THE TWO BROTHERS STORES (BROSTORES) LTD κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ. 3093/2016, 9/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A416 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3093/2016 Μεταξύ:
- THE TWO BROTHERS STORES (BROSTORES) LTD
- DOVE INVESTMENTS LTD
- XXXXX ΖΟΥΧΕΙΡ
- XXXXX ΧΑΛΕΤ
- XXXXX ΜΑΤΖΙΕΤ
- XXXXX NABILA Ενάγοντες και
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ
- ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγόμενοι 09 Ιουλίου,
- Για τους ενάγοντες αρ.1 έως και 6 - αιτητές, εμφανίζεται η κα Γ.Χηράτου για τους κ.κ.Π.Αγγελίδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Α.Γεωργίου για τους κ.κ. Ανδρέας Ι.Καρύδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον διαιτητή, εμφανίζεται η κα Σπ.Χριστοδούλου Απόφαση για την αίτηση ημερ. 26.08.2016 (αίτημα για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος) ----- Δια της αγωγής τους, την οποίαν κατεχώρισαν στις 15.06.2016, οι ενάγοντες αρ.1 έως και 6 - αιτητές («οι αιτητές», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος δια του οποίου να ακυρώνεται συνομολογηθείσα συμφωνία υποθήκης καθώς και την επιδίκαση αποζημιώσεων, γενικών ειδικών και τιμωρητικών. Αδρομερώς, βάση της αγωγής αποτελούν οι εξής ισχυρισμοί: Στις 03.08.2011 οι αιτητές έλαβαν δάνειο από τους εναγομένους αρ. 1-καθ΄ ων η αίτηση («οι καθ΄ ων η αίτηση») ύψους €375.
- Η αποπληρωμή του δανείου εξασφαλίστηκε δια της εγγραφής υποθήκης επί ακινήτου το οποίο ανήκει στους ενάγοντες αρ. 2-αιτητές. Πρόκειται για την υποθήκη υπό αναφορά Υ8964/2011, η οποία ενεγράφηκε στις 3.8.
- Η εγγραφή της υποθήκης αυτής είναι παράνομη και άκυρη. Κατά ή περί τις 09.02.2016 καθ΄ ων η αίτηση ενημέρωσαν τους ενάγοντες αρ.1-αιτητές πως, επί τη βάσει του ως άνω δανείου, αυτοί οφείλουν ποσόν ύψους €528.624.
- Το παρουσιαζόμενο, ως υπόλοιπο οφειλόμενο, είναι προϊόν παράνομων χρεώσεως. Στις 28.08.2016, οι αιτητές κατεχώρισαν την υπό συζήτησιν ενδιάμεση αίτηση δια της οποίας επιδιώκουν την αναστολή και/ή την ακύρωση της εν εξελίξει σχετικής διαιτησίας υπό αναφοράν Δ/632/55-9 έως και την πλήρη εκδίκαση της αγωγής («η αίτηση»). Δυνάμει διατάγματος ημερ. 29.01.2018 η αίτηση τροποποιήθηκε δια της προσθήκης, στο ήδη καταγεγραμμένο, ως το νομικό υπόβαθρο της, και άλλων νομοθετικών διατάξεων. Πλέον, η αίτηση καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, τα άρθρα 2, 3, 8, 9, 13, 14, 20 και 26 του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), τα άρθρα 22, 23 και 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (Ν.22/1985, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), τους περί Διαιτησίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, το άρθρο 44Β
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα Άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, τη Δ.48 θ.θ.1 έως και 9 και τη Δ.49 θ.10 και 16
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα άρθρα 29 και 30 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), την νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει σύντομη ένορκη δήλωση του ενάγοντος αρ.3 - αιτητή ημερ. 26.08.2016, το ουσιαστικό περιεχόμενο της οποίας είναι το ακόλουθο: «..........................
- Υιοθετώ όλους τους ισχυρισμούς όπως περιγράφονται στην Έκθεση Απαιτήσεως της παρούσας υπόθεσης οσάν να ήταν μέρος την ενόρκου δηλώσεως μου (Τεκμήριο 1).
- Όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και ως γνωρίζω εκκρεμεί η Διαιτησία με αρ. Δ/632/55-9 (Τεκμήριο 2) η οποία ουσιαστικά αφορά τα ίδια γεγονότα με την παρούσα αγωγή, η οποία όμως δεν διεξάγεται με βάση τον Νόμο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985, ως ετροποποιήθηκε, διότι όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου ο διαιτητής αρνήθηκε να αναστείλει την διαδικασία της διαιτησίας, στην τελευταία συνεδρία ενόψει του γεγονός ότι καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ μου υπερισχύει της απόφασης του Διαιτητού.
- Περαιτέρω έχω πληροφορηθεί από του Διαιτητή κ. XXXXX Ντορζή ότι σε τυχόν απόφαση του υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λτδ, θα διατάξει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου αφού προηγηθεί η διαδικασία της εγγραφής της διαιτητικής απόφασης.
- Ισχυρίζομαι όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου ότι η συμφωνία που έγινε με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 δεν επιτρέπει την υποθήκευση ακίνητης ιδιοκτησίας και επομένως η όλη διαδικασία είναι μολυσμένη και άκυρη. .........................» Η αίτηση επεδόθηκε στους εναγομένους αρ. 1 και 2 καθώς και στον διαιτητή. Η αίτηση αντιμετωπίζει τη γραπτή ένσταση των εναγομένων αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση, η οποία κατεχωρίστηκε στις 22.12.2016 και δια της οποίας προβάλλονται, μεταξύ άλλων, και οι εξής λόγοι: «
- Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αντινομική εφόσον δεν περιλαμβάνει και/ή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δεν περιλαμβάνει το ορθό και/ή κανένα νομικό υπόβαθρο..
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση του αιτούμενου με την Αίτηση διατάγματος». Την ένσταση ημερ. 22.12.2016 υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Κύπρου, υπαλλήλου των καθ΄ ων η αίτηση, ίδιας ημερομηνίας. Ο μάρτυς των καθ΄ ων η αίτηση, δηλώνει, μεταξύ άλλων και τα εξής: «
- ...ο Διαιτητής δεν έχει την εξουσία, με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, να εκδώσει διάταγμα αναφορικά με σύμβαση που αφορά γη ή οποιοδήποτε συμφέρον σε γη, ακόμη και αν οποιοδήποτε διάδικο στη Διαιτησία μέρος το ζητήσει. Εν πάση περιπτώσει, όπως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους του Ταμιευτηρίου, έχουν ήδη αναφέρει στους δικηγόρους των Αιτητών ότι το Ταμιευτήριο δεν θα ζητήσει ούτε θα εμμένει στην έκδοση διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου από το Διαιτητή στα πλαίσια της Διαιτησίας και απλά θα επιφυλάξει .. τα δικαιώματά του αναφορικά με την Υποθήκη ....
- ... οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει καν βάση αγωγής πόσο μάλλον σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε έχουν καταδείξει πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία εφόσον σε ότι αφορά την Υποθήκη δεν είναι καν επίδικο θέμα ούτε αντικείμενο προς συζήτηση και σε ότι αφορά τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις αυτό θα επιλυθεί στα πλαίσια της Διαιτησίας και αν οι Αιτητές θεωρούν τον εαυτό τους αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή τότε θα μπορούν να προσφύγουν στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Περαιτέρω, οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει κανένα λόγο που να δείχνει, έστω κατ΄ελάχιστον, ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολή ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον πέραν του ότι δεν υπάρχει στο παρόν στάδιο ενδεχόμενο έκδοσης διατάγματος εκποίησης της Υποθήκης από το Διαιτητή, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η οποιαδήποτε πιθανή δυνητική ζημιά των Αιτητών δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και ότι τέτοια αποζημίωση, αν τους επιδικαστεί, δεν θα μπορεί να καταβληθεί από το Ταμιευτήριο». Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων αρ.2 εδήλωσε, ενώπιον του Δικαστηρίου, πως δεν θα υποβάλει ένσταση στην αίτηση. Η ευπαίδευτη συνήγορος του διαιτητή εδήλωσε, ενώπιον του Δικαστηρίου, πως υιοθετεί τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με τις εκατέρωθεν αγορεύσεις. Δεν επεχειρήθηκε η παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας και ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση οιουδήποτε μάρτυρος. Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγήθηκαν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Ως ενδιάμεση, η αίτηση βασίζεται και επί της Δ.48 και, ως εκ τούτου, διέπεται από τον αυστηρό κανόνα της ανάγκης καταγραφής, στο σώμα της, όλων των νομοθετικών διατάξεων επί των οποίων αυτή βασίζεται (Μιχαηλίδης v. Πουργουρίδης
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1263, 1268). Σφάλματα ή παραλείψεις εν σχέσει με την καταγεγραμμένη, στο σώμα της αίτησης, νομική της βάση, αποτελεί, δυνάμει της Δ.64, παρατυπία. Τέτοια παρατυπία δύναται, στις κατάλληλες περιπτώσεις, να θεραπευθεί. Η σχετική διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου καθώς και οι παράμετροι άσκησής της εξετάσθηκαν στην απόφαση Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 366, 375-8, όπου αναφέρονται τα εξής: «................................. Έχει νομολογηθεί ότι σε ενδιάμεση αίτηση - όπως η παρούσα - «ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου» (βλ. Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, 970 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε). .............................. Ποιες είναι τώρα οι συνέπειες της σχετικής παράλειψης; Με βάση την νομολογία μας (βλ. Μαχλουζαρίδης, πιο πάνω) η παράλειψη καθιστά άκυρη την αίτηση. Ωστόσο έχει προταθεί πως η αίτηση μπορεί να διασωθεί κατ΄εφαρμογή των προνοιών της νέας Δ.64 (βλ. τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995). Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ.10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθερούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.α.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία v. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.α. v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 323). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ.10 όπου υποδεικνύεται επίσης «πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών»). Στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς - την Δ.48 θ.1. Δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Ακολουθεί πως η σημειωθείσα παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοι είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513, 520, 521,
- Στην υπόθεση εκεινη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.6 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: «Where, in the course of prοceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in ord. 2,r.1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r.1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord.2, r.2 is before it. In such a situation in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly οr in part the proceedings in which the failure occurred;..alternatively, it may 'make such order..dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd
(1984)1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.» Στην προκείμενη περίπτωση, η γραπτή ένσταση επί της αίτησης ρητώς καταγράφει, ως λόγο, μεταξύ άλλων, την αντικανονικότητα της αίτησης και/ή το ελλιπές νομικό υπόβαθρό της. Συνεπεία τούτου, οι αιτητές επεδίωξαν και επέτυχαν την τροποποίηση της νομικής βάσης της αίτησης. Προσέθεσαν δε σωρεία νομοθετικών διατάξεων τις οποίες οι ίδιοι θεωρούν ως το θεμέλιο της αίτησης. Σχετική είναι η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29.01.
- Πλην όμως, το εγχείρημα αυτό των αιτητών δεν οδήγησε στην παράθεση της πλήρους νομικής βάσης της αίτησης: Η δικονομική επιταγή για περίληψη, στην νομική βάση της αίτησης, τόσον του ουσιαστικού και δικαιοδοτικού πλαισίου όσον και του δικονομικού, ικανοποιείται μόνον εφ΄όσον, μεταξύ άλλων, καταγράφονται το άρθρο 26 του Κεφ.4, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και η Δ.
- Στην σχετική απόφαση στην Πολιτική Αίτηση αρ. 63/2015 Αναφορικά με την Αίτηση του Γαβριήλ Ελευθερίου, ημερ. 02.06.2015, αναφέρονται τα εξής: «Ως προς το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, το άρθρο 26 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 παρέχει στο Δικαστήριο, για σκοπούς παραπομπής και σε σχέση με αυτή, την ίδιαν εξουσία να εκδίδει διατάγματα αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που αναφέρονται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου, που έχει και για σκοπούς αγωγής ή ζητήματος ενώπιον του Δικαστηρίου ή σε σχέση με αυτά. Στο Δεύτερο Παράρτημα περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων «προσωρινά διατάγματα ή διορισμός παραλήπτη». Εξουσία παρέχεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960». Άρα, στην προκείμενη περίπτωση, παρά την έγκαιρη και σαφή υπόδειξη της συγκεκριμένης παρατυπίας της αίτησης, στην οποίαν η πλευρά των καθ΄ων η αίτηση επέμεινε μέχρι τέλους, δεδομένου του περιεχομένου της τελικής αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους, οι αιτητές επεχείρησαν μεν να θεραπεύσουν τη συγκεκριμένη παρατυπία χωρίς, όμως, να το επιτύχουν. Υπό αυτές τις περιστάσεις, και λαμβάνοντας καθοδήγηση από τα όσα σχετικά αναφέρονται στην απόφαση Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου (ανωτέρω), κρίνεται πως δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προς το σκοπό θεραπείας της συγκεκριμένης παρατυπίας. Εφ΄όσον, οι καθ΄ων η αίτηση ουδόλως παραιτήθηκαν από το πλεονέκτημα που τους παρέχει η παρατυπία της αίτησης, αντιθέτως, προέβαλαν την παρατυπία αυτή δια της γραπτής τους ένστασης και επέμειναν να διεκδικούν το δικαίωμα, που αυτή τους παρέχει, δια της τελικής αγόρευσης τους, και εφ΄όσον οι αιτητές, παρά τις προσπάθειες τους δεν επέτυχαν την διόρθωση της συγκεκριμένης παρατυπίας, η ελλιπής νομική βάση της αίτησης οδηγεί αυτήν σε απόρριψη. Παρά την ως άνω διαπίστωση θα εξετασθεί και η ουσία της αίτησης:
(2)Η εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο ασκεί αστική δικαιοδοσία, να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα διέπεται από το άρθρο 32 του Ν.14/1960, η εμβέλεια του οποίου είναι πολύ ευρεία. Το Δικαστήριο έχει τέτοια εξουσία σε κάθε περίπτωση στην οποίαν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και πρόσφορο (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Kατ΄αρχήν, τα παρεμπίπτοντα διατάγματα αποσκοπούν στη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) έως και την αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής. Τα παρεμπίπτοντα διατάγματά μπορεί να είναι απαγορευτικά (prohibitory or negative injunctions), όταν απαγορεύουν την διενέργεια συγκεκριμένης πράξης, ή προστακτικά (mandatory injunctions), όταν προστάζουν τη διενέργεια συγκεκριμένης πράξης. Όσον αφορά στο νομοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο εκδίκασης αιτήσεων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, απαγορευτικών και/ή προστακτικών, παρατίθενται τα ακόλουθα: «Το Άρθρο 32 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32» [Βλ. Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 A.Α.Δ. 248, Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschufabrieken Adi Dassler Kg.
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Hadjikyriakos Co. Ltd v. United Biscuits (UK) Ltd
(1979)1 C.L.R. 689) και Demades Overseas Ltd v. Studio Mast Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 799, 807]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη σοβαρού θέματος προς εκδίκαση και ικανοποιείται εφ' όσον, επί τη βάσει όσων καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις, αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. Μichalakis Avraamides & Co. Limited
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1513, 1516-7 «...η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του ...».Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής και ικανοποιείται εφ' όσον συντρέχει κάτι περισσότερο από μίαν απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς, όμως, να απαιτείται απόδειξη τούτου επί τη βάσει της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities), βαθμός απόδειξης που απαιτείται για την απόδειξη της αγωγής. «...η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης» για την έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος (Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.α. Μichalakis Avraamides & Co. Limited (ανωτέρω),1516). Η τρίτη προϋπόθεση αφορά στη δυσχέρεια ή την αδυναμία πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτή συντρέχει εφ' όσον, λαμβανομένης υπ' όψιν της μαρτυρίας στο σύνολό της, προκύπτει, πράγματι, βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί παρά μόνον εάν εκδοθεί το επιδιωκόμενο παρεμπίπτον διάταγμα. Με άλλα λόγια εκείνο που διερευνάται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 785). Στην προκείμενη περίπτωση, το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και της ένορκης δήλωσης του ενάγοντος αρ. 3-αιτητή, εξ αντικειμένου κρινόμενο, δεν θα απέκλειε τη διαπίστωση πως συντρέχει αφ΄ενός ένα σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και αφ΄ετέρου ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όμως, το περιεχόμενο αυτό δεν δίδει έρεισμα στην τρίτη σωρευτική προϋπόθεση, αυτήν του βάσιμου κινδύνου η απόφαση υπέρ των αιτητών να μην μπορεί να ικανοποιηθεί. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς το σκοπό τεκμηρίωσης της προϋπόθεσης αυτής δεν ικανοποιεί. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος αρ. 3-αιτητή (δείτε ανωτέρω, στις παρ. 3, 4 και 5 της ένορκης δήλωσής του ημερ. 26.08.2016) δεν συνιστούν «στέρεη μαρτυρία» (Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301) εφ΄όσον απουσιάζει συγκεκριμένη, επαρκής και θετική μαρτυρία για τις οικονομικές και άλλες συνθήκες των καθ΄ων η αίτηση οι οποίες τους καθιστούν αφερέγγυους και οι οποίες καταδεικνύουν «πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ» των αιτητών (Τσιολάκη κ.α. ν. Στυλιανίδη (ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, ο μάρτυς των καθ΄ ων η αίτηση ρητώς δηλώνει πως «δεν υπάρχει στο παρόν στάδιο ενδεχόμενο έκδοσης διατάγματος εκποίησης της Υποθήκης από τον Διαιτητή» και πως «δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία .. ότι η οποιαδήποτε πιθανή δυνητική ζημιά των Αιτητών δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα . (και) αν τους επιδικαστεί, δεν θα μπορεί να καταβληθεί» από αυτούς (δείτε ανωτέρω στην παρα. 11 της ένορκης δήλωσης του Κύπρου Κύπρου, ημερ. 22.12.2016). Οι δηλώσεις αυτές του μάρτυρος των καθ΄ ων η αίτηση δημιούργησαν στους αιτητές το βάρος να συγκεκριμενοποιήσουν και να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για τα γεγονότα που οδήγησαν στο να καταχωριστεί η αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των γεγονότων που σχετίζονται με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Οι αιτητές μπορούσαν να αποδείξουν τα αμφισβητούμενα αυτά γεγονότα είτε με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε με την αντεξέταση του μάρτυρος των καθ΄ ων η αίτηση (Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1377, 1380 και Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1858, 1863). Όμως οι αιτητές παρέλειψαν να προβούν σε οιανδήποτε προσπάθεια απόσεισης του βάρους απόδειξης που τους βαραίνει. Κατά την ακρόαση της αίτησης η πλευρά τους περιορίσθηκε σε αγόρευση. Συναφώς σημειώνεται πως η ανάγκη αυστηρής εξέτασης της συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/1960 επιβάλλεται από το γεγονός πως η εξουσία έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος, ως το επιδιωκόμενο, είναι μεγάλης αξίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δικαστικών αποφάσεων. Η εξουσία αυτή δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Και δεν πρέπει να προσφέρεται στον ενάγοντα ως μέσον εξασφάλισης προτεραιότητας ή ως μέσον πίεσης του εναγομένου να συμβιβασθεί (δείτε την απόφαση Z Ltd v. A - Z
(1982)Q. B, 558). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι λόγοι ένστασης που αφορούν στην ελλειπή νομική βάση της αίτησης καθώς και στην αποτυχία απόδειξης της τρίτης σωρευτικής προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/1960 επιτυγχάνουν και οδηγούν την αίτηση ημερ. 26.08.2017 σε αποτυχία. Η αίτηση ημερ. 26.08.2017 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ημερ. 26.08.2017, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ.1 - καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων αρ.1 έως και 6 - αιτητών. Τα έξοδα αυτά ορίζονται καταβλητέα μετά το τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αγωγής. (Υπ) .............. Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο