← Κύπρος

Kaliaco Properties Ltd ν. Αβραάμ υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής των Εναγόντων, Αρ. Αγωγής: 4593/2017, 5/7/2018

Kaliaco Properties Ltd ν. Αβραάμ υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής των Εναγόντων, Αρ. Αγωγής: 4593/2017, 5/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A408 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4593/2017 Μεταξύ: Kaliaco Properties Ltd (Αρ. Εγγραφής 37561) Εναγόντων και XXXXX Αβραάμ υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής των Εναγόντων Εναγόμενου ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 12 Δεκεμβρίου 2017 για Προσωρινά Διατάγματα 5 Ιουλίου,

  1. Για τους ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χαραλάμπους με κ. Μυλωνά και κα Αρμεύτη Για τον εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Θεοδωρίδης με κ. Λουκά Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 12.12.2017, οι ενάγοντες αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παύση και/ή την ακύρωση και/ή τον τερματισμό και/ή την απομάκρυνση και/ή τον παραμερισμό του διορισμού του εναγομένου, ο οποίος διορίστηκε κατά ή περί την 15.3.2007 ως Παραλήπτης και/ή Διαχειριστής της ενάγουσας δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 28.6.
  2. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει τη διαγραφή από το μητρώο επιβαρύνσεων του Εφόρου Εταιρειών του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 28.6.1996 για το ποσό των Λ.Κ.100.000 (€170.860,14) που εγγράφηκε σε βάρος της ενάγουσας. (Γ) Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο εναγόμενος ως Παραλήπτης και/ή Διαχειριστής της ενάγουσας να επιστρέψει σε αυτήν όσα ποσά κατέβαλε για λογαριασμό και/ή προς όφελός της κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 89 και 300 του περί Εταιρειών Νόμου και/ή κατά παράβαση των όρων του ομολόγου επιβάρυνσης ημερομηνίας 28.6.1996 και/ή κατά παράβαση των καθηκόντων του ως Παραλήπτης και/ή Διαχειριστής της ενάγουσας. (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο εναγόμενος είναι επεμβασίας (trespasser) σε σχέση με τη θέση που συνεχίζει να κατέχει ως Παραλήπτης και/ή Διαχειριστής της ενάγουσας από την 15.3.2007 δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 28.6.1996 και/ή ότι η διατήρηση της εν λόγω θέσης από τον εναγόμενο αποτελεί κατάχρηση εξουσίας και/ή είναι παράνομη, αδικαιολόγητη και αυθαίρετη.» Με την καταχώρηση της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες ζητούν με την παρούσα Αίτησή τους την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στον εναγόμενο να ενεργεί υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτης/Διαχειριστής των εναγόντων, διαζευκτικά δε ή και επιπρόσθετα, διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο υπό την εν λόγω ιδιότητά του να επιβαρύνει, δεσμεύει, διαχειρίζεται, ελέγχει με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων και ή τα αγώγιμα δικαιώματά τους και/ή να αποφασίζει γι΄ αυτά και/ή για οποιαδήποτε θέματα οποιασδήποτε φύσης αφορούν τους ενάγοντες. Περαιτέρω, την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει στους ενάγοντες, μέσω των διευθυντών και/ή αξιωματούχων τους, να προβαίνουν στις ως άνω ενέργειες κατά την ελεύθερή τους κρίση και χωρίς να περιορίζονται από τους όρους του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 28.6.
  3. Τέλος, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο ενάγομενος, υπό την ως άνω ιδιότητά του, να αποκαλύψει ενόρκως στους ενάγοντες συγκεκριμένα αναφερόμενα στοιχεία. Τα εν λόγω διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και η Αίτηση επιδόθηκε στον εναγόμενο. Η νομική βάση της Αίτησης εδράζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, Δ.48, ΘΘ1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς επίσης σε σωρεία άρθρων του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  4. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του XXXXX Καϊσή, ημερομηνίας 12.12.2017, στην οποία παραθέτει με περισσή λεπτομέρεια τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τα θέματα που αφορά η παρούσα Αίτηση και προς υποστήριξη της έκδοσης από το Δικαστήριο των αιτούμενων διαταγμάτων. Συναφώς, ο ενόρκως δηλών, αναφέρεται στο ιστορικό το οποίο οδήγησε στο διορισμό του εναγόμενου ως Διαχειριστή-Παραλήπτη της ενάγουσας εταιρείας και παραθέτει τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τις ενέργειες του εναγομένου που πλήττουν τα συμφέροντα της ενάγουσας εταιρείας και στοιχειοθετούν τις απαιτήσεις στην παρούσα αγωγή, δικαιολογώντας, ως θέμα επείγουσας φύσης, την έκδοση των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων. Ο εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση φέρει ένσταση στην εν λόγω Αίτηση, στη βάση των δεκατεσσάρων λόγων που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης και μέσω της ένορκης δήλωσης του ιδίου του εναγομένου, ημερομηνίας 5.2.2018, εξηγεί τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Επίσης με λεπτομέρεια, θέτει τους δικούς του ισχυρισμούς αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, εισηγούμενος ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Κυρίως, ο εναγόμενος προβάλλει τη θέση, μεταξύ άλλων, ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβλάψει τα δικαιώματα τρίτων προσώπων, ήτοι, των πιστωτών της εταιρείας. Πολυσέλιδες είναι οι ένορκες δηλώσεις και των δύο ενόρκως δηλούντων, και με δεδομένη την ανάλυση που ακολουθεί, δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε η επανάληψη του περιεχομένου τους. Ορθό είναι επίσης να αναφερθεί ότι η πλευρά των Αιτητών αποτάθηκε στο Δικαστήριο, τόσο με αίτηση για αντεξέταση του εναγομένου ως ενόρκως δηλούντα, όσο και με αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, κάτι που προκάλεσε άλλωστε και την αργοπορία στην εκδίκαση της παρούσας Αίτησης. Με ενδιάμεσες αποφάσεις του το Δικαστήριο απέρριψε και τις δύο ως άνω αιτήσεις. Κατά συνέπεια, η ακροαματική διαδικασία περιορίζεται στο περιεχόμενο των υφιστάμενων ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι παρέθεσαν την αγόρευσή τους θέτοντας με λεπτομέρεια την επιχειρηματολογία τους προς υποστήριξη ο κάθε ένας των δικών του θέσεων. Έχω με μεγάλη προσοχή μελετήσει τόσο το περιεχόμενο των αγορεύσεων στην ολότητά τους, όσο και όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία και ισχυρισμούς αναφορικά με το υπό κρίση θέμα. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd&other v. Rossis

(1975)1 C.L.R.38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.ά.
(1978)1 C.L.R.585, Μ.&Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R.605, Odysseos v. Pieris Estates κ.ά.
(1982)1 Α.Α.Δ.557. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε.9295, ημερ.18.7.1996. Είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ.263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., Π.Ε.10042, ημερ.23.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Έχω πιο πάνω παραθέσει αυτολεξεί τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή, οι οποίες περιλαμβάνουν την παύση, ακύρωση, τερματισμό, απομάκρυνση, παραμερισμό του διορισμού του εναγομένου ως Παραλήπτη-Διαχειριστή της εταιρείας και τη θεώρησή του ως επεμβασία σε σχέση με τη θέση αυτή που κατέχει υπό την εν λόγω ιδιότητα, καθώς επίσης και διάταγμα διαγραφής της εν λόγω κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Μπορεί συνεπώς τα υπό κρίση διατάγματα Α και Β να παρουσιάζονται ως απαγορευτικά διατάγματα, όμως, προσεκτική ανάγνωσή τους, σε συνδυασμό μάλιστα με το υπό κρίση διάταγμα Γ, εμφανώς ζητούν το ίδιο αποτέλεσμα με τις ως άνω θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή. Προφανώς απαγόρευση στον εναγόμενο να ενεργεί υπό την ως άνω ιδιότητά του ή απαγόρευση να διαχειρίζεται όλα όσα αναφέρονται στην Αίτηση με την ως άνω ιδιότητα, καθώς επίσης διάταγμα που να επιτρέπεται στην ενάγουσα, μέσω των διευθυντών της, να διαχειρίζεται αυτά κατά τη δική της κρίση, χωρίς να περιορίζεται από τους όρους του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 28.6.1996, δεν μπορεί να σημαίνουν ο,τιδήποτε άλλο παρά ταυτοσημία με τις ως άνω αναφερόμενες αξιώσεις στην αγωγή. Με αυτά τα δεδομένα, είναι ουσιαστικής σημασίας για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, η εξέταση και των πιο κάτω νομολογιακών αρχών. Στο σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ INJUNCTIONS» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 2016, αναφέρονται τα εξής στη σελ. 152: "
(11)Όταν η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος θα διεκπεραιώσει και την ουσία της αγωγής Ορισμένες φορές η έκδοση ή μη παρεμπίπτοντος διατάγματος στην ουσία διεκπεραιώνει και ολόκληρη την αγωγή ή ένα ουσιαστικό μέρος της. Αυτό οφείλεται στην ταυτοσημία της θεραπείας που ζητείται με την αγωγή και αυτής που ζητείται με την αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα. Σε τέτοια περίπτωση, τα δικαστήρια αποφεύγουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία θα φαίνεται ότι διευθετεί τελεσίδικα το επίδικο θέμα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Ιδιαίτερα τα δικαστήρια αποφεύγουν να εκδώσουν προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα, όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή, χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής. Το θέμα δεν έχει σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η περίπτωση προϋποθέτει ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Επομένως, το θέμα μπορεί να εξεταστεί μόνο κατά το τελικό στάδιο στάθμισης των διαφόρων παραγόντων κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου ότι είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αυστηρά ομιλούντες, το θέμα δεν σχετίζεται με το ισοζύγιο της ευχέρειας, αφού η έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπό αυτές τις συνθήκες, και με βάση το ισοζύγιο, ισοδυναμεί με εκδίκαση της ουσίας της αγωγής χωρίς δίκη. Το θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc, στην οποία θεωρήθηκε ότι το δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει κατά τρόπο που να αποφεύγει κατά το δυνατό να προκαλέσει αδικία στη μια ή στην άλλη πλευρά. Στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. v. Abramchyk κ.α. το εφετείο, διαφοροποιούμενο από προηγούμενη νομολογία έκρινε ότι «το ζήτημα της παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται». Όπως εξήγησε, το ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και «αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων». Το «ανεπιθύμητο», πρόσθεσε, δεν μπορεί να εξισωθεί με «απαγόρευση»." Στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 734, αναφέρθηκαν τα εξής: «Τη διάσταση αυτή παρέλειψε να εντοπίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε στην ουσία ένα προστατικό διάταγμα το οποίο με βάση διαχρονική νομολογία σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). Περαιτέρω, είναι φανερό ότι με την έκδοση του επίδικου διατάγματος το πρωτόδικο Δικαστήριο στην πράξη εκδίκασε και την ουσία της αγωγής, κάτι το οποίο είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου.» Εις δε την υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Stepanek κ.ά.
(2012)1 ΑΑΔ 1403, λέχθηκε ότι: «Τέθηκε επίσης το ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.» Όπως αναφέρεται στην Πολ. Έφ. Αρ. 85/2010, Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.ά., ημερομηνίας 31.1.2013: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ"Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο Δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody's v. Lani
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο Δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. Έκαμε αναφορά το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου v. Dracon
(2009)1 Α.Α.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Είναι η θέση των Αιτητών ότι καθίσταται αναγκαίο όπως τα εν λόγω διατάγματα εκδοθούν σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ως ενδιάμεσα διατάγματα και προτού ακόμη εκδικαστεί η αγωγή, καθότι είναι επείγουσας φύσης ζήτημα η ικανοποίησή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, εμφανώς οι Αιτητές θεωρούν τους ισχυρισμούς τους, ως τίθενται από τον ενόρκως δηλούντα, ως αποδεδειγμένους, αναγάγοντας αυτούς σε συμπεράσματα επί γεγονότων. Καθιστώντας έτσι τις συνθήκες στην παρούσα υπόθεση ιδιαίτερες και εξαιρετικές, ώστε να επιβάλλουν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων σε αυτό το στάδιο. Είναι γεγονός ότι οι δύο πλευρές διαφωνούν στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Πέραν όμως τούτου, σαφώς προκύπτει από τα ως άνω αναφερόμενα ότι τυχόν ικανοποίηση των αιτουμένων διαταγμάτων θα καταστήσει ανενεργό το διορισμό του εναγόμενου ως Παραλήπτη-Διαχειριστή της εταιρείας, διορισμός που έγινε κατόπιν άσκησης από τρίτο πρόσωπο συμβατικών του δικαιωμάτων έναντι της ενάγουσας εταιρείας. Αποτέλεσμα τούτου, δεν μπορεί παρά να είναι να παραβλαφτούν δικαιώματα τρίτου, που δεν είναι διάδικος στη διαδικασία και που η ενάγουσα ουδόλως ενδιαφέρθηκε να καταστήσει, παρά τους ισχυρισμούς της, μέρος της παρούσας διαδικασίας. Κάτι τέτοιο θα θεωρούσα ότι δεν θα ήταν εύλογο και δίκαιο να γίνει, ιδιαίτερα ενεργώντας με τρόπο που θα ανέτρεπε το status quo ante με τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Παράλληλα, στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμών αναφορικά με τα γεγονότα, δεν είμαι σε θέση να καταλήξω ότι αυτά συνθέτουν μια ασυνήθιστα δυνατή υπόθεση, ώστε να δικαιολογείται το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, επιφέροντας με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντός τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης. Συναφές προς τούτο δεν μπορεί παρά να είναι και το γεγονός ότι, παρά την εκκρεμότητα της παρούσας από τις 12.12.2017, μέχρι στιγμής δεν έχει καταχωρηθεί από τους ενάγοντες η έκθεση απαίτησής τους. Συνεπεία των ως άνω, καθίσταται αντιληπτό ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του εν λόγω ζητήματος, το οποίο άπτεται κυρίως του ισοζυγίου της ευχέρειας, αποβαίνει από μόνη της καθοριστική και μοιραία για την παρούσα Αίτηση, ασχέτως της όποιας κατάληξης επί των προηγούμενων προϋποθέσεων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Συνειδητά έχω ασχοληθεί πρώτα με αυτό το ζήτημα και συνειδητά, ενόψει της ως άνω κατάληξης, θα αποφύγω να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, προς αποφυγή του κινδύνου ενασχόλησής μου με την ουσία της υπόθεσης, πέραν του άκρως απαραίτητου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Όσον αφορά το υπό παράγραφο Δ διάταγμα, προκύπτει ότι η ενάγουσα έχει γνώση των γεγονότων στα οποία βασίζεται για τις αιτούμενες θεραπείες. Ελλείπει από τις αξιώσεις στην αγωγή αιτούμενο διάταγμα για παροχή τέτοιων στοιχείων. Ούτε η αναζήτησή τους στην παρούσα Αίτηση στηρίζεται σε βάση αρχών που επιτρέπουν την αναζήτηση τέτοιων πληροφοριών. Συνακόλουθα, θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται, υπό τα δεδομένα της παρούσας Αίτησης, η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, ως προστακτικού ενδιάμεσου διατάγματος. Συνακόλουθα των ανωτέρω, και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του εναγομένου-Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των εναγόντων-Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.