ο ίδιος συνέχισε να ενεργεί σε σχέση με τη μεταβίβαση, για να τελειώσει την πράξη ο Μ.Ε.2 ενώ με την Εναγόμενη είχε διακόψει επαφές από τον Μάιο του
  8. Ο Μ.Ε.1 XXXXX Πρωτοπαπάς στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Β, εξήγησε τη σχέση του με τον Ενάγοντα, ο οποίος τον είχε ενημερώσει για τη διαθεσιμότητα του επίμαχου ακινήτου προς πώληση και ότι θα προέβαινε σε επαφές με την Emelcold σχετικά με την αγορά του. Ο Ενάγων τον είχε ενημερώσει επίσης για την υποθήκη της Εναγομένης και ότι με αυτή θα έπρεπε να γίνουν οι όποιες συζητήσεις, με στελέχη της οποίας είχε πολύ καλές σχέσεις και ο ίδιος (ο Μ.Ε.2). Τον Ιανουάριο του 2005 ο Ενάγων τού απέστειλε δια επιστολών τα στοιχεία του κτήματος και στις αρχές του 2006 (ο Μ.Ε.2) επιθεώρησε, με εκπροσώπους της Εναγομένης, το ακίνητο. Όμως η πρώτη φορά που επικοινώνησε με την Εναγομένη ήταν περί τα τέλη του 2005 προς αρχές του
  9. Μέχρι και τη μεταβίβαση των μετοχών της Aurigal στη CRC ο Ενάγων συνέχισε να μεσολαβεί για την πώληση, όπως π.χ. έπραξε για τη μετακόμιση του XXXXX Ηλιάδη από το ακίνητο. Περί τα μέσα του 2006 ο Μ.Ε.2 συμφώνησε με την Εναγομένη την αγορά έναντι €4.8εκ. αλλά αργότερα κατέβαλε το ποσό των €5.450εκ. Επέμεινε ότι αν δεν ήταν ο Ενάγων και αν δεν του είχε προτείνει το ακίνητο δεν θα προχωρούσε στην αγορά του, όπως ούτε και η Εναγόμενη θα γνώριζε για το ενδιαφέρον του αν δεν την ενημέρωνε σχετικά ο Ενάγων. Προφορικά εξήγησε την προτροπή του Ενάγοντος για αγορά του ακινήτου αντί της ανέγερσης νέων αποθηκών, καθώς και το ότι είχε πει στον Ενάγοντα ότι θα το διαπραγματευόταν μόνος του με την Εναγομένη, πράγμα που έπραξε συναντώντας τον κ. Επαμεινώνδου. Ως προς τη μέθοδο μεταβίβασης που βρέθηκε είπε πως αυτό ήταν θέμα του ελεγκτή και γι΄ αυτό είχε πάρει μαζί του στις διαπραγματεύσεις τον κ. Χριστοφόρου της Deloitte. Ο Μ.Ε.2 παρουσίασε επιστολή του προς την Εναγομένη ημ. 12.1.07 ως Τεκμήριο 29 και πρακτικά συνάντησης και συμφωνίας του με την Εναγομένη ημερ. 7.9.07 ως Τεκμήριο
  10. Αντεξεταζόμενος είπε πως δεν ήταν δική του ιδέα και δεν γνώριζε για ποιο λόγο αναφέρθηκαν κάποιες λεπτομέρειες στο Έγγραφο Β, αν και αυτές ήταν μέρος των όσων έγιναν. Εξήγησε ότι πάντοτε ενημέρωνε τον Ενάγοντα για τα όσα εγίνοντο διότι «υποτίθεται ότι εκείνος ήταν αναμεμειγμένος», αλλά αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε διορίσει τον Ενάγοντα για να του εξεύρει ακίνητο προς αγορά. Ο Μ.Ε.2 δεν ενθυμείτο πότε επικοινώνησε για πρώτη φορά με την Εναγομένη, λέγοντας πως ήταν προς το 2005 με 2006, ούτε με ποιον αξιωματούχο της είχε την πρώτη επικοινωνία του, αλλά είπε ότι συζητούσε το θέμα με διάφορους και όλοι ήξεραν την υπόθεση. Ο ίδιος δεν είπε στην Εναγομένη κάτι για τον Ενάγοντα και δεν ενθυμείτο αν από την Εναγομένη του είχαν πει πως θα ενημερωθεί από τον Ενάγοντα. Ούτε ενημερώθηκε για τη διαφορά η οποία προέκυψε με τον Ενάγοντα και δεν ενθυμείτο την επιστολή - Τεκμήριο
  11. Δέχθηκε πως προσέγγισε την Εναγομένη με δική του πρωτοβουλία προσθέτοντας πως αν ερωτήθηκε σχετικά είπε στην Εναγομένη πως ο Ενάγων του εισηγήθηκε το ακίνητο. Αρνήθηκε ότι είπε οποτεδήποτε στην Εναγόμενη ότι θα διευθετούσε ο ίδιος την αμοιβή του Ενάγοντος. Ο Μ.Υ. κ. XXXXX Χατζηθωμάς στη δική του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Γ, εξήγησε τη δική του εμπλοκή στην υπόθεση, υπό την ιδιότητα του ως λειτουργός της Εναγομένης, λέγοντας αρχικά ότι η τελευταία θα αποκτούσε το ακίνητο έναντι χρεών της Emelcold προς την Τράπεζα. Αναφέρθηκε στη συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα κατά τον Σεπτέμβριο του 2005 δεχόμενος ότι ο Ενάγων ενδιαφέρθηκε να μεσολαβήσει για την πώληση αλλά τόνισε ότι ο ίδιος δεν είχε εξουσιοδότηση να εγκρίνει ένα τέτοιο αίτημα του και γι΄ αυτό τον παρότρυνε αν είχε τέτοιο αίτημα να αποστείλει σχετική επιστολή ούτως ώστε να εξεταστεί από τα αρμόδια πρόσωπα. Μετά τη συνάντηση ο Μ.Υ. ενημέρωσε σχετικά τον κ. Επαμεινώνδου ο οποίος απάντησε πως ήδη είχε επικοινωνήσει κάποιος ενδιαφερόμενος αγοραστής, ήτοι ο Μ.Ε.2, για τον οποίο του είπε ότι εξέφρασε σοβαρό ενδιαφέρον για την αγορά. Κατόπιν συνεννόησης με τον συνάδελφο του δεν απαντήθηκε η επιστολή του Ενάγοντος και εν τω μεταξύ εγίνοντο διαπραγματεύσεις με τον Μ.Ε.2 για την πώληση, ενώ παράλληλα το ακίνητο αποκτήθηκε από τη θυγατρική εταιρεία της Εναγομένης, την Aurigal κατόπιν συμφωνίας πώλησης από την Emelcold (Τεκμήριο 13). Όταν ο Ενάγων απαίτησε προμήθεια με σχετική επιστολή (Τεκμήριο 10) ο Μ.Υ. του απάντησε με το Τεκμήριο 15 ότι ουδέποτε η Εναγόμενη τού είχε αναθέσει την πώληση και ότι δεν του όφειλε οποιαδήποτε προμήθεια. Σε νεώτερη επιστολή του Ενάγοντος, Τεκμήριο 16, απάντησε με το Τεκμήριο 17, την οποία κοινοποίησε και στον Μ.Ε.
  12. Ακολούθησε η μεταβίβαση των μετοχών της Aurigal στη CRC βάσει σχετικής συμφωνίας (Τεκμήριο 23). Ήταν η τελική θέση του Μ.Υ. πως ουδέποτε διόρισαν τον Ενάγοντα αλλά αντιθέτως μόλις πληροφορήθηκε τις θέσεις του η Εναγόμενη τοποθετήθηκε ξεκάθαρα ότι δεν τον είχε διορίσει οποτεδήποτε, πράγμα που φαίνεται και από το ότι κανένας ποτέ δεν ενημέρωσε τον Ενάγοντα για τις διαπραγματεύσεις ή άλλη εξέλιξη και δεν έγινε ούτε μια συνάντηση στην παρουσία του. Αντεξεταζόμενος είπε μεταξύ άλλων πως ο λόγος για τον οποίο ο Ενάγων ζήτησε να τον δει ήταν για το κατά πόσον θα δικαιούτο να εκπροσωπούσε ως κτηματομεσίτης την Εναγόμενη οπότε του είπε να στείλει επιστολή, χωρίς όμως ο Ενάγων να του είχε αναφέρει κάτι για τον Μ.Ε.2 σε εκείνη τη συνάντηση. Για τον Μ.Ε.2 έμαθε αργότερα από τον κ. Επαμεινώνδου. Για το θέμα της επιστολής είπε πως είχε πει στον Ενάγοντα να στείλει μια επιστολή, αν ήθελε να διοριστεί επίσημα κτηματομεσίτης. Επέμεινε στη θέση πως πριν παραλάβει το Τεκμήριο 7 έμαθε από τον κ. Επαμεινώνδου ότι ενδιαφέρετο ο Μ.Ε.2 για αγορά, ο οποίος είχε επικοινωνήσει κατευθείαν. Αντί όμως ο Ενάγων να στείλει μια επιστολή ζητώντας να εκπροσωπεί την Εναγομένη καθώς και την προμήθεια που θα ήθελε, έστειλε το Τεκμήριο
  13. Επέμεινε πως ο ίδιος δεν διόρισε τον Ενάγοντα ούτε και είχε εξουσία να πράξει κάτι τέτοιο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή τους μάρτυρες και έχω εξετάσει με αντίστοιχη προσοχή το σύνολο της προφορικής και γραπτής μαρτυρία, σύμφωνα με τις καλώς καθιερωμένες νομικές αρχές και είμαι σε θέση να προβώ στην εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων επί γεγονότων και στην εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων επ΄ αυτών, όπου είναι αναγκαίο, προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων της υπόθεσης. Όσον αφορά τον ίδιο τον Ενάγοντα η εικόνα η οποία αναδύεται από την παρουσία του στο Δικαστήριο και τη μαρτυρία του είναι πως δεν παρέμεινε σταθερός σε μία συγκεκριμένη εκδοχή επί των γεγονότων και των θέσεων τις οποίες προέβαλλε. Το βασικό χαρακτηριστικό του είναι πως μπορούσε με άνεση και ευκολία να υποστηρίζει είτε την ίδια στιγμή είτε διαδοχικά στις απαντήσεις του διαφορετικές θέσεις οι οποίες στις πλείστες των περιπτώσεων ήταν διαζευκτικές και αντιφατικές μεταξύ τους. Βασικά έδωσε έντονα την εικόνα ότι δεν περιέγραφε τα γεγονότα στη βάση των όσων βίωσε αλλά κατά το δοκούν στα πλαίσια της επιμονής και βασικής επιδίωξης να πείσει ότι υπήρξε συμφωνία για τον διορισμό του. Αρκετές από τις θέσεις του δεν συνάδουν με την έγγραφη μαρτυρία ή άλλες δικές του ενέργειες ή παραλείψεις. Γενικά, ως θα αναλυθεί και κατωτέρω, η μαρτυρία του δεν χαρακτηρίζεται από σταθερότητα, συνοχή ή πειστικότητα τέτοια η οποία θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτή όσον αφορά τα ουσιώδη και αμφισβητούμενα στην υπόθεση επίδικα ζητήματα γεγονότων. Όσον αφορά τον Μ.Ε.2 σχημάτισα την εικόνα και την έντονη πεποίθηση ότι περιγράφοντας τα γεγονότα, βασική του προσπάθεια και μέριμνα ήταν αφενός να μην θεωρηθεί ο ίδιος καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ως υπεύθυνος για καταβολή προμήθειας και αφετέρου να ενισχύσει όσο το δυνατό περισσότερο την εκδοχή του Ενάγοντος. Στα ουσιώδη σημεία ακολούθησε και ο ίδιος παραπλήσια τακτική (με τον Ενάγοντα) ήτοι υποστηρίζοντας παράλληλες εκδοχές οι οποίες όμως δεν συνήδαν μεταξύ τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η θέση του ότι από τον Ιανουάριο του 2005 και μετά και δεν ασχολείτο με το θέμα αλλά και διαπραγματευόταν ταυτόχρονα. Σε καμιά περίπτωση δεν έπεισε ότι στο διάστημα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2005 δεν είχε επικοινωνήσει με την Εναγομένη. Ο ίδιος ανέλαβε από την πρώτη στιγμή τις διαπραγματεύσεις, τις οποίες χειρίστηκε μάλιστα μέχρι τέλους χωρίς να διαφανεί σε καμιά περίπτωση αναγκαιότητα για εμπλοκή του Ενάγοντος στα όσα συζητούσε με την Εναγομένη. Έχω τη γνώμη πως ο Μ.Ε.2 είχε πλήρη γνώση για τη σημασία των επαφών του με την Εναγομένη προ και μετά τον Σεπτέμβριο του 2005 και επιμελώς απέφυγε να παραθέσει τα γεγονότα όπως είχαν εξελιχθεί. Όσον αφορά τον Μ.Υ. γενικά σχημάτισα καλή εικόνα. Σε καμιά περίπτωση δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει τα γεγονότα ή να παραπλανήσει κατ΄ άλλον τρόπο το Δικαστήριο. Δεν παραγνωρίζω καθόλου την υπηρεσιακή σχέση που είχε με την Εναγόμενη πλην όμως δεν θεωρώ ότι για ένα τέτοιο λόγο θα ήταν διατεθειμένος να ψευδομαρτυρήσει αλλοιώνοντας τα γεγονότα. Επέμεινε ότι για πρώτη φορά μίλησε με τον Ενάγοντα για το θέμα τον Σεπτέμβριο του 2005 και πράγματι επεβεβαιώθηκε με σχετική υποβολή και από την άλλη πλευρά. Τα όσα ανέφερε για τη συνάντηση έχουν συνοχή, συνάδουν με τη λογική των πραγμάτων και ενισχύονται από τα όσα ακολούθησαν, όπως εξηγείται κατωτέρω. Αισθάνομαι ασφαλής όπως στηριχθώ στη δική του μαρτυρία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και ιδίως για τα διαμειφθέντα στην επίμαχη συνάντηση του με τον Ενάγοντα, η οποία αποτέλεσε και το βασικό ζήτημα από πλευράς γεγονότων. Όπως έχει ήδη βέβαια διαφανεί, σημαντικό μέρος των διαδραματισθέντων συνιστά κοινό υπόβαθρο γεγονότων ή αναντίλεκτα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, στα οποία θα γίνεται κατωτέρω αναφορά αναλόγως των αναγκών. Εν πρώτοις να σημειωθεί πως μέσω των δικογράφων είναι παραδεκτό πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων ήταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης κατέχοντας άδεια ασκήσεως επαγγέλματος από το αρμόδιο Συμβούλιο Εγγραφής και η Εναγόμενη ήταν δεόντως εγγεγραμμένη εμπορική τράπεζα. Το επίμαχο ακίνητο στον Στρόβολο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο έφερε αρ. εγγρ. L385 και πιο ύστερα 7447 (εφεξής «το ακίνητο») και ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της Emelcold ως χωράφι με δύο αποθήκες. Επ΄ αυτού ευρίσκετο το εργοστάσιο της εν λόγω εταιρείας, η οποία ανήκε στην οικογένεια XXXXX Ηλιάδη, τον οποίο μετά τον θάνατο του διαδέχθηκε ο γιος του, Γιώργος Ηλιάδης. Το ακίνητο είχε υποθηκευθεί σε άγνωστο χρόνο προς όφελος της Εναγομένης ως εξασφάλιση δανείων τα οποία είχε παραχωρήσει σε εταιρείες του Ομίλου Ηλιάδη, μεταξύ των οποίων στην Emelcold. Στις 30.5.01 η Emelcold, μέσω του Γενικού Διευθυντή της XXXXX Ηλιάδη, υπέγραψε έγγραφο προς τον Ενάγοντα με το οποίο τού έδωσε «αποκλειστική εξουσιοδότηση» (Τεκμήριο 4) για εξεύρεση αγοραστού είτε του εργοστασίου έναντι Λ.Κ.2.800.000 είτε ολόκληρου του τεμαχίου έναντι Λ.Κ.5.000.
  14. Όπως ο ίδιος ο Ενάγων δέχεται στο Έγγραφο Α, η εξουσιοδότηση προνοούσε μεν ότι θα ίσχυε μέχρι 31.12.01 αλλά, παρά ταύτα, με υπόδειξη της Emelcold ο ίδιος συνέχισε και αργότερα να ενεργεί ως κτηματομεσίτης-μεσολαβητής για την εξεύρεση αγοραστού για το ακίνητο. Ουσιαστικά δεν έχει αναφερθεί κάτι σχετικό με τερματισμό οποτεδήποτε αυτής της εξουσιοδότησης. Με δεδομένη τη θέση του Ενάγοντος αυτονόητο είναι πως από το 2001 μέχρι και το 2005 δεν είχε εξευρεθεί κατάλληλος αγοραστής για το συγκεκριμένο ακίνητο. Ο Ενάγων δέχεται ότι γνώριζε ήδη τον Μ.Ε.2, διευθυντή και ιδιοκτήτη της Emelcold. Όπως λεπτομερέστερα εξήγησε ο ίδιος ο Μ.Ε.2, μεταξύ τους υπήρχε μακρά συνεργασία από το 1999 και πολλές φορές συζητούσαν διάφορα ζητήματα τα οποία είχαν σχέση με κτηματικής φύσεως υποθέσεις. Η μαρτυρία και των δύο ταυτίζεται στο ότι τον Ιανουάριο του 2005 ο Μ.Ε.2 ενημέρωσε τον Ενάγοντα περί του ότι η CRC ζήτησε προσφορές για την ανέγερση ιδιόκτητων αποθηκών εμβαδού 6.000τ.μ. και ότι αυτές θα κόστιζαν περί τα €3.5εκ. Ήταν καθόλα εύλογο πως ο Ενάγων ευρισκόμενος ακόμα υπό την εξουσιοδότηση της Emelcold, ενημέρωσε αμέσως τον Μ.Ε.2 για τη διαθεσιμότητα του ακινήτου της τελευταίας έναντι €5εκ. λαμβάνοντας υπόψιν ότι το εργοστάσιο παρείχε τη δυνατότητα εξασφάλισης αποθηκών εμβαδού 19.000τ.μ. δηλαδή αποτελούσε πολύ συμφερότερη επιλογή. Έχει τη σημασία του το ότι ο Ενάγων αναφερόμενος στη σχετική συνομιλία τους χρησιμοποιεί τον πληθυντικό («. γιατί να δώσουμε 3,5εκ. . και να μην δώσουμε 5εκ. . να πιάσουμε 20 σκάλες το εργοστάσιο .»). Ο Μ.Ε.2 επέδειξε άμεσο ενδιαφέρον, όπως επί λέξει εξηγεί και ο Ενάγων στο Έγγραφο Α. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία πως κάποια στιγμή κατ΄ εκείνη τη χρονική περίοδο ο Ενάγων επικοινώνησε και με λειτουργούς της Εναγομένης. Αυτό είναι παραδεκτό μέσα από την Υπεράσπιση. Είναι χρήσιμο να διακριβωθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια το πότε πραγματοποιήθηκε αυτή η συγκεκριμένη επικοινωνία του Ενάγοντος με την Εναγομένη και κυρίως κατά πόσον ήταν προ ή μετά τη συνομιλία του με τον Μ.Ε.2, ιδίως επειδή η δικογραφική παραδοχή αφορά το ευρύτατο και κάπως αόριστο διάστημα «κατά ή περί τα τέλη του έτους 2004 και κατά ή περί τις αρχές του έτους 2005» και επειδή ο ακριβής χρόνος έχει κάποια σημασία στην κατανόηση των γεγονότων. Άσχετα από κάποιες παλαιότερες ή τυχαίες κοινωνικές επαφές του με γνωστούς σημειώνεται πως προφορικά ο Ενάγων αναφερόταν σε μια και συγκεκριμένη επικοινωνία κατά την οποία κατέστη σαφές ότι η Εναγομένη θα αποκτούσε το ακίνητο και ότι οι διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να γίνουν λαμβάνοντας υπόψιν την αλλαγή αυτή. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να εκληφθεί ως δεδομένο πως ο Ενάγων, ως ένας έμπειρος και ικανός κτηματομεσίτης, γνώριζε στα πλαίσια της εξουσιοδότησης του από την Emelcold πως το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο στην Εναγομένη. Όπως πολύ αργότερα κατέγραψε στο Τεκμήριο 28 (25.02.08) ήταν δύσκολη η εξεύρεση αγοραστού λόγω των διαφόρων οικονομικών προβλημάτων των πωλητών. Αυτή δηλαδή δεν ήταν μια πληροφορία την οποία θα μάθαινε μετά την εισήγηση προς τον Μ.Ε.
  15. Την ήξερε. Λογικό είναι να το είχε αναφέρει και αυτό όταν εισηγήθηκε την αγορά του στον Μ.Ε.2, ενημερώνοντας τον βασικά για όσες γενικές πληροφορίες κατείχε και ο ίδιος εκείνη τη στιγμή. Μάλιστα η γνώση του για την υποθήκη ήταν ο λόγος που δημιουργούσε την ανάγκη συνεννόησης με την Εναγομένη, αφού, όπως διαφαίνεται και από τα κατωτέρω, ο ίδιος γνώριζε την αναγκαιότητα έγγραφης συγκατάθεσης του δανειστή (προφανώς στη βάση του άρθρου 31

(2)του Κεφ. 224). Από την άλλη πλευρά όμως δεν υπάρχει και καμιά ένδειξη ή στοιχείο ότι η αναφερόμενη αρχική επαφή του Ενάγοντος με την Εναγομένη είχε προηγηθεί της συνεννόησης του με τον Μ.Ε.
  1. Αντιθέτως, μάλιστα, υπάρχουν σαφή στοιχεία ότι η επαφή του με την Εναγόμενη έγινε μετά την εισήγηση του προς τον Μ.Ε.2 και μάλιστα έγινε εξαιτίας της έκφρασης ενδιαφέροντος από τον τελευταίο. Χρήσιμα συμπεράσματα δύνανται να εξαχθούν από την αλληλογραφία του Ενάγοντος με τον Μ.Ε.2 για το θέμα. Είναι σημαντικό πως πολύ σύντομα μετά την εισήγηση του προς τον Μ.Ε.2, ο Ενάγων τού απέστειλε και επιστολή ημερ. 24.1.05 (Τεκμήριο 5) με το εξής περιεχόμενο: «Μετά από την συνάντησή μας το Σάββατο, σας στέλλω περισσότερες πληροφορίες για το εργοστάσιο του XXXXX ΗΛΙΑΔΗ στην οδό Καλαμών. Το κτήμα είναι εγγεγραμμένο στην εταιρεία EMELCOLD CYPRUS LTD', έχει εμβαδόν 25380 τ.μ. και προσφέρεται για πώληση. Δεικνύεται με τόξα στο τοπογραφικό σχέδιο. Επίσης σου στέλλω και το νέο οδικό δίκτυο. Το νοτιοδυτικό μέρος αποτελείται από: ................. Το βορειοδυτικό μέρος αποτελείται από: ................. Τιμή πώλησης: Θα συζητήσεις με τους φίλους σου στην Ελληνική, τους κ.κ. XXXXX Κυριακίδη και XXXXX Χατζηθωμά. Αύριο θα σε ενημερώσω τι χρειάζεται για να πάρει τελική έγκριση το κτίριο. Επίσης θα σε προμηθεύσω με βιντεοταινία για το κτίριο. Είμαι στη διάθεσή σου για περισσότερες πληροφορίες». Η αναφορά του Ενάγοντος σε προηγηθείσα συνάντηση τους «το Σάββατο», χωρίς δηλαδή ημερομηνία, καταδεικνύει πως αυτή είχε πραγματοποιηθεί το αμέσως προηγηθέν Σάββατο, ήτοι στις 22.1.05 ενώ η αναφορά του στο ότι στέλλει «περισσότερες πληροφορίες» καταδεικνύει πως βασικά απέστειλε λεπτομερέστερα στοιχεία και ειδικότερη ενημέρωση την οποία δεν κατείχε στις 22.1.05 κατά την αρχική εισήγηση του, (εξ ου και αναφέρεται σε «περισσότερες»). Αυτό ισχύει ειδικά για τα ονόματα των λειτουργών της Εναγομένης, τα οποία λογικό είναι να μην τα γνώριζε το Σάββατο. Όπως και ο ίδιος ο Ενάγων παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος (και παρά την όποια αρχική προσπάθεια να το αρνηθεί) εκείνη την περίοδο δρούσε στα πλαίσια των οδηγιών της Emelcold και γι΄ αυτό, (όπως εξήγησε) επικοινώνησε με τον δανειστή, δηλαδή την Εναγομένη. Όπως είπε συγκεκριμένα, πριν την επιστολή προς τον Μ.Ε.2 είχε τηλεφωνήσει στην Εναγομένη ενημερώνοντας ότι έχει «πελάτη» και ρωτώντας με ποιον έπρεπε να διαπραγματευτεί. Είπε επί λέξει: «Ήμουν με τις οδηγίες της Emelcold, με τη διαφορά για να πωλήσει η Emelcold ήθελε την έγγραφη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή, που ήταν η Ελληνική Τράπεζα, γι' αυτό είχα έρθει σε επαφή με την Ελληνική Τράπεζα και λέω "παιδιά, τι κάνουμε δαμέ; Συζητούμε με τον Ηλιάδη ή συζητώ μαζί σας;" και λέει μου "όχι, θα συζητάς μαζί μου, γιατί θα πιάσουμε το εργοστάσιο εμείς"». Αυτό εννοεί και στο Έγγραφο Α (§7) ο Ενάγων όταν αναφέρει αναλυτικότερα πως τού είχαν πει τότε ξεκάθαρα ότι το ακίνητο θα περιέρχετο σε σύντομο χρόνο στην ιδιοκτησία της Εναγομένης και ότι οι οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις που θα γίνοντο σε σχέση με το ακίνητο θα έπρεπε να γίνουν λαμβάνοντας υπόψιν την μελλοντική κυριότητα από την Εναγομένη. Πιο κάτω μάλιστα (§8) αναφέρει πως «ενεργώντας με βάση την πιο πάνω υπόδειξη» απέστειλε τις δυο επιστολές στον Μ.Ε.
  2. Υπενθυμίζεται δε, πως στην πρώτη του επιστολή ημερ. 24.1.05 (Τεκμήριο 5) ο Ενάγων ανέφερε, σχετικά με την τιμή πώλησης, πως ο Μ.Ε.2 θα συζητήσει με τους φίλους του στην Εναγομένη, XXXXX Κυριακίδη και XXXXX Χατζηθωμά (Μ.Υ.). Βασικά το μόνο λογικό και ασφαλές συμπέρασμα είναι πως ο Ενάγων ακούοντας τον φίλο του τον Μ.Ε.2 το Σάββατο 22.1.05 να αναφέρεται σε ανέγερση αποθηκών τού πρότεινε προς αγορά το υφιστάμενο εργοστάσιο της Emelcold και τη Δευτέρα που ακολουθούσε (24.1.05), μετά από επικοινωνία του και με την Εναγομένη τον ενημέρωσε γραπτώς με περαιτέρω πληροφορίες, μεταξύ των οποίων και τα ονόματα των δύο λειτουργών της Εναγομένης για συζήτηση της τιμής, τα οποία ονόματα λογικά είχε πληροφορηθεί κατά την επικοινωνία του με την Εναγόμενη. Λογικό είναι πως αν τα γνώριζε από προηγουμένως θα τα έλεγε το Σάββατο στον Μ.Ε.2 και δεν θα απαιτείτο να τα καταγράψει στην επιστολή ως «περισσότερες πληροφορίες». Υπενθυμίζεται επίσης ότι ο Μ.Ε.2 αναφέρει στο Έγγραφο Β πως ο Ενάγων τού είχε πει ότι το ακίνητο λόγω της υποθήκης θα περιέρχετο στην κατοχή της Εναγομένης και ότι οι συζητήσεις θα έπρεπε να γίνονταν με την Εναγομένη οπότε τού απάντησε πως τη συζήτηση για την τιμή θα την αναλάμβανε ο ίδιος (ο Μ.Ε.2). Είναι βέβαια προφανές πως ο Ενάγων δεν θα μπορούσε να είχε ενημερώσει για τα πιο πάνω πριν καν και ο ίδιος τα μάθει από την Εναγομένη. Άρα ο Ενάγων ενημέρωσε τον Μ.Ε.2 μετά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε τουλάχιστον για το ότι το ακίνητο θα περιέρχετο στην Εναγόμενη και κυρίως για το ότι η τιμή θα συζητείτο με την ίδια, θέμα το οποίο ανέλαβε ο Μ.Ε.2, όπως ο ίδιος αναφέρει επίσης στο Έγγραφο Β (§6). Να σημειωθεί εδώ πως μέχρι αυτό το χρονικό σημείο καμιά αναφορά και κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται από τον Ενάγοντα για συζήτηση με οποιονδήποτε λειτουργό της Εναγομένης περί διαμεσολάβησης του ως κτηματομεσίτη εκ μέρους της Εναγομένης. Ούτε φαίνεται να ανέφερε οτιδήποτε σχετικό (σε λειτουργό της Εναγομένης) πράγμα το οποίο τουλάχιστον προκαλεί απορία και εντύπωση, εάν πράγματι αυτή ήταν η αντίληψη και πρόθεση του. Ήταν ένας έμπειρος κτηματομεσίτης ο οποίος κατείχε και δρούσε στα πλαίσια μιας παλαιάς εξουσιοδότησης της ιδιοκτήτριας εταιρείας, οπότε θα ανέμενε κάποιος πως μόλις ενημερώθηκε ότι το ακίνητο θα το αποκτούσε η τράπεζα και άρα οποιαδήποτε συναλλαγή θα εγίνετο από την ίδια, θα ξεκαθάριζε τη δική του θέση και θα διευκρίνιζε από την πρώτη στιγμή τους δικούς του όρους εντολής ή διαμεσολάβησης, καθώς και αμοιβής. Αντί τούτου, περισυνέλεξε πληροφορίες τις οποίες έδωσε στον φίλο του τον Μ.Ε.2, τον οποίον χειριζόταν ως πελάτη και τον οποίον παρέπεμψε να συζητήσει με τους δικούς του φίλους στην Εναγομένη. Δεν εξήγησε ο Ενάγων με ποιο τρόπο διασφάλιζε τη δική του αμοιβή αν τις επόμενες μέρες ο Μ.Ε.2, συμμορφούμενος με την παρότρυνση του, συζητούσε με την Εναγόμενη και κατέληγε σε συμφωνία για αγορά του ακινήτου σε εκείνο το στάδιο, δηλαδή πριν ο ίδιος συναντήσει ή διευθετήσει οτιδήποτε με κάποιον της τράπεζας. Εν πάση περιπτώσει την επόμενη μέρα, 25.1.05, έστειλε νέα επιστολή στον Μ.Ε.2 παραθέτοντας πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες ως προς τα απαιτούμενα για εξασφάλιση τελικής έγκρισης του εργοστασίου, καθώς και βιντεοταινία του κτηρίου (Τεκμήριο 7). Δεν πρέπει δε να διαφύγει την προσοχή το γεγονός της συνεχόμενης, γραπτής και λεπτομερούς ενημέρωσης προς τον Μ.Ε.2 μέσω επιστολών, τον οποίον, επαναλαμβάνω, θεωρούσε επίσης πελάτη του πλέον, για το θέμα της αγοράς. Υπενθυμίζω προς τούτο τη δική του προφορική αναφορά πως και οι δύο ήταν πελάτες του, δηλαδή και η Εναγομένη αλλά και ο Μ.Ε.
  3. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε: «και οι δυο είναι πελάτες μου. Ο ένας πωλητής, ο άλλος αγοραστής» ενώ από το σύνολο της μαρτυρίας διαπιστώνεται ότι βασικά ο Ενάγων θεωρούσε όλους πελάτες του, ήτοι την αρχική ιδιοκτήτρια βάσει της εξουσιοδότησης, τη CRC ως υποψήφια αγοράστρια και την Εναγομένη ως μελλοντική ιδιοκτήτρια. Με δεδομένη την παραίνεση του Ενάγοντος προς τον Μ.Ε.2 (για απευθείας διαπραγμάτευση) και τη δήλωση του τελευταίου (ότι αυτό θα έπραττε) το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον ο Μ.Ε.2 είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με ιθύνοντες της Εναγομένης για το θέμα, πριν δηλαδή την παραδεκτή συνάντηση του Ενάγοντος με τον Μ.Υ. κατά τον Σεπτέμβριο του
  4. Να σημειωθεί, πριν από οτιδήποτε άλλο, πως ο Ενάγων δέχεται ότι μετά τον Ιανουάριο του 2005 «σχεδόν ανελλιπώς κάθε εβδομάδα» συζητούσε το θέμα με τον Μ.Ε.2 στο γραφείο του τελευταίου, με τον οποίο είχε, όπως είπε «περισσότερες συναντήσεις επεξηγηματικές», στο επόμενο χρονικό διάστημα. Παρά ταύτα όμως ο Ενάγων, όταν ερωτήθηκε σχετικά, είπε πως δεν ήταν σίγουρος κατά πόσον ο Μ.Ε.2 είχε ακολουθήσει την προτροπή του, προσθέτοντας χωρίς πειστικότητα πως από ό,τι τον είχε πληροφορήσει (ο Μ.Ε.2) δεν είχε μιλήσει μέχρι τον Σεπτέμβριο 2005 με κανέναν διότι ήταν στο στάδιο «να χτίσει ή να αγοράσει», υπονοώντας ότι ο Μ.Ε.2 προβληματιζόταν τι θα έκανε. Θεωρώ πως αν τον είχε πληροφορήσει κάτι τέτοιο ο Μ.Ε.2 τότε ο Ενάγων θα ήταν εξαρχής πολύ πιο σαφής και βέβαιος για την απάντηση του και δεν δέχομαι ότι παρότι τον έβλεπε κάθε εβδομάδα δεν γνώριζε τις κινήσεις του για το θέμα. Από δικής του πλευράς ο Μ.Ε.2 προέβαλε στο Έγγραφο Β (§8) πως η πρώτη φορά που επικοινώνησε με την Εναγομένη ήταν περί το τέλος του 2005 ή αρχές του
  5. Σε άλλο σημείο (§10) δέχθηκε ότι περί τα μέσα του 2006 είχε πλέον συμφωνήσει την αγορά με τον κ. Επαμεινώνδου για το ποσό των €4,8εκ. Το ότι υπήρξε συνάντηση του με εκπροσώπους της Εναγομένης στις 8 Μαΐου του 2006, στην οποίαν είχαν καταλήξει στην εν λόγω τιμή, δεν αμφισβητείται από οποιονδήποτε και μάλιστα αποτέλεσε και σαφή θέση του Ενάγοντος στην επιστολή ημερ. 15.05.06 (Τεκμήριο 16) ότι στην εν λόγω συνάντηση είχαν συμφωνήσει (στην απουσία του) στην τιμή των €4,8εκ. Είναι προφανές πως η πιο πάνω αναφορά του Μ.Ε.2 για τον χρόνο της πρώτης επικοινωνίας του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτό φαίνεται σαφέστατα από την άλλη του θέση και παραδοχή του ότι η διαπραγμάτευση του με τον κ. Επαμεινώνδου διήρκεσε περίπου ένα έτος, η οποία (θέση του) συνάδει με τη δήλωση του τον Ιανουάριο του 2005 ότι θα διαπραγματευόταν ο ίδιος. Συγκεκριμένα, όταν αρχικά τού είχε φέρει ο Ενάγων τα σχετικά, ο Μ.Ε.2 άφησε μεν την υπόθεση και «κοιμήθηκε», όπως είπε χαρακτηριστικά, αλλά όπως ο ίδιος δέχθηκε, διαπραγματευόταν ταυτόχρονα με τους ιθύνοντες της Τράπεζας για καλύτερη τιμή. Με δεδομένο λοιπόν ότι με τον Επαμεινώνδου είχε συμφωνήσει την πρώτη τιμή ήτοι €4,8εκ. στις 8.5.06 έπεται πως και η πρώτη του επικοινωνία ήταν τουλάχιστον ένα έτος προηγουμένως, πράγμα το οποίο επιμελώς προσπαθούσε να αποκρύψει ο Μ.Ε.2 σε μια προσπάθεια του να υποστηρίξει την εκδοχή του ενάγοντος απεκδυόμενος έτσι και οποιαδήποτε δική του ευθύνη. Ειδικότερα ο Μ.Ε.2 κατέβαλε μεν προσπάθειες να τοποθετήσει την πρώτη του επικοινωνία περί τα τέλη του 2005 αλλά χωρίς πειστικότητα. Αρχικά είπε γενικά ότι μπορεί να ήταν το 2005-2006, μετά ότι ήταν τέλος του 2005 αρχές του 2006 αλλά γενικά δεν απέκλεισε να ήταν αρκετά πιο πριν, λέγοντας απλώς «δεν νομίζω». Πάντως ο Μ.Ε.2 δέχθηκε πως ήταν δική του πρωτοβουλία η προσέγγιση του στην Εναγομένη, ακριβώς υπό την έννοια ότι όταν έμαθε από τον Ενάγοντα για το ακίνητο πήγε και μίλησε μαζί τους και αυτό εννοεί όταν αναφέρει πως διαπραγματεύετο για περίπου ένα χρόνο. Η ακόλουθη απάντηση του Μ.Ε.2 είναι χαρακτηριστική και επιβεβαιωτική των πιο πάνω συμπερασμάτων: «A. Ο τρόπος εκείνος, επήρε αρκετή διαδικασία. Παρόλο που είπα στον κύριο Πίττα, ότι θα πάω να διαπραγματευτώ με την Ελληνική Τράπεζα, διότι είναι όλοι γνωστοί μου, ο κύριος Μαύρος, ο Κεραυνός, ο Γλαύκος, όλοι. Επήγα από μόνος μου του είπα ξεκάθαρα, ότι δεν σε θέλω να πας μαζί μου και πήγα μόνος μου και το διαπραγματεύτηκα με τον Επαμεινώνδου, που η τράπεζα επέμενε στα 5 εκατομμύρια και μου λέει ότι η τελευταία τιμή θα είναι στα 4,
  6. Διαπραγματευόμουν με πιο κάτω ποσά, επήρα και τον ελεγκτή από την Deloitte, τον κύριο Χριστοφόρου και επήρε αρκετό καιρό η διαπραγμάτευσις αυτή. Κάπου έναν χρόνο; Όταν έφτασα στο τελευταίο αυτό, διότι εγώ χρειαζόμουν αποθήκη και δεν είχα, ήμουν εξαναγκασμένος να προχωρήσω, να το πιάσω και συμφωνήσαμε με τον κύριο Επαμεινώνδου στα 4,800». Από πλευράς του ο Μ.Υ. ισχυρίστηκε στο Έγγραφο Γ πως η πρώτη του επαφή με τον Ενάγοντα ήταν κατά τη συνάντηση τους τον Σεπτέμβριο του
  7. Θεωρώ πως δεν είχε οποιονδήποτε λόγο ο Μ.Υ. να αρνηθεί τυχόν τηλεφωνική επικοινωνία του Ιανουαρίου του 2005, στην περίπτωση κατά την οποίαν όντως ήταν αυτός που είχε μιλήσει τότε τηλεφωνικώς με τον Ενάγοντα. Άλλωστε, υπενθυμίζω ότι κατά την αντεξέταση του δεν του υπεβλήθη ότι μίλησε ο ίδιος αλλά ότι «. αναφέρθηκε από στελέχη της Τράπεζας προς τον Ενάγοντα, ότι το ακίνητο θα περνούσε στην ιδιοκτησία της Εναγομένης», πράγμα το οποίο ο Μ.Υ. εντίμως δεν αμφισβήτησε. Παρόμοια υποβολή και παρόμοια απάντηση από τον ίδιο υπήρξαν και για την ενημέρωση ότι η αλλαγή ιδιοκτησίας έπρεπε να ληφθεί υπόψιν κατά τις διαπραγματεύσεις. Θεωρώ πως αν ευσταθούσε η θέση του Ενάγοντος (ότι τον Ιανουάριο 2005 μίλησε τηλεφωνικά με τον Μ.Υ.) θα έπρεπε να είχε τεθεί στον Μ.Υ. ούτως ώστε να έχει την ευκαιρία να τοποθετηθεί. Ως προς το επίμαχο θέμα της πρώτης επικοινωνίας του Μ.Ε.2 με την Εναγομένη για το ζήτημα της αγοράς αποκτά ιδιαίτερη σημασία η θέση του Μ.Υ. ότι ο ίδιος έτυχε ενημέρωσης από τον προϊστάμενο του τον κ. Επαμεινώνδου περί τον Σεπτέμβριο του 2005 πως «. είχε ήδη επικοινωνήσει μαζί του κάποιος ενδιαφερόμενος αγοραστής ο οποίος εξέφρασε σοβαρό ενδιαφέρον για την αγορά του ακινήτου, κάποιος κ. XXXXX Πρωτοπαπάς .». Ο Μ.Υ. επανέλαβε και προφορικά πως μετά τη συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα, έμαθε από τον κ. Επαμεινώνδου ότι ήδη είχε επικοινωνήσει κατευθείαν μαζί του ο Μ.Ε.2 προηγουμένως, δηλαδή πριν την επίσκεψη του Ενάγοντος στον Μ.Υ. Ο τελευταίος ήταν σταθερός και πειστικός στη θέση του αυτή και ασχέτως της όποιας βαρύτητας θα της αποδοθεί, δεν θεωρώ ότι κατασκεύασε ο ίδιος μια τέτοια ενημέρωση από τον προϊστάμενο του. Η πιο πάνω δήλωση του Μ.Υ. σαφώς συνιστά εξ ακοής δήλωση δεδομένου ότι έχει προσφερθεί για να αποδείξει ότι πράγματι ο Μ.Ε.2 είχε επικοινωνήσει με τον κ. Επαμεινώνδου πριν τον Σεπτέμβριο του 2005 και ότι είχε εκφράσει το ενδιαφέρον του για την αγορά. Ως εκ τούτου θα πρέπει, ως προς τη βαρύτητα της, να τύχει αξιολόγησης στη βάση των παραγόντων του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως έχει επεξηγηθεί και σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν. Στυλιανού
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 70, Αγρότου κ.α. ν. Αγρότου, Πολ. Έφ. 288/10, ημερ. 31.5.16 και Assad ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 164/16, ημερ. 6.12.17). Έχοντας κατά νουν τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου και τις αρχές της νομολογίας λαμβάνω κατ΄ αρχάς υπόψιν το σύνολο των περιστάσεων οι οποίες περιβάλλουν τη δήλωση από τις οποίες δύναται εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα για την αποδεικτική αξία της και ειδικότερα λαμβάνω υπόψιν ότι: (α) Δεν έχει αναφερθεί οποιοδήποτε κώλυμα ή δυσκολία κλήτευσης ως μάρτυρος του ίδιου του κ. Επαμεινώνδου. Δεν έχει καταστεί ξεκάθαρο κατά πόσον αυτός εξακολουθεί να υπηρετεί στην Εναγομένη αλλά θεωρώ πως θα ήταν εφικτή η κλήτευση του ακόμα και εάν έχει τερματιστεί η εργοδότηση του, δεδομένου ότι δεν προκύπτει κάτι περί του αντιθέτου. Από την άλλη βέβαια δεν παραγνωρίζω πως η Εναγομένη στη βάση των τροποποιήσεων του 2004 είχε δικαίωμα να ικανοποιηθεί με την προσκόμιση της εν λόγω δήλωσης μέσω του Μ.Υ., ιδιαίτερα εάν έκρινε πως δεν τον χρειαζόταν για οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και ιδίως έχοντας υπόψιν πως εάν εν τέλει απαιτείτο από την άλλη πλευρά ο κ. Επαμεινώνδου θα κλητεύετο για αντεξέταση επί της δήλωσης. (β) Το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αναφέρεται δεν μπορεί βέβαια να προσδιοριστεί με ακρίβεια αλλά δύναται να λεχθεί με βεβαιότητα πως το γεγονός της επικοινωνίας του Μ.Ε.2 με τον κ. Επαμεινώνδου θα έγινε μετά τις 22.1.05 και η δήλωση του τελευταίου προς τον Μ.Υ. έγινε αμέσως μετά τη συνάντηση του Μ.Υ. με τον Ενάγοντα, δηλαδή περί τις 30.9.05. Δεν κρίνεται ότι πρόκειται για υπερβολικό διάστημα και εν πάση περιπτώσει δεν είναι τέτοιο που θα μπορούσε να λεχθεί ότι επηρέασε την ακρίβεια ή την ποιότητα ή το περιεχόμενο της δήλωσης. (γ) Η δήλωση αφορά εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού δεδομένου ότι μεταφέρεται στο Δικαστήριο από πρόσωπο το οποίο άκουσε τη δήλωση από εκείνον ο οποίος βίωσε το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η εξ ακοής δήλωση, ήτοι μεταφέρεται από τον Μ.Υ ο οποίος άκουσε τον κ.Επαμεινώνδου που είχε την επικοινωνία. Συνεπώς δεν περιλαμβάνεται εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού. (δ) Τόσον ο αρχικώς δηλώσας (κ. Επαμεινώνδου) όσο και ο εξ ακοής καταθέσας στο Δικαστήριο (Μ.Υ.), δηλαδή και οι δύο εμπλεκόμενοι στη δήλωση είναι εργοδοτούμενοι στην Εναγόμενη και υπ΄ αυτή την έννοια δεν παραγνωρίζω ότι δυνητικά θα μπορούσαν να επιθυμούν την προστασία των συμφερόντων του εργοδότη τους. Βέβαια δεν μπορεί να λεχθεί ότι ισχύει ένας τέτοιος γενικός κανόνας και εν πάση περιπτώσει δεν έχει διαφανεί γενικότερα ή καταδειχθεί μέσα από την αντεξέταση κάποιο ιδιαίτερο όφελος του ενός ή του άλλου από την τυχόν επιτυχία ή όχι της αγωγής, πλην όμως κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν η πιο πάνω υπηρεσιακή σχέση των εμπλεκομένων. (ε) Σε καμιά περίπτωση δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα ούτε ηγέρθη αμφιβολία εν σχέσει με το ότι η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς. Η αντεξέταση και αμφισβήτηση εστιάστηκε στο κατά πόσον υπήρξε η δήλωση και όχι στην επακριβή μεταφορά της στο Δικαστήριο. Άλλωστε πρόκειται για πολύ σύντομη δήλωση με πολύ απλό και κατανοητό περιεχόμενο και δεν θεωρώ ότι υπήρχε κίνδυνος ή περιθώριο αλλοίωσης ή παρερμηνείας της κατά τη μεταφορά. Η ουσία της ήταν ότι «ο Μ.Ε.2 επικοινώνησε ήδη με την τράπεζα για το ακίνητο» και θεωρώ ότι ο Μ.Υ. τη μετέφερε όπως την άκουσε. (στ) Η αρχική δήλωση έγινε στα πλαίσια ενδοϋπηρεσιακής επικοινωνίας την οποίαν είχαν ο Μ.Υ. με τον κ. Επαμεινώνδου, όταν ο πρώτος θέλησε καθηκόντως να ενημερώσει τον δεύτερο για την επίσκεψη του Ενάγοντος, καθώς και τα διαμειφθέντα. Θεωρώ πως ήταν ευλόγως αναμενόμενο ο κ. Επαμεινώνδου να ενημερώσει πλέον τον Μ.Υ. για ό,τι γνώριζε σχετικά με την υπόθεση του επίμαχου ακινήτου και δεν θεωρώ ότι κατασκεύασε εκείνη τη στιγμή μαρτυρία προετοιμαζόμενος για αντιμετώπιση του Ενάγοντος σε μια μελλοντική δικαστική διαμάχη. (ζ) Όπως έχει σημειωθεί η δήλωση ήταν μια σύντομη πληροφόρηση προς τον Μ.Υ., με απλό και κατανοητό περιεχόμενο και, το κυριότερο, δεν έχει εγερθεί οποιοδήποτε ζήτημα ότι ο Μ.Υ. δεν άκουσε καλά ή ότι δεν μετέφερε ορθά ή ότι αλλοίωσε τα λεγόμενα του κ. Επαμεινώνδου. (η) Οι περιστάσεις υπό τις οποίες προσάγεται η δήλωση δεν δημιουργούν οποιαδήποτε δυσκολία στην αξιολόγηση της και ούτε διαπιστώνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της από οποιονδήποτε ή από οτιδήποτε. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω είναι γεγονός, όπως έχει λεχθεί, πως η Εναγόμενη θα μπορούσε να είχε κλητεύσει τον κ. Επαμεινώνδου προσκομίζοντας έτσι την καλύτερη δυνατή μαρτυρία για το γεγονός το οποίο επιθυμεί να αποδείξει με τη δήλωση και δεν το έπραξε, στηριζόμενη, όπως επίσης έχει λεχθεί, στη δυνατότητα παρουσίασης εξ ακοής μαρτυρίας για το ίδιο γεγονός. Η μη κλήτευση του δεν παραγνωρίζεται καθόλου και συνεκτιμάται ιδιαίτερα κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα αποδοθεί. Από την άλλη πλευρά βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί πως ούτε από πλευράς Ενάγοντος αξιοποιήθηκε η δυνατότητα την οποία παρέχει το άρθρο 26
(1)του Κεφ. 9 για κλήτευση του κ. Επαμεινώνδου προς αντεξέταση επί της αρχικής δήλωσης του, παρότι σαφώς είχε αναφερθεί από το ίδιο το Δικαστήριο κατά την αποδοχή της (μετά από ένσταση) ότι αφορούσε εξ ακοής δήλωση μεταφερόμενη από τον Μ.Υ. στη δίκη. Είναι προφανές πως όπως η Εναγομένη έτσι και ο Ενάγων, γνωρίζοντας η κάθε πλευρά την υπόθεση της και τα επιχειρήματα της, επέλεξαν εν τέλει να αφήσουν το θέμα στην κρίση του Δικαστηρίου στη βάση των παραγόντων του άρθρου 27 του Κεφ. 9, πορεία καθόλα επιτρεπτή, η οποία δυνατόν να οδηγήσει στην αποδοχή της εξ ακοής μαρτυρίας και ως προς το περιεχόμενο της (βλ. Φιλόκυπρος Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 152). Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες, όπως έχουν καταγραφεί, αναλυθεί και αξιολογηθεί ανωτέρω καταλήγω ότι η δήλωση έχει γίνει προς τον Μ.Υ. και κυρίως ότι το περιεχόμενο της ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα. Στη βάση αυτής καθίσταται εύρημα μου πως ο Μ.Ε.2 είχε πριν τον Σεπτέμβριο του 2005 επικοινωνήσει με τον κ. Επαμεινώνδου, προς τον οποίον εξέφρασε το ενδιαφέρον του για την αγορά του ακινήτου και με τον οποίο διαπραγματευόταν την τιμή. Άλλωστε, είναι προφανές από τα λεγόμενα του Μ.Ε.2 πως τον ενδιέφερε από την πρώτη στιγμή το ακίνητο και αυτό που ήθελε ήταν να εξασφαλίσει καλύτερη τιμή. Είχε ήδη πάρει προσφορές για ανέγερση ιδιόκτητων αποθηκών, οι οποίες δεν θα ίσχυαν εσαεί και συνεπώς φυσικό ήταν να κινηθεί το συντομότερο προς την κατεύθυνση την οποία είχε δηλώσει στον Ενάγοντα, ήτοι της διαπραγμάτευσης προς εξασφάλιση ευνοϊκής τιμής για την εταιρεία του. Δεν υπάρχει βασικά νόημα στο να άφησε ανεκμετάλλευτο το χρονικό διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου του 2005 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2005, ιδιαίτερα χωρίς να έχουν συνεννοηθεί οτιδήποτε άλλο σχετικό με τον Ενάγοντα. Με άλλα λόγια αν υπήρχε συνεννόηση μεταξύ τους να μην κινηθεί ο Μ.Ε.2 μέχρι να διοριστεί ο Ενάγων, ο τελευταίος θα το γνώριζε και θα το ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, κάτι που δεν έχει συμβεί. Όσον αφορά τη συνέχεια των γεγονότων, στη γραπτή δήλωση του (§9) ο Ενάγων αναφέρει ότι τον Σεπτέμβριο του 2005, μετέβη στα γραφεία της Εναγομένης όπου σε συνάντηση, μεταξύ άλλων, με τον Μ.Υ. ενημερώθηκε ότι το ακίνητο θα αποτελούσε πολύ σύντομα ιδιοκτησία της Εναγομένης. Ο Ενάγων προσθέτει (στην ίδια §9) ότι τού ζητήθηκε ακολούθως όπως συνεχίσει «τις προσπάθειες για εξεύρεση αγοραστή, εφόσον μέχρι εκείνο το στάδιο δεν ήταν γνωστό το ενδιαφέρον της CRC». Στις αμέσως επόμενες παραγράφους αναφέρει ότι κατά ή περί τις 29-30.9.05 στο γραφείο του Μ.Υ. συμφωνήθηκε: - όπως ο Ενάγων ενεργήσει ως κτηματομεσίτης για λογαριασμό της Εναγομένης με σκοπό την εξεύρεση αγοραστή. - ότι η προμήθεια του θα ήταν 3% καταβλητέα με το «κλείσιμο» της συμφωνίας αγοράς. - όπως η «κτηματομεσιτική συμφωνία» τεθεί σε ισχύ όταν η Εναγόμενη θα αποκτούσε την ιδιοκτησία ή έλεγχο του ακινήτου. Αυτό το οποίο δεν εξηγεί ο Ενάγων και το οποίο προξενεί εντύπωση είναι το γιατί αναφέρεται σε ενημέρωση του τον Σεπτέμβριο για κάτι το οποίο του είχε ήδη αναφερθεί «ξεκάθαρα» τον Ιανουάριο του 2005 (όπως ανέφερε στην §7) και κυρίως για ποιο λόγο η κατ΄ ισχυρισμόν του συμφωνία να μην είχε γίνει τον Ιανουάριο αλλά τον Σεπτέμβριο του
  1. Στο μεσολαβήσαν διάστημα και στη βάση της δικής του εκδοχής δεν φαίνεται να άλλαξε οτιδήποτε. Ο Ενάγων διατείνεται πως τον υποψήφιο αγοραστή τον γνώριζε μόνον ο ίδιος ενώ είναι παραδεκτό πως και το ακίνητο δεν είχε ακόμα αλλάξει ιδιοκτήτη, εξ ου και ισχυρίζεται ότι η συμφωνία θα τίθετο σε ισχύ όταν η Εναγομένη θα το αποκτούσε (όρος δηλαδή που μπορούσε να συμφωνηθεί και τον Ιανουάριο). Προκαλεί αλγεινή εντύπωση η θέση του ότι ενημερώθηκε για κάτι τέτοιο τον Σεπτέμβριο
  2. Βασικά δημιουργείται η εικόνα ότι επιχειρεί άκομψα να καλύψει το ανεκμετάλλευτο (όσον αφορά το δικό του θέμα) χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου, προβάλλοντας ότι ενημερώθηκε τον Σεπτέμβριο, πράγμα το οποίο αντιφάσκει και με τα δικόγραφα του. Το πιο εντυπωσιακό και συνάμα αξιοπερίεργο έως παράδοξο είναι το ότι ο Ενάγων μετά την πιο πάνω συνάντηση απέστειλε και επιστολή ημερ. 30.9.05 (Τεκμήριο 7) στον Μ.Υ. χωρίς όμως την παραμικρή αναφορά σε μια τέτοια «προφορική συμφωνία». Δημιουργεί δηλαδή εύλογα ερωτηματικά στον κάθε καλόπιστο κριτή το να είχε συμφωνήσει αμέσως πριν την επιστολή με μια τράπεζα ένα τόσο σημαντικό θέμα, να είχαν συμπεριλάβει ρητούς όρους για την ουσία της συμφωνίας, την αμοιβή του, τον χρόνο καταβολής της αμοιβής και τη θέση σε ισχύ της «κτηματομεσιτικής συμφωνίας» και τις επόμενες μέρες να αλληλογραφεί με τον λειτουργό με τον οποίον (κατ΄ ισχυρισμόν) είχε συμφωνήσει, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε τέτοια συμφωνία ή έστω σε κάποιον όρο της και χωρίς τουλάχιστον μια εισαγωγική νύξη στην επιστολή περί συμφωνίας, πράγμα το οποιο θα ήταν η ισχυρότερη «κάλυψη» του. Είναι προφανές πως η πραγματικότητα είναι διαφορετική και ο Ενάγων, όχι μόνο δεν θέλησε να την αποκαλύψει, αλλά προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή η οποία δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Θα πρέπει να παρατηρήσω πως η πιο πάνω προσπάθεια του Ενάγοντος εξηγεί αναμφίβολα και τις διάφορες παλινδρομήσεις, υπεκφυγές και αντιφάσεις οι οποίες παρατηρούνται στη δική του προφορική μαρτυρία, καθώς και σε σύγκριση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  3. Η βασική του εκδοχή ξεδιπλώθηκε σε πολύ αρχικό στάδιο της αντεξέτασης του με την εξής απάντηση: «A. Πήγατε λίγο πιο μπροστά κύριε Συνήγορε, πήγατε στις 15.5.
  4. Στις 30.9.05 είχα βρεθεί με τον XXXXX τον Χ" Θωμά στον Γαλαξία στη Μακαρίου, στα γραφεία τους και λέω του "ρε XXXXX, θα πιάσετε το εργοστάσιο. Όταν το πιάσετε το εργοστάσιο, γράψε το πάνω σε εταιρεία χωρίς άλλο περιουσιακό στοιχείο, όταν έρθει ο πελάτης μου να αγοράσει τις μετοχές της εταιρείας, για να μην πληρώνει διπλά μεταβιβαστικά" και λέει μου ο κύριος Χ" Θωμάς "ρε XXXXX, στείλε μου και μια επιστολή, για να είσαι καλυμμένος και πε μου ποιος είναι ο πελάτης" και εξού και έστειλα την επιστολή. Εάν δεν μου έλεγε, δεν θα έστελλα την επιστολή, διότι μιλούσαμε σε φιλικότατο επίπεδο, ήμουν πελάτης του, ήμασταν γνωστοί και δεν φανταζόμουν ότι θα φτάναμε δαμέ που φτάσαμε, στην επιστολή 15.5.
  5. Πριν τις 15.5.06 έχει άλλη επιστολή, τον 2ο του '06, διότι πήγατε λίγο πιο μπροστά, τον 2ο του '06 είχαν επισκεφθεί το εργοστάσιο, ο κύριος Πρωτοπαπάς με αξιωματούχους της Ελληνικής Τράπεζας, χωρίς να με ενημερώσουν και του είχα στείλει επιστολή τον 2ο του '06 και λέω του "ρε XXXXX, τι κάνετε; Πάτε και θωρείτε το εργοστάσιο χωρίς να με ενημερώνετε;" Επήγετε 2‑ 3 επιστολές μπροστά νομίζω, κύριε Συνήγορε. E. Δεν έχει σημασία. A. Έχει μεγάλη σημασία, διότι είχαμε συμφωνήσει από τις 30.9.05 ότι όταν έρθει στην κυριότητα της τράπεζας, τότε θα μπορεί να ενεργοποιηθεί η συμφωνία που είχαμε προφορικά και λέει μου, να πάω παρακάτω να σας βοηθήσω, λέει μου "η προμήθεια σου πόση είναι; Λέω του "είναι 3%". Λέει μου "εμάς δεν θα μας κάνεις καλύτερη τιμή;" " XXXXX μου" λαλώ του "θα το δούμε στην πορεία τούτο" και φτάσαμε δαμέ που φτάσαμε και αρχίσαμε μετά χαρτολόι ο ένας του άλλου, για να λέει "είπες μου", "όι εν σου είπα" και πάει λέγοντας». Κατ΄ αρχάς παρατηρείται ότι ο Ενάγων παρουσιάζει ως δική του εισήγηση το να εγγραφεί αρχικά το ακίνητο επ΄ ονόματι εταιρείας την οποία να αγοράσει η CRC πράγμα για το οποίο διαψεύδεται από τον Μ.Ε.2, ο οποίος αποδίδει την εισήγηση και τον χειρισμό αυτό στον ελεγκτή του (τον κ. Χριστοφόρου). Αναμφίβολα βέβαια η επιμονή του Ενάγοντος σε αυτό το θέμα εντάσσεται στην προσπάθεια του να καταδείξει στοιχεία δικής του μεσολάβησης. Ασχέτως της όποιας διαφορετικής θέσης του Μ.Ε.2 (για το θέμα εγγραφής σε εταιρεία), αξίζει να σημειωθεί και εδώ η αναγνώριση από τον Ενάγοντα πως εκείνη τη μέρα εμφανιζόμενος στην Εναγομένη θωρούσε ως πελάτη του τον Μ.Ε.
  6. Μάλιστα ο προβαλλόμενος λόγος για την εισήγηση περί αρχικής εγγραφής του ακινήτου επ΄ ονόματι εταιρείας και της μεταγενέστερης εγγραφής του επ΄ ονόματι της CRC ήταν ακριβώς το οικονομικό συμφέρον του «πελάτη» του Ενάγοντος, δηλαδή της CRC, η οποία θα απέφευγε την καταβολή «διπλών μεταβιβαστικών». Βέβαια ο Ενάγων δεν εξήγησε με ακρίβεια τι εννοούσε και πώς η CRC θα υπέκειτο σε διπλά μεταβιβαστικά αφού μια φορά θα αγόραζε το ακίνητο. Προφανώς εννοούσε τέλη για την εγγραφή επ΄ ονόματι θυγατρικής της Εναγομένης και αργότερα τέλη για την εγγραφή επ΄ ονόματι της CRC αλλά και πάλι δεν είναι κατανοητό για ποιο λόγο θα καλείτο να τα καταβάλει και τις δύο φορές η CRC. Δεν έχει διευκρινιστεί το γιατί δεν εισηγήθηκε τη μεταβίβαση απευθείας επ΄ ονόματι της CRC με τη συγκατάθεση της Εναγομένης και την καταβολή του τιμήματος στην ίδια προς εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους. Ο Ενάγων συνέχισε και προφορικά να προωθεί τη θέση ότι συνομολογήθηκε προφορική συμφωνία στις 29.9.05, η οποία κατά τον ίδιο κάλυπτε τα προαναφερθέντα θέματα. Δεν ήταν όμως σε θέση να δώσει απαντήσεις στα πιο πάνω εύλογα ερωτήματα, αφήνοντας παράλληλα κενά σε άλλα ζητήματα, ενώ περιέπεσε και σε αντιφάσεις. Όσον αφορά το κατά πόσον αποκάλυψε τον αγοραστή στον Μ.Υ. εκείνη τη μέρα θα ανέμενε κάποιος πως αν υπήρχε συμφωνία τους, με τον τρόπο που επικαλείται ο Ενάγων, το φυσιολογικό επακόλουθο θα ήταν να μπορεί να αναφέρει το όνομα επιτόπου. Δηλαδή εάν εκείνη τη μέρα ο Μ.Υ. ήταν σε θέση και εάν όντως διόρισε τον Ενάγοντα εκ μέρους της τράπεζας με συγκεκριμένη προμήθεια και ο Ενάγων θεώρησε ότι είχαν συμφωνία τότε δεν εξηγείται ο όποιος δισταγμός, αδυναμία και εν τέλει η μη αποκάλυψη του αγοραστή. Η κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνία περιελάμβανε και ρύθμιζε σοβαρότερα θέματα και όμως δεν φαίνεται να ανησύχησε ο Ενάγων και να ζήτησε κάτι γραπτώς εκείνη τη μέρα. Με άλλα λόγια από τη στιγμή που παρουσιάζεται να εμπιστεύτηκε τον Μ.Υ. για μια προφορική συμφωνία για σοβαρά θέματα τότε θα μπορούσε να τον εμπιστευτεί και για το όνομα του αγοραστή. Δεν θα άλλαζε κάτι αν αντί προφορικά έδιδε το όνομα γραπτώς την επόμενη μέρα. Αρχικά ο Ενάγων είπε πως δεν αποκάλυψε τον αγοραστή εκείνη τη μέρα επειδή ο Μ.Υ. του είχε πει να στείλει μια επιστολή για να είναι καλυμμένος και να ενημερώσει ποιος είναι ο πελάτης. Αργότερα είπε πως ενημέρωσε τον Μ.Υ. ποιος ήταν ο πελάτης, αργότερα είπε πως δεν τον αποκάλυψε κατά τη συνάντηση, πιο ύστερα πως δεν μπορούσε να θυμάται κατά πόσον του είχε πει όνομα εκείνη την ώρα, μετά είπε πως πιθανόν να το είχε αναφέρει προφορικά και τούτο διότι ήξερε τις φιλίες του Μ.Ε.2, αφήνοντας με την τελευταία αυτή θέση του ανοικτό το ενδεχόμενο να είχε ήδη επαφές από μόνος του ο Μ.Ε.2 στο διαρρεύσαν διάστημα. Αναμφίβολα ο Ενάγων δεν ήταν καθόλου σαφής ή πειστικός στο θέμα αυτό. Στην πραγματικότητα έδωσε την εικόνα πως προσπαθούσε εντέχνως να αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά και ότι απαντούσε κατά το δοκούν. Είναι ενδεικτικό πως επανήλθε στο θέμα, με αφορμή άλλη ερώτηση, αντιφάσκοντας πάλι και επιμένοντας σταθερά μόνο στο θέμα της επιστολής ως εξής: «Α. Τον αγοραστή τον είχα βρει, αλλά δεν του είχα αποκαλύψει "ξέρεις, είναι ο τάδε" ή μπορεί στις κουβέντες που κάναμε φιλικά μπορεί να του είχα πει ότι είναι ο κύριος Πρωτοπαπάς, αλλά τη συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν με υπόδειξη δική του να στείλω την επιστολή». Ένα άλλο τρωτό σημείο στην εκδοχή είναι η επιμονή του Ενάγοντος ότι ο Μ.Υ. τον παρότρυνε να στείλει το Τεκμήριο 7 για να είναι καλυμμένος, πράγμα για το οποίο επέμενε ότι έπραξε. Ούτε προφορικά όμως κατάφερε να εξηγήσει με ποιο τρόπο ήταν καλυμμένος με την εν λόγω επιστολή, δεδομένου ότι σε αυτήν το μόνο που αναφερόταν ήταν το όνομα του αγοραστή. Όπως έχω εξηγήσει ήδη, το πιο απλό και φυσιολογικό πράγμα, (ακόμα και αν του είχε πει ο Μ.Υ. κάτι τέτοιο) θα ήταν να προβεί έστω και ακροθιγώς, στην επιστολή, Τεκμήριο 7, σε αναφορά στην προφορική συμφωνία της προηγούμενης μέρας. Αφήνεται κατά μέρος το ότι εάν όντως ο Μ.Υ. ήθελε να καλύψει τον Ενάγοντα θα του έδιδε επιτόπου κάποιο, έστω και πολύ σύντομο, έγγραφο για τον διορισμό του. Δεν υπάρχει λόγος να μην το πράξει και να του ζητά δήθεν επιστολή «για να είναι καλυμμένος». Πρόκειται για ικανό λειτουργό της Εναγομένης, τον οποίον ο Ενάγων παρουσιάζει ως το πρόσωπο το οποίο τον διόρισε εκ μέρους της, δηλαδή ότι δέσμευσε την εργοδότρια τράπεζα και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να διστάζει να πράξει κάτι τέτοιο αλλά παράλληλα να προβαίνει σε προφορική συμφωνία εκ μέρους της για τόσο σοβαρό ζήτημα από πλευράς ύψους αμοιβής. Παρέλκει βέβαια να λεχθεί πως σε περίπτωση συμφωνίας θα μπορούσε και ο Ενάγων να ζητήσει ένα τέτοιο, ολιγόλεξο έστω, έγγραφο αφού ο Μ.Υ. παρουσιάζεται ως πρόθυμος (τότε) να τον «καλύψει». Είναι για τους πιο πάνω λόγους που θεωρώ ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως τα έχει αναφέρει ο Μ.Υ. Κατ΄ αρχάς έχει διαφανεί πως ο Μ.Υ. προσωπικά δεν γνώριζε πριν την επίσκεψη του Ενάγοντος για οποιαδήποτε ανάμειξη του στην υπόθεση. Δέχεται όμως ο Μ.Υ. πως ήταν γνωστοί με τον Ενάγοντα και ότι ο τελευταίος γνώριζε πως ο Μ.Υ. χειριζόταν τις υποθέσεις της Emelcold (Ηλιάδη). Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ πως ο Ενάγων, εν τη ρύμη του λόγου του, δέχθηκε πως μετά που ο Μ.Ε.2 είχε πει πως θα αναλάβει τις συζητήσεις «. πήγε και διαπραγματεύτηκε μόνος του». Βέβαια, σε άλλο σημείο ερωτώμενος για το θέμα (ο Ενάγων) είπε πως δεν ενθυμείτο αν του είχε αναφέρει κάτι σχετικό ο Μ.Ε.2, πλην όμως δεν ήταν καθόλου πειστικός σε αυτή του την αναφορά. Όπως ο ίδιος δέχθηκε, ο Μ.Ε.2 διατηρούσε πολύ καλές γνωριμίες με υψηλόβαθμα στελέχη της Εναγομένης και είχε ενημερώσει ευθύς εξαρχής ότι θα το διαπραγματευτεί ο ίδιος. Δεν μπορεί επ΄ ουδενί να γίνει δεκτό πως παρότι μεταξύ τους είχαν εβδομαδιαίες συναντήσεις, εντούτοις ο Μ.Ε.2 δεν ενημέρωσε τον Ενάγοντα ή ότι ο τελευταίος δεν αντιλήφθηκε πως ο Μ.Ε.2 είχε πραγματοποιήσει επαφές με ιθύνοντες της Εναγομένης στο διάστημα Ιανουαρίου - Σεπτεμβρίου του
  7. Θεωρώ κάτι τέτοιο εντελώς εκτός πραγματικότητας και (συμφωνώντας με τον Μ.Υ.) κρίνω πως το γεγονός ότι ο Ενάγων έλαβε γνώση των επαφών του Μ.Ε.2 ήταν και ο λόγος που τον επισκέφθηκε στο γραφείο του στις 29.9.
  8. Ο Μ.Υ. αναγνωρίζει ότι η Εναγόμενη προγραμμάτιζε να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου έναντι χρεών της Emelcold και ότι θα το πωλούσε αργότερα. Δεν προέκυψε όμως κάτι από το οποίο να συνάγεται ότι είχε απασχολήσει την Εναγομένη το θέμα διορισμού κτηματομεσίτη πριν την επίσκεψη του Ενάγοντος. Σε αντίθεση βέβαια με τον Ενάγοντα, τον οποίον άρχισε να απασχολεί το θέμα της δικής του αμοιβής και να αισθάνεται ότι παραγκωνίζεται από την όλη διαδικασία. Γι΄ αυτό επισκέφθηκε τον Μ.Υ. και κατέβαλε προσπάθεια να το επιλύσει. Άλλωστε ακόμα και στη βάση της θέσης του Ενάγοντος αυτός ήταν ο σκοπός της επίσκεψης του, ήτοι να επιλύσει το ζήτημα αναλαμβάνοντας την εκπροσώπηση της τράπεζας. Βέβαια, η πρόθεση, επιθυμία και προσπάθεια του Ενάγοντος δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκην πως οδήγησε και στην επίτευξη του στόχου του. Θεωρώ καθόλα φυσιολογικό και αναμενόμενο, ιδιαίτερα ελλείψει οποιασδήποτε προεργασίας για τη συνάντηση, το γεγονός ότι ο Μ.Υ. δεν ήταν σε θέση να λάβει μια τέτοια δραστική απόφαση εκείνη τη μέρα και κατά συνέπειαν το ίδιο αναμενόμενη θεωρώ και τη θέση του ότι έπρεπε αν υπήρχε αίτημα αυτό να εξεταστεί αρμοδίως. Υπό κανονικές περιστάσεις δεν θα έπρεπε να προκαλούσε οποιαδήποτε εντύπωση στον Ενάγοντα το ότι σε ένα τέτοιο οργανισμό, όπως η τράπεζα, απαιτείτο κάτι πιο επίσημο παρά μια συζήτηση σε ένα γραφείο κάποιου «φίλου», υπαλλήλου της τράπεζας. Υπενθυμίζεται ότι ο ίδιος ο Ενάγων είχε λάβει μια πολύ λεπτομερή έγγραφη εξουσιοδότηση από την Emelcold παλαιότερα, καθώς και το ότι ο ίδιος ακόμα και προς τον φίλο και πελάτη του, τον Μ.Ε.2, αποτείνετο και τον ενημέρωνε γραπτώς (Τεκμήρια 4, 5, 8 και 9). Συνεπώς, ιδιαίτερα όταν στην πορεία δημιουργήθηκαν αυτές οι περιπλοκές με την ανάμειξη της Εναγομένης ως μελλοντικής πωλήτριας και του άλλου φίλου του, ήτοι του Μ.Ε.2 (CRC) ως μελλοντικού αγοραστή, ο Ενάγων αποφάσισε να δράσει καθιστώντας εμφανή την παρουσία του. Όπως έχει εξηγηθεί πιο πριν, κρίνω πως αν είχαν καταλήξει σε συμφωνία με τον Μ.Υ., τα πράγματα θα ήταν πολύ απλά και ευνοϊκά για τον Ενάγοντα, καθώς και ότι θα απέστελλε μια απλή επιβεβαιωτική επιστολή του στην Εναγομένη. Αντί τούτου όμως, την επόμενη μέρα απέστειλε επιστολή με το πιο κάτω περιεχόμενο: «Για το πιο πάνω θέμα, θα σε πάρει τηλέφωνο ο κ. XXXXX Πρωτοπαπάς της εταιρείας LG, ο οποίος είναι ενημερωμένος για το εργοστάσιο. Τον έχω προμηθεύσει με όλα τα σχετικά, βιντεοταινία, τίτλο ιδιοκτησίας, τοπογραφικό σχέδιο στις 24 & 25/1/
  9. Ο κ. Πρωτοπαπάς βρίσκεται στο στάδιο να κτίσει δικές του αποθήκες ή να αγοράσει άλλες». Η απουσία από την πιο πάνω επιστολή οποιασδήποτε αναφοράς σε προφορική συμφωνία επιβεβαιώνει αφ΄ εαυτής πως απλούστατα δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία. Πέραν του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία είναι φανερό πως κανένας από όλους τους ενδιαφερόμενους δεν θεωρούσε αναγκαίο ή σκόπιμο να ενημερώνει για κάτι ουσιώδες τον Ενάγοντα και ουσιαστικά δίδεται η εικόνα πως ο ίδιος αφ΄ εαυτού ακολουθούσε τις εξελίξεις και πίεζε προς συγκεκριμένη κατεύθυνση σχετικά με τη δική του αμοιβή, ιδιαίτερα όταν μάθαινε εκ των υστέρων πως υπήρξε κάποια εξέλιξη για την οποία δεν είχε ενημερωθεί. Επιβεβαίωση του πιο πάνω συμπεράσματος συνιστά και η επόμενη επιστολή, την οποίαν ο Ενάγων απέστειλε στις 21.2.06 στον Μ.Υ. (Τεκμήριο 10) με το εξής περιεχόμενο: «Θέμα: Εργοστάσιο EMELCOLD στο Στρόβολο Εν συνεχεία της επιστολής μου ημερ. 30/09/05 και των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων που είχαμε μεταξύ μας για το πιο πάνω θέμα αναφορικά με τον πελάτη μου κον XXXXX Πρωτοπαπά της εταιρείας LG, παρακαλώ όπως με ενημερώσετε που βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις. Έχω πληροφορηθεί από τον ίδιο τον πελάτη μου ότι έχετε επισκεφθεί το εργοστάσιο EMELCOLD χωρίς να τύχω οποιοσδήποτε ενημέρωσης από εσάς. Σας πληροφορώ ότι σε περίπτωση πώλησης του πιο πάνω εργοστασίου θα απαιτήσω την προμήθεια μου από εσάς ή την EMELCOLD CYPRUS LTD ή και από τους δύο μαζί». Αναμφίβολα, παρατηρούνται διάφορα επίσης αξιοπερίεργα στην πιο πάνω επιστολή. Κατ΄ αρχάς ο Ενάγων εξακολουθεί σε δύο σημεία να αναφέρεται στον Μ.Ε.2 ως «πελάτη» του, πράγμα βέβαια που κάτι σημαίνει. Είναι εντός αυτών των πλαισίων που πρέπει να ιδωθούν και οι προηγηθείσες δύο επιστολές του προς τον Μ.Ε.2 ημερ. 9.12.05 και 17.2.06 (Τεκμήρια 8 και 9), με τις οποίες απέστειλε διάφορα στοιχεία (τίτλο, τοπογραφικό, και DVD). Το δεύτερο σημείο είναι το παράπονο του Ενάγοντος για το ότι εκπρόσωποι της Εναγομένης είχαν επισκεφθεί το ακίνητο χωρίς να ενημερωθεί ο ίδιος. Την επίσκεψη είχαν πραγματοποιήσει λειτουργοί της Εναγομένης από κοινού με τον Μ.Ε.2 για επιθεώρηση του ακινήτου. Είναι σαφές βέβαια πως αυτή είχε προγραμματιστεί και πραγματοποιηθεί στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων στις οποίες ο Μ.Ε.2 είχε ήδη από καιρού εμπλακεί με ιθύνοντες της Εναγομένης και οι οποίες συνεχίζονταν ακόμα. Την επίσκεψη παραδέχεται και ο Μ.Ε.2 στο Έγγραφο Β (§8), ο οποίος και είχε ενημερώσει εκ των υστέρων τον Ενάγοντα. Όταν δε ο Μ.Ε.2 ερωτήθηκε για ποιο λόγο ενημέρωνε «πάντοτε» τον Ενάγοντα, έδωσε τη χαρακτηριστική αλλά διφορούμενη απάντηση «[Δ]ιότι υποτίθεται ότι εκείνος ήταν αναμεμειγμένος σε τούτη την αυτή . εκείνος μου το εισηγήθηκε και πάντοτε τον συμβουλευόμουν σε κτηματικά ή ενοίκια κ.λ.π.». Πρέπει να πω ότι ήταν χαρακτηριστική και η αμηχανία του Μ.Ε.2 τόσο κατά την πιο πάνω απάντηση του όσο και όταν αμέσως μετά βρέθηκε αντιμέτωπος με την υποβολή ότι ήταν ο ίδιος που είχε διορίσει τον Ενάγοντα προς εξεύρεση ακινήτου. Προσθέτω πως τόσον ο Ενάγων όσο και ο Μ.Ε.2 προέβαλλαν επίμονα πως είναι πάντοτε εκείνος ο οποίος πωλεί που πληρώνει προμήθεια στον κτηματομεσίτη, παραγνωρίζοντας βέβαια, είτε σκόπιμα είτε όχι, ότι είναι διαφορετικές οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και πάντως από νομικής πλευράς τουλάχιστον δεν συνιστά κανόνα απαράβατο ότι η προμήθεια καταβάλλεται από τον πωλητή. Να σημειωθεί εδώ πως προφορικά ο Ενάγων υποστήριξε πως ενεργούσε «και εκ μέρους του κ. Πρωτοπαπά και εκ μέρους της Ελληνικής» και ότι ήταν και οι δύο πελάτες του, προσθέτοντας ότι ο ένας τον διόρισε να πωλήσει και ο άλλος να του βρει (ακίνητο), πράγμα το οποίο έχει επίσης τη σημασία του ως προς την εκδοχή που προώθησε. Το τρίτο παράδοξο είναι ότι ο Ενάγων, το πρόσωπο που εμφανίζεται ως μεσολαβητής και με τακτική επαφή με τον πελάτη του, εμφανίζεται παράλληλα να ζητά ενημέρωση για τις διαπραγματεύσεις. Μέσα από τα γραφόμενα στο Τεκμήριο 10 επιβεβαιώνεται πως ο Ενάγων δεν είχε ενημερωθεί από οποιονδήποτε για την επιθεώρηση του ακινήτου. Ούτε αυτός ο πελάτης του, ο Μ.Ε.2 με τον οποίο είχαν εβδομαδιαίες συναντήσεις δεν τον είχε ενημερώσει έγκαιρα, παρά μόνο εκ των υστέρων, εξ ου και ανήσυχος απέστειλε το Τεκμήριο
  10. Όμως ξενίζει το γεγονός πως και πάλι δεν αναφέρεται στην κατ΄ ισχυρισμόν του προηγηθείσα προφορική συμφωνία του με την Εναγομένη μέσω του Μ.Υ. προς τον οποίο είχε απευθύνει την εν λόγω επιστολή. Μάλιστα όχι μόνο δεν πράττει κάτι τέτοιο αλλά προειδοποιεί ότι θα απαιτήσει προμήθεια είτε από την Εναγομένη είτε από την Emelcold είτε «. από τους δύο μαζί», πράγμα το οποίο δεν συνάδει με τη θέση ότι υπήρξε προφορική συμφωνία με τη μια εκ των δύο για καταβολή συγκεκριμένης προμήθειας ύψους 3%. Βασικά ο Ενάγων είχε μάθει πως ο Μ.Ε.2 πήγε στο ακίνητο με εκπροσώπους της Εναγομένης και εάν μόλις τέσσερις μήνες πριν είχε ρητή συμφωνία με αυτή τότε θα ήταν υπεραρκετή μια απλή υπενθύμιση για την εν λόγω συμφωνία χωρίς αμφιταλαντεύσεις ως προς τον υπόχρεο σε πληρωμή της. Αμφιταλαντεύσεις οι οποίες συνεχίστηκαν και κατά την προφορική μαρτυρία του με την αναγνώριση ότι τον είχε διορίσει ο Μ.Ε.2 και την παράλληλη - εσφαλμένη - άποψη του ότι δεν μπορούσε να εναγάγει τον αγοραστή. Σημειώνεται ότι στις 21.2.06 ο Ενάγων απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο 12, και στην Emelcold με το εξής περιεχόμενο: «Θα ήθελα να σε πληροφορήσω ότι το εργοστάσιό σας το έχω προτείνει στον κον Αντρέα Πρωτοπαπά της εταιρείας LG από τον Ιανουάριο του 2005 και ξανά τον Σεπτέμβρη του 2005 και έχει εκφράσει σοβαρόν ενδιαφέρον για αγορά. Στις 30/09/05 με επιστολή μου στον κον XXXXX Χατζηθωμά της Ελληνικής Τράπεζας, τον είχα ενημερώσει για το ενδιαφέρον του κου XXXXX Πρωτοπαπά διότι μου είχε πει ότι το εργοστάσιό σας θα περιέλθει στην κατοχή της Τράπεζας και θα έχω να κάνω με τους ίδιους και όχι με εσάς. Από ότι έχω πληροφορηθεί, ο πελάτης μου έχει ήδη επισκεφθεί το εργοστάσιό σας την περασμένη εβδομάδα με αξιωματούχους της Ελληνικής Τράπεζας χωρίς να με ενημερώσει. Σας πληροφορώ ότι σε περίπτωση πώλησης του εργοστασίου στον πελάτη μου θα απαιτήσω την αμοιβή μου από εσάς ή την Ελληνική Τράπεζα ή και από τους δύο μαζί». Παρατηρείται και πάλι ότι σε καμιά αναφορά δεν προβαίνει ο Ενάγων για συμφωνία του με την Εναγομένη. Αντιθέτως περιορίζεται και ο ίδιος στο να πει ότι με την παλαιότερη επιστολή του, Τεκμήριο 7, προς τον Μ.Υ. τον είχε ενημερώσει για το ενδιαφέρον του Μ.Ε.
  11. Επαναλαμβάνω πως αν είχε προηγηθεί συμφωνία δεν απαιτείτο καμιά όχληση προς την Emelcold - και μάλιστα με αυτό το περιεχόμενο - ιδιαίτερα αφού η εξέλιξη την οποία είχε πληροφορηθεί, ήταν προς την κατεύθυνση της κτήσης του ακινήτου από την Εναγόμενη πράγμα που εσήμαινε πλήρωση του όρου που κατ΄ ισχυρισμόν είχε συμφωνήσει με τον Μ.Υ. Η Emelcold απάντησε στον Ενάγοντα με επιστολή της ημερ. 27.3.06, Τεκμήριο 11, ενημερώνοντας τον ότι είχε πωλήσει το ακίνητο στις 31.1.06 στην Εναγομένη και καλώντας τον να αποταθεί στην τελευταία για το θέμα που έθετε, δεδομένου ότι η Emelcold δεν ήταν πλέον ιδιοκτήτρια. Ο Ενάγων παραδέχεται την ενημέρωση αυτή και μάλιστα επισυνάπτει τη Συμφωνία Πώλησης ημερ. 31.1.06 ως Τεκμήριο
  12. Επιβεβαιώνεται και από την πιο πάνω εξέλιξη πως ενώ υπεγράφη Συμφωνία Διακανονισμού από τις 31.1.06 ο Ενάγων δεν το έμαθε παρά στις 27.3.06, (τουλάχιστον επίσημα), πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει ότι δεν είχε εμπλοκή. Η Συμφωνία Διακανονισμού έγινε μεταξύ της Emelcold και της εταιρείας Aurigal και στο Προοίμιο της εξηγείτο ότι η αγοράστρια ενδιαφερόταν να αγοράσει το ακίνητο στα πλαίσια διακανονισμού των οφειλών των εταιρειών Ηλιάδη και Emelcold προς την Εναγομένη Τράπεζα. Συμφωνήθηκε όπως το τίμημα εκ €4.000.000 καταβαλλόταν σε λογαριασμούς των πιο πάνω εταιρειών, ήτοι €3,4εκ. της Ηλιάδης και €0,6 εκ. της Emelcold. Ο Ενάγων δεν ήγειρε οποιοδήποτε ζήτημα καταβολής προμήθειας για αυτή τη συναλλαγή της Emelcold προφανώς αποδεχόμενος ότι αυτή ήταν η πράξη κτήσης του ακινήτου από την τράπεζα μέσω θυγατρικής της, ιδιότητα η οποία δεν αμφισβητείται από την Εναγομένη. Ο Ενάγων στο Έγγραφο Α(§18) θεωρεί τον χρόνο υπογραφής της πιο πάνω Συμφωνίας ως το χρονικό σημείο ενεργοποίησης της κατ΄ισχυρισμόν συμφωνίας του με την Εναγομένη και έτσι θα ήταν εάν όντως είχε προηγηθεί «κτηματομεσιτική» συμφωνία και δη με τους όρους που είχε αναφέρει. Είναι σαφές πως η ενημέρωση του Ενάγοντος για την επιθεώρηση του ακινήτου τον ώθησε να στείλει την επιστολή ημερ. 21.2.06 και η μεταγενέστερη πληροφόρηση του για την υπογραφή του Τεκμηρίου 13 με τη σειρά της τον ώθησε να επαναφέρει το δικό του θέμα, εντείνοντας τις πιέσεις του με αποτέλεσμα η Εναγομένη να υποχρεωθεί να απαντήσει και γραπτώς ξεκαθαρίζοντας, έστω και κάπως αργοπορημένα, τη θέση της με την επιστολή της ημερ. 9.5.06 (Τεκμήριο 15) η οποία έχει ως εξής: «Αναφερόμαστε στις επιστολές σας ημερομηνίας 30/09/2005 και 21/02/2006 που αφορούν στο πιο πάνω θέμα. Όσον αφορά την επιστολή σας ημερομηνίας 30/09/2005, σας ενημερώνουμε ότι η Τράπεζα δεν απάντησε την επιστολή σας γιατί το εν λόγω εργοστάσιο δεν βρισκόταν στην κυριότητα της Τράπεζας κατά εκείνη την ημερομηνία οπότε και δεν μπορούσε η Τράπεζα να απαντήσει στην επιστολή σας. Όσον αφορά την δεύτερη επιστολή σας ημερομηνίας 21/02/2006, θέλουμε να επισημάνουμε ότι η Τράπεζα ουδέποτε σας ανάθεσε είτε προφορικώς είτε γραπτώς την πώληση του εργοστασίου. Αντιλαμβανόμαστε ότι οποιαδήποτε επικοινωνία είχατε με τον κ. Πρωτοπαπά έγινε κατόπιν δικής σας πρωτοβουλίας στα πλαίσια της συνεργασίας σας με τον κ. Πρωτοπαπά ο οποίος επιβεβαιώνει τα πιο πάνω. Ως εκ τούτου η Τράπεζα δεν έχει καμία υποχρέωση πληρωμής προμήθειας προς το γραφείο σας και για το θέμα αυτό παρακαλούμε όπως επικοινωνήσετε με τον κ. Πρωτοπαπά ο οποίος είναι ενήμερος. Με τη πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Τράπεζας». Δεν θεωρώ ότι δύναται να εξαχθεί βάσιμα συμπέρασμα περί ύπαρξης συμφωνίας στη βάση της καθυστέρησης να απαντηθούν οι επιστολές του Ενάγοντος. Τόσον ο Ενάγων όσο και ο Μ.Υ. αναφέρθηκαν επανειλημμένως σε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που είχαν κατά καιρούς στο ενδιάμεσο διάστημα. Σε αυτές αναφέρεται ο Μ.Υ. ειδικότερα στην επιστολή του ημερ. 21.2.06 (Τεκμήριο 10), οι οποίες και συνέχισαν για κάποιο διάστημα. Είναι ακριβώς σε αυτές που αναφέρετο και ο Μ.Υ., κατά την προφορική του μαρτυρία, όταν είπε πως ο ίδιος ενημέρωνε τον Μ.Ε.2 για τις επιστολές ή τα τηλέφωνα που έπαιρνε από τον Ενάγοντα και εξαιτίας αυτών τόνιζε στον Μ.Ε.2 ότι έπρεπε να χειριστεί το θέμα για να μην αποτείνεται ο Ενάγων στην Τράπεζα. Ο ίδιος δε ο Μ.Ε.2 διαβεβαίωσε ότι θα διευθετούσε το θέμα και ήταν στη βάση αυτών που ο Μ.Υ. είπε ότι είχαν μείνει κάπως «άνεγνοιας». Παρά δε τις διαβεβαιώσεις του Μ.Ε.2 ότι θα «κανονίσει» το θέμα ο ίδιος με τον Ενάγοντα, εντούτοις διεφάνη πως αυτό δεν διευθετείτο οπότε αναγκάστηκαν να απαντήσουν γραπτώς με το Τεκμήριο
  13. Δεν θεωρώ ότι υπερέβαλε ή ότι περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση ο Μ.Υ. εξηγώντας την πιο πάνω κατάσταση και δέχομαι τη μαρτυρία του. Η θέση του Ενάγοντος ότι του απάντησαν αρνητικά μόνον όταν συμφώνησαν με τον Μ.Ε.2 στις 8.5.06 δεν ευσταθεί και δεν πείθει καθότι, όπως και ο ίδιος επέμεινε, στην πιο πάνω συνάντηση δεν είχε επέλθει κάποια οριστική και δεσμευτική συμφωνία, κατά τρόπο που οποιοδήποτε μέρος να θεωρούσε ότι είχε λήξει το ζήτημα. Είχε μεν λεχθεί ένα ποσό (€4,8εκ.) το οποίο όμως εν τέλει ουδέποτε ίσχυσε και ήταν γι΄αυτό τον λόγο που οι διαπραγματεύσεις του Μ.Ε.2 συνεχίστηκαν για αρκετό χρονικό διάστημα και η συναλλαγή επετεύχθη μετά από αρκετό καιρό (7.9.07). Δεν είναι όμως καθόλου παράλογο να είχε συζητηθεί στη συνάντηση και το θέμα του Ενάγοντος δεδομένου ότι ήταν γνωστές οι απαιτήσεις του. Είναι ακριβώς σε τέτοιες συναντήσεις που αναφερόταν και ο Μ.Υ. λέγοντας ότι το συζητούσαν με τον Μ.Ε.
  14. Η καταγραφή από τότε στο Τεκμήριο 15 ότι ήταν «ενήμερος» ο Μ.Ε.2, προς τον οποίον και παροτρύνετο να απευθυνθεί ο Ενάγων επαναλήφθηκε πειστικά από τον Μ.Υ. και δέχομαι ότι υπήρξε σχετική συζήτηση με τον Μ.Ε.2 και παρεπόμενες διαβεβαιώσεις του ιδίου ότι ήταν δικό του θέμα το οποίο θα διευθετούσε. Θα ήταν παράλογο να γίνει δεκτό ότι η Εναγομένη παρέπεμπε για το θέμα της προμήθειας σε κάποιον υποψήφιο αγοραστή χωρίς υπόβαθρο ή ψευδόμενη με κίνδυνο να διαταράξει τη σχέση ή ακόμα και να ματαιώσει την όποια πιθανότητα επίτευξης της συναλλαγής. Άλλωστε αν δεν ευσταθούσε κάτι τέτοιο ήταν κάτι το οποίο θα διαπιστώνετο τότε πολύ εύκολα. Η πραγματική εικόνα της όλης κατάστασης αποτυπώνεται στο τελευταίο τμήμα της επιστολής του Ενάγοντος ημερ. 15.5.06 προς τον Μ.Υ., την οποίαν κοινοποίησε αυθημερόν στον εκτελεστικό Διευθυντή της Εναγομένης (κ. XXXXX Κεραυνό) με άλλη επιστολή (Τεκμήριο 16) ενόψει επικείμενης τότε συνάντησης του τελευταίου με τον Μ.Ε.
  15. Στο εισαγωγικό μέρος της επιστολής διαφαίνεται η εντύπωση που υπήρχε ότι (κατά κάποιο τρόπο) δεν απαιτείτο γραπτή εξουσιοδότηση από την Εναγομένη εφόσον υπήρχε γραπτή εξουσιοδότηση από την Emelcold, παραγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για δύο ξεχωριστές νομικές οντότητες ήτοι παλαιά και μεταγενέστερη ιδιοκτήτρια, καθώς και ότι δεν ήταν δυνατό για ένα τέτοιο θέμα να δεσμεύει η παλαιά εξουσιοδότηση τη νέα ιδιοκτήτρια. Στη συνέχεια παρουσιάζεται μια διαφορετική θέση για τη συνάντηση Σεπτεμβρίου 2005 αφού αφήνεται να νοηθεί πως όταν ενημέρωσε για το ενδιαφέρον του Μ.Ε.2 του είχε πει ο Μ.Υ. να στείλει την επιστολή Τεκμήριο 7, ενώ ενόρκως η θέση ήταν πως δεν είχε αναφέρει όνομα στη συνάντηση. Το καταληκτικό μέρος της επιστολής ημερ. 15.5.06 (Τεκμήριο 16) έχει ως εξής: «Αν πωληθεί το εργοστάσιο θα είναι από δικές μου ενέργειες οι οποίες έχουν αρχίσει από τον Ιανουάριο του 2005 μέχρι σήμερα και όχι από ενέργειες δικές σας. Τα πιο πάνω μπορεί να σας τα επιβεβαιώσει ο ίδιος ο Προτιθέμενος Αγοραστής ο κ. XXXXX Πρωτοπαπάς, τον οποίο έχω προμηθεύσει με σχέδια, άδειες, DVD, κασέτες και να σας πει πόσες συναντήσεις έχουμε κάμει μέχρι σήμερα για το εργοστάσιο. Τώρα σε περίπτωση πώλησης του εργοστασίου στον πελάτη μου, θα απαιτήσω όλα τα δικαιώματά μου από την Τράπεζα. Επιφυλάσσω ρητά όλα μου τα δικαιώματα». Παρατηρείται λοιπόν ότι ο ίδιος ο Ενάγων αναφέρεται σε ενέργειες του κατά τον Ιανουάριο του 2005 και εντεύθεν. Ο προσδιορισμός από τον Ενάγοντα της έναρξης των ενεργειών κατά τον Ιανουάριο του 2005 δεν είναι καθόλου τυχαίος και είναι απολύτως ορθός. Χρόνια μετά την εξουσιοδότηση του από την Emelcold και γνωρίζοντας τα οικονομικά αυτής και γενικά του Ομίλου Ηλιάδη (κατασχέσεις ακινήτων κ.λ.π.), τον Ιανουάριο του 2005 στην πραγματικότητα είδε, αντιλήφθηκε και χειρίστηκε ως πελάτη του εξαρχής τον Μ.Ε.2 και την εταιρεία του τη CRC, εξ ου και όλες οι σχετικές αναφορές του σε «πελάτη» για τον οποίο προφορικώς ανέφερε ότι τον διόρισε να του «βρει» ακίνητο. Είναι γεγονός πως πολύ αργότερα κατέβαλε προσπάθειες να εισπράξει προμήθεια από την Εναγομένη, βλέποντας την ως διάδοχο της Emelcold. Η δική του προσπάθεια και επιθυμία όμως δεν φτάνει μέχρι του σημείου να ισοδυναμεί με ανάθεση ή χορήγηση εξουσιοδότησής ή διορισμό από την Εναγομένη. Η πραγματική κατάσταση καταγράφεται και στην επόμενη επιστολή της Εναγομένης προς τον ίδιο ημερ. 16.6.06 (Τεκμήριο 17), δια της οποίας παραπέμπεται ακριβώς γι΄αυτό τον λόγο στον πελάτη του τον Μ.Ε.2 για διακανονισμό των απαιτήσεων του για προμήθεια. Η τελευταία απάντηση του Ενάγοντος ημερ. 24.5.06 (Τεκμήριο 18) ήταν απλώς απορριπτική των όποιων αντίθετων με τις αξιώσεις του ισχυρισμών. Επιβεβαιωτικό των πιο πάνω είναι πως ακόμα και μετά την έγγραφη απόρριψη του από την Εναγομένη ο Ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του προς τον πελάτη του τον Μ.Ε.
  16. Έτσι, μετά από συνάντηση τους, με νεώτερη επιστολή ημερ. 30.10.06 (Τεκμήριο 19) του απέστειλε τοπογραφικό σχέδιο σε σχέση με δικαίωμα διάβασης προς όφελος γειτονικού τεμαχίου ενώ με άλλη επιστολή του ημερ. 19.4.07 (Τεκμήριο 22) τον ενημέρωνε (εις απάντηση ερώτησης) πως το ακίνητο είχε μεταβιβαστεί στις 22.3.07 επ΄ ονόματι της Aurigal. Παρεμβάλλεται εδώ ότι στις 7.9.07 επήλθε συμφωνία μεταξύ του Μ.Ε.2 και της Εναγομένης για αγορά από την CRC των μετοχών της Aurigal έναντι ποσού Λ.Κ.5.450.000 η μεταβίβαση των οποίων έπρεπε να γίνει εντός 30 ημερών (Τεκμήριο 30) χωρίς βέβαια οποιαδήποτε εμπλοκή του Ενάγοντος. Αργότερα ο Ενάγων μεσολάβησε εκ μέρους του Μ.Ε.2 και στη διαπραγμάτευση και υπογραφή στις 6.10.07 συμφωνίας (Τεκμήριο 20) μεταξύ του παραμένοντος στο εργοστάσιο, κ.XXXXX Ηλιάδη και της CRC για εγκατάλειψη του ακινήτου το αργότερο μέχρι 7.1.08 και αφού η CRC κατέβαλλε το ποσό των Λ.Κ.20.000 ως έξοδα μετακόμισης. Σημειώνεται πως ο Ενάγων υπέγραψε ως μάρτυρας το Τεκμήριο 20, καθώς και ότι αποτελούσε ρητό όρο αυτής πως εφόσον το κλειδί της αποθήκης παραδίδετο μέσω του Ενάγοντος προς τον Μ.Ε.2 (μέχρι τις 7.1.08) θα θεωρείτο ότι η αποθήκη είχε παραδοθεί, η οποία εν τέλει παραδόθηκε στις 23.12.07 (Τεκμήριο 21). Περαιτέρω, όπως συνάγεται από άλλη επιστολή ημερ. 14.1.08 (Τεκμήριο 25) του Ενάγοντος προς τον Μ.Ε.2, ο τελευταίος είχε αποστείλει στον Ενάγοντα στις 9.1.08 το Έγγραφο Μεταβίβασης Μετοχών της Aurigal το οποίο είχε υπογραφεί στις αρχές του 2008 μεταξύ της Εναγομένης και της CRC. Είναι σαφές από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25 πως ο Ενάγων είχε διερευνήσει κατ΄ εντολή διάφορα θέματα στο Κτηματολόγιο και στον Έφορο Εταιρειών και ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Ε.2, ήτοι για το θέμα απαλλοτρίωσης, για το ότι δεν έγινε η αλλαγή διευθυντών και γραμματέως της Aurigal και την απουσία επιβαρύνσεων. Μέσα από σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 26) το οποίο εξασφάλισε ο Ενάγων από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών επιβεβαιώνεται ότι οι απαραίτητες αλλαγές έγιναν στις 29.01.08 και διευθυντής διορίστηκε ο Μ.Ε.2 εις αντικατάσταση λειτουργών της Εναγομένης ενώ το σύνολο των μετοχών απέκτησε η CRC κατά την ίδια ημερομηνία. Περαιτέρω επιβεβαίωση των προηγηθέντων συμπερασμάτων συνιστά η αναφορά του Ενάγοντος στο Έγγραφο Α (§22) πως προέβη στην έρευνα στον Έφορο επειδή «οι υπηρεσίες» του θα θεωρούνταν «ως πλήρως εκτελεσθείσες» με την αποπεράτωση της συναλλαγής, οπότε και απέστειλε τη σχετική επιστολή στον Μ.Ε.2 (Τεκμήριο 25). Το παράδοξο είναι πως ενώ η Εναγόμενη του είχε ξεκαθαρίσει το θέμα από τα μέσα του 2006 εντούτοις αυτός συνεχίζει να παρέχει υπηρεσίες στον Μ.Ε.2 μέχρι το 2008 και προβάλλει παράλληλα ότι έχοντας συμπληρωμένη την πράξη πώλησης αποτάθηκε δυνάμει της συμφωνίας του για πληρωμή από την Εναγομένη (§ 23). Στην τελευταία του επιστολή προς την Εναγομένη, ημερομηνίας 25.2.08 (Τεκμήριο 27) επιχειρεί μια καταγραφή του ιστορικού της υπόθεσης. Παραδέχεται ότι από τον Ιανουάριο του 2005 «ξεκίνησε μια μακρά διαπραγμάτευση» (όπως ήταν και η θέση του Μ.Ε.2) και το πιο ουσιώδες προσθέτει ότι «εν τω μεταξύ, επενέβη η Ελληνική Τράπεζα ως δανειστής». Η θέση του στην επιστολή ότι «επενέβη» η Τράπεζα είναι κομβικό σημείο στην υπόθεση και εξηγεί ακριβώς ότι ο ίδιος εξέλαβε πως η επέμβαση καθιστούσε τον δανειστή ως διάδοχο της Emelcold σε όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης και της υποχρέωσης καταβολής προμήθειας. Σε άλλο σημείο του Τεκμηρίου 27 (§4) αναφέρει ότι από τον Ιανουάριο του 2005 έφερε σε επαφή τον Μ.Ε.2 με λειτουργούς της τράπεζας αλλά προφανώς με αυτό εννοεί την επιστολή του ημερ. 25.1.05 (Τεκμήριο 5) προς τον Μ.Ε.2 και σημειώνεται εδώ ότι προφορικά ο Ενάγων επέμενε πως δεν γνώριζε αν μίλησε ο πελάτης του αμέσως μετά με κάποιον της Τράπεζας. Εξάλλου θα ήταν αντιφατικό με την επόμενη θέση του ότι ήταν στις 30.09.2005 που αποκάλυψε τον αγοραστή, όπως υποστήριξε και προφορικά. Είναι όμως χρήσιμο να παρατεθούν και από αυτή την επιστολή αυτούσιες οι §5-9: «
  17. Στις 30/9/2005, με γραπτή επιστολή μου στον XXXXX Χατζηθωμά της Ελληνικής Τράπεζας, τον ενημέρωσα για τον προτιθέμενο αγοραστή, αφού ο ίδιος μου είχε πει να μην ασχολούμαι με την οικογένεια Αιμίλιου Ηλιάδη, αφού το εργοστάσιο θα περιέλθει στην ιδιοκτησία της Τράπεζας.
  18. Οι διαπραγματεύσεις συνέχισαν και επειδή ο XXXXX Χαζτηθωμάς, για δικούς του λόγους, προσπαθούσε να με αποκόψει από τις διαπραγματεύσεις, απέστειλα και δεύτερο γράμμα στις 21/2/2006, το οποίο απαντήθη με επιστολή ημερομηνίας 9/5/
  19. Εν τω μεταξύ, η τιμή του κτήματος αυξήθηκε κατά μερικές εκατοντάδες χιλιάδες λίρες.
  20. Στις 22/3/2007, το κτήμα μεταβιβάστηκε στην εταιρεία Aurigal Ventures Ltd (ιδιοκτησία της Ελληνικής Τράπεζας). Τις μετοχές της εταιρείας αυτής πούλησε πρόσφατα η Ελληνική Τράπεζα προς τον αρχικό υποψήφιο αγοραστή που εξηύρα εγώ.
  21. Για έξη ολόκληρα χρόνια ενεργούσα με γραπτές οδηγίες του αρχικού ιδιοκτήτη για πώληση του εργοστασίου στην συνέχεια σε συνεννόηση με την Ελληνική Τράπεζα, εξηύρα αγοραστή ο οποίος τελικά και το αγόρασε από την Ελληνική Τράπεζα. Η καθυστέρηση έγινε λόγω των υποθηκών και εν πάση περίπτωση, η Ελληνική Τράπεζα διαφοροποίησε την τιμή από £4.800.000 που είχε συμφωνήσει με τον κ. Πρωτοπαπά στο τέλος ο αγοραστής πλήρωσε £5.450.000». Επιβεβαιώνεται λοιπόν πως, ακόμα και κατά το 2008, όταν αφενός όλα είχαν τελειώσει αλλά και αφετέρου πολύ πλησιέστερα στα γεγονότα, ο Ενάγων σε καμιά αναφορά δεν προβαίνει σε συμφωνία του με τον Μ.Υ. είτε για διορισμό του είτε, πολύ περισσότερο για καταβολή προμήθειας ύψους 3%. Το μόνο το οποίο καταγράφει είναι πως του είπε ο Μ.Υ να μην ασχολείται με την Emelcold αφού το εργοστάσιο θα το έπαιρνε η τράπεζα. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με κτηματομεσιτική συμφωνία και μάλιστα με συγκεκριμένους όρους όπως επίμονα προέβαλε κατά την προφορική του μαρτυρία ο Ενάγων. Ήταν δεδομένο πως ενόψει των υποθηκών το ακίνητο δεν θα μπορούσε να πωληθεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της τράπεζας και αυτό ακριβώς του είχε εξηγήσει και καταστήσει σαφές ο Μ.Υ. Παραπονείται ο Ενάγων στην ίδια επιστολή ότι ο Μ.Υ. προσπαθούσε να τον αποκόψει από τις διαπραγματεύσεις ενώ βέβαια προφορικά είχε αποδεχθεί πως αυτό ήταν επιθυμία του Μ.Ε.2, την οποία και σεβάστηκε κατά τον επίδικο χρόνο. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνιστά κατάληξη μου, πως ο Ενάγων δεν έλαβε ποτέ οδηγίες από την Εναγομένη να εξεύρει αγοραστή και σίγουρα δεν υπήρξε ποτέ η προφορική συμφωνία του με τον Μ.Υ. περί τις 29.9.05 ότι αν αποκτούσε το ακίνητο η Εναγομένη και αν εύρισκε αγοραστή ο Ενάγων τότε η Εναγομένη θα πλήρωνε 3% προμήθεια στον ίδιο. Νομική Πτυχή Η αξίωση του Ενάγοντος βασίζεται στον περί Κτηματομεσιτών Ν.273(Ι)/04 ο οποίος στο άρθρο 19
(1)προνοεί κατ΄αρχάς ότι η μεσολάβηση κτηματομεσίτη δεν είναι απαραίτητη για την επίτευξη κτηματικής συναλλαγής και ακολούθως στο άρθρο 19
(2)προνοεί πως όταν σε κάποια κτηματική συναλλαγή το πρόσωπο που μεσολαβεί είναι εγγεγραμμένος και αδειούχος κτηματομεσίτης αυτός δικαιούται να αξιώσει και εισπράξει την «καθορισμένη προμήθεια» η οποία, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά, είναι απαιτητή και πληρωτέα με την επίτευξη της συναλλαγής. «Κτηματική συναλλαγή», σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 σημαίνει κάθε συναλλαγή για τη σύναψη συμφωνίας, μεταξύ άλλων, για πώληση ή αγορά και περιλαμβάνει κάθε συναλλαγή για τη σύναψη συμφωνίας για πώληση, αγορά κ.λ.π. ακινήτου μέσω της μεταβίβασης εταιρικών μετοχών. «Κτηματομεσίτης» είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου η απασχόληση είναι η έναντι αμοιβής μεσολάβησης για κτηματική συναλλαγή. Να σημειωθεί πως σύμφωνα με τους περί Κτηματομεσιτών Κανονισμούς του 1988, Κ.Δ.Π. 131/88 (οι οποίοι εξακολουθούν να ισχύουν βάσει του άρθρου 38
(2)(α) του Ν.273(Ι)/2004) τα ανώτατα ποσοστά προμήθειας που δικαιούνται οι κτηματομεσίτες καθώς και τα πρόσωπα που θα την καταβάλλουν καθορίζονται στο Παράρτημα ΙΙ των Κανονισμών, στο οποίο προνοείται πως για πωλήσεις ακινήτων το ανώτατο ποσοστό είναι μέχρι 3% επι της τιμής πώλησης, καταβαλλόμενο από τον πωλητή, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά από τους συμβαλλόμενους. Βέβαια, οι πιο πάνω πρόνοιες δεν σημαίνουν πως αν τον κτηματομεσίτη διορίσει ο αγοραστής εν αγνοία του πωλητή τότε καταβάλλει υποχρεωτικά ο πωλητής την προμήθεια ούτε και ότι αυτή είναι υποχρεωτικά 3% σε όλες τις περιπτώσεις αφού το Παράρτημα ΙΙ αναφέρεται σε ανώτατα ποσοστά. Από τον συνδυασμό των πιο πάνω ορισμών συνάγεται κατά πρώτον ότι η μεσολάβηση κτηματομεσίτη εκ μέρους κάποιου προσώπου δυνατόν να γίνεται είτε για πώληση είτε για αγορά ακινήτου. Η δυνατότητα αυτή επιβεβαιώνεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 20 στις οποίες γίνεται αναφορά για καθήκον ενημέρωσης ανεξάρτητα από το αν ο κτηματομεσίτης «ενεργεί κατ΄ εντολή του πωλητή ή του αγοραστή», πρόνοια η οποία εξυπονοεί πως την εντολή δυνατό να δώσει είτε ο ένας είτε ο άλλος. Κατά δεύτερο συνάγεται ότι κτηματική συναλλαγή για την οποία δυνατόν να οφείλεται αμοιβή σε κτηματομεσίτη είναι και η πώληση ή αγορά ακινήτου εγγεγραμμένου σε εταιρεία, μέσω της μεταβίβασης των εταιρικών μετοχών επ΄ ονόματι, του αγοραστή. Στην παρούσα περίπτωση έχει καταδειχθεί μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πως: (
  1. i)O Eνάγων ήταν εγγεγραμμένος κτηματομεσίτης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και ότι (
  2. ii)Υπήρξε κτηματική συναλλαγή για τη σύναψη συμφωνίας αγοραπωλησίας του επίδικου ακινήτου μέσω της μεταβίβασης των μετοχών της Aurigal στη CRC. Συνεπώς το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον ο ενάγων είναι πρόσωπο το οποίο έχει μεσολαβήσει στην πιο πάνω κτηματική συναλλαγή. Ο Ενάγων στήριξε την αγωγή του επί της θέσης ότι συνομολογήθηκε ρητή προφορική συμφωνία μεταξύ του και της Εναγομένης κατά τη διάρκεια συνάντησης την οποίαν είχε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2005 με τον Μ.Υ. λειτουργό της Εναγομένης. Όπως και οι συνήγοροι του ορθώς αναφέρουν στην αγόρευση τους «[Τ]ο πλέον ουσιώδες ζήτημα στην παρούσα αγωγή είναι το κατά πόσον έχει συναφθεί συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης». Μέσα από την προηγηθείσα αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει καταδειχθεί πως δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και κατά συνέπειαν η αγωγή δεν είναι δυνατό να επιτύχει στη βάση αυτή. Οι συνήγοροι του Ενάγοντος προέβαλαν διαζευκτικά πως ανεξάρτητα από την ύπαρξη ρητής συμφωνίας θεωρούν ότι από τα γεγονότα της υπόθεσης δύναται να στοιχειοθετηθεί και η ύπαρξη γενικότερης σχέσης αντιπροσώπευσης της Εναγομένης από τον Ενάγοντα (σε σχέση με την πώληση). Εξηγούν ότι αυτή ουσιαστικά προκύπτει κατά κύριο λόγο από την παραδοχή της §6 της Έκθεσης Απαίτησης. Έχει ήδη καταγραφεί το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου. Αυτό το οποίο παραδέχθηκε η Εναγόμενη είναι ότι εκπρόσωποι της είπαν στον Ενάγοντα δύο πράγματα, ήτοι: (α) Ότι η Εναγόμενη θα αποκτούσε το ακίνητο και (β) Ότι σε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψιν η αλλαγή κυριότητας. Το ότι η Εναγομένη θα αποκτούσε το ακίνητο θεωρώ ότι είναι εκ προοιμίου ουδέτερο στοιχείο ως προς την εισήγηση και κανένα επιχείρημα δεν μπορεί να στηριχθεί στην εν λόγω αναφορά. Αντιλαμβάνομαι ότι η εισήγηση εδράζεται κυρίως στη δεύτερη αναφορά ως ανωτέρω. Κατά τη γνώμη μου η αναφορά αυτή είναι συνέχεια και στενά συνδεδεμένη με την πρώτη αναφορά υπό την έννοια ότι συνιστά υπόδειξη ή συμβουλή ή επισήμανση ή προτροπή να μην αγνοείται σε όποιες τυχόν διαπραγματεύσεις ήθελαν λάβει χώρα ότι θα άλλασσε η ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Εν ολίγοις να μην γίνονται συζητήσεις ή διευθετήσεις ωσάν η ιδιοκτήτρια να παρέμενε η Emelcold. H γνώμη μου είναι πως αυτό παραδέχθηκε με το δικόγραφο της η Εναγόμενη και ότι δεν είναι εύλογο επί τέτοιας παραδοχής να εξαχθεί συμπέρασμα ότι με τις συγκεκριμένες ανωτέρω δύο αναφορές η Εναγόμενη διόρισε τον Ενάγοντα ως αντιπρόσωπο της ή ως μεσολαβητή της για πώληση ενός ακινήτου το οποίο θα αποκτούσε στο μέλλον ή ότι με αυτές δημιουργήθηκε σχέση αντιπροσώπευσης. Όντως σχετικά με το θέμα αναφέρθηκε στη Leventis v. Stylianides
(1988)1 C.L.R. 254, (η οποία αφορούσε επίσης προμήθεια κτηματομεσίτη) πως: "...the principles relevant to the earning of an agent's commission...are to the effect that there must be a definite mandate, the performance of which is the efficient cause (causa causans) of the production of the authority". Στην παρούσα περίπτωση αναμφίβολα ο Ενάγων δεν έχει διοριστεί καθόλου από την Εναγόμενη και κατά συνέπειαν δεν τίθεται καν θέμα συγκεκριμένης ή καθορισμένης εντολής, η εκτέλεση της οποίας να ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για τη συναλλαγή. Ούτε βέβαια η όλη δράση του, σε σχέση πάντοτε με την Εναγομένη, είναι τέτοια που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου - αντιπροσωπευόμενου, σε αντίθεση με τη δράση του σε σχέση με τον Μ.Ε.2 η οποία παραδεκτώς ήταν τέτοια. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως ο Ενάγων δεν έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό είτε την ύπαρξη συμφωνίας είτε τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπευσης. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντος και υπέρ της Εναγομένης, ως αυτά θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.