LOGICOM PUBLIC LTD κ.α. ν. BREIKOT MANAGEMENT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1580/2018, 9/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A415 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1580/2018 Μεταξύ: 1. LOGICOM PUBLIC LTD 2. XXXXX ΕΙΡΗΝΑΡΧΟΥ Εναγόντων και 1. BREIKOT MANAGEMENT LTD 2. XXXXX ΚΑΦΕΤΖΗ Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2018 για Προσωρινά Διατάγματα 9 Ιουλίου, 2018. Για τους ενάγοντες-Αιτητές: κ. Γαβριηλίδης για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χριστοδούλου για Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 13.6.2018, οι ενάγοντες 1 και 2 αξιώνουν: «Α. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για δυσφήμιση και/ή λίβελλο και/ή κακόβουλες και ζημιογόνες ψευδολογίες και/ή αναλήθειες και/ή συκοφαντίες που οι Εναγόμενοι δημοσίευσαν στην εβδομαδιαία εφημερίδα «24Η» και συγκεκριμένα: (
- i)σε δημοσίευμα περιέχον τις λέξεις «Ο XXXXX Χατζηγιάννης ενέκρινε δάνειο 10 εκατ. Ευρώ προς τη Logicom και τον XXXXX χωρίς καμία εξασφάλιση!» που δημοσιεύθηκε στη σελίδα 1 της έντυπης έκδοσης της εφημερίδας «24Η» ημερομηνιών 11-13/05/18, αρ. φύλλου 212, και (
- ii)σε δημοσίευμα με τίτλο «η Logicom διαθέτει φαίνεται . γερές πλάτες!» που δημοσιεύθηκε στη σελίδα 32 της έντυπης έκδοσης της εφημερίδας «24» ημερομηνιών 11-13/05/18, αρ. φύλλου 212 και το οποίο αναρτήθηκε ή και αναδημοσιεύθηκε ή και διαδόθηκε τόσον στην ιστοσελίδα 24h.com.cy όσο και στην διαδικτυακή πλατφόρμα Facebook κατά ή περί την 19/05/2018. Β. Αποζημιώσεις για επιζήμια ψευδολογία ή και επιβλαβή ψεύδη σύμφωνα με το άρθρο 25 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που περιέχονται στα δημοσιεύματα της εβδομαδιαίας εφημερίδας «24Η», όπως στην παράγραφο (α) ανωτέρω περιγράφονται. Γ. Επαυξημένες και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για λίβελλο και/ή συκοφαντική δυσφήμιση και/ή κακόβουλες και/ή ψευδολογίες και/ή αναλήθειες. Δ. Διηνεκές διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και να εμποδίζει τους Εναγόμενους προσωπικά και/ή δια των υπηρετών και/ή αντιπροσώπων τους από του να γράφουν, εκτυπώνουν, εκδίδουν ή κυκλοφορούν ή διανέμουν ή να προκαλούν συγγραφή, εκτύπωση, κυκλοφορία ή διανομή ή την άλλως πως δημοσίευση των ίδιων ή πανομοιότυπων ή παρομοίων ή οιονδήποτε δυσφημιστικών δημοσιευμάτων και/ή λιβέλων και/ή επιζήμιων ψευδολογιών σε βάρος των Εναγόντων.» Με την μονομερή αίτησή τους ημερομηνίας 13.6.2018, οι ενάγοντες-Αιτητές αιτήθηκαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος ως εξής: «Α. Παρεμπίπτον διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και να εμποδίζει τους Εναγομένους, τους υπαλλήλους ή και τους αντιπροσώπους ή και τους εκπροσώπους αυτών από του να δημοσιεύσουν ή και επαναδημοσιεύσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τους αναφερόμενους στους Ενάγοντες δυσφημιστικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται στα πιο κάτω δημοσιεύματα ή οποιουσδήποτε όμοιους ισχυρισμούς μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου: (ι) δημοσίευμα περιέχον τις λέξεις «Ο XXXXX Χατζηγιάννης ενέκρινε δάνειο 10 εκατ. Ευρώ προς τη Logicom και τον XXXXX χωρίς καμία εξασφάλιση!» που δημοσιεύθηκε στη σελίδα 1 της έντυπης έκδοσης της εφημερίδας «24» ημερομηνιών 11-13/05/18, αρ. φύλλου 212, (
- ii)δημοσίευμα με τίτλο «η Logicom διαθέτει φαίνεται . γερές πλάτες!» που δημοσιεύθηκε στη σελίδα 32 της έντυπης έκδοσης της εφημερίδας «24» ημερομηνιών 11-13/05/18, αρ. φύλλου 212.» Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε την Αίτηση μονομερώς και μετά από αίτημα του συνηγόρου των Αιτητών δόθηκε ημερομηνία επίδοσής της στους εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση. Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, θθ 1, 2, 7, 11 και 12, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 9, 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9, στα άρθρα 17 και 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, ημερομηνίας 13.6.2018, στην οποία ο Αιτητής παραθέτει με λεπτομέρεια τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τα επίδικα δημοσιεύματα, σε σχέση πάντοτε με τα επίδικα θέματα και αξιώσεις. Με την άδεια του Δικαστηρίου κατατέθηκε επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου νέα δημοσιεύματα σε σχέση με τους ενάγοντες, ημερομηνίας 22.6.2018. Είναι, μεταξύ άλλων, θέση του Αιτητή ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενήργησαν κακόπιστα με σκοπό να βλάψουν τους ενάγοντες. Ο δε αριθμός των δημοσιευμάτων είναι τέτοιος που καταδεικνύεται εμφανώς ιδιαίτερη τάση επανάληψης των δυσφημιστικών δημοσιευμάτων από μέρους των εναγομένων, με αποτέλεσμα η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος να καθίσταται αναγκαίο μέτρο για την προστασία τους. Οι εναγόμενοι-Καθ΄ ων η Αίτηση φέρουν ένσταση στην έκδοση των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων, στη βάση των πέντε λόγων ένστασης που αναφέρονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης, ημερομηνίας 28.6.2018. Αυτοί είναι ότι: «Α) Τα επίδικα δημοσιεύματα περιγράφουν αληθή γεγονότα και παρέχουν καλόπιστη κριτική επ΄ αυτών. Β) Τα δημοσιεύματα είναι έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος. Γ) Παραβιάζεται το Δικαίωμα ελευθερίας λόγου και έκφρασης, το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 19 του Συντάγματος και το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δ) Ουσιαστικά, οι ενάγοντες επιζητούν να εξεταστεί η ουσία της αγωγής διαμέσου της διαδικασίας μονομερούς/ex parte αιτήσεως. Ε) Απουσιάζει το στοιχείο του κατεπείγοντος και αυτό προκύπτει απ΄ τις παραγράφους 13 και 15 της ενόρκου δηλώσεως. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 13 αναφέρεται ότι η δημοσίευση έγινε μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου 2018, και στην παράγραφο 15 αναφέρεται ότι δημοσιεύθηκε δημοσίευμα με ημερομηνία 11-13/05/2018. Ακολούθως, 1 μήνα αργότερα, καταχωρήθηκε στις 13 Ιουνίου 2018, μονομερής αίτηση. Συνεπώς, είναι πρόδηλο ότι ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος που προσδιορίζει το προσωρινό διάταγμα, και άρα δεν πληρείται η προϋπόθεση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος.» Την ένσταση των εναγομένων υποστηρίζει, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, η ένορκη δήλωση της εναγομένης 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση, ημερομηνίας 28.6.2018. Σ΄ αυτή, η εναγόμενη 2 αναφέρει τα εξής: «1. Είμαι η καθ΄ ης η αίτηση 2, διευθύντρια της καθ΄ ης η αίτηση 1, στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση. 2. Όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρω, είναι γεγονότα για τα οποία έχω προσωπική γνώση, εκτός αν διευκρινίζω διαφορετικά. 3. Έχω διαβάσει την αίτηση των αιτητών ημερομηνίας 13/06/2018, όπως επίσης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, αναφορικά με αιτητικό της και διαφωνώ πλήρως με την αίτηση και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. 4. Τα δημοσιεύματα αντιπροσωπεύουν αληθή γεγονότα με καλόπιστη κριτική, όπως επίσης είναι έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος. 5. Παραβιάζεται το Δικαίωμα ελευθερίας λόγου και έκφρασης, βάσει του Άρθρου 19 του Συντάγματος και το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 6. Οι ενάγοντες επιδιώκουν να εξεταστεί η ουσία της αγωγής διαμέσου της διαδικασίας μονομερούς/ex parte αιτήσεως.» Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που αναφέρονται ανωτέρω και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη ο κάθε ένας των θέσεων της δικής του πλευράς. Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε η επανάληψη των θέσεων των συνηγόρων. Αρκεί πιστεύω να αναφέρω ότι έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενό τους. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd & other v. Rossis
(1975)1 C.L.R.38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.ά.
(1978)1 C.L.R.585, Μ.&Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R.605, Odysseos v. Pieris Estates κ.ά.
(1982)1 Α.Α.Δ.557. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε.9295, ημερ.18.7.1996. Με βάση τη νομολογία, στις περιπτώσεις που αφορούν έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης υφίστανται ξεχωριστές επιπρόσθετες προϋποθέσεις. Βασικό γνώρισμα των περιπτώσεων αυτών είναι η μεγάλη δυσκολία με την οποία εκδίδονται τέτοια διατάγματα. Στην υπόθεση C.T.Tobacco Limited v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Α Α.Α.Δ. 853 γίνεται ανάλυση των αρχών που αφορούν το υπό κρίση θέμα. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση τα εξής: «Στην Αγγλική απόφαση Schering Chemicals Ltd v. Falkman Ltd and others [1981] 2 All ER 321 ο Λόρδος Denning τόνισε μεταξύ άλλων ότι, "In all but the most exceptional cases we will not grant an interim injunction to restrain the publication of a libel. Such an exceptional case was instanced by Jessel MR. It was a Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 at 508 ... an atrocious libel wholly unjustified and inflicting the most serious injury of the plaintiff. Except in such a case we never grant an interim injunction." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις θα εκδίδουμε διάταγμα για να εμποδίσουμε τη δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου. Μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση υποδείχθηκε από το Δικαστή Jessel MR. Ήταν η υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 στη σελίδα 508 ... ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας την πιο σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Εκτός από μια τέτοια περίπτωση ουδέποτε θα εκδώσουμε ένα απαγορευτικό διάταγμα." Μέσα στα ίδια πλαίσια ο Lord Denning επανέλαβε στην υπόθεση Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another [1982] 2 All E.R. 701, 703, την αρχή ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα Δικαστήρια θα εκδώσουν ένα απαγορευτικό διάταγμα, τονίζοντας ότι, "This case raises a matter of principle which must be observed. This court never grants an injunction in respect of libel when it is said by the defendant that the words are true and that he is going to justify them. So also, when an occasion is protected by qualified privilege, this court never grants an injunction to restrain a slander or libel, to prevent a person from exercising that privilege, unless it is shown that what the defendant proposes to say is known by him to be untrue so that it is clearly malicious. So long as he proposes to say what he honestly believes to be true, no injunction should be granted against him. That was made clear in Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co v Beall [1882] 20 Ch D 501." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Αυτή η υπόθεση εγείρει μια αρχή που πρέπει να τηρείται. Αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα αναφορικά με ένα λίβελλο όταν ο εναγόμενος λέει ότι οι λέξεις ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ότι θα τις δικαιολογήσει. Έτσι επίσης, όταν μια περίπτωση καλύπτεται με προνόμιο υπό αίρεση, αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει μια δυσφήμηση ή ένα λίβελλο, να εμποδίσει ένα πρόσωπο να εξασκήσει αυτό το προνόμιο, εκτός αν φαίνεται ότι αυτό που θέλει να πει ο εναγόμενος γνωρίζει ότι είναι ψευδές έτσι που να είναι καθαρά κακόπιστο. Εφόσον προτίθεται να αναφέρει ότι πιστεύει έντιμα ότι είναι αληθές, δεν θα εκδοθεί εναντίον του απαγορευτικό διάταγμα. Αυτό έχει γίνει καθαρό στην υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v Beall [1882] 20 Ch D 501." Ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος προϋποθέτει ότι η έκδοση του, σύμφωνα με το Δικαστή Lord Esher M.R. στην υπόθεση Coulson v. Coulson [1887] 3 TLR 846, θα γίνεται μόνο στις πιο καθαρές περιπτώσεις. Όπως έχει επίσης τονίσει ο Δικαστής Lord Scarman στην υπόθεση The Exclusive Brethren case [1980] 3 All E.R. 161, 183, ".. the prior restraint of publication, though occasionally necessary in serious cases, is a drastic interference with freedom of speech and should only be ordered where there is a substantial risk of grave injustice. I understand the test of 'pressing social need' as being exactly that." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Η προηγούμενη απαγόρευση της δημοσίευσης, άνκαι είναι αναγκαία σε σοβαρές υποθέσεις, αποτελεί μια δραστική επέμβαση στην ελευθερία του λόγου και θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει ένας ουσιαστικός κίνδυνος σοβαρής αδικίας. Αντιλαμβάνομαι τον όρο 'πιεστική κοινωνική ανάγκη' να σημαίνει ακριβώς αυτό." Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ένα δικαστήριο θα προβεί στην έκδοση ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος μόνο όταν,
(1)Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική,
(2)Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής,
(3)Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει,
(4)Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης (βλ. Gatley "On Libel and Slander" 9η Έκδοση, σελ. 634)». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1 Α.Α.Δ. 78 γίνεται επίσης ανάλυση των προϋποθέσεων. Αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Στην Κύπρο το θέμα εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση C.T. Tobacco Limited v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ και άλλοι (Πολιτική Έφεση αρ. 11133 της 27/6/2003) στην οποία καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις οι οποίες επιτρέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε περιπτώσεις δυσφήμισης, οι οποίες είναι οι ακόλουθες: (i) Η δήλωση που θα επακολουθήσει πρέπει να είναι αναμφίβολα δυσφημιστική. Η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος αποτελεί το επιστέγασμα μιας ευαίσθητης δικαιοδοσίας και η έκδοση του δικαιολογείται μόνο στις πιο έκδηλες περιπτώσεις, όταν το δημοσίευμα όχι μόνο μπορεί να κριθεί ως δυσφημιστικό αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται ότι αναπόφευκτα θα καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ήταν δυσφημιστικό. Όπως έχει θέσει το θέμα ο Δικαστής Cotton L.J. στην υπόθεση Liverpool Household Stores Association v. Smith
(1887)37 Ch. D., 170, 180, "How can the Court judge whether documents which are not in existence will be libellous?" Σε ελεύθερη μετάφραση, "Πώς μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει αν έγγραφα που ακόμα δεν υπάρχουν μπορεί να είναι δυσφημιστικά;" (ii) Η υπεράσπιση που θα προβληθεί από τον εναγόμενο είναι εκείνη της αλήθειας (Justification). Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα σε περιπτώσεις δυσφημιστικών κειμένων, όταν ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι το επίδικο κείμενο είναι ψευδές (Quartz Hill Consolidated Gold Mining Company v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501). Όταν ο εναγόμενος θα προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι δηλώσεις είναι αληθείς, το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει το προσωρινό διάταγμα εκτός αν πειστεί ότι η υπεράσπιση αυτή της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει. Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Coleridge στην υπόθεση Bonnard v. Perryman
(1891)2 Ch. 269, "The right of free speech is one which it is for the public interest that individuals should possess and, indeed, that they should exercise without impediment, so long as no wrongful act is done; and, unless an alleged libel is untrue, there is no wrong committed; but, on the contrary, often a very wholesome act is performed in the publication and repetition of an alleged libel. Until it is clear that an alleged libel is untrue, it is not clear that any right at all has been infringed ..." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης είναι ένα θέμα δημόσιου συμφέροντος που οι πολίτες δικαιούνται, και πράγματι, θα πρέπει να το εξασκούν χωρίς εμπόδια, νοουμένου ότι δεν διαπράττεται κανένα αδίκημα· όμως, αντίθετα, πολλές φορές μια ολόκληρη πράξη εκτελείται με τη δημοσίευση και επανάληψη ενός ισχυριζόμενου λιβέλλου. Μέχρις ότου αποφασιστεί ότι ο ισχυριζόμενος λίβελλος είναι ψευδής, δεν είναι καθαρό ότι έχει παραβιαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα ....." Μέσα στα ίδια πλαίσια ο Λόρδος Denning στην υπόθεση Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another
(1982)2 All E.R. 701, 703, τόνισε ότι, "This case raises a matter of principle which must be observed. This court never grants an injunction in respect of libel when it is said by the defendant that the words are true and that he is going to justify them." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Αυτή η υπόθεση εγείρει μια αρχή που πρέπει να τηρείται. Αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα αναφορικά με ένα λίβελλο όταν ο εναγόμενος λέει ότι οι λέξεις ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ότι θα τις δικαιολογήσει." (iii) Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να επιτύχει. Το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα για τη μη επανάληψη μιας δυσφήμισης, όταν η απειλούμενη δυσφήμιση μπορεί να είναι προνομιούχος, εκτός από περιπτώσεις στις οποίες υποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα (maliciously). Στην υπόθεση Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another
(1982)2 All E.R. 701, 703, το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (The International Chamber of Commerce) δημιούργησε το Διεθνές Ναυτιλιακό Γραφείο (International Maritime Bureau) για να δίνει πληροφορίες για επερχόμενους κινδύνους απάτης σε ναυτιλιακά θέματα. Το 1982 δημοσιεύθηκε στην Baltic Exchange ότι τα μέλη της θα μπορούσαν να ζητήσουν πληροφορίες για την εταιρεία "Grecian Lines". Ο ιδιοκτήτης της εταιρείας Grecian Lines κ. Χάρακας καταχώρισε αγωγή και επέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο απαγόρευε στην Baltic Exchange να δίνει πληροφορίες για την Grecian Lines. Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τη δήλωση εκπροσώπου του Διεθνούς Ναυτιλιακού Γραφείου ότι, "Δεν θα αναφέρουμε οτιδήποτε το οποίο γνωρίζουμε ότι είναι αναληθές. Θα δώσουμε τέτοιες πληροφορίες τις οποίες πιστεύουμε χρειάζονται ότι θα συναλλάττονται με την Grecian Lines" ακύρωσε το σχετικό διάταγμα. Στη σχετική απόφαση του ο Λόρδος Denning τόνισε ότι, "When an occasion is protected by qualified privilege this court never grants an injunction to restrain a slander or libel - to prevent a person from exercising that privilege - unless it be shown that what the defendant proposes to say is known by him to be untrue so that it is clearly malicious. So long as he proposes to say what he honestly believes to be true, no injunction should be granted against him. That was made clear in Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Όταν μια περίπτωση καλύπτεται με προνόμιο υπό αίρεση, αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει μια δυσφήμιση ή ένα λίβελλο, να εμποδίσει ένα πρόσωπο να εξασκήσει αυτό το προνόμιο, εκτός αν φαίνεται ότι αυτό που θέλει να πει ο εναγόμενος γνωρίζει ότι είναι ψευδές έτσι που να είναι καθαρά κακόπιστο. Εφόσον προτίθεται να αναφέρει ότι πιστεύει έντιμα ότι είναι αληθές, δεν θα εκδοθεί εναντίον του απαγορευτικό διάταγμα. Αυτό έχει γίνει καθαρό στην υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501." Όμως σε μια τέτοια περίπτωση η κακοπιστία (malice) πρέπει να είναι έκδηλη και απόλυτα ολοκληρωτική (absolutely overwhelming) για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να επέμβει με την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (Herbage v. Pressdram
(1984)1 W.L.R. 1160, 1164). (iv) Υπάρχει μαρτυρία ότι ο εναγόμενος προτίθεται να επαναλάβει τη δυσφήμιση. Το Δικαστήριο για να προβεί στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος πρέπει να πειστεί ότι υπάρχει πρόθεση εκ μέρους του εναγόμενου επανάληψης της δυσφήμισης. Η πρόθεση μπορεί να αποδειχθεί με δηλώσεις ή απειλές εκ μέρους του εναγόμενου (Quartz Hill Consolidated Gold Mining Company v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501, 508-9. Βλέπε επίσης Gatley on "Libel and Slander", 10th Edition, 786)». Στο ευρύτερο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ.263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., Π.Ε.10042, ημερ.23.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Έχω παραθέσει ανωτέρω με λεπτομέρεια τις προϋποθέσεις που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης, από τις οποίες προκύπτει όχι μόνο το ότι είναι με περισσή φειδώ που θα πρέπει να εκδίδονται τέτοιου είδους διατάγματα, αλλά επίσης το σκεπτικό πίσω από αυτό το δεδομένο. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, και ιδιαίτερα τα όσα αναφέρονται από τους εναγόμενους μέσω της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης 2, διαπιστώνεται η βάση της υπεράσπισης που οι εναγόμενοι λένε ότι προτίθενται να ακολουθήσουν κατά τη δίκη. Σαφής είναι η αναφορά στις ως άνω παρατεθείσες νομολογιακές αρχές ότι ουδέποτε εκδίδεται διάταγμα αναφορικά με ένα λίβελλο όταν ο εναγόμενος λέει ότι οι λέξεις ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ότι θα τις δικαιολογήσει. Προκύπτει συναφώς ότι, επί του προκειμένου, δεν υφίσταται αναγκαιότητα ο εναγόμενος να θέσει τα στοιχεία στα οποία θα βασιστεί. Αν η νομολογία έθετε τέτοια υποχρέωση, τότε δεν θα αναφερόταν στις ως άνω φράσεις, αλλά θα αναφερόταν ξεκάθαρα στο ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει (αντί να λέει) ότι οι δηλώσεις είναι αληθείς δικαιολογώντας αυτές (αντί ότι θα τις δικαιολογήσει - προφανώς μέσα από την υπεράσπισή του). Είναι δε προφανές ότι, σε κάποιες περιπτώσεις, αντικειμενικά - και όχι με βάση ισχυρισμούς - μπορεί να προκύπτει εκ των πραγμάτων αδυναμία επιτυχίας μιας τέτοιας υπεράσπισης. Είναι σ΄ αυτές τις εξαιρετικές περιπτώσεις που ενδεχομένως, εφόσον συντρέχουν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει τέτοιο προσωρινό διάταγμα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους ενάγοντες έχει παραπέμψει το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, σε πρωτόδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και σε πρωτόδικες αποφάσεις Ιρλανδικού και Αγγλικών Δικαστηρίων. Όσον αφορά την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, εμφανώς με τη φράση «Ασφαλώς, δεν θα πρέπει να είναι αρκετή η αναφορά στις συγκεκριμένες υπερασπίσεις ώστε να αποτραπεί η έκδοση προσωρινού διατάγματος», το Δικαστήριο εξέφρασε προσωπική του πεποίθηση και όχι δεσμευτική νομολογιακή αρχή. Ούτε παρέπεμψε σε δεσμευτική νομολογιακή αρχή. Άλλωστε, τα γεγονότα εκεί ήταν διαφορετικά. Κατά ανάλογο τρόπο, αυτό πράττουν και οι άλλες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος και που δεν έχουν, άλλωστε, δεσμευτικό χαρακτήρα για το παρόν Δικαστήριο. Οφείλω να ομολογήσω ότι το σημείο, όντας καθοριστικό για τη διαδικασία, με έχει έντονα προβληματίσει. Τα ως άνω αναφερόμενα και ανάλυση επί του θέματος είναι σαφώς αποτέλεσμα της ερμηνείας του τι προβλέπει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως την έχω παραθέσει ανωτέρω. Η δεσμευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν φαίνεται να θέτει οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση στους ώμους του εναγομένου, χωρίς φυσικά να αποκλείει παντελώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος στις περιπτώσεις όπου αναφέρονται. Είμαι της άποψης ότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν είμαι σε θέση να καταλήξω ότι η υπεράσπιση της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει ή ότι δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει. Ούτε είμαι σε θέση να διαπιστώσω κακοπιστία σε αυτό το στάδιο, σε βαθμό που να δικαιολογείται παρέμβαση ως η αιτούμενη. Επί του προκειμένου, θεωρώ ότι θα πρέπει να παραθέσω αυτούσια τα λεγόμενα του ενάγοντα 2 στις παραγράφους 21 και 22 της ένορκής του δήλωσης ημερομηνίας 13.6.2018: «.....................................
- Όπως έχω ήδη αναφέρει, όταν δημοσιεύθηκαν από τους Εναγόμενους τα πρώτα δύο δυσφημιστικά δημοσιεύματα που επισυνάπτονται στη παρούσα ως Τεκμήρια 3 και 5 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ενάγουσας - Αιτήτριας 1 προβληματιστήκαμε κατά πόσο ενδείκνυτο να προχωρήσουμε στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον των Εναγομένων. Παρόλο που τα εν λόγω δημοσιεύματα έκδηλα αποτελούν λίβελλο και περιέχουν ζημιογόνες ψευδολογίες, αναλήθειες και συκοφαντίες τόσον σε σχέση με το πρόσωπο μου όσον και σε σχέση με την Ενάγουσα-Αιτήτρια αρ. 1, καταλήξαμε ότι μία δημόσια εταιρεία με την ιστορία και το μέγεθος της Ενάγουσας-Αιτήτριας αρ. 1 δεν ενδείκνυτο να εμπλακεί σε δικαστικές διαδικασίες εναντίον των Εναγομένων, δεδομένης και της περιορισμένης κυκλοφορίας της Εφημερίδας. Όταν όμως δημοσιεύθηκε και το επίδικο, τρίτο κατά σειρά, δημοσίευμα (Τεκμήριο 7), το άκρως δυσφημιστικό περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται πιο πάνω, καταλήξαμε ότι ήμασταν πλέον υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε άμεσα στη λήψη δικαστικών μέτρων προκειμένου να προστατεύσουμε το καλό όνομα της Ενάγουσας-Αιτήτρια Αρ. 1 και των στελεχών της και τα συμφέροντα των μετόχων της αλλά και των εκατοντάδων ανθρώπων που εργάζονται σε αυτή. Είναι για αυτό το λόγο που τόσον εγώ όσον και η Ενάγουσα-Αιτήτρια αρ. 1 έχουμε καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και την υπό κρίση Αίτηση.
- Εν όψει των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 16 πιο πάνω τα οποία, με αναφορά σε συγκεκριμένα τεκμήρια, καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στα επίδικα δημοσιεύματα είναι προδήλως ψευδείς, ειλικρινά πιστεύω και εισηγούμαι ότι το επίδικο δημοσίευμα εμφορείται από κακοπιστία και δημοσιεύθηκε για να προκαλέσει ζημιά στην καλή φήμη και νομιμότητα των προσωπικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τόσον των δικών μου όσον και της Ενάγουσας-Αιτήτριας Αρ.
- Η κακοπιστία των Εναγομένων επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ούτε η Εναγόμενη 2 ως συντάκτρια του επίδικου δημοσιεύματος ούτε οποιοσδήποτε άλλος εκπρόσωπος των Εναγομένων είχε οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί μου ή με οποιοδήποτε άλλο στέλεχος της Ενάγουσας-Αιτήτριας 1 πριν τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος (ή των δημοσιευμάτων που προηγήθηκαν) προκειμένου να πληροφορηθεί τις θέσεις μας. Η μόνη επικοινωνία που υπήρξε έλαβε χώρα μετά τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος. Συγκεκριμένα, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του επίδικου δημοσιεύματος και αφού αυτό είχε ήδη δημοσιευθεί, βρήκα στο κινητό μου τηλέφωνο αναπάντητη κλήση από αριθμό που μου ήταν άγνωστος. Όταν επέστρεψα την κλήση απάντησε πρόσωπο που μου είπε ότι είναι η XXXXX Καφετζή (Εναγόμενη 2) και μου ανέφερε ότι θα ήθελε τα σχόλια μου επί των όσων δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα σε σχέση με την Ενάγουσα -Αιτήτρια Αρ. 1 και το πρόσωπο μου. Κατά τον χρόνο που έγινε η επικοινωνία αυτή εγώ δεν είχα διαβάσει το επίδικο (τρίτο) δημοσίευμα και γι' αυτό εξέφρασα την ετοιμότητα μου να συναντηθώ με την Εναγόμενη
- Ωστόσο, όταν διάβασα το επίδικο δημοσίευμα και εν όψει του περιεχομένου του το οποίο καταδείκνυε την πλήρη κακοπιστία των Εναγομένων, έκρινα ότι μία συνάντηση με την Εναγόμενη 2 δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό. ......................................» Από τα ως άνω προκύπτει - πάντοτε στο πλαίσιο και καθ΄ όσον αφορά την παρούσα Αίτηση - ότι η εναγόμενη 2 προσέγγισε τον ενάγοντα 2 δίδοντάς του την ευκαιρία να σχολιάσει και ενδεχομένως να θέσει σ΄ αυτήν ακόμη και όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα Αίτηση. Αντ΄ αυτού είναι ο ενάγων 2 που, ως αναφέρει, δεν προχώρησε σε κάτι τέτοιο, κρίνοντας ότι δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό και αποτάθηκε στο Δικαστήριο με την παρούσα διαδικασία. Δεν θεωρώ ότι το μεταγενέστερο δημοσίευμα αφαιρεί ο,τιδήποτε από την ως άνω διαπίστωσή μου, αφού πλέον το θέμα έχει τεθεί στη βάση που προκύπτει από την ένσταση των εναγομένων. Από τα ως άνω διαφαίνεται η κατάληξη του Δικαστηρίου στην παρούσα Αίτηση, στη βάση ιδιαίτερα της μη ικανοποίησης των ως άνω αναφερόμενων προϋποθέσεων που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης. Είμαι της άποψης ότι, έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, ορθό είναι να αποφύγω οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση μου με άλλες προϋποθέσεις και γεγονότα, ως προκύπτουν από τα ενώπιον μου στοιχεία, προς αποφυγή αχρείαστης τοποθέτησης επί ζητημάτων που θα απασχολήσουν κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής. Συνακόλουθα, η παρούσα Αίτηση δεν θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη. Στη βάση των όσων αναλύονται πιο πάνω, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2-Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των εναγόντων 1 και 2-Αιτητών, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο