← Κύπρος

Αντωνίου, Αίτηση Πτώχευσης: 11/15, 31/7/2018

Αντωνίου, Αίτηση Πτώχευσης: 11/15, 31/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A438 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αίτηση Πτώχευσης: 11/15 Επί τοις αφορώσι τον XXXXX Αντωνίου Οφειλέτη Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Ε. Δρυμιώτου για κ. Σ. Δρυμιώτη Καθ΄ ου Αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Καθ΄ ου επί τω ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί με Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ΄ αρ. 163/14 για ποσόν €128.000 συν τόκους και έξοδα της αγωγής υπ΄ αρ. 2290/13 στην οποία εξασφαλίστηκε σχετική δικαστική απόφαση υπέρ της Αιτήτριας. Ο Καθ΄ ου καταχώρισε ένσταση στην οποία επικαλείται επτά λόγους για την απόρριψη της αίτησης και οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:

  1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Κανονισμών 44-
  2. Η αίτηση είναι παράτυπη ως προς τη σύνταξη της και δεν υπήρξε εμπρόθεσμη επίδοση της.
  3. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση.
  4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του κ.
  5. Ο Καθ΄ ου έχει ικανοποιητική περιουσία να καλύψει την απαίτηση.
  6. Το Διάταγμα Παραλαβής θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για τον Καθ΄ ου.
  7. Υπάρχουν διαδικασίες αναγκαστικών πωλήσεων εν εξελίξει, ικανές να καλύψουν την απαίτηση. Στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του προβάλλει παραβιάσεις των κ.46 και 50, ισχυρίζεται ότι δύναται να πληρώσει με δόσεις, παραθέτει αριθμούς αναγκαστικής πώλησης, σχολιάζει το εμπράγματο βάρος υπ΄ αρ. 4652/13 της Αιτήτριας, καθώς και άλλα εμπράγματα βάρη και καταλήγει λέγοντας ότι η συνολική αξία της περιουσίας του ανέρχεται στα €2.901.034 ενώ η Αιτήτρια έχει απορρίψει πρόταση του για μεταβίβαση ακινήτου ίσης αξίας με την υποχρέωση του. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία η Αιτήτρια κάλεσε ως Μ.Α.1 τον κ. XXXXX Ιωάννου, Διευθυντή της και ως Μ.Α.2 την κα Μαρία Ορφανίδου, Πρωτοκολλητή ενώ ο Καθ΄ ου δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα. Ο Μ.Α.1 παρουσίασε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Α, στην οποίαν αναφέρεται στο ιστορικό έκδοσης της απόφασης και της Ειδοποίησης Πτώχευσης, επιβεβαιώνει το υφιστάμενο υπόλοιπο και εξηγεί τα εμπράγματα βάρη. Όσον αφορά το ΕΒ4652/13 προς όφελος της Αιτήτριας εξηγεί ότι εκ παραδρομής δεν είχε αναφερθεί στην αίτηση καθώς και ότι αυτό δεν παρέχει οποιαδήποτε εξασφάλιση διότι υπάρχουν παλαιότερες υποθήκες και άλλα βάρη. Παρουσίασε την δικαστική απόφαση ως Τεκμήριο 1 και επιστολή της Εθνικής Τράπεζας προς την Αιτήτρια ημερ. 4.3.16 ως Τεκμήριο
  8. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι μετά την απόφαση υπήρξε κάποια συνάντηση του γιου του με τον Καθ΄ ου για σκοπούς διευθέτησης, καθώς και ότι λίγο πριν την κατάθεση του Μ.Α.1 στο Δικαστήριο ο Καθ΄ ου πρότεινε τέσσερα ακίνητα τα οποία όμως ήταν υποθηκευμένα σε ΣΠΕ. Η Μ.Α.2 κα Μαρία Ορφανίδου στη γραπτή δήλωση της Έγγραφο Β, εξήγησε την ιδιότητα της και παρουσίασε τον φάκελο της Ειδοποίησης Πτώχευσης υπ΄ αρ. 163/14 ως Τεκμήριο 3, χωρίς να αντεξεταστεί. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους δύο μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και αξιοπιστία τους. Τόσον ο Μ.Α.1 όσον και η Μ.Α.2 μου έδωσαν την εικόνα ειλικρινών και αξιόπιστων προσώπων και δέχομαι τη μαρτυρία τους ως λεπτομερώς παρατίθεται κατωτέρω. Η αξιολόγηση βασικά δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία δεδομένου ότι στην πραγματικότητα δεν έχουν αμφισβητηθεί τα όσα έχουν αναφέρει. Ειδικότερα για τον Μ.Α.1 δεν παρατήρησα να είχε οποιονδήποτε λόγο να αλλοιώσει κάποιο στοιχείο των γεγονότων. Τα όσα έχουν καταθέσει οι μάρτυρες καθίστανται και ευρήματα μου. Από την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου, η οποία συνοδεύει την ένσταση του, έχουν παραμείνει αναντίλεκτα και δέχομαι ότι τού επιδόθηκε το αντίγραφο της αίτησης το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, ότι καταχωρίστηκαν τρεις διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης υπ΄ αρ. 244/14, 581/14 και 594/14, ότι το ΕΒ4652/13 καταχωρίστηκε στις 4.12.13 ακολουθώντας άλλα εμπράγματα βάρη και ότι η περιουσιακή κατάσταση ακίνητης ιδιοκτησίας του Καθ΄ ου παρατίθεται στο Πιστοποιητικό Έρευνας το οποίο επισύναψε ως Τεκμήριο
  9. Δεν αποδέχομαι τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Καθ΄ ου εκτός στον βαθμό που έγιναν αποδεκτοί ή δεν αντικρούστηκαν από τον Μ.Α.1 κατά την ένορκη μαρτυρία του, όπως εξηγείται κατωτέρω. Νομική Πτυχή Η υπό κρίσιν αίτηση παρουσιάζει την ιδιομορφία ότι έχει καταχωριστεί μόλις ένα μήνα πριν τη δημοσίευση του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Ν.61

(1)/2015, στις 7.5.15, ο οποίος επέφερε ουσιώδεις αλλαγές στις διαδικασίες πτωχεύσεων, με σημαντικότερη την κατάργηση της δυνατότητας έκδοσης Διατάγματος Παραλαβής εναντίον χρεώστη (βάσει του παλαιότερου άρθρου 4) και την πρόβλεψη για έκδοση απευθείας Διατάγματος Πτώχευσης. Ο τροποποιητικός νόμος όμως προσέθεσε τις μεταβατικές διατάξεις με το νέο άρθρο 128, το οποίο για ό,τι ενδιαφέρει στην παρούσα έχει ως εξής: «128. Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, ισχύουν οι ακόλουθες μεταβατικές διατάξεις: (α) Οποιαδήποτε διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον χρεώστη, η οποία άρχισε αλλά δεν έχει συμπληρωθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, συνεχίζεται ως διαδικασία αίτησης για έκδοση διατάγματος πτώχευσης δυνάμει του παρόντος Νόμου, χωρίς οποιαδήποτε τροποποίηση των σχετικών δικογράφων». Είναι σαφές λοιπόν ότι η παρούσα εκδικάστηκε και τυγχάνει χειρισμού ως αίτηση για έκδοση Διατάγματος Πτώχευσης στη βάση των σχετικών άρθρων ως έχουν τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 4, τηρουμένων των προβλεπομένων στο άρθρο 5 όρων και προϋποθέσεων, εάν ο χρεώστης διαπράξει πράξη πτώχευσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 τότε το Δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης να κηρύξει τον χρεώστη σε πτώχευση με την έκδοση Διατάγματος Πτώχευσης, οπότε η περιουσία του χρεώστη περιέρχεται στον Διαχειριστή και διανέμεται μεταξύ των πιστωτών. Το άρθρο 5 ως έχει διαμορφωθεί μετά τις τροποποιήσεις του 2012 και 2015 έχει ως εξής: «5.-
(1)Πιστωτής δεν θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη, εκτός αν— (α) το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή, ................................ συμποσούται σε δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000), και, (β) το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, και (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση συνέβηκε μέσα σε έξι μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης, και (δ) ο οφειλέτης κατοικεί στην Κύπρο ή ................ ................................ (ε) ο πιστωτής ή οι πιστωτές που υποβάλλουν από κοινού την αίτηση δηλώσουν στην αίτηση τόσο το πλήρες όνομα, τον αριθμό ταυτότητας, το επάγγελμα και τη διεύθυνσή τους, όσο και εκείνα του οφειλέτη, και (στ) ο πιστωτής καταβάλλει στον Επίσημο Παραλήπτη τέλος ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500): .................................... (ζ) .................................
(2)Αν ο αιτητής πιστωτής είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της εξασφάλισης του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη εξασφαλισμένος πιστωτής». Πέραν των πιο πάνω όμως, το ίδιο το άρθρο 4 θέτει ως απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος την προσκόμιση πιστοποιητικού περί του ότι δεν έχει αρχίσει διαδικασία και δεν ευρίσκεται σε ισχύ Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, βάσει του Νόμου Ν.65
(1)/15, όπως αναλυτικότερα εξηγείται κατωτέρω. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω το άρθρο 5 καθορίζει τους όρους βάσει των οποίων πιστωτής δύναται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης. Προστίθεται πως και το άρθρο 6 καθορίζει κάποια προαπαιτούμενα για την αίτηση και τα στοιχεία τα οποία απαιτείται να αποδειχθούν κατά την ακρόαση, δηλαδή το χρέος, την επίδοση της αίτησης και την πράξη πτώχευσης. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το βάρος απόδειξης όλων των προϋποθέσεων βαρύνει τον αιτητή και το χρέος θα πρέπει να ήταν πληρωτέο πριν την πράξη πτώχευσης και να οφείλεται τόσο κατά το στάδιο ακρόασης της αίτησης όσο και κατά την έκδοση του διατάγματος (Williams & Hunter on Bankruptcy, 18η έκδοση, σελ. 51). Προτού προχωρήσω με εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων σημειώνεται πως η αίτηση υπογράφεται από την ίδια την Αιτήτρια, μέσω του Διευθυντή της Μ.Α.1, συμμορφώνεται με τα προβλεπόμενα στους Κανονισμούς, έχει καταχωριστεί στις 8.4.15 και επιδόθηκε δεόντως στον Καθ΄ ου στις 23.4.15. Η απουσία υπογραφής στο κείμενο το οποίο επιδόθηκε στον Καθ΄ ου οφείλεται στο ότι του έχει επιδοθεί πιστό αντίγραφο της αίτησης, ως επιβεβαιώνεται από τη σχετική ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη. Βέβαια σημειώνεται πως ούτως ή άλλως πλέον με τον κ.46 επιτρέπεται η υπογραφή της και από δικηγόρο. Όσον αφορά τους υπόλοιπους όρους και προϋποθέσεις σημειώνονται τα εξής: Προϋποθέσεις του Άρθρου 5
(1)1.(α) Έχει αποδειχθεί ότι ο Καθ΄ ου οφείλει τα ποσά τα οποία είχαν επιδικαστεί εις βάρος του στην αγωγή υπ΄ αρ. 2290/13 Ε.Δ. Λευκωσίας στις 13.11.13 και συγκεκριμένα το ποσό των €128.000 συν τόκους και έξοδα, τα οποία ποσά συνολικά υπερβαίνουν κατά πολύ το νομοθετικό όριο των €15.000. (β) Το οφειλόμενο χρέος ως ανωτέρω είναι εκκαθαρισμένο ποσό, προερχόμενο από δικαστική απόφαση και κατέστη πληρωτέο ένα έτος αργότερα, μετά τη λήξη της δοθείσας αναστολής, ήτοι στις 13.11.14 (Re A. Debtor No. 32 of 1991 (No.2)
(1994)B.C.C. 524). (γ) Ο Καθ΄ ου έχει διαπράξει στις 2.2.15 πράξη πτώχευσης με τη μη συμμόρφωση του προς την Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ΄ αρ. 163/14, σύμφωνα με σχετικό πρακτικό κατά την ακρόαση της, δηλαδή εντός της 3μηνης περιόδου προ της καταχώρισης της παρούσας αίτησης πτώχευσης. (δ) Παρέμεινε αναντίλεκτο πως ο Καθ΄ ου κατοικεί στην Κύπρο έχοντας τη συνήθη διαμονή του στον Στρόβολο. (ε) Η Αιτήτρια δήλωσε στην αίτηση τα στοιχεία αυτής και του Καθ΄ ου. (στ) Ο Ν.61
(1)/15 έθεσε ως περαιτέρω προϋπόθεση για την καταχώριση αίτησης πτώχευσης από πιστωτή την καταβολή τέλους ύψους €500 στον Επίσημο Παραλήπτη. Θεωρώ όμως ότι η συγκεκριμένη πρόνοια δεν αφορά τις αιτήσεις οι οποίες είχαν ήδη καταχωριστεί πριν την έναρξη ισχύος του εν λόγω Νόμου στις 7.5.15, όπως δηλαδή η παρούσα. Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 128 αφορά παλαιότερες αιτήσεις, παλαιότερα διατάγματα παραλαβής και παλαιότερες διαδικασίες πτώχευσης για τις οποίες προνοείται ότι συνεχίζουν και με τον νέο Νόμο, χωρίς να έχει τεθεί οποιαδήποτε απαίτηση για καταβολή του ποσού των €500 (ίσως επειδή για τις παλαιότερες κρίθηκε ότι τυγχάνουν εφαρμογής άλλοι κανονισμοί, όπως ο κ.47
(2)για την καταβολή ποσού €300 κατά την παράδοση τυχόν διατάγματος). Κρίνω πως αν ο Νομοθέτης στόχευε στην καταβολή του τέλους των €500 και για τις πιο πάνω παλαιότερες διαδικασίες θα το προνοούσε ρητώς στο μεταβατικό άρθρο 128. Ως εκ τούτου δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα από τη μη καταβολή του ποσού αυτού. Προϋπόθεση του Άρθρου 5
(2)2. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(2)του Νόμου αν ο αιτητής είναι εξασφαλισμένος πιστωτής οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του (προς όφελος των πιστωτών) ή να δώσει εκτίμηση της εξασφάλισης του. «Εξασφαλισμένος πιστωτής» σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει, μεταξύ άλλων εμπράγματο βάρος επί της περιουσίας του χρεώστη, ως ασφάλεια για το χρέος που του οφείλει. Στην παρούσα περίπτωση είναι παραδεκτό ότι η Αιτήτρια κατέχει το ΕΒ4652/13, δηλαδή την εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί του ½ μεριδίου χωραφιού στον Στρόβολο ιδιοκτησίας του Καθ΄ ου και αξίας κατά το 2013 €1.159.500 σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 στην ένσταση (Αρ. Εγγρ. 7/1381, Τεμ. 1259). Είναι γεγονός πως η Αιτήτρια δεν είχε αναφέρει την εξασφάλιση της αυτή στην αίτηση. Έχει παραμείνει αναντίλεκτη η εξήγηση του Μ.Α.1 πως ήταν εκ παραδρομής που δεν αναφέρθηκε στην αίτηση η εξασφάλιση και βασικά λόγω μη έγκαιρης ενημέρωσης του συνηγόρου τους όταν συνέτασσε την αίτηση. Με παρόμοιο θέμα ασχολήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Παπαδόπουλος ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Αυτά που προκύπτουν από την Αγγλική Νομολογία είναι κυρίως τα εξής:
(1)Παρά την επιτακτική διατύπωση του αρ. 4
(2)- η οποία είναι παρόμοια με εκείνη του δικού μας αρ. 5
(2)- η παράλειψη να δηλωθεί η εξασφάλιση δεν αποβαίνει μοιραία για την αίτηση.
(2)Είναι δυνατή η τροποποίηση της αίτησης για να περιληφθεί η εξασφάλιση ακόμα και στο στάδιο της επαλήθευσης.
(3)Είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος παραλαβής ακόμα και χωρίς τροποποίηση της αίτησης.
(4)Είναι δυνατή η τροποποίηση ανεξάρτητα από την αξία ή το ύψος της εξασφάλισης.
(5)Αυτό που έχει σημασία είναι το ποσό του χρέους μετά την αφαίρεση της εξασφάλισης.
(6)Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο προκαλείται αδικία συνεπεία της παράλειψης να δηλωθούν οι εξασφαλίσεις». Καταληκτικά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως ορθά το Πρωτόδικο είχε εξετάσει την αίτηση (παρά τη μη αναφορά της εξασφάλισης) και ορθά είχε εκδώσει το διάταγμα (παραλαβής) αλλά περαιτέρω έκρινε πως έπρεπε να είχε διαταχθεί η τροποποίηση της αίτησης για να υπάρχει συμμόρφωση με τον Νόμο. Ως εκ τούτου δόθηκαν κατ΄ έφεσιν οδηγίες για τροποποίηση και για σύνταξη της απόφασης μόνο μετά από τέτοια τροποποίηση. Όσον αφορά την αξία της εξασφάλισης ο ίδιος ο Καθ΄ ου αναφέρει ότι πριν από το ΕΒ4652/13 προηγούνται άλλα τέσσερα βάρη και πράγματι αυτό διαπιστώνεται από το Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 2). Συγκεκριμένα προηγούνται τα εξής εμπράγματα βάρη:
  1. Υ5532/06 προς όφελος ΣΠΕ Ταμασσού για €512.580 με κυμαινόμενο επιτόκιο από 19.4.
  2. ΕΒ1166/08 προς όφελος Τράπεζας Κύπρου για €13.228 συν 13,5% τόκους από 12.6.08 συν €1.061 έξοδα.
  3. ΕΒ1235/08 προς όφελος Τράπεζας Κύπρου για €10.030 συν 8% τόκους από 20.6.08 συν €1.326 έξοδα.
  4. ΕΒ712/13 προς όφελος Συνεργατικού Ταμιευτηρίου για €146.564 συν 12% τόκους από 14.2.13 συν €533 έξοδα. Ο Καθ΄ ου δέχεται ότι η αξία του πιο πάνω ενυπόθηκου κτήματος είναι €1.159.500 και προσδιορίζει τα χρέη τα οποία διασφαλίζουν τα πιο πάνω βάρη σε €681.000 (κατ΄ ακρίβειαν είναι €685.322) αλλά χωρίς να υπολογίζει οποιουσδήποτε τόκους. Με τον συνυπολογισμό των τόκων καθίσταται αδύνατο να εξασφαλίζεται η Αιτήτρια από το ΕΒ4652/13, το οποίο ας σημειωθεί αφορά χρέος €128.000 με 6,5% από 26.5.08 συν €3.059 έξοδα. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει εξηγηθεί πιο πάνω αυτό το οποίο έχει σημασία είναι το ποσό του χρέους μετά την αφαίρεση της εξασφάλισης και μετά βεβαιότητος διαπιστώνεται ότι το ποσό στο οποίο δικαιούται η Αιτήτρια ακόμα και μετά την αφαίρεση της εξασφάλισης της υπερβαίνει το όριο του Νόμου (€15.000). Ο Καθ΄ ου είχε την ευκαιρία να αναφερθεί στο θέμα και να αντεξετάσει επ΄ αυτού και δεν θεωρώ ότι προκαλείται οποιαδήποτε αδικία, ιδιαίτερα ενόψει της παρεχόμενης δυνατότητας τροποποίησης της αίτησης. Ούτως ή άλλως όμως, όπως έχει αναφερθεί στη Σταυρινίδης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 645: «Το γεγονός ότι η αξία των ακινήτων μπορούσε να αποδειχθεί ότι είναι μεγαλύτερη της απαίτησης της εφεσίβλητης δεν επηρέαζε το νομικό δικαίωμα της εφεσίβλητης να προχωρήσει σε διαδικασία πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος. ..». Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω καταλήγω ότι η μη δήλωση της εξασφάλισης δεν αποβαίνει μοιραία για την αίτηση, ιδιαίτερα έχοντας υπόψιν ότι η επιλογή της τροποποίησης προσφέρεται και στην παρούσα περίπτωση. Προϋπόθεση του Άρθρου 4
(1)3. Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 4
(1)«... ουδέν διάταγμα πτώχευσης εκδίδεται εάν δεν προσκομισθεί πιστοποιητικό, είτε από πιστωτή είτε από χρεώστη, ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση ή δεν βρίσκεται σε ισχύ Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής ή Προστατευτικό Διάταγμα.» σύμφωνα με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων Ν.65
(1)/15. Εκλαμβάνεται ότι η πιο πάνω πρόνοια είναι επίσης επιτακτικής φύσης, καθώς και ότι αφορά όλες τις αιτήσεις για πτώχευση (είτε υπό πιστωτού είτε υπό χρεώστου) θεωρώντας, εξ αντιδιαστολής, ότι εκεί που ο Νομοθέτης θέλησε να αναφερθεί σε αίτηση του χρεώστη, όπως στην πρώτη επιφύλαξη του άρθρου 4
(1)το έπραξε με συγκεκριμένο τρόπο, πράγμα το οποίο δεν επανέλαβε στη δεύτερη επιφύλαξη. Στην παρούσα περίπτωση ούτε η Αιτήτρια ούτε ο Καθ΄ ου έχουν προσκομίσει το προβλεπόμενο από τον Νόμο πιστοποιητικό και συνεπώς δεν είναι δυνατή η έκδοση Διατάγματος Πτώχευσης λόγω της παράλειψης αυτής. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.).................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΧΒΧ/ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.