Ιωάννου κ.α. ν. Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 9279/2010, 27/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A432 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Συνενωμένες Αγωγές: Αρ. Αγωγής: 9279/2010 METAΞΥ:- XXXXX Ιωάννου Ενάγουσα -και- 1. XXXXX Αντωνίου 2. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων ................... Αρ. Αγωγής: 9280/2010 METAΞΥ:- XXXXX Αντώνα Ενάγουσα -και- 1. XXXXX Αντωνίου 2. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Ιουλίου, 2018. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κυριάκος Κνώφου Για τους Εναγομένους 1 και 2: κ. Αδάμος Κόνιας ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δύο αγωγές Στις 05/11/10 καταχωρήθηκαν οι, υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμούς, δύο αγωγές. Πρόκειται για αγωγές που προωθούνται (η μια από την οδηγό και η άλλη από τον ιδιοκτήτη του οχήματος που οδηγούσε η πρώτη), σε σχέση με σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές που προκλήθηκαν συνεπεία δυστυχήματος. Και οι δύο αγωγές στρέφονται εναντίον των ίδιων, δύο, Εναγομένων. Κατόπιν σχετικού Αιτήματος των Εναγομένων 1 και 2, ημερομηνίας 29/11/11, εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο συνενώθηκαν οι δύο αγωγές, με οδηγό την αγωγή 9279/10, στην οποίαν διάδικοι είναι οι ενεχόμενοι οδηγοί. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των επίδικων ζητημάτων, σημειώνεται ότι με την αγωγή 9280/10 ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX53, απαιτεί από τους Εναγομένους 1 και 2 το ποσό των €3.335 ως ειδικές αποζημιώσεις, όλες αφορώσες το ύψος της ζημιάς που υπέστη το όχημά του συνεπεία ατυχήματος που επισυνέβη στις 03/09/09 και για το οποίο θεωρεί ότι αποκλειστική ευθύνη φέρει ο οδηγός του έτερου ενεχόμενου οχήματος και δη ο Εναγόμενος 1. Την δε Εναγόμενη 2, την ενάγει υπό την ιδιότητα της ως η ασφαλιστική εταιρεία, στην οποίαν ήταν ασφαλιζόμενο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1. Με την αγωγή 9279/10, η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις σε σχέση με πραγματική οικονομική ζημιά και σωματικές βλάβες, τις οποίες υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Πρόκειται για την οδηγό του οχήματος ιδιοκτησίας του Ενάγοντα στην αγωγή 9280/10. Και στις δύο αγωγές καταχωρήθηκε Υπεράσπιση εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, ενώ στην αγωγή 9279/10, οι Εναγόμενοι 1 και 2 προωθούν και ανταπαίτηση, μέσω της οποίας επιζητούν συνεισφορά και/ή αποζημιώσεις από πλευράς της Ενάγουσας (οδηγού), "αναλόγως του καθορισμού ευθύνης, δι' οιοδήποτε ποσό ήθελε τυχόν επιδικαστεί εις όφελος του Ενάγοντα στην αγωγή" 9280/10. Περιορισμός επιδίκων ζητημάτων Τόσο πριν, όσο και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι των διάδικων, διά παραδεκτών γεγονότων, περιόρισαν τα επίδικα ζητήματα, ως ακολούθως: Επί πλήρους ευθύνης του Εναγομένου 1, οι ειδικές ζημιές για τις οποίες δικαιούται σε αποζημίωση ο Ενάγοντας στην αγωγή 9280/10, ανέρχονται στο ποσό των ευρώ €3.315. Η δε Ενάγουσα στην αγωγή 9279/10, επίσης επί πλήρους ευθύνης του Εναγομένου 1, δικαιούται σε ειδικές αποζημιώσεις (εξαιρούμενων εκείνων που σχετίζονται με την ισχυριζόμενη απώλεια μισθών) ύψους €1017, 84. Συνεπεία των πιο πάνω παραδεχτών γεγονότων, τα εναπομείναντα επίδικα ζητήματα αναφορικά με την αγωγή 9279/10 είναι, (α) η ευθύνη ως προς το ατύχημα, (β) το κατά πόσον η Ενάγουσα δικαιούται σε ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια απολαβών, (γ) ο προσδιορισμός των σωματικών βλαβών της Ενάγουσας που αποδίδονται στο επίδικο δυστύχημα και (δ) στη βάση της κρίσης επί του (α) και (γ), το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στις οποίες τυχόν δικαιούται η Ενάγουσα, ενώ αναφορικά με την αγωγή 9280/10, η απόδοση ή μη θεραπείας στον Ενάγοντα στη βάση της κατάληξης ως προς την ευθύνη για το δυστύχημα. Ακροαματική διαδικασία Από πλευράς των Εναγόντων, κατέθεσαν ενόρκως εννέα μάρτυρες. Πρόκειται για τον Αστ. XXXXX3, A. Αχιλλέως (MΕ1), την Γ/Αστ. XXXXX9, M. Παφίτη (ΜΕ2), τον XXXXX Χαραλάμπους (ΜΕ3), την XXXXX Δαλίτου (ΜΕ4), τον Δρ. M. Χατζηχάννα (ΜΕ5), τη XXXXX Κουκκουλλή (ΜΕ6), την XXXXX Ιωάννου ‑ Ενάγουσα στην αγωγή 9279/10 (MΕ7, στο εξής «η Ενάγουσα»), τον XXXXX Ησαΐα (ΜΕ8) και τον Δρ. Χ. Οικονομίδη (ΜΕ9). Από πλευράς των Εναγομένων, κατέθεσαν ενόρκως τρεις μάρτυρες. Ο XXXXX Αντωνίου‑ Εναγόμενος 1 (ΜΥ1 - στο εξής «ο Εναγόμενος»), ο πρώην Ανωτ. Υπαστυνόμος Κ. Παντελή (ΜΥ2) και ο Γ. Τζιρκαλλής (ΜΥ3). Εκδοχές των μερών Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ορθότερο, στο σημείο αυτό, να παραθέσω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις εκδοχές των δύο πλευρών. Κατά τους Ενάγοντες, στις 03/09/09 η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX53, ιδιοκτησίας του Ενάγοντα στην αγωγή 9280/10, κατά μήκος του δρόμου Αγίας Βαρβάρας‑ Πέρα Χωριού (της επαρχίας Λευκωσίας), με κατεύθυνση προς Αγία Βαρβάρα, ενώ ο Εναγόμενος, κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX98, στον ίδιο δρόμο πλην όμως με αντίθετη κατεύθυνση. Σε κάποια χρονική στιγμή, ενώ η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα της εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της, το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος κινήθηκε διαγωνίως δεξιότερα (σύμφωνα με τη πορεία του), εξήλθε της λωρίδας κυκλοφορίας του, εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο η Ενάγουσα και συγκρούστηκε μετωπικά με το όχημα της. Λόγω του απρόσμενου της οδικής συμπεριφοράς του Εναγομένου και του ελάχιστου χρόνου εντός του οποίου τούτη έλαβε χώρα, η Ενάγουσα δεν δυνήθηκε να αντιδράσει προς αποφυγή της σύγκρουσης. Συνεπεία του ατυχήματος, η Ενάγουσα τραυματίστηκε και το όχημα που οδηγούσε υπέστη υλικές ζημιές. Ως προς τους τραυματισμούς της, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της, η Ενάγουσα υπέστη εγκεφαλική διάσειση, η οποία της προκάλεσε ζάλη και πονοκέφαλο, καθώς επίσης και μεταδιασεισική συνδρομή. Υπέστη επίσης διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, δεύτερου βαθμού, με μυϊκό σπασμό. Ακόμα υπέστη διακονδύλιο ρωγμώδες κάταγμα αριστερού γόνατος, καθώς επίσης και διάφορα θλαστικά τραύματα, τα οποία προκάλεσαν ουλές, εκ των οποίων, οι τρεις ακόλουθες, είναι ορατές μέχρι σήμερα. Πρόκειται για ουλή σε σχήμα L, μήκους 7 εκατοστών στο αριστερό γόνατο, ουλή στο μεγάλο δάκτυλο του δεξιού άκρου ποδός και ουλή στην περιοχή του υπογαστρίου‑ πυέλου‑ λεκάνης. Προωθήθηκε ακόμα η θέση ότι συνεπεία των πιο πάνω τραυμάτων, ειδικότερα των τραυμάτων στον αυχένα και στο αριστερό γόνατο, θα αντιμετωπίσει μελλοντική οστεοαρθρίτιδα. Τα μόλις αναφερθέντα τραύματα, πάντα κατά την εκδοχή της Ενάγουσας, της προκάλεσαν έντονους πόνους και ενοχλήσεις που διήρκησαν για τέσσερις περίπου μήνες και ακολούθως η κατάσταση βελτιώθηκε, με εμφανή μείωση της έντασης. Από τον Μάρτιο του 2010 και εντεύθεν, οι ενοχλήσεις της Ενάγουσας είναι σποραδικές (τρεις με τέσσερις φορές τον χρόνο), αφορούν τον αυχένα και το γόνατο, και παρουσιάζονται συνήθως μετά από μια έντονη κουραστική μέρα ή κατά τις αλλαγές των καιρικών συνθηκών. Στην αντίπερα όχθη, κατά τους Εναγομένους, καθ' ον χρόνο ο Εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του στον ρηθέντα δρόμο με κατεύθυνση προς Πέρα Χωριό, παρά την πάροδο προς τον αυτοκινητόδρομο, πρόσεξε το όχημα της Ενάγουσας, το οποίο τη δεδομένη στιγμή ήταν ακινητοποιημένο (με φορά προς Αγία Βαρβάρα) στο αριστερό παγκέτο, σύμφωνα με τη πορεία του, αιφνιδίως, να εκκινεί και να κινείται διαγωνίως εισερχόμενο στη λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία κινείτο ο ίδιος. Η κίνηση αυτή του οχήματος της Ενάγουσας, ήταν ξαφνική και έλαβε χώρα σε πολύ μικρή απόσταση από το όχημα του Εναγομένου, υπό τέτοιες συνθήκες, που του ανέκοψε την ελεύθερη πορεία διέλευσης. Προς αποφυγή της σύγκρουσης, ο Εναγόμενος κατηύθυνε το όχημα του δεξιότερα, πλην όμως, συνεπεία της συνεχούς κίνησης (προς την ίδια κατεύθυνση) και του οχήματος της Ενάγουσας, τούτη (η σύγκρουση) δεν απεφεύχθη. Αν και το όχημα του υπέστη ζημιές, καθώς επίσης και ο ίδιος τραυματίστηκε συνεπεία του ατυχήματος, εν τούτοις δεν καταχώρησε αγωγή εναντίον της Ενάγουσας, παράληψη την οποίαν αποδίδει σε συνήγορο που διόρισε, τότε, για τον σκοπό αυτόν. Θεωρεί ωστόσο ότι, αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει η Ενάγουσα, στη βάση του ότι, από τη μια, η οδική της συμπεριφορά ισοδυναμούσε με απόφραξη της ελεύθερης πορείας του οχήματος του και από την άλλη, οι δικές του ενέργειες αποφυγής της σύγκρουσης, αποτελούσαν τη λογική και αναμενόμενη αντίδραση ενός μέσου συνετού οδηγού υπό τις συνθήκες που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα. Ως προς τις σωματικές βλάβες της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τούτη δεν υπέστη ρωγμώδες κάταγμα στο γόνατο της (ως η ίδια αιτιάται), ούτε και υπέστη οποιεσδήποτε ουλές, πλην της ουλής στο γόνατο και στο μεγάλο δάκτυλο του δεξιού κάτω άκρου. Θεωρούν δε ότι, η όποια ταλαιπωρία της Ενάγουσας σε σχέση με τους τραυματισμούς της, κράτησε μέχρι τις 19/10/2009 και ακολούθως αποθεραπεύτηκε και όχι για το διάστημα που η ίδια ισχυρίζεται. Ως προς δε την προβαλλόμενη από την Ενάγουσα απώλεια μισθών, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η τούτη, μετά το επίδικο ατύχημα, συνέχισε να εργάζεται, και εν πάση περιπτώσει, και διαφορετικά να έχουν τα πράγματα, λίγες μέρες μετά το ατύχημα απελύθη από την εργασία της, με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιείται να απαιτεί σχετική θεραπεία για χρόνο που έπεται της απόλυσής της. Κοινώς αποδεχτά γεγονότα Έχοντας ήδη σημειώσει ανωτέρω τις εκδοχές των δύο πλευρών, κρίνω επίσης ορθό, στο σημείο αυτό, να παραθέσω διάφορα γεγονότα επί των οποίων οι δύο πλευρές συμφωνούν και/ή έθεσαν σύμφωνες θέσεις και/ή εν πάση περιπτώσει, προωθήθηκε, ως προς αυτά, αναντίλεκτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία. Τούτα (τα κοινώς αποδεχτά γεγονότα) έχουν ως ακολούθως: H σύγκρουση των οχημάτων επήλθε εντός του αντίθετου, από του Εναγομένου 1, ρεύματος κυκλοφορίας, και δη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγεί προς Αγία Βαρβάρα. Οι τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων, καθώς επίσης και οι ζημιές που υπέστησαν, είναι ως εμφαίνονται επί των φωτογραφιών Τεκμήρια 3 και 14. Το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής, που ετοιμάστηκε από τον ΜΕ1 (Τεκμήριο 2), δεν απεικονίζει ορθώς τις τελικές θέσεις των οχημάτων, και τουλάχιστον οι μετρήσεις που αφορούν στις αποστάσεις διάφορων σημείων των ενεχόμενων οχημάτων από σταθερά σημεία που υποδεικνύονται στο σχέδιο, δεν είναι ορθές. Επίσης, κατά την 03/09/09, όταν και η Ενάγουσα, μετά το δυστύχημα, διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, τούτη αιτιάτο αυχεναλγία και άλγος στο στέρνο. Έφερε θλαστικό τραύμα στο γόνατο και στο μεγάλο δάκτυλο του δεξιού κάτω άκρου και παρουσίαζε εκχυμώσεις στον θώρακα και πύελο, "αντίστοιχα προς τη ζώνη ασφαλείας". Ως προς τον θώρακα, νευρολογική εξέταση, στην οποία υπεβλήθη, δεν φανέρωσε οποιαδήποτε παθολογικά ευρήματα, ενώ ως προς την κοιλιά, τούτη ήταν μαλακή, ευπίεστη, με ευαισθησία στο αριστερό υπογάστριο. Υπεβλήθη, επίσης, σε ακτινολογικό έλεγχο στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, στον θώρακα, στερνό, πύελο και αριστερό γόνατο, χωρίς ενδείξεις ενδοκοιλιακής αιμορραγίας. Κατόπιν εξέτασης της από ορθοπεδικό ιατρό, συνεστήθη όπως προβαίνει σε χρήση μαλακού αυχενικού κολάρου. Κατά τη νοσηλεία της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, παρέμεινε στον χειρουργικό θάλαμο για παρακολούθηση και της χορηγήθηκαν ενδοφλέβια υγρά, καθώς επίσης και της δόθηκε φαρμακευτική αγωγή για εγκεφαλική διάσειση. Έκανε δε και χρήση του αυχενικού κολάρου προς αντιμετώπιση της αυχεναλγίας. Περί τις 07/09/2009, η Ενάγουσα κινητοποιήθηκε και παρουσίασε βελτίωση με αποτέλεσμα να απολυθεί, με οδηγίες όμως, όπως συνεχίσει τη φαρμακευτική αγωγή και να επισκέπτεται τα ορθοπεδικά εξωτερικά ιατρεία, καθώς επίσης και τα χειρουργικά ιατρεία για αφαίρεση των ραφών (σχετικό είναι το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του Δρ. Αντ. Χρονίδη ημερομηνίας 28 Ιανουαρίου 2010, του οποίου το περιεχόμενο κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός). Η Εναγόμενη 2 εταιρεία, είχε ασφαλισμένα και τα δύο ενεχόμενα, στο ατύχημα, οχήματα. Για τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα, κοινώς αποδεχτά, γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας ΜΕ1 Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ήταν ο αστυφύλακας που επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος. Βρήκε τους ενεχόμενους οδηγούς στη σκηνή και τα εμπλεκόμενα οχήματα στην τελική τους θέση. Στη σκηνή, παρών, ήταν και ο ΜΕ3, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Κατά την εκεί παραμονή του, ο ΜΕ1 προέβη σε ετοιμασία πρόχειρου σχεδιαγράμματος της σκηνής κατόπιν μετρήσεων στις οποίες προέβη, το οποίο και υπέδειξε στους ενεχόμενους οδηγούς και έλαβε από αυτούς τη θέση τους ως προς το περιεχόμενό του. Εισήγησή του (του ΜΕ1), προς τους προϊσταμένους του (ως ανακριτής της υπόθεσης), ήταν να διωχθεί ποινικά ο Εναγόμενος, πλην, όμως, η τελική απόφαση που λήφθηκε από την υπηρεσία του ήταν να μην διωχθεί κανένας οδηγός στη βάση των εκ διαμέτρου αντιθέτων εκδοχών που προβλήθηκαν. Μέσω του, κατά την κυρίως εξέταση, κατατέθηκε, ως τεκμήριο 2, το συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής, που ετοίμασε ο ίδιος και, κατά την αντεξέτασή του, ως τεκμήριο 3, εννέα φωτογραφίες που απεικονίζουν τις τελικές θέσεις των οχημάτων και σε κάποιο βαθμό την ευρύτερη περιοχή της σκηνής του δυστυχήματος. Ως προς την ορατότητα των οδηγών ανέφερε ότι, από το σημείο σύγκρουσης, προς κάθε κατεύθυνση, υπάρχει ορατότητα πέραν των πενήντα μέτρων. ΜΕ2 Πρόκειται για την Γ/Αστυφ. που επισκέφθηκε, μαζί με το ΜΕ1 τη σκηνή του δυστυχήματος και η οποία βοήθησε τον πρώτο στη λήψη των μετρήσεων για την ετοιμασία του πρόχειρου σχεδίου. Σύμφωνα και με αυτή τη μάρτυρα, παρών στη σκηνή βρισκόταν ο ΜΕ3, o οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Ερωτηθείς, στο χώρο της σκηνής, αναφορικά με τα όσα είδε και σχετίζονται με το δυστύχημα, ο ΜΕ3 ανέφερε, στην ίδια, διάφορους ισχυρισμούς, οι οποίοι είναι ίδιοι με αυτούς που προέβαλε στην κατάθεση που του έλαβε την επόμενη του δυστυχήματος. Μέσω της ΜΕ2, κατατέθηκε, ως τεκμήριο 4, αντίγραφο της κατάθεσης που έλαβε από τον ΜΕ3. ΜΕ3 Ο ΜΕ3 παρουσιάστηκε ως αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Κατά την εκδοχή του, ο ίδιος, ως οδηγός οχήματος, ακολουθούσε το όχημα του Εναγομένου, εντός του δρόμου Αγίας Βαρβάρας - Πέρα Χωρίου, με κατεύθυνση προς Πέρα Χωρίο. Σε κάποια στιγμή και ενώ τηρούσε από το προπορευόμενο όχημα του Εναγομένου απόσταση περί τα 60 μ. - 70 μ., παρά το ύψος της παρόδου που οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο, το όχημα του Εναγομένου άρχισε, με ομαλό τρόπο, να κινείται διαγωνίως δεξιά, εξήλθε της λωρίδας κυκλοφορίας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προτού εξέλθει ολόκληρο της λωρίδας κυκλοφορίας του, συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα, το οποίο κινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ως προς το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα, προ της σύγκρουσης, το είδε να κινείται εντός της αντίθετης, με την πορεία του, λωρίδας κυκλοφορίας, όταν τούτο βρισκόταν σε μια απόσταση από τον ίδιο περίπου 150 μ.. Ερωτηθείς, κατά την αντεξέταση, κατά πόσο, καθ' ον χρόνο το όχημα του Εναγομένου κινείτο διαγωνίως δεξιά, είχε έμπροσθέν του (το όχημα του Εναγομένου), οποιοδήποτε εμπόδιο, απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι είχε επαρκή ορατότητα προς το σημείο. Λόγω του δυστυχήματος, ο ΜΕ3 στάθμευσε το όχημά του στο αριστερό, σύμφωνα με την πορεία του, παγκέτο και κατευθύνθηκε προς τα εμπλεκόμενα οχήματα όπου και αντίκρισε αμφότερους του οδηγούς τραυματισμένους. Συνομίλησε και με τους δύο οδηγούς (ο Εναγόμενος είχε εξέλθει του οχήματός του και κάθισε στο οδόστρωμα, δίπλα από αυτό) και παρέμεινε στη σκηνή μέχρι που έφθασε το ασθενοφόρο για να παραλάβει τους τραυματίες. Πριν το δυστύχημα, δεν γνώριζε κανένα από τους ενεχόμενους οδηγούς. Κατά την παρουσία του στη σκηνή, ενημέρωσε τους αστυφύλακες περί του ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος και έδωσε τα στοιχεία του ώστε να κληθεί ακολούθως να δώσει κατάθεση. Αναγνώρισε δε το τεκμήριο 4 ως αντίγραφο της κατάθεσης που του λήφθηκε σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Βρισκόμενος αντιμέτωπος, αρκετές φορές, με ερωτήσεις, άρρηκτα συνυφασμένες με τη διαγώνια πορεία του οχήματος του Εναγομένου, τόνισε ότι η πορεία αυτή άρχισε και συνεχίστηκε με ομαλό τρόπο, αναφέροντας χαρακτηριστικά «ήταν όπως όταν κάμνουμε για να προσπεράσουμε, τζιαι μπάμ». Επί του ιδίου θέματος, και δη την διαγώνια πορεία του Εναγομένου, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι τούτη δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως απότομη κίνηση. ΜΕ4 Η ΜΕ4, είναι κλητήρας στο Ιατρικό Αρχείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, και μέσω της κατατέθηκαν τα τεκμήρια 5(α) μέχρι και 5(στ), και τούτα, (με εξαίρεση το τεκμήριο 5(δ), το περιεχόμενο του οποίου έγινε δεκτό για την αλήθεια του), απλά ως έγγραφα που αποτελούν μέρος του ιατρικού φακέλου που τηρείται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για την Ενάγουσα. Παρεμβάλω, στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι, σε μεταγενέστερο, της μαρτυρίας της ΜΕ4, χρόνο, αμφότερες οι πλευρές αποδέχτηκαν, ως προς την αλήθεια του, και το περιεχόμενο των τεκμηρίων 5(α) και 5(γ). Το τεκμήριο 5(α), τιτλοφορείται ως «παράκληση για γνωμοδότηση» και επ' αυτού καταγράφονται οι οδηγίες συγκεκριμένης ιατρού προς την Ενάγουσα, οι εξετάσεις και οι θεραπείες στις οποίες υπεβλήθη και τα αποτελέσματα τους. Το τεκμήριο 5(β), αφορά στην κάρτα της Ενάγουσας, επί της οποίας καταγράφονται κάποιες σημειώσεις, για τις οποίες δεν δόθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Το τεκμήριο 5(γ), αφορά στην έκθεση νοσηλείας της Ενάγουσας, την οποία ετοίμασε ο Δρ. Σταύρος Σταύρου. Το τεκμήριο 5(δ), αφορά σε δέσμη τεσσάρων πιστοποιητικών/αδειών ασθενείας που δόθηκαν από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στην Ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 3.9.2009 μέχρι και 19.10.2009, του ίδιου έτους. Ως προς το τεκμήριο 5(ε), τούτο αφορά σε έγγραφα που σχετίζονται με παθήσεις του δέρματος της Ενάγουσας για χρονικές περιόδους που προηγούνται του επίδικου ατυχήματος, ενώ το τεκμήριο 5(στ), σε παρατηρήσεις σε σχέση με την κλινική εικόνα της Ενάγουσας μετά το δυστύχημα, σε τρεις διαφορετικές επισκέψεις της στο νοσοκομείο. Όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, για τα τεκμήρια 5(β), 5(ε) και 5(στ), δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, πέραν του ότι, τούτα αποτελούν μέρος του ιατρικού φακέλου της Ενάγουσας. ΜΕ5 Πρόκειται για ιδιώτη ιατρό, ορθοπεδικό χειρούργο, με 25 χρόνια πείρας, τον οποίο επισκέφθηκε η Ενάγουσα, για πρώτη φορά, στις 3.12.2009 με σκοπό όπως εκδώσει ιατρική έκθεση για την κατάσταση της υγείας της, σε σχέση πάντα με τα τραύματα που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Λόγω, ωστόσο, της κλινικής της εικόνας, σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ5, ανέλαβε την περαιτέρω θεραπεία της Ενάγουσας. Κατά την πρώτη εξέτασή της, η Ενάγουσα παραπονείτο για κεφαλαλγία - ζάλη, αυχεναλγία, (η οποία επιδεινώνεται με την εργασία), άλγος στο αριστερό γόνατο και άλγος αμφοτέρων των λαγονίων οστών της λεκάνης. Κατά την εξέτασή της, «ως αντικειμενικά ενοχλήματα[1]» της Ενάγουσας, ο ΜΕ5 βρήκε ότι ήταν, (α) η ήπια ζάλη κατά την απότομη έγερση της κεφαλής από την κλίνη, η οποία συνοδεύεται από κεφαλαλγία και αυχεναλγία, αμφότερες απότοκα εγκεφαλικής διάσυσης, (β) η αυχεναλγία με ήπιο μυϊκό σπασμό και ελαφριά δυσκαμψία στροφικών κινήσεων, απότοκα του διαστρέμματος της αυχενικής μοίρας, (γ) το θλαστικό τραύμα με συλλογή υδράρθρου στο αριστερό γόνατο, συρραφέν σε σχήμα L (το οποίο είναι επώδυνο κατά την κάμψη και έκταση), (δ) το θλαστικό τραύμα μεγάλου δακτύλου (συρραφέν) δεξιού κάτω άκρου, (ε) η ευμεγέθης υπέρχρωση του δέρματος υπογαστρίου πυέλου - λεκάνης με επώδυνα λαγόνια οστά κατά την πίεση με εμφανείς ουλές, οι οποίες αποτελούν απότοκο αιματωμάτων στις πιο πάνω περιοχές, και (στ) οι ουλές δεξιάς υπερκλειδίου χώρας και αριστερού οφρύος. Παρέπεμψε την Ενάγουσα για εξέταση μαγνητικού τομογράφου (στο εξής «MRI»), στο αριστερό γόνατο και στη λεκάνη και τούτο λόγω της χρονιότητας του πόνου, αλλά και του υδράρθρου, καθώς επίσης και της ατροφίας που παρουσίαζε ο τετρακέφαλος μυς του αριστερού σκέλους. Τα αποτελέσματα του MRI, σύμφωνα πάντα με το ΜΕ5, (μέσω του οποίου κατατέθηκαν ως τεκμήριο 7)[2], εντόπισαν μετατραυματικό διακονδύλιο οίδημα και ρωγμώδες κάταγμα του αριστερού γόνατος. Όσον δε αφορά στον ακτινολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε στην Ενάγουσα σε σχέση με το κρανίο, γόνατο, αυχένα, θώρακα, θωρακοοσφυϊκή μοίρα σπονδυλικής στήλης και λεκάνη, τούτος έδειξε περιορισμένη κάμψη και έκταση του αυχένος (ευθιασμός αυχενικής μοίρας). Κατά τον ΜΕ5, δόθηκε θεραπεία στην Ενάγουσα, τόσο από τους ιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όσο και από τον ίδιο, μέχρι αναρρώσεως του αριστερού γόνατος, για το οποίο, κατά την ετοιμασία της γραπτής του έκθεσης (την οποία ετοίμασε την 1/2/2010), εξέφρασε πίστη ότι θα αναρρώσει. Κατά την τελευταία εξέταση της Ενάγουσας (στις 25.1.2010), η κεφαλαλγία και η ζάλη είχαν βελτιωθεί. Το ίδιο και το διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας και ο συνδεδεμένος με αυτό μυϊκός σπασμός. Δόθηκαν δε οδηγίες για συνέχιση της θεραπείας με ορθοπεδικούς κηδεμόνες. Το διακονδύλιο ρογμώδες κάταγμα στο αριστερό γόνατο, είχε, κατά την άποψη του ΜΥ5, πωρωθεί και συνέστησε ασκήσεις ενδυνάμωσης του τετρακέφαλου μυός. Οι ουλές στο αριστερό γόνατο, στο μεγάλο δάκτυλο του δεξιού άκρου ποδός, στην υπερκλείδιο χώρα και στο αριστερό φρύδι, καθώς επίσης και οι ουλές και η υπέρχρωση του δέρματος του υπογαστρίου - πυέλου - λεκάνης, ήταν ακόμα εμφανείς. Σύμφωνα πάντα με το ΜΕ5, η Ενάγουσα, συνεπεία του τραυματισμού που υπέστη από το επίδικο ατύχημα, υπέφερε και ταλαιπωρήθηκε έντονα για τέσσερις περίπου μήνες και ακολούθως τα συμπτώματα, σε σχέση με όλους τους τραυματισμούς της, βελτιώθηκαν. Εκείνο δε για το οποίο εξέφρασε ανησυχία, ήταν η μελλοντική οστεοαρθρίτιδα, τόσο στην περιοχή του αυχένα, όσο και στο αριστερό γόνατο, την οποία χαρακτήρισε ως αναπόφευκτο επακόλουθο των τραυμάτων της, λόγω ανυπαρξίας θεραπείας και/ή τρόπου ανακοπής της. Ειδικά αναφερόμενος στο ζήτημα αυτό, σημείωσε ότι η ρηθείσα οστεοαρθρίτιδα, λόγω της ηλικίας της Ενάγουσας (νεαρό πρόσωπο), αν θα παρουσιαστεί, αυτό θα γίνει μετά την πάροδο τριών ετών και πριν την πάροδο δέκα χρόνων από το ατύχημα. Ειδικότερα ανέφερε ότι, «αν είναι νεαρή, μέχρι δέκα χρόνων αν δεν αναπτύξει σοβαρή οστεοαρθρίτιδα, το πιο πιθανόν είναι να υποχωρήσει, αμύνεται ο οργανισμός, ο οργανισμός έχει τη δύναμη να αμύνεται, δεν αφήνει έναν άρρωστο να πονεί αιώνια, αναπτύσσει εκείνους τους μηχανισμούς που καταπολεμεί τον πόνο στον αυχένα, δεν θα υποφέρει σε όλη τη ζωή, μόνο αν αναπτύξει σοβαρή οστεοαρθρίτιδα, πλέον θα πρέπει να τον παραπέμψουμε να κάμει άλλο MRI και θα υποδείξει ότι έχει αναπτύξει οστεοαρθρίτιδα με οστεοφυτικούς σχηματισμούς, στενώσεις μεσοσπονδύλιων τρημάτων ή διαστημάτων». Αναφερόμενος στο τραύμα στο γόνατο της Ενάγουσας, και ειδικότερα στην συλλογή υδράρθρου, και τούτο εις απάντηση ερώτησης που του τέθηκε από το συνήγορό της (κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής του), ανέφερε ότι «... θέτουμε όριο τα 5 χρόνια, αν ως τα 5 χρόνια δεν έχει έλθει να τον παρακεντήσω, λέμε εμείς οι γιατροί σημαίνει θα πάει καλά, αν στα 5 χρόνια τύγχανε παρακέντησης γονάτου, σημαίνει δεν θα πήγαινε καλά. Στην προκείμενη περίπτωση θα πάει καλά, αλλά πάντα τίποτε δεν έχει απόλυτο, μπορεί ύστερα που 2 χρόνια να φουσκώσει το γόνατό της». Ως προς την ικανότητα της Ενάγουσας να εργαστεί, ανέφερε ότι μέχρι και τις 18.2.2010, η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να εργαστεί, εξού και συνέστησε σε αυτήν ανάπαυση και της παραχώρησε και σχετική αναρρωτική άδεια. Κατά την αντεξέτασή του, χαρακτήρισε το τραύμα της Ενάγουσας στον αυχένα ως μη σοβαρό πρόβλημα και ως μη προκαλών σοβαρό πόνο, εξού και επικεντρώθηκε στην αντιμετώπιση του τραύματος στο γόνατο. Ανέφερε ειδικά ότι ο τραυματισμός στον αυχένα «ήταν θέμα χρόνου να υποχωρήσει, δεν έπρεπε να τύχει άλλης διερεύνησης όπως έτυχε στο γόνατο και στη λεκάνη». Ερωτηθείς ειδικά ως προς το κατά πόσο το ρογμώδες κάταγμα στο αριστερό γόνατο της Ενάγουσας προήλθε ή όχι από το επίδικο ατύχημα, ο ΜΕ5 ανέφερε ότι, σύμφωνα με το ιστορικό της Ενάγουσας, την πάροδο τριών περίπου μηνών από το ατύχημα και την ανυπαρξία άλλου γεγονότος που να δικαιολογεί την πρόκλησή του, πίστη του ήταν ότι τούτο ήταν απότοκο του δυστυχήματος. Υπέδειξε δε ότι η Ενάγουσα δεν προβαίνει σε ενέργειες και/ή ασκήσεις οι οποίες να δικαιολογούν την πρόκληση ενός τέτοιου κατάγματος συνεπεία κοπώσεως. Επίσης, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ερωτηθείς ειδικά σε σχέση με το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού που εκδόθηκε από το Δρ. Χρονίδη του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, του οποίου το περιεχόμενο δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός (τεκμήριο 1), ανέφερε ότι, τα όσα εκεί αναφέρονται, συμφωνούν με τις παρατηρήσεις του ιδίου, ως τούτες αναφέρονται στη δική του ιατρική έκθεση (τεκμήριο 6), τις οποίες και ανέπτυξε, περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου. Ισχυρίστηκε επί τούτου, ότι, τα δύο ιατρικά πιστοποιητικά συμφωνούν μεταξύ τους, και ότι απλά στο τεκμήριο 1, οι αναφορές είναι γενικές, χωρίς εμβάθυνση και λεπτομερή εξήγηση, η οποία παρατηρείται στη δική του ιατρική έκθεση και μαρτυρία, υποδεικνύοντας, ότι ο ιατρός Δρ. Χρονίδης είναι γενικός χειρούργος, και όχι χειρούργος ορθοπεδικός, ως είναι ο ίδιος, που είναι και η ειδικότητα που πρέπει να κατέχει o ιατρός που μπορεί να εκφράσει λεπτομερή γνώμη για τα τραύματα της Ενάγουσας. Τέλος, ο ΜΕ5 ισχυρίστηκε ότι οι μετατραυματικές οστεοαρθρικές αλλοιώσεις, πολλές φορές, δημιουργούν μια νέα κλινική εικόνα που, ενώ ο ασθενής είναι ηλικίας 40 ετών, παρουσιάζει οστεοαρθρίτιδα που θα ήταν αναμενόμενο να παρουσιάσει στα 80 του χρόνια. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρέπει ο ασθενής αυτός να τύχει ειδικής παρακολούθησης και να ακολουθήσει συγκεκριμένη θεραπεία για αντιμετώπιση του προβλήματος. Ως προς την Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, αν υποβαλλόταν, κατά το χρόνο που ο ίδιος κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, σε MRI, θα διαφαινόταν κατά πόσο παρουσιάζει ή όχι οστεοαρθρίτιδα με οστεοφυτικούς σχηματισμούς. ΜΕ6 Η ΜΕ6 είναι Λειτουργός στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και συγκεκριμένα κατέχει τη θέση επιθεωρήτριας. Μέσω της κατατέθηκε το τεκμήριο 8, το οποίο αφορά στις καταστάσεις εισφορών των Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Ενάγουσας για τα έτη 2009 και 2010. Στη βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου 8, η ΜΕ6 ισχυρίστηκε ότι οι δηλωμένες μηνιαίες απολαβές της Ενάγουσας για το 2009 ανέρχονταν σε €850-, καθώς επίσης και ότι, η Ενάγουσα φαίνεται να εργάστηκε τον Αύγουστο και κάποιες ημέρες του Σεπτεμβρίου του εν λόγω έτους. Ακολούθως, για τους λοιπούς μήνες του 2009 δεν φαίνεται να έχει εργαστεί, ενώ προκύπτει ότι υπέβαλε έγγραφα που δικαιολογούσαν την απουσία της από την εργασία λόγω άδειας ασθενείας. Όσον αφορά στο 2010, η Ενάγουσα εργοδοτήθηκε από τον Ιούλιο του εν λόγω έτους και εντεύθεν και ως εργοδότης της παρουσιάζεται η Κυπριακή Δημοκρατία. Eργοδότης της για το χρόνο που εργάστηκε, κατά το 2009, ήταν η εταιρεία Book & Pack Travel (Cyprus) Ltd. Ερωτηθείσα ειδικά ως προς το πότε ο εργοδότης της Ενάγουσας για τo έτος 2009 ενημέρωσε σχετικά την Υπηρεσία της, ανέφερε ότι οι αποδοχές της Ενάγουσας στο σύστημα της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων φαίνεται να δηλώνονται από τον εργοδότη της στις 5.2.2010. Κατά την αντεξέτασή της, η οποία σημειώνεται ότι, ως επί το πλείστον, περιορίστηκε στον χρόνο υποβολής της δήλωσης από τον εργοδότη της Ενάγουσας, για το έτος 2009, η μάρτυρας, ανέφερε ότι «εκ πείρας, υπάρχουν εργοδότες που δεν συμμορφώνονται και δεν υποβάλλουν έγκαιρα τις καταστάσεις αποδοχών των υπαλλήλων τους», και ότι τούτο συμβαίνει πάντα για διάφορους λόγους, για τους οποίους τελεί υπό άγνοια. ΜΕ7 Πρόκειται για την Ενάγουσα της αγωγής, 9279/10. Αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα, η σχετική μαρτυρία της καλύπτεται από τα όσα σημειώθηκαν ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της εκδοχής της. Συνεπεία τούτου, δεν κρίνεται αναγκαίο να επαναληφθεί στο σημείο αυτό. Σημειώνεται, ωστόσο ότι, κατά την Ενάγουσα, ακριβώς πριν τη επίδικη σύγκρουση, η ταχύτητά της ήταν 50 χ.α.ω.. Όσον αφορά στα τραύματα που υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, οι αναφορές της, ως προς την περιγραφή τους, συνάδουν με τις αναφορές του ΜΕ5, στη μαρτυρία του οποίου έγινε αναφορά ανωτέρω, με αποτέλεσμα, ούτε για το θέμα αυτό να καθίσταται αναγκαίο να αναφερθεί κάτι περαιτέρω. Όσον τώρα αφορά στον πόνο, ταλαιπωρία, και γενικά συνέπειες των τραυμάτων που υπέστη, η Ενάγουσα ανέφερε ότι τους πρώτους 4 - 5 μήνες μετά το ατύχημα, ο πόνος, ταλαιπωρία και οδύνη, ήταν έντονα, τόσο σε σχέση με τα τραύματα στον αυχένα, όσο και αναφορικά με τον τραυματισμό στο γόνατο. Μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, η κατάσταση της βελτιώθηκε ουσιωδώς και έκτοτε, κατά διαστήματα, ιδιαίτερα στο τέλος μιας έντονης κουραστικής ημέρας ή αλλαγής του καιρού, oι πόνοι επανέρχονται. Τούτο συμβαίνει περίπου 3 - 4 φορές το χρόνο. Σε σχέση με τις ουλές, ισχυρίστηκε ότι σήμερα παρουσιάζει εμφανείς ουλές σε τρία σημεία του σώματός της, για ένα εκ των οποίων δηλώθηκε από πλευράς του συνηγόρου των Εναγομένων ότι δεν αμφισβητείται. Πρόκειται για την ουλή σε σχήμα (L), μήκους 7 εκ. στο αριστερό γόνατό της. Αναφορικά με τα άλλα δύο, η Ενάγουσα υπέδειξε στο Δικαστήριο συγκεκριμένα σημεία στο σώμα της, υποστηρίζοντας ότι παρουσιάζουν εμφανείς ουλές. Πρόκειται για το μεγάλο δάκτυλο του δεξιού κάτω άκρου και για συγκεκριμένο σημείο στην περιοχή του υπογαστρίου. Κατά τη θέση της, για όλες τις ουλές αυτές είναι αναγκαία η υποβολή της σε διορθωτική χειρουργική επέμβαση, στην οποία, όμως, για οικονομικούς λόγους, δεν υπεβλήθη ακόμα. Ως προς τις ουλές που παρουσίασε αμέσως μετά το δυστύχημα στο αριστερό φρύδι και την υπερκλείδιο χώρα, ανέφερε ότι τούτες θεραπεύτηκαν με ειδικές κρέμες και δεν είναι εμφανείς πλέον. Κατά την Ενάγουσα, ο καθαρός μηνιαίος μισθός της, κατά το 2009, με εργοδότη την Book & Pack Travel (Cyprus) Ltd, ανέρχετο στα €787,50- και με δεδομένη την παροχή σ' αυτήν άδειας ασθενείας από 4.9.2009 μέχρι και 18.2.2010, απαίτησε την καταβολή αποζημιώσεων εκ ποσού €4.331,25- το οποίο αντιπροσωπεύει το γινόμενο του χρόνου απουσίας της επί της μηνιαίας μισθοδοσίας της. Μέσω της, κατατέθηκαν, ως τεκμήρια 9 και 10, οι ακτινογραφίες και τα αποτελέσματα του ακτινολογικού ελέγχου στον οποίο υπεβλήθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (τεκμήριο 9), και τα αποτελέσματα του MRI στο οποίο υπεβλήθη στο Διαγνωστικό Κέντρο «Άγιος Θέρισσος» (τεκμήριο 10). Επίσης, κατέθεσε ως τεκμήρια 11(α) και 11(β), βεβαίωση για την εργοδότησή της για το έτος 2009, και κατάσταση σχετικών μηνιαίων αποδοχών, αντίστοιχα. ΜΕ8 Πρόκειται για το διευθυντή της Book & Pack Travel (Cyprus) Ltd, o οποίος προώθησε, με τη μαρτυρία του, ισχυρισμούς συμβατούς με τις σχετικές θέσεις της Ενάγουσας, και δη ότι, η τελευταία εργοδοτήθηκε στην εταιρεία του από τις 3.8.2009 μέχρι και τις 3.9.2009, όπου και τους ενημέρωσε ότι τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα και δεν μπορούσε πλέον να παρέχει τις υπηρεσίες της, καθώς επίσης και ότι επισκέφτηκε την Ενάγουσα στο νοσοκομείο μετά τον επίδικο τραυματισμό της. Ως προς τις απολαβές της, τούτες ανήρχοντο σε €850-, μεικτά, μηνιαίως και τούτες καταβλήθηκαν μόνο για το χρονικό διάστημα που εργάστηκε. Μετά τον τραυματισμό της, δόθηκε από πλευράς της εργοδότριας εταιρείας ένα χρονικό διάστημα περίπου 2 - 3 μηνών, και αφού η Ενάγουσα συνέχισε να αδυνατεί να εργαστεί, αποφασίστηκε η αντικατάστασή της από άλλη υπάλληλο. Τέλος, δεν αποδέχτηκε υποβολή που ήθελε τη μαρτυρία του επιτηδευμένη και την Ενάγουσα πρόσωπο που ουδέποτε εργοδοτήθηκε στην εταιρεία Book & Pack Travel (Cyprus) Ltd. ΜΕ9 Ως ΜΕ9 παρουσιάστηκε ο Δρ. Χαράλαμπος Οικονομίδης, ακτινολόγος, ο οποίος αναγνώρισε το τεκμήριο 7, ως τις δύο ιατρικές εκθέσεις που ετοίμασε σε σχέση με δύο MRI που διενεργήθηκαν στην Ενάγουσα στις 22.12.2009. Η μια αφορά στο αριστερό γόνατο της Ενάγουσας και η άλλη στην περιοχή της πυέλου. Όσον αφορά στην πύελο, το MRI δεν φανέρωσε κάτι το παθολογικό. Ότι άλλο ανευρέθη στην εν λόγω περιοχή του σώματος της Ενάγουσας, δεν αφορά σε τραυματισμό, και δεν συνδέεται με το επίδικο ατύχημα. Όσον, τώρα, αφορά στο αριστερό γόνατο, το MRI φανέρωσε παθολογικό οστικό οίδημα στην οπίσθια έσω επιφάνεια του έξω μηριαίου κονδύλου στην οροφή του μεσοκονδυλίου εντυπώματος.Κατά το ΜΕ9, το παθολογικό αυτό εύρημα, «το πιθανότερο σχετίζεται με υποκείμενο γραμμοειδές υποφλοιώδες κάταγμα». Παρατήρησε επίσης ότι υπήρχε και δεύτερη περιοχή οστικού οιδήματος, στο έξω τμήμα της μηριαίας μετάφυσης, «το οποίο πιθανότερο οφείλεται στην παρουσία γραμμοειδούς ενδοοστικού κατάγματος». Προέκυψε, επίσης, ήπιου βαθμού λέπτυνση του χόνδρου της επιγονατίδας, ενδεικτικό χονδρομαλάκυνσης δευτέρου βαθμού. Ήταν η θέση του ME9, ότι η Ενάγουσα υπέστη μετατραυματικά γραμμοειδή ενδοοστικά κατάγματα, υπό τη μόλις πιο πάνω αναφερόμενη περιγραφή. Επί του περιεχομένου του τεκμηρίου 10, και δη της απεικόνισης του MRI του αριστερού γόνατος της Ενάγουσας, υπέδειξε, στο Δικαστήριο, τα σημεία στα οποία παρατηρούνται τα οστικά οιδήματα. Σε διευκρινιστική ερώτηση που του τέθηκε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης αναφορικά με το λόγο που χαρακτηρίζει τα κατάγματα ως μετατραυματικά, ανέφερε ότι αυτό που φανερώθηκε από το MRI είναι ότι η Ενάγουσα παρουσίαζε οστικά οιδήματα και όχι κατάγματα. Με γνώμονα την πάθηση του οστικού οιδήματος και τους λόγους που τούτο μπορεί να προκληθεί, την ηλικία της Ενάγουσας και το ιστορικό της, από το οποίο απουσιάζει αιτιολογία πρόκλησης οιδήματος, άλλη από τραύμα (π.χ. επιβολή ή άσκηση αυξημένης πίεσης σε φυσιολογικό οστό και δη κατάγματα καταπόνησης), πιθανολόγησε ότι πρόκειται για μετατραυματικό κάταγμα. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που η αναφορά του περί γραμμοειδούς κατάγματος γίνεται με συνοδεία της λέξης «πιθανόν», είναι γιατί επί των απεικονίσεων της μαγνητικής τομογραφίας (τεκμήριο 10), δεν είναι εμφανής η γραμμή του κατάγματος. Ωστόσο, επανέλαβε, ότι η παρουσία οστικού οιδήματος σε ένα νεαρό πρόσωπο ως η Ενάγουσα, στη βάση συγκεκριμένης παθοφυσιολογίας, οφείλεται, συνήθως, σε ρωγμώδες κάταγμα, το οποίο ενδεχομένως να φανεί στην αξονική τομογραφία. Επίσης σε ερώτηση που του υποβλήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης περί του ότι τα ρωγμώδη κατάγματα στα οποία αναφέρθηκε είναι τα ηπιότερα κατάγματα που μπορεί κάποιος να υποστεί, απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι πρόκειται για τραύματα που δεν χειρουργούνται ποτέ και η θεραπεία τους περιορίζεται στην αποφυγή φόρτισης για να δοθεί χρόνος να επουλωθούν και να πωρωθούν. Πρόκειται δε, ως ανέφερε, για ενέργεια που διενεργείται από τον ανθρώπινο οργανισμό στα πλαίσια, προφανώς, αυτοάμυνας, για σκοπούς επούλωσης του τραύματος. Τέλος, απαντώντας, ειδικά, στο κατά πόσο μπορεί, στη βάση της απεικόνισης του MRI, να τοποθετήσει χρονικά την πρόκληση των καταγμάτων, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι οι παράγοντες που σχετίζονται με τον προσδιορισμό του χρόνου πρόκλησης ενός τραύματος, ως τα υπό συζήτηση, είναι πολλοί, με αποτέλεσμα να είναι πρακτικώς αδύνατο, με τα δεδομένα που ο ίδιος γνωρίζει, να προσδιορίζει τούτον. Περιορίστηκε, απλά, να σημειώσει ότι αποκλείεται να προκλήθηκαν πέραν του ενός έτους πριν τη διενέργεια του MRI. ΜΥ1 - Εναγόμενος Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, η μαρτυρία του Εναγομένου καλύπτεται από την, στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, παρατεθείσα εκδοχή του. Εκείνο που αξίζει να υπερτονιστεί, δια της επανάληψης του, είναι η θέση του Εναγομένου ότι, η αναγκαστική κατεύθυνση του οχήματος του διαγωνίως δεξιά, προέκυψε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της οδικής συμπεριφοράς της Ενάγουσας, η οποία προκάλεσε την ανακοπή της ελεύθερης πορείας του και ότι τούτη (η διαγώνια προς τα δεξιά κατεύθυνση), έγινε με απότομο τρόπο, υπό την αγωνία της στιγμής, με μόνο σκοπό την αποφυγή της σύγκρουσης, η οποία, δυστυχώς, δεν απεφεύχθη. Ως προς τους δικούς του τραυματισμούς, καθώς επίσης και τις ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημα του, σκοπό είχε να αποταθεί στο Δικαστήριο, μέσω αγωγής και να ζητήσει αποζημιώσεις, πλην όμως, η συνήγορος την οποία διόρισε για το σκοπό αυτό, δεν καταχώρησε αγωγή σύμφωνα με τις οδηγίες του. Όταν πλέον εκπροσωπείτο, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής από το συνήγορο που χειρίστηκε την υπόθεση εκ μέρους του, δεν ήταν δυνατή η προώθηση από πλευράς του των εν λόγω απαιτήσεων, καθότι, το όχημα που οδηγούσε ήταν και αυτό ασφαλισμένο στην Εναγόμενη 2, η οποία και διόρισε το συνήγορο που τον εκπροσώπησε στην παρούσα υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατή η προώθηση, μέσω του συγκεκριμένου συνηγόρου, απαίτησης εναντίον της Εναγομένης 2. Μέσω του, κατατέθηκε το τεκμήριο 12, το οποίο αφορά σε επιστολή ημερομηνίας 28.12.2009, της τότε δικηγόρου του, με την οποία τον ενημέρωνε (δια σχετικής επισυνάψεως), για το περιεχόμενο επιστολής που λήφθηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας, σε σχέση πάντα με το επίδικο ατύχημα. Κατέθεσε επίσης, ως τεκμήρια προς αναγνώριση Χ(i), Χ(
- ii)και Χ(iii), τρεις επιστολές του Αρχηγού Αστυνομίας, ημερομηνιών 9.12.2009, 15.12.2009 και 8.1.2010, αντίστοιχα. Κατά την αντεξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι η απόσταση του οχήματος της Ενάγουσας, από το όχημά του, όταν τούτο (το όχημα της Ενάγουσας) εκκίνησε και κινήθηκε διαγωνίως αριστερά από το παγκέτο στο οποίο ήταν σταθμευμένο, ήταν περίπου 15 μέτρα. Ως προς την αντίδρασή του για να αποφύγει τη σύγκρουση, ισχυρίστηκε ότι, το μόνο που έπραξε, ήταν να κατευθύνει δεξιόστροφα το όχημά του και τίποτε άλλο. Ερωτηθείς ειδικά για το σημείο στο δρόμο που επεσυνέβη η σύγκρουση των οχημάτων, η απάντησή του ήταν η σύγκρουση έγινε στη πορεία της Ενάγουσας. Όταν του υπεδείχθη το σχεδιάγραμμα της σκηνής (τεκμήριο 2), ανέφερε ότι, με το περιεχόμενό του διαφώνησε από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισε, καθότι κατείχε φωτογραφίες που έδειχναν ότι η υποδεικνυόμενη επί του τεκμηρίου 2 τελική θέση των οχημάτων δεν ήταν ορθή. Τις φωτογραφίες αυτές (Τεκμήριο 3), τις είδε την επόμενη του δυστυχήματος, πριν ληφθεί η κατάθεσή του. Σε ερώτηση ως προς το κατά πόσο, πέραν των τελικών θέσεων των οχημάτων, διαφωνεί με οτιδήποτε άλλο απεικονίζεται στο τεκμήριο 2, απάντησε αρνητικά. Ανέφερε επίσης ότι, προτού δώσει κατάθεση στην Αστυνομία, συζήτησε τα του δυστυχήματος με τρίτα πρόσωπα και ότι αντάλλαζε με αυτούς απόψεις και γνώμες, καθώς επίσης και ότι του έδωσαν συμβουλές και «παρατζιελιές». Ως προς το κατά πόσο, τη στιγμή της σύγκρουσης, (α) το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα κινείτο στο αντίθετο, του ίδιου, ρεύμα κυκλοφορίας και δη (β) στη λωρίδα κυκλοφορίας της Ενάγουσας, απάντησε καταφατικά. Όσον αφορά στις περιγραφές των ζημιών των οχημάτων ισχυρίστηκε ότι, τα όσα σχετικά ανέφερε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, πηγάζουν από το περιεχόμενο των φωτογραφιών Τεκμήριο 3, μιας και δεν απεκόμισε σχετική εικόνα κατά το χρόνο του δυστυχήματος. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, μετά το δυστύχημα, εξήλθε του οχήματός του και κάθισε τραυματισμένος στο οδόστρωμα. Τέλος, αναφερόμενος στην ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα της Ενάγουσας πριν τη σύγκρουση, ανέφερε ότι αγνοεί τούτη, ενώ η δική του ταχύτητα ήταν περί τα 50 χαω - 60 χαω. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 ήταν, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, Ανώτερος Υπαστυνόμος, ο οποίος υπηρετούσε στην Τροχαία Αρχηγείου ως Βοηθός Διευθυντής. Στα τεκμήρια προς Αναγνώριση Χ(
- ii)και Χ(iii), αναγνώρισε την υπογραφή του και ανέφερε ότι πρόκειται για επιστολές οι οποίες ετοιμάστηκαν από τους υφιστάμενούς του, το περιεχόμενο των οποίων ανέγνωσε και με γνώμονα και το περιεχόμενο του φακέλου που σχηματίστηκε στα πλαίσια της διερεύνησης των συνθηκών που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, υπέγραψε τούτες και τις απέστειλε προς τη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπούσε τότε τον Εναγόμενο. Στη βάση της πιο πάνω αναγνώρισής του, τα τεκμήρια προς αναγνώριση Χ(
- ii)και Χ(iii) κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια 13(α) και 13(β), αντίστοιχα. Ερωτηθείς, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής του, να επιβεβαιώσει την ορθότητα του περιεχομένου των τεκμηρίων 13(α) και 13(β), ανέφερε ότι «... Δευτέρα το πρωί μετέβηκα στην τροχαία και μου είχαν αναφέρει ότι ο φάκελος καταστράφηκε για να ενημερωθώ κάπως για να είμαι πιο ενήμερος. Οπότε αντιλαμβάνεστε ότι μόνο με τούτες τις επιστολές, εγώ έχω ενημέρωση μόνο για τις επιστολές, διότι είναι 8 χρόνια, εντάξει και ήταν πάρα πολλές υποθέσεις». Κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, συμφώνησε με υποβολή που του τέθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι, ελλείψει του φακέλου, δεν μπορεί να υπάρξει κρίση επί του περιεχομένου των ρηθέντων τεκμηρίων/επιστολών. ΜΥ3 Ο ΜΥ3, είναι μηχανολόγος μηχανικός μηχανοκινήτων οχημάτων και εκτιμητής ζημιών, καθώς επίσης και εμπειρογνώμονας επί τροχαίων δυστυχημάτων. Κατόπιν εντολής που του δόθηκε από το συνήγορο των Εναγομένων, και στη βάση του συμμετρικού σχεδίου της σκηνής (τεκμήριο 2), των φωτογραφιών που πάρθηκαν από τη σκηνή του δυστυχήματος (τεκμήριο 3), της γραπτής δήλωσης του Εναγομένου (έγγραφο Γ), της γραπτής δήλωσης της Ενάγουσας (έγγραφο Α) και της αναφοράς του συνηγόρου του Εναγομένου περί του ότι η Ενάγουσα, κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι η σύγκρουση των ενεχόμενων οχημάτων έγινε «μούτρα με μούτρα», ετοίμασε Έκθεση Αναπαράστασης του επίδικου ατυχήματος (έγγραφο Δ), το αποτέλεσμα της οποίας επιβεβαιώνει την εκδοχή του Εναγομένου ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τούτο επεσυνέβη και αποκλείει, τελείως, την εκδοχή της Ενάγουσας περί «μούτρα με μούτρα» σύγκρουσης. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι, ο μόνος τρόπος τα ενεχόμενα οχήματα να καταλήξουν στις τελικές τους θέσεις, ως τούτα απεικονίζονται επί των φωτογραφιών τεκμήριο 3 (μεγεθύνσεις, κάποιων εκ των οποίων, κατατέθηκαν, μέσω του, ως τεκμήρια 14(α) και (β)), είναι το ατύχημα να συνέβη ακριβώς ως η εκδοχή του Εναγομένου. Μέσω του, ως τεκμήρια 15 και 16, στο στάδιο της αντεξέτασής του, κατατέθηκαν και (α) Πίνακας Αποστάσεων Ακινητοποιήσεως Αυτοκινήτων (τεκμήριο 15) και (β) εκτίμηση του ύψους των ζημιών του οχήματος που οδηγούσε η Ενάγουσα, στην οποία προέβη ο ίδιος λίγο μετά το επίδικο ατύχημα (τεκμήριο 16). Νομική Πτυχή Οδική αμέλεια Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι, κατά την οδήγηση, κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή, και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγούσε αμελώς, είναι το κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό, είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή παραλήψεις του οδηγού. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή παραλήψεις του πρώτου, θα πρέπει, στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, να εξεταστεί το κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού, συναρτάτε με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης, αποτελούν αμέλεια, (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν Οικονομίδη
(1963)2 C.L.R. 78, Κωσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 1(Α) Α.Α.Δ. 218, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίννη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383, Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004). Συντρέχουσα Αμέλεια Για να είναι δε δυνατό να αποδοθεί έστω και μερική (συντρέχουσα) ευθύνη στον οδηγό του οχήματος που έχει προτεραιότητας διέλευσης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, υπό τις περιστάσεις, το έτερο όχημα, αποτελούσε υπαρκτό κίνδυνο, τον οποίο αντιλήφθη ή στον οποίο ο μέσος συνετός οδηγός θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή του, και ότι, ενώ είχε ή θα είχε (στη περίπτωση που έστρεφε τη προσοχή του προς το κίνδυνο) την δυνατότητα να λάβει αποτρεπτικά, μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης, μέτρα, ώστε να αυτοπροστατευτεί, απέτυχε να τα λάβει. Επ' ουδενί, όμως, δεν μπορεί το καθήκον επιμέλειας του οδηγού του οχήματος που έχει προτεραιότητα διέλευσης, να επεκταθεί έναντι του κάθε (μη ήδη υπαρκτού), δυνητικού κινδύνου, όταν ο κίνδυνος αυτός μπορεί να προκύψει μόνο συνεπεία αμέλειας του έτερου οδηγού. Ως έχει αναφερθεί «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στην υπόθεση Δημητράκης Ζαχαρία κ.α. ν. Παναγιώτας Καραολή
(2004)1Α.Α.Δ. 72, Ιωάννης Παρασκευά Τσολιά ν. Ιάκωβου Χριστοφίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 730, Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 164, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α.
(1996), 1(Α) Α.Α.Δ. 253 και Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 642. Όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Θεοδώρα Κορέλλη κ.ά. ν. Κωνσταντίνου Λουκά
(1999)1Γ ΑΑΔ 1755, η κατανομή ευθύνης σε περιπτώσεις όπου οχήματα οδηγούνται από αντίθετη κατεύθυνση και ένας στρίβει δεξιά αποκόπτοντας την πορεία του εξ αντιθέτως ερχομένου οχήματος, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η ευθύνη που αναζητείται ώστε να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αποτυχία λήψης μέτρων αυτοπροστασίας εκεί που τούτα, υπό τις περιστάσεις που προκαλείται η ζημιά στο διάδικο, αποτελούν εύλογα και δυνατά μέτρα που αναμενόμενο ήταν να ληφθούν από το μέσο συνετό οδηγό που θα βρισκόταν στη θέση του. Το δε βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλεια, το φέρει ο διάδικος που την αιτιάται (βλέπε, Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ, v. Mohammad Al Sharif,
(2012)1 Α.Α.Δ. 28, Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πολ. Εφ. 189/11, ημερ. 15/5/17 και Ελένη Κατσουνάρη, ν Κυπριακή Δημοκρατία ECLI:CY:AD:2018:A93, Πολ. Εφ. 57/2012, ημερ. 27/2/2018). Στην Κορέλλη (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι «Παρά τη δυνατότητα έγκαιρης συνειδητοποίησης του κινδύνου, η εναγόμενη 1 σε καμία ενέργεια προέβηκε είτε ελαττώνοντας ταχύτητα, ή προειδοποιώντας τον Ενάγοντα με τη σειρήνα της ή τα φώτα της και αυτό συνιστά αμέλεια. Όπως επίσης συνιστά αμέλεια η μη ψύχραιμη αντιμετώπιση του πραγματικού πλέον κινδύνου που δημιουργήθηκε με το να προβεί σε αποτρεπτική ενέργεια με το τιμόνι, αντί να το αφήσει.» Αξιολόγηση μαρτυρίας Αντιμετώπιση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Κρίνεται, επίσης, αναγκαίο να σημειωθεί ότι, ένας εμπειρογνώμονας δύναται να παραπέμψει στο περιεχόμενο βιβλιογραφίας και επιστημονικών άρθρων, η αξία του οποίου (περιεχομένου) θα εκτιμηθεί από το Δικαστήριο. Αναφέρεται συναφώς ότι, η βιβλιογραφία, δεν αποτελεί μαρτυρία per se, αλλά είναι δυνατόν να καταστεί μέρος της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα ο οποίος παραπέμπει σ' αυτήν και την επεξηγεί (βλ. Τσαγγαρίδης κ.α. ν. Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528, Concha v. Murieta
(1989)40 Ch. D. 543, Davie v. The Magistrates of Edinburgh
(1953)S.C.34 και Gerrard and Others v. The Royal Infirmary of Edinburgh NHS Trust
(2005)ScotCs CSIH 10 - 10.1.2005). Αντιμετώπιση λοιπών μαρτύρων Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και αξιολόγησα, ως θα φανεί κατωτέρω, τη μαρτυρία τους με γνώμονα πως η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης. Είχα επίσης συνέχεια κατά νου το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο προέκυψε η κάθε μαρτυρία, την γνώση, πηγή και κύρος του κάθε μάρτυρα, αλλά και την ύπαρξη ή μη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατά νου είχα ακόμα και τη δυνατότητα μνήμης έκαστου μάρτυρα, αλλά και τους λόγους που είχαν ή που επικαλέστηκαν για το γεγονός ότι θυμούντο τα όσα κατέθεταν, καθώς επίσης και την αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια που ενδεχομένως χαρακτήριζε τις αναφορές τους. Βαρύτητα δόθηκε και στις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις που ενδεχομένως παρατηρούνται στη μαρτυρία τους. Απέφυγα να αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των μαρτύρων και τούτο με γνώμονα το γεγονός ότι μια διαφορετική προσέγγιση ενέχει κινδύνους μιας και, κάποιοι μάρτυρες, συνεπεία των εξωτερικών γνωρισμάτων της συμπεριφοράς τους, ενδεχομένως να δημιουργούν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406). ME1 O ΜΕ1, στο βαθμό που με τη μαρτυρία του σκοπό είχε να καταστήσει το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήριο 2) ως πραγματική μαρτυρία, τούτος (ο σκοπός) δεν επετεύχθη. Προέκυψε, αβίαστα, κατά την αντεξέτασή του, ότι οι υποδεικνυόμενες επί του τεκμηρίου 2 τελικές θέσεις των οχημάτων ήταν λανθασμένες, τόσο σε σχέση με τα σημείο που τέθηκαν τα οχήματα επί του οδοστρώματος, όσο και αναφορικά με την κλίση τους. Το γεγονός αυτό, είχε ως αποτέλεσμα, σε σχετική υποβολή που του τέθηκε, να μην αμφισβητήσει τη θέση ότι, πέραν των τελικών θέσεων των οχημάτων, και οι εκεί αναφερόμενες μετρήσεις του δεν είναι ορθές. Στην ουσία, συνεπεία των όσων προέκυψαν κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, το Τεκμήριο 2 δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε χρήσης από το Δικαστήριο. Το γεγονός δε ότι αμφότεροι οι ενεχόμενοι οδηγοί αποδέχθηκαν το, επί του τεκμηρίου 2 υποδειχθέν, σημείο «Χ», ως το σημείο σύγκρουσης των ενεχόμενων οχημάτων, δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου περί μη δυνατότητας συνυπολογισμού οποιουδήποτε μέρους του τεκμηρίου 2, καθότι το ρηθέν σημείο «Χ», και ο χώρος στον οποίο τούτο τοποθετήθηκε, ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με θραύσματα γυαλιών και λάδια που βρέθηκαν επί του οδοστρώματος έμπροσθεν των τελικών θέσεων των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Με δεδομένη τη λανθασμένη τοποθέτηση των τελικών θέσεων των οχημάτων και τη μη αμφισβήτηση, από πλευράς του ΜΕ1 της υποβαλλόμενης θέσης περί λανθασμένων, γενικότερα, μετρήσεων στη σκηνή (περιλαμβανομένης, προφανώς, και της μέτρησης που αφορά στα θραύσματα γυαλιών και λάδια), ο συνυπολογισμός του σημείου «Χ» επί του τεκμηρίου 2, ως το ορθό σημείο σύγκρουσης, θα αποτελούσε, χωρίς καμία αμφιβολία, ακροσφαλή ενέργεια. Πρέπει, φυσικά, να σημειωθεί ότι, τα λάθη που παρατηρούνται επί του τεκμηρίου 2 δεν συσχετίστηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με αλλότριο κίνητρο του ΜΕ1, όπως, π.χ., να βοηθήσει τη μια εκ των δύο πλευρών. Ούτε καν έγινε εισήγηση προς αυτή την κατεύθυνση. Παρέμεινε, ωστόσο, άγνωστός ο λόγος που το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα της σκηνής του δυστυχήματος, αν και δεν αποκλείεται τούτο να οφείλεται στην απειρία, τότε, του ΜΕ1, στην εξέταση τροχαίων ατυχημάτων, έχοντας, μέχρι εκείνη τη στιγμή, εξετάσει μόνο μικρό αριθμό ατυχημάτων. Κατά τα λοιπά, η θέση του ΜΕ1 ότι, στη σκηνή, παρών ήταν και ο ΜΕ3 (ο οποίος παρουσιάστηκε ως αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος), καθώς επίσης και οι αναφορές του ως προς την ορατότητα από και προς το σημείο σύγκρουσης σε σχέση με τις δύο κατευθύνσεις (την προσδιόρισε, από το σημείο σύγκρουσης, πέραν των 50μ. προς κάθε κατεύθυνση), και γενικά οι αναφορές του περί των καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν και την κατάσταση του οδοστρώματος, αλλά και ότι το ατύχημα επεσυνέβη με το φως της ημέρας, γίνονται δεκτές, αφενός γιατί δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς των Εναγομένων και αφετέρου γιατί, σε μεγάλο βαθμό, υποστηρίζονται και από τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου, πραγματική και μη, μαρτυρία. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του ΜΕ1 ότι, αναφορικά με τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων, τις ζημιές που υπέστησαν, την κατάσταση του οδοστρώματος και τις συνέπειες, γενικότερα, της σύγκρουσης, διαφωτιστικό είναι το περιεχόμενο των φωτογραφιών, τεκμήριο 3, το οποίο, ως αποδέχθηκε, αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα της σκηνής του δυστυχήματος. Εν κατακλείδι, με εξαίρεση το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2 και τις όποιες σχετικές με αυτό αναφορές του (όπως, π.χ. της μεθόδου με την οποία έλαβε τις μετρήσεις και του κατά πόσο είχε σχετική βοήθεια από τρίτους), που για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω δεν μπορώ να συνυπολογίσω, τη λοιπή μαρτυρία του την αποδέχομαι ΜΕ2 Η ΜΕ2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της, στην ουσία, περιορίστηκε, αφενός στο να αναγνωρίσει, και, μέσω της, να κατατεθεί ως τεκμήριο 4, η κατάθεση που η ίδια έλαβε από το ΜΕ3 και αφετέρου να αναγνωρίσει, επί του τεκμηρίου 3, τον εαυτό της, ως την αστυφύλακα που επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και βοήθησε το ΜΕ1 στη λήψη μετρήσεων και ετοιμασία του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής. Επί της βοήθειας που παρείχε στον ΜΕ1, δεν ανέφερε οτιδήποτε διαφωτιστικό, ούτε και αντεξετάστηκε σχετικά. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, ούτε και επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης. Τη μαρτυρία της, την αποδέχομαι στο σύνολό της. ΜΕ3 Ο ΜΕ3 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του. Ήταν σαφής και άμεσος στις απαντήσεις του και σε κάποια σημεία αρκούντος κατατοπιστικός, σε βαθμό που το Δικαστήριο, μέσω της μαρτυρίας του, κατάφερε να σχηματίσει εικόνα των αναφερόμενων από αυτόν γεγονότων εκείνης της ημέρας. Εξ άλλου, πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα, ο οποίος δεν συσχετίστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με οποιοδήποτε εκ των διαδίκων και οι όποιες αντίθετες με το γεγονός αυτό θέσεις της Υπεράσπισης, παρέμειναν στη σφαίρα της αοριστίας και αιωρούμενες, μιας και καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε προς θεμελίωσή τους. Ας μη λησμονείται ότι, και ο Εναγόμενος είναι συγχωριανός της Ενάγουσας (όπως και ο ΜΕ3), και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν ισχυρίστηκε ότι γνώριζε, έστω εξ όψεως, την Ενάγουσα. Η αναφορά αυτή γίνεται καθότι το όλο επιχείρημα των υποβολών του συνηγόρου Υπεράσπισης προς το ΜΕ3 περί γνωριμίας του με την Ενάγουσα, προ του δυστυχήματος, εδράζετο στη βάση του γεγονότος ότι ήταν συγχωριανοί. Όσον δε αφορά στη θέση της Υπεράσπισης ότι ο μάρτυρας αυτός υπέπεσε σε αντίφαση, στη βάση του επιχειρήματος ότι, ενώ στη σκηνή του δυστυχήματος, αλλά και στην κατάθεσή του, ισχυρίστηκε ότι δεν πρόσεξε που βρισκόταν το όχημα της Ενάγουσας πριν τη σύγκρουση, ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι είδε τούτο να κινείται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε προς Αγία Βαρβάρα σε απόσταση 150 μέτρα από τον ίδιο, τούτη (η θέση της Υπεράσπισης) δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σε ότι αφορά στο τι ο μάρτυρας ανέφερε στη σκηνή του δυστυχήματος, τίποτε ειδικό δεν αναφέρθηκε από τους μάρτυρες που συνομίλησαν μαζί του (ME1 και ME2), οι οποίοι περιορίστηκαν απλά στο να σημειώσουν ότι, τα όσα ανέφερε ο ΜΕ3 στη σκηνή του δυστυχήματος, τα ανέφερε και στην κατάθεσή του. Από δε το περιεχόμενο της κατάθεσής του (τεκμήριο 4), δεν προκύπτουν τα όσα εισηγείται ο συνήγορος υπεράσπισης, μιας, και ελλείπει η όποια τοποθέτησή του ως προς το πότε αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την παρουσία του οχήματος της Ενάγουσας στο δρόμο. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, αντιμέτωπος με αυτή τη θέση της Yπεράσπισης, ο ΜΕ3, με πειστικότατο τρόπο, εξήγησε ότι η κατάθεσή του, αν και φαίνεται να λήφθηκε με αφηγηματικό τρόπο, εντούτοις, είναι το αποτέλεσμα απαντήσεων που έδιδε στις διάφορες ερωτήσεις που του έθετε η ΜΕ
(2), η οποία ουδέποτε τον ρώτησε αναφορικά με το πότε αντιλήφθηκε για πρώτη φορά το όχημα της Ενάγουσας. Επίσης, πάντα με πειστικότατο τρόπο, εξήγησε ότι, αρχικά, και σε μια απόσταση περίπου 150μ. από τον ίδιο, είδε ένα όχημα να κινείται στην αντίθετη από τον ίδιο λωρίδα κυκλοφορίας και ακολούθως, έστρεψε την προσοχή του στη διαγώνια κίνηση του Εναγομένου προς τα δεξιά. Κατά τη σύγκρουση των δύο ενεχόμενων οχημάτων, αντιλήφθηκε ότι το όχημα που συγκρούστηκε με το όχημα του Εναγομένου ήταν το όχημα που είδε προηγουμένως να κινείται βρισκόμενο σε μια απόσταση 150μ. από το ίδιο. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι ο ΜΕ3 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα και αντιλήψεις του επί των πεπραγμένων εκείνης της ημέρας. Κατά συνέπεια, προβαίνω σε ανάλογα με τη μαρτυρία του ευρήματα. ΜΕ4 Η ΜΕ
(4)δεν αμφισβητήθηκε από καμία πλευρά. Η μαρτυρία της ήταν τυπικότατη, μιας και περιορίστηκε στην κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου των τεκμηρίων 5(α) μέχρι 5(στ). Με δεδομένη την αντιμετώπιση της από το συνήγορο υπεράσπισης (ο οποίος έθεσε σε αυτή μόνο διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις), αλλά και την πολύ καλή εικόνα που απεκόμισα καθ' ον χρόνο τούτη κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Σημειώνεται φυσικά ότι, τα τεκμήρια 5(β), 5(ε) και 5(στ), δεν μπορούν να τύχουν κάποιας χρήσης, μιας και δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε, σχετική με το περιεχόμενό τους, μαρτυρία. Ως προς τα τεκμήρια 5(α), 5(γ) και 5(δ), τούτα κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους με αποτέλεσμα τούτα να μπορούν να συνυπολογιστούν από το Δικαστήριο. ΜΕ5 Ο ΜΕ5 μου έκανε επίσης άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω αμφιβολία ότι, και αυτός ο μάρτυρας, κατέθεσε την αλήθεια και προσπάθησε και κατάφερε να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα, πληροφορίες, λεπτομέρειες και επιστημονικά κριτήρια, ώστε το Δικαστήριο, ως τελικός, κριτής, να μπορεί επί της μαρτυρίας του, αφενός να εξετάσει την ορθότητα των θέσεών του και αφετέρου, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα ως προς τις σωματικές βλάβες της Ενάγουσας. Ήταν πλήρως κατατοπιστικός, τόσο ως προς τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε η Ενάγουσα (στη βάση των δικών της αναφορών) κατά τις επισκέψεις της στον ίδιο, όσο και την κλινική της εικόνα, αλλά και τα αντικειμενικά του συμπεράσματα σε σχέση με την εν λόγω συμπτωματολογία της. Επίσης, ήταν κατατοπιστικός αναφορικά με τη θεραπεία που χορήγησε σ' αυτήν, αλλά και την πορεία αποθεραπείας της. Εξήγησε, ακόμα, στο Δικαστήριο το εύρος των τραυμάτων που υπέστη η Ενάγουσα, την ένταση του πόνου και οδύνης στην οποία υπόκειτο, το χρόνο παρουσίασης βελτίωσης της συμπτωματολογίας της και το χρονικό σημείο, κατά το οποίο επήλθε ουσιαστική βελτίωση, με τις ενοχλήσεις πλέον να περιορίζονται σε 3 - 4 φορές το χρόνο, και μόνο κατόπιν κουραστικής μέρας ή αλλαγής των καιρικών συνθηκών. Δεν δίστασε ακόμα να αποδεχθεί ότι, παρά τα παράπονα της Ενάγουσας (κατά την πρώτη επίσκεψη της στον ίδιο, το Δεκέμβριο 2009), περί ενόχλησης στον αυχένα, ο ίδιος επικεντρώθηκε στον τραυματισμό του γονάτου, τον οποίο θεώρησε σοβαρό συνεπεία της συλλογής υδράρθρου, και χαρακτήρισε τον τραυματισμό της στον αυχένα ως μη σοβαρό, σε βαθμό που δεν έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης δια διενέργειας MRI. Ως ανέφερε o ME5, ο τραυματισμός στον αυχένα, ήταν θέμα χρόνου να θεραπευθεί. Παρά της χρονοβόρας αντεξέτασης της οποίας έτυχε, η αξιοπιστία του δεν τέθηκε εν αμφιβόλω από πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος, ως επί τω πλείστον, περιορίστηκε στο να θέτει διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις. Όσον αφορά στην αντικειμενική αντίληψη του ME5 ως προς τη συμπτωματολογία της Ενάγουσας, για την οποία όντως αντεξετάστηκε έντονα, στη βάση της θεώρησης ότι, κατά κανόνα, ο πόνος δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί αντικειμενικά, μιας και ένας ασθενής μπορεί να αιτιάται πόνο, ψευδώς, ο ΜΕ5, με πλήρη επεξηγηματικό και πειστικό τρόπο, κατέστησε σαφείς τους λόγους για τους οποίους κατέληξε στα αντικειμενικά του συμπεράσματα, αναφέροντας τις κινήσεις και ενέργειες στις οποίες υπέβαλε την Ενάγουσα ώστε να εξετάσει το κατά πόσο προκαλείται σ' αυτή πόνος, τόσο σε σχέση με το τραύμα στον αυχένα και στην περιοχή της πυέλου, όσο και αναφορικά με το τραύμα στο γόνατο. Υπέδειξε ακόμα ότι, τα τραύματα ήταν εμφανή (υπερχρώσεις, ουλές, εκχυμώσεις κ.ο.κ.), ενώ τα αποτελέσματα των εξετάσεων (ύδραρθρο στο γόνατο - ευθιασμός οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης) δικαιολογούσαν πλήρως την αιτίαση πόνου στα δύο αυτά σημεία του σώματος της Ενάγουσας. Τη μαρτυρία του, με εξαίρεση δύο συγκεκριμένες θέσεις του στις οποίες αναφέρομαι κατωτέρω, την αποδέχομαι και επ' αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα, στη βάση του ότι, μέσω της, κατέστη δυνατός ο σχηματισμός ανεξάρτητης κρίσης και συνεπακόλουθης εξαγωγής δικών μου, πλέον, ανεξάρτητων ευρημάτων και συμπερασμάτων αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της Ενάγουσας, τη θεραπευτική αγωγή που ακολούθησε, την αποθεραπεία της και τις όποιες ενοχλήσεις αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει ακόμα μέχρι και σήμερα. Δεν μπορώ ωστόσο να δεχθώ τη θέση του ότι η οστεοαρθρίτιδα στην περιοχή του αυχένα και στο αριστερό γόνατο είναι αναπόφευκτη. Και τούτο γιατί, σύμφωνα με άλλη θέση του, συνεπεία του μικρού της ηλικίας της Ενάγουσας, αν εντός δέκα ετών από τον τραυματισμό της δεν παρουσιάσει οστεοαρθρίτιδα, τότε θεωρείται ότι ο οργανισμός της, αμυνόμενος, αντιμετώπισε το πρόβλημα και δεν θα υποφέρει άλλο. Υπενθυμίζω ότι, όταν ο ΜΕ5 κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, είχαν παρέλθει οκτώ περίπου χρόνια από τους επίδικους τραυματισμούς της Ενάγουσας. Η δε σποραδική συμπτωματολογία της ( 3 - 4 φορές το χρόνο), την οποία παρουσιάζει τα τελευταία επτάμισι και πλέον χρόνια (κατόπιν της ουσιαστικής βελτίωσης της προγενέστερης έντονης συμπτωματολογίας της), δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιδείνωση, ούτε και ο ΜΚ5 ή η Ενάγουσα, ανέφεραν οτιδήποτε που να υποστηρίζει ή έστω να υπονοεί ότι ήδη αναπτύχθηκε οστεοπόρωση στα ρηθέντα οστά της Ενάγουσας. Κατά συνέπεια, η απόλυτη θέση του ΜΕ5 περί αναπόφευκτης εμφάνισης οστεοαρθρίτιδας στο μέλλον, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, παρά το ότι, γίνεται δεκτό ότι, δυνατό, στο εγγύς μέλλον, κάτι τέτοιο να συμβεί. Επίσης δεν μπορώ να δεχθώ ότι η Ενάγουσα ήταν ανίκανη να εργαστεί μέχρι και τις 18/2/2010 και δη για 5 ½ μήνες αφότου τραυματίστηκε, και τούτο στη βάση, έτερης σχετικής απόλυτης θέσης του, που θέλει τη Ενάγουσα, τέσσερις περίπου μήνες μετά το δυστύχημα να απαλλάσσεται από τις έντονες ενοχλήσεις, και ακολούθως να αντιμετωπίζει, πλέον, μόνο σποραδικές ενοχλήσεις ως τούτες προσδιορίστηκαν, επαρκώς, ανωτέρω. Τίποτα δεν αναφέρθηκε που να καθιστά την όποια συμπτωματολογία της Ενάγουσας, ακριβώς μετά την απαλλαγή της από τις έντονες ενοχλήσεις, ή τις, εν τέλει, σποραδικές ενοχλήσεις της, λόγο για ανικανότητα της να εργαστεί. Ούτε αναφέρθη οτιδήποτε προσδιοριστικό των δεδομένων που έλαβε ο ΜΕ5 υπόψη για να χορηγήσει την άδεια ανάπαυσης μέχρι τις 18/2/2010, ώστε να μπορώ να εξετάσω την ορθότητα της ενέργειάς του αυτής και κατ' επέκταση να προβώ σε δική μου ανεξάρτητη σχετική κρίση. Στη βάση των όσων αναφέρθηκαν από το ΜΕ5, η Ενάγουσα μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών έπαψε να έχει έντονες ενοχλήσεις και παρουσίασε βελτίωση στη συμπτωματολογία της. ΜΕ6 Η ΜΕ6 ήταν εντελώς τυπική μάρτυρας, μιας και περιορίστηκε στο να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου πιστοποιητικά σε σχέση με τις συνεισφορές των Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Ενάγουσας για τα έτη 2009 και
- Πρόκειται για το τεκμήριο
- Ούτε αυτή η μάρτυρας αμφισβητήθηκε ως προς την αξιοπιστία της από το συνήγορο υπεράσπισης, ο οποίος, απλά, περιορίστηκε στο να διευκρινιστεί μέσω της μάρτυρος ότι, η δήλωση που παρουσίαζε την εταιρεία Book and Pack (Cyprus) Ltd ως εργοδότη της Ενάγουσας κατά το έτος 2009, υπεβλήθη στις 5.2.2010 και δη μετά την απόλυσή της, και μετά, φυσικά, το επίδικο δυστύχημα. Ως προς το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 και τις όποιες επ' αυτού αναφορές της, η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε. Εκείνο, από τη μαρτυρία της, που κρίνεται σημαντικό για την υπό εξέταση υπόθεση, είναι αφενός το γεγονός ότι στη βάση του περιεχομένου των δηλώσεων που κατατέθηκαν στο τμήμα της, η Ενάγουσα, κατά το έτος 2009, εργάστηκε το μήνα Αύγουστο, και ως μηνιαίος μισθός της δηλώθηκε το ποσό των €850 (μεικτά), ενώ η επόμενη εργοδότηση της έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2010 και αφετέρου, ότι η δήλωση στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων από πλευράς του παρουσιαζόμενου ως εργοδότη της Ενάγουσας κατά το 2009, υπεβλήθη στις 5.2.
- Σημειώνεται επίσης η θέση της ότι, σύμφωνα με την πείρα της, ως επιθεωρήτρια στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πολλοί εργοδότες δεν συμμορφώνονται με τις επιταγές του Νόμου και δεν καταθέτουν έγκαιρα τις καταστάσεις αποδοχών των υπαλλήλων τους. Τη μαρτυρία της την αποδέχομαι στο σύνολό της. ΜΕ7 - Ενάγουσα Η Ενάγουσα μου έκανε καταπληκτική εντύπωση ως μάρτυρας. Παρά της έντονης και χρονοβόρας αντεξέτασης της οποίας έτυχε, η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της. Ήταν σταθερή στις θέσεις που προέβαλλε, σαφής και αρκούντως παραστατική εκεί που τούτο ήταν αναγκαίο. Μέσω δε της μαρτυρίας της, το Δικαστήριο κατάφερε να σχηματίσει εικόνα των γεγονότων εκείνης της ημέρας (ως τούτα έγιναν αντιληπτά από αυτή), αλλά και του πόνου και ταλαιπωρίας και γενικά οδύνης που υπέστη συνεπεία των τραυμάτων της. Τις απαντήσεις της χαρακτήριζε αμεσότητα και ευθύτητα όπως πρέπει να χαρακτηρίζονται οι θέσεις προσώπων που λέγουν την αλήθεια. Ως επί το πλείστον, η αμφισβήτηση του συνηγόρου Υπεράσπισης επικεντρώθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το δυστύχημα, χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζεται και η αμφισβήτηση μερικών εκ των θέσεων της που σχετίζονται με τα τραύματα που υπέστη από το επίδικο ατύχημα. Η Ενάγουσα, με πλήρη πειστικότητα, εξήγησε στο Δικαστήριο ότι οδηγούσε το όχημα του πατέρα της (Ενάγοντα στην αγωγή 9280/2010) εντός του ρηθέντος δρόμου με κατεύθυνση προς Αγία Βαρβάρα, όπου και διέμενε, τηρώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Η θέση της αυτή, επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΕ3, με την αξιολόγηση της οποίας έχω ήδη ασχοληθεί ανωτέρω. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε (βρισκόμενη αντιμέτωπη με την υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι πριν τη σύγκρουση ήταν σταθμευμένη στο παγκέτο αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του Εναγομένου, και ότι απροειδοποίητα και ξαφνικά κατηύθυνε το όχημα της διαγωνίως προς τη λωρίδα κυκλοφορίας όπου και επεσυνέβη η σύγκρουση), δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να βρίσκεται σταθμευμένη σε εκείνο το σημείο, μια και σκοπό είχε να κατευθυνθεί προς Αγία Βαρβάρα. Υπέδειξε, και τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των φωτογραφιών (Τεκμήριο 3), ότι παγκέτο υπήρχε και στην αριστερή πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο, στο οποίο, ευχερώς, μπορούσε να σταθμεύσει (αν τούτο επιθυμούσε), και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να πράξει τούτο στο απέναντι, σύμφωνα με την πορεία της, παγκέτο, ως ο ισχυρισμός του Εναγομένου. Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι, η θέση της Ενάγουσας περί του ότι, εκείνη τη μέρα, προ της επίδικης σύγκρουσης σκοπούσε μέσω του συγκεκριμένου δρόμου, να κατευθυνθεί προς Αγία Βαρβάρα, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του Εναγομένου. Σημειώνεται, επίσης σχετικά, ότι, και η εκδοχή του Εναγομένου θέλει την Ενάγουσα να βρίσκεται σταθμευμένη με φορά προς Αγία Βαρβάρα και να οδηγεί με σκοπό να κατευθυνθεί προς τα εκεί. Στο σημείο αυτό, κρίνεται αναγκαίο να τονίσω ότι δεν συμφωνώ με τη θέση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι η εκδοχή της Ενάγουσας θέλει τα οχήματα να συγκρούονται μετωπικά και με εξ αντιθέτου κατεύθυνση, εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας και επί ίδιας ευθείας. Είναι γεγονός ότι η Ενάγουσα ανέφερε τη φράση «μούτρα με μούτρα» κατά τη μαρτυρία της, και τούτο στην προσπάθεια της να περιγράψει τον τρόπο που επήλθε η σύγκρουση των ενεχόμενων οχημάτων. Ωστόσο, η αναφορά της αυτή δεν πρέπει να ιδωθεί αποσπασματικά και ασυνάρτητα με τις λοιπές αναφορές της που σχετίζονται με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η σύγκρουση. Η Ενάγουσα πολλάκις, αναφέρθηκε στην προγενέστερη της σύγκρουσης οδική συμπεριφορά του Εναγομένου. Εξήγησε, ακριβώς, ότι το όχημα του, σε προγενέστερο της σύγκρουσης χρόνο, κινείτο κανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε προς Πέρα Χωριό, και δη την αντίθετη λωρίδα από αυτήν που τηρούσε η ίδια. Είναι δε ηλίου φαεινότερο ότι για να αλλάξει κάποιος λωρίδα κυκλοφορίας πρέπει, προηγουμένως, να κινηθεί διαγώνια προς την πλευρά που βρίσκεται η λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία επιθυμεί να εισέλθει. Η έκφραση της «μούτρα με μούτρα» απλά σκοπούσε, στο να προσδιοριστούν τα μπροστινά μέρη των οχημάτων, ως τα μέρη που είχαν τη πρώτη επαφή κατά τη σύγκρουση και όχι για να υπεδείχθη, επακριβώς, η προγενέστερη της σύγκρουσης, πορεία των οχημάτων. Εξάλλου, ακόμα και η εκδοχή του Εναγομένου ως προς το πώς επεσυνέβη το δυστύχημα, θέλει τα δύο οχήματα να συγκρούονται μετωπικά, ανεξάρτητα αν (επικαλούμενος τις φωτογραφίες - Τεκμήριο 3 και 14), προσδιορίζει ειδικότερα τα σημεία των οχημάτων που είχαν την πρώτη επαφή. Είναι με αυτόν τον τρόπο που γίνεται αντιληπτή από το Δικαστήριο η φράση της Ενάγουσας «μούτρα με μούτρα» και όχι ως εισηγείται ο συνήγορος υπεράσπισης. Τη μαρτυρία της, αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ως προς τη μαρτυρία της Ενάγουσας σε σχέση με τους επίδικους τραυματισμούς και τα κατάλοιπά των, με εξαίρεση τη θέση της ότι μέχρι σήμερα υπάρχει εμφανής ουλή στην περιοχή της πυέλου, και ότι παρουσίαζε έντονη συμπτωματολογία μέχρι και τα τέλη Ιανουαρίου 2010, την αποδέχομαι. Ως προς τη συμπτωματολογία της, στη βάση της σχετικής με το ζήτημα μαρτυρίας του ΜΕ5, την οποία αποδέχθηκα, οι έντονες ενοχλήσεις της Ενάγουσας υποχώρησαν 4 μήνες μετά το δυστύχημα και σίγουρα πριν τις 25/1/2010, όταν και την εξέτασε για τελευταία φορά. Όσο δε αφορά στην αναφορά της περί εμφανούς ουλής στο χώρο της πυέλου, δεν μπορώ να τη δεχτώ μιας και είχα την ευκαιρία να δω το συγκεκριμένο σημείο στο κορμί της (κατόπιν δικών της υποδείξεων κατά την δια ζώσης μαρτυρία της), και χωρίς καμία, απολύτως, αμφιβολία, τούτο δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε εμφανή ή έστω αμυδρή ουλή. Την ίδια γνώμη (ως προς το ανύπαρκτο τη επικαλούμενης ουλής), έχει και ο συνήγορός της, ο οποίος, αποσυνδέοντας την σχετική αιτίαση της Ενάγουσας από όποια πρόθεσή της να ψευσθεί, απέδωσε τούτη σε μειονεξία, κατάλοιπο του επίδικου τραυματισμού της. Σε συμφωνία με τον συνήγορο της Ενάγουσας, δεν θεωρώ την προσπάθειά της να πείσει το Δικαστήριο περί υπάρξεως ουλής στο συγκεκριμένο σημείο ως το αποτέλεσμα πρόθεσής της να ψευσθεί, μια και η εικόνα που απεκόμισα, ήταν ότι πίστευε πραγματικά στο υπαρκτό της, για λόγους, όμως, που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο. Χωρίς να προβαίνω σε όποια σχετική κρίση (εν απουσία σχετικής μαρτυρίας εμπειρογνώμονα), δεν αποκλείεται η επιμονή της να σχετίζεται με ψυχολογικούς λόγους, στη βάση και της αναφοράς της «.έχω μόνιμες ουλές [.] Εγώ τις βλέπω. Πέρασα τόσο κόμπλεξ μαζί τους, ντρεπόμουν να βάλω μαγιό να πάω στη θάλασσα, είμαι κοπέλα». Επί της αποδεκτής μαρτυρίας της Ενάγουσας, ως τούτη περιορίστηκε μόλις πιο πάνω, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. ΜΕ8 Ο ΜΕ8, άφησε την καλύτερη των εντυπώσεων ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή, εντελώς περιορισμένη, ανεπιτήδευτη, και επί του βασικού σημείου που αμφισβητήθηκε, αναντίλεκτη, μιας και καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς των Εναγομένων προς υποστήριξη της κατά τα άλλα εντελώς θεωρητικής θέσης που υπεβλήθη σ' αυτόν ότι, ουδέποτε η εταιρεία του Book and Pack Travel (Cyprus) Ltd εργοδότησε την Ενάγουσα κατά το έτος
- Ο μάρτυρας, με σαφήνεια, αμεσότητα, και ειλικρίνεια, ανάφερε ότι η πιο πάνω εταιρεία του εργοδότησε την Ενάγουσα για τον μήνα Αύγουστο του 2009 και ότι μετά που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, ενημερώθηκε για τον τραυματισμό της Ενάγουσας, την οποία και επισκέφθηκε στο νοσοκομείο από ενδιαφέρον. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου η διαφορά που παρατηρείται, μεταξύ της μαρτυρίας του και αυτής της Ενάγουσας, αναφορικά με το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημέρα του τραυματισμού της τελευταίας μέχρι και την ημέρα που την ενημέρωσε (o ME8) ότι θα αναζητήσει νέα υπάλληλο εις αντικατάσταση της. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό, ότι, κατά την Ενάγουσα, η ενημέρωση αυτή από τον ΜΕ8 έγινε πριν την πάροδο ενός μηνός από το ατύχημα, ενώ σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΕ8, δύο με τρεις μήνες μετά. Παρεμβάλω, στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι για τους λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, η διάσταση αυτή μεταξύ της Ενάγουσας και του ΜΕ8 δεν υπέχει οποιασδήποτε σημασίας. Ωστόσο, έχοντας υπόψη το γεγονός ότι, ο ΜΕ8, λόγω της παρόδου χρόνου από τότε που συνέβησαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που κατέθετε, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί λεπτομερώς επί διαφόρων θεμάτων για τα οποία ερωτήθηκε (χωρίς τούτο να επηρεάζει κρίση μου ως προς το βασικό ισχυρισμό του που θέλει την Ενάγουσα εργοδοτούμενη της εταιρείας του), δέχομαι, επί του προκειμένου, τη θέση της Ενάγουσας και δη ότι η ενημέρωση της περί του ότι η εργοδότρια εταιρεία της θα αναζητούσε νέο υπάλληλο, εις αντικατάσταση της, έγινε λίγο πριν την πάροδο του ενός μηνός από την ημέρα που επεσυνέβη το ατύχημα. Επαναλαμβάνω, όμως, ίσως φορτικά, ότι, ως θα διαφανεί κατωτέρω, το πότε η Ενάγουσα ενημερώθηκε περί του ότι θα προσλαμβάνετο υπάλληλος εις αντικατάσταση της, δεν υπέχει οποιασδήποτε σημασίας. ΜΕ9 Και ο ΜΕ9 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Και σ' αυτόν τον μάρτυρα οι ερωτήσεις που τέθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης, ήταν διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου. Έστω και αν σε κάποια σημεία της αντεξέτασης του, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε ερωτήσεις ή υποβολές που αρχικώς έθεταν εν αμφιβόλω τις προβαλλόμενες θέσεις του μάρτυρα, εντούτοις, μετά την πειστική και αιτιολογημένη επεξήγηση του, δεν ακολουθούσαν αντίθετες με αυτές υποβολές. Τουναντίον, στη βάση των επεξηγήσεων του ΜΕ9, χωρίς τούτες να τίθενται πλέον εν αμφιβόλω, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλλε τις επόμενες ερωτήσεις του. Για σκοπούς περαιτέρω αιτιολογίας και πληρότητας σημειώνω ότι, η βασική διαφωνία των Εναγομένων με τη μαρτυρία του ΜΕ9, εστιάζεται στη θέση του τελευταίου ότι τα οστικά οιδήματα στο γόνατο της Ενάγουσας και κατ' επέκταση τα ρωγμώδη κατάγματα που τα προκάλεσαν, ήταν μετατραυματικά. Εκεί επικεντρώθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της αντεξέτασης του, μέσω της οποίας επιχειρήθηκε να αποδοθεί ο τραυματισμός της Ενάγουσας στο γόνατο, σε αιτία, άλλη από το επίδικο ατύχημα. Έγινε ακόμα προσπάθεια, μέσω των ερωτήσεων που τέθηκαν κατά την αντεξέταση, να αποδοθούν τα παθολογικά οστικά οιδήματα, τα οποία είναι εμφανή (δεν αμφισβητήθηκε τούτο) επί των απεικονίσεων του MRI (πάντα σε σχέση με το τραύμα στο γόνατο της Ενάγουσας), σε λόγους άλλους από ρωγμώδη/γραμμοειδή υποφλοιώδη κατάγματα, στα οποία τα απέδωσε, τόσο ο ΜΕ9, όσο και ο ΜΕ
- Ο ΜΕ9, με τη μαρτυρία του, έδωσε στο Δικαστήριο όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες, εχέγγυα και επιστημονικά κριτήρια έτσι που να είναι δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, και κατ' επέκταση ο σχηματισμός ανεξάρτητης πλέον κρίσης του Δικαστηρίου επί του είδους και εύρους των τραυμάτων της Ενάγουσας, η οποία κρίση μου, σε συμφωνία με τη μαρτυρία του ΜΕ9, θέλει τα ανευρεθέντα μέσω του MRI οστικά οιδήματα να οφείλονται σε γραμμοειδή υποφλοιώδη κατάγματα στο γόνατο της Ενάγουσας. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με το κατά πόσο τα οιδήματα αυτά και κατά συνέπεια και τα κατάγματα, αφορούν σε μετατραυματικές παθήσεις και δη ως απότοκα του επίδικου ατυχήματος ή αν πρόκειται για παθήσεις που έχουν άλλη, από το ατύχημα, αιτία. Θεωρώ τη μαρτυρία του ΜΕ9, επί του προκειμένου, επαρκή και αρκούντως διαφωτιστική, ώστε επ' αυτής, σε συμφωνία με τον ίδιο, να καταλήξω και εγώ στο ανεξάρτητο εύρημα ότι τούτα προκλήθηκαν συνεπεία του τραυματισμού της Ενάγουσας κατά το επίδικο ατύχημα. Η εν προκειμένω κρίση του Δικαστηρίου, βασίζεται, εν πολλοίς, και στα όσα σχετικά ανέφεραν, τόσο ο ΜΕ5, όσο και η Ενάγουσα, η οποία, την όλη συμπτωματολογία της που σχετίζεται με το γόνατό της, την αποδίδει στον τραυματισμό της από το επίδικο ατύχημα. Γενικότερα, τη μαρτυρία του ΜΕ9 την αποδέχομαι στο σύνολο της και κατά συνέπεια προβαίνω σε δικά μου, σύμφωνα με αυτή, ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα. ΜΥ1-Εναγόμενος Ο Εναγόμενος, δεν μου έκανε την καλύτερη των εντυπώσεων. Τουναντίον θα έλεγα, ήταν πρόσωπο που σκοπό είχε να αποφύγει τις όποιες ευθύνες του για το επίδικο ατύχημα και ήταν έτοιμος να προβάλει κάθε ισχυρισμό που θεωρούσε ότι εξυπηρετούσε τον σκοπό του αυτό. Η εκδοχή του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, συγκρούεται με άλλη (κοινώς αποδεκτή) μαρτυρία, που προσκομίστηκε μέσω του ΜΥ3[3]. Στη βάση δε της ρηθείσας, κοινώς αποδεκτής, μαρτυρίας, η εκδοχή του Εναγομένου συγκρούεται και με την κοινή λογική. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω αναφερόμενης κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του Εναγομένου, υπενθυμίζω, ώστε να γίνει πιο κατανοητός ο συλλογισμός του Δικαστηρίου, ότι, κατά τον Εναγόμενο, τη στιγμή που το όχημα της Ενάγουσας εκκινεί (ενώ πριν ακριβώς ήταν ακινητοποιημένο στο αριστερό, σύμφωνα με την πορεία του, παγκέτο), τούτο βρίσκεται σε μια απόσταση 15 περίπου μέτρων από το δικό του όχημα. Τη θέση αυτή, ο Εναγόμενος την προέβαλε πέραν της μιας φοράς. Ωστόσο, ως προκύπτει από την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία που τέθηκε μέσω του ΜΥ3 (στα πλαίσια σχολιασμού του, του περιεχομένου του Τεκμηρίου 15), η λήψη μέτρων αποφυγής ενός κινδύνου (διά ειδικών προς τούτο ενεργειών) από ένα μέσο συνετό οδηγό, λαμβάνει χώρα μετά τη πάροδο 1,5 δευτερολέπτου από τη στιγμή σχηματισμού της πρόθεσης λήψης τους, που κατά κανόνα σχηματίζεται άμα την αντίληψη του κινδύνου. Επίσης, πάντα στη βάση της κοινώς αποδεκτής μαρτυρίας (Τεκμήριο 15), εντός αυτού του χρονικού διαστήματος (1,5 δευτερολέπτου), ο μέσος οδηγός, με ταχύτητα 50‑60 χ.α.ω. (αυτή είναι η ταχύτητα του Εναγομένου σύμφωνα με τις δικές του αναφορές), διανύει 20,82 μέτρα (αν η ταχύτητα είναι 50 χ.α.ω.) μέχρι και 24,99 μέτρα (αν η ταχύτητα είναι 60 χ.α.ω.) και δη απόσταση, εμφανώς μεγαλύτερη της απόστασης που κατά το Εναγόμενο χώριζε τα οχήματα τη στιγμή του υποτιθέμενου κινδύνου που προκάλεσε το όχημα της Ενάγουσας. Στη βάση των μόλις πιο πάνω, η εκδοχή του Εναγομένου δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Αν τη στιγμή που το όχημα της Ενάγουσας (κατά τον Εναγόμενο) κινήθηκε επικίνδυνα, τα δύο οχήματα χώριζε απόσταση 15 μέτρων, ο Εναγόμενος δεν θα προλάμβανε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια αποφυγής του κινδύνου, περιλαμβανομένης και της απλής κατεύθυνσης του οχήματος προς τα δεξιά, ως ισχυρίστηκε ότι έπραξε. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής το γεγονός ότι, πάντα κατά την εκδοχή του Εναγομένου, πέραν του ότι πρόλαβε να αντιδράσει, κατηύθυνε και το όχημα του προς τα δεξιά, το οποίο κινήθηκε, για όση απόσταση ήταν αναγκαία, για να παρεκκλίνει της πορείας του, να εξέλθει της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο, να εισέλθει κατά πολύ εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και μετά να επέλθει η σύγκρουση, ενέργειες και/ή γεγονότα, που δεν δικαιολογούνται στη βάση της εκδοχής του. Η όλη εκδοχή του Εναγομένου ως προς το πώς κινήθηκε το όχημα της Ενάγουσας εκείνη την ημέρα, συγκρούεται και με άλλες δικές του αναφορές, οι οποίες θέλουν την Ενάγουσα, προ του ατυχήματος, να οδηγεί εντός της εξ αντιθέτου, του ιδίου, λωρίδας κυκλοφορίας. Δύο, τουλάχιστον, φορές, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, αναφερόμενος ειδικά στο σημείο που επήλθε η σύγκρουση των δύο οχημάτων, προσδιόρισε τούτο ως σημείο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο η Ενάγουσα. Αν τα πράγματα είχαν ως η εκδοχή του Εναγομένου, η Ενάγουσα, αμέσως πριν το δυστύχημα, δεν κινείτο στη λωρίδα κυκλοφορίας που επήλθε η σύγκρουση, ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του σημείου του δρόμου στο οποίο συγκρούστηκαν τα οχήματα ως μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο η τούτη. Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός, συνάδει μόνο με το εάν η Ενάγουσα, προ του ατυχήματος, οδηγούσε το όχημα της εντός της ρηθείσας λωρίδας κυκλοφορίας. Κρίνω σημαντικό, να παραθέσω, αυτουσίως, τη σχετική στιχομυθία του συνηγόρου της Ενάγουσας και του Εναγομένου, η οποία αποδεικνύει του λόγου το αληθές της πιο πάνω συλλογιστικής του Δικαστηρίου. «Ε. Συμφωνείς μαζί μου ότι η σύγκρουση έγινε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας του δρόμου σε σχέση με την πορεία σου; Α. Ναι έγινε η σύγκρουση στη δική της κοπέλας πορεία. Ε. ............................... Α. ............................... Ε. Συμφωνείς ότι τη στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο της Ενάγουσας είναι στη δική της λωρίδα; Α. Η σύγκρουση έγινε στη δική της, ναι.» Είναι εμφανές από τις μόλις πιο πάνω αναφορές του Εναγομένου ότι, προ της σύγκρουσης, η Ενάγουσα τηρούσε συγκεκριμένη λωρίδα κυκλοφορίας, και ότι η σύγκρουση των ενεχόμενων οχημάτων επεσυνέβη εντός της ρηθείσας λωρίδας κυκλοφορίας. Εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή του Εναγομένου, ως προς το πως επεσυνέβη το ατύχημα, συγκρούεται με την ήδη αποδεκτή, σχετική με το ζήτημα, μαρτυρία των ΜΕ3 και Ενάγουσας. Τη μαρτυρία του, στο βαθμό που συγκρούεται με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, δεν την αποδέχομαι. ΜΥ2 Ο μάρτυρας αυτός, δεν βοήθησε καθ' οιονδήποτε τρόπο την πλευρά των εναγομένων, που τον κάλεσε. Παρουσιάστηκε ως το πρόσωπο που υπέγραψε τις δύο επιστολές που απεστάλησαν εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας προς την πρώην συνήγορο του Εναγομένου, κυρία Νίκη Κληρίδου (Τεκμήρια 13(α) και 13(β)), χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ορθότητα του περιεχομένου των. Όπως χαρακτηριστικά ανάφερε, τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, όσο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, συνεπεία της παρόδου του χρόνου από την ημέρα ετοιμασίας των ρηθέντων επιστολών μέχρι και σήμερα, σε συνδυασμό και με την απώλεια του φακέλου της Αστυνομίας, το περιεχόμενο του οποίου αποτέλεσε τη βάση για τη σύνταξη και ετοιμασία τους, δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει τα όσα εκεί αναφέρονται. Αξίζει, στο σημείο αυτό, να τονιστεί, ότι, το επιχείρημα των Εναγομένων με την κλήση του ρηθέντος μάρτυρα, ήταν, μέσω των δύο αυτών επιστολών, που o ίδιος υπέγραψε, να τεθεί υπό μορφή μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο ΜΕ3 ανάφερε στους αστυφύλακες που συνομίλησαν μαζί του ότι δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του οχήματος της Ενάγουσας προ της επίδικής συγκρούσεως και ότι στη βάση αυτής της θέσης του ΜΕ3, κρίθηκε από τους αρμόδιους αξιωματικούς της Αστυνομίας Κύπρου ότι δεν θα έπρεπε να διωχθεί ποινικά κανένας οδηγός. Με δεδομένο, αφενός το ότι ο ΜΥ2 δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ορθότητα του περιεχόμενου των επιστολών Τεκμήρια 13(α) και 13(β), και αφετέρου ότι, τόσο οι ΜΕ1 και ΜΕ2 (οι αστυφύλακες που συνομίλησαν με το ΜΕ3), όσο και ο ΜΕ3, προώθησαν μαρτυρία επίσης μη επιβεβαιωτική των όσων στα εν λόγω τεκμήρια αναφέρονται, η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν προσφέρει κάτι για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της παρούσας αγωγής, παρά το ότι, επρόκειτο για ειλικρινούς μάρτυρα, του οποίου η αξιοπιστία, εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας. ΜΥ3 Ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να βοηθήσει την πλευρά που τον κάλεσε και δη τους Εναγομένους, προβάλλοντας τη γνώμη ότι το ατύχημα επεσυνέβη ως η εκδοχή του Εναγομένου
- Δεν πρόκειται απλά για περίπτωση που, ως εμπειρογνώμονας, δεν έδωσε στο Δικαστήριο εκείνες τις πληροφορίες, εχέγγυα, επιστημονική καθοδήγηση και γενικά στοιχεία (που όντως δεν έδωσε) ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει στη δική του ανεξάρτητη γνώμη, αλλά για περίπτωση, που επιτηδευμένα, απέφευγε να δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις και πρότασσε τη ψευδή θέση ότι, επί του θέματος που ερωτάτο είχε ήδη απαντήσει λεπτομερώς σε προγενέστερο στάδιο. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά παραθέτω τα πιο κάτω παραδείγματα από τη μαρτυρία του, που δεικνύουν του λόγου το ασφαλές της μόλις αναφερόμενης κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Ενώ κατά το στάδιο της αντεξέτασης αποδέχτηκε ότι βασικοί παράγοντες για τη διενέργεια αναπαράστασης δυστυχήματος (και τούτοι ως προσδιοριστικοί της μετά τη σύγκρουση συμπεριφοράς των οχημάτων), είναι και το βάρος, καθώς επίσης και η ταχύτητα των ενεχόμενων οχημάτων, εντούτοις, οι παράγοντες αυτοί δεν συνυπολογίστηκαν από τον ίδιο. Όταν δε του υπεδείχθη η παράλειψη του αυτή, με υπεκφυγές και με εμφανή προσπάθεια να δικαιολογήσει την παράλειψή του, κατέφυγε στην προώθηση του ισχυρισμού ότι, δήθεν, είχε ήδη, επί του προκειμένου, απαντήσει προηγουμένως, κάτι που δεν συνέβη. Σημειώνω, σχετικά με τη μόλις πιο πάνω παρατήρηση, ότι το βάρος των οχημάτων, αναφέρθηκε από τον ίδιο (και μόνο κατόπιν ερωτήσεως που του τέθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας), ως πληροφορία που έλαβε μέσω διαδικτύου, την οποία όμως δεν συνυπολόγισε κατά την αναπαράσταση στην οποία προέβη, καθ' ότι, ως ανέφερε, τον παράγοντα αυτό θα τον συνυπολόγιζε όταν θα προέβαινε σε αναπαράσταση «πιο βαθιά», χαρακτηρίζοντας έτσι, στην ουσία, την αναπαράσταση στην οποία προέβη ως μη πλήρη. Η ίδια αδυναμία παρουσιάζεται και σε σχέση με τον παράγοντα ταχύτητα. Κατά τον ΜΥ3, για σκοπούς της αναπαράστασης στην οποία προέβη, θεώρησε ότι και τα δύο ενεχόμενα οχήματα κινούντο με ταχύτητα περίπου 50‑60 χ.α.ω. Κάτι τέτοιο, όμως, ισχύει, μόνο στη περίπτωση που τα οχήματα κινούντο ως η εκδοχή της Ενάγουσας. Και τούτο γιατί, είναι εντελώς διαφορετική η ταχύτητα που θα μπορούσε να τηρεί η Ενάγουσα στον δρόμο αν κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της σύμφωνα με τη δική της εκδοχή (όπου η ταχύτητα 50‑60 χ.α.ω., είναι πιθανή και εφικτή και συνάδουσα με την δική της θέση που θέλει το όχημα που οδηγούσε να κινείται με 50 χ.α.ω.), από την ταχύτητα που θα μπορούσε να αναπτύξει ένα όχημα το οποίο είναι ακινητοποιημένο και εκκινεί με κλήση και προλαβαίνει να κινηθεί όσο το πλάτος ενάμιση λωρίδας κυκλοφορίας πριν τη σύγκρουση του επί άλλου οχήματος, ως η εκδοχή του Εναγομένου. Με την μόλις πιο πάνω παρατήρηση μου, δεν προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπέρασμα ή έστω παράθεση γνώμης ως προς το ύψος της ταχύτητας που μπορεί ένα όχημα, το οποίο είναι ακινητοποιημένο, να αναπτύξει εντός κάποιων μέτρων (όσο το πλάτος ενάμιση λωρίδας κυκλοφορίας δρόμου). Απλά σημειώνω το εντελώς διαφορετικό του υποβάθρου ως προς τη δυνατότητα ανάπτυξης ταχύτητας του οχήματος της Ενάγουσας στις δύο προβαλλόμενες, ενώπιον του Δικαστηρίου εκδοχές. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι, κατά τον ΜΥ3, το ατύχημα επεσυνέβη ως η εκδοχή του Εναγομένου 1 και ότι στη βάση αυτής της εκδοχής θεώρησε ότι το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα ανέπτυξε, εντός της απόστασης που διένυσε από το παγκέτο μέχρι και τη σύγκρουσή του με το όχημα του Εναγομένου (κάτι περισσότερο από το πλάτος μιας λωρίδας κυκλοφορία), 50 χ.α.ω. - 60 χ.α.ω.. Η σχετική αναφορά της Ενάγουσας περί του ότι κινείτο με ταχύτητα 50 χ.α.ω., υπενθυμίζω, προωθήθηκε στη βάση της δικής της εκδοχής, που την θέλει, καθ' όλο τον ουσιώδη, για την παρούσα αγωγή, χρόνο, να κινείται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγεί προς Αγία Βαρβάρα. Η απουσία των παραγόντων αυτών στην όλη διεργασία του ΜΕ3 καθιστούν τα ευρήματα του εντελώς επισφαλή και αφήνουν κενά τα οποία επενεργούν ανασταλτικά στο να μπορεί το Δικαστήριο, επί της μαρτυρίας του, να προβεί στα δικά του ανεξάρτητα ευρήματα και συμπεράσματα ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα και ειδικότερα, ως προς το κατά πόσο οι τελικές θέσεις των οχημάτων μπορούν να αποτελέσουν την ουσιαστική βάση για ασφαλή κρίση ως προς την προ της σύγκρουσης οδική τους συμπεριφορά. Ενδεικτική του επιτηδευμένου της μαρτυρίας του ΜΕ3, είναι και η απόφαση του, να βασίσει την εμπειρογνωμοσύνη του, στη βάση ύπαρξης μόνο δύο εκδοχών, με την εκδοχή της Ενάγουσας, να τη θεωρεί ως εμπεριέχουσα ισχυρισμό που θέλει τα ενεχόμενα οχήματα να κινούνται στην ίδια ευθεία με αντίθετη πορεία και να συγκρούονται μετωπικά, ως εκδοχή που του μεταφέρθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης. Το μόνο που o ίδιος θέλει το συνήγορο Υπεράσπισης να του μεταφέρει, είναι τη φράση της Ενάγουσας «μούτρα με μούτρα» ως προσδιοριστική του τρόπου που επήλθε η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Χωρίς να ανατρέξει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, στις λοιπές περιγραφές της Ενάγουσας για τα όσα προηγούντο της σύγκρουσης, ο ΜΥ3 παρουσίασε την εκδοχή αυτή, ως αν τα δύο οχήματα να κινούντο εντός της ίδιας λωρίδας κυκλοφορίας, επί της ίδιας ευθείας, με αντίθετη όμως κατεύθυνση και ακολούθως έκρινε την εκδοχή αυτή ως αβάσιμη. Αν, όμως, ανέτρεχε σε όλες τις σχετικές αναφορές της Ενάγουσας, θα έβρισκε ότι η Ενάγουσα, ενώπιον του Δικαστηρίου, ξεκαθάρισε ότι, προ της σύγκρουσης, σε μια απόσταση περίπου 35 με 40 μέτρα από την ίδια, είδε το όχημα του Εναγομένου να κινείται στην εξ αντιθέτου από την ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, και ακολούθως να επέρχεται η μεταξύ των οχημάτων σύγκρουση στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε η ίδια και δη, εκ των πραγμάτων και στη βάση της λογικής, έχοντας προηγουμένως, προφανώς, το όχημα του Εναγομένου κινηθεί διαγωνίως προς τα δεξιά, ώστε να εξέλθει της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο, να εισέλθει στη λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο η Ενάγουσα, και να επέλθει η μεταξύ τους σύγκρουση, κίνηση του οχήματος του Εναγομένου, εντελώς διαφορετική από αυτή που συνυπολόγισε ως εκδοχή της Ενάγουσας. Επίσης, πολλές γνώμες του μάρτυρα ήταν εντελώς απόλυτες και αυθαίρετες και όταν του υποδεικνυόταν τούτο από το συνήγορο της Ενάγουσας, επικαλείτο προγενέστερη δήθεν επεξήγηση του για τον λόγο που προέβαλλε τις απόλυτες αυτές θέσεις του. Παραδείγματος χάριν, προώθησε τη θέση ότι, μετά τη σύγκρουση, τα οχήματα σπρώχτηκαν αμφότερα προς τα πίσω και αποκολλήθηκαν. Επίσης ότι, το πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας κινήθηκε αριστερότερα με αποτέλεσμα να καταλήξει στην τελική του θέση ως τούτη απεικονίζεται στις φωτογραφίες Τεκμήριο
- Η θέση του αυτή και ειδικότερα το κατά πόσο ένα όχημα μετά τη σύγκρουση συνεχίζει να κινείται προς τα εμπρός ή αποκολλάται και σπρώχνεται προς τα πίσω, καθώς επίσης και αν προβαίνει σε οποιανδήποτε περιστροφή, εξαρτάται, όπως o ίδιος παραδέχτηκε, τόσο από την ακριβώς πριν τη σύγκρουσης κλήση των οχημάτων, την ταχύτητα τους, και τη μάζα τους (βάρος), ως παράγοντες, άρρηκτα συνυφασμένοι, με τη μετά τη σύγκρουση συμπεριφορά των οχημάτων. Στη βάση της δικής του μαρτυρίας και των δικών του αναφορών, κατόπιν ερωτήσεων του συνηγόρου της Ενάγουσας, προκύπτει ότι αν ένα όχημα κινείται με μεγάλη ταχύτητα και έχει μεγαλύτερη μάζα από όχημα που κινείται με μικρότερη ταχύτητα και επί του οποίου συγκρούεται το πρώτο, το δεύτερο όχημα, μετά τη σύγκρουση, θα σπρωχτεί κατά πολύ περισσότερο προς τα πίσω απ' ό,τι ενδεχομένως το πρώτο και αν η κλήση των οχημάτων είναι τέτοια που δικαιολογεί και περιστροφή, τότε το δεύτερο θα έχει μεγαλύτερη περιστροφή απ' ό,τι το πρώτο. Τούτα, επαναλαμβάνω, στη βάση των αναφορών του ιδίου του μάρτυρα. Πώς είναι δυνατό με μόνο το περιεχόμενο των φωτογραφιών (Τεκμήριο 3), και δη των τελικών θέσεων των οχημάτων, και με μόνη μαρτυρία ως προς την ταχύτητα, αυτή του Εναγομένου που θέλει το όχημα του να κινείται με 50‑60 χ.α.ω., και χωρίς μαρτυρία ως προς την ταχύτητα της Ενάγουσας (στην εκδοχή που την θέλει να οδηγεί ως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται), να είναι δυνατή η έκφραση απόλυτης γνώμης περί της προγενέστερης της σύγκρουσης κλήσης των οχημάτων και περί της ορθότητας των εκδοχών των ενεχόμενων οδηγών. Αν μη τι άλλο, στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση πάλι της μαρτυρίας του ιδίου, το όχημα της Ενάγουσας ήταν κατά 160 κιλά ελαφρύτερο από αυτό που οδηγούσε ο Εναγόμενος και με δεδομένη την ταχύτητα του τελευταίου, στη βάση της δικής του μαρτυρίας (η οποία, επί τούτου, δεν αμφισβητήθηκε), και της εκδοχής του που θέλει το όχημα της Ενάγουσας να εκκινεί και να προλαβαίνει να κινείται μόνο ελάχιστα μέτρα προ της σύγκρουσης, αναμενόμενο θα ήταν ο εκτοπισμός του οχήματος της Ενάγουσας, μετά τη σύγκρουση, να ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος από αυτόν του οχήματος του Εναγομένου. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι η γνώμη του ΜΥ3 ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, ελέγχεται, πολύ περισσότερο στη βάση του ότι συνυπολόγισε, για την κατάληξη του, ως ταχύτητα της Ενάγουσας τα 50‑60 χ.α.ω., ταχύτητα, που σε σχέση με την εκδοχή του Εναγομένου, δεν υποστηρίζεται από καμία μαρτυρία και για την οποία δεν είχε καμία πληροφόρηση. Επί ενός άλλου θέματος, στη βάση του σχεδίου 4.7 (πρόκειται για σχεδιάγραμμα που o ίδιος παρουσιάζει στην έκθεση του ‑ σελίδα 11), το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη «εκατό τοις εκατό[4]» ως η εκδοχή του Εναγομένου. Προς υποστήριξη της θέσης του και στα πλαίσια της επεξήγησης της απόλυτης αυτής κατάληξης του, ανάφερε ότι σημαντικός παράγοντας για τη μετά τη σύγκρουση συμπεριφορά των οχημάτων, είναι το σημείο από όπου περνά η δύναμη που ασκείται, κατά τη σύγκρουση, από το ένα όχημα στο άλλο. Στο ρηθέν σχεδιάγραμμα 4.7, επί των οχημάτων, με μαύρη κουκκίδα, υποδεικνύει το κέντρο βάρους τους, και με κίτρινη ευθεία γραμμή, την κατεύθυνση των δυνάμεων που ασκούνται, εκατέρωθεν, στη βάση των δύο εκδοχών που εξέτασε. Ισχυρίστηκε δε ότι, ανάλογα με το σημείο, πάντα σε σχέση με το κέντρο βάρους του οχήματος, που περνά η δύναμη που ασκείται από το έτερο όχημα, ανάλογη είναι και η μετά τη σύγκρουση συμπεριφορά του οχήματος. Ωστόσο, και ενώ αυτό το επιχείρημα αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της όλης κατάληξης και γνώμης του, δεν έδωσε στο Δικαστήριο εκείνες τις λεπτομέρειες και στοιχεία που τον οδήγησαν στην κρίση ως προς τη διεύθυνση των δυνάμεων που ασκήθηκαν επί εκάστου οχήματος κατά την ώρα της σύγκρουσης. Προς τούτο περιορίστηκε απλά να πει ότι, στη βάση των τελικών ζημιών των οχημάτων, ως τούτες εμφαίνονται επί των φωτογραφιών (Τεκμήριο 3), προκύπτει ότι η δύναμη που ασκήθηκε από το ένα όχημα στο άλλο είναι ως υποδεικνύεται επί του σχεδιαγράμματος 4.
- Σε καμία αναφορά δεν προέβη ως προς το πώς οι προκληθείσες ζημιές, δικαιολογούν την κρίση του αναφορικά με τη διεύθυνση των δυνάμεων. Αν σε αυτήν την αδυναμία που παρουσιάζει η μαρτυρία του, συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο όχημα της Ενάγουσας, οι προκληθείσες από το ατύχημα ζημιές φαίνεται να επεκτείνονται σε όλη την μπροστινή του επιφάνεια και όχι μόνο στην μπροστινή δεξιά γωνιά, που κατά τον ίδιο αποτελεί και το μόνο σημείο του ρηθέντος οχήματος που ήρθε σε επαφή με το όχημα του Εναγομένου, τότε, είναι εντελώς αβίαστα που προκύπτει η ανεπάρκεια της μαρτυρίας του, ως εμπειρογνώμονας. Σε πλήρη συνάφεια με τα μόλις πιο πάνω, στα πλαίσια της προσπάθειας του να πείσει ότι το μόνο σημείο του οχήματος της Ενάγουσας που ήρθε σε επαφή (κατά τη σύγκρουση) με το όχημα του Εναγομένου ήταν η δεξιά μπροστινή γωνία, ο ΜΥ3 ισχυρίστηκε ότι οι λοιπές ζημιές που παρουσιάζει είναι έμμεσες, και δη ότι προκλήθηκαν από σπρώξιμο και μετατόπιση των διαφόρων μερών του αμαξώματός του (και όχι από άμεση επαφή των δύο οχημάτων), χωρίς, ωστόσο, να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τη θέση του αυτή. Ούτε καν να υποδείξει κάποια διαφορά που ενδεχομένως παρουσιάζουν μεταξύ τους οι ζημιές (ανάλογα με το σημείο στο οποίο ευρίσκονται), ώστε επ' αυτής να δικαιολογείτο ο διαχωρισμός τους σε άμεσες και έμμεσες. Όταν δε του υπεβλήθη ότι η θέση αυτή είναι αυθαίρετη, απλά κατέφυγε στην προσφιλή του αντίδραση, να ισχυριστεί ότι δήθεν είχε εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν σ' αυτή προηγουμένως, πράγμα που δεν αληθεύει. Οι όποιες αναφορές του ΜΥ3 περί διαχωρισμού των ζημιών σε άμεσες και έμμεσες (χωρίς να σημαίνει ότι δεν προκλήθηκαν τέτοιες ζημιές), έγιναν με εντελώς αυθαίρετο τρόπο και στη βάση της όψης της εικόνας των φωτογραφιών (Τεκμήρια 3 και 14) και μόνο, χωρίς να τεθεί κανένα υπόβαθρο που να δικαιολογεί το διαχωρισμό τους. Ενδεικτικό του αυθαιρέτου των σχετικών θέσεων του ΜΥ3, ήταν και το γεγονός ότι, ενώ από την μια με απόλυτο τρόπο χαρακτήριζε μια ζημιά ως έμμεση (π.χ. καθρεφτάκια), ακολούθως, απέδιδε την πρόκληση της «μαλλον[5] που το τράνταγμα», καθιστώντας, έτσι, τη σχετική γνώμη του αβέβαιη. Ως προς το επιτηδευμένο της μαρτυρίας του, σχετικές είναι και οι διάφορες εναλλαγές των θέσεων του κατά το στάδιο της δια ζώσης μαρτυρίας του, ανάλογα, πάντα, με το τι ερωτάτο και ποιες αδυναμίες ή αντιφάσεις της μαρτυρίας του, του υποδείκνυε ο συνήγορος της Ενάγουσας. Πιο συγκεκριμένα, ενώ στην έκθεση του (Έγγραφο Δ), ρητώς αναφέρει τα στοιχεία που ήταν διαθέσιμα στον ίδιο και συνυπολόγισε για την ετοιμασία της αναπαράστασης του, μεταξύ των οποίων και το σχεδιάγραμμα της σκηνής (τεκμήριο 2), όταν ο συνήγορος της Ενάγουσας του υποδεικνύει ότι τούτο (το τεκμήριο 2) δεν εμπεριέχει ορθές μετρήσεις και στοιχεία, αλλάζει, άρδην, θέση και ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο του δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη από τον ίδιο. Σε άλλο όμως μέρος της δια ζώσης μαρτυρίας του, σε μεταγενέστερο στάδιο του μόλις πιο πάνω αναφερόμενου ισχυρισμού του, το Τεκμήριο 2 αναφέρθηκε από τον ίδιο ως ένα από τα στοιχεία που έλαβε υπόψη για να ετοιμάσει την έκθεση του. Πιο συγκεκριμένα, παραπέμποντας στις αναγραφόμενες επί του ρηθέντος τεκμηρίου μετρήσεις, ανέφερε «Το οποίο (αναφέρεται στο τεκμήριο 2) από τις φωτογραφίες που έχω ενωπιόν μου δεν συνταυτίζονται και το σχέδιο που είχα επί κλίμακας πάλι δεν συμφωνά με το σχέδιο που ήδη έβαλα τες μετρήσεις. Τες μετρήσεις τις πήρα από την Αστυνομία, είχα τες μετρήσεις». Υπενθυμίζω ότι ο συντάκτης του τεκμηρίου 2 (ΜΕ1), δεν αμφισβήτησε τη θέση της υπεράσπισης ότι οι μετρήσεις που κατέγραψε επί του ρηθέντος τεκμηρίου είναι λανθασμένες. Επί του ίδιου θέματος, σε μεταγενέστερο σημείο της αντεξέτασής του, ανέφερε ότι οι εν λόγω μετρήσεις δεν τοποθετούσαν σωστά τα οχήματα στη θέση τους. Αδικαιολόγητη αλλαγή θέσεων παρουσιάζεται και στο μέρος της μαρτυρίας του που αφορά στο τρόπο που προκλήθηκε η «ακτινωτή[6]» ζημιά στο ανεμοθώρακα του οχήματος που οδηγούσε η Ενάγουσα. Για να διαφανεί η ευκολία και η έλλειψη ενδοιασμού με την οποία ο ΜΥ3 άλλαζε προηγούμενες, σαφείς και απόλυτές, θέσεις του (προφανώς, απλά γιατί θεωρούσε ότι τη δεδομένη στιγμή αυτό εξυπηρετούσε τους σκοπούς του), παραθέτω, ευθύς αμέσως το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του¨ «Ε. Συμφωνείτε ότι η ζημιά του ανεμοθώρακα είναι ακτινωτή, από κάτω προς τα πάνω; Ή διαφωνείτε; Πέστε μας τη θέση σας. Α. Η ζημιά του; Ε. Του ανεμοθώρακα, του γυαλιού του μπροστινού. Α. Σε ποια φωτογραφία; Ε. Δέστε τη 14 (α). Α. Είναι ακτινωτή, πως το λέεις; Υπάρχουν δύο, επειδή αυτό είναι laminated, δεν λουβά και απλώς κτυπά και κάνει γραμμές, ρωγμές. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Το ερώτημα είναι εάν είναι από κάτω προς τα πάνω. Α. Από κάτω προς τα πάνω ναι. Εκεί που κτύπησε το καπό, το καπό στη δεξιά πλευρά χτύπησε πάνω στον ανεμοθώρακα[7]. Ε. Σας υποβάλλω ότι δεν είναι από το καπό που έχει πάθει ζημιά ο ανεμοθώρακας. Α. Εάν δεν είναι από το καπό, επειδή δεν φαίνεται καθαρά[8], είναι από τον μπροστινό δεξί στύλο, ο οποίος είχε ματατοπιστεί[9]. Ε. Εάν ήταν από το δεξί μπροστινό στύλο, η ζημιά θα ξεκινούσε ακτινωτά από τα δεξιά και θα κατευθύνετουν προς τα αριστερά, όπως το βλέπουμε, κάτι που δεν συντρέχει, απλώς τώρα αυτοσχεδιάζετε. Α. Μα δεν έχω οτιδήποτε που να λέει εάν ξεκίνησε από τα δεξιά ή όχι. Εγώ σου λέω είναι από τα δεξιά[10]. Ε. Μόλις προηγουμένως λέω εδεχτήκετε ότι ξεκινά από κάτω και πάει προς τα πάνω. Τώρα λέτε είναι από τα δεξιά προς τα αριστερά; Α. Είναι από τα δεξιά προς τα αριστερά κύριε[11]. Το καπό είναι πάνω στον ανεμοθώρακα, ο στύλος πήγε προς τα πίσω γι' αυτό πήγε και το φτερό, το φτερό έσπρωξε τον στύλο, γι' αυτό όταν άνοιξε την πόρτα στρέβλωσε η πόρτα. Είναι καθαρά κατευθύνσεις που κτυπήθηκε και μετακινήθηκαν εις τη μέγιστη εμπλοκή οι λαμαρίνες, είναι πολύ - πολύ καθαρά.» Δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστο και τον απόλυτο και άμεσο ισχυρισμό του ότι δεν προέβη σε εκτίμηση των ζημιών του οχήματος της Ενάγουσας, μιας και ουδέποτε το είδε, και τον επακόλουθο ισχυρισμό του ότι, απλά προέβη σε αναπαράσταση (κάτι που δεν προϋποθέτει επί τόπου εξέταση των ενεχόμενων οχημάτων). Και τούτο γιατί, αμέσως μετά, όταν και του υπεδείχθη γραπτή εκτίμηση των ζημιών του ρηθέντος οχήματος (Τεκμήριο 16), αναγνώρισε επ' αυτής την υπογραφή του και ακολούθως αποδέχθηκε ότι, σε αντίθεση με το τι ισχυρίστηκε ελάχιστο χρόνο προηγουμένως, είχε, όντως, εκτιμήσει της ζημιές του. Η παρατήρησή μου στη προηγούμενη παράγραφο, δεν γίνεται για το ουσιώδες του ζητήματος στο οποίο αφορά, αλλά για να υποδειχθεί η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας προωθούσε ισχυρισμούς, ανεξαρτήτως αληθείας τους ή μη, απλά γιατί θεωρούσε ότι αυτό συμβάδιζε και/ή δεν ανέτρεπε τη γνώμη που εξέφρασε ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνεύει το επίδικο ατύχημα. Επίσης, πάντα σε σχέση με το επιτηδευμένο της μαρτυρίας του, σημειώνω ότι ο ΜΥ3 ισχυρίστηκε, (όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με την υποβληθείσα σ' αυτόν θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας ότι βασικότερος παράγοντας για την ετοιμασία μιας αναπαράστασης είναι οι κλήσεις των οχημάτων ακριβώς πριν τη σύγκρουση), ότι η κλήση των οχημάτων ευκόλως μπορεί να προκύψει στη βάση της κλήσης των μπροστινών τροχών τους κατά την τελική τους θέση. Θέση, εντελώς αυθαίρετη, αφού δεν συνυπολογίζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την αλλαγή κλήσης των τροχών, είτε λόγω της σύγκρουσης, είτε λόγω άλλης αιτίας. Πόσο μάλλον, όταν, ο δεξιός μπροστινός τροχός του οχήματος που οδηγούσε η Ενάγουσα έχει εντελώς διαφορετική κλήση από τον αριστερό τροχό του ιδίου οχήματος, με τη λογική να θέλει, την κλήση του ενός τουλάχιστον εκ των δύο αυτών τροχών να έχει επηρεαστεί συνεπεία της επίδικη σύγκρουσης. Το ποιος από τους δύο τροχούς δεικνύει την προγενέστερη της σύγκρουσης πορεία του οχήματος ή το κατά πόσο κανένας εξ αυτών είναι προσδιοριστικός του ζητήματος, παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο και η αντίθετη θέση του ΜΕ3 που θέλει τους τροχούς των οχημάτων στην τελική τους θέση να είναι προσδιοριστικοί της προγενέστερης της σύγκρουσης πορείας τους, κρίνεται εντελώς αυθαίρετη. Κρίνω ότι και αυτή του η θέση προωθήθηκε με μόνο σκοπό την υποστήριξη της εκδοχής του διαδίκου που τον κάλεσε ανεξάρτητα αν τούτη ήταν ορθή ή όχι. Σημαντικό να αναφερθεί είναι και το γεγονός ότι, κατά τον ΜΥ3, η δεξιόστροφη διαγώνια κίνηση του Εναγομένου δεν ήταν απότομη, αλλά ομαλή, θέση που συγκρούεται μετωπικά με την σχετική εκδοχή του τελευταίου, την οποία, υπενθυμίζω, ο ΜΥ3, υιοθέτησε ως πλήρως ορθή. Και διερωτάται κανείς. Πως είναι δυνατό να συμβαίνει τούτο; Την μαρτυρία του ΜΥ3, στο βαθμό που αμφισβητείται από την πλευρά των Εναγόντων, την απορρίπτω. Τελικά ευρήματα Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, πέραν των αρχικών ευρημάτων μου, προβαίνω και στα ακόλουθα ευρήματα: Κατά τις 3.9.2009 και περί ώρα 17:30, η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX53 εντός του δρόμου Πέρα Χωριού‑ Αγίας Βαρβάρας, με κατεύθυνση την Αγία Βαρβάρα, κινούμενη με 50 χ.α.ω., εντός της μοναδικής λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγεί προς την εν λόγω κατεύθυνση. Παρά την πάροδο του δρόμου που οδηγεί προς τον αυτοκινητόδρομο, το εξ αντιθέτως κινούμενο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX98, το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο, παρεξέκλινε της πορείας του και κινήθηκε προς τα δεξιά, διαγωνίως, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας. Ως προς τα ακριβή σημεία των δύο οχημάτων που είχαν την πρώτη επαφή κατά τη σύγκρουση, τούτο παρέμεινε άγνωστο λόγω μη προσκόμισης, αποδεκτής, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, μαρτυρίας. Από την άλλη, ως προς το εύρος των ζημιών που προκλήθηκε στα ενεχόμενα οχήματα, και τα σημεία τους που υπέστηκαν ζημιές λόγω της σύγκρουσης, τούτα είναι εμφανή από το περιεχόμενο των φωτογραφιών, Τεκμήρια 3 και
- Ως προς τον λόγο που το όχημα του Εναγομένου, ενώ αρχικά κινείτο εντός της μοναδικής λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγεί προς Πέρα Χωριό, ακολούθως κινήθηκε δεξιόστροφα, διαγωνίως, και εξήλθε της λωρίδας κυκλοφορίας του και εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και εντέλει συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας, παρέμεινε άγνωστος στο Δικαστήριο, μιας και καμιά αποδεκτή, σε σχέση με αυτό το ζήτημα, μαρτυρία δεν προσκομίστηκε. Το σίγουρο είναι ότι, και τούτο στη βάση της μαρτυρίας της Ενάγουσας που έγινε αποδεκτή, ο Εναγόμενος δεν προέβη σε καμία προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης. Η Ενάγουσα, προ της σύγκρουσης, είδε το όχημα του Εναγομένου να κινείται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, και μετέπειτα, ξαφνικά, είδε το ρηθέν όχημα να κατευθύνεται προς το μέρος της και να συγκρούεται με το όχημα που οδηγούσε η ίδια. Η Ενάγουσα, δεν προέβη σε οποιονδήποτε ελιγμό προς αποφυγή της επίδικης σύγκρουσης, καθότι, από την ώρα που αντιλήφθηκε ότι το όχημα του Εναγομένου κινείτο προς το μέρος της, δεν υπήρχε χρονικό περιθώριο που να επιτρέπει τη λήψη αποτρεπτικών μέτρων. Η κίνηση του Εναγομένου να παρεκκλίνει της πορείας του και να κινηθεί διαγωνίως δεξιά μέχρι και τη στιγμή της σύγκρουσης, γίνεται με ομαλό και όχι απότομο τρόπο. Συνεπεία της σύγκρουσης, το όχημα της Ενάγουσας κινήθηκε προς τα πίσω προβαίνοντας και σε αριστερόστροφη κίνηση, με αποτέλεσμα, αμφότερα τα οχήματα να καταλήξουν στις θέσεις που τούτα φαίνονται στις φωτογραφίες Τεκμήρια 3 και
- Επίσης, συνεπεία του δυστυχήματος, η Ενάγουσα τραυματίστηκε και διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου και απελύθη στις 7.9.
- Τα τραύματα που υπέστη, είναι ως τούτα περιγράφησαν από τους ΜΕ5 και ΜΕ9, που με εντελώς συνοπτικό τρόπο, χάριν της αποφυγής επανάληψης, αφορούν σε εγκεφαλική διάσειση λόγω διαστρέμματος της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης που προκάλεσε μυϊκό σπασμό, διακονδύλια ρωγμώδη κατάγματα στο αριστερό γόνατο που προκάλεσαν οστικά οιδήματα με συλλογή υδράρθρου, υπερχρώσεις και ουλές σε διάφορα μέρη του σώματος της και ειδικότερα, ουλή (εμφανής μέχρι και σήμερα) μήκους 7 εκατοστών σε σχήμα L στο αριστερό γόνατο, ουλή (εμφανής μέχρι και σήμερα) επί του μεγάλου δάκτυλου στο δεξιό κάτω άκρο, ουλές στη δεξιά επερκλείδιο χώρα, αριστερού οφρύος και υπογάστριου‑ πυέλου‑ λεκάνης, καθώς επίσης και υπέρχρωση στην περιοχή της πυέλου (οι οποίες έχουν πλήρως αποθεραπευτεί και δεν είναι εμφανείς σήμερα). Ως αποτέλεσμα των τραυμάτων της, η Ενάγουσα ταλαιπωρήθηκε με έντονες ενοχλήσεις για ένα διάστημα περίπου τεσσάρων μηνών, και ακολούθως, όλη η συμπτωματολογία της βελτιώθηκε αισθητά και ουσιωδώς, και παρέμειναν σποραδικές (τρεις με 4 τέσσερις τον χρόνο) ενοχλήσεις στη βάση της αλλαγής των καιρικών συνθηκών ή της προγενέστερης έντονης κούρασης, και τούτες (οι σποραδικές ενοχλήσεις) μόνο σε σχέση με το γόνατο και τον αυχένα. Υπάρχει δε πιθανότητα (αν δεν παρουσιάστηκε από όταν και κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου - τελευταίο έτος), στον επόμενο ένα χρόνο η Ενάγουσα να παρουσιάσει οστεοαρθρίτιδα. Με βάση δε την αποδεκτή προσκομισθείσα μαρτυρία, τούτη (η πιθανότητα) μάλλον μπορεί να χαρακτηριστεί ως μικρή[12] και τούτο ευτυχώς για την Ενάγουσα. Πριν το ατύχημα, και για έναν περίπου μήνα, η Ενάγουσα εργοδοτείτο στην Book and Pack Travel (Cyprus) Ltd ως γραμματέας με μηνιαίες καθαρές απολαβές €787,
- Συνεπεία του ατυχήματος και ιδιαίτερα των τραυμάτων που υπέστη, δεν μπορούσε να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες της ως γραμματέας στην εργοδότρια της, και όταν ρωτήθηκε, έναν περίπου μήνα μετά το ατύχημα, από την εργοδότρια της κατά πόσο μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται ως γραμματέας, απάντησε αρνητικά στη βάση του γεγονότος ότι, κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, οι πόνοι και οι ενοχλήσεις ήταν έντονες και ο χρόνος αποθεραπείας της μη προβλεπτός. Ως αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού, η εργοδότρια εταιρεία της, της κατέστησε σαφές ότι θα αναζητούσε αντικαταστάτρια της, πράγμα το οποίο και έγινε κάποιο χρόνο μετά. Με την πάροδο τεσσάρων μηνών από το ατύχημα και την ουσιαστική βελτίωση της συμπτωματολογίας της, η Ενάγουσα μπορούσε πλέον να εργαστεί. Εντέλει, από τον Ιούλιο του 2010 και εντεύθεν, εργοδοτήθηκε στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου, μέλος της οποίας αποτελεί μέχρι και σήμερα. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αγωγή στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο. Στη βάση των τελικών μου ευρημάτων, σε συνάρτηση, πάντοτε, με τις πιο πάνω νομικές αρχές, είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος οδήγησε το όχημα του, το ολιγότερο, αμελώς, με αποτέλεσμα η οδική του συμπεριφορά να αποτελεί, τουλάχιστον, μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Το όχημα της Ενάγουσας βρισκόταν σε πορεία προτεραιότητας, αφού κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που αναμενόταν να κινείτο, μιας και κατευθυνόταν προς Αγία Βαρβάρα. Το γεγονός ότι παρέμεινε άγνωστος ο λόγος που ο Εναγόμενος κατηύθυνε το όχημά του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δεν αποτελεί οποιοδήποτε εμπόδιο για να δυνηθεί το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος οδήγησε αμελώς. Όπως και να έχουν τα πράγματα, τούτος οδήγησε με αμελή τρόπο και δη με τρόπο που υπολείπεται, κατά πολύ, του ορθού τρόπου που αναμένεται να οδηγεί ένας μέσος συνετός οδηγός. Και εξηγώ: Αν ο Εναγόμενος, παρά την παρουσία του οχήματος της Ενάγουσας στο δρόμο, είτε λόγω μη ελέγχου, είτε λόγω ανεπαρκούς ελέγχου, δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του εν λόγω οχήματος, τότε η ενέργεια του να οδηγήσει δεξιόστροφα και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αποτελούσε αμελή οδήγηση. Τούτο γιατί, ο κίνδυνος να κινούνται οχήματα στο αντίθετο, από την πορεία του, ρεύμα κυκλοφορίας, είναι όχι μόνο υπαρκτός, αλλά και αυταπόδεικτος. Αναμενόμενο, είναι, για ένα μέσο συνετό οδηγό, ότι, όταν επιχειρεί να οδηγήσει με τρόπο που θα θέσει το όχημα του ως εμπόδιο σε δρόμο που είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν άλλα οχήματα, θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι, με την εν λόγω ενέργεια του, δεν θα αποτελέσει κίνδυνο στα άλλα οχήματα που κινούνται στο δρόμο. Ο μη έλεγχος, ή ο ανεπαρκής έλεγχος, αποτελεί μη επίδειξη της απαραίτητης επιμέλειας και προσοχής που όφειλε να επιδείξει έναντι των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν την δεδομένη στιγμή το δρόμο. Από την άλλη, αν αντιλήφθηκε την παρουσία του οχήματος της Ενάγουσας και παρά ταύτα επιχείρησε την δεξιόστροφη διαγώνια κατεύθυνση του, και πάλι υπέπεσε του επιπέδου οδήγησης που αναμένεται να επιδεικνύει ένας μέσος συνετός οδηγός, αφού, στην ουσία, ρίσκαρε την ενδεχόμενη σύγκρουση των δύο οχημάτων, η οποία, εν τέλει, επεσυνέβη. Βρίσκω, λοιπόν, ότι η βασική γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η αμελή οδήγηση του Εναγομένου που απέληξε στην απόφραξη της πορείας του οχήματος που οδηγούσε η Ενάγουσα. Ας μη λησμονείται ότι η πορεία του οχήματος του Εναγομένου, ως ανωτέρω περιγράφηκε, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της υπεράσπισης, η οποία απλώς προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να πείσει για το δικαιολογημένο της ενέργειας του Εναγομένου να κατευθύνει το όχημά του προς τα δεξιά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Η μόλις πιο πάνω κρίση μου ως προς το αμελές της οδήγησης του, δεν καθιστά τον Εναγόμενο υπεύθυνο για καταβολή αποζημιώσεων για όλες τις ζημιές που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του δυστυχήματος. Για να ισχύει τούτο, θα πρέπει να διαφανεί ότι η Ενάγουσα, υπό τις περιστάσεις που προκλήθηκε το δυστύχημα, δεν μπορούσε να λάβει μέτρα αυτοπροστασίας της. Είναι γεγονός ότι, ο σχετικός με το ζητούμενο ισχυρισμός της Ενάγουσας έγινε δεκτός. Τούτος θέλει την Ενάγουσα, αφ' ης στιγμής αντιλήφθηκε ότι το όχημα του Εναγομένου κατευθυνόταν προς το μέρος της να μην έχει χρόνο να αντιδράσει. Αν το ζήτημα εξεταζόταν στη βάση του δεδομένου αυτού, και μόνο, ενδεχομένως η Ενάγουσα να μην επείχε οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας. Ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι, το ζήτημα της πιθανής συντρέχουσας αμέλειας της Ενάγουσας, δεν πρέπει να εξαρτηθεί στη βάση του χρόνου που αυτή αντιλήφθηκε ότι το όχημα του Εναγομένου κινείτο προς το μέρος της, αλλά του χρόνου, που τούτο άρχισε να συμπεριφέρεται με τρόπο που λογικώς εκλαμβάνεται ως επικίνδυνος για την ίδια, και δη τη στιγμή της έναρξης της διαγώνιας, δεξιόστροφης, πορείας του. Με αυτό ως δεδομένο, σημασίας υπέχει ο τρόπος με τον οποίο ο Εναγόμενος οδήγησε το όχημα του προς το μέρος της Ενάγουσας. Και τούτο, για να διαφανεί αν η τελευταία είχε χρόνο να αντιληφθεί την επικίνδυνη πορεία του και ακολούθως να λάβει μέτρα αποτροπής της σύγκρουσης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ3, η οποία και έγινε αποδεκτή, η διαγώνια προς δεξιά πορεία του Εναγομένου, έγινε με εντελώς, ομαλό τρόπο, χωρίς απότομη κίνηση και με κλίση ως αν ο οδηγός του σκοπούσε να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα. Το δε οπτικό πεδίο, τόσο του Εναγομένου προς την Ενάγουσα, όσο και αντιστρόφως, ήταν μεγάλο, οι δε ταχύτητες, αμφοτέρων των οχημάτων, εντός λογικών ορίων (50 χ.α.ω. - 60 χ.α.ω.). Τούτων δοθέντων, κρίνω ότι, εάν η Ενάγουσα επεδείκνυε την αναμενόμενη από το μέσο οδηγό προσοχή στη λοιπή τροχαία κίνηση του οδικού δικτύου (κάτι που αποτελεί υποχρέωσή της), θα αντιλαμβανόταν νωρίτερα την ενέργεια του Εναγομένου να κατευθύνει το όχημα του προς το μέρος της και θα είχε χρόνο για να προβεί σε αποτρεπτικά, της σύγκρουσης, μέτρα για σκοπούς αυτοπροστασίας της. Η αδυναμία της να προβεί σε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης, προέκυψε λόγω του χρόνου που αντιλήφθηκε την οδική συμπεριφορά του Εναγομένου, το όχημα του οποίου τοποθετείται, από την ίδια, τη δεδομένη στιγμή, ήδη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της. Ενδεικτικές τούτου είναι και οι σχετικές αναφορές της κατά την περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα. Πιο συγκεκριμένα, στην παράγραφο 3 της γραπτής της δήλωσης (έγγραφο A), παρουσιάζει το όχημα του Εναγομένου να κινείται ήδη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της, με αντίθετη κατεύθυνση, και πορεία προς το μέρος της, χωρίς οποιανδήποτε περιγραφή της προγενέστερης, διαγώνιας (προφανώς), πορείας του οχήματος του. Προκύπτει αβίαστα από τον τρόπο που περιγράφει η Ενάγουσα την οδική συμπεριφορά του Εναγομένου ότι, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα (α) της έναρξης της διαγώνιας πορείας του Εναγομένου, (β) της εξόδου του από την λωρίδα κυκλοφορίας στη όποια, αρχικώς, κινείτο, και (γ) της εισόδου του στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε η ίδια, παρά μόνο όταν, τούτο, πλέον, ήταν ήδη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της και κινείτο προς το μέρος της. Είμαι, επομένως, της γνώμης, στη βάση των ανωτέρω διαπιστώσεων μου και ειδικότερα (α) της παράληψης της Ενάγουσας να αντιληφθεί νωρίτερα την κατά τα άλλα εντελώς αμελή και επικίνδυνη οδική συμπεριφορά του Εναγομένου και κατά συνέπεια, (β) να αποτύχει να λάβει οποιαδήποτε αποτρεπτικά για τη σύγκρουση μέτρα (π.χ. χρήση φρένων και/ή κατεύθυνση του οχήματος προς άλλη πορεία και/ή κορνάρισμα και/ή άλλως πως), ότι υπέχει συντρέχουσας αμέλειας, τη οποία καθορίζω, στη βάση πάντα των ανωτέρω, στο 15%. Γενικές αποζημιώσεις Σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν σε διάφορες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αποζημιώσεις είναι το μέσο με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος και δεν αποσκοπούν στην τιμωρία του προσώπου που φέρεται ως νομικά υπεύθυνο για τα τραύματα του πρώτου. Το ύψος τους δε, πρέπει να αντανακλά στη φύση και έκταση των τραυμάτων, αλλά και του πόνου του θύματος. Αναγνωρίζεται και παρατηρείται μία ανοδική πορεία αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται για σωματικά τραύματα. Η τάση, όμως, αυτή, δεν είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα σε λογικά πλαίσια. Αυτό που κρίνεται ουσιαστικό είναι, η εν λόγω τάση, να αντανακλά στην μεγαλύτερη ευαισθησία που επιδεικνύεται πλέον για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, αλλά και την ψυχική οδύνη που υπόκειται κάποιος συνεπεία της περιθωριοποίησης του από τις συνήθεις δραστηριότητες του. Πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει σταθερό μέτρο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου. Αναφορές και/ή κρίσεις δικαστηρίων σε άλλες αποφάσεις, απλά παρέχουν μια γενική καθοδήγηση γιατί δεν είναι δυνατό δύο πρόσωπα, τα οποία τραυματίστηκαν κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και δεδομένα, να υποστούν όμοιες και/ή πανομοιότυπες σωματικές βλάβες και/ή πόνο και οδύνη. Εντούτοις, όταν αναφορικά με άλλες εκδικασθείσες υποθέσεις, υπάρχει, είτε κάποια συνάφεια ως προς τα τραύματα, είτε αναλογία ως προς την έκταση, είδος και/ή επακόλουθα τούτων, είναι σωστό και πρέπον τα δικαστήρια να αντλούν καθοδήγηση και να λαμβάνουν υπόψη τους το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν στις εν λόγω υποθέσεις, και με γνώμονα τούτες, αλλά πρωτίστως έχοντας κατά νου τα δεδομένα και περιστατικά της υπό εκδίκασης υπόθεσης, να καταλήξουν στο ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικάσουν. Ένας ουσιαστικός παράγοντας που συνυπολογίζεται κατά την κρίση ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων, είναι οι αλλαγές στην αγοραστική αξία του χρήματος και οι σχετικές με το θέμα αποζημιώσεων, εξελίξεις της νομολογίας. Ως έχει ειπωθεί, «στον καθορισμό του ποσού των αποζημιώσεων λαμβάνεται ασφαλώς υπόψη η αξία του χρήματος. Ένα ποσό, ως αριθμός, μπορεί να ακούεται και να διαβάζεται μεγάλο. Πρέπει όμως να υπολογίζεται ουσιαστικά ώστε να έχει αντιστοιχία με την αγοραστική του αξία». (βλ. Γεννάδιος Τζιβανίδης ν. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218, και για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των πιο πάνω θεμάτων βλ. Ανδρέας Καΐλας ν. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Σαϊττη
(2009)1 Α' ΑΑΔ 596, Γεώργιος Ταμπουράς v. Κυριακής Κολάνη
(2008)1 ΑΑΔ 384, Χρίστος Φωτίου ν. Στέλιου Νεοφύτου κ.ά.
(2005)1 Α