Φαλέκκου ν. Sharelink Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4989/10, 10/9/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2018:A484 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4989/10 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.10.10 Μεταξύ: XXXXX Φαλέκκου Ενάγουσας και
- Sharelink Securities and Financial Services Ltd
- XXXXX Έλληνας
- XXXXX Φαλέκος
- Bank Julius Baer & Co Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Μ. Ιακώβου με κα Α. Ιακώβου Για Εναγομένους 1 και 2: κ. Μ. Ηλιάδης Για Εναγόμενο 3: κ. Χ. Ιωαννίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 α) γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις, β) απόδοση λογαριασμών σε σχέση με τη διαχείριση ποσών που η Ενάγουσα κατέβαλε και συγκεκριμένα STG£200.000 στις 14.9.06, €260.000 στις 18.2.08 και US$54.592,03 στις 22.2.08, γ) διάταγμα για εντοπισμό και επιστροφή των πιο πάνω ποσών εντόκως στην Ενάγουσα, μείον τα ήδη επιστραφέντα ποσά, καθώς επίσης και τυχόν αξίες ή μετοχές κατέχουν προς όφελος και/ή για λογαριασμό της, δ) διάταγμα που να παραμερίζει ή ακυρώνει όλες τις υπογραφείσες συμφωνίες που σχετίζονται με τη διαχείριση των πιο πάνω ποσών, ε) δήλωση ότι τα επιστραφέντα ποσά θα λογισθούν έναντι τόκων πρωτίστως και το υπόλοιπο έναντι του κεφαλαίου και στ) νόμιμο τόκο και έξοδα πλέον ΦΠΑ. Αποτελεί δικογραφικό ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι 1 - δημόσια εταιρεία που ασχολείται με χρηματιστηριακά θέματα - ομού και ή κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους 2 και 3 - Διευθύνων και/ή Εκτελεστικός Πρόεδρος των Εναγομένων 1 και υπάλληλος (ανώτερο στέλεχος) των Εναγομένων 1 και εξάδελφος της Ενάγουσας, αντίστοιχα - ενεργούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ως σύμβουλοι και/ή καταπιστευματοδόχοι και/ή αντιπρόσωποι. Οι Εναγόμενοι 4 είναι τράπεζα στην Ελβετία. Τον Σεπτέμβριο 2006, ο Εναγόμενος 3, με τη γνώση και/ή συγκατάθεση των Εναγομένων 1 και 2 έπεισε την Ενάγουσα να καταθέσει στους Εναγομένους 4 διάφορα ποσά τα οποία είχε κατατεθειμένα σε τράπεζες, ώστε να έχει ένα ασφαλές εισόδημα της τάξης του 7-7,5% ετησίως, με τη βεβαίωση ότι τα χρήματα της και/ή απόδοση ήταν εγγυημένα. Προς το σκοπό αυτό, η Ενάγουσα δίδοντας εμπιστοσύνη, υπέγραψε δέσμη εγγράφων, τα οποία δεν ήταν δεόντως συμπληρωμένα, ούτε και της επεξηγήθηκε το ακριβές περιεχόμενο και νόημα τους, ενώ σε ορισμένα από αυτά πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της. Ως αποτέλεσμα, με εντολή της Ενάγουσας μεταφέρθηκαν στους Εναγόμενους 4 α) ποσό STG£200.000 στις 14.9.06, β) ποσό €260.000 στις 18.2.08 και γ) Δολάρια Αμερικής $54.592,03 στις 22.2.
- Καθ' όλη την περίοδο αυτή, ο Εναγόμενος 3 ενημέρωνε την Ενάγουσα, δίδοντας της ψευδείς και/ή πλαστές καταστάσεις λογαριασμών, όπως την κατάσταση ημερομηνίας 29.7.08 και 8.9.
- Στις 29.9.08 ο Εναγόμενος 3 πλήρωσε στην Ενάγουσα, για λογαριασμό των Εναγομένων 1, το ποσό των €19.948,32, το οποίο, όπως της αναφέρθηκε, ήταν τόκοι. Οι Εναγόμενοι συνωμότησαν και/ή παραπλάνησαν και/ή εξαπάτησαν την Ενάγουσα, εφόσον όπως αποδείχθηκε, τα ποσά που η Ενάγουσα μετέφερε στους Εναγόμενους 4 δεν ήταν εγγυημένα, ούτε έφεραν τόκο προς 7-7,5% ετησίως, αλλά επενδύθηκαν και/ή έγιναν ανεπίτρεπτες πληρωμές, χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση της. Περαιτέρω της αποστέλλοντο ψευδείς λογαριασμοί και/ή καταστάσεις. Αρχές 2009 ξέσπασε σάλος σε σχέση με τις παράνομες δραστηριότητες του Εναγομένου 3 για τις οποίες ανέλαβαν ευθύνη οι Εναγόμενοι 1, οι οποίοι σύστησαν ειδικό ταμείο για αποζημίωση των θυμάτων του Εναγομένου
- Έτσι η Ενάγουσα έκαμε διάφορες επαφές με τους Εναγόμενους για να διαπιστώσει το ακριβές υπόλοιπο των λογαριασμών της. Πέραν της πληρωμής που έγινε στην Ενάγουσα στις 29.9.08 για το ποσό των €19.948,32, έγιναν και οι εξής πληρωμές: α) €17.973 στις 5.1.09, β) €129.917 στις 6.5.09, γ) €60.000 στις 6.8.09, δ) €4.800 στις 7.8.09 και ε) €2.816 τον Φεβρουάριο
- Συνολικά επιστράφηκε στην Ενάγουσα το ποσό των €235.
- Αρχές 2009, η Ενάγουσα ζήτησε να αποζημιωθεί και κατάγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέλυσαν τον Εναγόμενο 3 με κατηγορία απάτης και/ή πλαστογραφίας. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι μετέφεραν το ποσό των STG£104.000 χωρίς τη γνώση και/ή συγκατάθεση της Ενάγουσας, στους Εναγόμενους 1 και στη συνέχεια στον αδελφό της XXXXX Φαλέκκο, ο οποίος αρνείται να το επιστρέψει διότι έχει και αυτός καταχωρήσει αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 -
- Οι Εναγόμενοι προέβηκαν σε ψευδείς παραστάσεις προς την Ενάγουσα, την εξαπάτησαν, πλαστογράφησαν και κυκλοφόρησαν έγγραφα, συνωμότησαν σε βάρος της με σκοπό την πρόκληση οικονομικής ζημιάς σε αυτήν και παραβίασαν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους ως καταπιστευματοδόχοι και αντιπρόσωποι της. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, η Ενάγουσα υπέστηκε απώλεια και ζημιά: α) STG£200.000 Χ 7,25% από 14.9.06 = STG£14.500 ετησίως β) €260.000 Χ 7,25% από 18.2.08 = €18.850 ετησίως γ) US$54.592,03 Χ 7,25% από 22.2.08 = US$43.957 ετησίως. Περαιτέρω, υπέστηκε απώλεια κεφαλαίου το οποίο κατέθεσε ως αναφέρθηκε ανωτέρω, μείον τα ποσά που της επιστράφηκαν. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 με την Υπεράσπιση τους και οι Εναγόμενοι 1 με την Ανταπαίτηση τους ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν διοικητικός σύμβουλος των Εναγομένων 1 από 14.6.05, όμως ουδέποτε ενήργησε ή παρουσιάστηκε ως διαχειριστής των Εναγομένων
- Ουδέποτε ενέκριναν, ώθησαν ή προέτρεψαν τον Εναγόμενο 3 να επιδίδεται σε πράξεις ή ενέργειες που θα είχαν αρνητικά αποτελέσματα στους πελάτες των Εναγομένων
- Οι Εναγόμενοι 1 εργοδότησαν τον Εναγόμενο 3 στη θέση του Private and Institutional Client Executive και υπαγόταν στο Τμήμα Wealth Management. Οι αρμοδιότητες του Εναγομένου 3 ήταν συμβουλευτικού χαρακτήρα αναφορικά με τις επενδυτικές επιλογές των πελατών των Εναγομένων 1, υπείχε θέση λειτουργού εξυπηρέτησης των πελατών των Εναγομένων 1 και δεν υπείχε θέση διαχειριστή χαρτοφυλακίων ή κεφαλαίων που διατηρούσαν οι Εναγόμενοι 1 προς όφελος των πελατών τους. Τον Ιούλιο 2004 οι Εναγόμενοι 4 συμφώνησαν με τους Εναγόμενους 1, όπως αυτοί συστήνουν τους Εναγόμενους 4 σε πελάτες τους που ενδιαφέροντο να επενδύσουν σε επενδυτικά προϊόντα των Εναγομένων
- Ουδέποτε οι Εναγόμενοι 1 και 2 έπεισαν ή υποσχέθηκαν στην Ενάγουσα είτε μέσω του Εναγομένου 3 είτε άλλου υπαλλήλου ότι από τις επενδύσεις σε επενδυτικά προϊόντα των Εναγομένων 4, θα είχε ασφαλές και εγγυημένο εισόδημα της τάξης του 7-7,5%. Η Ενάγουσα αποφάσισε χωρίς πίεση ή παραπλάνηση ή δόλο, να συνάψει σύμβαση επένδυσης με τους Εναγόμενους 4 και όλα τα έγγραφα που υπέγραψε της επεξηγήθηκαν πλήρως και αυτή αντιλήφθηκε το περιεχόμενο τους. Όλα τα έγγραφα φέρουν την υπογραφή της και καμιά πλαστογραφία έχει διενεργηθεί. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα υπέγραψε με τους Εναγόμενους 1 στις 13.10.06 Σύμβαση Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου με Διακριτική Ευχέρεια με αρχικό κεφάλαιο GBP100.
- Αυτή τερματίστηκε από την Ενάγουσα στις 3.12.07 και το υπόλοιπο του λογαριασμού της, το οποίο ανερχόταν σε GBP104.500, μεταφέρθηκε με οδηγίες της προς τους Εναγόμενους 1, στον αδελφό της XXXXX Φαλέκκο. Στις 27.2.08 η Ενάγουσα υπέγραψε νέα Σύμβαση Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου με Διακριτική Ευχέρεια με τους Εναγόμενους 1 με αρχικό κεφάλαιο €260.000 και USD54.505,
- Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των Εναγομένων 1 με την Ενάγουσα, αυτή επισκεπτόταν τα γραφεία τους και ενημερωνόταν για την κατάσταση του χαρτοφυλακίου της και ζητούσε καταστάσεις των λογαριασμών της που έπαιρνε από εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους των Εναγομένων 1, πλην του Εναγομένου
- Ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε εξουσιοδοτήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 να διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια επενδύσεων και οποιεσδήποτε πράξεις του Εναγομένου 3 ήταν εκτός των καθηκόντων του, οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν τις γνώριζαν, ενέκριναν, ενθάρρυναν ή εξουσιοδότησαν. Εάν ο Εναγόμενος 3 προέβηκε σε ενέργειες που παραπλάνησαν και εξαπάτησαν την Ενάγουσα, αυτές διενεργήθηκαν εν αγνοία τους και/ή χωρίς την εξουσιοδότηση τους και ως εκ τούτου δεν τους δεσμεύουν. Πράγματι, αρχές 2009 διαφάνηκε ότι ο Εναγόμενος 3 προέβαινε σε παράνομες δραστηριότητες και πράξεις σε σχέση με λογαριασμούς των πελατών των Εναγομένων 1 για τις οποίες καμιά ευθύνη είχαν, ούτε και ανέλαβαν. Η σύσταση των ειδικών ταμείων έγινε από τους Εναγόμενους 1, χωρίς καμιά υποχρέωση εκ μέρους τους, με σκοπό να βοηθηθούν τυχόν επηρεαζόμενοι πελάτες τους από τις πράξεις του Εναγομένου
- Η Ενάγουσα, λόγω του αβάσιμου των ισχυρισμών της ότι εδικαιούτο ανύπαρκτα ποσά, δεν αποζημιώθηκε από τα εν λόγω ταμεία. Στις 31.12.08, το ποσό που υπήρχε διαθέσιμο στο χαρτοφυλάκιο της Ενάγουσας ανερχόταν σε €222.086,92 και όχι €235.454 όπως η ίδια ισχυρίζεται. Επομένως οι Εναγόμενοι 1 έχουν επιστρέψει στην Ενάγουσα επιπλέον ποσό €13.367,08, το οποίο ανταπαιτούν. Οι Εναγόμενοι 1 τερμάτισαν τις υπηρεσίες του Εναγομένου 3 λόγω παράβασης καθήκοντος και/ή αμέλειας και/ή παράβασης σύμβασης. Ισχυρίζονται ότι σε καμιά ψευδή παράσταση προς την Ενάγουσα έχουν προβεί, ουδέποτε την παρότρυναν και ξεγέλασαν να υπογράψει οποιαδήποτε έγγραφα ή συμφωνίες, ουδέποτε συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να την εξαπατήσουν και κανένα ποσό μετέφεραν χωρίς τις οδηγίες της, ούτε και κατακράτησαν οποιοδήποτε ποσό της. Ο Εναγόμενος 3 παραδέχθηκε κατηγορίες για αδικήματα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση στην ποινική υπόθεση αρ. 611/13 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας . Ο Εναγόμενος 3 με την Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι τον Ιανουάριο του 2001 προσλήφθηκε από τους Εναγόμενους 1 στη θέση Διευθυντή Οργάνωσης και Διοίκησης την οποία κατείχε μέχρι 17.2.
- Από 17.2.05 μέχρι 12.1.09 κατείχε τη θέση του Wealth Management Executive στο Τμήμα Private Banking των Εναγομένων
- Κατόπιν εντολών των Εναγομένων 1 και/ή του Εναγομένου 2, από το 2005 μέχρι αρχές 2009 εκτελούσε επίσης χρέη διαχειριστή χαρτοφυλακίων των πελατών των Εναγομένων
- Τα εν λόγω καθήκοντα προκάλεσαν την αντίδραση του διότι αυτή ήταν ασυμβίβαστα και/ή εκτός των νομίμων πλαισίων των καθηκόντων του που πήγαζαν από τη θέση του Wealth Management Executive. Περαιτέρω, εκτελούσε καθήκοντα προσέλκυσης πελατών και/ή νέων κεφαλαίων και/ή νέων χαρτοφυλακίων για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και ουδέποτε ανέλαβε καθήκοντα λειτουργού εξυπηρέτησης πελατών των Εναγομένων
- Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα, η οποία ήταν πελάτιδα των Εναγομένων 1 και εξάδελφη του και διατηρούσε λογαριασμούς διαχείρισης, πέραν των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού που λάμβανε, διατηρούσε λογαριασμό διαδικτυακής υπηρεσίας και ανά πάσα στιγμή είχε τη δυνατότητα να ελέγχει την κατάσταση του λογαριασμού της, να εκφράζει απορίες και να ζητά εξηγήσεις για την κίνηση του χαρτοφυλακίου της από το αρμόδιο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων του εξωτερικού. Όλα τα μέσα ενημέρωσης των πελατών των Εναγομένων 1 ήταν ελεγχόμενα από τους Εναγόμενους 1 και ο ίδιος δεν είχε καμιά δυνατότητα πρόσβασης σε αυτά. Η Ενάγουσα περί τα μέσα του 2006 του ζήτησε να της εξηγήσει διάφορα μέσα επένδυσης κεφαλαίων, πράγμα που έπραξε. Ουδέποτε εγγυήθηκε στην Ενάγουσα τη δυνατότητα επαλήθευσης οικονομικών προσδοκιών κέρδους αλλά της παρουσίασε υπολογισμούς αναμενόμενης απόδοσης και την ενημέρωσε για το ρίσκο και/ή κίνδυνο πραγματοποίησης ζημιών συνεπεία επένδυσης χρημάτων. Έτσι η Ενάγουσα υπέγραψε με τους Εναγόμενους 1 Συμφωνία Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου και άνοιγμα λογαριασμού εμπιστευματοδόχου με τους Εναγόμενους
- Ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 ήταν αποκλειστικά υπεύθυνοι για την αποστολή επίσημων καταστάσεων λογαριασμού προς τους πελάτες τους και προς την Ενάγουσα, αναφορικά με όλους τους λογαριασμούς που διατηρούσαν με τους Εναγόμενους 1 αλλά και για όλους τους συνδεδεμένους λογαριασμούς πελατών των Εναγομένων 1 με χρηματοοικονομικά ιδρύματα του εξωτερικού, συμπεριλαμβανομένων των Εναγομένων
- Ουδέποτε ετοίμασε και σύνταξε ή παράδωσε στην Ενάγουσα κατάσταση λογαριασμού και/ή πλαστογραφημένο και/ή παραποιημένο κείμενο. Στις 8.9.06 και 29.7.08 ετοίμασε, κατόπιν παράκλησης της Ενάγουσας, καταστάσεις που εμφάνιζαν τα τότε συνολικά στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού της Ενάγουσας, με στόχο - στα πλαίσια φιλικής βοήθειας της - την ανάλυση πιθανών μηνιαίων εσόδων της Ενάγουσας. Το 2008 η Ενάγουσα ζήτησε και έλαβε υπό μορφή μετρητών από το λογαριασμό διαχείρισης που διατηρούσε με τους Εναγόμενους 4, το συνολικό ποσό των €24.164 το οποίο αποτελούσε μέρος του επενδυμένου κεφαλαίου της και όχι τόκους. Ουδέποτε ανέφερε στην Ενάγουσα ότι το ποσό αυτό ήταν προϊόν κέρδους από τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου της ή τόκοι. Η Ενάγουσα υπέγραψε με τους Εναγόμενους 1 συμβόλαιο αποκλειστικής διαχείρισης, με το οποίο τους εξουσιοδοτούσε να διαχειρίζονται κατά την κρίση τους, τους λογαριασμούς της. Ο λογαριασμός αυτός είχε τη δική του διεύθυνση αλληλογραφίας στην οποία οι Εναγόμενοι 1 είχαν την υποχρέωση να αποστέλλουν μηνιαίως τις καταστάσεις λογαριασμού, μαζί με τις καταστάσεις που λαμβάνονταν από τους Εναγόμενους
- Για την πραγματοποίηση πράξεων μεταφοράς χρημάτων από λογαριασμό ενός πελάτη των Εναγομένων 1 σε λογαριασμό άλλου πελάτη τους, απαιτείτο η ηχογράφηση της τηλεφωνικής επιβεβαίωσης της πράξης από τους εμπλεκόμενους πελάτες, η οποία πραγματοποιείτο από τον εκάστοτε υπεύθυνο του λογιστηρίου των Εναγομένων 1 και όχι από τον ίδιο. Όλες οι πράξεις αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας και/ή διαχείρισης του χαρτοφυλακίου της Ενάγουσας, έγιναν με καλή πίστη, με επαγγελματισμό και σύμφωνα με τις οδηγίες των Εναγομένων 1 και
- Ουδέποτε παρείχε εγγύηση γραπτώς ή προφορικώς για την αξία και απόδοση των επενδύσεων της Ενάγουσας. Η ισχυριζόμενη μεταφορά χρημάτων από το λογαριασμό της Ενάγουσας σε λογαριασμό του αδελφού της, έγινε εν γνώσει της Ενάγουσας και του αδελφού της, ο οποίος υπέγραψε εν γνώσει της Ενάγουσας συγκεκριμένο έντυπο των Εναγομένων
- Ουδέποτε ετοίμασε ή παρέδωσε στην Ενάγουσα πλαστή και/ή παραπλανητική και/ή ψευδή κατάσταση λογαριασμού. Ουδέποτε εισέπραξε από την Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό το οποίο αφορούσε τη διαχείριση λογαριασμού της. Η Ενάγουσα καμιά ζημιά υπέστη από τις ενέργειες του και ο ίδιος κανένα όφελος αποκόμισε από την Ενάγουσα ή αν έλαβε προμήθεια, αυτή νόμιμα καταβλήθηκε σ' αυτόν από τους Εναγόμενους 1 και δεν υπερβαίνει τα €2.500 περίπου. Στις 13.1.09, οι Εναγόμενοι 1 έθεσαν τον ίδιο εκτός καθηκόντων και υπέβαλαν καταγγελία εναντίον του στην αστυνομία. Στις 4.2.09, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακοίνωσε την αναστολή της άδειας λειτουργίας των Εναγομένων
- Στις 24.4.12, η Ενάγουσα με δήλωση της ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω του δικηγόρου της, μείωσε την απαίτηση της εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 κατά €75.
- Την ίδια ημέρα, η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 4 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ανεπιφύλακτα χωρίς έξοδα. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 14.12.13 καταχωρίστηκε το κατηγορητήριο με αρ. 611/13 (τεκμήριο 33) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον του Εναγομένου 3, ο οποίος παραδέχθηκε ενοχή σε αριθμό κατηγοριών και στις 7.1.16 του επιβλήθηκε ποινή (τεκμήριο 34). Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν 4 μάρτυρες: Η Ενάγουσα (ΜΕ1), ο Λοχίας XXX9 XXXXX Γλυκαίνος (ΜΕ2), ο XXXXX Μαρκίδης (ΜΕ3) και ο XXXXX Φαλέκος (ΜΕ4). Η Ενάγουσα (ΜΕ1) ανέφερε στη μαρτυρία της ότι οι Εναγόμενοι 1 (τεκμήριο 1) - οι οποίοι ασχολούντο κατά τον ουσιώδη χρόνο με χρηματιστηριακά θέματα, παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, διαχείριση χαρτοφυλακίων και επενδύσεων - μαζί με τους Εναγόμενους 2 και 3 ενεργούσαν ως σύμβουλοι και αντιπρόσωποι της, τους οποίους και εμπιστεύθηκε διότι δεν είχε σχετικές εμπειρίες και γνώσεις. Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο Διευθύνων σύμβουλος και Εκτελεστικός Πρόεδρος των Εναγομένων 1, είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή σε όλες τις ενέργειες των Εναγομένων 1 και αποφάσιζε γι' αυτούς. Συνεπώς οι Εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν και όφειλαν να γνωρίζουν τις ενέργειες του Εναγομένου 3 τον οποίο εξουσιοδότησαν και του επέτρεψαν να διαχειριστεί τα χρήματα που τους εμπιστεύθηκε, ενέκριναν τις ενέργειες του και είχαν συμμετοχή σ' αυτές. Ο Εναγόμενος 3 είναι πρώτος εξάδελφος της, ήταν ανώτερο υψηλόβαθμο στέλεχος - εργοδοτούμενος και συνεργάτης των Εναγομένων 1 και είχε άριστη και προσωπική επαφή με τον Εναγόμενο
- Ο Εναγόμενος 3 της είχε παρουσιασθεί ως το πρόσωπο που αντιπροσώπευε τους Εναγόμενους 1 και λειτουργούσε για λογαριασμό τους και της παρουσίασε τους Εναγόμενους 1 και 2 ως τα πλέον κατάλληλα πρόσωπα στα οποία θα μπορούσε να εμπιστευθεί τα χρήματα της. Αμέσως πριν τον Σεπτέμβριο του 2006 άρχισε τις πρώτες επαφές και συζητήσεις με τον Εναγόμενο 3, με τον οποίο είχε καλές σχέσεις ως στενός συγγενής της. Μετά το θάνατο του πατέρα της απέκτησε χρηματικά ποσά τα οποία είχε κατατεθειμένα σε τράπεζες στην Κύπρο και στο εξωτερικό και εισέπραττε τόκους 3 - 3,5% ετησίως. Ο Εναγόμενος 3, γνώστης του γεγονότος αυτού άρχισε να συζητά μαζί της για τον καλύτερο τρόπο που θα μπορούσε να διαθέσει τα χρήματα της ώστε να έχει καλύτερη απόδοση και ένα σταθερό και υπολογίσιμο ετήσιο εισόδημα. Της ανέφερε ότι ο πιο αξιόπιστος συνεργάτης των Εναγομένων 1 ήταν οι Εναγόμενοι 4 οι οποίοι είχαν ως συνεργάτη τους στην Κύπρο τον XXXXX Ανδριώτη. Από τις συναντήσεις της με τον Εναγόμενο 3 αντιλήφθηκε ότι αυτός ενεργούσε σαν ομάδα με τους Εναγόμενους 1 και 2 και όλοι διαδραμάτιζαν τον ίδιο ρόλο δηλαδή να την πείσουν να τους εμπιστευθεί τα χρήματα της. Ο Εναγόμενος 3 πάντοτε συζητούσε μαζί της ως εκπρόσωπος των Εναγομένων 1 και 2 και αρκετές φορές της ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν πλήρως ενήμερος. Σε πολλές συναντήσεις της με τον Εναγόμενο 3, στα γραφεία των Εναγομένων 1, παρόντες ήταν και άλλοι υπάλληλοι των Εναγομένων 1, όπως ο XXXXX Παπανικολάου. Τόσο ο Εναγόμενος 3, όσο και άλλοι εργοδοτούμενοι και αξιωματούχοι των Εναγομένων 1 της σύστησαν τους Εναγόμενους 4 ως αξιόπιστη τράπεζα της Ελβετίας και τη διαβεβαίωσαν ότι αν κατέθετε στους Εναγόμενους 4 τα χρήματα της θα είχε ένα σταθερό εισόδημα της τάξης του 7-7,5% ετησίως και το εισόδημα αυτό, όπως και οι καταθέσεις της, θα ήταν ασφαλείς και εγγυημένες. Η παρουσία τους ως τα πρόσωπα που θα επόπτευαν το λογαριασμό της, ήταν η εγγύηση για την ασφάλεια των χρημάτων της και η εγγύηση για την απόδοση τους. Τα χρήματα που διέθετε ήταν περίπου €600.000 και ο Εναγόμενος 3 την διαβεβαίωνε ότι αν αποδεχόταν τις εισηγήσεις του θα είχε ένα σταθερό και εγγυημένο εισόδημα της τάξης των €35.000 - €40.
- Οι υποσχέσεις του Εναγομένου 3 και Εναγομένων 1 ήταν ότι αν κατέθετε τα χρήματα της στους Εναγόμενους 4, θα είχε μια σταθερή απόδοση της τάξης του 7-7,5% ετησίως. Στις 8.9.06, ο Εναγόμενος 3 της παρέδωσε στα γραφεία των Εναγομένων 1 και στην παρουσία άλλων αξιωματούχων τους ένα σχέδιο απόδοσης των GBP 200.000 (τεκμήριο 2), που είχε κατατεθειμένες στην Τράπεζα Κύπρου στην Αγγλία. Επεξήγησε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 2 (βλ. παρ. 18 της δήλωσης της) και ισχυρίστηκε ότι τα 2 ποσά απόδοσης (14.000 και 12.000) επιβεβαιώνουν ότι το ύψος της απόδοσης που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 της είχαν υποσχεθεί ήταν 7-7,5% ετησίως ως τόκοι και ο λογαριασμός της που θα άνοιγε στους Εναγόμενους 4 θα ήταν καταθετικός (Bond - γραμμάτιο). Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 της υποσχέθηκαν απόδοση 7-7,5% ετησίως και της παρέδωσαν το τεκμήριο 2 προς επιβεβαίωση. Στην τελευταία στήλη του τεκμηρίου 2 αναγράφεται ότι η ετήσια απόδοση των χρημάτων της θα αποστέλλετο κάθε χρόνο, σε τρεχούμενο λογαριασμό της στην Κύπρο, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις των Εναγομένων 1, 2 και 3 (send to current account in Cyprus every year). Ως αποτέλεσμα των διαβεβαιώσεων των Εναγομένων και του τεκμηρίου 2, στις 13.9.06 απέστειλε στους Εναγόμενους 4 το ποσό των GBP 200.000, το οποίο είχε κατατεθειμένο στην Τράπεζα Κύπρου στο Λονδίνο. Ο Εναγόμενος 3 της είχε δώσεi ένα συγκεκριμένο λογαριασμό στους Εναγόμενους 4, ο οποίος όπως τη διαβεβαίωσε, ήταν ο δικός της λογαριασμός στον οποίο θα απέστελλε τα χρήματα. Όπως πληροφορήθηκε εκ των υστέρων και όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 30.9.06 των Εναγομένων 4 (τεκμήριο 3) και της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 21.9.06 (τεκμήριο 4), το ποσό των GBP 200.000 μεταφέρθηκε στις 14.9.06 σε λογαριασμό των Εναγομένων 1, στις 21.9.06 μεταφέρθηκε το ποσό των GBP 100.000 επ' ονόματι της και στις 22.9.06 το υπόλοιπο ποσό των GBP 100.000 μεταφέρθηκε σε λογαριασμό των Εναγομένων
- Όλα αυτά έγιναν χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση της και όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ο λογαριασμός που της είχε δώσει ο Εναγόμενος 3, δεν ήταν δικός της αλλά των Εναγομένων 1, στον οποίο μεταφέρθηκε το ποσό των GBP 200.
- Το γεγονός ότι κατατέθηκε στους Εναγόμενους 4 μόνο το ποσό των GBP 100.000 επ' ονόματι της, επιβεβαιώθηκε και από την απάντηση των Εναγομένων 4 σε επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 24.3.09 (τεκμήριο 5 - 1η σελίδα). Από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 1 εισέπρατταν από τα χρήματα της διάφορα ποσά, χωρίς την έγκριση και εξουσιοδότηση της. Δεν γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο οι Εναγόμενοι χρησιμοποίησαν το ποσό των GBP 200.000 που μετέφερε στους Εναγόμενους 4 και ουδέποτε τους εξουσιοδότησε να ενεργήσουν ως ανωτέρω. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε της ανέφεραν ότι ο αριθμός λογαριασμού που της είχε δώσει ο Εναγόμενος 3 - διαβεβαιώνοντας την ότι ήταν δικός της - ήταν λογαριασμός των Εναγομένων
- Σχετική είναι η κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων 4 ημερομηνίας 31.12.06 (τεκμήριο 6 - 2η σελίδα), την οποία έλαβε εκ των υστέρων. Εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν ήταν ενήμεροι των πιο πάνω, το ποσό των GBP 100.000 δεν θα κατατίθετο σε λογαριασμό των Εναγομένων
- Ο Εναγόμενος 3 της παρουσίασε διάφορα έγγραφα - αρκετά από αυτά δεν ήταν συμπληρωμένα - τη διαβεβαίωσε ότι ήταν απαραίτητα για τη δημιουργία του καταθετικού λογαριασμού της στους Εναγόμενους 4 και της ζήτησε να τα υπογράψει χωρίς να της εξηγήσει το ακριβές περιεχόμενο τους, τα οποία ήταν στα αγγλικά και στα οποία οι γνώσεις της είναι πολύ περιορισμένες. Κατά την υπογραφή των εγγράφων δεν της δόθηκαν αντίγραφα. Όπως διαπίστωσε εκ των υστέρων, σε ορισμένα από αυτά τα έγγραφα, πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της, όπως τα δύο έγγραφα Discretionary Asset Management Agreement ημερομηνίας 13.10.06 και 27.2.08 [τεκμήριο 7
(1)
(2)]. Έλαβε αντίγραφα αυτών από τους Εναγόμενους 4 και την αστυνομία όπου είχε προβεί σε σχετική καταγγελία. Συνολικά, με εντολές της προς τις τράπεζες της, μεταφέρθηκαν στους Εναγόμενους 4, τα πιο κάτω ποσά όπως είχε συμφωνήσει με όλους τους Εναγόμενους: α) από την Τράπεζα Κύπρου Λονδίνου στις 14.9.06, ποσό STG 200.000 (τεκμήριο 8). β) από ΣΠΕ Καϊμακλίου (τεκμήριο 30), στις 18.2.08, ποσό € 260.000 (τεκμήρια 9 και 10). γ) από Τράπεζα Κύπρου (Channel Islands) (τεκμήριο 31) στις 22.2.08, ποσό USA$ 54.592,03 (τεκμήρια 11, 12). Επισήμανε ότι οι αριθμοί των λογαριασμών που αναφέρονται στα τεκμήρια 8 - 12, δεν συμπίπτουν με τον αριθμό του τεκμηρίου 3 των Εναγομένων 4 ημερομηνίας 30.9.06, ο οποίος υποτίθεται ήταν ο λογαριασμός που της άνοιξαν οι Εναγόμενοι στους Εναγόμενους
- Από το τεκμήριο 8 προκύπτει ότι το ποσό των STG 200.000 μεταφέρθηκε στο λογαριασμό των Εναγομένων 1, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 3 την είχε διαβεβαιώσει ότι ο αριθμός λογαριασμού που της έδωσε ήταν δικός της. Προκειμένου να γίνουν οι μεταφορές των άλλων δύο ποσών από ΣΠΕ Καϊμακλίου και Τράπεζα Κύπρου (Channel Islands). ο Εναγόμενος της έδωσε δύο ιδιόχειρα σημειώματα (τεκμήριο 13) για να διενεργήσει τις μεταφορές. Στις 29.7.08, μετά τη συμπλήρωση της μεταφοράς των χρημάτων της, ο Εναγόμενος 3 της παρέδωσε σημείωμα - κατάσταση για την απόδοση των χρημάτων της (τεκμήριο 14) από την οποία προκύπτει ότι οι λογαριασμοί που της είχαν ανοίξει ήταν καταθετικοί και το επιτόκιο που θα λάμβανε, θα ανερχόταν σε 7-7,5%. Στο τεκμήριο 14 αναφέρονται και τα 3 ποσά που απέστειλε στους Εναγόμενους
- Από το τεκμήριο 3 προκύπτει ότι το ποσό των STG 200.000 αντί να κατατεθεί στο λογαριασμό της στους Εναγόμενους 4, εν αγνοία της και χωρίς τη συγκατάθεση της, κατατέθηκε στις 14.9.06 σε λογαριασμό πελατών των Εναγομένων 1 (που τηρούσαν στους Εναγόμενους 4). Στις 21.9.06 το ποσό των GBP 100.000 μεταφέρθηκε στο δικό της λογαριασμό στους Εναγόμενους 4 και το ποσό των GBP 100.000 παρέμεινε στο λογαριασμό των Εναγομένων
- Από σχετικό σημείωμα (τεκμήριο 15) των Εναγομένων 4 - που εξασφάλισε εκ των υστέρων - προκύπτει ότι τις σχετικές οδηγίες είχαν δώσει οι Εναγόμενοι 1 και ο συνεργάτης των Εναγομένων 4, XXXXX Ανδριώτης. Δεν γνωρίζει πώς χρησιμοποιήθηκε το ποσό αυτό και πού κατέληξε. Σχετική είναι και η κατάσταση λογαριασμού της, που προήλθε από τους Εναγόμενους 1 (τεκμήριο 16), την οποία εξασφάλισε εκ των υστέρων και δεν γνωρίζει τι αντιπροσωπεύουν όλα τα ποσά που περιέχονται σ' αυτήν. Όπως ενημερώθηκε εκ των υστέρων, αφορούν χρηματιστηριακές συναλλαγές για τις οποίες ουδέποτε έδωσε οδηγίες, ούτε και ενημερώθηκε από τους Εναγόμενους
- Η δική της εντύπωση ήταν ότι τα χρήματα της ήταν κατατεθειμένα στους Εναγόμενους 4 και ανέμενε να εισπράττει από αυτούς κάθε χρόνο τις αποδόσεις που της είχαν υποσχεθεί και εγγυηθεί οι Εναγόμενοι. Υπάρχει ιδιόχειρη σημείωση ότι το ποσό των GBP 100.000 μεταφέρθηκε στην Κύπρο, το οποίο όμως δεν της δόθηκε και δεν γνωρίζει τι απέγινε. Από το τεκμήριο 16 προκύπτει ότι διατηρούσε λογαριασμό με τους Εναγόμενους 1 με αρ.
- Το ποσό των 100.000 στερλινών, μεταφέρθηκε από τους Εναγόμενους 4 στον εν λόγω λογαριασμό της (€85.480,68) στις 27 ή 28.9.06, πιστώθηκε ο λογαριασμός της και τα χρήματα της χωρίς την έγκριση, γνώση και συγκατάθεση της χρησιμοποιήθηκαν για αγορές και πωλήσεις μετοχών. Η τελευταία ημερομηνία του τεκμηρίου 16 είναι 11.10.06 και δεν γνωρίζει τι έγινε μετά από αυτή την ημερομηνία. Ισχυρίστηκε ότι για τα χρήματα που είχε καταθέσει στο λογαριασμό της στους Εναγόμενους 4, στις 18.2.08 €260.000 και 22.2.08 USA$ 54.592,03 οι Εναγόμενοι κατάρτισαν στις 27.2.08 πλαστό έγγραφο [τεκμήριο 7
(1)] με το οποίο εξουσιοδοτούσε τους Εναγόμενους 1 να διαχειρίζονται τα ποσά αυτά. Το ίδιο έγινε και για τα χρήματα που μετέφερε στις 14.9.06 GBP 200.000, δηλαδή οι Εναγόμενοι κατάρτισαν το πλαστό έγγραφο [τεκμήριο 7
(2)] στις 13.10.06 ώστε να δικαιολογήσουν την επενδυτική διαχείριση εκ μέρους τους. Στη συνέχεια, ζητούσε ενημέρωση από τον Εναγόμενο 3, ο οποίος της έδιδε ψευδείς και πλαστογραφημένες καταστάσεις λογαριασμών όπως οι καταστάσεις ημερομηνίας 29.7.08 (τεκμήριο 14) και 8.9.06 (τεκμήριο 2). Στις 29.9.08, ο Εναγόμενος 3 της παρέδωσε το τεκμήριο 17 σύμφωνα με το οποίο μεταφέρθηκε στο όνομα της το ποσό των €19.948,32 και όπως της ανέφερε, αντιπροσώπευε τόκους των καταθέσεων της. Το ποσό αυτό μεταφέρθηκε στο όνομα της μέσω της Deutsche Bank, της οποίας δεν γνωρίζει την εμπλοκή. Για τη μεταφορά του ποσού αυτού στο όνομα της, ο Εναγόμενος 3 κατέθεσε πλαστή εντολή της προς τους Εναγόμενους 1 (τεκμήριο 18). Σχετική είναι η κατάσταση των Εναγομένων 4 (τεκμήριο 19). Παρέλαβε τα τεκμήρια 17, 18 και 19 εκ των υστέρων. Ως αποτέλεσμα των συνεχών οχλήσεων της, έλαβε τα ακόλουθα ποσά μέσω των τραπεζών Credit Agricola SA και Deutsche Bank, την εμπλοκή των οποίων αγνοεί [τεκμήριο 20 (1-5)]: α) €19.948,32 στις 29.9.08 (τεκμήρια 17 και 18) β) €17.953 στις 5.1.09 [τεκμήριο 20
(1)] γ) €124.000 στις 5.5.09 δ) €60.000 στις 6.8.09 ε) €4.800 στις 7.8.09 στ) €2.816 τον Φεβρουάριο
- Το σύνολο των ποσών υπό παραγράφους β - στ ανέρχεται σε €209.
- Συμποσούμενου και του ποσού των €19.948,32 ανέρχεται σε €229.517,
- Όταν οι δικηγόροι της ήρθαν σε επαφή με τους Εναγόμενους 4, αυτοί της κατέβαλαν στις 6.4.12 το ποσό των €85.000 γι' αυτό και απέσυρε την παρούσα αγωγή εναντίον τους (τεκμήριο 21). Συνολικά της επιστράφηκε το ποσό των €314.517,
- Στις 14.9.06 απέστειλε στους Εναγόμενους 4 GBP 200.000 (€295.683), στις 22.2.08 USD$ 54.592 (€36.861) (τεκμήριο 23) και στις 18.2.08 το ποσό των €260.
- Απέστειλε δηλαδή στους Εναγόμενους 4 το συνολικό ποσό των €592.544 [€295.683 + €36.861 + €260.000 = €592.544]. Αφαιρουμένου από το ποσό των €592.544, του ποσού των €314.517, προκύπτει ότι απώλεσε από το κεφάλαιο της το συνολικό ποσό των €278.
- Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι, στις 30.11.07, χωρίς τη γνώση, συγκατάθεση και εξουσιοδότηση της, έδωσαν εντολή στους Εναγόμενους 4 να μεταφέρουν από το λογαριασμό της, στο λογαριασμό των Εναγομένων 1 το ποσό των GBP 104.500, το οποίο στη συνέχεια οι Εναγόμενοι 1 μετέφεραν στον αδελφό της XXXXX Φαλέκο. Σχετικό είναι το σημείωμα των Εναγομένων 4 (τεκμήριο 25) και έγγραφο με πλαστογραφημένη την υπογραφή της, με το οποίο έδωσε τις σχετικές οδηγίες στους Εναγόμενους 1 (τεκμήριο 26). Σχετικό είναι και το τεκμήριο
- Η ίδια δεν έδωσε καμιά εντολή ή συγκατάθεση για τη μεταφορά του ποσού αυτού στον αδελφό της. Εισηγήθηκε ότι όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 με αναληθείς παραστάσεις, την έπεισαν να τους εμπιστευθεί τα χρήματα της, διαβεβαιώνοντας την ότι θα της άνοιγαν καταθετικό λογαριασμό στους Εναγομένους 4, από τον οποίο θα είχε μια σταθερή απόδοση της τάξης του 7-7,5% ετησίως και οι οποίοι, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, την εξαπάτησαν. Η ίδια δεν είχε καμιά ενημέρωση, ούτε και της απέστελλαν καταστάσεις του λογαριασμού της. Αντίθετα, διενεργούσαν αναλήψεις από το λογαριασμό της όποτε ήθελαν, μετέφεραν χρήματα με τον τρόπο που οι ίδιοι αποφάσιζαν, χρησιμοποιούσαν πλαστά έγγραφα και έκαναν ό,τι ήθελαν, χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση της. Οι Εναγόμενοι 1 διενεργούσαν χρεώσεις σε βάρος της, για δήθεν υπηρεσίες που της πρόσφεραν και εισέπρατταν τα ποσά της από την τράπεζα, χωρίς να έχει καμιά ενημέρωση ή γνώση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, πλαστογράφησαν και κυκλοφόρησαν τα τεκμήρια 7
(1), 7
(2)και 26 και κατασκεύασαν και κυκλοφόρησαν ψευδείς καταστάσεις (τεκμήρια 2 και 14). Όπως ανακαλύφθηκε εκ των υστέρων, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 της άνοιξαν επενδυτικό λογαριασμό στους Εναγόμενους 4 και όχι καταθετικό. Όταν δημιουργήθηκε το πρόβλημα, ο Ζαχαρίας Ανδριώτης ήρθε στην Κύπρο και της ζήτησε να υπογράψει συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο, όπως της ανέφερε, από λάθος δεν το είχε υπογράψει κατά το άνοιγμα του λογαριασμού της και το οποίο αναφερόταν στους κινδύνους που αναλάμβανε για τα χρήματα που τους είχε εμπιστευθεί (τεκμήριο 28). Η ίδια αρνήθηκε να το υπογράψει. Ισχυρίστηκε ότι λόγω των πιο πάνω πράξεων των Εναγομένων 1, 2 και 3 υπέστηκε απώλειες των τόκων που της είχαν υποσχεθεί, ως ακολούθως: α) STG £200.000 Χ 7.25% από 14.9.06 = STG £14.500 ετησίως β) €260.000 Χ 7.25% από 18.2.08 = €18.850 ετησίως γ) US$54.592,03 Χ 7.25% από 22.2.08 = US$13.957 ετησίως. Για όλα τα πιο πάνω, προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία και ο Εναγόμενος 3 είχε συλληφθεί. Ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 επικαλούνται τις Συμφωνίες Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου με διακριτική ευχέρεια [τεκμήριο 7
(1)
(2)], οι οποίες όμως είναι πλαστογραφημένες, όπως και οι οδηγίες (τεκμήριο 26) για τη μεταφορά του ποσού των STG 104.500 στον αδελφό της Κώστα Φαλέκο. Η ίδια ουδέποτε εισέπραξε το ποσό αυτό από τον αδελφό της, διότι αυτός το έλαβε από τους Εναγόμενους 1 και όχι από την ίδια. Η ίδια γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 3 ήταν υπάλληλος - στέλεχος των Εναγομένων 1, όλες οι πράξεις του έγιναν στα πλαίσια των καθηκόντων του και οι Εναγόμενοι 1 που τον εργοδοτούσαν όφειλαν να γνωρίζουν τι έπραττε. Όταν αρχές του 2009, ξέσπασε σάλος για τις δραστηριότητες του Εναγομένου 3 και των Εναγομένων 1, οι Εναγόμενοι 1 αναγνώρισαν ότι υπείχαν ευθύνη για τις πράξεις και παραλείψεις του Εναγομένου 3 και δημιούργησαν ένα ταμείο για να αποζημιώσουν τα πρόσωπα που υπέστηκαν ζημιές [τεκμήριο 24 (Α) (Β)]. Αρνήθηκε να λάβει μέρος στο ταμείο αποζημιώσεων των Εναγομένων 1, διότι τα ποσά ήταν πολύ περιορισμένα, αλλά και γιατί οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν την απαίτηση να τους απαλλάξει προκαταβολικά από οποιαδήποτε ευθύνη για τις πράξεις τους ως και για αυτές του Εναγομένου
- Επέμενε ότι δεν ενημερωνόταν για την κίνηση του χαρτοφυλακίου της με τριμηνιαίες καταστάσεις που της απέστειλαν οι Εναγόμενοι 1 και
- Οι μόνοι λογαριασμοί ή καταστάσεις που λάμβανε, προέρχονταν από τον Εναγόμενο 3, οι οποίες επιβεβαίωναν ότι ο λογαριασμός της στους Εναγόμενους 4 ήταν καταθετικός. Επίσης δεν διέθετε λογαριασμό διαδικτυακής υπηρεσίας για να ελέγχει την κατάσταση λογαριασμού της. Ο Εναγόμενος 3 με πλαστά έγγραφα, καθόρισε σαν διεύθυνση αλληλογραφίας της με τους Εναγόμενους 4, τη δική του διεύθυνση. Για το θέμα αυτό κατηγορήθηκε ποινικά και παραδέχθηκε ενοχή. Ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε της εξήγησε τους πιθανούς κινδύνους ζημιών για τα χρήματα της. Το μόνο που της είχε αναφέρει ήταν ότι θα της άνοιγαν καταθετικό λογαριασμό στους Εναγόμενους 4 και τα χρήματα της θα είχαν σταθερή απόδοση της τάξης του 7-7,5% ετησίως. Γι' αυτό και ετοίμασε και της παρέδωσε τις καταστάσεις τεκμήρια 2 και 14 στις 8.9.06 και 29.7.08, ώστε να την πείσει για την απόδοση αυτή. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι επισκεπτόταν τον Εναγόμενο 3 στα γραφεία των Εναγομένων 1, για να τη συμβουλεύει σχετικά με την περιουσία της. Εκεί έβλεπε συχνά τον Εναγόμενο 2, όμως ουδέποτε συνομίλησε ούτε είχε επαφή μαζί του, ούτε και τη συμβούλευσε για τα χρήματα της. Συνομίλησε μαζί του μόνο μια φορά τον Ιανουάριο 2009 σε σχέση με τα χρήματα της μετά το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει. Ισχυρίστηκε ότι στις συναντήσεις της με τον Εναγόμενο 3, πολλές φορές ήταν παρών και ο υπάλληλος των Εναγομένων 1 XXXXX Παπανικολάου και κάποιες κοπέλες που δεν θυμάται τα ονόματα τους. Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο Διευθυντής και κύριος μέτοχος των Εναγομένων 1 και συνεπώς είχε εμπλοκή σε όλες τις ενέργειες των Εναγομένων
- Ο Εναγόμενος 3 την πλησίασε το 2004 για να τη συμβουλεύσει για τα οικονομικά και περιουσιακά της θέματα, μετά το θάνατο του πατέρα της και ο σκοπός της δεν ήταν να επενδύσει χρήματα. Ο Εναγόμενος 3 της πρότεινε να καταθέσει τα χρήματα της σε άλλη τράπεζα, ώστε να είναι ασφαλισμένα και με μεγαλύτερο επιτόκιο και αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος 3 της είχε προτείνει να επενδύσει σε αξίες χρηματιστηριακές. Επέμενε ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 την είχαν διαβεβαιώσει ότι με την κατάθεση των χρημάτων της στους Εναγόμενους 4 θα είχε σταθερό εισόδημα της τάξεως των 7 - 7,5% ετησίως και ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 2 «εννοείται» ότι θα ήταν ενήμερος αφού οι Εναγόμενοι 1 ήταν δική του εταιρεία. Όμως είχε προσωπική επαφή μόνο με τον Εναγόμενο
- Τα τεκμήρια 2 και 14 αποδεικνύουν τις πιο πάνω διαβεβαιώσεις του για απόδοση 7 - 7,5% ετησίως. Το τεκμήριο 2 της το παρέδωσε ο Εναγόμενος 3 στα γραφεία των Εναγομένων 1 και το ποσό που αναφέρεται STG 14.000 ετησίως αντιπροσωπεύει τους τόκους επί του ποσού των STG 200.000 με επιτόκιο 7%, ως οι διαβεβαιώσεις του Εναγομένου
- Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο
- Τα αγγλικά της δεν είναι καθόλου καλά και εκείνο που γνωρίζει είναι ότι η λέξη «bond» σημαίνει «γραμμάτιο», όπως της είχε πει και ο Εναγόμενος
- Τα τεκμήρια 2 και 4, σχετίζονται με τα τεκμήρια 7
(1)
(2)τα οποία είναι πλαστογραφημένα. Το τεκμήριο 2 σχετίζεται με το τεκμήριο 7
(2)και αφορά το ποσό των STG 200.000 που έστειλε στους Εναγόμενους 4. Αυτό που γνώριζε η ίδια ήταν ότι είχε ένα γραμμάτιο στους Εναγόμενους 4 και ουδέποτε η ίδια έλαβε αυτό το ποσό, αν και αναφέρεται στο τεκμήριο 5 ότι το ποσό των STG 100.000 κατατέθηκε από τους Εναγόμενους 1 στο λογαριασμό της. Το τεκμήριο 14 σχετίζεται με το τεκμήριο 7
(1)που αφορά τα χρήματα που μετέφερε στους Εναγόμενους 4, δηλαδή €260.000 και US$54.592,03 και είναι πλαστό. Δεν γνωρίζει αν το τεκμήριο 7
(1)αφορά επενδυτική πρόταση για τον τρόπο επένδυσης των χρημάτων της και ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε της εξήγησε ότι τα χρήματα της θα επενδύονταν σε χαρτοφυλάκιο και όχι σε γραμμάτιο. Μετέφερε τα χρήματα της γιατί είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο 3 με τον οποίο ήταν πολύ συνδεδεμένη. Το τεκμήριο 13 αφορά χειρόγραφες σημειώσεις του Εναγομένου
- Της το παρέδωσε στις 22.2.08 και 18.2.08 προκειμένου να προέβαινε στις μεταφορές των χρημάτων από τη ΣΠΕ Καϊμακλίου και Channel islands. Η ίδια είχε στην κατοχή της μόνο τα τεκμήρια 2 και 14 και τις καταθέσεις των χρημάτων της στους Εναγόμενους
- Τα υπόλοιπα τεκμήρια τα παρέλαβε από την αστυνομία και τους Εναγόμενους 4, τον 1-2/09 όταν ξέσπασε το σκάνδαλο. Δεν έχει στην κατοχή της τα έγγραφα για άνοιγμα του λογαριασμού της στους Εναγόμενους
- Συνάντησε τον XXXXX Ανδριώτη, υπάλληλο των Εναγομένων 4, μετά το σκάνδαλο, αρχές του 2009, στο ξενοδοχείο Hilton και της ζήτησε να υπογράψει ένα έγγραφο (τεκμήριο 28) χωρίς να της το εξηγήσει, όμως αυτή αρνήθηκε. Τα τεκμήρια 17 και 18 αφορούν ποσό των €19.948,32 και αποτελεί τους τόκους που θα έπαιρνε με βάση το τεκμήριο
- Το τεκμήριο 18 αφορά οδηγίες που δεν έδωσε η ίδια, η υπογραφή της είναι πλαστή και δικαιολογεί το γεγονός ότι της κατέβαλε τους δήθεν τόκους του γραμματίου των STG 200.
- Επίσης το τεκμήριο 20
(1)αφορά το ποσό των €18.000, υποτίθεται ότι ήταν τόκοι και η υπογραφή της είναι πλαστογραφημένη. Αρνήθηκε ότι οι Εναγόμενοι 4 προτού μεταφέρουν χρήματα από το λογαριασμό της, είχαν τη δική της τηλεφωνική επιβεβαίωση. Κανένας δεν είχε επικοινωνήσει μαζί της τηλεφωνικώς. Πρόσθεσε ότι ο Εναγόμενος 3 είχε αλλάξει τη διεύθυνση αλληλογραφίας της με τους Εναγόμενους 4 και είχε δώσει τη δική του διεύθυνση. Αρνήθηκε επίσης ότι οι Εναγόμενοι 4 είχαν την τηλεφωνική επιβεβαίωση της για να μεταφέρουν το ποσό των GBP 104.500 στον αδελφό της (τεκμήρια 25, 26, 27). Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 3 δεχόταν πιέσεις από τον αδελφό της γιατί του χρωστούσε χρήματα και γι' αυτό ο Εναγόμενος 3, αναγκάστηκε να του μεταφέρει το ποσό αυτό από τα δικά της χρήματα. Ζήτησε το ποσό αυτό από τον αδελφό της, ο οποίος είχε την πεποίθηση ότι ήταν δικό του, όμως δεν μπόρεσε να της τα επιστρέψει. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε καταστάσεις λογαριασμού από τους Εναγόμενους 1 και 4 και δεν θυμάται να υπέγραψε έγγραφα με τους Εναγόμενους 4 όπου δήλωσε διεύθυνση αλληλογραφίας "c/o XXXXX Falekko". Επιβεβαίωσε ότι όσα έγγραφα κατέθεσε στο Δικαστήριο, τα παρέλαβε εκ των υστέρων από την αστυνομία. Το ποσό των €19.948,32 ως και το ποσό των €17.953, ο Εναγόμενος 3 της τα παρουσίασε ως τόκους. Αρνήθηκε ότι είχε μεταφέρει τα χρήματα της για να επενδυθούν, ως και ότι ανέλαβε τον επενδυτικό κίνδυνο και αναφέρθηκε στις συμβάσεις [τεκμήρια 7
(1)
(2)], οι οποίες είναι πλαστογραφημένες. Αρνήθηκε ότι είχε τακτική ενημέρωση για την πορεία του χαρτοφυλακίου της από τους Εναγόμενους 4 και αναφέρθηκε στην αλλαγή διεύθυνσης που έγινε από τον Εναγόμενο 3, στις 21.9.06 (τεκμήριο 29), με αποτέλεσμα να μην παραλαμβάνει η ίδια καταστάσεις λογαριασμού. Η ίδια παρέλαβε το τεκμήριο 29 από την αστυνομία και είναι πλαστογραφημένο. Δεν γνώριζε ότι τα χρήματα της θα επενδύονταν σε χρηματιστηριακά προϊόντα, δεν είχε ιδέα από επενδύσεις και ο Εναγόμενος 3 της είχε υποσχεθεί ότι θα τα έκανε γραμμάτιο με ψηλότερο επιτόκιο προς 7%. Τον πίστεψε γιατί του είχε εμπιστοσύνη. Επέμενε ότι ο Εναγόμενος 3 της είχε αναφέρει ότι αν και οι Εναγόμενοι 1 ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία, ενεργούσε και σαν σύμβουλος και σύναπτε και γραμμάτια σε συνεργασία με πολύ σοβαρή τράπεζα. Μετά τη μεταφορά των χρημάτων της στους Εναγόμενους 4 και από τον Φεβρουάριο του 2008, ζητούσε συχνά από τον Εναγόμενο 3 να την εφοδιάσει με αποδεικτικά στοιχεία των γραμματίων της, όμως αυτός της έλεγε ότι τα είχε φυλάξει στο γραφείο του για να μην τα χάσει η ίδια. Έτσι ακολούθησε η κατάσταση ημερομηνίας 29.7.08 (τεκμήριο 14) , την οποία της παρέδωσε ο Εναγόμενος 3 και της την παρουσίασε ως κατάσταση λογαριασμού. Για το ποσό των STG 200.000 που κατέθεσε στις 21.9.06, εισέπραξε στις 30.9.08 (τεκμήριο 17) το ποσό των €19.948,32 ως τόκους ενός χρόνου, με εντολές του Εναγομένου 3 και πλαστές υπογραφές (τεκμήριο 18). Το ποσό των €19.948,32 αντιπροσωπεύει τους τόκους επί των STG 200.000 με επιτόκιο 7 - 7,5%. Επειδή ο Εναγόμενος 3 συνέχιζε να μην της παραδίδει το γραμμάτιο, άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, τον ενοχλούσε συνεχώς και μετά από 4 μήνες αυτός συνελήφθηκε από την αστυνομία. Από τον Φεβρουάριο 2008 υποψιαζόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, τον ενοχλούσε συνεχώς και στις 5.1.09 της κατέθεσε το ποσό των €17.953 ως τόκους. Σ' ό,τι αφορά τους τόκους του πρώτου χρόνου, δηλαδή από Σεπτέμβριο 2006 μέχρι Σεπτέμβριο 2007 δεν εισέπραξε τόκους, είχε πει στον Εναγόμενο 3 ότι δεν τους χρειαζόταν και του ζήτησε να αφήσει το ποσό των τόκων κατατεθειμένο στους Εναγόμενους 4 ώστε να τοκίζονται. Το τεκμήριο 2 ημερομηνίας 8.9.06 είναι μια τρέχουσα κατάσταση των περιουσιακών της στοιχείων και της το παρέδωσε ο Εναγόμενος 3 ο οποίος της είχε πει ότι αυτός θα τη βοηθούσε να «συγυρίσει» τα χρήματα της, γι' αυτό και της πρότεινε τους Εναγόμενους 4 ως μια από τις καλύτερες τράπεζες στον κόσμο ώστε να παίρνει ψηλότερο επιτόκιο. Ο Εναγόμενος 3 της είχε παρουσιάσει έγγραφα στα αγγλικά για το άνοιγμα του λογαριασμού της στους Εναγόμενους 4, τα οποία δεν ήταν συμπληρωμένα και τα οποία υπέγραψε, όμως δεν της έδωσε ποτέ αντίγραφα. Δεν κατάφερε να εντοπίσει τα έγγραφα για το άνοιγμα του λογαριασμού της στους Εναγόμενους 4, δεν τα έχει στην κατοχή της και γι' αυτό δεν τα κατέθεσε στο Δικαστήριο. Όλα τα έγγραφα κατέληγαν στη διεύθυνση του Εναγομένου 3, αφού ο ίδιος πλαστογράφησε την υπογραφή της (τεκμήριο 29) και από 21.9.06 τα παραλάμβανε ο ίδιος. Διευκρίνισε ότι η ίδια είχε εγκαταλείψει τη διεύθυνση Δωριέων XXXXX, Στρόβολος από τα τέλη του 2005 όταν πούλησε το σπίτι της και από το 2006 διέμενε στην οδό Μιχαλακοπούλου XXXXX. Όταν άρχισε η συνεργασία της με τον Εναγόμενο 3, δεν διέμενε στην οδό Δωριέων XXXXX. Παρέπεμψε στις 2 συμβάσεις τεκμήρια 7
(1)
(2), όπου αναφέρεται ως διεύθυνση της, η Δωριέων XXXXX Στρόβολος, ως και στο τεκμήριο 29 ημερομηνίας 21.9.06 για αλλαγή της διεύθυνσης της, όπου γίνεται αναφορά σε νέα διεύθυνση δηλαδή αυτήν του Εναγομένου 3, και αυτό, λίγες μέρες μετά την κατάθεση των STG 200.000 στις 14.9.06 (τεκμήριο 3). Στο τεκμήριο 9, που αφορά τη μεταφορά του ποσού των €260.000 από τη ΣΠΕ Καϊμακλίου στις 18.2.08, αναφέρεται η διεύθυνση Δωριέων XXXXX διότι αυτή τη διεύθυνση είχε το γραμμάτιο της. Το τεκμήριο 24 (Β) ταχυδρομήθηκε στην οδό Δωριέων XXXXX και η ίδια δεν το γνωρίζει. Όμως επέμενε ότι δεν λάμβανε την αλληλογραφία από την οδό Δωριέων XXXXX. Το τεκμήριο 16 είναι κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 30.1.09, σύμφωνα με την οποία στις 27.9.06 μεταφέρθηκε από τους Εναγόμενους 4 ποσό STG 100.000 στους Εναγόμενους 1, χωρίς τη συγκατάθεση της. Δεν γνωρίζει και δεν αντιλαμβάνεται τις πράξεις που αναφέρονται στο τεκμήριο
- Το τεκμήριο 27 ημερομηνίας 3.12.07 αφορά τη μεταφορά των €104.500 στο λογαριασμό του αδελφού της που έγινε εν αγνοία της και εν αγνοία του αδελφού της, πράγμα που αντιλήφθηκαν μετά τη σύλληψη του Εναγομένου
- Αρνήθηκε ότι η εντολή (τεκμήριο 26) έτυχε της τηλεφωνικής της επιβεβαίωσης. Ο ΜΕ2 από το 2013 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Αμμοχώστου. Από το 2000 μέχρι 2013 υπηρετούσε στο Γραφείο Διερεύνησης Οικονομικού Εγκλήματος του Αρχηγείου. Υπό αυτή την ιδιότητα του και ως ανακριτής σε ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου 3, κατείχε και είχε υπό τη φύλαξη του έγγραφα τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Πρόκειται για το πρωτότυπο του τεκμηρίου 7
(1)[τεκμήριο 7
(1)(Α)], το πρωτότυπο του τεκμηρίου 7
(2)[τεκμήριο 7
(2)(Α)] και το πρωτότυπο του τεκμηρίου 26 [τεκμήριο 26 (Α)]. Διευκρίνισε ότι οι εναγόμενοι 1 και η ενάγουσα ήταν παραπονούμενοι. Το τεκμήριο 26 (Α) παραδόθηκε στην αστυνομία στις 26.1.09 από τον διευθύνων σύμβουλο των Εναγομένων 1, κ. XXXXX Παπανικολάου και στη συνέχεια στον Αστυνόμο Β κ. Μαρκίδη για γραφολογικές εξετάσεις. Ο ΜΕ3 εργάζεται ως δικαστικός γραφολόγος από το 1990. Διατέλεσε Διευθυντής του Εργαστηρίου Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών και αφυπηρέτησε το 2013 πρόωρα από την Αστυνομία με το βαθμό του Αστυνόμου Α. Έκτοτε ιδιωτεύει ως γραφολόγος. Στα πλαίσια των πιο πάνω καθηκόντων του στην Αστυνομία, εξέτασε γραφολογικά τις υπογραφές που παρουσιάζονται ότι ανήκουν στην Ενάγουσα στα τεκμήρια 7
(1)(Α), 7
(2)(Α), 26 (Α), 29, 18 και 19 και ετοίμασε 2 εκθέσεις ημερομηνίας 10.1.18 και 12.2.18. Διευκρίνισε ότι η έκθεση ημερομηνίας 10.1.18 (Έγγραφο Β) αφορά τα τεκμήρια 7
(1)(Α), 7
(2)(Α), 26 (Α) και 29. Η έκθεση του ημερομηνίας 12.2.18 (Έγγραφο Γ) αφορά τα τεκμήρια 18 και 20
(1)(2η σελίδα). Προέβηκε σε εξέταση των εν λόγω εγγράφων στις 30.7.10, ενόσω ακόμα υπηρετούσε στην Αστυνομία. Τα αποτελέσματα της εξέτασης του παρουσιάζονται στη σελίδα 42 του Εγγράφου Β και στη σελίδα 15 του Εγγράφου Γ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έλαβε δείγματα υπογραφών. Παρέλαβε τα δείγματα στις 5.5.09 για σκοπούς γραφολογικής εξέτασης. Παρέπεμψε στη σελίδα 11 του Εγγράφου Β όπου αναφέρεται στη σύγκριση των 51 πρωτότυπων δειγμάτων υπογραφής της Ενάγουσας και στην κατάληξη του ότι αυτά χαρακτηρίζονται ως ποσοτικά πολύ επαρκή και ποιοτικά ως κατάλληλα για γραφολογική σύγκριση/αναγνώριση, εφόσον, όλα αποτυπώνονται με απόλυτη ευκρίνεια. Ως εκ τούτου είναι σίγουρος ότι είχε ενώπιον του τις γνήσιες υπογραφές της Ενάγουσας, εφόσον το δείγμα ήταν επαρκές. Ισχυρίστηκε ότι έργο του γραφολόγου είναι να εντοπίσει τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα, δηλαδή τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά της υπογραφής κάποιου προσώπου τα οποία είναι σταθερά και επαναλαμβάνονται. Οι φυσιολογικές παραλλαγές περιορίζονται στα γενικά γραφολογικά γνωρίσματα. Επέμενε ότι το δειγματικό υλικό που είχε στη συγκεκριμένη περίπτωση για να συγκρίνει με τις αμφισβητούμενες υπογραφές, ήταν ποσοτικά επαρκές και ποιοτικά κατάλληλο και μπορούσε να τον οδηγήσει σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα. Τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα είναι αυτά που προσδίδουν ατομικότητα στην υπογραφή ενός προσώπου σε συνάρτηση με το στοιχείο της επανάληψης. Αυτά τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα υπάρχουν στις 51 υπογραφές της Ενάγουσας και απαριθμούνται στη σελίδα 11 του Εγγράφου Β. Ανέφερε ότι δεν έλαβε δείγματα μονογραφής της Ενάγουσας διότι οι μονογραφές είναι περιορισμένες σε ποσότητα και ένας δικαστικός γραφολόγος δεν μπορεί να καταλήξει με απόλυτη ασφάλεια σε ένα γραφολογικό αποτέλεσμα διότι περιορίζεται και ποσοτικά και ποιοτικά η αμφισβητούμενη υπογραφή. Η θέση του είναι ότι όλα τα δείγματα υπογραφής της Ενάγουσας είναι γραμμένα ελεύθερα, με ταχύτητα και χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία διστακτικότητας. Τα γραφολογικά γνωρίσματα των 51 δειγμάτων υπογραφής της Ενάγουσας, παραπέμπουν σε φυσιολογικές και γνήσιες υπογραφές του ιδίου προσώπου, δηλαδή της Ενάγουσας και όλες οι 51 υπογραφές της Ενάγουσας συγκρινόμενες μεταξύ τους, παρουσιάζουν την ίδια συνέπεια στα γραφολογικά τους γνωρίσματα, είναι γραμμένες ελεύθερα, με ταχύτητα, χωρίς στοιχεία διστακτικότητας και δεν έγιναν με σκοπό την παραποίηση του ατομικού γραφικού χαρακτήρα της. Οι αμφισβητούμενες υπογραφές στα τεκμήρια 7
(1)(Α), 7
(2)(Α), 26 (Α), 29, 18 και 19, δεν έχουν καμιά σχέση συγκρινόμενες με τα δείγματα υπογραφής της Ενάγουσας, διαφέρουν στα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα και το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της Ενάγουσας, προσπάθησε να αντιγράψει την υπογραφή της. Επεξήγησε ότι ένα πρόσωπο που έχει σκοπό να παραποιήσει τη γραφή του, το πρώτο που έχει κατά νου είναι να αλλάξει τη γενική μορφή και εμφάνιση. Αντίθετα, ένα πρόσωπο που έχει σκοπό να αντιγράψει μια γραφή άλλου προσώπου, το πρώτο που έχει κατά νου να αντιγράψει είναι η γενική μορφή και εμφάνιση και αποτυγχάνει στις λεπτομέρειες. Ο ίδιος δεν γνωρίζει ποιος έθεσε τις αμφισβητούμενες υπογραφές, όμως αποκλείεται να είναι η Ενάγουσα. Εξετάζοντας τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να οδηγηθεί ένας αντικειμενικός δικαστικός γραφολόγος ότι οι συγκεκριμένες αμφισβητούμενες υπογραφές έγιναν από την Ενάγουσα. Πρακτικά είναι αδύνατον ένα πρόσωπο να θέσει μια φανταστική υπογραφή ή μια υπογραφή τελείως διαφορετική από την υπογραφή του κατ' επανάληψη και αυτές οι υπογραφές (οι κατ' επανάληψη) να παρουσιάζουν συνέπεια όλων των γραφολογικών γνωρισμάτων, δηλαδή τρόπο έναρξης, κατάληξης, συνδέσεις γραμμάτων, μεσογραμματικές αποστάσεις, ποιότητα γραμμής, χαράξεις και ταχύτητα. Κάτι τέτοιο είναι ανθρωπίνως αδύνατο να γίνει. Σύγκρινε τις αμφισβητούμενες υπογραφές μεταξύ τους, διαπίστωσε ότι υπάρχει ο συνδυασμός των ιδιαίτερων γραφολογικών γνωρισμάτων, ο οποίος επαναλαμβάνεται με συνέπεια σε όλες τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Συνεπώς όλες οι αμφισβητούμενες υπογραφές έγιναν από το ίδιο πρόσωπο (σελίδα 7 Έγγραφο Β). Σ' ό,τι αφορά τα αντίγραφα αμφισβητούμενων υπογραφών, παρέπεμψε στη σελίδα 42 του Εγγράφου Β και σελίδα 15 του Εγγράφου Γ, όπου αναφέρεται σε γραφολογικά γνωρίσματα που δεν αλλοιώνονται με τη φωτοτύπηση. Ο ΜΕ4 είναι αδελφός της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι καταχώρισε εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 την αγωγή με αρ. 9328/10 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με την οποία αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές που του προκάλεσαν κα σχετίζονται με την απώλεια των μετοχών του, τις οποίες τους εμπιστεύθηκε. Τον Νιόβρη - Δεκέμβρη 2007, επειδή χρειαζόταν χρήματα, έδωσε οδηγίες στους Εναγόμενους να πωλήσουν ένα αριθμό των μετοχών του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, του απέστειλαν ένα ποσό, το οποίο όπως του ανέφεραν, προήλθε από την πώληση των μετοχών του. Στα μέσα του 2009, πληροφορήθηκε από την Ενάγουσα ότι το εν λόγω ποσό, του είχε καταβληθεί από δικά της χρήματα. Επίσης του ανέφερε ότι είχε πληροφορηθεί από την Αστυνομία ότι οι Εναγόμενοι είχαν πλαστογραφήσει εξουσιοδότηση της, με την οποία υποτίθεται ότι τους εξουσιοδοτούσε να του αποστείλουν το εν λόγω ποσό από δικά της χρήματα. Η Ενάγουσα του παρουσίασε την εν λόγω εξουσιοδότηση τεκμήριο 26 (Α), η οποία φέρει την υπογραφή του. Ωστόσο, δήλωσε ότι ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε ως δικαιούχος, τέτοια εξουσιοδότηση. Για πρώτη φορά είδε το τεκμήριο 26 (Α) στην Αστυνομία όταν είχε δώσει κατάθεση. Όπως διαπίστωσε εκ των υστέρων, κατά το χρόνο που είχε δώσει τις πιο πάνω οδηγίες στους Εναγόμενους, όλες οι μετοχές του είχαν πωληθεί από τους Εναγόμενους, χωρίς τις οδηγίες του και χωρίς να τον ενημερώσουν. Δεν έχει επιστρέψει το ποσό αυτό στην Ενάγουσα διότι το έλαβε από τους Εναγόμενους
- Στην πιο πάνω αγωγή που καταχώρισε εναντίον των Εναγομένων, δεν διεκδικεί το ποσό αυτό, διότι το εισέπραξε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είχε μεταβεί στα γραφεία των Εναγομένων 1 και είχε δώσει προφορικά εντολή στον Εναγόμενο 3 για την πώληση των μετοχών του. Για το πιο πάνω ποσό, πήρε επιταγή των Εναγομένων 1 και επέμεινε ότι ουδέποτε υπέγραψε ως δικαιούχος στο τεκμήριο 26 (Α). Είδε για πρώτη φορά το τεκμήριο 26 (Α) στην Αστυνομία και έκαμε σχετική καταγγελία για πλαστογραφία του τεκμηρίου 26 (Α) στον ΜΕ
- Μετά από χρόνια ανακάλυψε ότι η Αστυνομία δεν συμπεριέλαβε στην ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου 3 και τη δική του καταγγελία για το τεκμήριο 26 (Α) και γι' αυτό παραπονέθηκε στον ΜΕ2, ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Για την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 κατέθεσε ένας μάρτυρας: Ο XXXXX Μυτιληναίος (ΜΥ1). Για την πλευρά του Εναγομένου 3 κατέθεσε ο ίδιος (ΜΥ2). Ο ΜΥ1 είναι Διευθυντής και Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου SFS στον οποίο ανήκουν οι Εναγόμενοι 1, οι οποίοι είναι ιδιωτική εταιρεία και παρέχουν χρηματοοικονομικές και επενδυτικές υπηρεσίες. Στις 17.2.05 οι Εναγόμενοι 1 με γραπτή συμφωνία εργοδότησαν τον Εναγόμενο 3 στη θέση του Private and Institutional Client Executive, ο οποίος μέχρι τότε εργοδοτείτο στη δημόσια εταιρεία SFS GROUP COMPANY LTD (SFS), η οποία είναι μητρική εταιρεία των Εναγομένων
- Οι Εναγόμενοι 1 είναι 100% θυγατρική της SFS και ο Εναγόμενος 2 δεν είναι ο μέτοχος τους. Ο Εναγόμενος 3 υπαγόταν στο Τμήμα Wealth Management και από τη θέση που κατείχε, παρείχε στους πελάτες των Εναγομένων 1 συμβουλές ως προς τις επενδυτικές τους επιλογές και ως προς την κατανομή των περιουσιακών τους στοιχείων σε κατηγορίες επενδύσεων. Ο Εναγόμενος 3, δεν ήταν αρμόδιος να διενεργεί ο ίδιος συγκεκριμένες επενδύσεις και ουδέποτε κατείχε την απαραίτητη άδεια ως πιστοποιημένο πρόσωπο δυνάμει του Νόμου. Επεξήγησε ότι μέχρι τον Δεκέμβρη 2008, οι πελάτες των Εναγομένων 1 λάμβαναν καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες παρήγαγε το μηχανογραφικό σύστημα των Εναγομένων 1 αυτόματα ανά τρίμηνο. Μέχρι τότε, ο πελάτης μπορούσε να ζητήσει με την υποβολή υπογεγραμμένου εντύπου αλλαγής διεύθυνσης, όπως οι καταστάσεις λογαριασμού του αποστέλλονται σε άλλη διεύθυνση ή/και σε τρίτο πρόσωπο. Από τον Δεκέμβρη 2008 τέθηκε σε εφαρμογή το νέο εγχειρίδιο διαδικασιών του τμήματος Wealth Management των Εναγομένων 1, με βάση το οποίο, ανεξάρτητα από προηγούμενες οδηγίες του πελάτη, οι πελάτες (και οι πελάτες που εξυπηρετούσε ο Εναγόμενος 3) θα λάμβαναν οι ίδιοι απευθείας τις καταστάσεις λογαριασμού τους από τους Εναγόμενους 1 και όχι μέσω τρίτων. Μέσα Ιανουαρίου 2009 πελάτες που εξυπηρετούσε ο Εναγόμενος 3 εξέφρασαν παράπονα στους Εναγόμενους 1 ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που τους απέστειλαν οι Εναγόμενοι 1, διέφεραν από τις καταστάσεις λογαριασμού που λάμβαναν από τον Εναγόμενο 3 μέχρι τότε. Μετά από έλεγχο που έγινε από τους Εναγόμενους 1 στους φακέλους των πελατών, διαπιστώθηκε ότι ο Εναγόμενος 3 προέβηκε σε παραποίηση και/ή πλαστογράφηση των ειδικών εντύπων αλλαγής ταχυδρομικής διεύθυνσης, ώστε ο ίδιος να είναι ο τελικός αποδέκτης της αλληλογραφίας των Εναγομένων 1 με τους πελάτες τους. Ο Εναγόμενος 3 παραλάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμαζαν οι Εναγόμενοι 1 και αφού τις παραποιούσε, δημιουργώντας νέες εκτός συστήματος των Εναγομένων 1 σε πρόγραμμα EXCEL, απέστελλε στους πελάτες τις παραποιημένες καταστάσεις. Σ' αυτές συχνά παρουσίαζε ψεύτικο χαρτοφυλάκιο δηλαδή αξίες ή μετρητά που δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα, απέκρυπτε συναλλαγές που είχε διενεργήσει αυθαίρετα και αλλοίωνε τη συνολική αξία του χαρτοφυλακίου. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις διαφάνηκε ότι οι πελάτες ήταν συγγενείς ή φιλικά πρόσωπα του Εναγομένου
- Οι Εναγόμενοι 1, μετά τη διαπίστωση των πιο πάνω, έθεσαν τον Εναγόμενο 3 εκτός καθηκόντων, κατάγγειλαν την υπόθεση στην αστυνομία, ενημέρωσαν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και εξέδωσαν ανακοίνωση στον Τύπο στις 16.1.09 (τεκμήριο 35). Σύστησαν επίσης Ειδική Επιτροπή, στην οποία ο ίδιος ήταν μέλος και άρχισαν έρευνα από την οποία προέκυψαν τα πιο πάνω, σε σχέση με σημαντικό αριθμό πελατών των Εναγομένων 1, που εξυπηρετούσε ο Εναγόμενος
- Παράλληλα, η εν λόγω Ειδική Επιτροπή, κατάρτισε έντυπο υποβολής παραπόνων για χρήση από τους πελάτες των Εναγομένων 1 οι οποίοι είχαν παράπονο για τις ενέργειες του Εναγομένου 3 και η Ενάγουσα δεν υπέγραψε τέτοιο έντυπο. Από την έρευνα προέκυψε ότι ο Εναγόμενος 3 έδιδε στους πελάτες καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες διέφεραν από αυτές που εκδίδοντο από τους Εναγόμενους 1 και στις συναντήσεις τους μαζί του, αυτός προέβαινε σε ψευδείς και/ή παραπλανητικές παραστάσεις σε σχέση με τις συναλλαγές τους και τα υπόλοιπα του χαρτοφυλακίου τους. Επίσης, ο Εναγόμενος 3 πλαστογράφησε έντυπα εντολών πελατών για εκτέλεση οδηγιών, συμπεριλαμβανομένων και οδηγιών για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Γι' αυτές του τις ενέργειες, οι Εναγόμενοι 1 καταχώρισαν εναντίον του αρκετές υποθέσεις και η πρώτη με αρ. 412/09 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αφορά τις δόλιες πράξεις του Εναγομένου 3, εν πλήρη άγνοια των Εναγομένων 1 και κατά παράβαση της συμβατικής του σχέσης και του καθήκοντος πίστης με τους Εναγόμενους
- Οι Εναγόμενοι 1 τερμάτισαν την εργοδότηση του Εναγομένου 3 με επιστολή τους ημερομηνίας 22.1.
- Η Ενάγουσα ήταν πελάτης των Εναγομένων 1, με τους οποίους είχε συνάψει Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και διατηρούσε χρηματιστηριακό λογαριασμό από το 2004 (τεκμήρια 36). Η Ενάγουσα, από το 2006, δεν συνάντησε κανένα άλλο αξιωματούχο ή υπάλληλο των Εναγομένων 1, εκτός από μια ολιγόλεπτη γνωριμία με τον Χάρη Παπανικολάου, κατά την οποία δεν συζήτησαν οτιδήποτε για τις επενδύσεις της. Η Ενάγουσα ουδέποτε συνάντησε τον Εναγόμενο 2, παρά μόνο μια φορά, μετά που ανακαλύφθηκαν οι ενέργειες του Εναγομένου
- Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 3 δεν ενεργούσε σαν ομάδα με τους Εναγόμενους 1 και
- Ο Εναγόμενος 3 ενεργούσε μόνος του, εκτός του πλαισίου των καθηκόντων του και σε πλήρη άγνοια των Εναγομένων 1 όσον αφορά τις παράνομες πράξεις του. Η αστυνομία καμιά ποινική υπόθεση καταχώρισε εναντίον των Εναγομένων 1, ούτε και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επέβαλε κυρώσεις στους Εναγόμενους
- Η άδεια λειτουργίας των Εναγομένων 1 αναστάληκε μόνο για 4 μέρες, ώστε να διαπιστωθεί η έκταση του προβλήματος. Επεξήγησε ότι οι Εναγόμενοι 1 συνήψαν σύμβαση με τους Εναγόμενους 4, ημερομηνίας 6.9.06 (τεκμήριο 37), στα πλαίσια της οποίας η Ενάγουσα εξουσιοδότησε (τεκμήριο 38) τους Εναγόμενους 1, ως αντιπροσώπους της για διαχείριση του χαρτοφυλακίου της με τους Εναγόμενους
- Το τεκμήριο 37 αφορά διαχείριση επενδύσεων και όχι κατάθεση σε λογαριασμό και δεν αναφέρεται σ' αυτό η απόδοση ύψους 7 - 7,5%, ούτε και ότι τα χρήματα της Ενάγουσας ήταν εγγυημένα και ασφαλή. Το τεκμήριο 2 δεν είναι έγγραφο των Εναγομένων 1 και καταρτίστηκε εκτός του συστήματος τους. Παραπέμπει όμως σε "bond and custody account" δηλαδή σε χαρτοφυλάκιο επενδύσεων και όχι σε καταθετικό λογαριασμό. Σ' ό,τι αφορά το ποσό των GBP 200.000, στο τεκμήριο 4 (κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας με την Τράπεζα Κύπρου Ηνωμένου Βασιλείου) στην κίνηση του εν λόγω ποσού, αναφέρεται το όνομα των Εναγομένων
- Στο τεκμήριο 3 (κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας στους Εναγόμενους 4) παρουσιάζεται η πίστωση των GBP 200.000 στις 21.9.06, η μεταφορά των GBP 100.000 από τους Εναγόμενους 4 σε άλλο λογαριασμό της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους 4, ως και η μεταφορά των GBP 100.000 στους Εναγόμενους 1 και στη συνέχεια στο χρηματιστηριακό λογαριασμό (τεκμήριο 36) που διατηρούσε η Ενάγουσα με τους Εναγόμενους 1 από το 2004, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά και πώληση μετοχών μέσω των Εναγομένων
- Επομένως, οι GBP 200.000 πιστώθηκαν σε δύο λογαριασμούς της Ενάγουσας. Μεταξύ 13.9.06 που πιστώθηκε το ποσό των GBP 200.000 (τεκμήριο 3) μέχρι τη μεταφορά του ποσού αυτού σε δύο άλλους λογαριασμού της Ενάγουσας στις 21.9.06, οι Εναγόμενοι 4 πίστωσαν στις 29.9.06 το λογαριασμό με GBP 203,84 τόκο, που αντιπροσωπεύει επιτόκιο 4,65% για 8 μέρες (τεκμήριο 3). Ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει περίπτωση τράπεζα παγκόσμια να δώσει επιτόκιο 7,5% στο ίδιο νόμισμα που μια άλλη τράπεζα δίδει επιτόκιο 3%. Τα επιτόκια για κάθε νόμισμα καθορίζονται από την αγορά και οι αποκλίσεις είναι πολύ μικρές. Οι Ελβετικές τράπεζες παραδοσιακά πληρώνουν χαμηλότερα επιτόκια. Τα τεκμήρια 7
(1)
(2)βρίσκονταν στα αρχεία των Εναγομένων 1, όμως δεν γνώριζαν αν αυτά ήταν πλαστογραφημένα ή όχι από τον Εναγόμενο
- Τα τεκμήρια 13 και 14 δεν είναι έγγραφα των Εναγομένων 1 και δεν βρίσκονται στα αρχεία τους. Έχουν καταρτιστεί από τον Εναγόμενο 3 σε πλήρη άγνοια των Εναγομένων
- Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού από τους Εναγόμενους 4 και από τους Εναγόμενους 1 ανά τρίμηνο αναφορικά με τον χρηματιστηριακό της λογαριασμό. Επομένως γνώριζε ότι τα χρήματα της είχαν επενδυθεί και δεν βρίσκονταν κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό. Αναφέρει ότι αν οι εντολές τεκμήρια 17 και 18 είναι πλαστογραφημένες, αυτές έγιναν από τον Εναγόμενο 3, εν αγνοία των Εναγομένων
- Δεν γνωρίζει τι αφορά το ποσό των €104.500 αλλά αν η εντολή είναι πλαστογραφημένη, αυτό έγινε από τον Εναγόμενο 3 εν αγνοία των Εναγομένων
- Η μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου της Ενάγουσας ήταν στα συνήθη πλαίσια της επενδυτικής δραστηριότητας και της ανάληψης επενδυτικού κινδύνου. Οι Εναγόμενοι 1 δεν είχαν γνώση για τις παράνομες ενέργειες του Εναγομένου 3 ούτε και είχαν τρόπο να ελέγχουν τις χιλιάδες εντολές πράξεων και τις εκατοντάδες συμβάσεων για ενδεχόμενη πλαστογραφία. Αν υπήρξε πλαστογραφία, αυτή έγινε από τον Εναγόμενο 3 χωρίς καμιά γνώση των Εναγομένων 1 ή υπαλλήλων τους. Επεξήγησε ότι οι Εναγόμενοι 4 είναι επενδυτική τράπεζα και οι κύριες δραστηριότητες της είναι η προσφορά υπηρεσιών σε πελάτες τους, σε επενδυτικά προϊόντα. Η συνεργασία των Εναγομένων 4 με τους Εναγόμενους 1 συνίστατο στο να προσφέρουν οι Εναγόμενοι 1 στους πελάτες τους, υπηρεσίες επενδυτικές τράπεζας του εξωτερικού. Δηλαδή οι Εναγόμενοι 1 με τη συνεργασία των Εναγομένων 4 πρόσφεραν στους πελάτες τους, τις υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου (discretionary Asset Management) και στην Ελβετία, με Ελβετική τράπεζα. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είχε καμιά συμμετοχή και ανάμιξη στις καθημερινές δραστηριότητες, ενέργειες και συμφωνίες των Εναγομένων 1 με τους πελάτες τους, ούτε και είχε οποιαδήποτε συνάντηση με την Ενάγουσα. Δεν έχει προσωπική γνώση των ενεργειών και σχέσεων της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 κατά το 2006 και μετέπειτα. Γνωρίζει όμως τα ηλεκτρονικά συστήματα και τον τρόπο λειτουργίας των Εναγομένων
- Μετά την αλλαγή που έγινε το 2008 στον εσωτερικό έλεγχο των Εναγομένων 1 με την απευθείας αποστολή των καταστάσεων λογαριασμού στους πελάτες, προέκυψε το πρόβλημα τον Ιανουάριο 2009, λόγω των παραπόνων πελατών για λανθασμένες καταστάσεις. Η αλλαγή αυτή στο σύστημα ελέγχου των Εναγομένων 1, έφερε το πρόβλημα στην επιφάνεια. Ο Εναγόμενος 2 δεν είναι μέτοχος των Εναγομένων 1, οι οποίοι είναι θυγατρική εταιρεία της SFS. Ο Εναγόμενος 2 είναι Εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος της SFS και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της SFS. Ο Εναγόμενος 2 δεν έχει καμιά ανάμιξη στην καθημερινή λειτουργία των Εναγομένων
- Το 2006 ο Εναγόμενος 2 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων
- Μετά από την έρευνα που διεξάχθηκε, προέκυψε ότι ο Εναγόμενος 3 για τα έτη 2007-2008, άλλαζε τη διεύθυνση αποστολής των καταστάσεων λογαριασμού των πελατών, τις έπαιρνε ο ίδιος, τις παραποιούσε και τις έστελλε στους πελάτες. Ισχυρίστηκε ότι η περίπτωση της Ενάγουσας δεν εμπίπτει σ' αυτή την κατηγορία διότι αυτή λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού από τους Εναγόμενους 1 και
- Το τεκμήριο 36 αποτελεί το χρηματιστηριακό λογαριασμό της Ενάγουσας ο οποίος δημιουργήθηκε το 2004 και συνεπώς η Ενάγουσα γνώριζε τις πράξεις που έκτοτε εγίνοντο και λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού. Γνωρίζει ότι οι Εναγόμενοι 4 έστελλαν μηνιαίως ή κάθε 3 μήνες καταστάσεις λογαριασμού στους πελάτες και είναι σίγουρος ότι η Ενάγουσα λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού από τους Εναγόμενους 1 και
- Ο Εναγόμενος 3 το 2006 ήταν σημαντικό στέλεχος στο Τμήμα του Wealth and Management. Χρησιμοποιούσε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και με το πρόγραμμα Excel αντέγραφε και παραποιούσε τις καταστάσεις λογαριασμού επειδή δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση στα συστήματα των Εναγομένων
- Διευκρίνισε ότι ο Εναγόμενος 3 διορίστηκε στο Διοικητικό Συμβούλιο των Εναγομένων 1 στις 22.7.04 και παραιτήθηκε στις 27.12.04 και ο ρόλος του ήταν μη εκτελεστικός διοικητικός σύμβουλος. Τον Φεβρουάριο 2009, οι Εναγόμενοι 1 απέλυσαν τον Εναγόμενο
- Κατέθεσε ως τεκμήριο 39 τις καταστάσεις του λογαριασμού υπό διαχείριση με διακριτική ευχέρεια της Ενάγουσας (Discretionary Asset Management) για τους μήνες Μάρτιο μέχρι Δεκέμβριο 2008 και ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για τις μηνιαίες καταστάσεις που οι Εναγόμενοι 1 απέστελλαν στην Ενάγουσα. Επεξήγησε ότι στο χρηματιστηριακό λογαριασμό, η υπηρεσία των Εναγομένων 1 συνίστατο στη λήψη και διαβίβαση εντολών των πελατών. Αντίθετα στο λογαριασμό διακριτικής ευχέρειας, οι αποφάσεις για το πού θα επενδυθούν τα χρήματα δεν λαμβάνονται από τον πελάτη αλλά από τον υπάλληλο των Εναγομένων
- Το τεκμήριο 39 αφορά τα ποσά που ήταν υπό διαχείριση. Ισχυρίστηκε ότι υπογράφθηκαν δύο συμφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 για διαχείριση του χαρτοφυλακίου της Ενάγουσας με διακριτική ευχέρεια και πρόκειται για τα τεκμήρια 7
(1)και 7
(2). Συνεπώς οι Εναγόμενοι 1 διαχειρίστηκαν το ποσό των €296.000 της Ενάγουσας (τεκμήριο 39) με βάση τις δύο συμφωνίες τεκμήρια 7
(1)
(2). Στη σελίδα 9 του τεκμηρίου 7
(2)
(1), αναφέρεται ότι υπέγραψε η Ενάγουσα στην παρουσία του Εναγομένου 3 και όλες οι υπογραφές θα πρέπει να είχαν τεθεί ταυτόχρονα. Δεν γνωρίζει σε ποια διεύθυνση της Ενάγουσας αποστέλλοντο οι καταστάσεις (τεκμήριο 39) και δεν παρουσίασε αποδεικτικά στοιχεία ότι αποστέλλοντο στην Ενάγουσα. Επεσήμανε ότι μετά την έρευνα που διεξάχθηκε, δεν επιβλήθηκε πρόστιμο στους Εναγόμενους 1 από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, δεν τιμωρήθηκε κανένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1 και το μόνο άτομο που κατηγορήθηκε από την αστυνομία ήταν ο Εναγόμενος
- Στις 3.12.07, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Ενάγουσας στους Εναγόμενους 4 ήταν GBP 104.500, οι οποίες μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό του αδελφού της Ενάγουσας. Συνεπώς στις 3.12.07, δεν υπήρχε ούτε μια στερλίνα στο λογαριασμό της Ενάγουσας στους Εναγόμενους
- Ανέφερε ότι τα τεκμήρια 2 και 14 βρέθηκαν στην κατοχή των Εναγομένων 1 και κανένας υπάλληλος των Εναγομένων 1 δεν είχε γνώση για την ύπαρξη τους πριν τον Ιανουάριο 2009 που αποκαλύφθηκαν οι ενέργειες του Εναγομένου
- Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 14 δεν σχετίζεται με τους Εναγόμενους 1 διότι δεν προήλθε από τα ηλεκτρονικά συστήματα των Εναγομένων
- Ο Εναγόμενος 3 δεν μπορούσε να επέμβει και παραποιήσει τα ηλεκτρονικά συστήματα των Εναγομένων 1, γι' αυτό και κατέφυγε στην παραγωγή των τεκμηρίων 2 και 14, τα οποία δεν είναι προϊόν των Εναγομένων
- Ανέφερε επίσης ότι τα τεκμήρια 37 και 38 είναι συμπληρωμένα όμως δεν γνωρίζει ποιος τα συμπλήρωσε εφόσον αυτά δεν συμπληρώθηκαν ούτε υπογράφθηκαν στην παρουσία του. Στο τεκμήριο 38 δεν υπάρχει ημερομηνία και δεν γνωρίζει αν η υπογραφή ανήκει στην Ενάγουσα. Τα τεκμήρια 37 και 38 βρίσκονταν στο φάκελο της Ενάγουσας που τηρούσαν οι Εναγόμενοι 1 και έτσι περιήλθαν στην κατοχή του. Δεν γνωρίζει αν οι Εναγόμενοι 1 είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή μέσω υπαλλήλων και αξιωματούχων τους, στην υπογραφή του τεκμηρίου 37, ούτε και αν η υπογραφή ανήκει στην Ενάγουσα, εφόσον δεν ήταν παρών στην υπογραφή του ούτε και γνωρίζει πού υπογράφθηκαν τα τεκμήρια 37 και
- Επίσης δεν γνωρίζει αν η υπογραφή της Ενάγουσας στο τεκμήριο 26, όπως και του αδελφού της είναι πλαστογραφημένη. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 2, ως Εκτελεστικός Πρόεδρος της μητρικής εταιρείας, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να γνωρίζει τη διακίνηση των ποσών της Ενάγουσας, εφόσον ο καθημερινός όγκος συναλλαγών αποτελείτο από 5-10.000 πράξεις καθημερινά. Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 ασκούσαν ελέγχους των πράξεων των υπαλλήλων τους, με την αποστολή καταστάσεων κάθε 3 μήνες και με τη μέθοδο της τυχαίας δειγματοληψίας τέλος του χρόνου αποστέλλοντο τυχαία επιστολές σε πελάτες όπου αναγραφόταν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους και ζητούσαν επιβεβαίωση του. Επίσης, κάθε τέλος του μήνα, γινόταν συμφιλίωση όλων των υπολοίπων των πελατών τους που ήταν κατατεθειμένα σε τράπεζες, με το συνολικό ποσό που δείχνουν τα συστήματα των Εναγομένων
- Επίσης από τον Νοέμβριο 2008, οι Εναγόμενοι 1 άλλαξαν το σύστημα που ακολουθούσαν και έστελλαν οποιαδήποτε πληροφόρηση στη διεύθυνση του πελάτη. Οι Εναγόμενοι 1 αντιλήφθηκαν το πρόβλημα τον Ιανουάριο 2009 και από τις έρευνες προέκυψε ότι είχε εμπλοκή μόνο ο Εναγόμενος
- Κατέθεσε δέσμη εγγράφων ως τεκμήριο 42 ημερομηνίας 16.3.04 όπου αναφέρεται ως διεύθυνση της ενάγουσας η οδός Δωριέων 22, Στρόβολος, όπως και σε όλα τα επόμενα έγγραφα που αφορούν το 2006, 2007 και αποτελούν αντίγραφα των Contract Notes που απέστελλαν οι Εναγόμενοι 1 στην Ενάγουσα όταν εκτελούνταν πράξεις στο χρηματιστήριο. Η ίδια διεύθυνση αναγράφεται και στη 2η σελίδα του τεκμηρίου
- Η ύποπτη συμπεριφορά του Εναγομένου 3 συνίστατο σε αλλαγή διεύθυνσης των πελατών και δόλια τροποποίηση και παραποίηση των καταστάσεων λογαριασμού τους, με σκοπό να ξεγελάσει τους πελάτες. Η περίπτωση της Ενάγουσας διαφέρει γιατί δεν είχε εντοπιστεί λάθος διεύθυνση της Ενάγουσας στα βιβλία των Εναγομένων
- Επίσης η Ενάγουσα δεν είχε παρουσιάσει στους Εναγόμενους 1 οποιαδήποτε παραποιημένη κατάσταση λογαριασμού. Τα τεκμήρια 2 και 14 δεν θεωρεί ότι αποτελούν παραποίηση κατάστασης λογαριασμού των Εναγομένων 1, επειδή οι Εναγόμενοι 1 δεν εξέδιδαν τέτοιου τύπου καταστάσεις χαρτοφυλακίου. Τα τεκμήρια 2 και 14 δεν έχουν σχέση με την πληροφόρηση μέσω των συστημάτων των Εναγομένων 1 και δεν αποτελούν έγγραφα των Εναγομένων
- Διευκρίνισε ότι σήμερα, προτού διενεργηθεί πληρωμή χρημάτων από τους Εναγομένους 1, θα πρέπει να προηγηθεί τηλεφωνική επιβεβαίωση από το λογιστήριο προς τους πελάτες. Όμως δεν θυμάται αν αυτό ίσχυε το 2007 - 2008 (με βάση σχετικό έντυπο πολιτικής των Εναγομένων 1 - δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο). Η αλλαγή πολιτικής των Εναγομένων 1 για την αποστολή των καταστάσεων λογαριασμού στους πελάτες έγινε τον Νοέμβριο 2008 και οι πρώτες καταστάσεις λογαριασμού στάληκαν απευθείας στους πελάτες τον Δεκέμβριο
- Διαφώνησε ότι ο Εναγόμενος 3 τον Νοέμβριο - Δεκέμβριο 2008 είχε εκδηλώσει την πρόθεση του προς τους Εναγόμενους 1 για να αποχωρήσει από τις υπηρεσίες τους και μετά το σκάνδαλο που ξέσπασε τον Ιανουάριο 2009 οι Εναγόμενοι 1 τερμάτισαν τις υπηρεσίες του για να αποφύγουν τις αντιδράσεις επενδυτών που είχαν χάσει χρήματα στο χρηματιστήριο. Διευκρίνισε ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν μη εκτελεστικός σύμβουλος των Εναγομένων 1 και εκτελεστικός σύμβουλος και Πρόεδρος της μητρικής Εταιρείας των Εναγομένων
- Επεξήγησε ότι ο μη εκτελεστικός σύμβουλος συμμετέχει μόνο στο Διοικητικό Συμβούλιο και μόνο για να προσφέρει λόγω εμπειρίας τις γνώσεις του. Ο εκτελεστικός σύμβουλος έχει εκτελεστικά καθήκοντα, δηλαδή μπορεί να δώσει οδηγίες σε υπάλληλο να διενεργήσει εργασία, να υπογράψει τραπεζικούς λογαριασμούς. Ο μη εκτελεστικός σύμβουλος δεν έχει λόγο στην καθημερινή διεύθυνση της εταιρείας. Ο Εναγόμενος 3 (ΜΥ2) ανέφερε ότι από τον Ιανουάριο 2001 μέχρι 17.2.05 κατείχε τη θέση Διευθυντή Operations and Management της SFS Group, μητρικής των Εναγομένων
- Από 17.2.05 μέχρι 22.1.09 κατείχε τη θέση του Wealth Management Executive των Εναγομένων
- Κατόπιν εντολής της διεύθυνσης των Εναγομένων 1 και του Εναγομένου 2 και άλλων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1, εκτελούσε και χρέη διαχειριστή χαρτοφυλακίων (Wealth/Asset Management) πελατών των Εναγομένων
- Προς τούτο παρακάθησε σε σχετικές εξετάσεις και έλαβε σχετικό πιστοποιητικό για διαχείριση χαρτοφυλακίων. Τα καθήκοντα και οι ενέργειες του ήταν σε γνώση όλων των διευθυντών και στελεχών των Εναγομένων
- Ουδέποτε είχε αναλάβει καθήκοντα λειτουργού εξυπηρέτησης πελατών των Εναγομένων
- Η υπηρεσία εξυπηρέτησης πελατών (Client Service) ενημέρωνε τους πελάτες αναφορικά με την κατάσταση του χαρτοφυλακίου τους, τη ρευστότητα των λογαριασμών τους, πληροφορίες για επενδυτικά προϊόντα κλπ. Με βάση γραπτή συμφωνία του με τους Εναγόμενους 1 (τεκμήριο 43), οι Εναγόμενοι 1 χρέωναν και εισέπρατταν 0.5% επί του ποσού κάθε χρηματιστηριακής πράξης που πραγματοποιείτο στο χρηματιστηριακό λογαριασμό των πελατών που τους είχε συστήσει. Οι Εναγόμενοι 1 εισέπρατταν κατευθείαν τα χρήματα μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος και ακολούθως κατέβαλλαν στον ίδιο ποσοστό 30% επί των καθαρών εισπράξεων των Εναγομένων
- Οι πελάτες που ο ίδιος σύστηνε στους Εναγόμενους 1, χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: α) αυτοί που διατηρούσαν χρηματιστηριακούς λογαριασμούς με τους Εναγόμενους 1 για επενδύσεις στην Κύπρο και Ελλάδα και β) αυτοί που κατείχαν λογαριασμούς χαρτοφυλακίου υπό διακριτική ευχέρεια των Εναγομένων 1 (Asset Management Accounts), οι οποίοι ήταν συνδεδεμένοι με τραπεζικά ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού ή και σε προϊόντα διαχείρισης τους. Η Ενάγουσα, διατηρούσε λογαριασμούς με τους Εναγόμενους 1 που ανήκαν και στις δύο κατηγορίες. Τη διαχείριση του λογαριασμού της Ενάγουσας της 1ης κατηγορίας, είχε αναλάβει ο Μάριος Λουκά και τη διαχείριση του λογαριασμού της Ενάγουσας της 2ης κατηγορίας είχε αναλάβει ο ίδιος, μαζί με τον XXXXX Παπανικολάου, ο οποίος ήταν ο Διευθυντής του τμήματος Wealth Management. Η Ενάγουσα διατηρούσε χρηματιστηριακό λογαριασμό με τους Εναγόμενους 1 από το 2002 και το 2004 υπέγραψε με τους Εναγόμενους 1 αναθεωρημένη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών σε Κύπρο και Ελλάδα. Προέβηκε σε εκατοντάδες χρηματιστηριακές πράξεις (τεκμήριο 36). Σ' ό,τι αφορά τον λογαριασμό της υπό τη διακριτική ευχέρεια των Εναγομένων 1 (Asset Management Account), η Ενάγουσα υπέγραψε Συμφωνία Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου με διακριτική ευχέρεια με τους Εναγόμενους 1 (τεκμήρια 7
(2)Α) και 7
(1)(Α). Στα πλαίσια του εν λόγω λογαριασμού η Ενάγουσα υπέγραψε και σχετική συμφωνία με τους Εναγόμενους 4, στην παρουσία του XXXXX Παπανικολάου, με βάση την οποία οι Εναγόμενοι 4 λειτουργούσαν ως εμπιστευματοδόχοι του χαρτοφυλακίου της Ενάγουσας και ως πλατφόρμα προς εκτέλεση των εντολών διαχείρισης των Εναγομένων
- Περαιτέρω η Ενάγουσα με το τεκμήριο 38, εξουσιοδότησε τους Εναγόμενους 1 να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο της και όχι απλά για κατάθεση σε λογαριασμό. Αναφορικά με το λογαριασμό της Ενάγουσας υπό διαχείριση, η Ενάγουσα - μετά την υπογραφή των συμφωνιών με τους Εναγόμενους 1 και 4 - δεν χρειαζόταν να κάνει οτιδήποτε παρά μόνο να ενημερώνεται μέσω της ηλεκτρονικής της πρόσβασης στο eBaer και από τις μηνιαίες καταστάσεις που της απέστελλαν μηνιαίως οι Εναγόμενοι 1 στην ταχυδρομική της διεύθυνση (τεκμήριο 39) (Δωριέων XXXXX Στρόβολος). Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα, ως πελάτης των Εναγομένων 1, ενημερωνόταν ανά πάσα στιγμή σε σχέση με τους λογαριασμούς της ως ακολούθως: α) Λάμβανε από τους Εναγόμενους 1 μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού στη διεύθυνση που αναγράφεται σ' αυτές (τεκμήρια 36 και 39) (οδός Δωριέων XXXXX, Στρόβολος). β) Κάθε φορά που η Ενάγουσα λάμβανε μέρισμα από τις εταιρείες όπου είχε επενδύσει, λάμβανε κατευθείαν στην κατοικία της - την οποία είχε δηλώσει ως διεύθυνση αλληλογραφίας - και σχετικό ενημερωτικό έγγραφο. γ) Τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο 2008, όλοι οι πελάτες των Εναγομένων 1, έλαβαν προσωπικά από τους Εναγόμενους 1 τις καταστάσεις λογαριασμών τους με διπλοσυστημένη επιστολή χωρίς να εκφράσει κανένας παράπονο, συμπεριλαμβανομένης και της Ενάγουσας. δ) Όλοι οι πελάτες των Εναγομένων 1, συμπεριλαμβανομένης της Ενάγουσας, είχαν τη δυνατότητα παρακολούθησης των συναλλαγών και/ή αποδόσεων των χαρτοφυλακίων τους μέσω διαδικτύου, από υπηρεσία των Εναγομένων 1 αλλά και από το eBaer, στο οποίο η Ενάγουσα είχε πρόσβαση. ε) Όλοι οι πελάτες των Εναγομένων 1 και η Ενάγουσα, είχαν τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να λαμβάνουν άμεση πληροφόρηση για την κατάσταση του χαρτοφυλακίου τους μέσω της τηλεφωνικής υπηρεσίες εξυπηρέτησης πελατών των Εναγομένων 1 (Client Service). στ) Όλες οι πληροφορίες που αφορούσαν την κατάσταση του χαρτοφυλακίου της Ενάγουσας, διαβιβάζονταν στην Ενάγουσα από τους Εναγόμενους 1, με βάση δεδομένα που διατηρούσαν οι Εναγόμενοι 1 στα ηλεκτρονικά τους συστήματα, στα οποία ο ίδιος προσωπικά δεν είχε δυνατότητα επέμβασης. ζ) Όλοι οι πελάτες των Εναγομένων 1 και η Ενάγουσα, υπέγραφαν πληρεξούσια έγραφα προς τους Εναγόμενους 1 και έδιδαν σ' αυτούς το δικαίωμα διακριτικής ευχέρειας του χαρτοφυλακίου τους και οι Εναγόμενοι 1 λάμβαναν τη συγκατάθεση των πελατών για να ενεργούν ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους σε σχέση με τις παρεχόμενες προς αυτούς υπηρεσίες. Οι δε πελάτες αναλάμβαναν να αναγνωρίζουν όλες τις πράξεις και αποφάσεις των Εναγομένων 1 στο χρηματιστηριακό τους λογαριασμό, ώστε να είχαν ληφθεί και γίνει από τους ιδίους προσωπικά. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα επικοινωνούσε συχνά μαζί του και έψαχνε επενδυτικές συμβουλές και λόγω της συγγένειας τους τη βοηθούσε. Ουδέποτε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε υπάλληλος των Εναγομένων 1 στην παρουσία του, διαβεβαίωσε την Ενάγουσα για ασφαλή και εγγυημένη απόδοση 7 - 7.5%. Το τεκμήριο 2 δεν αποτελεί σχέδιο απόδοσης χρημάτων αλλά μια πρόχειρη παρουσίαση της προσωπικής οικονομικής κατάστασης της Ενάγουσας (Current position 8.9.06 - στον τίτλο του τεκμηρίου 2), η οποία καταρτίστηκε από δικές της πληροφορίες. Στο τεκμήριο 2 παρουσιάζονται καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες, μετοχές και ακίνητα, τα οποία αποτυπώνουν τη γενική οικονομική της κατάσταση. Η αναφορά σε "Bond and custody account" παραπέμπει σε ομόλογα ή χρεόγραφα και όχι σε τραπεζική κατάθεση. Καμιά εγγύηση δόθηκε στην Ενάγουσα παρά μόνο μια ένδειξη πρόβλεψης (expected return), η οποία έχει και τους ανάλογους επενδυτικούς κινδύνους. Ισχυρίστηκε ότι μέχρι να ανοιχτεί ο λογαριασμός της Ενάγουσας σε στερλίνες από τους Εναγόμενους 4, τα χρήματα της μεταφέρθηκαν προσωρινά σε Client Account (σε στερλίνες) των Εναγομένων 1 προς όφελος της Ενάγουσας. Από το τεκμήριο 4 (κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου Ηνωμένου Βασιλείου), προκύπτει ότι κίνηση του ποσού αυτού αναφέρει το όνομα των Εναγομένων 1 και συνεπώς η ίδια η Ενάγουσα, η οποία έδωσε την εντολή, το έδωσε στην Τράπεζα Κύπρου ως το όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού. Πρόσθεσε ότι δεν είναι δυνατό μια τράπεζα να δώσει επιτόκιο 7 - 7.5% στο ίδιο νόμισμα, όταν τα επιτόκια παγκοσμίως κυμαίνονται στο 3 - 4%. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 14 δεν αποτελεί «κατάσταση απόδοσης χρημάτων» αλλά μια πρόχειρη παρουσίαση της οικονομικής της κατάστασης, όπως και το τεκμήριο
- Ο λόγος για τον οποίο η Ενάγουσα του ζητούσε να της ετοιμάσει τέτοιες καταστάσεις, ήταν γιατί τότε δεν είχε σταθερή εργασία και αυτές έδειχναν την τρέχουσα περιουσία της. Η Ενάγουσα είχε εξουσιοδοτήσει τους Εναγόμενους 1 να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο της στους Εναγόμενους 4 με βάση το τεκμήριο
- Το τεκμήριο 2 ημερομηνίας 8.9.06 έγινε χρονικά προτού αρχίσει η διαχείριση του χαρτοφυλακίου της και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελεί ενημέρωση για ένα λογαριασμό που δεν είχε επενδυθεί ακόμα (τεκμήριο 3, η μεταφορά των χρημάτων έγινε στις 14.9.06). Στο τεκμήριο 16 φαίνεται ότι το ποσό των 100.000 στερλινών (credit €85.480,68) μεταφέρθηκε από τους Εναγόμενους 4 στο δικό της προσωπικό χρηματιστηριακό λογαριασμό στις 27.9.
- Ο ίδιος δεν είχε καμιά εμπλοκή στη μεταφορά του ποσού και αυτή η διαδικασία ήταν αποκλειστική ευθύνη και αρμοδιότητα του λογιστηρίου των Εναγομένων 1, οι υπάλληλοι του οποίου είχαν αποκλειστική πρόσβαση στο λογιστικό σύστημα των Εναγομένων 1 ώστε να διενεργούν τέτοιου είδους συναλλαγές. Σύμφωνα με εσωτερικούς κανονισμούς των Εναγομένων 1 τέτοιες εντολές απαιτούσαν γραπτές αλλά και ηχογραφημένες οδηγίες των πελατών προς το λογιστήριο των Εναγομένων 1 (τεκμήριο 44). Το τεκμήριο 17 παρουσιάζει εντολή πληρωμής ημερομηνίας 29.9.08 με εντολή της ίδιας προσωπικά. Επομένως η Ενάγουσα έλαβε γνώση για την εντολή και μεταφορά χρημάτων από τότε. Από το τεκμήριο 18 προκύπτει ότι σχετικές οδηγίες υπήρχαν και προς τους Εναγόμενους 1, οι οποίες ηχογραφούντο από το λογιστήριο. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι περί τα τέλη 2008 δήλωσε την πρόθεση του να αποχωρήσει από τους Εναγόμενους 1, πράγμα που έφερε τη σφοδρή αντίδραση τους. Αρχές Ιανουαρίου 2009 υπέστηκε σοβαρό νευρικό παθολογικό επεισόδιο και ταλαιπωρήθηκε για 2-3 μήνες. Σ' αυτή την περίοδο οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκμεταλλεύθηκαν το πελατολόγιο του και κακόβουλα και χωρίς εσωτερικό έλεγχο, προέβηκαν σε δημοσίευση ανακοινώσεων και συκοφαντικών δυσφημίσεων σε βάρος του. Με βάση το τεκμήριο 27 η μεταφορά χρημάτων προς τον αδελφό της Ενάγουσας έγινε στις 3.12.
- Η κατάσταση αυτή αποστέλλεται μηνιαία ή τριμηνιαία στη διεύθυνση της Ενάγουσας. Συνεπώς η Ενάγουσα είχε λάβει γνώση για τη μεταφορά από το
- Γι' αυτή τη μεταφορά θα έπρεπε προηγουμένως το λογιστήριο των Εναγομένων 1 να είχε λάβει τη συγκατάθεση των εμπλεκόμενων πελατών και πάντοτε ακολουθείτο η διαδικασία που περιγράφεται στο τεκμήριο
- Για την πραγματοποίηση τέτοιας εντολής, απαιτείτο γραπτή εντολή και η ηχογράφηση της τηλεφωνικής επιβεβαίωσης της πράξης από τους εμπλεκόμενους πελάτες, η οποία πραγματοποιείτο από τον υπεύθυνο υπάλληλο του λογιστηρίου των Εναγομένων
- Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα λάμβανε μηνιαία όλες τις καταστάσεις από τους Εναγόμενους 1 και ήταν πάντοτε σε γνώση της ότι τα χρήματα της είχαν επενδυθεί και δεν βρίσκονταν κατατεθειμένα σε τραπεζικό λογαριασμό. Η παραδοχή του στην αστυνομία δεν αναφέρεται στη διεύθυνση αλληλογραφίας με τους Εναγόμενους 4, αλλά σε άλλο λογαριασμό της Ενάγουσας και η αλλαγή διεύθυνσης έγινε μόνο για λίγο χρονικό διάστημα, λόγω μετακόμισης της σε άλλη κατοικία. Επέμενε ότι η Ενάγουσα έπαιρνε τις επίσημες καταστάσεις των Εναγομένων 1 κάθε μήνα στην ταχυδρομική της διεύθυνση. Οι καταστάσεις αυτές ήταν οι πλέον επίσημες γιατί περιλάμβαναν τις επενδύσεις της με τους Εναγόμενους 1 και 4 και αυτές αντιστοιχούσαν στη σύμβαση διαχείρισης χαρτοφυλακίου που υπέγραψε. Τα τεκμήρια 2 και 14 ήταν πρόχειρα και ανεπίσημα και είχαν σκοπό να παρουσιάσουν στην Ενάγουσα, μια ένδειξη της οικονομικής της κατάστασης που περιλάμβανε και ακίνητα, επενδύσεις και καταθέσεις. Η παραδοχή του στην ποινική υπόθεση με αρ. 611/13, αφορούσε άλλα πρόσωπα και άλλες ενέργειες. Ουδέποτε προέβηκε σε παραποίηση καταστάσεων λογαριασμών της Ενάγουσας ούτε και σε πλαστογραφία των υπογραφών της. Κατέθεσε ως τεκμήριο 45, ανακοίνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία επιρρίπτει ευθύνες και αδυναμίες στη λειτουργία των Εναγομένων
- Ισχυρίστηκε ότι οποιαδήποτε απώλεια παρατηρήθηκε στο χαρτοφυλάκιο της Ενάγουσας δεν ήταν αποτέλεσμα δικών του ενεργειών αλλά είναι αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης κατά το έτος 2008 που παρατηρήθηκε στις χρηματιστηριακές αγορές συμπεριλαμβανομένου του ΧΑΚ Κύπρου, που κατέγραψαν πτώση μεταξύ 60% - 80%. Κατά το χρόνο εργοδότησης του από τους Εναγόμενους 1, ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες των Εναγομένων 1 και των στελεχών της διεύθυνσης τους ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του. Όλες οι πράξεις και ενέργειες του ήταν πάντοτε σε γνώση των Εναγομένων 1 και
- Η Ενάγουσα γνώριζε ανά πάσα στιγμή τις κινήσεις των λογαριασμών της, με τους τρόπους που ανέφερε πιο πάνω και ήταν σε θέση να ενημερωθεί σχετικά με την απόδοση τους. Προκειμένου η Ενάγουσα να καλύψει τις ζημιές της που η ίδια προκάλεσε με τη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου της, εκμεταλλεύθηκε την κατάσταση που δημιουργήθηκε εναντίον του με τις ανακοινώσεις των Εναγομένων 1 αρχές του 2009 και επικαλείται πρόχειρες και ανεπίσημες καταστάσεις και όχι τις επίσημες καταστάσεις που λάμβανε από τους Εναγόμενους 1 και
- Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Διευθύνων Σύμβουλος και Εκτελεστικός Πρόεδρος των Εναγομένων 1 και είχε συμμετοχή σε όλες τις καθημερινές εργασίες και δραστηριότητες των Εναγομένων
- Για τη συγκεκριμένη υπόθεση της Ενάγουσας, έπαιρνε οδηγίες και από τον Εναγόμενο 2, αν χρειαζόταν την έγκριση ή τη συμβουλή του, διότι ήταν προϊστάμενος του. Ο ίδιος και οι Εναγόμενοι 1 και 2 λειτουργούσαν σαν ομάδα. Η παρούσα υπόθεση της Ενάγουσας εμπίπτει στην κατηγορία των πελατών που κατείχαν λογαριασμούς χαρτοφυλακίου υπό διακριτική ευχέρεια των Εναγομένων
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ήταν πλήρως ενήμεροι για τις ενέργειες του σε σχέση με τον εν λόγω λογαριασμό της Ενάγουσας. Η συνεργασία της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους 1 άρχισε από το 2002 και αφορούσε την αγοραπωλησία μετοχών στο ΧΑΚ. Το τεκμήριο 36 αφορά χρηματιστηριακές συναλλαγές της Ενάγουσας και δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία διαχείρισης χαρτοφυλακίου με διακριτική ευχέρεια στις 13.10.06 [τεκμήριο 7
(2)(Α)] (Asset Management Account) και στις 27.2.08 [τεκμήριο 7
(1)(Α)]. Με αυτές τις δύο συμφωνίες, οι Εναγόμενοι 1 συμφώνησαν με την Ενάγουσα, να διαχειριστούν τα χρήματα που έστειλε στην Ελβετία. Ο ίδιος διαχειριζόταν τα χρήματα της Ενάγουσας, μαζί με τους Εναγόμενους 1 και 2 και άτομα του Τμήματος Wealth Management. Δεν θυμάται αν ήταν παρών κατά την υπογραφή των τεκμηρίων 7
(1)(Α) και 7
(2)(Α). Αναγνώρισε την υπογραφή του στο Special Power of Attorney [μέρος του τεκμηρίου 7
(1)(Α)] και ισχυρίστηκε ότι ενδεχομένως να ήταν παρών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 7
(1)(Α), αλλά υπήρχαν και περιπτώσεις που υπέγραφε ο πελάτης χωρίς την παρουσία του και μεταγενέστερα υπέγραφε και ο ίδιος πιστοποιώντας την υπογραφή του πελάτη. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή του στη σελίδα 9 του τεκμηρίου 7
(2)(Α) και επανέλαβε τα πιο πάνω. Ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αναφέρει πότε η Ενάγουσα υπέγραψε τις συμφωνίες [τεκμήρια 7
(1)(Α) και 7
(2)(Α)]. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενημερώνοντο για τις ενέργειες που έκανε η ομάδα του τμήματος του, ως και για την υπογραφή τέτοιων Συμφωνιών. Δεν θυμάται αν ήταν παρών κατά την υπογραφή των εν λόγω δύο συμφωνιών από την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα είχε επισκεφθεί αρκετές φορές τα γραφεία των Εναγομένων 1 και συνάντησε τον ίδιο για τα προσωπικά της θέματα οικονομικής φύσεως, ενδεχομένως και άλλα άτομα. Τόσο ο ίδιος όσο και η υπόλοιπη ομάδα, γνώριζαν τα τεκμήρια 7
(1)(Α) και 7
(2)(Α). Δεν θυμάται αν γνώριζε τότε την ύπαρξη του τεκμηρίου 38, δεν θυμάται πότε υπογράφθηκε και ποιος το υπέγραψε. Όμως με το τεκμήριο 38, η Ενάγουσα εξουσιοδότησε τους Εναγόμενους 1, να δίνουν εντολές εκ μέρους της στους Εναγόμενους 4 για χρηματοοικονομικές συναλλαγές, δηλαδή να προβαίνουν σε πράξεις σχετικά με τον χρηματοοικονομικό λογαριασμό. Δεν θυμάται αν ήταν παρών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 38 από την Ενάγουσα ούτε και γνωρίζει αν η υπογραφή επί αυτού ανήκει στην Ενάγουσα. Στο τεκμήριο 38 δεν αναφέρεται αριθμός λογαριασμού, δεν γνωρίζει ποιος το συμπλήρωσε και δεν είναι ο γραφικός του χαρακτήρας. Επέμενε ότι οι Εναγόμενοι 1 απέστελλαν μηνιαίως καταστάσεις στην Ενάγουσα σε σχέση με το λογαριασμό της υπό διαχείριση στη διεύθυνση της Δωριέων XXXXX (τεκμήριο 39 ημερομηνίας Μάρτιος 2008). Στη σελίδα 4 του τεκμηρίου 37 (ημερομηνίας 6.9.06) αναφέρεται ως η διεύθυνση της Ενάγουσας Μιχαλακοπούλου XXXXX και αυτό αφορά τους Εναγόμενους
- Προφανώς η διεύθυνση που είχε δώσει η Ενάγουσα στους Εναγόμενους 1, ήταν Δωριέων XXXXX (τεκμήριο 39) και στους Εναγόμενους 4 (τεκμήριο 37) η Μιχαλακοπούλου XXXXX. Και οι δύο διευθύνσεις ανήκαν στην Ενάγουσα και προφανώς άλλαξε διεύθυνση αλληλογραφίας. Παραδέχθηκε ενοχή στην κατηγορία 31 στο κατηγορητήριο (τεκμήριο 33) που αφορά πλαστογραφία εντύπου αλλαγής διεύθυνσης αλληλογραφίας (τεκμήριο 29). Ωστόσο ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 29 αφορά τον χρηματιστηριακό λογαριασμό της Ενάγουσας (αρ. λογ. FALE XXXXX06) (τεκμήριο 36) και όχι την παρούσα υπόθεση που αφορά λογαριασμό διαχείρισης. Δέχθηκε ότι η Ενάγουσα δεν είχε υπογράψει το τεκμήριο 29 - που αφορούσε το χρηματιστηριακό της λογαριασμό - και έγινε σε μια περίοδο που η Ενάγουσα μετακόμιζε και η αλληλογραφία της απευθυνόταν κοντά του. Η υπόλοιπη αλληλογραφία της απευθυνόταν στην οδό Δωριέων XXXXX όπως φαίνεται στο τεκμήριο
- Το τεκμήριο 2 αποτελεί μια αποτύπωση της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης της Ενάγουσας, το οποίο ο ίδιος σύνταξε σε excel file και παρέδωσε στην Ενάγουσα (8.9.06) προτού αυτή στείλει το ποσό των 200.000 στερλινών στους Εναγόμενους
- Δέχθηκε ότι το ποσό των 12.000 ΛΚ, αντιπροσωπεύει την απόδοση ύψους 7 - 7,5% επί του ποσού των GBP 200.00 ετησίως (sent to current account in Cyprus every year). Ωστόσο αρνήθηκε ότι είχε παραδώσει στην Ενάγουσα το τεκμήριο 2 ώστε να την πείσει να του εμπιστευθεί τα χρήματα της. Παρέδωσε στην Ενάγουσα το τεκμήριο 14 ημερομηνίας 29.7.
- Στην πρώτη στήλη αναφέρεται το ποσό των GBP 200.000, η απόδοση τους σε GBP 16.000 (income per annum) και ημερομηνία είσπραξης 30.9.
- Ισχυρίστηκε ότι η αναφορά στο τεκμήριο 14 του ποσού των GBP 200.000 ενδεχομένως να έμεινε γραμμένο από το τεκμήριο 2 και όχι με σκοπό να εξαπατήσει την Ενάγουσα. Η αναφορά στο τεκμήριο 14 για είσπραξη στις 30.9.08 €20.000 ως απόδοση των GBP 200.000 αποτελεί μια πρόβλεψη και όχι δέσμευση. Το τεκμήριο 17 ημερομηνίας 29.9.08 αφορά είσπραξη από την ενάγουσα του ποσού των €19.948,32, όμως αρνήθηκε ότι ο ίδιος έδωσε αυτή την εντολή (τεκμήριο 18) ημερομηνίας 2.10.08 και αρνήθηκε ότι την πλαστογράφησε. Επανέλαβε ότι για να γίνει μια μεταφορά χρημάτων, το λογιστήριο των Εναγομένων 1 είχε την αποκλειστική ευθύνη και θα έπρεπε να ηχογραφήσει και να επιβεβαιώσει τη μεταφορά τόσο από το μεταφορέα όσο και από τον παραλήπτη του ποσού. Ο ίδιος δεν είχε πρόσβαση στο λογιστήριο. Αρνήθηκε επίσης ότι πλαστογράφησε το τεκμήριο 26 ως και ότι παρέδωσε στην Ενάγουσα το τεκμήριο 2 στις 8.9.06 (προτού αποστείλει τις GBP 200.000 στις 13.9.06) εξαπατώντας την, για να την πείσει να του εμπιστευθεί τα χρήματα της, με συγκεκριμένες αποδόσεις. Στο τεκμήριο 16 αναγράφεται η μεταφορά του ποσού των GBP 100.000 στις 28.9.06, από τους Εναγόμενους 4 στον client account των Εναγομένων 1 και από εκεί στον χρηματιστηριακό λογαριασμό της Ενάγουσας. Επανέλαβε ότι τέτοιες μεταφορές χρημάτων ήταν αποκλειστική ευθύνη του λογιστηρίου και οι υπάλληλοι έπαιρναν ηχογραφημένες εντολές ως και γραπτές υπογεγραμμένες εντολές από αυτούς που έστελλαν τα χρήματα και τα παραλάμβαναν, προτού προχωρήσουν στις μεταφορές. Τέτοια στοιχεία υπάρχουν στα αρχεία των Εναγομένων 1 και δεν βρίσκονται στην κατοχή του. Ισχυρίστηκε ότι για τη συγκεκριμένη μεταφορά είχε δώσει οδηγίες η ίδια η Ενάγουσα και το τεκμήριο 7
(2)(Α) δεν το πλαστογράφησε. Επέμενε ότι τα τεκμήρια 2 και 14 είναι ανεπίσημα και πρόχειρα έγγραφα και ενημέρωναν την Ενάγουσα για την οικονομική της κατάσταση. Αρνήθηκε ότι πλαστογραφώντας την υπογραφή της Ενάγουσας (τεκμήριο 29) είχε αλλάξει τη διεύθυνση της Ενάγουσας ώστε αυτή να μην ενημερώνεται. Ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €296.000 που η Ενάγουσα έστειλε σε δεύτερο στάδιο στους Εναγόμενους 4, επενδύθηκε, δηλαδή το διαχειρίστηκε σε επενδύσεις το Τμήμα Wealth Management (τεκμήριο 39), ως ολόκληρη ομάδα, όχι μόνο ο ίδιος και είχαν γνώση οι προϊστάμενοι του. Η εν λόγω επένδυση έγινε με βάση το τεκμήριο 7
(1)(Α). Αρνήθηκε ότι διαχειριζόταν ο ίδιος το ποσό αυτό για λογαριασμό των Εναγομένων 1 και το Τμήμα Wealth Management των Εναγομένων 1 όπου εργαζόταν απαρτιζόταν από 5 άτομα με άμεσα προϊστάμενο τον Χάρη Παπανικολάου. Ισχυρίστηκε ότι τα τεκμήρια 25 και 26 σχετίζονται και αφορούν τη μεταφορά χρημάτων στον αδελφό της Ενάγουσας. Με βάση το τεκμήριο 44, όταν γινόταν τέτοια μεταφορά χρημάτων, το λογιστήριο των Εναγομένων 1 έπρεπε να τηλεφωνήσει στο πρόσωπο που έδιδε τις οδηγίες και απέστελλε τα χρήματα και στο άτομο που παραλάμβανε τα χρήματα για να γίνει επιβεβαίωση. Ο ίδιος δεν είχε καμιά εμπλοκή σ' αυτή τη διαδικασία, ούτε και δυνατότητα. Μετά την αποστολή των χρημάτων της Ενάγουσας στους Εναγόμενους 4, η Ενάγουσα τον επισκεπτόταν συχνά στο γραφείο του και ενημερωνόταν για τις επενδύσεις της, τα οικονομικά της και του ζητούσε συμβουλές. Αρνήθηκε ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της Ενάγουσας στα τεκμήρια 7
(1)(Α) και 7
(2)(Α) και δεν αντιμετώπισε σχετική κατηγορία στο Ποινικό Δικαστήριο. Επέμενε ότι είχε εκφράσει την πρόθεση του για να αποχωρήσει από τους Εναγόμενους 1 από το 2008 και μάλιστα σε δύο συναντήσεις του με τον Εναγόμενο 2, αυτός τον απείλησε ότι αν αποχωρούσε θα τον εκδικόταν ώστε να μην μπορεί να εξεύρει άλλη εργασία. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από τους Εναγόμενους 1 για να εκτελεί χρέη διαχειριστή χαρτοφυλακίου. Η ποινική υπόθεση τεκμήριο 33 δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα - εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Έχω εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία του ΜΕ3 ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας - δικαστικός γραφολόγος. Έχοντας κατά νου τα προσόντα και την πείρα του - τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση - θεωρώ ότι είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του θα προσεγγισθεί με βάση τις αρχές της υπόθεσης Φιλίππου ν Οδυσσέως
(1989)1 ΑΑΔ 1. Παρατηρήθηκε σχετικά ότι καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε ο Δικαστής να ικαστεί ικανός να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Ο ΜΕ3 λεπτομερώς, με θετικότητα, σαφήνεια και επαρκείς εξηγήσεις εξέφρασε την επιστημονική του γνώμη σε σχέση με τα τεκμήρια 7
(1)(Α), 7
(2)(Α), 26 (Α), 29, 18 και 20
(1)(2η σελίδα), όπως αυτή προκύπτει μέσα από τις εκθέσεις του ημερομηνίας 10.1.18 (Έγγραφο Β) και 12.2.18 (Έγγραφο Γ). Εξέτασα προσεκτικά τη μαρτυρία του ΜΕ3 και δεν έχω καμιά αμφιβολία ως προς την επιστημονική ορθότητα και ακρίβεια του περιεχομένου των δύο εκθέσεων του (Έγγραφα Β και Γ) τις οποίες και αποδέχομαι. Η μαρτυρία του ΜΕ3 ουδόλως κλονίστηκε από την αντεξέταση και παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, εφόσον η πλευρά των εναγομένων καμιά μαρτυρία ειδικού εμπειρογνώμονα παρουσίασε στο Δικαστήριο προς αντίκρουση και διάψευση της. Για όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι χωρίς καμιά επιφύλαξη τη μαρτυρία του ΜΕ3 στο σύνολο της. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι: α) Καμιά από τις αμφισβητούμενες υπογραφές στα τεκμήρια 7
(1)(Α), 7
(2)(Α), 26 (Α) και 29, είναι γνήσια υπογραφή της Ενάγουσας (Έγγραφο Β). β) Καμιά από τις αμφισβητούμενε υπογραφές στα τεκμήρια 18 και 20
(1)(2η σελίδα), είναι γνήσια υπογραφή της Ενάγουσας (Έγγραφο Γ). Ο ΜΕ2 κρίνεται ως αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας και η μαρτυρία του γίνεται επίσης αποδεκτή από το Δικαστήριο ως μαρτυρία που ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ο ΜΕ4 μου έκανε πολύ θετική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από φυσικότητα, απλότητα, αυθορμητισμό και ειλικρίνεια και σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Διευκρινίζεται ότι το γεγονός ότι η επιστημονική μαρτυρία του ΜΕ3 σε σχέση με το τεκμήριο 26 (Α), δεν περιλαμβάνει και εξέταση της υπογραφής του ΜΕ4, παρά μόνο της Ενάγουσας (ΜΕ1), ουδόλως εμποδίζει το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως αληθινή τη μαρτυρία του ΜΕ4 ότι αυτός ουδέποτε υπέγραψε ως δικαιούχος στο τεκμήριο 26 (Α), γεγονός που ανεπιφύλακτα αποδέχομαι ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η Ενάγουσα ΜΕ1 μου έκανε εξαιρετικά θετική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αυτή απαντούσε με φυσικότητα, σταθερότητα, σαφήνεια, θετικότητα, χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβάλλοντο και η αξιοπιστία της καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Αντίθετα, ήταν έκδηλο το παράπονο της αλλά και η αγανάκτηση της για τα γεγονότα που περιέγραψε με παραστατικότητα και ειλικρίνεια ενώπιον του Δικαστηρίου και ανεπιφύλακτα αποδέχομαι τη μαρτυρία της, η οποία επιβεβαιώνεται σε αρκετά και ουσιώδη σημεία της από τα τεκμήρια ως και την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα: 1. Η θέση της Ενάγουσας ότι ουδέποτε υπέγραψε τα τεκμήρια 7
(1)(Α), 7
(2)(Α), 26 (Α), 29, 18 και 20
(1)(2η σελίδα), επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ΜΕ3 η οποία ήδη έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί πλαστογραφίας της υπογραφής της επί του τεκμηρίου 29 εκ μέρους του Εναγομένου 3, επιβεβαιώνεται από την ίδια την παραδοχή του Εναγομένου 3 στην κατηγορία αρ. 31 επί του κατηγορητηρίου (τεκμήριο 33), η οποία αφορά την πλαστογραφία εντύπου αλλαγής διεύθυνσης αλληλογραφίας και είναι αποδεκτό ότι πρόκειται για το τεκμήριο
- Ενώπιον του Δικαστηρίου ο Εναγόμενος 3 δέχθηκε επίσης ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της Ενάγουσας επί του τεκμηρίου
- Η θέση της Ενάγουσας ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες για να μεταφερθεί από τον λογαριασμό της, το ποσό των GBP 104.500 στον αδελφό της ΜΕ4, επιβεβαιώνεται, τόσο από τον ΜΕ3, σύμφωνα με τον οποίο στη σχετική εντολή τεκμήριο 26 (Α) η υπογραφή της είναι πλαστογραφημένη, αλλά και από τον ΜΕ4 - η μαρτυρία του οποίου είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο - σύμφωνα με τον οποίο ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε ως δικαιούχος στο εν λόγω τεκμήριο 26 (Α).
- Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 3 την είχε διαβεβαιώσει ότι ο λογαριασμός που θα της άνοιγε στους Εναγόμενους 4 θα ήταν καταθετικός ως και ότι της υποσχέθηκε ότι θα αποκόμιζε από τις καταθέσεις της σ' αυτόν, ένα σταθερό εισόδημα του 7 - 7,5% ετησίως, το οποίο θα της αποστέλλετο κάθε χρόνο στον τρεχούμενο λογαριασμό της στην Κύπρο, επιβεβαιώνεται από τις δύο καταστάσεις ημερομηνίας 8.9.06 και 29.7.08 (τεκμήρια 2 και 14 αντίστοιχα) τις οποίες, όπως είναι παραδεκτό, τις ετοίμασε και της παρέδωσε ο Εναγόμενος
- Ειδικότερα, με το τεκμήριο 2 ημερομηνίας 8.9.06 - το οποίο σημειώνεται ότι προηγήθηκε της μεταφοράς του ποσού των GBP 200.000 στις 14.9.06 - ο Εναγόμενος 3 παρουσιάζει το ποσό των GBP 200.000 με αναφορά στους Εναγόμενους 4, ως και την απόδοση των GBP 200.000 ετησίως σε 12.000 ΛΚ ετησίως. Λαμβάνοντας υπόψη ότι με βάση το τεκμήριο 16, το ποσό των GBP 100.000 ισοδυναμούσε στις 27.9.06 με το ποσό των €85.480,68, τότε το ποσό των GBP 200.000 ισοδυναμούσε με ΛΚ 170.961,
- Συνεπώς υπολογιζόμενου του υποσχόμενου επιτοκίου προς 7% - 7,5% επί του ποσού των ΛΚ 170.961,36, προκύπτει ότι η ετήσια απόδοση του ποσού των ΛΚ 170.961,36 ανέρχεται σε ΛΚ 11.967,
- Ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 δέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι το ποσό των ΛΚ 12.000 που αναγράφεται στο τεκμήριο 2, αντιπροσώπευε την απόδοση ύψους 7 - 7,5% ετησίως επί του ποσού των GBP 200.
- Οι εν λόγω υπολογισμοί, με βάση το τεκμήριο 2, επιβεβαιώνουν τη θέση της Ενάγουσας ότι πράγματι ο Εναγόμενος 3 της είχε υποσχεθεί ότι η κατάθεση των GBP 200.000 στους Εναγόμενους 4 θα της απέφερε απόδοση ετησίως ενός ποσού των ΛΚ 12.000 υπολογιζόμενο με βάση επιτόκιο 7 - 7,5% ετησίως, το οποίο θα αποστέλλετο από τους Εναγόμενους 4 στον τρεχούμενο λογαριασμό της στην Κύπρο κάθε χρόνο, όπως ρητά αναφέρεται στις 2 τελευταίες στήλες του τεκμηρίου 2 "Date on which Income is due to be received" - annual και "Send to Current Account in Cyprus every year". Εύλογα προκύπτει ότι οι εν λόγω υποσχέσεις του Εναγομένου 3, μόνο καταθετικό λογαριασμό θα μπορούσαν να αφορούν και όχι επενδυτικό, εφόσον στο τεκμήριο 2 παρουσιάζεται το σταθερό ποσό των GBP 200.000 και η σταθερή απόδοση των ΛΚ 12.000 ετησίως. Οι ίδιες παρατηρήσεις αφορούν και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 14 ημερομηνίας 29.7.08, στο οποίο παρουσιάζονται και οι 3 καταθέσεις της Ενάγουσας δηλαδή το ποσό των GBP 200.000, €259.925 και USD$54.505, για τις οποίες επίσης παρουσιάζεται η ετήσια απόδοση εκάστου ποσού ετησίως σε ευρώ, με καθορισμένες ημερομηνίες κατά τις οποίες οι αποδόσεις θα ήταν εισπρακτέες ως και ότι θα αποστέλλοντο στον τρεχούμενο λογαριασμό της Ενάγουσας στην Κύπρο κάθε χρόνο. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι στο τεκμήριο 14 αναφέρεται επίσης η απόδοση των GBP 200.000, σε GBP 16.000 και ημερομηνία είσπραξης 30.9.
- Το περιεχόμενο του τεκμηρίου 14, επιβεβαιώνει επίσης, τη θέση της Ενάγουσας ότι ο λογαριασμός της στους Εναγόμενους 4, με βάση τις υποσχέσεις του Εναγομένου 3, θα ήταν καταθετικός και από το γεγονός ότι στο τεκμήριο 14, ημερομηνίας 29.7.08, γίνεται αναφορά στο ποσό των GBP 200.000 το οποίο ήδη είχε κατατεθεί από την Ενάγουσα στις 14.9.
- Ο Εναγόμενος 3, δηλαδή παρουσίαζε στην Ενάγουσα την εικόνα ότι στις 29.7.08, το ποσό των GBP 200.000 συνέχιζε να ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό της με τους Εναγόμενους
- Ωστόσο, όπως εκ των υστέρων διαπιστώθηκε από την Ενάγουσα, και δεν αμφισβητείται από τους Εναγόμενους, από το ποσό των GBP 200.000, το ποσό των GBP 100.000 είχε μεταφερθεί στις 28.9.06 στους Εναγόμενους 1 (τεκμήριο 3) και στη συνέχεια στον χρηματιστηριακό λογαριασμό της Ενάγουσας στην Κύπρο (τεκμήρια 36 και 16), ενώ το ποσό των GBP 104.500 μεταφέρθηκε από τους Εναγόμενους 4 και καταβλήθηκε στον αδελφό της Ενάγουσας ΜΕ4, στις 3.12.07, σύμφωνα με το τεκμήριο 26 - το οποίο αναφέρεται σε μεταφορά ολόκληρου του ποσού από τον λογαριασμό της Ενάγουσας στους Εναγόμενους 4 - και τεκμήριο
- Συνεπώς, στις 3.12.07, στον λογαριασμό της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους 4, δεν υπήρχε από τις GBP 200.000, κανένα ποσό κατατεθειμένο, εφόσον οι δύο επόμενες καταθέσεις των €260.000 και USD$54.592,03 έγιναν μεταγενέστερα, δηλαδή στις 18.2.08 και 22.2.08 αντίστοιχα (τεκμήρια 9 - 12). Περαιτέρω, το γεγονός ότι στο τεκμήριο 14 γίνεται αναφορά σε απόδοση των GBP 200.000 ύψους GBP 16.000 και ημερομηνία είσπραξης της εν λόγω απόδοσης την 30.9.08, καταδεικνύει με τον πιο εμφανή τρόπο την πρόθεση του Εναγομένου 3 να εξαπατήσει την Ενάγουσα, παρουσιάζοντας σ' αυτήν την ψευδή εικόνα στις 29.7.08 (τεκμήριο 14), ότι αυτή στις 30.9.08 θα είχε απόδοση από το κατατεθειμένο ποσό των GBP 200.000, το οποίο επαναλαμβάνω, στις 29.7.08 ήταν ήδη ανύπαρκτο. Η αναφορά στο τεκμήριο 14, του ανύπαρκτου κατά την 29.7.08 ποσού των GBP 200.000, στο λογαριασμό της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους 4, επιβεβαιώνει και τη θέση της Ενάγουσας ότι αυτή είχε πλήρη άγνοια για τη μεταφορά του ποσού των GBP 104.500 στον αδελφό της, εφόσον η μεταφορά αυτή έγινε με βάση το τεκμήριο 26 (Α), στο οποίο - με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ3 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο - η υπογραφή της Ενάγουσας είναι πλαστογραφημένη. Εξάλλου, η ενημέρωση που είχε από τον Εναγόμενο 3 με το τεκμήριο 14, ήταν ότι στις 29.7.08 ολόκληρο το ποσό των GBP 200.000 ήταν ήδη κατατεθειμένο στον λογαριασμό της με τους Εναγόμενους
- Η θέση της Ενάγουσας ότι η μεταφορά του ποσού των GBP 100.000 στις 22.9.06 (τεκμήριο 3) από τον λογαριασμό της με τους Εναγόμενους 4, στον χρηματιστηριακό της λογαριασμό με τους Εναγόμενους 1 (τεκμήριο 36) στην Κύπρο, έγινε εν αγνοία της και χωρίς τη συγκατάθεση της, γίνεται αποδεκτή. Και τούτο γιατί για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι αυτό που γνώριζε, με βάση τις διαβεβαιώσεις του Εναγομένου 3, ήταν ότι ο λογαριασμός της στους Εναγόμενους 4 θα ήταν καταθετικός αλλά και γιατί η μεταφορά των GBP 100.000 στον χρηματιστηριακό της λογαριασμό στην Κύπρο, μέσω του λογαριασμού της με τους Εναγόμενους 4, στερείται κάθε λογικής. Εάν αυτή ήταν η επιθυμία της Ενάγουσας ώστε να χρησιμοποιήσει το ποσό των GBP 100.000 για αγοραπωλησία μετοχών στην Κύπρο, θα μπορούσε ευκολότερα να το κατέθετε απ' ευθείας στον χρηματιστηριακό της λογαριασμό στην Κύπρο (τεκμήριο 36), χωρίς να μεσολαβήσει η κατάθεση τους στους Εναγόμενους 4 στην Ελβετία, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάθεση του ποσού των GBP 200.000 στους Εναγόμενους 4 στις 14.9.06 (τεκμήριο 3) και η μεταφορά των GBP 100.000 στον λογαριασμό της στην Κύπρο στις 28.9.06, έγινε σε διάστημα μόνο λίγων ημερών.
- Αποδέχομαι τη θέση της Ενάγουσας ότι ουδέποτε έλαβε καταστάσεις λογαριασμού από τους Εναγόμενους 1 και
- Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 29, ημερομηνίας 21.9.06 - στο οποίο η υπογραφή της Ενάγουσας, σύμφωνα με τον ΜΕ3 είναι πλαστογραφημένη - για σκοπούς αλληλογραφίας, ο Εναγόμενος 3 πλαστογραφώντας την υπογραφή της Ενάγουσας, είχε δώσει οδηγίες ώστε αυτή να απευθύνεται στον ίδιο. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 3 δέχθηκε ότι η Ενάγουσα δεν είχε υπογράψει το τεκμήριο 29 και παραδέχθηκε τη σχετική κατηγορία 31 για πλαστογραφία επί του κατηγορητηρίου τεκμήριο
- Η θέση του Εναγομένου 3 ότι το τεκμήριο 29 αφορά τον χρηματιστηριακό λογαριασμό της Ενάγουσας FALE XXXXX06 (τεκμήριο 36), ουδόλως διαψεύδει την πιο πάνω θέση της Ενάγουσας. Και τούτο γιατί, όπως φαίνεται στο τεκμήριο 26 (Α) το οποίο είναι επίσης πλαστογραφημένο, κάτω από την υπογραφή της Ενάγουσας, αναφέρεται FALE XXXXX06 (XXXXX Baer a/c). Συνεπώς είναι προφανές ότι ο χρηματιστηριακός λογαριασμός της Ενάγουσας, είχε σύνδεση και/ή αναφορά με τον επίδικο λογαριασμό της με τους Εναγόμενους
- Αποδέχομαι περαιτέρω τη θέση της Ενάγουσας ότι από το τέλος 2005 είχε εγκαταλείψει τη διεύθυνση Δωριέων XXXXX Στρόβολος, γιατί είχε πουλήσει το σπίτι της και από το 2006 όταν άρχισε η συνεργασία της με τον Εναγόμενο 3, διέμενε στην οδό Μιχαλακοπούλου XXXXX. Συνεπώς, αποδέχομαι ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό της με τους Εναγόμενους 4 (τεκμήριο 36) και απευθύνοντο στην οδό Δωριέων XXXXX Στρόβολος, ουδέποτε παραλήφθηκαν από την Ενάγουσα. Είναι δε άξιον απορίας το γεγονός ότι στο τεκμήριο 38 υπάρχει αναφορά στη διεύθυνση της Ενάγουσας Μιχαλακοπούλου XXXXX - γεγονός που επιβεβαιώνει το αληθές του πιο πάνω ισχυρισμού της Ενάγουσας - ενώ οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού τεκμήριο 39, συνέχιζαν να αποστέλλονται στη διεύθυνση Δωριέων XXXXX Στρόβολος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία της Ενάγουσας ΜΕ1, την οποία, χωρίς καμιά επιφύλαξη, κρίνω ως πλήρως αξιόπιστη. Διευκρινίζω ότι από τη μαρτυρία της Ενάγουσας δεν αποδέχομαι μόνο τον ισχυρισμό της ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 είχαν γνώση και συμμετοχή στις ενέργειες του Εναγομένου 3, τις οποίες και ενέκριναν, ούτε και ότι ο Εναγόμενος 2 είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή σε όλες τις ενέργειες των Εναγομένων 1 και αποφάσιζε γι' αυτούς. Ούτε και αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι ο Εναγόμενος 3 ενεργούσε σαν ομάδα με τους Εναγόμενους 1 και 2 και όλοι διαδραμάτιζαν τον ίδιο ρόλο, δηλαδή να την πείσουν για να τους εμπιστευθεί τα χρήματα της. Και τούτο γιατί, από το σύνολο της μαρτυρίας της, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα σε όλες τις ζημιογόνες γι' αυτήν ενέργειες εμπλέκει ουσιαστικά τον Εναγόμενο 3 και αντεξεταζόμενη δέχθηκε ότι κατά τις επισκέψεις της στα γραφεία των Εναγομένων 1 επισκεπτόταν μόνο τον Εναγόμενο 3, και αν και έβλεπε συχνά τον Εναγόμενο 2, ουδέποτε συνομίλησε μαζί του, ουδέποτε είχε επαφή μαζί του και ουδέποτε τη συμβούλευσε για τα χρήματα της. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός της ότι τόσο ο Εναγόμενος 3 όσο και άλλοι εργοδοτούμενοι και αξιωματούχοι των Εναγομένων 1, τη διαβεβαίωσαν ότι αν κατέθετε τα χρήματα της στους Εναγόμενους 4, θα είχε ένα σταθερό εισόδημα της τάξης του 7 - 7,5% ετησίως και το εισόδημα αυτό ως και οι καταθέσεις της θα ήταν ασφαλείς και εγγυημένες, κρίνεται ως γενικός και αόριστος και ως τέτοιος δεν είναι αποδεκτός, εφόσον ενώπιον του Δικαστηρίου παρέλειψε να διευκρινίσει ποιοι «άλλοι εργοδοτούμενοι και/ή αξιωματούχοι των Εναγομένων 1» προέβηκαν στις εν λόγω διαβεβαιώσεις προς το πρόσωπο της. Όπως δέχθηκε αντεξεταζόμενη, ο λόγος που τελικά μετέφερε τα χρήματα της στους Εναγόμενους 4 στη Ελβετία ήταν γιατί είχε πλήρη εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο 3, ο οποίος ήταν πρώτος εξάδελφος της, ήταν πολύ συνδεδεμένη μαζί του και είχε προσωπική επαφή μόνο με αυτόν. Περαιτέρω, η θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν ο διευθυντής και κύριος μέτοχος των Εναγομένων 1 και συνεπώς είχε εμπλοκή σε όλες τις ενέργειες των Εναγομένων 1, δεν γίνεται αποδεκτή. Και τούτο γιατί, όπως ανέφερε ο ΜΥ1 - η μαρτυρία του οποίου θα αξιολογηθεί πιο κάτω - και δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν μέτοχος των Εναγομένων 1 - οι οποίοι είναι θυγατρική εταιρεία της SFS - και δεν είχε καμιά ανάμιξη στην καθημερινή λειτουργία των Εναγομένων
- Το 2006, ο Εναγόμενος 2 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1 και συγκεκριμένα μη Εκτελεστικός Σύμβουλος των Εναγομένων
- Με αυτή την ιδιότητα του δεν είχε λόγο στην καθημερινή διεύθυνση των Εναγομένων
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον ΜΥ1, τα τεκμήρια 2 και 14 τα οποία ο Εναγόμενος 3 παρέδωσε στην Ενάγουσα, βρέθηκαν στην κατοχή των Εναγομένων 1, όμως κανένας υπάλληλος των Εναγομένων 1 δεν είχε γνώση για την ύπαρξη τους πριν τον Ιανουάριο του 2009, εφόσον τα εν λόγω τεκμήρια δεν προήλθαν από τα ηλεκτρονικά συστήματα των Εναγομένων 1, στα οποία ο Εναγόμενος 3 δεν μπορούσε να επέμβει και παραποιήσει. Συνεπώς τα τεκμήρια 2 και 14 δεν είναι προϊόν των Εναγομένων
- Έχω εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος, αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν είχε καμιά συμμετοχή και ανάμιξη στις καθημερινές δραστηριότητες, ενέργειες και συμφωνίες των Εναγομένων 1 με τους πελάτες τους, ουδέποτε συνάντησε την Ενάγουσα και δεν έχει προσωπική γνώση των επίδικων ενεργειών και σχέσεων της Ενάγουσας με τους Εναγόμενους κατά το έτος 2006 και μετέπειτα. Συνακόλουθα, το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά τα επίδικα ζητήματα και σχετίζονται με την Ενάγουσα, δεν γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Ειδικότερα: α) Ο ισχυρισμός του ότι η Ενάγουσα λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού από τους Εναγόμενους 1 και 4 σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό της (τεκμήριο 39) υπό διαχείριση με διακριτική ευχέρεια, δηλώνοντας τη σιγουριά του περί τούτου, δεν γίνεται αποδεκτός. Και τούτο γιατί αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει σε ποια διεύθυνση της Ενάγουσας αποστέλλοντο οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 39) ούτε και παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι πράγματι οι εν λόγω καταστάσεις αποστέλλοντο στην Ενάγουσα. Αντίθετα, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 39 - το οποίο αφορά τους μήνες Μάρτιο - Δεκέμβριο 2008 - αυτές οι καταστάσεις αποστέλλοντο στη διεύθυνση Δωριέων XXXXX Στρόβολος, την οποία η Ενάγουσα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εγκατέλειψε από το 2005 και σύμφωνα με το Τεκμήριο 29 ημερομηνίας 21.9.06, ο Εναγόμενος 3 πλαστογραφώντας την υπογραφή της Ενάγουσας, ζήτησε όπως οι καταστάσεις λογαριασμού της Ενάγουσας αποστέλλονται στον ίδιο τον Εναγόμενο
- Για τον ίδιο λόγο, δεν γίνεται αποδεκτός ούτε ο ισχυρισμός του ότι η Ενάγουσα λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού από τους Εναγόμενους 1 ανά τρίμηνο αναφορικά με τον χρηματιστηριακό της λογαριασμό. Εφόσον με το τεκμήριο 29, οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού της, αποστέλλοντο στον Εναγόμενο 3, η Ενάγουσα ήταν αδύνατο να γνωρίζει κατά τον ουσιώδη χρόνο
(2006)την κίνηση του λογαριασμού της και ειδικότερα το γεγονός ότι στις 22.9.06 (τεκμήριο 3), είχε μεταφερθεί από τον λογαριασμό με τους Εναγόμενους 4, το ποσό των GBP 100.000 στον λογαριασμό των Εναγομένων 1 και στη συνέχεια στον χρηματιστηριακό της λογαριασμό στην Κύπρο. Ήταν επίσης αδύνατο να γνωρίζει ότι στις 3.12.07 είχε μεταφερθεί επίσης από τον λογαριασμό της με τους Εναγόμενους 4, στους Εναγόμενους 1 (Client account) (τεκμήριο 5) το ποσό των GBP 104.500 και στη συνέχεια στο λογαριασμό του αδελφού της, με βάση το πλαστογραφημένο τεκμήριο 26 (Α). Κατ' επέκταση ο ισχυρισμός του ότι η Ενάγουσα λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού από τους Εναγόμενους 1 ανά τρίμηνο για τον χρηματιστηριακό της λογαριασμός και συνεπώς γνώριζε ότι τα χρήματα της δεν ήταν κατατεθειμένα στους Εναγόμενους 4 αλλά είχαν επενδυθεί, δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Σημειώνεται περαιτέρω ότι καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από τους Εναγόμενους 4 που να τεκμηριώνει ότι αυτοί πράγματι απέστελλαν απ' ευθείας στην Ενάγουσα καταστάσεις λογαριασμού και σε ποια διεύθυνση, ή αν αυτές αποστέλλοντο στους Εναγόμενους 1 ή ακόμα και στη διεύθυνση αλληλογραφίας του Εναγομένου 3, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Εναγομένου 3 στην παράγραφο 11 (α) της Υπεράσπισης του, την οποία σημειώνεται ότι δεν προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι στις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 39) του επίδικου λογαριασμού, γίνεται αναφορά στο όνομα των Εναγομένων 1 και όχι των Εναγομένων 4. β) Με βάση τις πιο πάνω επισημάνσεις, ο ισχυρισμός του ότι το ποσό των GBP 200.000 που η Ενάγουσα κατέθεσε στους Εναγόμενους 4, τελικά πιστώθηκε σε δύο λογαριασμούς της Ενάγουσα, δηλαδή οι GBP 100.000 στον χρηματιστηριακό της λογαριασμό (τεκμήριο 36) και οι GBP 100.000 σε λογαριασμό της με τους Εναγόμενους 4 και συνεπώς το ποσό αυτό δεν αποτελεί απώλεια για την Ενάγουσα, δεν γίνεται αποδεκτός. Και τούτο γιατί η Ενάγουσα - η μαρτυρία της οποίας είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο - ουδέποτε έδωσε οδηγίες για να μεταφερθεί το ποσό των GBP 100.000 στον χρηματιστηριακό της λογαριασμό (τεκμήριο 36) στην Κύπρο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για αγοραπωλησία μετοχών - κάτι που θα μπορούσε να κάνει απευθείας εάν το επιθυμούσε και όχι μέσω των Εναγομένων 4 - το δε ποσό των GBP 104.500 επαναλαμβάνω ότι εν αγνοία της Ενάγουσας κατατέθηκε στον λογαριασμό του αδελφού της. γ) Ο ισχυρισμός του ότι το τεκμήριο 2 παραπέμπει σε "bond and custody account" δηλαδή σε χαρτοφυλάκιο επενδύσεων και όχι σε καταθετικό λογαριασμό, δεν διαψεύδει με οποιοδήποτε τρόπο την Ενάγουσα. Και τούτο γιατί εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο Εναγόμενος 3 ανέφερε στην Ενάγουσα και τη διαβεβαίωσε ότι τα χρήματα της θα κατατίθεντο σε λογαριασμό της με τους Εναγόμενους 4, η ίδια δε με την ελάχιστη γνώση των αγγλικών της, αντιλήφθηκε ότι η λέξη "bond" σήμαινε γραμμάτιο, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 της είχε αναφέρει. δ) Προκειμένου να διαψεύσει την Ενάγουσα, ανέφερε ότι μεταξύ της 13.9.06 που πιστώθηκε το ποσό των GBP 200.000 (τεκμήριο 3) μέχρι τη μεταφορά των δύο ποσών GBP 100.000 σε δύο άλλους λογαριασμούς της Ενάγουσας στις 21.9.06, οι Εναγόμενοι 4 πίστωσαν τον λογαριασμό της στις 29.9.06 με το ποσό των GBP 203,84 τόκο, που αντιπροσωπεύει επιτόκιο 4,65% για 8 ημέρες (τεκμήριο 3). Πρόσθεσε επίσης ότι δεν υπάρχει καμιά τράπεζα παγκόσμια που να δίδει επιτόκιο 7,5% στο ίδιο νόμισμα, όταν μια άλλη τράπεζα δίδει γι' αυτό το νόμισμα επιτόκιο 3%. Κρίνω ότι τα σχόλια αυτά του ΜΥ1 ουδόλως διαψεύδουν την Ενάγουσα. Και τούτο γιατί αυτό που έχει σημασία, δεν είναι τα όσα στην πραγματικότητα επεσυνέβησαν και διαπιστώθηκαν εκ των υστέρων, αλλά οι διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του Εναγομένου 3 προς την Ενάγουσα, όπως αυτές προκύπτουν μέσα από τα τεκμήρια 2 και 14, τα οποία ο Εναγόμενος 3 ετοίμασε και παρέδωσε στην Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο, προφανώς με σκοπό να την παραπλανήσει και εξαπατήσει. ε) Ο ΜΥ1 προσπαθώντας επίσης να διαψεύσει την Ενάγουσα, κατέθεσε στο Δικαστήριο τη Σύμβαση ημερομηνίας 6.9.06 (τεκμήριο 37) μεταξύ Εναγομένων 1 και 4, ως και την εξουσιοδότηση (τεκμήριο 38) της Ενάγουσας με την οποία εξουσιοδότησε τους Εναγόμενους 1 ως αντιπροσώπους της για διαχείριση του χαρτοφυλακίου της, τονίζοντας ότι το τεκμήριο 37 αφορά διαχείριση επενδύσεων και όχι κατάθεση σε λογαριασμό, δεν αναφέρει απόδοση ύψους 7 - 7,5% ετησίως ούτε και εγγυάται την ασφάλεια των χρημάτων της. Κρίνω ότι τα τεκμήρια 37 και 38, ουδόλως διαψεύδουν την Ενάγουσα. Και τούτο γιατί 1) το τεκμήριο 38 δεν αναφέρει ημερομηνία και τόπο υπογραφής του και συνεπώς είναι άγνωστο για το Δικαστήριο εάν αυτό αφορά τον ουσιώδη χρόνο. 2) Τα τεκμήρια 37 και 38 κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από τον ΜΥ1, χωρίς η Ενάγουσα να αντεξεταστεί επ' αυτών, αποστερώντας της την δυνατότητα να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου τους και ειδικότερα, κατά πόσο αυτή γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο την ύπαρξη τους, το περιεχόμενο τους ως και κατά πόσο πράγματι τα υπέγραψε. Ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν οι υπογραφές επί των τεκμηρίων 37 και 38 ανήκουν στην Ενάγουσα. 3) Εν πάση περιπτώσει, τονίζεται ότι εκείνο που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι, όπως ο ΜΥ1 δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, για τη διαχείριση του λογαριασμού της Ενάγουσας υπό διαχείριση με διακριτική ευχέρεια, υπογράφθηκαν μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 δύο συμφωνίες, δηλαδή τα τεκμήρια 7
(1)(Α) και 7
(2)(Α), στα οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, η υπογραφή της Ενάγουσας είναι πλαστογραφημένη. στ) Ο ισχυρισμός του ότι η περίπτωση της Ενάγουσας, διαφέρει από τις υπόλοιπες περιπτώσεις στις οποίες προέβηκε σε παράνομες πράξεις ο Εναγόμενος 3, διότι η Ενάγουσα δεν είχε παρουσιάσει στους Εναγόμενους 1 παραποιημένες καταστάσεις λογαριασμού, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 14 τα οποία ο Εναγόμενος 3 ετοίμασε και παρέδωσε στην Ενάγουσα, ναι μεν δεν αποτελούν έγγραφα των Εναγομένων 1 ούτε και έχουν σχέση με την πληροφόρηση των πελατών μέσω των συστημάτων των Εναγομένων 1, όμως δεν παύουν να αποτελούν μια παραποιημένη και ψευδή παρουσίαση της εικόνας των χρηματικών ποσών που η Ενάγουσα, κατόπιν διαβεβαιώσεων και προτροπών του Εναγομένου 3, κατέθεσε στους Εναγόμενους 4 στην Ελβετία. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ1, αποδέχομαι το υπόλοιπο της μαρτυρίας του, το οποίο αφορά τον τρόπο λειτουργίας των Εναγομένων 1, τη σχέση τους με την SFS Group Company Ltd, τη θέση του Εναγομένου 2 σ' αυτές και το ρόλο του ως μη εκτελεστικός σύμβουλος των Εναγομένων 1, ως και όσα ανέφερε σχετικά με τα καθήκοντα και ευθύνες του Εναγομένου 3 καθ' όλη τη διάρκεια της εργοδότηση του από τους Εναγόμενους
- Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, εφόσον κρίνω ότι ο ΜΥ1, ως Διευθυντής και Οικονομικός Διευθυντής του Ομίλου SFS, με ειλικρίνεια και σαφήνεια επεξήγησε τα θέματα αυτά και η μαρτυρία του σε σχέση με αυτά ουδόλως κλονίστηκε συνεπεία της αντεξέτασης. Ο Εναγόμενος 3 (ΜΥ2) δεν μου έκαμε καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Πέραν του ότι σχημάτισα αρνητική εικόνα σε σχέση με την αξιοπιστία του, εντόπισα στη μαρτυρία του σημεία, τα οποία κατά την άποψη μου, έκδηλα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα: α) Ο ισχυρισμός του ότι κατόπιν εντολής της διεύθυνσης των Εναγομένων 1 και του Εναγομένου 2 εκτελούσε και χρέη διαχειριστή χαρτοφυλακίων πελατών των Εναγομένων 1 δεν γίνεται αποδεκτός. Και τούτο γιατί σύμφωνα με τον ΜΥ1 - η μαρτυρία του οποίου επί του συγκεκριμένου θέματος έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο - ο Εναγόμενος 3 δεν ήταν αρμόδιος να διενεργεί ο ίδιος συγκεκριμένες επενδύσεις και ουδέποτε κατείχε την απαραίτητη άδεια ως πιστοποιημένο πρόσωπο δυνάμει του Νόμου. Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι ο ΜΥ1 ουδόλως αντεξετάστηκε και αμφισβητήθηκε επ' αυτού του σημείου από το δικηγόρο του Εναγομένου
- Πέραν τούτου, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίσθηκε ότι είχε παρακαθίσει σε σχετικές εξετάσεις και έλαβε σχετικό πιστοποιητικό για διαχείριση χαρτοφυλακίων. Ωστόσο κανένα τέτοιο πιστοποιητικό παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο που να τεκμηριώνει τη θέση του. β) Ο ισχυρισμός του ότι η Ενάγουσα ενημερωνόταν για το λογαριασμό της υπό τη διακριτική ευχέρεια μέσω της ηλεκτρονικής πρόσβασης eBaer αλλά και από τις μηνιαίες καταστάσεις που της απέστελλαν μηνιαίως στην ταχυδρομική της διεύθυνση (τεκμήριο 39) Δωριέων XXXXX Στρόβολος, δεν γίνεται αποδεκτός. Η Ενάγουσα ουδόλως αντεξετάστηκε σχετικά με οποιαδήποτε ενημέρωση της μέσω της ηλεκτρονικής πρόσβασης στο eBaer και σ' ό,τι αφορά την ενημέρωση της μέσω μηνιαίων καταστάσεων των Εναγομένων 1, η θέση του Δικαστηρίου έχει ήδη διευκρινισθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας και του ΜΥ1 και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω. Στο σημείο αυτό σημειώνεται η παραδοχή του Εναγομένου 3 στην κατηγορία 31 τη Ποινικής Υπόθεσης τεκμήριο 33 σε σχέση με την πλαστογραφία εκ μέρους του, του τεκμηρίου 29 που αφορούσε την αλλαγή διεύθυνσης της Ενάγουσας, ως και τη δικαιολογία που προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι προέβηκε σ' αυτήν την πλαστογραφία διότι εκείνη την περίοδο η Ενάγουσα είχε μετακομίσει σε άλλη κατοικία. Συνεπώς εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 3 γνώριζε ότι η Ενάγουσα είχε μετακομίσει κατά τον ουσιώδη χρόνο από την οδό Δωριέων XXXXX, ως ήταν και η θέση της Ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου σημειώνεται ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τον χρηματιστηριακό λογαριασμό της Ενάγουσας (τεκμήριο 36) ως και αυτές που αφορούν τον λογαριασμό της υπό διαχείριση (τεκμήριο 39), ουδέποτε υποδείχθηκαν στην Ενάγουσα κατά την αντεξέταση της, ώστε να τοποθετηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αν όντως είχε παραλάβει τα εν λόγω τεκμήρια 36 και
- γ) Ο ισχυρισμός του ότι τα τεκμήρια 2 και 14 δεν αποτελούν σχέδιο απόδοσης χρημάτων αλλά πρόχειρη και ανεπίσημη παρουσίαση της προσωπικής οικονομικής κατάστασης της Ενάγουσας, δεν γίνεται αποδεκτός. Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 14 από μόνο του, επιβεβαιώνει τη θέση της Ενάγουσας ως προς τις διαβεβαιώσεις του Εναγομένου 3 σε σχέση με τα χρήματα της που θα κατέθετε στους Εναγόμενους 4 στην Ελβετία και η θέση του Δικαστηρίου είναι, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας. δ) Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή στη μεταφορά των GBP 100.000 από τους Εναγόμενους 4 στον χρηματιστηριακό λογαριασμό της Ενάγουσας στις 27.9.06, αλλά αποτελούσε αποκλειστική ευθύνη του λογιστηρίου των Εναγομένων 1 και απαιτείτο προς τούτο από το λογιστήριο των Εναγομένων 1 γραπτή εντολή και ηχογράφηση της τηλεφωνικής επιβεβαίωσης από τον μεταφορέα και από τον παραλήπτη του ποσού. Προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικό έντυπο των Εναγομένων 1 (τεκμήριο 44). Ο ισχυρισμός αυτός δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο για τους εξής λόγους: Ο ΜΥ1 αν και δέχθηκε στη μαρτυρία του ότι σήμερα προτού διενεργηθεί πληρωμή χρημάτων από τους Εναγόμενους 1, θα πρέπει να προηγηθεί τηλεφωνική επιβεβαίωση από το λογιστήριο προς τους πελάτες, δεν θυμάται αν αυτή η διαδικασία ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο