JSC BM-BANK ν. Guala Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 345/2017, 13/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A424 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 345/2017 Μεταξύ: JSC BM-BANK Εναγόντων -και- 1. Guala Enterprises Ltd 2. Numaria Investments Ltd 3. Limited Liability Company «Business Centre Trofimovskiy» 4. LLC Baltmedio 5. XXXXX Khudyakov 6. XXXXX Khudaykova Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 27.09.2017 Ημερομηνία: 13.07.2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Χ. Κότσαπα για Α. Τριανταφυλλίδη & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 3 και 6 - Αιτητές: κ. Γ. Παπαπέτρου με κ. Κ. Λουκά για Μοντάνιος & Μοντάνιος Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 24.01.2017, οι ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρησαν, αξιώνουν σε βάρος όλων των εναγομένων, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για συνομωσία προς εξαπάτηση των εναγόντων και/ή για απάτη και/ή δόλο και/ή για δόλια αποξένωση και/ή εξαπάτηση πιστωτών για ποσό 15.300.476.540,10 ρωσικών ρουβλιών ή/και το ισόποσο ποσό σε ευρώ, ήτοι €239.294.284,32. Περαιτέρω, αξιώνουν διάφορα διατάγματα με τα οποία να εμποδίζονται οι εναγόμενοι στη διαδικασία από το να εκχωρήσουν, διανέμουν και/ή αποξενώσουν ή/και επιβαρύνουν ή/και μειώσουν με οποιονδήποτε τρόπο περιουσιακά τους στοιχεία, όπως κατά περίπτωση αυτά προσδιορίζονται, εντός και εκτός Κύπρου, κατά τρόπο που θα παραμείνει στην περιουσία τους ποσό χαμηλότερο της ως άνω απαίτησης των εναγόντων. Την ίδια μέρα που καταχώρησαν την αγωγή τους, οι ενάγοντες προώθησαν σχετική αίτηση προς το Δικαστήριο, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισαν, στις 26.01.2017, μονομερώς, διατάγματα με τα οποία: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ/Ή ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ την εναγόμενη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή τους αξιωματούχους και/ή τον γραμματέα και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους εντολοδόχους και/ή τους υπηρέτες της εναγόμενης 1 από του να εκχωρούν και/ή διανέμουν και/ή αποξενώνουν και/ή επιβαρύνουν και/ή διαθέτουν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και/ή μειώνουν την αξία και/ή λαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση το αποτέλεσμα της οποίας θα είναι η μείωση της αξίας των μετοχών τις οποίες η εναγόμενη 1 κατέχει άμεσα ή έμμεσα στην εναγόμενη 3 - Limited Liability Company "Business Centre Trofimovskiy" μέχρι ποσού Ρωσικών Ρουβλιών 15.300.476.540,10 (ή/και το ισόποσο των Ευρώ 239.294.284,32) μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αίτησης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ/Ή ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ την εναγόμενη 3 και/ή τους διευθυντές και/ή τους αξιωματούχους και/ή τον γραμματέα και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους εντολοδόχους και/ή τους υπηρέτες της εναγόμενης 3 από του να εκχωρούν και/ή διανέμουν και/ή αποξενώνουν και/ή επιβαρύνουν και/ή διαθέτουν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και/ή μειώνουν την αξία και/ή λαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση το αποτέλεσμα της οποίας θα είναι η μείωση της αξίας του εμπορικού κέντρου Trofimovskiy το οποίο βρίσκεται στην διεύθυνση Reg. No. 087746449427, Trofimova Street, premises 14, building 1, with cadastral numbers - 77:04:0003005:1007 (1123 sq.m), 77:04:0003005:6628 (621.8 sq.m), 77:04:0003005:6629 (646.8 sq.m). 77:04:0003005:6630 (600.7 sq.m), 77:04:0003005:6631 (544.5 sq.m), 77:04:0003005:6632 (380.5 sq.m), 77:04:0003005:6633 (643.7 sq.m), 7:04:0003005:6816 (102.0 sq.
- m)μέχρι ποσού Ρωσικών Ρουβλιών 15.300.476.540,10 (ή/και το ισόποσο των Ευρώ 239.294.284,32 μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αίτησης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Άλλες θεραπείες - διατάγματα που αξιώνονταν από τους ενάγοντες στο πλαίσιο της ως άνω μονομερούς αίτησης τους, σε βάρος όλων των εναγομένων, όπως διάταγμα με το οποίο οι τελευταίοι να εμποδίζονται όπως πωλήσουν ή/και μεταβιβάσουν και/ή δωρίσουν και/ή ενεχυριάσουν και/ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέσουν ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν περιουσιακά τους στοιχεία κατά τρόπο που να παραμείνει οποιονδήποτε υπόλοιπο χαμηλότερο του ποσού της αξίωσής τους, ως επίσης διάταγμα με το οποίο όλοι οι εναγόμενοι θα διατάσσονται όπως καταχωρήσουν ένορκη δήλωση η οποία να προσδιορίζει όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία, το Δικαστήριο διάταξε όπως σε σχέση με αυτά τα αιτητικά, η αίτηση να επιδοθεί σε όλους τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση. Στις 13.02.2017, η πλευρά των εναγόντων, κατόπιν σχετικού αιτήματος που προώθησε μονομερώς, (αίτηση ημερ. 10.02.2017) εξασφάλισε άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους αρ.3,4,5 και 6, της ειδοποίησης του ως άνω κλητηρίου εντάλματος, της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 24.01.2017, του ως άνω ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 26.01.2017, της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και του σχετικού διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, στα πλαίσια αίτησης που προωθήθηκε από την πλευρά των εναγόντων, ημερομηνίας 17.05.2017, επίσης μονομερώς, εξασφαλίστηκε εκ μέρους των τελευταίων διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατος επίδοση στους εναγομένους αρ. 3, 4, 5 και 6, στην ελληνική και ρωσική γλώσσα: (α) της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, (β) της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ημερ. 24.01.2017, (γ) παρεμπίπτοντος διατάγματος ημερ. 10.10.2016, (δ) της σχετικής αίτησης για υποκατάστατη επίδοση και του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, κατά τον τρόπο που περιγραφόταν στο σχετικό διάταγμα. Ειδικότερα, σε σχέση με τους εναγόμενους αρ. 3, 4 και 5 εξασφαλίστηκε η άδεια για υποκατάστατη επίδοση των ως άνω εγγράφων σε συγκεκριμένη για τον κάθε ένα από αυτούς διεύθυνση στη Ρωσία, μέσω υπηρεσίας «ταχυμεταφορέων δεμάτων (DHL)» ενώ σε σχέση με την εναγομένη αρ.6 μέσω της επίδοσης των ως άνω εγγράφων στις κ. XXXXX Λούλλη Σιούφτα και/ή XXXXX Ευριπίδου οι οποίες βρίσκονται στην Κύπρο. (Οι τελευταίες, ως υπεδείχθη χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση, αποτελούν διευθύντριες της εναγομένης αρ.1, Κυπριακής εταιρείας, η οποία ανήκει ουσιαστικά στην εναγόμενη αρ.6) Οι εναγόμενοι αρ. 3 και 6, οι οποίοι εμφανίστηκαν και συμμετέχουν στη διαδικασία υπό διαμαρτυρία, καταχώρησαν την υπό συζήτηση αίτηση μέσω της οποίας επιζητούν, τόσο τον παραμερισμό του ως άνω διατάγματος ημερομηνίας 13.02.2017, μέσω του οποίου δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας των σχετικών δικαστικών εγγράφων σε αυτούς, όσο και τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 19.05.2017, μέσω του οποίου επιτράπηκε η ως άνω υποκατάστατος επίδοσης των σχετικών εγγράφων στους ίδιους εναγομένους. Κατ' επέκταση των πιο πάνω, επιζητείται από την πλευρά των εναγομένων 3 και 6 αιτητών, ο παραμερισμός της επίδοσης των σχετικών δικαστικών εγγράφων που κατά τον πιο πάνω τρόπο επιδόθηκαν στην πλευρά τους. Παρεμβάλλεται ότι κατά την πρόοδο της διαδικασίας και ενώ η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη το ως άνω προσωρινό διάταγμα, εμφανίστηκαν στη διαδικασία και καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση και την συνέχιση της ισχύος του, η πλευρά των εναγόντων - αιτητών, με δήλωσή της, ημερ. 28.03.2018, ζήτησε και έλαβε την άδεια του δικαστηρίου για απόσυρση της ως άνω αίτησης. Συνακόλουθα τούτου, τόσο η αίτηση απορρίφτηκε όσο και το σχετικό με αυτήν εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, ημερ. 24.01.2017, ακυρώθηκε. Νομική βάση της υπό συζήτηση αίτησης, αποτελεί ο κυρωτικός νόμος της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, (Ν.172/1986)άρθρα 5, 6, 7, 8 και 9, ο περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεων Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμος του 1982, (Ν. 40/1982)άρθρα 2-11 και η σχετική δήλωση/δέσμευση και ειδοποίηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, Δ.1, Θ.2, Δ.6, Θ.1 και 4, Δ.16, Θ.9, Δ.39 Θ.2, Δ.48, θθ 1-9 και 13, και Δ.64, θ.1
(2), ως επίσης οι συμφυείς εξουσίες και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων που υποστηρίζει την αίτηση, ως υποδεικνύεται στο σώμα της, εδράζεται στα γεγονότα όπως αυτά εμφαίνονται από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και στην ένορκη δήλωση του XXXXX Μιτσίδη που τη συνοδεύει, ίδιας ημερομηνίας, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους εναγομένους 3 και 6 - αιτητές. Ως καταγράφεται στην αίτηση: «
- Δεν ικανοποιείται καμία από τις προϋποθέσεις της Διάταξης 6 Θεσμοί 1 και 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για παροχή άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας.
- Δεν στοιχειοθετείται ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Εναγομένων και/ή εναντίον των Εναγομένων 3 και
- Συγκεκριμένα: (α) Δεν υπάρχει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί το αδίκημα της απάτης ή της συνομωσίας ή δόλου ή άλλου αδικήματος προς εξαπάτηση των Εναγόντων και δεν αποδεικνύεται ότι οι Ενάγοντες έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 3 και
- (β) Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε ή ικανοποιητική μαρτυρία που να δείχνει ότι οι κατ' ισχυρισμό ενέργειες των εμπλεκόμενων ενδεχομένως να αποτελούν αδικοπραξία κάτω από το Κυπριακό ή το Ρωσικό δίκαιο. (γ) Οι κατ' ισχυρισμό αποφάσεις του Ρωσικού Δικαστηρίου δεν έχουν οποιαδήποτε ισχύ ή νομική συνέπεια ή εφαρμογή στην Κύπρο αφού δεν έχουν αναγνωριστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια και/ή δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε μαρτυρία για την ισχύ τους και τις πιθανές νομικές τους συνέπειες με βάση το Ρωσικό δίκαιο. (δ) Δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε ενέργεια καταδολίευσης των Εναγόντων εφόσον οι αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων δεν έχουν αναγνωριστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια για να στοιχειοθετηθούν αδικήματα καταδολίευσης, με βάση το Κυπριακό νόμο. (ε) Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι με βάση το Ρωσικό δίκαιο οι κατ' ισχυρισμό αποφάσεις στη Ρωσία και η εκτέλεση αυτών επεκτείνεται σε περιουσιακά στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να κατέχουν εκτός της Ρωσίας και σε μετοχές σε ιδιωτικές εταιρείες εκτός της Ρωσίας.
- Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Meshchansky ημερομηνίας 9/11/2016 είχε εφεσιβληθεί και με απόφαση του το Ρωσικό Εφετείο αποφάσισε στις 22/11/2016 όπως ακυρώσει την εν λόγω απόφαση και παραπέμψει την υπόθεση στο Meshchansky Επαρχιακό Δικαστήριο της Μόσχας για εκδίκαση εκ νέου. Στις Αίτηση ημερομηνίας 16/05/2017 οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι το Meshchansky Επαρχιακό Δικαστήριο Μόσχας, επανεκδίκασε την αγωγή των Εναγόντων και με απόφαση του ημερομηνίας 27/04/2017 απέρριψε την απαίτηση των Εναγόντων στην εν λόγω αγωγή.
- Το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία σε σχέση με τις Εναγόμενες 3 και 6 και/ή δεν είναι το κατάλληλο forum για εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή η Ενάγουσα απέτυχε να τεκμηριώσει ότι το Σεβαστό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με τις Εναγόμενες 3 και
- Οι Αιτήσεις των Εναγόμενων με βάση τις οποίες εκδοθήκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα δεν υποστηρίζονται από την απαιτούμενη μαρτυρία με βάση την οποία να καταδεικνύεται ότι οι Εναγόμενες 3 και 6 είναι αναγκαίες διάδικοι στην Αγωγή και/ή ότι οποιοδήποτε αστικό αδίκημα διαπράχθηκε στην Κύπρο και εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
- Η μέθοδος επίδοσης που προβλέπει το διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/05/2017 και με βάση το οποίο έγινε η επίδοση στις Εναγόμενες 3 και 6 δεν συνάδει με τις πρόνοιες του Κυρωτικού της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1986 (Ν. 172/1986), άρθρα 5-9 και/ή με τις πρόνοιες του περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεων Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμος του 1982 (Ν. 40/1982), άρθρα 2-11 και τη σχετική δήλωση/ δέσμευση και ειδοποιήση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
- Η επίδοση στις Εναγόμενες 3 και 6 της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και των υπολοίπων εγγράφων που αναφέρονται στα διατάγματα που προσβάλλονται στην παρούσα αίτηση ήτο κακή και/ή παράτυπη για το λόγο ότι τα έγγραφα δεν επιδόθηκαν ή παραδόθηκαν σ' αυτές μέσω των επίσημων αρχών της Ρωσικής Ομοσπονδίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κυρωτικού της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1986 (Ν. 172/1986), άρθρα 5-9 και/ή τις πρόνοιες του περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεων Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμος του 1982 (Ν. 40/1982), άρθρα 2-11 και τη σχετική δήλωση/ δέσμευση και ειδοποίηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.
- Η μονομερής αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 10/02/2017 είναι παράτυπη για το λόγο ότι δεν αναφέρεται στην αναγκαία νομική βάση και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται στις συγκεκριμένες πρόνοιες του περί της Σύμβασης περί την εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Νόμο Ν. 40/82και του Κυρωτικού της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1986 (Ν. 172/1986), που τυχόν εφαρμόζονται και/ή στην οποίο βασίζονται οι Ενάγοντες». Ο ως άνω ομνύον, XXXXX Μιτσίδης, θέτοντας υπόψη του δικαστηρίου αντίγραφα αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Μόσχας (Meshchansky), με τις οποίες, αφενός ακυρώθηκε αρχικά η μία εκ των τριών αποφάσεων που οι ενάγοντες επικαλέστηκαν ότι εκδόθηκε προς όφελος τους σε βάρος του εναγομένου αρ. 5 και παραπέμφθηκε για επανεκδίκαση, (απόφαση ημερ. 22.11.2016) ενώ αφετέρου, στο πλαίσιο της επανεκδίκασης της υπόθεσης από το πιο πάνω Επαρχιακό Δικαστήριο της Μόσχας, αποφασίστηκε η απόρριψη της απαίτησης των εναγόντων στην εν λόγω αγωγή, (απόφαση ημερ. 27.04.2017) υποδεικνύει ότι οι ενάγοντες, με δεδομένο ότι παρέλειψαν να αποκαλύψουν τα πιο πάνω στο δικαστήριο, δεν έχουν προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την προώθηση των μονομερών αιτήσεών τους, ημερομηνίας 10.02.2017 και 16.05.
- Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, στις 21.11.2017 προχώρησαν στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην υπό συζήτηση αίτηση. Η ένσταση εδράζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 ΘΘ.1, 2 και 3, Δ.6 θθ.1, 4-9, Δ.16 Θ.9, Δ.39 Θ. 2, Δ.48 θθ.1-4, 7-9 και Δ.64, στον κυρωτικό νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Ν. 172/1986), στον Περί της Σύμβασης Περί την εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Νόμο Ν.40/82, στη Σύμβαση της Χάγης, ημερ. 15 Νοεμβρίου 1965 για Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας Δικαστικών και Εξώδικων Πράξεων και Εγγράφων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις, στο άρθρο 3 του Περί Πολιτικής Δικονομία Νόμου (Κεφ.6), στο άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 έως (Αρ. 3) του 1998 (14/1960), στα άρθρα 2, 11, 34 και 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (ΚΕΦ.148), στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στη νομολογία και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Σεβαστού Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. «
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική εφόσον εμπεριέχει γεγονότα και/ή επιχειρήματα.
- Η ένορκη δήλωση του κ.XXXXX Μιτσίδη που συνοδεύει την αίτηση δεν παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με αποτέλεσμα η αίτηση να μην βασίζεται σε επαρκή ή/και καθόλου μαρτυρία.
- Η εμβέλεια της Δ.16 Θ.9 δεν επιτρέπει στην παρούσα δικαστική διαδικασία τον παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ως η παράγραφος
(3)της αίτησης.
- Ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του Διατάγματος ημερομηνίας 13 Φεβρουάριου 2017 δυνάμει του οποίου επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στις αιτήτριες/εναγόμενες 3 και 6 («Διάταγμα Εκτός Δικαιοδοσίας») και συνεπώς ορθώς εκδόθηκε εφόσον (α) η ενάγουσα έχει εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα και/ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των αιτητών και (β) τα Κυπριακά Δικαστήρια άπτονται δικαιοδοσίας εκδίκασης παρούσας αγωγής.
- Ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του Διατάγματος ημερομηνίας 19 Μάίου 2017 δυνάμει του οποίου επιτράπηκε η υποκατάστατος επίδοση στην αιτήτρια/εναγόμενη 6 («Διάταγμα Υποκατάστατου Επίδοσης») και συνεπώς ορθώς εκδόθηκε εφόσον (α) πρώτα έχει ληφθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και (β) παρόλο που έγιναν προσπάθειες για επίδοση με τον ενδεδειγμένο τρόπο που προνοεί η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου, εξαντλήθηκε η δυνατότητα επίδοσης και ο υποκατάστατος τρόπος που επιζητείτο θα φέρει εις γνώση των αιτητριών την αγωγή.
- To αίτημα για παραμερισμό του Διατάγματος Υποκατάστατου Επίδοσης και/ή της επίδοσης στην εναγόμενη 3/αιτήτρια, έχει καταστεί άνευ αντικειμένου εφόσον η επίδοση επιτεύχθηκε τελικά την 2 Οκτωβρίου 2017 με τον ενδεδειγμένο τρόπο και σύμφωνα με το Διάταγμα Εκτός Δικαιοδοσίας και το Δικαστήριο δεν δύναται να καλείται να αποφασίζει επί ματαίου.
- Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι το καταλληλότερο forum για εκδίκαση της παρούσας αγωγής σε σχέση με τις αιτήτριες.
- Η αίτηση ημερ. 10/02/2017 των καθ' ων η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι καθ' όλα νομότυπη και/ή βασίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική βάση.
- Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου είναι υπό τις περιστάσεις θέμα υπεράσπισης και δεν δύναται να αποφασισθεί σε αυτό το αρχικό στάδιο.
- Οι καθ' ων η αίτηση αποκάλυψαν στο Δικαστήριο τα γεγονότα και/ή στοιχεία που ήταν αναγκαία και σχετικά για καθορισμό αρχικά της αίτησης ημερ. 10/02/17 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ακολούθως της αίτησης ημερ. 16/05/17 για υποκατάστατο επίδοση.
- Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στα δικαιώματα και θα δημιουργήσει αδικία στα καλώς νοούμενα συμφέροντα και/ή έξοδα στους καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι προώθησαν την υπόθεση τους βασιζόμενοι στη νομιμότητα επίδοσης του κλητήριου εντάλματος στις εναγόμενες 3 και 6/αιτήτριες». Η Τατιάνα Χλωρακιώτου, δικηγόρος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση, στην ένορκη δήλωσή της, ημερ. 21.11.2017 που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, ανάμεσα σε άλλα, αφού αναφέρεται στην εξέλιξη των γεγονότων που αφορούσαν την εξασφάλιση των σχετικών διαταγμάτων και την επίδοση μέσω αυτών των σχετικών δικαστικών εγγράφων - στην εναγομένη αρ. 3 μέσω της υπηρεσίας DHL στη διεύθυνση της στη Ρωσία και στην εναγομένη 6 μέσω της επίδοσής τους στην XXXXX Σιούφτα - υποδεικνύει παράλληλα ότι στις 02.10.2017, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας ενημέρωσε το δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες ότι η επίδοση στην εναγομένη 3 επετεύχθη και διά μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ρωσίας, ως το σχετικό διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Το γεγονός τούτο, υποστηρίζει, τερματίζει ουσιαστικά την αναγκαιότητα περαιτέρω συζήτησης του ζητήματος της νομιμότητας και εγκυρότητας της υποκατάστατης επίδοσης στην εναγομένη αρ.3 των ίδιων εγγράφων, μέσω ταχυμεταφορέα δεμάτων DHL. Η ομνύουσα, σημείωσε ότι πράγματι το Επαρχιακό Δικαστήριο της Μόσχας (Meshchansky), στις 27.04.2017, ακύρωσε μία εκ των τριών αποφάσεων στις οποίες γινόταν αναφορά στην ως άνω ένορκη δήλωση της Μαρίνας Ιεροκηπιώτου, ημερ. 10.10.2017, με την οποία αναγνωριζόταν ότι ο εναγόμενος αρ. 5 όφειλε 13.005.231.449,69 Ρωσικά ρούβλια (€203.397.427,27) στους ενάγοντες. Σημείωσε παράλληλα πως μετά την εξέλιξη αυτή, η δικηγόρος των εναγόντων προέβη σε σχετική δήλωση στο Δικαστήριο, περιορίζοντας το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα στο ποσό των δυο πρώτων αποφάσεων που εξεδόθησαν από Ρωσικά Δικαστήρια σε αντίστοιχες αγωγές. Η μία, ημερομηνίας 11.08.2015, εναντίον των εναγομένων 4 και 5 και προς όφελος των εναγόντων για το ποσό των 2.150.497.345 Ρωσικών ρουβλιών (€33.633.052,01) και η άλλη, ημερομηνίας 23.06.2015, εναντίων του εναγομένου 5 για το ποσό των 144.747.694 Ρωσικών ρουβλιών (€2.263.805,04). Σημειώνει περαιτέρω πως το γεγονός ότι οι σχετικές Ρωσικές αποφάσεις δεν έχουν εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κύπρο, δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπό εξέταση υπόθεση, αφού το αγώγιμο δικαίωμα συνίσταται σε απάτη και/ή δόλο και/ή συνομωσία με σκοπό την εξαπάτηση και καταδολίευση των καθ' ων η αίτηση προς αποφυγή της πληρωμής χρέους, χωρίς να αφορά ειδικά την εκτέλεση των σχετικών ρωσικών αποφάσεων. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για την εξασφάλιση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, επέμενε στη θέση πως υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τα ζητήματα που αφορά η υπό συζήτηση αγωγή, η οποία αφορά και στηρίζεται σε αστικά αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στην Κύπρο, ειδικότερα τα αδικήματα της συνομωσίας και/ή δόλου και/ή απάτης, στα οποία είχαν ρόλο και οι εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες της Κύπρου. Παραπέμποντας στο γεγονός ότι στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 5953/2016, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, οι καθ' ων η αίτηση εξασφάλισαν διάταγμα αποκάλυψης, κατ' εφαρμογή του οποίου εξακριβώθηκε η ύπαρξη ενός πολύπλοκου πλέγματος απάτης και/ή συνομωσίας εναντίον των εναγόντων το οποίο αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση της ικανοποίησης των ως άνω δικαστικών αποφάσεων που εξεδόθησαν προς όφελος των εναγόντων και/ή στη συνέχιση απόκρυψης και αποξένωσης περιουσίας προς εξαπάτηση των τελευταίων, στο οποίο συμμετείχαν κατά τον τρόπο που εξηγεί όλοι οι εναγόμενοι, υποδεικνύει παράλληλα ότι το σύνολο της μαρτυρίας που θα προσκομιστεί προς απόδειξη της υπόθεσης, οι μάρτυρες που θα καταθέσουν, τα έγγραφα και αρχεία που θα παρουσιαστούν, βρίσκονται στην Κύπρο. Σε κάθε περίπτωση, συμπληρώνει, οι εναγόμενες 3 και 6 έχουν προστεθεί στην υπό συζήτηση αγωγή ως αναγκαίοι διάδικοι. Η εφαρμογή των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας για σκοπούς εξασφάλισης άδειας προς υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, υποστηρίζει, δεν απαγορεύεται, όταν η εφαρμογή τους δεν εξουδετερώνει τη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης. Ως η συμβουλή που έλαβε από τη συνήγορο των εναγόντων, η σχετική Συνθήκη δεν εφαρμόζεται κατά αποκλειστικότητα, ενώ η ύπαρξη της και μόνο δεν οδηγεί σε ακύρωση οποιασδήποτε επίδοσης που έγινε με βάση τους ως άνω Διαδικαστικούς Κανονισμούς και εντός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι αιτητές, προκρίνει τέλος, εφόσον έχουν λάβει γνώση των σχετικών εγγράφων, καταχωρώντας ήδη ένσταση στο προσωρινό διάταγμα, κωλύονται να ζητούν των παραμερισμό της επίδοσης αφού δια της ως άνω συμπεριφοράς τους έχουν αποποιηθεί το δικαίωμα τους να αμφισβητούν την εγκυρότητα της επίδοσης. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που ενδιαφέρει. Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο της παρούσας, είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι η ως άνω, τελευταία εισήγηση της πλευράς των καθ' ων η αίτηση περί κωλύματος των αιτητών να προωθήσουν την υπό συζήτηση αίτησή τους, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Η συμμετοχή τους στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, δεν τους εμποδίζει να εγείρουν ζητήματα αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας, όπως αυτά που προκρίνονται από την πλευρά τους στην υπό συζήτηση αίτηση, κατ' εφαρμογή ακριβώς όσων προνοούνται στη Δ.16 κ.9 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται ότι η συμμετοχή και η εμφάνιση των αιτητών στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή έγινε υπό διαμαρτυρία. Στην Γεωργιάδης ν. Χάσικου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136, επαναβεβαιώθηκε ότι η Δ.16 κ.9 παρέχει τη δυνατότητα στον εναγόμενο είτε χωρίς να καταχωρήσει εμφάνιση είτε καταχωρώντας εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να ζητήσει την ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος (βλ. επίσης G.J. Magddon Ltd v. A.L.Metal Trad. Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 2064). Όπως άλλωστε χαρακτηριστικά υπεδείχθη στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.α.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ 549: «Η εμφάνιση και ένσταση επί του ex-parte εκδοθέντος συντηρητικού διατάγματος δεν σημαίνει βέβαια και άνευ όρων αποδοχή της δικαιοδοσίας εφόσον καθηκόντως όφειλε η εταιρεία να αμφισβητήσει τη μονομερή αίτηση». Η προβλεπόμενη από τους διαδικαστικούς κανονισμούς άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, δεν συνιστά ασφαλώς τυπική διαδικασία (βλ. Ans Secretaries Ltd v. Orianda Manegement FZ LLC κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A458, Πολ. Έφ. 362/09, ημερ. 03.07.2014). Μέσω της, ουσιαστικά διευρύνεται η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, αφού το τελευταίο καθιστά τον εαυτό του κατάλληλο να εκδικάσει την υπόθεση στην οποία συνυπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι που διαμένουν στο εξωτερικό. Ο ενάγοντας θα πρέπει να έχει καλή υπόθεση εις βάρος των εναγομένων που βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας, πείθοντας ότι οι εναγόμενοι αυτοί είναι κατάλληλοι ή αναγκαίοι. Σε σχέση με τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει και να εξετάζει αιτήσεις αυτού του είδους, στην υπόθεση Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(A) ΑΑΔ 447, υποδείχθηκε ότι: «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Στη Δ.6 κ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, ρητά προβλέπεται ότι για την εξασφάλιση άδειας του δικαστηρίου για επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησής του εκτός δικαιοδοσίας, απαιτείται να συντρέχουν περιστάσεις όπως αυτές που εναλλακτικά εκτίθενται και απαριθμούνται στις υποπαραγράφου (a) έως (h) του κ.1 του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού. Σύμφωνα δε με τη Δ.48 κ.8
(1)(f), αίτηση αυτή της φύσης δύναται να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση (ex parte). Ως ειδικότερα προβλέπεται στον κ.4 της Δ.6, το δικαστήριο, εξετάζοντας σχετική αίτηση θα πρέπει να ικανοποιηθεί από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και υποστηρίζει, ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής ενώ παράλληλα να καταδεικνύεται ο τόπος ή η χώρα στην οποία ένας εναγόμενος είναι δυνατόν να ευρεθεί, ως επίσης και το υπόβαθρο των γεγονότων επί του οποίου η αίτηση στηρίζεται. Διάδικος ο οποίος επιζητεί την έκδοση διατάγματος μονομερώς, έχει την υποχρέωση να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα γεγονότα. (Βλ. «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ» των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, σελ 163 κ.ε.) Όχι μόνο γεγονότα που ήταν γνωστά στον ίδιο αλλά και εκείνα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα (Ιερά Μητρόπολης Πάφου ν. Aristo Developers
(2011)1(Β) Α.Α.Δ 1377 Τσιερκέζος ν. Dragon Tourist Entreprises Ltd
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 734 και Αναφορικά με την Αίτηση του Shanmukan Uthajenthiran (Αίτηση mandamus)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ 123). Όσο πιο δραστική είναι η θεραπεία που επιζητείται, τόσο αυξάνεται και η υποχρέωση αποκάλυψης κάθε, σχετικού πάντα, στοιχείου και πληροφορίας. Στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd,
(1996)1(A) ΑΑΔ 597, επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση χορήγηση θεραπείας, θα πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Υπογραμμίστηκε παράλληλα ότι η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Ως έχει κατ' επανάληψη δε νομολογηθεί, το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Όπως άλλωστε έχει υποδειχθεί στην Larissa (Αρ. 2),
(1997)1(Γ) 1333, η αρχή της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων σε περιπτώσεις διαταγμάτων που εξασφαλίζονται με μονομερής αιτήσεις, εφαρμόζονται και σε αιτήσεις για εξασφάλιση άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας όπως επίσης και σε περιπτώσεις προνομιακών ενταλμάτων. Δεδομένη είναι λοιπόν η υποχρέωση σε περιπτώσεις ως και η υπό συζήτηση για πλήρη αποκάλυψη. Ωστόσο, ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 ΑΑΔ 248, δεν συνιστά παραπλάνηση του Δικαστηρίου κάθε παράλειψη. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τα οποία θα βάρυναν τη σκέψη του τελευταίου όταν εξέταζε την μονομερή αίτηση. Επί τούτου, χρήσιμη είναι η παραπομπή στην επισήμανση-υπόδειξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη σχετικά πρόσφατη απόφασή στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α ν. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27.02.2015, όπου, αφού επιβεβαιώνεται η αναγκαιότητα για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, σημειώνεται ότι δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Όπως υποδεικνύεται στην εν λόγω απόφαση: «Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία (δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. ...θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας». Έχοντας ήδη σημειώσει την αναγκαιότητα πλήρους αποκάλυψης κάθε λεπτομέρειας και στοιχείου στην περίπτωση που κάποιος, μονομερώς απευθύνεται προς το δικαστήριο, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί το γεγονός ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ημερ. 10.02.2017, δεν αποκαλύφθηκε ότι η μία εκ των τριών αποφάσεων των Ρωσικών Δικαστηρίων (για τις οποίες έγινε αναφορά στην ένορκη δήλωση των αιτητών που συνόδευε την αίτηση των τελευταίων για εξασφάλιση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας) είχε στο μεταξύ ακυρωθεί - από τις 22.11.2016 - και ότι η σχετική με αυτήν αγωγή είχε παραπεμφθεί για εκδίκαση εκ νέου. Ούτε στο πλαίσιο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, ημερ. 17.05.2017, αναφέρθηκε ότι η εν λόγω αγωγή απορρίφτηκε στο μεταξύ με απόφαση Ρωσικού Δικαστηρίου, στις 27.04.2017. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μη αναφορά και στη συγκεκριμένη εξέλιξη των γεγονότων, καθ' ον χρόνο οι ενάγοντες μονομερώς απευθύνονταν στο δικαστήριο, αποτελεί παράλειψη για την οποία ελέγχονται. Ό,τι απασχολεί, στη βάση όλων όσων έχουν πιο πάω αναφερθεί για το ζήτημα, είναι αν η ως άνω διαπιστωμένη παράλειψή τους, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, είναι τέτοιας μορφής και έντασης -«ουσιώδες» κατά την νομολογία - δυνάμενη να οδηγήσει αυτόματα σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αλλά και του μεταγενέστερου διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση, οδηγώντας έτσι σε παραμερισμό της επίδοσης των σχετικών εγγράφων. Το τι είναι «ουσιώδες», η μη αποκάλυψη του οποίου, από μόνη της, δυνατόν να οδηγήσει σε απόρριψη μιας αίτησης ή σε ακύρωση ενός διατάγματος, κρίνεται πάντα από το δικαστήριο έχοντας κατά νου το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση. Εξαρτάται, περαιτέρω, από τη φύση της αίτησης και του διατάγματος και κατά πόσο η μη αποκάλυψή ενός ζητήματος μπορούσε πράγματι να έχει σημασία, μικρή ή μεγάλη για την κατά περίπτωση τοποθέτηση του Δικαστηρίου. Ακόμα, συνεκτιμάται, κατά πόσο η μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου οφείλεται σε σκοπιμότητα ή σε αμέλεια, αν τούτο αποσκοπούσε να παραπλανήσει το δικαστήριο ή αν τίθεται θέμα αδικίας στον εναγόμενο. Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ή κατά την εξέταση αιτήματος για υποκατάστατη επίδοση, είναι συγκεκριμένα τα ζητήματα - παράμετροι που απασχολούν και τα οποία εξετάζονται από το δικαστήριο, στη βάση των οποίων ασκείται πάντα η διακριτική του εξουσία. Με δεδομένο ότι η απαίτηση των εναγόντων, όπως αυτή σκιαγραφείται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, στηρίζεται ουσιαστικά στην ισχυριζόμενη συνομωσία των εναγομένων για αποτροπή της ικανοποίησης οφειλής που διεκδικούν οι ενάγοντες δυνάμει δανειοδοτήσεων, οι οποίες, ως ισχυρίζονται χωρίς να αμφισβητείται, έχουν επιβεβαιωθεί και με δικαστικές αποφάσεις Ρωσικών δικαστηρίων, η μη αναφορά του γεγονότος ότι η μία εξ' αυτών των δικαστικών αποφάσεων, είχε στο τέλος της ημέρας ακυρωθεί, χωρίς ταυτόχρονα να αμφισβητείται η ύπαρξη δύο άλλων δικαστικών αποφάσεων, για τις οποίες γίνεται επίσης αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αποτελεί κατά την αντίληψή μου πραγματικότητα που στην συγκεκριμένη τουλάχιστον περίπτωση, δεν φαίνεται να μπορεί, αυτόματα, να οδηγήσει στην απόρριψη και την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων συνεπεία μη πλήρους αποκάλυψης. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, παράλειψη αναφοράς του γεγονότος ότι μία εκ των τριών δικαστικών αποφάσεων που είχαν στο μεταξύ εκδοθεί προς όφελος των εναγόντων, μέσω των οποίων οι ενάγοντες διατείνονται ότι αναγνωρίστηκαν και δικαστικά οφειλές δυνάμει δανειοδότησης κάποιων από τους εναγομένους, είχε σε κάποιο στάδιο ακυρωθεί, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων, στον πυρήνα της, όπως την έθεσε υπόψη του δικαστηρίου η πλευρά των εναγόντων. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι υπήρχαν και δικαστικές αποφάσεις, που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων επιβεβαιώνουν τις απαιτήσεις τους κατά συγκεκριμένων εναγομένων, με ότι αυτός ο παράγοντας μπορεί να σημαίνει για την τελική τοποθέτηση του δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου αιτήματος, παρέμεινε αναλλοίωτο. Ομοίως, η παράλειψη αναφοράς στην ένορκη δήλωση που συνόδευε και υποστήριζε την αίτηση για εξασφάλιση άδειας για υποκατάστατη επίδοση, ημερομηνίας 17.05.2017, όχι μόνο του πιο πάνω γεγονότος αλλά και οποιασδήποτε αναφοράς σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης - για τις οποίες έγινε λόγος στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την προγενέστερη αίτηση για εξασφάλιση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό - έχοντας κατά νου το αντικείμενο της συγκεκριμένης αίτησης και τους παράγοντες που το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει για την δικαστική του τοποθέτηση επί του συγκεκριμένου αιτήματος, δεν φαίνεται επίσης να αποτελεί «ουσιώδη» στοιχείο και παράλειψη, κατά τρόπο που θα επέβαλε την δραστική παρέμβαση του δικαστηρίου κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά των αιτητών στην υπό συζήτηση αίτηση. Υπό τις περιστάσεις που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, το ζήτημα της ύπαρξης ή μη δικαστικών αποφάσεων, μέσω των οποίων κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, επιβεβαιώθηκαν και δικαστικά ισχυριζόμενες απαιτήσεις τους σε βάρος συγκριμένων εναγόμενων, απολήγει περιφερειακό για τους σκοπούς της συγκεκριμένης πάντα αίτησης. Σπεύδω να σημειώσω ότι ενδεχομένως, η ως άνω παράλειψη να είχε τη δική της, καταλυτική σημασία, στην περίπτωση που το ζήτημα απασχολούσε στα πλαίσια της εξέτασης του προσωρινού διατάγματος που μονομερώς εξεδόθη στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, στις 26.01.2017, ζήτημα όμως που μετά την απόσυρση της σχετικής αίτηση εκ μέρους των εναγόντων και της ακύρωσης του σχετικού διατάγματος, παρέλκει η αναγκαιότητα περαιτέρω ενασχόλησης και συζήτησής του. Αποτελεί αξίωμα πως ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων που απασχολούν σε μια δικαστική υπόθεση γίνεται από τα δικόγραφα. Τα επίδικα θέματα, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις, ενώ τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 225 και Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 ΑΑΔ 24). Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η αγωγή προωθήθηκε με την καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Πέραν από το περιεχόμενο του εν λόγω κλητηρίου εντάλματος, το δικαστήριο θα εξετάσει ασφαλώς τα ζητήματα που εδώ απασχολούν και στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Τα γεγονότα άλλωστε που εκτίθενται σε αυτές, πέραν της επισήμανσης εκ μέρους των αιτητών ότι δεν αποκαλύφθηκε από τους ενάγοντες στο δικαστήριο, το γεγονός ότι η μία εκ των τριών αναφερόμενων αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Μόσχας, είχε ακυρωθεί στις 22.11.2016, ενώ η σχετική απαίτηση τελικά απορρίφτηκε με απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ημερ. 27.04.2017, δεν αμφισβητούνται. Στα πλαίσια λοιπόν του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος της παρούσας αγωγής, με τη γενικότητα που επιβάλλει η φύση του συγκεκριμένου εναρκτήριου μέσου της αγωγής, αξιώνονται μεταξύ άλλων, από όλους τους εναγόμενους, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για συνομωσία προς εξαπάτηση των εναγόντων και/ή για απάτη και/ή δόλο και/ή για δόλια και/ή εξαπάτηση πιστωτών. Με την ένορκη δήλωση ημερ. 10.02.2017, οι αιτητές παραθέτουν ένα ευρύτερο πλέγμα γεγονότων που κατά την δική τους θεώρηση των πραγμάτων, εμπλέκει όλους τους εναγόμενους στην ως άνω συνομωσία προς εξαπάτηση των εναγόντων. Η ουσία των απαιτήσεων των εναγόντων στην υπό συζήτηση περίπτωση εδράζεται στο αστικό αδίκημα της συνομωσίας με απώτερο στόχο την παρεμπόδιση της ανάκτησης των ποσών ισχυριζόμενης δανειοδότησης και της ικανοποίησης σχετικών με αυτή δικαστικών αποφάσεων που υπήρχαν προς όφελος των εναγόντων. Παρατίθεται δε, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτησή τους, με λεπτομέρεια, ο τρόπος που ο κάθε ένας από τους εναγομένους, ως συνωμότης, συνέδραμε με τις ενέργειες και τις παραλείψεις του στην ισχυριζόμενη από την πλευρά των εναγόντων πρόκληση ζημιάς στους τελευταίους, μέσω της αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων ικανών να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση της απαίτησης των εναγόντων και της απόκρυψης περιουσίας προς εξαπάτηση των τελευταίων. Τα συστατικά στοιχεία της συνομωσίας, όπως αυτά συζητούνται στο σύγγραμμα Bullen and Leake & Jacobs - Presidents of pleadings 18η έκδοση, παράγραφος 59.02, είναι να υφίσταται συμφωνία μεταξύ δυο ή περισσοτέρων προσώπων με πρόθεση να προκαλέσουν ζημιά στο θύμα, πρόσωπα τα οποία προβαίνουν σε ενέργειες που τελικά προκαλούν ζημιά στον παραπονούμενο (βλ. Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc,
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 25). Εξετάζοντας με προσοχή το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου στην συγκεκριμένη περίπτωση, έχοντας κατά νου την εξέλιξη και την διαπλοκή των γεγονότων όπως αυτή έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτησή των εναγόντων, ημερ. 10.02.2017, αναπόδραστη είναι η κατάληξη ότι οι ενάγοντες έχουν αποκαλύψει, εκ πρώτης όψεως πάντα, καλή αιτία αγωγής εναντίον όλων των εναγομένων. Οι τελευταίοι παρουσιάζονται να ευθύνονται αλληλέγγυα και ξεχωριστά έναντι του θύματος της ισχυριζόμενης συνομωσίας, συνδράμοντας ο κάθε ένας με τον τρόπο του στην αποξένωση περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου 5 και στην απόκρυψη περιουσίας προς εξαπάτηση των εναγόντων, εκδηλώνοντας συγκεκριμένες συμπεριφορές οι οποίες τους αποδίδονται, με πρόθεση πρόκλησης ζημιάς στους ενάγοντες παρεμποδίζοντας την ανάκτηση ποσών ισχυριζόμενης δανειοδότησης και την ικανοποίηση σχετικών δικαστικών αποφάσεων. Έχει ήδη εξηγηθεί γιατί στην συγκεκριμένη περίπτωση, η παράλειψη αναφοράς της ακύρωσης της μίας από τις τρεις δικαστικές αποφάσεις δεν οδηγεί, αυτόματα, στην ακύρωση του σχετικού διατάγματος. Περαιτέρω, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διαπίστωση ή μη της ευθύνη των αλλοδαπών εναγομένων αρ. 3 και 6 επί του αστικού αδικήματος της συνομωσίας, φαίρεται να διασυνδέεται και να είναι δυνατόν να εξεταστεί διά μέσου της δικαστικής αξιολόγησης της σχετικής μαρτυρίας αναφορικά με τις εταιρείες αρ. 1 και 2 οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στην Κύπρο, κατά τρόπο που οι εν λόγο αλλοδαποί εναγόμενοι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, να μπορούν να προστεθούν ως αναγκαίοι διάδικοι. H υποκατάστατη επίδοση δικαστικών εγγράφων, δεν αποτελεί άγνωστο θεσμό στο Κυπριακό Δικονομικό Σύστημα. Η Δ.5 κ.9 των διαδικαστικών κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι: «Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στο θεσμό 2 της παρούσας Διαταγής, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σ΄αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις». Η νομολογία των δικαστηρίων μας άλλωστε, έχει αποκρυσταλλώσει ότι στις περιπτώσεις που έχει εξασφαλιστεί άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, παρέχεται η δυνατότητα να διαταχθεί η υποκατάστατη επίδοση είτε εκτός είτε εντός της δικαιοδοσίας. (Βλ. Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2001)(Γ) Α.Α.Δ. 1865 και Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36). Ως έχει ήδη σημειωθεί, η παραχώρηση από ένα δικαστήριο της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, συνιστά ουσιαστικά επέκταση της δικαιοδοσίας αυτού του δικαστηρίου και αναπόφευκτα, επέμβαση στην κυριαρχία και δικαιοδοσία ενός άλλου κράτους. Η όποια επέκταση της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Δημοκρατίας μέσω της επίδοσης κλητήριου σε μη Κύπριους στο εξωτερικό, θα πρέπει συνακόλουθα να γίνεται με σεβασμό στις αρχές της διακρατικής αβρότητας και χωρίς τούτο να συνιστά καταπάτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός τρίτου κράτους. Πρέπει να λαμβάνει, ως διακηρύχθηκε, τόσο στο πνεύμα όσο και στο λόγο, χαρακτήρα διακριτικής φιλοφρονητικής χειρονομίας (βλ. E. Philippou ν. Littner Hampton Ltd
(1984)1 CLR 716, Τηλέτυπος ΑΕ ν. Mega Channel Management Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1863). Σύμφωνα με το άρθρο 2
(4)του περί Πρωτοκόλλου μεταξύ της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών (Κυρωτικός) νόμος του 2001, (Ν.34(ΙΙΙ)/2001)η Συνθήκη της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.172/1986, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Στο άρθρο 3 της ως άνω Συνθήκης, ρητά αναφέρεται ότι η νομική συνδρομή σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου, περιλαμβάνει την αποστολή και επίδοση δικαστικών εγγράφων. Το άρθρο 7 της Συνθήκης, καθορίζει ότι η παραγγελλόμενη αρχή θα ενεργεί την επίδοση εγγράφων, σύμφωνα με τους κανόνες επίδοσης που ισχύουν στο κράτος της, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει σε σχέση με τα έγγραφα και στη γλώσσα που αυτά θα πρέπει να είναι συντεταγμένα. Σε αντίθεση με ότι προβλέπεται για Κύπριους πολίτες που κατοικούν στη Ρωσική Ομοσπονδία - στους οποίους μπορεί να γίνει επίδοση μέσω των διπλωματικών αποστολών ή των προξενικών γραφείων της Κύπρου στη Ρωσία (άρθρο 9 της σχετικής Συνθήκης) - σε Ρώσσους πολίτες όπως και σε μη Κύπριους που διαμένουν στη Ρωσική Ομοσπονδία, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να γίνει επίδοση εγγράφων, παρά μόνο μέσω των αρμοδίων αρχών, μέσω δηλαδή της παραγγελλόμενης αρχής και εφόσον ακολουθηθούν οι διαδικασίες επίδοσης που προβλέπονται στη Ρωσία. Η παρέκκλιση δηλαδή από τον τρόπο επίδοσης που συνομολογήθηκε στην ως άνω Διμερή Συνθήκη - όπως αυτή η παρέκκλιση επεξηγείται στο άρθρο 9 - αφορά μόνο τους ημεδαπούς πολίτες των δύο συμβαλλομένων κρατών. Τούτο για προφανείς και ευνόητους λόγους ιδιαίτερης μεταχείρισης των ημεδαπών πολιτών κάθε κράτους που βρίσκονται στο αντισυμβαλλόμενο κράτος. Το ζήτημα της επίδοσης δικαστικών εγγράφων σε πρόσωπα που βρίσκονται στο εξωτερικό, καλύπτεται επίσης από τη Διεθνή Σύμβαση περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις, η οποία κυρώθηκε με τον περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις (Κυρωτικό) νόμο του 1982 (Ν.40/1982). Στην εν λόγω Διεθνή Σύμβαση, (γνωστής ως η «Σύμβαση της Χάγης») αφού καθορίζεται ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα ορίσει κεντρική αρχή η οποία θα δέχεται παρακλήσεις για επίδοση προερχόμενες από άλλο συμβαλλόμενο κράτος (άρθρο 2), διακυρήσεται ότι κάθε κράτος θα είναι ελεύθερο να ενεργεί απευθείας επίδοση δικαστικών εγγράφων σε πρόσωπα στην αλλοδαπή, χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε εξαναγκασμού, μέσω των διπλωματικών ή προξενικών υπηρεσιών (άρθρο 8). Παράλληλα, στο άρθρο 10 της σύμβασης προβλέπεται η δυνατότητα επίδοσης δικαστικών εγγράφων, μεταξύ άλλων τρόπων και μέσω ταχυδρομείου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι το κράτος προορισμού δεν ενίσταται σε κάτι τέτοιο. Έχει ήδη αποσαφηνιστεί από τη νομολογία, (βλ. Kean Soft Drinks Ltd v. Safm. Cont. Lines N.V. κ.α.
(2001)1 A.A.Δ. 1784) ότι ιδιωτική εταιρεία ταχυμεταφορών περιλαμβάνεται στον όρο «ταχυδρομικώς», «postal channels» του άρθρου 10(α) της Σύμβασης της Χάγης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Ρωσική Ομοσπονδία, όπως και άλλα συμβαλλόμενα κράτη, ρητά έχει καταγράψει την ένστασή της στην επίδοση δικαστικών εγγράφων διά μέσου των μεθόδων που καταγράφονται στο άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης. Τούτο, θα πρέπει να σημειωθεί, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός και κοινό τόπο. Άλλωστε, πέραν του γεγονότος ότι προκρίνεται ως μέρος της νομικής βάσης επί της οποίας εδράζεται η υπό συζήτηση αίτηση, τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου, ως πραγματικό γεγονός, και μέσω της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Ιεροκηπιώτου, που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ημερ. 10.02.2017, όπου και παρατέθηκαν αποσπάσματα από την «επίσημη ιστοσελίδα της Συνθήκης της Χάγης» (τεκμήρια 7 και 9) στα οποία καταγράφονται οι σχετικές επιφυλάξεις - δεσμεύσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Σύμφωνα με το άρθρο 169
(3)του Συντάγματος: «
(3)Συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι συνομολογούμεναι συμφώνως ταις ειρημέναις διατάξεσι του παρόντος άρθρου έχουσιν από της δημοσιεύσεως αυτών εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας ηυξημένη ισχύν έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου, υπό τον όρον ότι αι τοιαύται συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι εφαρμόζονται αντιστοίχως και υπό του αντισυμβαλλομένου». Η ως άνω συνταγματική επιταγή έχει αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατ' επανάληψη έχουν αναλυθεί οι νομικές αρχές οι οποίες καθορίζουν ότι οι διεθνείς συμβάσεις έχουν αυξημένη ισχύ και προβάδισμα στην εφαρμογή έναντι του εσωτερικού δικαίου. (βλ. Malachtou v. Armefti
(1987)1 CLR 207). Όπως υπεδείχθη στην Θεόδωρος Παναγή ν. Τατιάνα Σνετσιέβα, Έφεση 36/2011, ημερ. 19.03.2014: «Η Σύμβαση, όπως είναι θεμελιωμένο έχει αυξημένη ισχύ, όχι υπό την έννοια της ανάκλησης οποιουδήποτε αντιφατικού με αυτή εσωτερικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια ότι έχει αυξημένη ισχύ και προβάδισμα στην εφαρμογή της έναντι του εσωτερικού δικαίου. (Βλ. Toulla G. Malaktou v. Christodoulos G. Armeftis and another
(1987)1 CLR 207, In Re Charalambous
(1987)1 CLR 427)». Σε σχέση με την αυξημένη ισχύ των διεθνών συμβάσεων και συνθηκών και τον τρόπο που αυτές πρέπει να αντιμετωπίζονται στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, είναι πιστεύω άκρως διαφωτιστικά όσα καταγράφονται από τον Δικαστή Οικονόμου, όταν ήταν Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου, στην απόφασή του στο πλαίσιο της υπόθεσης VTP Bank (Open Joint-Stock Company) v. Taruta Sergey Alekseyevich, άλλως Sergiy Oleksiyovych Taruta κ.α, Αρ. Γενικής Αίτησης 378/2017, ημερ. 27.06.2014, σχολιάζοντας πρόνοιες της ως άνω Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατίων για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου (Ν.172/1986). Τόνισε ειδικότερα: «Σε ότι αφορά τις πρόνοιες στις Συνθήκες με τον δέοντα σεβασμό δεν μπορώ να αποδεχθώ τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών οι οποίες θα απέδιδαν στο ανεξέλεγκτο του κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 27. Η σαφής αναφορά της Σύμβασης, ενός κειμένου με αυξημένη ισχύ, ότι η αίτηση θα υποβάλλεται στη δικαστική αρχή του τόπου έκδοσής της, όχι μόνο δεν μπορεί να παραβλεφθεί, αλλά δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως επιβάλλουσα επιτακτική ρύθμιση. Δυο κυρίαρχα κράτη συμφώνησαν και αλληλεγγύως ρύθμισαν ότι η αίτηση για εκτέλεση απόφασής των δικαστηρίων τους θα υποβάλλεται, κατά κανόνα στη δική τους δικαστική αρχή. Δεν μπορεί με οποιανδήποτε ερμηνεία να παρέμβουμε στην κυρίαρχη βούληση των συμβληθέντων κρατών ... Όμως, εκείνο που έχει σημασία και θα πρέπει να τηρηθεί με αυξημένη μάλιστα υποχρέωση που ενέχει και το στοιχείο της διακρατικής δέσμευσης, είναι το κείμενο της Σύμβασης και η σαφής βούληση των δυο κρατών όπως την κατέγραψαν». Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι στις 02.10.2017, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας, αρμοδίως, ενημέρωσε το δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες ότι η επίδοση στην εναγομένη αρ. 3 επιτεύχθηκε μέσω της αρμόδιας αρχής της Ρωσικής Ομοσπονδίας, κατ' εφαρμογή δηλαδή του σχετικού διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ημερ. 13.02.2017 (τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση ημερ. 21.11.2017, της Τατιάνας Χλωρακιώτου που υποστηρίζει την ένταση στην υπό συζήτηση αίτηση). Ενημέρωση που με βάση το τεκμήριο της κανονικότητας και ελλείψει οποιασδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρίας δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Χωρίς επ' ουδενί να παραβλέπω την υπόδειξη του Δικαστή Ναθαναήλ, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1 (B) Α.Α.Δ. 1176, 1138 ότι «Τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω ούτε επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα, ούτε και προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες είτε έχουν εκλείψει, είτε λόγω μεταβολής των συνθηκών, η επίλυσής τους δεν θα κατέληγε σε οποιοδήποτε πρακτικό αποτέλεσμα», αισθάνομαι ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπου πριν την ως άνω γενομένη επίδοση μεσολάβησε η εμφάνιση στη διαδικασία της εναγομένης αρ. 3 υπό διαμαρτυρία και η προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης παραμερισμού, όχι μόνο του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση αλλά και της προηγηθείσας άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, η τοποθέτηση του δικαστηρίου, πέραν και ανεξάρτητα από την ως άνω εξέλιξη όσον αφορά την επίδοση, δεν θα αποτελούσε ενέργεια επί ματαίω. Ζητήματα ως το υπό συζήτηση, φαίνεται να έχουν ήδη απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Herene v. UWE Scaper κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1069, εκδόθηκε πρωτόδικα διάταγμα επίδοσης ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος με διπλοσυστημένη επιστολή, σε εναγόμενο στην Γερμανία. Η τελευταία, είχε καταγράψει την ένσταση της στη συγκεκριμένη μέθοδο επίδοσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με δεδομένο ότι η πιο πάνω εξέλιξη βρισκόταν σε σύγκρουση με το άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης, η οποία τέθηκε σε ισχύ στην Κύπρο την 01.06.1993 με τον κυρωτικό νόμο Ν.40/1982, ακύρωσε το σχετικό διάταγμα και παραμέρισε την επίδοση. Ο δικαστής Κωνσταντινίδης, υπέδειξε: «Είναι ορθό όμως να καταγράψω την αντίληψή μου πως ο ενάγων δεν αρνήθηκε τελικά ότι ενόψει της ένστασης της Γερμανίας σε σχέση με το άρθρο 10 της Διεθνούς Σύμβασης που αναφέρθηκε, η επίδοση θα έπρεπε να παραμεριστεί εν πάση περιπτώσει, αφού έγινε με διπλοσυστημένη επιστολή απευθείας στον εναγόμενο 3. Πράγματι, δεν μου φαίνεται ότι θα υπήρχε τελικά περιθώριο διάσωσής της εφόσον προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση της Διεθνούς Σύμβασης που διέπει το θέμα». Έχει ήδη σημειωθεί η κατ' επανάληψη διακηρυχθείσα θέση των δικαστηρίων μας για την αυξημένη ισχύ και το προβάδισμα των Διεθνών Συμβάσεων στις οποίες προσχωρεί ή συνομολογεί η Δημοκρατία έναντι του εσωτερικού δικαίου (βλ. επίσης Earlsfield Steel Ltd v Joint Stock Co Elecgroum. Steel Works
(2009)1 A.A.Δ. 1350). Ομοίως, στην Αγγλική υπόθεση Shiblaq v. Sadikoglu
(2004)2 All ER (Comm) 596, όπου ηγέρθηκε ζήτημα νομιμότητας της επίδοση δικαστικών εγγράφων με βάση μέθοδο που προβλεπόταν στο άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης, στην οποία όμως ενίστατο το κράτος προορισμού, το δικαστήριο υπέδειξε ότι δεν νοείται επίδοση από ένα κράτος σε άλλο ασύμβατη με τις πρόνοιες σύμβασης που είναι δεσμευτική μεταξύ δυο κρατών. Υπεδείχθη περαιτέρω ότι δεν μπορούν να παρακαμφθούν οι πρόνοιες της σύμβασης και οι απαιτήσεις που αυτή επιβάλλει σημειώνοντας ότι το θέμα ανάγεται σε θεμελιακούς κανόνες της διεθνούς αβρότητας «fundamental principle of international comity» σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι οποιεσδήποτε απαιτήσεις του ημεδαπού δικαίου σε θέματα επίδοσης στο εξωτερικό που διέπονται από αυτή τη σύμβαση δεν μπορούν να αποδυναμώσουν τις συγκεκριμένες αρχές. Έχω ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή τα επιχειρήματα της πλευράς των καθ' ων η αίτηση, όσον αφορά το δικαιολογημένο της έκδοσης του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης των δικαστικών εγγράφων στην συγκεκριμένη περίπτωση. Μελέτησα επίσης, με την δέουσα προσοχή και σεβασμό, τον λόγο πρωτόδικων αποφάσεων δικαστηρίων στη Δημοκρατία στις οποίες η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση παρέπεμψε το δικαστήριο, όπως και άλλων, σχετικών με το ζήτημα που εδώ απασχολεί. Δεν παραγνωρίζω επίσης, τα όποια προβλήματα, όπως καθημερινά σχεδόν μεταφέρονται στο παρών δικαστήριο και τις δυσκολίες που προκύπτουν στην προσπάθεια επίδοσης, κατά περίπτωση, διαφόρων εγγράφων κατ' εφαρμογή των προνοιών της Σύμβασης της Χάγης, της Διμερούς Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Ν.172/1986)ή και άλλων Διμερών Συνθηκών σχετικών με το ζήτημα. Ορισμένα από αυτά άλλωστε, όπως η καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της επίδοσης και η ανάγκη προώθησης των δικαστικών διαδικασιών, προβλήθηκαν και στην υπό συζήτηση περίπτωση. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι για σκοπούς ερμηνείας Διεθνών Συμβάσεων η άντληση βοήθειας από Αγγλικές αποφάσεις είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη, απασχόλησε επίσης, η ευρύτερη προβληματική που αναδύεται από την Αγγλική νομολογία επί του ζητήματος της επίδοσης δικαστικών εγγράφων σε χώρες που τυγχάνει εφαρμογής η Σύμβαση της Χάγης ή Διμερείς Συνθήκες με πρόνοιες για το ζήτημα της επίδοσης δικαστικών εγγράφων όπως αυτές της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Ν.172/1986). Στην ιδιαίτερα αναλυτική για το ζήτημα απόφαση Marashen Ltd v. Kenvett Ltd
(2017)EWCH 1706 (CH) γίνεται μια ιστορική αναδρομή της αντιμετώπισης του ζητήματος από τα Αγγλικά δικαστήρια με παραπομπή σε πληθώρα αποφάσεων, που καταδεικνύουν εν πολλοίς την εξελικτική αντιμετώπιση του ζητήματος από την Αγγλική έννομη τάξη. Προκρίνεται καταληκτικά, ότι το ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά περίπτωση και ότι εν πάση περιπτώσει τα δικαστήρια δεν θα πρέπει να δεσμεύονται από τις πρόνοιες της Σύμβασης σε απόλυτο βαθμό, κατά τρόπο που σε εξαιρετικές περιστάσεις, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια διαφορετική μέθοδο επίδοσης από εκείνη που προβλέπεται στην σχετική Σύμβαση της Χάγης. Ταυτόχρονα, σημειώνεται ότι παράγοντες όπως αυτός της καθυστέρησης στην περίπτωση που ακολουθηθεί η διαδικασία της επίδοσης που προβλέπεται στη Σύμβαση ή το αυξημένο κόστος για να επιτευχθεί η επίδοση μέσω των προνοιών της Σύμβασης, δεν αποτελούν ικανούς λόγους που να επιτρέπουν την απόκλιση από τις πρόνοιες της Σύμβασης. Αντίθετα, η ύπαρξη προσωρινού διατάγματος, σε συνδυασμό πάντα με τις ειδικότερες συνθήκες που περιβάλλουν την εκάστοτε περίπτωση, όπως όταν η υποκατάστατη επίδοση θα επιχειρηθεί εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δυνατόν να δικαιολογεί την έγκριση αιτήματος για υποκατάστατη επίδοση. Με δεδομένες ωστόσο της ρητές και ξεκάθαρες πρόνοιες των ως άνω Διεθνών Συμβάσεων που συνομολόγησε η Δημοκρατία για το ζήτημα - νομικών κειμένων με αυξημένη μάλιστα ισχύ και αδιαπραγμάτευτη την ανάγκη στο πλαίσιο της διεθνούς έννομης τάξης, πιστής εφαρμογής τους, κατά τρόπο που να μην προκαλείται ρήγμα τόσο στο διεθνές σύστημα απονομής δικαιοσύνης όσο και στη κρατική κυριαρχία των συμβαλλομένων κρατών - στις οποίες καθορίζεται ο τρόπος επίδοσης δικαστικών εγγράφων σε διαδίκους όπως οι εναγόμενοι 3 και 6, αισθάνομαι ότι η όποια προσπάθεια ουσιαστικά παράκαμψης τους, μέσω - ας μου επιτραπεί ο αδόκιμος ίσως όρος- «νομικών κατασκευών», δεν προσφέρεται. Διεθνείς ή διμερείς συμφωνίες σε ότι αφορά την παροχή συνδρομής σε δικαστικά ζητήματα, συνάπτονται για να τηρούνται, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αποφυγή της αμφισβήτησης της κρατικής κυριαρχίας μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Ούτε ενδείκνυται ή δικαιολογείται, με σκοπό να υπερπηδηθούν προβλήματα που τυχόν παρουσιάζονται στη διεκπεραίωση της επίδοσης εγγράφων κατ' εφαρμογή των ως άνω Διεθνών Συμβάσεων. Τούτο, δυνατόν να αποτελεί ζήτημα που θα πρέπει να τεθεί στις αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων κρατών, οι οποίες ανάλογα, αν κρίνουν βέβαια σκόπιμο και αναγκαίο, θα ενεργήσουν προς επίλυση του. Η επίκληση άλλωστε των συμφυών εξουσιών του δικαστηρίου για παρέμβαση σε ζητήματα επί των οποίων υπάρχει ρητή νομοθετική ρύθμιση, αυξημένης μάλιστα ισχύος, δεν θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί νομικά επιτρεπτή και δικαιολογημένη. Η αδιαμφισβήτητη δυνατότητα υποκατάστατης επίδοσης δικαστικών εγγράφων, ως προβλέπεται από τους εσωτερικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς παραμένει ασφαλώς αλώβητη. Πλην όμως, στη συγκεκριμένη πάντα περίπτωση, όπου η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ρωσική Ομοσπονδία δεσμεύονται με Διεθνείς Συνθήκες στις οποίες προσχώρησαν ή συνομολόγησαν, μεταξύ τους, οι πρόνοιες των οποίων υπερτερούν έναντι των εσωτερικών Δικονομικών Κανονισμών, δεν επιτρέπουν την ενεργοποίησή του συγκεκριμένου μηχανισμού σε σχέση με τους εναγομένους 3 και 6. Ως πιο πάνω έχει εξηγηθεί, η υποκατάστατη επίδοση στους εναγομένους 3 και 6 - Ρωσική εταιρεία η πρώτη, με έδρα την Ρωσία και Ρώσο υπήκοο το δεύτερο που διαμένει επίσης στη Ρωσία - δεν περιλαμβάνεται ούτε προβλέπεται στις μεθόδους που καθορίζονται από τις ως άνω Διεθνείς Συμβάσεις για την επίδοση δικαστικών εγγράφων σε εναγομένους όπως οι 3 και 6 και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να ακολουθηθεί. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση ως προς το παρακλητικό «1» αποτυγχάνει. Αντίθετα, ως προς τα παρακλητικά «2» και «3» επιτυγχάνει. Συνακόλουθα, το διάταγμα ημερομηνίας 19.05.2017 για υποκατάστατη επίδοση στους εναγομένους 3 και 6 των σχετικών εγγράφων που σε αυτό περιγράφονται, ακυρώνεται. Η επίδοση στους εναγομένους 3 και 6 των εγγράφων που περιγράφονται στο αιτητικό «3» της αίτησης η οποία επιτεύχθηκε κατ' εφαρμογή του ως άνω διατάγματος ημερ. 19.05.2017, παραμερίζεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, με δεδομένη τη μερική επιτυχία της αίτησης, επιδικάζονται μεν προς όφελος των εναγομένων αρ. 3 και 6 - αιτητών, μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο